Δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας




  Η ανεργία εκτινάσσεται.



  –Γιατί εκτινάσσεται η ανεργία; Θα έπρεπε να ανησυχούμε; 


Δείχνει μήπως η πορεία της ότι ακολουθούμε μια εσφαλμένη πολιτική; Δείχνει ότι οι τύχες της χώρας είναι σε λάθος χέρια;



  –Όχι, καθόλου! Οι τύχες τις χώρας είναι σε χέρια πολύ αξιόπιστα. Από τα διαθέσιμα, είναι τα καλύτερα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Εφαρμόζουν τη μόνη ενδεδειγμένη πολιτική, και μάλιστα όσο πιο πιστά μπορούν.


 Το γεγονός ότι η ανεργία διαρκώς αυξάνεται δεν είναι απλώς κάτι το αναμενόμενο, αλλά και ζητούμενο. Πρέπει να ανέβει, πριν πέσει. Το έχουμε προβλέψει αυτό, και είναι και επιβεβλημένο. Κάποιες παρεμβάσεις εδώ κι εκεί διορθώνουν τις αστοχίες που προκύπτουν. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας.


Το χρέος αυξάνεται.

–Γιατί αυξάνεται το χρέος; Θα έπρεπε να ανησυχούμε;

 Δείχνει μήπως η πορεία του ότι ακολουθούμε μια εσφαλμένη πολιτική; Δείχνει ότι οι τύχες της χώρας είναι σε λάθος χέρια;


–Όχι, καθόλου! Οι τύχες τις χώρας είναι σε χέρια πολύ αξιόπιστα. Από τα διαθέσιμα, είναι τα καλύτερα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Εφαρμόζουν τη μόνη ενδεδειγμένη πολιτική, και μάλιστα όσο πιο πιστά μπορούν.

 Το γεγονός ότι το χρέος διαρκώς αυξάνεται δεν είναι απλώς κάτι το αναμενόμενο, αλλά και ζητούμενο. Πρέπει να αυξηθεί, πριν μειωθεί. Το έχουμε προβλέψει αυτό, και είναι και επιβεβλημένο. Κάποιες παρεμβάσεις εδώ κι εκεί διορθώνουν τις αστοχίες που προκύπτουν. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας.


Τα προϊόντα ανατιμώνται στα ράφια.

–Γιατί τα προϊόντα ανατιμώνται στα ράφια; Θα έπρεπε να ανησυχούμε;

 Δείχνουν μήπως οι ανατιμήσεις ότι ακολουθούμε μια εσφαλμένη πολιτική; Δείχνει ότι οι τύχες τις χώρας είναι σε λάθος χέρια;


–Όχι, καθόλου! Οι τύχες τις χώρας είναι σε χέρια πολύ αξιόπιστα. Από τα διαθέσιμα, είναι τα καλύτερα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Εφαρμόζουν τη μόνη ενδεδειγμένη πολιτική, και μάλιστα όσο πιο πιστά μπορούν. Το γεγονός ότι τα προϊόντα ανατιμώνται στα ράφια δεν είναι απλώς αναμενόμενο, αλλά και ζητούμενο.

 Πρέπει να ανέβουν οι τιμές, πριν πέσουν. Το έχουμε προβλέψει αυτό, και είναι και επιβεβλημένο. Κάποιες παρεμβάσεις εδώ κι εκεί διορθώνουν τις αστοχίες που προκύπτουν. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας.



Αυτό το copy paste μπορεί να συνεχίσει επ’ άπειρον. Όπως με την ανεργία, το χρέος, και τις τιμές, έτσι στη συνέχεια και για τις επιχειρήσεις που βάζουν λουκέτο, τα μαγαζιά που κατεβάζουν ρολλά, τους ανθρώπους που βάζουν τέλος στη ζωή τους, εκείνους που τρώνε από τα σκουπίδια, εκείνους που ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους και παίρνουν των ομματιών τους για τα ξένα κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ομοίως για τη δημοκρατία που συρρικνώνεται, την ελευθερία του Τύπου που δένεται πισθάγκωνα, τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατώνται, τα εργασιακά δικαιώματα που πηγαίνουν περίπατο κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ.


Κανένας λόγος ανησυχίας!

Δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας. Μην τυχόν αλλάξει η κυβέρνηση μόνο, και πάθουμε κανένα κακό. Όσο αυτή παραμένει τόσο θα βελτιώνονται τα πράγματα.

 Και τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε, δηλαδή; Ποιος άλλος θα τα κάνει καλύτερα, στο κάτω-κάτω;


Ποιος άλλος θα τα κάνει καλύτερα;

Ποιος άλλος θα τα κάνει καλύτερα;

 Α! Όλα κι όλα. Αυτό είναι άλλο copy paste …


Και ιδού η εξήγηση


Μια ωραία ιστορία με πολιτικό νόημα


Μια μέρα έρχεται κλαμένος ένας εξαθλιωμένος χωρικός στον Ναστραντίν*.


-Χότζα μ΄, έχω μεγάλο πρόβλημα. Ζούμε εγώ η γυναίκα μου και 5 παιδιά σε ένα δωμάτιο τόσο δα. Τι να κάνω;

Ο Ναστραντίν μετράει τον άθλιο με βαθύ βλέμμα και στρίβει μύστακα.

-Σκύλο έχεις;

-Ναι.

-Πού τον έχεις;

-Έξω στο βαρέλι.

-Πάρτονε κι αυτόν μέσα στο δωμάτιο να ζει μαζί σας.

-Μα Χότζα μ΄ εμείς δε χωράμε πού θα μπει κι ο σκύλος;

-Εγώ αυτό σού λέω, αν θες κάνε το κι έλα σε μια βδομάδα. Αν δεν κάνεις αυτό που σού λέω, μη ξανάρθεις σε μένα.

Φεύγει ο τύπος σε μαύρη συλλογή.


Σε μια βδομάδα να ΄τονε πάλι.

-Χότζα μ΄ δεν αντέχουμε με το σκύλο... δε μπορούμε να κοιμηθούμε κλπ. κλπ.

-Άλλα ζώα έχεις;

-Έχουμε μια κατσίκα...

-Ωραία βάλε και τη κατσίκα μέσα στο δωμάτιο.

-Μα χότζα μ΄...!

-Κάνε αυτό που σού λέω κι αν το κάνεις έλα σε μια βδομάδα.



Σε μια βδομάδα να ΄τονε πάλι σε μαύρο χάλι!

-Χότζα μ΄ θα τρελαθούμε δε μπορούμε άλλο!

-Γάιδαρο έχεις;

-Έχω.

-Βάλτονε μέσα κι αυτόν.

-Χότζα μ΄ λυπήσου μας!

-Αν θες να κάνεις αυτό που σου λέω να ξανάρθεις σε μια βδομάδα, αν δεν το κάνεις μη ξανάρθεις.



Σε μια βδομάδα να ΄τονε πάλι.

-Κότες έχεις;

-Έχω.

-Μέσα και οι κότες.

-Χότζα μ΄ δεν μπορούμε δε γίνεται αυτό!!!

-Κάνε ότι σου λέω και ξαναέλα σε μια βδομάδα.



Σε μια βδομάδα να ΄τονε πάλι σε κατάσταση παράκρουσης και απελπισίας...

-Χότζα μ΄ τι να κάνω τώρα;

-Τώρα βγάλε όλα τα ζωντανά έξω.

 Ο σκύλος στο βαρέλι, ο γάιδαρος στο παχνί, οι κατσίκες στο στάβλο, οι κότες στο κοτέτσι. Και σε μια βδομάδα ξαναέλα.



Σε μια βδομάδα έρχονται ο χωρικός με τη γυναίκα του περιχαρείς:

-Χότζα πολυχρονεμένε ο Αλλάχ να σε έχει καλά!

 Τώρα είμαστε μια χαρά!



«ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΣΕ . . .»




Μια φορά, ο Χότζας απεφάσισε, για λόγους οικονομίας, να συνηθίση το γάιδαρό του να μην τρώη, κ' έπαψε να του δίνη φαΐ.

Φυσικά το δυστυχισμένο ζώο ψόφησε ύστερα από λίγες μέρες από ασιτία.

Κι' ο Χότζας, βλέποντας σωριασμένο χάμου το κουφάρι, ανεφώνησε με απογοήτευσι και αγανάκτησι:

— Να πάρη ο διάολος να πάρη! Τώρα που έμαθε μια χαρά να μην τρώη, τώρα βρέθηκε να μου ψοφήση, το τρισκατάρατο!





[full_width]

Φόβος για τα Ψυχοφάρμακα: Μύθοι και Πραγματικότητα




  Αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά, υπναγωγά, σταθεροποιητικά και αντιψυχωτικά: Οι επιστήμονες διαθέτουν πλέον στη φαρέτρα τους, έναν μεγάλο αριθμό φαρμάκων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ψυχικών συμπτωμάτων και νοσημάτων. 


Η χρήση αυτών των φαρμάκων όμως, συνοδεύεται από μύθους, παρεξηγήσεις και προκατάληψη. Ο φόβος για τα “ψυχοφάρμακα” είναι συχνά μη δικαιολογημένος. 

Σε μεγάλης κλίμακας μελέτη που έγινε στις ΗΠΑ από το UCLA, αποδείχθηκε ότι το 74% των ασθενών διακόπτει τη φαρμακευτική του αγωγή, καθώς ανησυχεί για τις μακροπρόθεσμες ή βραχυπρόθεσμες παρενέργειες των φαρμάκων. 


Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα;

Ο Άγις Γούζαρης, Ψυχίατρος, με μεταπτυχιακές σπουδές  στην Κοινωνική Ψυχιατρική και Επιστημονικά Υπεύθυνος στην εταιρεία ΨΥΧΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ(psychikifrontida.gr) διαλύει τους συνηθέστερους μύθους σχετικά με τα ψυχοφάρμακα.


Μύθος πρώτος: “Μήπως δεν χρειάζονται τα ψυχοφάρμακα; Η ψυχοθεραπεία μπορεί να φέρει εξίσου καλά αποτελέσματα!”

Μου θυμίζει μια άλλη συχνή ερώτηση: πότε κάποιος με αρχόμενο σακχαρώδη μπορεί να τον αντιμετωπίσει μόνο με δίαιτα και πότε χρειάζεται να πάρει και φαρμακευτική αγωγή; Η αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων, φαρμακευτική ή μη-φαρμακευτική, δε διαφέρει ουσιαστικά από την αντιμετώπιση της πλειοψηφίας των χρόνιων σωματικών παθήσεων. 

Συχνά είναι απαραίτητος ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας, δεδομένου ότι για πολλές ψυχικές παθήσεις υπάρχει μια πληθώρα ερευνών, οι οποίες αποδεικνύουν ότι αυτός ο συνδυασμός είναι ο αποτελεσματικότερος σε σχέση με “μόνο φαρμακευτική αγωγή” ή “μόνο ψυχοθεραπεία”. Συνεπώς θεωρώ ότι είναι πιο σωστό να βλέπουμε τις διαθέσιμες θεραπευτικές μεθόδους συνδυαστικά και αλληλοσυμπληρωματικά, παρά διχαστικά. 

Η λήψη ψυχοφαρμάκων είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις των πλέον σοβαρών ψυχικών παθήσεων όπως για παράδειγμα οι ψυχώσεις, η διπολική διαταραχή, η υποτροπιάζουσα κατάθλιψη, ιδιαίτερα αυτή με βαριά, παρατεταμένα και συχνά καταθλιπτικά επεισόδια ή ακόμη και σοβαρές περιπτώσεις αγχωδών διαταραχών, όπου η λειτουργικότητα ενός ασθενή έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό. Βέβαια σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, χρειάζεται και παράλληλη ψυχοθεραπευτική στήριξη είτε αυτή είναι υποστηρικτική - συμβουλευτική, είτε είναι ψυχοεκπαίδευση, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση, είτε μια ψυχοθεραπεία η οποία θα αγγίξει βαθύτερες δομές του ψυχισμού ενός ατόμου συμβάλλοντας σε καλύτερες και πιο μακροπρόθεσμες θεραπευτικές αλλαγές. 


Μύθος δεύτερος: “Είναι δικαιολογημένη η δυσπιστία και ο φόβος για τα ψυχιατρικά φάρμακα – Έχουν παρενέργειες και προκαλούν εθισμό”

Στην ουσία ο φόβος αυτός απηχεί όλη την άγνοια και τις προκαταλήψεις που δυστυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν για τις ίδιες τις ψυχικές παθήσεις και για τους ίδιους τους ψυχικά πάσχοντες. 

Όταν επικρατεί η άγνοια και η προκατάληψη, επικρατεί η δυσπιστία και ο φόβος. Εξάλλου το ίδιο συνέβη ιστορικά όχι μόνο με τα ψυχοφάρμακα αλλά με σχεδόν όλα τα φάρμακα. Ας μην ξεχνούμε με πόσο φόβο και πόση χλεύη υποδέχθηκε ο πολύς κόσμος τον πρώτο δοκιμαστικό εμβολιασμό έναντι της ευλογιάς από τον Άγγλο ιατρό Edward Jenner το 1798. 

Τα πρώτα -πραγματικά αποτελεσματικά- ψυχιατρικά φάρμακα κυκλοφόρησαν μετά το 1950 και από τότε η ζωή των ψυχικά πασχόντων άλλαξε τελείως. Η διαβίωσή τους στην κοινότητα, έξω από τον μακροχρόνιο εγκλεισμό στο άσυλο, έγινε για πρώτη φορά εφικτή. Η θνησιμότητα και οι υποτροπές των σοβαρών ψυχικών παθήσεων μειώθηκαν δραστικά, η ποιότητα ζωής των ψυχικά πασχόντων εξανθρωπίστηκε και οι περισσότεροι από αυτούς μπορούν πια να ζουν μια φυσιολογική ζωή. 

Ορισμένοι βασίζουν το φόβο τους για τα ψυχοφάρμακα σε -κατά κύριο λόγο- εσφαλμένες και υπερβολικές πεποιθήσεις για ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Ποιο φάρμακο ωστόσο δεν έχει καμιά παρενέργεια; Για παράδειγμα, πολλοί θεωρούν τα ψυχιατρικά φάρμακα συλλήβδην ως εθιστικά, κάτι που βέβαια δεν ισχύει, ταυτίζοντας προκατειλημμένα κι εσφαλμένα την αναγκαιότητα χρόνιας λήψης ενός φαρμάκου με κάποιον υποτιθέμενο εθισμό. Άλλοι βασίζουν τη δυσπιστία τους για τα ψυχιατρικά φάρμακα σε ανυπόστατες και αντι-επιστημονικές απόψεις οι οποίες, είτε αρνούνται αυτή καθαυτή την ύπαρξη ψυχικών παθήσεων, είτε αποδίδουν τις ψυχικές παθήσεις αποκλειστικά σε διεργασίες ψυχολογικές στερούμενες οποιασδήποτε βιολογικής βάσης. 

Όπως και να έχει πάντως, τέτοιες προκαταλήψεις μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορούν να έχουν για την ψυχική υγεία ενός ατόμου εάν του στερήσουν τη δυνατότητα, εφόσον χρειαστεί, να βοηθηθεί από ψυχιατρικά φάρμακα που σε τελική ανάλυση δεν είναι κάτι το διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα φάρμακα. 


Μύθος τρίτος: «Τα ψυχοφάρμακα αλλοιώνουν τη συνείδηση κι ο ασθενής “αλλάζει προσωπικότητα”»

Πράγματι αυτή η εσφαλμένη προκατάληψη υπάρχει σε μεγάλη μερίδα του κόσμου. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν αληθεύει. Η προσωπικότητά μας είναι ο χαρακτήρας μας, τα προτερήματά μας και τα ελαττώματά μας, οι ικανότητές μας και οι αδυναμίες μας, ο τρόπος που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε, να νιώθουμε, να σχετιζόμαστε, να δημιουργούμε, όλα αυτά τα στοιχεία που είναι τόσο μοναδικά για τον καθένα από εμάς. Αυτό σε καμία περίπτωση ούτε επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται από τα ψυχιατρικά φάρμακα. 

Η βιοχημική τους δράση σχετίζεται με την ανακούφιση από βασανιστικά και ενοχλητικά συμπτώματα, όπως για παράδειγμα το αίσθημα κατάθλιψης ή άγχους, οι ψευδαισθήσεις, οι παραληρητικές ιδέες και οι διάφορες διαταραχές συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τις πιο σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Αφετέρου η φαρμακολογική τους δράση επηρεάζει θετικά την πρόγνωση και την εξέλιξη των χρόνιων ψυχικών παθήσεων προφυλάσσοντας από υποτροπές. Τα ψυχιατρικά φάρμακα δεν μπορούν και δεν κάνουν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. 
Ουσιαστική θεραπευτική δράση έχουν μόνο σε αυτόν που πάσχει, σε κάποιον υγιή δεν κάνουν κάτι, ούτε αλλάζουν τον φιλότιμο σε απατεώνα, ούτε τον ψεύτη σε ειλικρινή, ούτε τον οκνηρό σε εργατικό, ούτε τον ευσυνείδητο σε ασυνείδητο, ούτε τον γκρινιάρη σε καλόβολο. 


Μύθος τέταρτος: “Οι παρενέργειες των ψυχιατρικών φαρμάκων μπορεί να προκαλέσουν μη αναστρέψιμες βλάβες”

Μιλώντας γενικά, τα ψυχιατρικά φάρμακα είναι αρκετά ασφαλή για μακροχρόνια χρήση και μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία.  Ενδέχεται να έχουν παρενέργειες όπως υπνηλία, αύξηση της όρεξης για φαγητό, ζάλη ή πονοκέφαλο, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, ορισμένες ορμονικές διαταραχές, ελαφρύ τρόμο κυρίως στα άνω άκρα, ορισμένες κινητικές δυσκολίες, ελαφρές διαταραχές στη μνήμη, την προσοχή και τη συγκέντρωση αλλά και ορισμένες αρνητικές επιδράσεις είτε στην ερωτική διάθεση, τη στύση ή την εκσπερμάτιση. 

Ας μην ξεχνάμε όμως την αγγλική παροιμία ότι το σκουπίδι για έναν άνθρωπο μπορεί να είναι θησαυρός για κάποιον άλλο: η καθυστέρηση στην εκσπερμάτιση που ορισμένα αντικαταθλιπτικά ενδέχεται να προκαλέσουν, για κάποιον ο οποίος έχει πρόωρη εκσπερμάτιση, όχι μόνο δεν είναι ανεπιθύμητη δράση αλλά ακριβώς το αντίθετο: πολύ επιθυμητή.

Πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είναι εύκολο να αποφευχθούν. Ωστόσο ο καλύτερος τρόπος πρόληψης είναι η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου για τον κατάλληλο ασθενή εκ μέρους του ειδικού ιατρού. Ο ψυχίατρος είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει εκτενώς τον ασθενή του για την πιθανότητα και το είδος των ανεπιθύμητων ενεργειών που ίσως παρουσιαστούν και να λαμβάνει υπόψη του πολλές παραμέτρους του ασθενή, όπως ο τρόπος ζωής του, οι συνήθειές του, η ηλικία του, η γενικότερη κατάσταση της υγείας του καθώς και αν ο ασθενής λαμβάνει και φάρμακα για σωματικές παθήσεις. Από πλευράς ασθενούς είναι χρήσιμο να ενημερώνει τον ιατρό του για τις όποιες παρενέργειες πιστεύει ότι παρουσίασε και καλό είναι να συζητούν μαζί εναλλακτικό τρόπο χορήγησης της φαρμακευτικής αγωγής με στόχο τη μείωση των παρενεργειών χωρίς παράλληλα να διακυβεύεται το θεραπευτικό αποτέλεσμα. 



via [full_width]

Δίσεκτο έτος: επιστήμη και δεισιδαιμονίες





 Τα δίσεκτα χρόνια στη λαϊκή παράδοση έχουν συνδεθεί μ΄ ατυχιές, με συφορές, μ΄ αναποδιές και μ΄ όλα τα κακά.

 Ας θυμηθούμε για λίγο το σπαραχτικό τραγούδι του Νεκρού Αδερφού και την παντρεμένη στα ξένα Αρετή! «…κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι, κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν…».


Η λαϊκή παράδοση για τα δίσεκτα έτη -ευτυχώς- έχει σήμερα ατονήσει, ή μάλλον έχει εντελώς ξεχαστεί.  Ο Φλεβάρης, ο λεγόμενος και Κουτσοφλέβαρος, μετράει φέτος, όχι 28 μέρες, αλλά 29!  Ένας Αδικημένος μήνας!..


Το 2020, που διανύουμε, είναι δίσεκτο έτος.

 Ας δούμε πως καθορίστηκε το δίσεκτο έτος και ποιες δεισιδαιμονίες συνδέονταν μ’ αυτό.


Tο Iουλιανό ημερολόγιο, αυτό που καλούμε σήμερα Παλαιό, ήταν αποκλειστικά ηλιακό και αγνοούσε εντελώς τις φάσεις της Σελήνης. O Σωσιγένης, ο Αλεξανδρινός αστρονόμος, που μεταρρύθμισε το αρχέγονο ρωμαϊκό ημερολόγιο, θεώρησε το τροπικό έτος ίσο με 365,25 ημέρες, δηλαδή με 365 ημέρες και 6 ώρες. H συμβολή του Σωσιγένη συνίστατο στο ότι ήταν ο πρώτος που έλαβε υπόψη του αυτές τις επιπλέον 0,25 ημέρες ή 6 ώρες, τις οποίες συνυπολόγισε στη μέτρηση της διάρκειας του έτους στο Iουλιανό ημερολόγιο.


Σύμφωνα με τις υποδείξεις του Σωσιγένη, κάθε τέσσερα χρόνια προστίθετο στο έτος μία εμβόλιμη ημέρα, που αποτελούσε την άθροιση αυτών των επιπλέον 6 ωρών και η οποία τοποθετείτο εκείνη την εποχή μετά την 24η Φεβρουαρίου, που τότε ονομαζόταν «dies sextus ante Calendas Martias» δηλαδή η 6η ημέρα πριν από τις Kαλένδες (πρωτομηνιά) του Mαρτίου.


Oι Pωμαίοι όμως πίστευαν ότι ο Φεβρουάριος έπρεπε να έχει πάντοτε 28 ημέρες, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα απέφευγαν την ασέβεια προς τους χθόνιους θεούς και τη μνήμη των νεκρών. Έτσι, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη αυτή ημέρα ως 5η πριν από τις Kαλένδες Mαρτίου, αλλά από θεοσέβεια μετρούσαν δύο φορές την 24η Φεβρουαρίου ως δις-έκτη (bis sextus ante Calendas Martias). Συνεχίζοντας αυτήν την παράδοση, ακόμα και σήμερα ονομάζουμε δίσεκτο (bisextiles, annus bisextus) το έτος που έχει μία πρόσθετη ημέρα, μόνο που εμείς την προσθέτουμε στο τέλος του Φεβρουαρίου, ως 29η ημέρα του. 


M’ αυτόν τον τρόπο, το πολιτικό έτος είχε και έχει πάντοτε ακέραιο αριθμό ημερών –είτε 365 ημέρες στα κοινά έτη, είτε, κάθε τέσσερα χρόνια, 366 ημέρες στα δίσεκτα– και οι μήνες είχαν διάρκεια, εκτός βέβαια από τον Φεβρουάριο, 31 ή 30 ημέρες εναλλάξ. Δίσεκτα, λοιπόν, στο Iουλιανό ημερολόγιο είναι εκείνα τα έτη των οποίων ο αριθμός διαιρείται ακριβώς δια 4.


Όμως αυτό το τέχνασμα των Pωμαίων δεν κατάφερε να νικήσει τη λαϊκή δεισιδαιμονία. H εμβόλιμη αυτή ημέρα θεωρήθηκε άτυχη, αποφράς και μαζί της άτυχος ολόκληρος ο δίσεκτος χρόνος. Στη λαϊκή παράδοση και γλώσσα ο δίσεκτος χρόνος θεωρείται κακότυχος και γρουσούζικος, μια δεισιδαιμονία που έχει τις ρίζες της στη ρωμαϊκή αντίληψη της κακοδαιμονίας των άρτιων ημερών και του 13ου εμβόλιμου μήνα του αρχαίου ρωμαϊκού σεληνοηλιακού ημερολογίου, που την παρέλαβαν οι σύγχρονοι Iταλοί και Έλληνες.


 Aκόμα, η διαταραχή της ροής των ημερών που δημιουργεί το δίσεκτο έτος με την πρόσθεση μιας επιπλέον ημέρας στον Φεβρουάριο γέννησε τη δεισιδαιμονική αντίληψη των λαών ότι η ημερολογιακή αυτή διαταραχή στιγματίζει γενικά τις κοινωνικές διαδικασίες που συμβαίνουν τον χρόνο αυτόν.


Eίναι βέβαια άξιον απορίας πώς είναι δυνατόν η πρόσθεση μιας επιπλέον ημέρας στο έτος, που είναι απαραίτητη όπως είδαμε για τον καταμερισμό του ηλιακού έτους στο πολιτικό έτος του Iουλιανού ημερολογίου, να δημιουργεί τέτοιες δεισιδαιμονικές αντιλήψεις στον λαό. Ίσως αυτό να ανάγεται στη σφαίρα των συναισθηματικών ανασφαλειών των ανθρώπων. 


Όμως, έτσι κι αλλιώς, ο λαός αφελώς αποφεύγει κατά τη διάρκεια του δίσεκτου έτους να προβαίνει σε πράξεις που είναι σπουδαίες, σοβαρές και σημαδεύουν τη ζωή του.


 Γι’ αυτόν τον λόγο η παράδοση επιβάλλει στον λαό να μην παντρεύεται ούτε να χτίζει σπίτι, ούτε να ξεκινάει κάτι το καινούργιο στη ζωή του κατά τη διάρκεια του δίσεκτου έτους· κι όλα αυτά διότι ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι αυτές οι ενέργειές τους δεν πρόκειται να έχουν ευτυχή κατάληξη. Οι νέοι άνθρωποι βέβαια όλα αυτά τα θεωρούν δεισιδαιμονίες του παρελθόντος αμόρφωτων και ακαλλιέργητων ανθρώπων.


O Iούλιος Kαίσαρας με ειδικό διάταγμα όρισε την εμβόλιμη ημέρα ως punctum temporis, δηλαδή «χρονική στιγμή». Για τον λόγο αυτόν, όποιος γεννιόταν αυτήν την ημέρα γιόρταζε τα επόμενα γενέθλιά του την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή την 28η Φεβρουαρίου.


Ο άστεγος άγιος






Η Εκκλησία προφανώς προβληματίστηκε όταν χρειάστηκε να ορίσει Άγιο για να τιμάται στις 29 του Φλεβάρη, δηλαδή κάθε τέσσερα χρόνια!  Τελικά βρήκε τον Άγιο Κασσιανό.  Ο Άγιος δεν «ενοχλείται» που κατά παράβαση «της αρχής της ισότητας» τιμάται η μνήμη του κάθε τέσσερα χρόνια. Δεν στενοχωρείται που δεν έχει ναούς αφιερωμένους σε αυτόν για να …στεγάζεται. Δεν θλίβεται που δεν έχει πιστούς να φέρουν το όνομά του. Πλέον αυτών, ήταν πολύ δύσκολο, η Εκκλησία να ανεύρει Άγιο, που να έχει κοιμηθεί εν Κυρίω, όπως ο Άγιος Κασσιανός, την 29η  Φεβρουαρίου!

Όλα αυτά τα «ουσιαστικά και τυπικά προσόντα», τα συγκέντρωνε επάξια ο Άγιος Κασσιανός!


Το όλο «βιογραφικό» του εξ άλλου είναι εξαίρετο. Γεννήθηκε στη Ρώμη από επιφανή οικογένεια. Απέκτησε υψηλή μόρφωση. Διακρινόταν για τις χριστιανικές αρετές του. Προτιμούσε το λιτό, ταπεινό, εγκρατή, ασκητικό βίο. Πορεύτηκε στην Αγιοπλάστρα Ανατολή και βίωσε εκ του σύνεγγυς τον ορθόδοξο μοναχισμό και έζησε από κοντά την πάλη του χριστιανισμού κατά των αιρέσεων περί τα τέλη του 4ου και τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ.


Το όνομα Κασσιανός προέρχεται από την κασσία, ένα άρωμα-μύρο που είχε διαδοθεί από την Ανατολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Γιορτάζοντας λοιπόν ο Άγιος Κασσιανός κάθε τέσσερα χρόνια, δεν έχει αποκτήσει, μέχρι σήμερα, δικό του ναό για να στεγαστεί. Είναι ένας «΄Αστεγος» Άγιος! Όλοι βεβαίως οι Άγιοι, που έχουν ναούς, είναι πρόθυμοι να προσφέρουν στέγη στον συν-Άγιό τους Κασσιανό!… Πιστεύω ότι θα συστεγαστεί σε κανένα μικρό και ταπεινό εκκλησάκι, άγνωστο, άσημο, φτωχό. Τέτοια υπάρχουν σε όλη τη χώρα. Έτσι θα γίνει «σύνοικος» και «συνέστιος», με κάποιον άλλο Άγιο ή σε ευρύτερο… «κοινόβιο», με κάποιους άλλους Αγίους!


Μπορεί όμως τα πράγματα να εξελιχθούν και διαφορετικά, στο εγγύς μέλλον! Το 2020, που τρέχει ήδη στον αέναο χρόνο, είναι εκτός από δίσεκτο και έτος Ολυμπιακών Αγώνων! Τι σύμπτωση! Οι Ολυμπιακοί Αγώνες να γίνονται πάντα κατά τα δίσεκτα έτη!  Τι σύμπτωση, ο Άγιος Κασσιανός να γιορτάζει πάντα κατά το έτος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων! Ολυμπιονίκης στην πνευματική άθληση και την αγιότητα!


 Λέτε η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή να τον ανακηρύξει προστάτη της; Να του ανεγείρει και κανένα μικρό εκκλησάκι; Νάχει τη δική του στέγη; Έτσι θα εμπνέει καλύτερα τους μετέχοντες στους Ολυμπιακούς Αγώνες Αθλητές μας, που θα ήθελαν να ζητήσουν τη βοήθειά του!


 Σημείωση: Είδηση της τελευταίας στιγμής. Στο ιστορικό εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, στην Κυψέλη, θα «στεγαστεί» ο Άγιος Κασσιανός για φέτος.  Κτίτορες του Ναού αυτού είναι ο ένδοξος Πυρπολητής του 21 Κωσταντής Κανάρης και η σύζυγός του Δέσποινα Κανάρη.


Στράτος Θεοδοσίου, 
Καθηγητής Ιστορίας & Φιλοσοφίας
της Αστρονομίας Πανεπιστημίου Αθηνών

via [full_width]

Η απάντηση στο ερώτημα “Ποιο είναι το νόημα της ζωής”



  Ακριβώς όπως είναι δυνατό να πιστεύουμε ότι κάτι —ακόμη και η “ζωή”— μπορεί να έχει κάποιο σχέδιο ή κατεύθυνση στα οποία κανείς δεν σκόπευσε, μπορούμε επίσης και να πιστεύουμε ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άνευ νοήματος και χαοτική, αλλά και ότι αυτό είναι πραγματικά εσκεμμένο. Μπορεί να είναι το προϊόν μιας κακόβουλης Μοίρας ή Βούλησης.
Αυτή είναι, χοντρικά, η θεωρία του Γερμανού φιλοσόφου Άρθουρ Σοπενχάουερ, ενός διανοητή τόσο ανελέητα ζοφερού που το έργο του, χωρίς να το έχει επιδιώξει ο ίδιος, στέκει ως ένα από τα μεγάλα κωμικά αριστουργήματα της Δυτικής σκέψης. (Ακόμη και στο όνομά του υπάρχει κάτι το κωμικό, αφού συνδυάζει το αρχοντικό, χορταστικό “Σοπενχάουερ” με το μάλλον κοινότοπο “Άρθουρ”).
Για τον Σοπενχάουερ, ολάκερη η πραγματικότητα (και όχι μόνο η ανθρώπινη ζωή) είναι το παροδικό προϊόν αυτού που αποκαλεί Βούληση. Η Βούληση, μια αδηφάγα αδυσώπητη δύναμη, έχει κάτι το εσκεμμένο’ αν όμως παράγει ότι υπάρχει, το κάνει μόνο για να μη ξεμείνει από δουλειά, και όχι για κανένα πιο αξιοσέβαστο λόγο. Αναπαράγοντας την πραγματικότητα, η Βούληση αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς κανέναν απολύτως σκοπό. Οπότε υπάρχει όντως μια ουσία, μια κεντρική δυναμική στη ζωή’ πρόκειται όμως για μια αλήθεια μακάβρια παρά εξυψωτική, που σπέρνει όλεθρο, χάος και αέναη δυστυχία.
Δεν είναι όλες οι μεγάλες αφηγήσεις αισιόδοξες.
Επειδή η Βούληση είναι αμιγώς αυτοκαθοριζομενη, εμπεριέχει πλήρως τον σκοπό της – σαν μια σατανική καρικατούρα του Παντοδύναμου. Κι αυτό σημαίνει ότι απλά χρησιμοποιεί εμάς και την υπόλοιπη Πλάση για τους δικούς της ανεξιχνίαστους λόγους. Εμείς μπορεί να πιστεύουμε ότι οι ζωές μας έχουν αξία και νόημα, όμως η αλήθεια είναι ότι υπάρχουμε απλώς ως εργαλεία της τυφλής και μάταιης αυτο-αναπαραγωγής της Βούλησης. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, η Βούληση πρέπει να μας εξαπατά ώστε να πιστεύουμε ότι οι ζωές μας έχουν νόημα’ και αυτό το καταφέρνει ξετυλίγοντας μέσα μας έναν αδέξιο μηχανισμό αυτοεξαπατησης γνωστό ως συνείδηση, ο οποίος μας επιτρέπει την ψευδαίσθηση ότι έχουμε δικούς μας σκοπούς και αξίες.
 Μας κάνει να πιστεύουμε ότι οι ορέξεις της είναι δικές μας.
Μ’ αυτή την έννοια, οποιαδήποτε συνείδηση, για τον Σοπενχάουερ, είναι ψευδής συνείδηση. Όπως κάποτε ειπώθηκε για τη γλώσσα, ότι υπάρχει για να κρύβουμε τις σκέψεις μας από τους άλλους, έτσι και η συνείδηση υπάρχει για να μας αποκρύπτει την απόλυτη ματαιότητα της ύπαρξής μας. Αλλιώς, αν βρισκόμασταν αντιμέτωποι με το πανόραμα σφαγής και στειρότητας που ονομάζεται ανθρώπινη ιστορία, σίγουρα θα αυτοκτονούσαμε. Ακόμη και η αυτοκτονία, όμως, είναι ένας πανούργος θρίαμβος της Βούλησης, της οποίας η αθανασία διατρανώνεται δραματικά σε αντίθεση με τη θνητότητα των ανθρώπινων μαριονετών της.
Ο Σοπενάουερ λοιπόν ανήκει σε μια γενεαλογία διανοητών για τους οποίους η ψευδής συνείδηση όχι μόνο δεν είναι μια ομίχλη την οποία πρέπει να διαλύσει το καθαρό φως της λογικής, παρά είναι απολύτως αναπόσπαστη από την ίδια μας την ύπαρξη. Ο Νίτσε, του οποίου τα πρώιμα γραπτά ήταν επηρεασμένα από τον Σοπενάουερ, ήταν κι αυτός ένας τέτοιος στοχαστής.

“Η αλήθεια είναι άσχημη”, γράφει στη Θέληση για Δύναμη. Έχουμε την Τέχνη, ώστε να μη πεθάνουμε από την αλήθεια”.
Ο Σίγκμουντ Φρόυντ επίσης είχε επηρεαστεί βαθιά από τον πεσιμιστή γερμανό. Αυτό που ονομάζει ο Σοπενάουερ Βούληση, ο Φρόυντ το ξαναβαφτίζει Επιθυμία. Για τον Φρόυντ, η φαντασίωση, η αυταπάτη και η απώθηση του Πραγματικού είναι συνιστώσες του εαυτού, όχι τυχαία συμπτώματα. Χωρίς αυτή τη σωτήρια λήθη, δεν θα τη βγάζαμε καθαρή με τίποτα. Τι γίνεται, λοιπόν, αν όντως υπάρχει νόημα της ζωής, αλλά καλύτερα να μη το ξέρουμε; Τείνουμε να πιστεύουμε ότι η ανακάλυψη του νοήματος της ζωής αξίζει τον κόπο — αν όμως κάνουμε λάθος;

 Αν το Πραγματικό είναι μια τερατωδία που θα μας αποσβολώσει;

Μπορούμε πάντα να αναρωτηθούμε, στο κάτω-κάτω, για ποιό λόγο να θέλει κάποιος να ξέρει το νόημα της ζωής. Είναι σίγουρο ότι θα τον βοηθήσει αυτό να ζήσει καλύτερα; Άλλωστε, τόσοι και τόσοι άνθρωποι έχουν ζήσει εξαιρετικές ζωές, προφανώς χωρίς να κατέχουν το μυστικό αυτό. Ή ίσως να κατείχαν το μυστικό της ζωής εξ αρχής χωρίς να το γνωρίζουν. Ίσως το νόημα της ζωής να είναι κάτι που κάνουμε αυτή τη στιγμή, απλό όσο η ανάσα, που δεν την αντιλαμβανόμαστε. Κι αν μας διαφεύγει, όχι γιατί είναι κρυμμένο, αλλά επειδή είναι τόσο κοντά στα μάτια μας που δεν το διακρίνουμε καθαρά;
Ίσως το νόημα της ζωής να μην είναι κάποιος στόχος που πρέπει να επιτευχθεί ή κάποια αλήθεια που πρέπει να αλιεύσουμε, αλλά κάτι συναρθρωμένο στην ίδια την πράξη της ζωής, ή ίσως σε ένα ορισμένο τρόπο ζωής. Στο κάτω-κάτω, το νόημα μιας αφήγησης δεν είναι απλώς το “τέλος” της (είτε ως σκοπός είτε ως τέρμα) αλλά η ίδια η διαδικασία της αφήγησης.
Ο Βίτγκενσταϊν το λέει καλά.
“Αν κάποιος νομίσει ότι έχει λύσει το πρόβλημα της ζωής και θελήσει να πει στον εαυτό του ότι όλα τώρα είναι εύκολα, θα μπορέσει να καταλάβει ότι κάνει λάθος, ανακαλώντας στη μνήμη του ότι υπήρξε κάποτε καιρός που αυτή η «λύση» δεν είχε ανακαλυφθεί” ωστόσο του ήταν δυνατόν να ζήσει και το τότε, και η λύση που τώρα ανακαλύφθηκε φαντάζει τυχαία σε σχέση με το πώς ήταν τότε τα πράγματα”.
Πίσω από αυτή τη διατύπωση ενεδρεύει η πεποίθηση του Βίτγκενσταϊν ότι το νόημα της ζωής, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν είναι ούτε κάποιο μυστικό ούτε κάποια «λύση» — ιδέες που θα ερευνήσουμε αργότερα. Στο μεταξύ, μπορούμε να ξαναρωτήσουμε: κι αν το νόημα της ζωής είναι κάτι που θα πρέπει, πάση θυσία, να μην ανακαλύψουμε;
Αυτού του είδους η σκέψη δεν θα προέκυπτε εύκολα στους διανοητές του Διαφωτισμού, για τους οποίους το λάθος έπρεπε θαρραλέα να αντιμετωπίζεται με την αλήθεια. Καθώς όμως ο 18 ος αιώνας έδινε τη θέση του στον 19 o, η έννοια του λυτρωτικού ψεύδους και της ευεργετικής μυθοπλασίας έβγαινε λίγο-λίγο στην επιφάνεια. Ίσως τα ανθρώπινα όντα να αφανίζονταν από την αλήθεια, να έσβηναν κάτω από το ανελέητο βλέμμα της. Ίσως τα ψεύδη και οι μύθοι να μην είναι απλώς λάθη που πρέπει να διαλυθούν, αλλά παραγωγικές ψευδαισθήσεις που μας επιτρέπουν να ευδοκιμούμε. Η ζωή μπορεί να είναι ένα βιολογικό ατύχημα, και μάλιστα ατύχημα που είχε ελάχιστες πιθανότητες να συμβεί, ανέπτυξε όμως μέσα μας ένα τυχαίο φαινόμενο γνωστό ως «ο νους», με το οποίο μπορούμε να προστατευτούμε από τη φοβερή επίγνωση της τυχαιότητάς μας.
Είναι σαν η Φύση, ομοιοπαθητικά, να μας έχει προμηθεύσει το αντίδοτο μαζί με το δηλητήριο- και τα δύο τα λέμε συνείδηση. Μπορούμε να στρέψουμε το νου μας σε ζοφερούς στοχασμούς γύρω από το πόση αδιαφορία εκδηλώνει η Φύση για τις ζωές των ατόμων και την άτεγκτη φροντίδα της για ολόκληρο το είδος. Ή μπορούμε για αντιπερισπασμό να στραφούμε στην κατασκευή ζωτικών μύθων —όπως η θρησκεία, ο ανθρωπισμός και τα παρόμοια— που μπορεί και να μας δώσουν μια υπόσταση και σπουδαιότητα μέσα σε αυτό το αφιλόξενο σύμπαν.
Τέτοιες μυθολογίες μπορεί να μην αληθεύουν από επιστημονική άποψη. Ίσως, όμως, να το έχουμε παρακάνει με την επιστημονική αλήθεια, και θαρρούμε πως είναι η μόνη μάρκα αλήθειας που κυκλοφορεί. Όπως και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες γενικά, έτσι μπορούμε και για τους μύθους να πούμε ότι περιέχουν το δικό τους είδος αλήθειας, που εδρεύει περισσότερο στα αποτελέσματα που παράγουν, παρά στις προτάσεις τις οποίες αρθρώνουν. Αν μας επιτρέπουν να πράττουμε έχοντας μια αίσθηση αξίας και σκοπού, τότε ίσως αληθεύουν αρκετά ώστε να συνεχίσουμε με αυτούς τις ζωές μας.
Στον εικοστό αιώνα, φτάνοντας στο έργο του μαρξιστή Λουί Αλτουσέρ, βλέπουμε αυτό τον τρόπο σκέψης να διαποτίζει ακόμη και την μαρξιστική θεωρία, παρ’ όλη τη σθεναρή αντίθεσή της στην ψευδή συνείδηση της ιδεολογίας. Κι αν η ιδεολογία, τελικά, είναι ζωτικής ανάγκης; Κι αν χρειάζεται να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι είμαστε πολιτικώς δρώντα υποκείμενα ικανά να δρουν αυτόνομα; Η μαρξιστική θεωρία μπορεί να έχει επίγνωση ότι το άτομο δεν κατέχει κανέναν ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό συνοχής ή αυτονομίας, ή ακόμη και αίσθησης της πραγματικότητας- τα ίδια όμως τα άτομα πρέπει να πιστεύουν ότι τα κατέχουν όλα αυτά, αν πρόκειται να δράσουν αποτελεσματικά. Για τον Αλτουσέρ, είναι καθήκον της σοσιαλιστικής ιδεολογίας να διαφυλάξει αυτό το ζωτικό ψευδός.
Σύμφωνα με τον Φρόυντ, το ίδιο περίπου ισχύει και για το Εγώ, το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια παραφυάδα του ασυνείδητου. Είναι όμως έτσι οργανωμένο ώστε να θεωρεί ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του. Το Εγώ αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως μια συνεκτική ανεξάρτητη οντότητα – πράγμα το οποίο η ψυχανάλυση αναγνωρίζει ως ψευδαίσθηση- είναι όμως μια σωτήρια ψευδαίσθηση, χωρίς την οποία θα είμασταν ανίκανοι να λειτουργήσουμε.
Φαίνεται λοιπόν, πέρα από τη συζήτηση για το νόημα της ζωής, πως μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με μια επιλογή ανάμεσα στο νόημα και στη ζωή. Κι αν η αλήθεια είναι τελικά καταστροφική για την ανθρώπινη ύπαρξη; Κι αν είναι μια εξοντωτική διονυσιακή δύναμη, όπως προβληματιζόταν ο πρώιμος Νίτσε; Μια άπληστη Βούληση, όπως στις ζοφερές εικοτολογίες του Σοπενάουερ; Ή μια αδηφάγα, ανελέητα απρόσωπη επιθυμία, όπως θεωρούσε ο Φρόυντ;
Για τον ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν, το ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί , είτε να “σημαίνει”, είτε να “είναι”, αλλά όχι και τα δύο μαζί. Με το που εισαγόμαστε στο πεδίο της γλώσσας, και ως εκ τούτου στην ανθρώπινή μας φύση, αυτό που αποκαλείται “η αλήθεια του υποκειμένου”, η ύπαρξή του ως υποκείμενου, διαιρείται σε μια ατέρμονη αλυσίδα επιμέρους νοημάτων.
Με τον μυθιστοριογράφο Τζόζεφ Κόνραντ, που δέχτηκε την επιρροή τόσο του Νίτσε όσο και του Σοπενχάουερ, πρωτοεμφανίστηκε αυτό το ρεύμα σκέψης στην αγγλόφωνη λογοτεχνία. Όντας καθαρόαιμος σκεπτικιστής, ο Κόνραντ δεν πίστευε ότι οι έννοιες, οι αξίες και τα ιδανικά μας έχουν κάποια βάση σε ένα κόσμο που έχει τόσο νόημα όσο και τα κύματα της θάλασσας.
Έστω κι έτσι, υπάρχουν σημαντικοί ηθικοί και πολιτικοί λόγοι για να φερόμαστε σαν να είχαν στέρεη βάση. Αν δεν το κάνουμε, μια δυσάρεστη συνέπεια θα είναι η κοινωνική αναρχία. Μάλιστα, κατά μια έννοια, το τι πιστεύουμε είναι λιγότερο σημαντικό από το γεγονός της πίστης μας. Αυτό το είδος φορμαλισμού πέρασε κατόπιν στον υπαρξισμό, για τον οποίο το κλειδί για μια αυθεντική ύπαρξη είναι το γεγονός της δέσμευσης μας σε κάτι, και όχι τόσο το ακριβές περιεχόμενό της.
Οι πρωταγωνιστές των θεατρικών έργων του Άρθουρ Μίλερ είναι ξεκάθαρα παραδείγματα. Χαρακτήρες όπως ο Ουίλι Λόμαν στο Θάνατο του εμποράκου, ή ο Έντι Καρμπόν στο Θέα από τη γέφυρα, είναι αφοσιωμένοι σε μια εκδοχή των ταυτοτήτων τους και του κόσμου που τους περιβάλλει, η οποία εκδοχή, αντικειμενικά, είναι εσφαλμένη. Ο Ουίλι, ας πούμε, πιστεύει ότι αυτό που μετράει στη ζωή είναι να είσαι κοινωνικά σεβαστός και οικονομικά επιτυχημένος.
Κι όμως, αυτό που έχει σημασία στην περίπτωση αυτών των αυταπατωμενων χαρακτήρων, όπως και σε κάποιους τραγικούς πρωταγωνιστές του Ίψεν, είναι το πάθος που επενδύουν στη δέσμευση τους. Αυτό που μετράει τελικά είναι η ηρωική επίμονη με την οποία μένουν πιστοί στα παραμορφωμένα κοσμοείδωλα τους, ακόμα κι όταν αυτό τους οδηγεί στην πλάνη και στον θάνατο. Το να ζεις με πίστη —με την οποιαδήποτε πίστη, ίσως— δίνει νόημα στη ζωή. Από αυτή την άποψη,
 το νόημα της ζωής είναι θέμα στυλ με το οποίο την ζεις, και όχι περιεχομένου.
Τέρι Ήγκλετον 
– Το νόημα της ζωής. 
Μια σύντομη εισαγωγή.
 Εκδόσεις Θύραθεν
via [full_width]

Η αλήθεια της βαθιάς ευφυΐας





  Στην Ανατολή δεν μπορέσαμε να αναπτύξουμε την επιστήμη, αν και τα πρώτα βήματα τής επιστήμης έγιναν στην Ανατολή. Τα πρώτα βήματα τής τεχνολογίας έγιναν στην Κίνα, όμως κι εκεί σταμάτησε η ανάπτυξη, για τον απλό λόγο ότι οι σπουδαιότεροι άνθρωποι στην Ανατολή εγκλωβίστηκαν στην εσωστρέφεια. Έχασαν το ενδιαφέρον τούς για τον αντικειμενικό κόσμο, έκλεισαν εντελώς στην αντικειμενικότητα. Αυτό είναι μόνο το μισό από ολόκληρο το δυναμικό σου. 


Η Δύση έχει κάνει το ακριβώς αντίθετο: ‘Έχει γίνει απόλυτα εξωστρεφής και δεν γνωρίζει πώς να μπαίνει μέσα. Δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει κανένα μέσα. Δεν πιστεύει ότι υπάρχει ψυχή. Πιστεύει στη συμπεριφορά του ανθρώπου, όχι στην εσωτερική ύπαρξη του ανθρώπου. Μελετάει τη συμπεριφορά του ανθρώπου και λέει ότι είναι κάτι μηχανικό, ότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος έχει γίνει ρομπότ. Αν δεν γνωρίσεις την ψυχή, θεωρείς ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ρομπότ. Τον αντιλαμβάνεσαι σαν έναν ωραίο μηχανισμό – ο οποίος έχει αναπτυχθεί μέσα σε εκατομμύρια χρόνια, μέσα στο μακρύ ταξίδι τής εξέλιξης, είναι όμως απλώς και μόνο μια εκλεπτυσμένη μηχανή. 


Η επιστήμη αναπτύχθηκε στη Δύση, εξαφανίστηκε όμως η πνευματικότητα. Στην Ανατολή, αναπτύχθηκε η πνευματικότητα, εξαφανίστηκε όμως η επιστήμη. Και με τούς δύο τρόπους, ο άνθρωπος μένει φτωχός και ζει μόνο το μισό τού δυναμικού του. 


Η δική μου προσπάθεια είναι το να δημιουργήσω έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο, που θα είναι σε Θέση να είναι και επιστημονικός και πνευματικός ταυτόχρονα. Να γνωρίζει και το νου και το διαλογισμό, να γνωρίζει και τη γλώσσα τού αντικειμενικού κόσμου – αυτό είναι η επιστήμη – και να γνωρίζει και τη γλώσσα τον υποκειμενικού κόσμου — αυτό είναι η πνευματικότητα. 


Μόνο ο άνθρωπος που είναι σε θέση να γεφυρώσει το αντικειμενικό και το υποκειμενικό, ο άνθρωπος που είναι σε θέση να γεφυρώσει την Ανατολή και τη Δύση, ο άνθρωπος που είναι σε Θέση να γεφυρώσει τον υλισμό και την πνευματικότητα, μπορεί να είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Ο κόσμος περιμένει τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. 


Αν ο ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν έρθει σύντομα, τότε δεν υπάρχει μέλλον για την ανθρωπότητα. Και ο ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τη βαθιά ευφυΐα*


Εγώ δεν είμαι εναντίον τής νόησης, είμαι εναντίον τής διανόησης. Μην ταυτίζεσαι με το νου σου. 


Πάντοτε να παραμένεις ένας παρατηρητής πάνω στους λόφους – παρατηρητής τού σώματος, του νου, παρατηρητής του έξω και του μέσα, ώστε να μπορείς να τα υπερβείς και τα δύο – και το εξωτερικό και το εσωτερικό— και να μπορέσεις να γνωρίσεις ότι εσύ δεν είσαι τίποτε από τα δύο. Εσύ είσαι πέρα και από τα δύο. 




*...Και τι είναι ευφυΐα;

Η διανόηση δεν είναι ευφυΐα. Το να είσαι διανοούμενος σημαίνει πως είσαι ψεύτικος. Η διανόηση είναι προσποίηση ευφυΐας. Δεν είναι πραγματική, επειδή δεν είναι δική σου, είναι κάτι δανεικό.

Ευφυΐα είναι η ανάπτυξη τής εσωτερικής συνειδητότητας. Δεν έχει τίποτα να κάνει με γνώση, έχει να κάνει με διαλογιστικότητα. Ο άνθρωπος που είναι ευφυής δεν λειτουργεί από την εμπειρία τού παρελθόντος του. Λειτουργεί στο παρόν. Δεν αντιδρά, ανταποκρίνεται. Γι’ αυτό ακριβώς και είναι πάντοτε απρόβλεπτος. Ποτέ κανένας δεν γνωρίζει τι πρόκειται να κάνει.

Τρεις άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές μιλούσαν σε έναν κοινό τους φίλο, στον οποίο ο γιατρός είχε δώσει έξι μήνες ζωής.

«Εσύ τί θα έκανες,» ρωτάει ο φίλος τους τον πρώτο, «αν σου έδιναν έξι μήνες ζωής;»

«Α!» Είπε αυτός. «Εγώ θα έδινα όλα μου τα υπάρχοντά στην εκκλησία, θα κοινωνούσα κάθε Κυριακή και θα έλεγα τακτικά τα Άβε Μαρία μου.»

«Κι εσύ;» Ρωτάει τον δεύτερο.

«Εγώ θα πουλούσα τα πάντα, θα πήγαινα κρουαζιέρα το γύρο τού κόσμου και θα περνούσα τέλεια!

«Κι εσύ;» Ρωτάει τον τρίτο.

«Εγώ; Εγώ θα πήγαινα να με εξετάσει κι ένας άλλος γιατρός.»

Αυτό είναι ευφυΐα!


Ευφυΐα
απο Osho
Εκδόσεις Ρέμπελ
via [full_width]

[full_width]




Scroll To Top