Σεπτεμβρίου 2017



Μητρότητα, ένα συναίσθημα που φέρνει την αγάπη στην θέση της, στον χώρο που η καρδιά αισθάνεται γεμάτη και ολοκληρωμένη. Η μητέρα βιώνει στιγμές και συναισθήματα με την γέννηση του παιδιού της που μπορεί να μην τα αισθανθεί για κανέναν άλλο λόγο στη ζωή της! Κι ο χρόνος κυλά και ο δεσμός μεταξύ τους γίνεται τόσο δυνατός που πιστεύεις πως τίποτα δεν μπορεί να τους χωρίσει μέχρι που φτάνει η στιγμή να επιστρέψει η μητέρα στη δουλειά.

Όταν το παιδί είναι μωρό η αγωνία της είναι σε σχέση με τους δικούς της φόβους που συνήθως έχουν να κάνουν με το ποιος θα το κρατήσει όταν δεν υπάρχει κάποιος από το οικογενειακό περιβάλλον να το φυλάξει. Μεγαλώνοντας όμως το παιδί, ο αποχωρισμός για την δουλειά γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος ειδικά όταν το παιδί αρχίζει να αισθάνεται τον χρόνο και την απουσία της μητέρας του και το εκφράζει.

Το «μαμά πάρε τους τηλέφωνο και μην πας στη δουλίτσα σου σήμερα», το «πάλι στην δουλειά θα πας» το «θέλω να μείνεις μαζί μου» είναι κουβέντες που βαραίνουν μέσα της χωρίς να μπορεί να τις αλαφρώσει. Όταν η πόρτα κλείνει είστε δυο σώματα κολλημένα αντικριστά σα να παλεύετε σε αντίπαλα στρατόπεδα. Άλλες φορές κορμιά καθισμένα πλάτη στην πόρτα με τα δάκρυα να κυλούν με ορμή για το παιδί και πνιγμένα σχεδόν υπόκωφα για τη μητέρα. Το πρέπει να πάω στην δουλίτσα την στιγμή εκείνη ακούγεται σαν το μεγαλύτερο ψέμα που έχεις πει στη ζωή σου. Οι σκέψεις σου δεν σταματούν μες στο μυαλό σου…

«Ποια δουλειά Θεέ μου; Την δουλειά που με διαλύει κάθε μέρα σε κομμάτια. Την δουλειά που πλέον δεν έχει ωράριο; Την δουλειά που με χωρίζει από ό,τι αγαπώ πιο πολύ; Αξίζει;»

Όταν η μητέρα μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της και δουλεύει σπαστό ωράριο πολλές φορές αναγκάζεται να τα αφήνει μόνα στο σπίτι όταν μεγαλώσουν λίγο. Μόνα ανάμεσα σε τοίχους, μια τηλεόραση, ένα τάμπλετ ίσως κι ένα παράθυρο που κάποιες φορές δεν ταξιδεύει το βλέμμα τους παρά τα φυλακίζει στο γκρίζο της απέναντι πολυκατοικίας και στο συναίσθημα της απουσίας που δυναμώνει όσο περνούν οι ώρες.

Το τηλέφωνό της χτυπά ξανά και ξανά μα εκείνη συνεχίζει να δουλεύει για ένα μισθό που θα καλύψει μόνο τα απολύτως απαραίτητα μα ποτέ δεν θα καταφέρει να καλύψει το κενό ανάμεσά τους. Όταν μια μητέρα μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της καμμία επιλογή δεν μοιάζει επιλογή πέρα από το «πρέπει»… Οι τύψεις παραμένουν τύψεις και τα «πρέπει» η μέγγενη που δεν σταματά να κλείνει.

Τα παιδιά μεγαλώνουν και η απουσία της φωνάζει μέσα από εκείνα. Συμβιβασμένα πλέον σε αυτή την πραγματικότητα αρκούνται σε ένα «γεια μαμά» όταν εκείνη φεύγει μα μέσα τους η μοναξιά δουλεύει υπόγεια. Εκείνη επιστρέφει λίγο πριν κοιμηθούν κατάκοπη και ηττημένη για άλλη μια φορά. Η έκθεση που γράφτηκε από το τηλέφωνο, η εξίσωση που λύθηκε μεταξύ των πελατών, το φαγητό που δεν ζεστάθηκε και φαγώθηκε κρύο από το ψυγείο και εκείνη διασπασμένη σε ρόλους που διεκπεραιώνονται όπως όπως. Μισή μητέρα, μισή εργαζόμενη, μισός άνθρωπος, ανάπηρη ζωή.

Παιδιά που δεν ακούνε τις συμβουλές που χρειάζονται, παιδιά που στερούνται τις αγκαλιές την στιγμή που έχουν ανάγκη, παιδιά που δεν αγαπιούνται όσο και όπως θα θέλανε. Σκληραγωγούνται σε μια πεζή πραγματικότητα μακριά από την θαλπωρή και την φροντίδα που αξίζει σε κάθε παιδί.

Η μητέρα απομακρύνεται από την ζωή, αποσύρεται στην ψυχρή πραγματικότητα πως δεν είναι ρομπότ και δεν μπορεί να αποδώσει σε όλα χωρίς να έχει «απώλειες». Η απώλεια της αγάπης, η απώλεια των στιγμών της καθημερινότητας των παιδιών της, η απώλεια της δικής τους ζωής! Η αγάπη ξαφνικά έφυγε από τη θέση της, συρρικνώθηκε σε ένα φιλί για καληνύχτα, σε ένα αγχωμένο καλημέρα πριν το σχολείο, σε ένα Σαββατοκύριακο γεμάτο με υποχρεώσεις σπιτιού και η μητέρα να προσπαθεί να τα καταφέρει όλα.

Δεν μπορώ να σου προβλέψω το μέλλον όσων παιδιών μεγαλώνουν με εργαζόμενες μαμάδες πόσο μάλλον με μαμάδες μονογονεϊκών οικογενειών. Κάποιοι λένε πως αυτά τα παιδιά γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και πως σε βάθος χρόνου μαθαίνουν να εκτιμούν και να σέβονται. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν πως τα παιδιά αυτά γίνονται απόμακροι ενήλικες, μοναχικοί, αντικοινωνικοί.

Δεν μπορώ να σου προβλέψω πόσο βαθιά είναι η τομή μες στην ψυχή της μάνας αυτής για την αδυναμία της να σταθεί δίπλα τους όπως θα ήθελε. Αυτό που μπορώ να σου πω είναι πως όσο δύσκολα και να περνά στη ζωή της όσο χρόνο κι αν της κλέβει η δουλειά από τα παιδιά της εκείνη δεν σταματά ποτέ να τα στηρίζει όπως μπορεί, να ονειρεύεται πως η ζωή είναι δίκαιη και πως ποτέ δεν είναι αργά να αναπληρώσεις το κενό της μητρικής απουσίας όταν αγαπάς με την καρδιά σου ακόμη κι αν χρειαστεί να περιμένεις μέχρι εκείνα να ανεξαρτητοποιηθούν και να σταθούν μόνα τους στα πόδια τους!




Όταν η μαμά επιστρέφει στη δουλειά



Οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία οικογένειας.

Αξίζει να αναφερθεί μία μετα-ανάλυση του 2010 εξέτασε 69 έρευνες που έλαβαν χώρα για περισσότερα από 50 χρόνια. Σε αυτή τη μετα-ανάλυση αναφέρεται ότι τα παιδιά των εργαζόμενων μητέρων, και πιο συγκεκριμένα τα παιδιά που οι μητέρες τους εργάζονταν όταν αυτά ήταν σε μικρή ηλικία, δεν παρουσίασαν σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς ή άλλα κοινωνικά προβλήματα. Μάλιστα, έδειχναν μια τάση να τα καταφέρνουν πολύ καλά στο σχολείο και είχαν λιγότερη κατάθλιψη και λιγότερο άγχος.

Πάντα, όμως, πρέπει να «διαβάζουμε» μια έρευνα ψυχολογίας που πραγματοποιείται σε σχέση με τους παράγοντες που αναφέρονται και εξετάζονται. Έτσι αν δει κανείς πιο προσεκτικά αυτή τη μετα-ανάλυση, θα διαπιστώσει ότι τα παιδιά που αποχωρήστηκαν τη μητέρα σε μικρή ηλικία λόγω της εργασίας της είχαν πράγματι καλύτερα αποτελέσματα -αλλά τα καλύτερα αποτελέσματα και οι θετικές συνέπειες αφορούσαν μόνο τα παιδιά που μεγάλωναν σε μονογονεϊκές οικογένειες χαμηλού εισοδήματος.

Πώς δικαιολογείται αυτό; Σε μια μονογονεϊκή οικογένεια χαμηλού εισοδήματος, η μαμά δέχεται πολύ μεγάλο άγχος αφού αναγκάζεται να δουλεύει με πλήρες ωράριο, να έχει χαμηλό μισθό και να φροντίζει τα παιδιά μόνη της. Έτσι, όταν θα αναλάβει και κάποιο άλλο πρόσωπο να βοηθήσει ώστε να εργαστεί, ουσιαστικά την απεμπλοκίζει και τη βοηθά να είναι καλύτερη μητέρα. Η μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας πασχίζει να τα κάνει όλα μόνη της και η συνδρομή άλλου προσώπου ή σταθμού είναι καταλυτικός παράγοντας για να μπορέσει να αποδώσει καλύτερα. Να είναι πιο ουσιαστικός ο ρόλος της.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε αυτές τις συνθήκες που περιγράψαμε (μονογονεϊκή και με χαμηλό εισόδημα), η αποχώρηση του παιδιού από τη μητέρα και η φροντίδα του από βρεφονηπιακό σταθμό ή άλλο πρόσωπο δεν είναι επιλογή. Είναι ανάγκη. Και αυτήν την ανάγκη την αντιλαμβάνονται και τα παιδιά, τα οποία επιπροσθέτως σε μια μονογονεϊκή οικογένεια έχουν και ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τη μαμά τους. Είναι επόμενο, λοιπόν, τα παιδιά αυτά να έχουν καλύτερα αποτελέσματα και θετικές συνέπειες, αφού αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να βρίσκονται μακριά από τη μαμά και πρέπει να προσπαθήσουν και να πετύχουν. Ξέρουν ότι η μαμά δεν λείπει επειδή το θέλει, αλλά επειδή πρέπει. Είναι η δουλειά της και πρέπει να την κάνει για να ζήσουν. Έτσι προσαρμόζονται πιο εύκολα και διαχειριζόμενα καλύτερα το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται, έχουν και καλύτερα αποτελέσματα.

Από την άλλη, τα παιδιά της λεγόμενης πυρηνικής οικογένειας, των οποίων η μητέρα δουλεύει και τα οποία προέρχονται από οικογένειες υψηλών εισοδημάτων, βρίσκονται σε ένα συναισθηματικό μειονέκτημα, καθώς μέσα στην ψυχούλα τους βλέπουν ότι οι γονείς τους λείπουν γιατί προτιμούν να έχουν χρήματα παρά χρόνο μαζί τους. Για αυτό δεν πρέπει να τονίζουμε στο παιδί ότι «δουλεύω για να έχεις όλα αυτά που έχεις». Είναι σαν να του λέμε ότι τα λεφτά, τα παιχνίδια και τα ακριβά ρούχα είναι πιο σημαντικά από μια βόλτα στο πάρκο μαζί του. Αυτό, όμως, ισχύει κυρίως για οικογένειες υψηλών εισοδημάτων. Είναι εντελώς διαφορετικές οι ισορροπίες στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα.

via


Σε μια εποχή που η υποκρισία, η ζήλια και η κακία βρίσκονται στο ζενίθ τους, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν επάξια τις λέξεις αγνότητα και καλοσύνη! Βρίσκονται ανάμεσά μας! Θα τους αναγνωρίσετε εύκολα αφού έχουν έτοιμο ένα χαμόγελο για τον καθένα! Η ματιά τους είναι καθαρή και αγνή και καθρεπτίζεται ολη η καλοσύνη που έχουν στην ψυχή τους σε τέτοιο σημείο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους!

Άραγε είναι αληθινά καλοί ή προσποιούνται; θα σκεφτούν κάποιοι! Και όμως! Οι ανιδιοτελείς πράξεις τους δεν θα σε αφήσουν να τους αμφισβητήσεις! Βοηθούν με γνώμονα την καρδιά χωρίς να περιμένουν κατι ως αντάλλαγμα! Το μόνο που αποζητούν είναι η αναγνώριση όσων προσφέρουν όχι με υλικά αγαθά αλλά με το να τους νοιάζεσαι και να τους αγαπάς! Έχουν τόση αγάπη μέσα τους να διοχετεύσουν αλλά θέλουν να αισθάνονται ότι παίρνουν και εκείνοι αγάπη!

Συχνά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης, το καταλαβαίνουν βέβαια κάποια στιγμή και πληγώνονται βαθιά γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν! Κάνουν ξανά τα ίδια λάθη γιατί σκέφτονται με την καρδιά! Πιστεύουν ότι εκεί εξω πρέπει να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που να εκτιμούν, να αγαπούν, να νοιάζονται!



Έτσι, όταν νιώσουν την αδικία, απομακρύνονται… χωρίς πολλά λόγια, αντιδικίες και εξηγήσεις! Όπως καλοσυνάτα μπήκαν στη ζωή σου, έτσι θα αποχωρήσουν από αυτή! Αθόρυβα! Γι’ αυτό αν έχεις την τύχη να συναντήσεις κάποτε έναν τέτοιο άνθρωπο, μην κάνεις το λάθος και τον χάσεις από τη ζωή σου! Το μόνο που χρειάζεται είναι να προσέξεις την συμπεριφορά σου!



Η Λογική του συναισθήματος 
ή συναισθηματική ευφυΐα


Παρατήρησα ότι όταν, η κοινή Λογική λέει άλλα και ακολουθείς το συναίσθημά σου, η Λογική λαθεύει.
     
        

Η πλάνη αυτή του Λογικού οφείλεται στους καλούμενους αστάθμητους παράγοντες (τυχαίον) που επηρεάζουν τα δρώμενα ή αλλιώς σε αυτό που λέμε ότι συνωμοτεί το Σύμπαν σε μια άλλη Λογική ενάντια της δική σου.

Εδώ φαίνεται η αδυναμία που φέρει το Λογικό του ανθρώπου όπου δεν μπορεί αυτοτελώς να δώσει πορεία στην ύλη (στα σώματα).

Αυτή την Λογική του Σύμπαντος, βαφτίζω Λογική του συναισθήματος, δρα δε αντίθετα με την Λογική του σκεπτόμενου ανθρώπου.

Αυτή η Λογική έχει καλλιεργηθεί από τον σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο εξαιτίας του έντονου ρυθμού της ζωής του και εκτιμώ ότι είναι ισχυρότερη της τετράγωνης κοινώς, Λογικής.


Τελευταίες μελέτες προσπαθούν να αποδείξουν την σχέση της καρδιάς με την μνήμη. Δηλαδή υποστηρίζεται σθεναρά από ερευνητές ότι η καρδιά μας διαθέτει μνήμη μέσω της οποίας γίνεται καταγραφή συναισθημάτων. Η διαδικασία αυτή πιστεύεται ότι μπορεί να οφείλεται στην ύπαρξη των πολύπλοκων νευρώνων που διαθέτει η καρδιά μας. Υποστηρίζουν τέλος, ότι αυτή η μνήμη καταγράφει ταχύτερα από ότι καταγράφει ο εγκέφαλος μας.

Ίσως αυτή η πιθανή λειτουργία της καρδιάς να πλημμυρίζει ή καλύτερα να επισκιάζει το Λογικό του εγκεφάλου δρώντας στην διάθεση του σώματος. Εξ ου και οι λαϊκές ρήσεις αυτός σκέφτεται με την καρδιά ή αυτός έχει μεγάλη καρδιά ή μου πάγωσες ή μου ράγισες την καρδιά κ.α.  

Είναι δε ευρέως διαδεδομένη στους χώρους του παραλόγου και των ψυχικά ασθενών ανθρώπων. Μήπως είναι σημάδι των καιρών μας (παράλογη εποχή) που δρούμε όλο και πιο πολύ με αυτή την Λογική (του Συναισθήματος) σήμερα; Δηλαδή μήπως η καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου εξελίσσεται για να αντικαταστήσει τον εγκέφαλο ή καλύτερα να συναποφασίζει με τον εγκέφαλο.

Είναι η καρδιά ένα σύμπλεγμα
ψυχή, μυαλό και αίμα
για αυτό μπερδεύει συνεχώς
την αλήθεια με το ψέμα.
(Μαρία Καλογεράκη, συγγραφέας).

Οι αρχαίοι υμών φιλόσοφοι, πρόγονοι μας όντας θεμελιωτές του ορθολογισμού πάγωναν το συναίσθημα τους επιδιώκοντας το:



*MH ΕΠΙ ΠΑΝΤΙ ΛΥΠΟΥ*. Να μη λυπάσαι για το κάθε τι. 
(Περίανδρος από Κόρινθο  625 - 587 π.χ.).

Θωρακίζοντας με αυτό τον τρόπο την ψυχή από την ταραχή και τη φθορά του έντονου συναισθήματος.


Μήπως τελικά σήμερα είναι η αρχή της εποχής του παραλόγου ή του Λογικού σε διαφορετική σταθερά;






Για περισσότερο από πέντε χρόνια έζησα αποκλειστικά από την χειρωνακτική εργασία μου και ανακάλυψα πως με το να εργάζομαι περίπου έξι εβδομάδες το χρόνο μπορούσα να αντεπεξέλθω σε όλα τα έξοδα διαβίωσής μου. Όλους τους χειμώνες μου τους είχα ελεύθερους για μελέτη, το ίδιο και το μεγαλύτερο μέρος των καλοκαιριών μου. Δοκίμασα να ασχοληθώ με τη διδασκαλία, αλλά είδα πως τα έξοδά μου ήταν ανάλογα με το εισόδημα που μου απέφερε, για να μην πω πολύ περισσότερα, αφού ήμουν υποχρεωμένος να ντύνομαι και να συμπεριφέρομαι, αν όχι να σκέφτομαι και να πιστεύω, αναλόγως. Έτσι συνειδητοποίησα ότι το όλο εγχείρημα ήταν μάλλον χάσιμο χρόνου. Επίσης, καθώς δε δίδασκα με σκοπό το καλό των συνανθρώπων μου αλλά απλά για βιοπορισμό, η ενασχόλησή μου αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Δοκίμασα επίσης την τύχη μου στο εμπόριο, αλλά ανακάλυψα πως θα μου έπαιρνε δέκα χρόνια μέχρι να μπω σε καλό δρόμο στον τομέα αυτό, και ως τότε το πιθανότερο ήταν να είχα πάρει ταυτόχρονα το δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στο διάβολο. Φοβήθηκα στ’ αλήθεια μήπως κατάφερνα τελικά να γίνω αυτό που λένε «καλός έμπορος». Παλαιότερα, όταν έψαχνα να βρω τι θα μπορούσα να κάνω για να ζήσω, και με την εφευρετικότητα μου να δοκιμάζεται από κάποια θλιβερή εμπειρία συμμόρφωσης προς τις επιθυμίες των φίλων μου που ήταν φρέσκια στο νου μου, συχνά μου περνούσε στα σοβαρά από το μυαλό η σκέψη να ξεκινήσω να μαζεύω άγρια μύρτιλλα. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που θα μπορούσα να κάνω. Τα μικρά κέρδη που θα μου απέφερε μια τέτοια επιχείρηση θα μου αρκούσαν – μια και η σπουδαιότερη δεξιότητα που διαθέτω είναι να ζω λιτοδίαιτα. Έλεγα λοιπόν, ανόητα σκεπτόμενος, ότι αυτή η δουλειά απαιτεί ελάχιστο κεφάλαιο, ενώ συν τοις άλλοις δε θα με αποσπούσε σχεδόν καθόλου από τις αγαπημένες μου ενασχολήσεις. Κι ενώ οι γνωστοί μου ξεκινούσαν χωρίς κανένα δισταγμό τα επαγγέλματά τους ή έμπαιναν στο εμπόριο, εγώ φανταζόμουν την παραπάνω ενασχόληση ως παρόμοια με τις δικές τους. Θα όργωνα τους λόφους όλο το καλοκαίρι μαζεύοντας όσα μύρτιλλα θα έβρισκα στο δρόμο μου κι έπειτα θα τα πουλούσα χωρίς καμία έγνοια. Θα ήμουν σαν τον Απόλλωνα, που φυλούσε τα κοπάδια του Αδμήτου. Ονειρευόμουν ακόμα να μαζεύω άγρια χόρτα, βότανα και να πουλάω φορτία ολόκληρα από αειθαλή φυτά στους χωρικούς που επιθυμούσαν να έχουν κάτι που θα τους θύμιζε το άγριο δάσος, ή να τα πουλάω ακόμη και στην πόλη. Από τότε, όμως, έχω μάθει ότι το εμπόριο καταστρέφει οτιδήποτε πιάσει στα χέρια του ακόμα και αν εμπορεύεται κανείς μηνύματα από τους θεούς, δε γλιτώνει από την κατάρα του εμπορίου.





Με δεδομένο ότι προτιμούσα κάποια πράγματα από κάποια άλλα και έδινα ιδιαίτερη αξία στην προσωπική μου ελευθερία, εφόσον μπορούσα να περνάω δύσκολα και παρ’ όλα αυτά να αισθάνομαι καλά, δεν επιθυμούσα να σπαταλήσω το χρόνο μου επιδιώκοντας να αποκτήσω πολυτελή χαλιά, εκλεκτά εδέσματα ή ένα σπίτι ελληνικού ή γοτθικού ρυθμού, προς το παρόν τουλάχιστον. Αν υπάρχει κανείς για τον οποίο η απόκτηση τέτοιων πραγμάτων δεν αποτελεί μπελά και ξέρει πώς να τα χρησιμοποιήσει αφού τα αποκτήσει, τότε αφήνω το κυνήγι τους σ’ αυτόν. Κάποιοι είναι αυτό που λέμε «εργατικοί» και δείχνουν να αγαπούν τη δουλειά για τη δουλειά.
‘Ισως πάλι να την αγαπούν επειδή τους εμποδίζει να κάνουν χειρότερες κουταμάρες. Σ’ αυτούς δεν έχω να πω τίποτε προς το παρόν. Εκείνους που δε θα ήξεραν τι να κάνουν αν είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο απ’ όσο έχουν τώρα, θα τους συμβούλευα να δουλεύουν δυο φορές πιο σκληρά – να δουλεύουν μέχρι που να μαζέψουν αρκετά χρήματα για να μπορέσουν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Εγώ από τη δική μου πλευρά ανακάλυψα ότι η δουλειά του μεροκαματιάρη χειρωνάκτα είναι η πιο ανεξάρτητη απ’ όλες, ειδικά αφού με τον τρόπο αυτό δεν απαιτούνται παρά τριάντα με σαράντα μέρες εργασίας το χρόνο για να συντηρήσει κάποιος τον εαυτό του. Η δουλειά του μεροκαματιάρη τελειώνει με τη δύση του ήλιου κι από κει και πέρα είναι ελεύθερος να αφοσιωθεί στις αγαπημένες του ασχολίες, που είναι ανεξάρτητες από την εργασία του. Ο εργοδότης του, αντίθετα, ο οποίος μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει έχει το μυαλό του στην κερδοσκοπία, δεν απολαμβάνει καμία ανάπαυλα όλο το χρόνο.
Εν ολίγοις, είμαι πεπεισμένος, τόσο λόγω πίστης όσο και λόγω εμπειρίας, ότι το να συντηρεί κανείς τον εαυτό του στον κόσμο αυτό δεν αποτελεί βάσανο, αλλά ψυχαγωγία, φτάνει να ζει απλά και συνετά. Εξάλλου, οι κόποι του απλοϊκού είναι η διασκέδαση του καπάτσου. Καθόλου απαραίτητο δεν είναι για τον άνθρωπο να βγάζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, εκτός πια και αν από τη φύση του ιδρώνει περισσότερο απ’ όσο εγώ.
Ένας νεαρός άνδρας, γνωστός μου, ο οποίος κληρονόμησε μερικά κτήματα, μου είπε κάποτε ότι θα ήθελε να ζει όπως εγώ, αρκεί να είχε τα μέσα για να το κάνει. Δε θα ήθελα ποτέ και σε καμία περίπτωση να υιοθετήσει κάποιος το δικό μου τρόπο ζωής. Διότι, εκτός από το γεγονός ότι πριν καταφέρει να τον μάθει καλά εγώ μπορεί να είχα βρει κάποιον άλλο, επιθυμώ να υπάρχουν στον κόσμο όσο το δυνατόν περισσότεροι διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι. Αντίθετα, θα ήθελα ο καθένας να ψάξει με μεγάλη προσοχή και να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να ζήσει εκείνος και όχι ο πατέρας του, η μητέρα του ή ο γείτονάς του. Ο νέος εκείνος μπορεί, αν θέλει,να γίνει χτίστης, γεωργός ή ναυτικός, φτάνει μόνο να μην τον εμποδίσει τίποτε να κάνει αυτό που μου λέει ότι θέλει. Ένα αφηρημένο μαθηματικό σημείο είναι όλο κι όλο εκείνο που μας κάνει σοφούς, όπως ο ναυτικός ή ο φυγάς σκλάβος κρατούν το βλέμμα τους καρφωμένο στον πολικό αστέρα αυτό όμως αρκεί για να μας οδηγεί σε ολόκληρη τη ζωή μας. Μπορεί να μην είναι δυνατό να υπολογίσουμε πότε ακριβώς θα φτάσουμε στο λιμάνι μας, πάντα όμως πρέπει να κρατάμε τη σωστή πορεία.




W A L D Ε Ν
ή
Η ζωή στο δάσος
HENRY D. THOREAU
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ




Μέχρι που μια μέρα, συγκεκριμένα στις 23 Νοεμβρίου του 1979, χωρίς κάποιον ειδικό λόγο που ήταν αυτή η μέρα και όχι κάποια άλλη, κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εμένα.
Ποτέ, μα ποτέ δεν το είχα σκεφτεί αυτό.
Δεν είχα νιώσει ποτέ πόσο απαραίτητος ήμουν εγώ για μένα τον ίδιο.
Ο ανόητος!

Ήξερα πάντοτε χωρίς ποιον δεν θα μπορούσα να ζήσω και δεν κατάλαβα ποτέ, μέχρι τα τριάντα μου, πως πάνω απ’ όλα δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εμένα.

Ήταν σημαντικό από κει κι έπειτα -και μέχρι σήμερα-, να επιβεβαιώνω κάθε μέρα πως θα μου ήταν αληθινά δύσκολο να ζήσω χωρίς κάποια άλλα πράγματα και πρόσωπα που έμπαιναν στη ζωή μου, αυτό όμως δεν μείωνε στο παραμικρό την αξία της νέας μου ανακάλυψης:

Θα μου ήταν αδύνατον να ζήσω χωρίς εμένα.

Τότε άρχισα να σκέφτομαι πως κάποια από τα πράγματα που είχα αποκτήσει και κάποια από τα πρόσωπα χωρίς τα οποία νόμιζα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω, μπορεί μια μέρα να μην υπάρχουν πια. Τα πρόσωπα μπορεί να αποφασίσουν να φύγουν – όχι ότι αναγκαστικά θα πεθάνουν, απλώς δεν θα υπάρχουν στη ζωή μου. Τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν και οι καταστάσεις μπορεί να γίνουν εντελώς αντίθετες από ό,τι τις γνώρισα. Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να μάθω και να προετοιμαστώ για να αντιμετωπίσω τέτοιες απώλειες.

Ασφαλώς, δεν είναι το ίδιο να φεύγει κάποιος και το ίδιο αυτός ο κάποιος να πεθαίνει. Σίγουρα διαφέρει το να μετακομίζεις από ένα σπίτι χειρότερο σ’ ένα σπίτι καλύτερο, από το να συμβαίνει το αντίθετο. Προφανώς, δεν είναι το ίδιο να αλλάζεις ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο μ’ ένα καινούργιο, και δεν είναι το ίδιο να κάνεις το αντίθετο.

Είναι φανερό πως το βίωμα της απώλειας δεν είναι το ίδιο σε κανένα από τα παραδείγματα αυτά, όμως, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι πάντοτε υπάρχει πόνος όταν εγκαταλείπουμε κάτι που ήταν, για να πάμε σ’ ένα άλλο μέρος όπου δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο παρά αυτό που είναι. Και αυτό που είναι, δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που ήταν μέχρι τώρα.

Και επαναλαμβάνω: η αλλαγή αυτή, είτε είναι εσωτερική είτε εξωτερική, εμπεριέχει πάντοτε μια διαδικασία ενεργού προσαρμογής σε ό,τι καινούργιο έχει το διαφορετικό και σε ό,τι διαφορετικό έχει το καινούργιο, ακόμη κι αν είναι καλύτερο.

Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή με το όνομα «επεξεργασία του πένθους» και όπως υποδηλώνει το όνομά της, είναι επίπονη.
Όσο ξεκάθαρο κι αν φαίνεται αυτό, δεν θα πάψω να προειδοποιώ όσους παίρνουν αυτόν τον δρόμο:

Το πένθος… πονάει.

Κι αυτό δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.
Βέβαια, η σκέψη (ή η επίγνωση) ότι πηγαίνω σε κάτι καλύτερο από εκείνο που εγκατέλειψα, είναι πολλές φορές ένα θαυμάσιο βραβείο «της παρηγοριάς», μια μικρή ικανοποίηση που αντισταθμίζει τον πόνο που προκάλεσε η απώλεια. Όμως, προσοχή:

Αντισταθμίζει, αλλά δεν Αποτρέπει,
Γλυκαίνει, αλλά δεν Διαγράφει,

Ενθαρρύνει να συνεχίσεις, αλλά δεν Εξαφανίζει τον πόνο.





Ο δρόμος των δακρύων

Χόρχε Μπουκάϊ
Εκδόσεις opera



Καθιερωμένος πλέον βραδινός περίπατος. 

Χωριό. 

Ήσυχοι δρόμοι. 

Έρημοι, αλλά με μια βαθιά ανθρωπιά, μια και περπατήθηκαν με σεβασμό από τις αγωνίες των ανθρώπων. 

Στην επιστροφή ανηφόρα. 

Νιώθω το αριστερό μου πόδι και πάλι να μην υπακούει. 

Βλάβη στην σπονδυλική στήλη. 

Κουτσαίνοντας και αργοπορώντας, προσπαθώ να φτάσω σπίτι. 

Ένας φόβος, μια αγωνία, ένα γιατί πάει να ξεπηδήσει στην ψυχή. 

Μα δεν το αφήνω να πολυκαιρίσει. 

Το σταματώ και κάπως μαλώντας το διορθώνω. 

«Και γιατί όχι σε σένα; 

Σε ένα κόσμο οδύνης, πόνου και δακρύων, τι ανήλικα ζητάς; 

Να μην πονάς; 

Γιατί ρε φίλε ποιος είσαι εσύ;»


Την ίδια στιγμή που εσύ απαιτείς να αποφύγεις την οδύνη και γογγύζεις για τα βάσανα σου, δεκάδες χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν σε ανόητους πολέμους, θάβονται κάτω από την γη σε σεισμούς, τεμαχίζονται σε τροχαία, και υποφέρουν απο φρικτές αρρώστιες. 

Άνθρωποι δεν προλαβαίνουν καν να χορτάσει η ματιά τους ομορφιά, και εμείς ζητάμε τι; 

Να μην πονέσουμε; 

Δεν ξέρω εάν υπάρχει μεγαλύτερος εγωισμός.


Και μην ακούσω τώρα υψηλές αναλύσεις, οτι μέσα μας υπάρχει η δίψα του τέλειου, του απόλυτου, της χαράς και απόλυτης ευτυχίας. 

Δεν διαφωνώ. 

Αλλά τώρα ζούμε εδώ. 

Και εδώ στην γη και κόσμο τούτο, οι άνθρωποι γελούν και δακρύζουν, χαίρονται και λυπούνται, πονάνε και μαθαίνουν, φοβούνται και προσεύχονται και έτσι ελπίζουν. 

Και σε εάν τέτοιο κόσμο δεν μπορώ να πω «γιατί σε μένα...» 

Γιατί αντιστοίχως θα μπορούσε να σε ρωτήσει ένα παιδί από την ογκολογική με αυτά τα αγιασμένα μάτια, « και γιατί όχι σε σένα ρε φίλε;»





Το σεξ δημιουργεί ζήλια, μα αυτό είναι κάτι δευτερεύον. Έτσι, το ζήτημα δεν είναι πώς να παρατήσεις τη ζήλια. Δεν μπορείς να την παρατήσεις, επειδή δεν μπορείς να παρατήσεις το σεξ. Το ζήτημα είναι πώς να μεταμορφώσεις το σεξ σε αγάπη.. Τότε εξαφανίζεται η ζήλια.




Αν αγαπάς έναν άνθρωπο, η ίδια η αγάπη είναι αρκετή εγγύηση, η ίδια η αγάπη είναι αρκετή ασφάλεια. Αν αγαπάς έναν άνθρωπο, ξέρεις πως δεν μπορεί να πάει με κανέναν άλλον. Και αν πάει, πήγε. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Τί μπορείς να κάνεις εσύ;




Η ζήλια είναι μία από τις πιο διαδομένες περιοχές της ψυχολογικής άγνοιας σχετικά με τον εαυτό σου, σχετικά με τους άλλους – και πιο συγκεκριμένα – σχετικά με τις σχέσεις. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι ξέρουν τι είναι ο έρωτας. Δεν ξέρουν. Και επειδή καταλαβαίνουν στραβά τον έρωτα, αυτό προκαλεί ζήλια. Με τον ‘έρωτα’ οι άνθρωποι εννοούν ένα συγκεκριμένο είδος μονοπωλίου, κάποια κτητικότητα, χωρίς να κατανοούν ένα απλό γεγονός της ζωής, ότι τη στιγμή που έχεις κάνει κτήμα σου ένα ζωντανό ον, το έχεις σκοτώσει. Η ζωή δεν μπορεί να γίνει κτήμα κανενός. Δεν μπορείς να την κρατήσεις στη χούφτα σου. Αν θέλεις να την έχεις, πρέπει να κρατήσεις τα χέρια σου ανοιχτά.



Η ρίζα δεν είναι η ίδια η ζήλια. Αγαπάς μια γυναίκα, αγαπάς έναν άντρα. Θέλεις να σου ανήκει ο άντρας ή η γυναίκα, από φόβο ότι μπορεί αύριο να βγαίνει με κάποιον άλλον. Ο φόβος του αύριο καταστρέφει το σήμερά σου και είναι ένας φαύλος κύκλος. Αν κάθε μέρα καταστρέφεται εξαιτίας του φόβου για το αύριο, αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος πρόκειται να αρχίσει να ψάχνει για άλλη γυναίκα, επειδή εσύ του έχεις καθίσει στο σβέρκο. Και όταν αρχίσει να κοιτάζει για άλλες γυναίκες ή αρχίσει να βγαίνει με άλλη γυναίκα, εσύ θεωρείς ότι η ζήλια σου έχει αποδειχθεί σωστή. Στην πραγματικότητα, η ζήλια σου έχει προκαλέσει το όλο πράγμα.



Η ζήλια δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Για την ακρίβεια, αυτό που εσύ ονομάζεις αγάπη, δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Αυτές είναι όμορφες λέξεις, τις οποίες χρησιμοποιείς χωρίς να γνωρίζεις τι σημαίνουν, χωρίς να έχεις βιώσει τι σημαίνουν. Εξακολουθείς να χρησιμοποιείς τη λέξη αγάπη. Τη χρησιμοποιείς τόσο πολύ, που έχεις ξεχάσει το γεγονός ότι δεν την έχεις βιώσει ακόμα. Αυτός είναι ένας από τους κινδύνους όταν χρησιμοποιείς τόσο όμορφες λέξεις. ‘’θεός’’, ‘’αγάπη’’, ‘’προσευχή’’ … όμορφες λέξεις. Εξακολουθείς να τις χρησιμοποιείς, τις επαναλαμβάνεις και σιγά – σιγά, η ίδια η επανάληψη σε κάνει να αισθάνεσαι σαν να τις γνωρίζεις. Τι γνωρίζεις για την αγάπη; Αν γνωρίζεις οτιδήποτε για την αγάπη, δεν μπορείς να κάνεις αυτή την ερώτηση, επειδή η ζήλια δεν βρίσκεται ποτέ στην αγάπη. Όποτε η ζήλια είναι παρούσα, η αγάπη δεν είναι παρούσα. Η ζήλια δεν είναι μέρος της αγάπης, η ζήλια είναι κομμάτι της κτητικότητας. Η κτητικότητα δεν έχει τίποτα να κάνει με την αγάπη: Θέλεις να κατέχεις. 



Μέσα από την κτητικότητα, αισθάνεσαι ισχυρός: Η ιδιοκτησία σου είναι μεγαλύτερη. Και αν κάποιος άλλος προσπαθήσει να περάσει μέσα από την ιδιοκτησία σου, θυμώνεις. Ή αν κάποιος άλλος έχει μεγαλύτερο σπίτι από το δικό σου, ζηλεύεις. Ή αν κάποιος άλλος προσπαθήσει να σου πάρει την ιδιοκτησία σου, ζηλεύεις και θυμώνεις. Αν αγαπάς, η ζήλια είναι ανέφικτη. Δεν είναι καθόλου εφικτή.








ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ-OSHO



Η μαρτυρία του Ηρός του Αρμενίου


Η πολιτεία τελειώνει με μια αισιόδοξη διδαχή` η ψυχή είναι αθάνατη. Ο δίκαιος επιβραβεύεται και σε αυτόν τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντιθέτως, οι άδικοι, οι τύραννοι, οι κακούργοι τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη η μαρτυρία του Ηρός του Αρμενίου, την οποία εκθέτει ο Σωκράτης, χωρίς ωστόσο να διασαφηνίζει αν την άκουσε από τον Ήρα τον ίδιο ή από κάποιους άλλους.





Ο Ηρ, ο γιός του Αρμενίου από την Παμφυλία, ένας γενναίος πολεμιστής, σκοτώθηκε στη μάχη. Για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης, ανάμεσα στα πτώματα των άλλων πολεμιστών, που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Τη δωδέκατη ημέρα, όταν τον είχαν μεταφέρει σπίτι του και τον είχαν τοποθετήσει πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε ιδεί και όσα είχε ακούσει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.



Η ψυχή του λοιπόν, που είχε φύγει από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές εις τόπον τινά δαιμόνιον όπου υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο, και άλλα δύο κατάντικρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές και, αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω μέσα από τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν ο Ηρ παρουσιάστηκε, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό, τι διαδραματιζόταν εκεί για να τα ανακοινώνει αργότερα στους ζωντανούς. Έβλεπε λοιπόν τις ψυχές που είχαν δικαστεί να προχωρούν προς τα δύο χάσματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από το χάσμα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Πήγαιναν λοιπόν οι ψυχές προς τον Λειμώνα και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τη γη έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την υποχθόνια πορεία τους που κρατούσε έτη χίλια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό και τι δεν είχαν να πουν από θεάματα και απολαύσεις!





Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα (προδοσίες, κακουργήματα) είχαν πληρώσει για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες είχαν κάνει το καλό. Ακόμη βαρύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους γονείς ή τους θεούς ή για όσους είχαν σκοτώσει άνθρωπο με το ίδιο τους το χέρι. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας, που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα, μαζί με άλλους όμοιούς του, τον πέταξαν μέσα στον Τάρταρο.



Επτά ημέρες παρέμειναν στον Λειμώνα οι ψυχές και ύστερα πορεύτηκαν σε έναν τόπο όπου έβλεπαν ένα φως σαν το ουράνιο τόξο, αλλά λαμπρότερο πολύ και καθαρότερο. Το φως αυτό σαν κίονας ευθύ ήταν τεταμένο δια παντός τού ουρανού και της γης, δηλαδή βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Και ήταν το φως ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ο άτρακτος (:νεοελλ. η άτρακτος, το αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις περιστροφές. Ο σφόνδυλος της ατράκτου ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους (ο εξώτατος ήταν το ουράνιο στερέωμα και οι άλλοι επτά ήταν οι σφαίρες των πλανητών). Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μία πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα εξέπεμπε τον ήχο μιας και μοναδικής νότας. Και οι οκτώ αυτές φωνές παρήγαγαν μια αρμονία (: τη μουσική των ουράνιων σφαιρών). Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης (Λάχεσις, Κλωθώ και Άτροπος).



Φθάνοντας λοιπόν εκεί, οι ψυχές ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που θα ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας εξάγγελος της Λάχεσης τοποθέτησε μπροστά τους πολλά υποδείγματα ζωής και, ανεβαίνοντας σε ένα βήμα υψηλό, απήγγειλε τον Λόγο της Μοίρας που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους.



Ο καθένας έπρεπε, ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής. Οι αφιλοσόφητες ψυχές έσπευδαν να επιλέξουν βίους ένδοξους χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Έτσι, η ψυχή του τρισένδοξου και πολυταξιδεμένου Οδυσσέα επέλεξε την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Όποια εκλογή πάντως έκανε η κάθε ψυχή παρέμενε αμετάκλητη. Ύστερα οι ψυχές οδηγήθηκαν μέσα από το κατάξερο πεδίο της λήθης στον Αμέλητα ποταμό. Όποιος έπινε από το νερό εκείνο ξεχνούσε όλα όσα είχε ζήσει στην προηγούμενή του ζωή. Τα μεσάνυχτα μέσα στη βοή του σεισμού και της βροντής ξάφνου οι ψυχές άρχισαν να αναπηδούν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα. Τον ίδιο τον Ήρα δεν τον άφησαν να πιεί το νερό της λησμονιάς. Πώς ξαναβρέθηκε μέσα στο σώμα του δεν μπορούσε να το πει, αλλά ξάφνου άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν πάνω στη νεκρική πυρά.



Ο μύθος του Ηρός είναι βέβαια επίνοια του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος έχει αντλήσει στοιχεία από κάποια προφορική παράδοση, από τη λαϊκή πίστη, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μετεμψύχωση, και από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων. Σύγχρονοι ερευνητές έχουν επισημάνει στον εσχατολογικό αυτό μύθο και επιδράσεις από τον Ζωροαστρισμό, την Ινδική φιλοσοφία και τον ασιατικό σαμανισμό.



Ο μύθος του Ηρός φαίνεται ότι στάθηκε ένα από τα πρότυπα και των Καταβάσεων (λογοτεχνικών έργων με θέμα το ταξίδι στον κάτω κόσμο) και του Κικέρωνα στο Ενύπνιον του Σκιπίωνος και των χριστιανικών Αποκαλύψεων (Αποκάλυψις Ιωάννου, Αποκάλυψις Πέτρου).




Μια νύχτα, μεθυσμένος από το κρασί και τον πόθο του, ο Δίας ξάπλωσε με την όμορφη Θέμιδα, θεά των νόμων και της δικαιοσύνης, την οποία είχε βάλει στο μάτι από καιρό.

Από την ένωση αυτή ανάμεσα στο άναρχο και αυτό που πρέπει να γίνεται, γεννήθηκε η Τύχη (Fortuna για τους Ρωμαίους).
Ένα όμορφο κοριτσάκι που χαιρόταν την εύνοια του πατέρα της (πράγμα αρκετά σπάνιο στη ζωή του Δία).
Ο μύθος λέει ότι, από μικρή, ο Δίας ζητούσε να του τη φέρνουν και την ήθελε συνεχώς κοντά του. Για να τη διασκεδάσει, ο παντοδύναμος θεός πρόσταξε κάθε κάτοικο του Ολύμπου να μάθει κάτι στην αγαπημένη του κόρη.
Από τον Ερμή, ειδικά, ζήτησε να της μάθει να τρέχει πιο γρήγορα απ’ τον καθένα.
Πριν κλείσει τα οχτώ, τα πόδια της Τύχης έτρεχαν πιο γρήγορα κι από τους φτερωτούς αστραγάλους του Ερμή, και κέρδιζε στο δρόμο οποιονδήποτε: θεό, άνθρωπο ή ζώο.


Από τη Δήμητρα ζήτησε να της μάθει τα πάντα για τα σπαρτά και τα οπωροφόρα.
Η Τύχη ήξερε να ξεχωρίζει, με ταχύτητα και ακρίβεια, κάθε ένα από τα δημητριακά της Ελλάδας.Ήξερε πού φύτρωνε κάθε δεντράκι, πότε άνθιζε κάθε φυτό και πώς θερίζουν τα σπαρτά.

Από την Ήρα, τη νόμιμη σύζυγό του, ο Δίας δε ζήτησε τίποτα.





Μάλλον από ζήλια, η θεά της σταθερότητας και της οικογένειας δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει την Τύχη.
Πράγματι, όταν η Τύχη γινόταν δεκαπέντε χρόνων, η Ήρα αποφάσισε να επιβάλει στον Όλυμπο έναν ηθικό νόμο: κανένα νόθο παιδί ανάμεσα στους θεούς. Τα παιδιά που δεν προέρχονταν από αγνή ένωση, έπρεπε να ζουν με τους ανθρώπους...
Βέβαια, ήταν ήδη αργά για να τα βάλει με τον Δία. Ο πονηρός αρχηγός είχε σκαρφιστεί ένα σχέδιο έτσι ώστε η Τύχη να πρέπει υποχρεωτικά να μείνει με τους θεούς, και όχι μόνο δεν εκδιώχτηκε, αλλά την προστάτευαν και την κανάκευαν περισσότερο απ’ όλους.
Από κείνη την ημέρα, το νέκταρ και η αμβροσία δεν θα εμφανίζονταν μαγικά σ’ ένα μπουκάλι στο καλάθι του πρωινού, αλλά θα συλλέγονταν κάθε πρωί από τα πρώτα φρούτα των δέντρων της Γης. Τα πρώτα μήλα, τα πρώτα ροδάκινα, οι πρώτες φράουλες της ημέρας θα περιείχαν στη σάρκα τους τα μαγικά θρεπτικά συστατικά που θα διατηρούσαν τους κατοίκους του Ολύμπου νέους και υγιείς, - συνεπώς αθάνατους και συνεπώς θεούς.
Για να μη φάνε οι άνθρωποι αυτά τα ισχυρά ελιξίρια, ο Δίας έθεσε έναν όρο: με την πρώτη ηλιαχτίδα που θα τα φώτιζε, τα φρέσκα φρούτα θα έχαναν όλα τους τα πολύτιμα υγρά.


Το σχέδιο ήταν τέλειο. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να αναγνωρίζει και να μαζεύει τα πρώτα φρούτα της ημέρας, τόσο επιδέξια και τόσο γρήγορα ώστε να μην τα προλάβουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου;

Μόνο η Τύχη.




Έτσι κι έγινε. Πριν χαράξει, η Τύχη έφευγε βιαστική κι έτρεχε σ’ όλη τη Γη για να μαζέψει τα πρώτα φρούτα από κάθε δέντρο, πριν χαλάσει ο ήλιος το θεϊκό τους περιεχόμενο.

Τα μάζευε σ’ ένα καλάθι και τα ανέβαζε σβέλτα στον Όλυμπο για το πρωινό των θεών, που χειροκροτούσαν και επαινούσαν την ικανότητά της.


Ένα πρωί η Τύχη δεν έφτασε στην ώρα της, και οι θεοί άρχισαν να ανησυχούν. Δεν ήταν και τόσο τρομερό αν μια μέρα δεν έτρωγαν νέκταρ, όμως, αν αυτό συνεχιζόταν, θα πέθαιναν, θα αρρώσταιναν ή –το χειρότερο- θα γερνούσαν.

Μια αντιπροσωπεία των θεών βγήκε σε αναζήτηση της Τύχης στους δρόμους της Ελλάδας. Εκεί έμαθαν ότι ένας ψαράς την είχε πιάσει κατά λάθος, καθώς έριχνε τα δίχτυα του στο Αιγαίο. Γοητευμένος και έκπληκτος από την ομορφιά του απρόσμενου φορτίου του, δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει.
Οι θεοί παρουσιάστηκαν μπροστά στον ψαρά και τον ρώτησαν τι αντάλλαγμα ήθελε προκειμένου να αφήσει ελεύθερη την Τύχη.
Ό,τι ζήτησε ο ψαράς του το ‘δωσαν, και μετά η Τύχη ήταν και πάλι ελεύθερη.
Η φήμη, όμως, άρχισε να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Όποιος έπιανε την Τύχη μπορούσε να ζητήσει από τους θεούς ό,τι ήθελε, κι εκείνοι θα του το έδιναν με αντάλλαγμα την ελευθερία της.
Μόλις πληροφορήθηκε τον κίνδυνο, η τύχη άρχισε να παίρνει όλο και περισσότερες προφυλάξεις και ζήτησε από τους άλλους θεούς να της μάθουν ορισμένα πράγματα παραπάνω, για το καλό όλων.
Η Άρτεμις της δίδαξε να κρύβεται για να μην μπορεί να τη δει κανείς. Άρχισε να ταξιδεύει με μεγάλη μυστικότητα, χωρίς κανένας να παίρνει είδηση την παρουσία της.
Από την Αφροδίτη έμαθε να χτενίζει τα μακριά και όμορφα μαλλιά της. Τα τραβούσε και τα έπλεκε σε μια υπέροχη πλεξούδα την οποία, -αντί να τη ρίχνει στην πλάτη όπως έκανε ως τότε-, άρχισε να φέρνει μπροστά, από το μέτωπο ως το στήθος της.
Από τον Ουρανό έμαθε να γίνεται άπιαστη, και από τον Άρη έμαθε τη στρατηγική του πολέμου.
Εξαιτίας όσων έμαθε κι από φόβο μην τυχόν και της στήσουν καρτέρι στην καθημερινή της διαδρομή, η Τύχη αποφάσισε πως το πέρασμά της δεν έπρεπε να είναι προβλέψιμο. Για να πετύχει κάτι τέτοιο, πήρε μια περίεργη απόφαση: τα πόδια της δεν έπρεπε ποτέ να πατάνε δεύτερη φορά πάνω στα ίδια της τα χνάρια.
Λίγο από συνήθεια και πιο πολύ από παραξενιά, αυτή η απόφαση της έγινε εμμονή, και η θεά Τύχη πρόσεχε πάρα πολύ να μην περάσει δυο φορές από το ίδιο μέρος.


Από το Βάκχο έμαθε τις ιδιότητες του κρασιού για να μπορεί να μεθάει όσους κατάφερναν να την πιάσουν και να το σκάει, αφήνοντάς τους χωρίς τίποτα.





Ο μύθος της θεάς Τύχης



ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ




Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. 

Όχι βέβαια γιατί ευχαριστιέσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσει εσύ ο ίδιος.

 Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος.


Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύψη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.



Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! 

Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! 

Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;






Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων
Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ στον 21ο ΑΙΩΝΑ
ERIC ANDERSON
via




Παραπονιέσαι… 

Πως στην δύσκολη περίοδο… 


Δεν έχεις κανέναν δίπλα σου… 


Και αυτό σε πονάει… 


Περισσότερο απ’ όλα!



Κοιτάζουν όλοι τον εαυτούλη τους… 


Χωρίς να νοιάζονται καθόλου 


Πόσο άσχημα αισθάνεσαι!


Ωραία τα λες… 


Μα έλα… 


Που σε ξέρω! 

Τα ίδια υποστήριζες… 

Όταν ζήτησες την βοήθεια μου! 


Δεν στην αρνήθηκα! 


«Βούτηξα» στο πρόβλημα σου… 


«Δίνοντας» την ψυχή μου να το λύσεις! 


Δεν ήμουν υποχρεωμένη… 


Αλλά ήθελα το ίδιο… 


Να κάνεις στην θέση μου!


Παρακαλούσες τον Θεό… 


Να μου ανταποδώσει… 


Αυτό το καλό…


Και εσύ… 


Θα βοηθούσες σε ότι ήθελα! 

Δεν ήξερες πώς να με ευχαριστήσεις… 

Για τον χρόνο που «έκλεβα»… 


Από την δουλειά και την ξεκούραση μου… 


Αναγνωρίζοντας παράλληλα την υπομονή… 


Να ακούω διαρκώς τα ίδια πράγματα!


Επαναλάμβανες … 

Πόση ευγνωμοσύνη ένοιωθες… 


Που ενώ δεν σου όφειλα τίποτα… 


Εντούτοις δεν γύρισα την πλάτη… 


Όπως έκαναν… 

'Οσοι είχαν ευεργετηθεί από σένα!


Ορκιζόσουν… 


Πως δεν θα το ξεχνούσες ΠΟΤΕ… 


Και ζητούσες συγνώμη… 


Που «φόρτωνες» με παραπάνω προβλήματα… 

Την καθημερινότητα μου! 


Μου χρωστούσες χάρη… 


Γιατί ουδέποτε ενοχλήθηκα… 

Από την συνεχή επικοινωνία που επιζητούσες… 


Ενώ έπρεπε… 

Να καλύψω ταυτόχρονα… 


Τις τρέχουσες υποχρεώσεις μου!


Μόλις λοιπόν… 


Πίστεψες πως… 


Ξεπέρασες το πρόβλημα… 


Εξαφανίστηκες! 


Όχι μόνο… 


«Ξέχασες» τα μεγάλα λόγια… 


Αλλά φρόντισες… 


Με τον καλύτερο τρόπο… 

Να αποδείξεις… 

Πως δεν διαθέτεις στάλα φιλότιμο!


Δεν θέλησες… 


Να τηρήσεις ούτε καν τα προσχήματα… 


Αποχωρώντας με τακτ! 


Ας είναι! 


Δεν με πείραξε καθόλου! 

'Επαψα προ πολλού… 

Να επηρεάζομαι αρνητικά 


Από τέτοιου είδους συμπεριφορές! 



Ομολογώ… 


Πως δεν ήταν καθόλου εύκολο… 



Στην αρχή… 


Να διαχειριστώ τόσο θράσος μαζεμένο! 


«Πόναγε» η ψυχή μου… 


Σε τέτοιο σημείο… 


Που σκέφτηκα κάποια στιγμή… 


Να κλείσω εντελώς την «πόρτα»… 


Σε οποιονδήποτε ζητούσε βοήθεια!

Δεν ήμουν υποχρεωμένη… 


Να μοιράζομαι το πρόβλημα του… 

Και στο τέλος… 

Όχι μόνο… 

Να μην ακούω «ευχαριστώ»… 


Αλλά να κομπάζει κιόλας… 


Πως με χρησιμοποίησε! 

'Υστερα όμως… 

Από ωριμότερη σκέψη… 


Το βρήκα ανεδαφικό!


Αν ο επόμενος… 


'Ηταν καλός άνθρωπος… 


Δεν ήθελα να πληρώσει τα σπασμένα… 


Των προηγούμενων… 


Επειδή μου επέβαλλαν με τον τρόπο τους… 


Να καταντήσω σαν και δαύτους!


Αποφάσισα λοιπόν… 


Να κάνω αυτό που νοιώθω… 


Θωρακίζοντας όμως τον εαυτό μου.. 

Για να μην πληγώνομαι! 


Θεωρούσα λοιπόν … 

Από την αρχή δεδομένη την αχαριστία! 



Δεν περίμενα άλλη συμπεριφορά! 


Εύλογα… 


Θα αναρωτηθείς… 

Μα πόσο δυνατή είσαι που αντέχεις… 

Κάτι τόσο ψυχοφθόρο;

Σου απαντώ… 

Πως με τα χρόνια… 

Ευτυχώς… 

Απέκτησα την πείρα… 


Να καταλαβαίνω αμέσως… 

Σε μια-δυο μέρες το πολύ… 

Με τι άνθρωπο έχω να κάνω!

Όχι… 

Δεν είμαι πιο έξυπνη από σένα! 


Απλά… 

Δίνω την δέουσα σημασία στις λεπτομέρειες… 

Που εσύ… 


Προσπερνάς! 


Όταν ο άλλος βρίσκεται «μέσα» στο πρόβλημα… 

Ανοίγεται πολύ περισσότερο… 

Απ’ όσο πιστεύει! 


Δεν μπορεί να κρυφτεί… 


Γιατί πρέπει να σου εξηγήσει τα πάντα… 


Με σκοπό να τον βοηθήσεις! 


'Ετσι αναγκάζεται… 


Να ομολογήσει το σκεπτικό του! 


Την φιλοσοφία… 


Και την στάση ζωής που έχει υιοθετήσει! 



Με μια λέξη… 

«Ξεγυμνώνεται»!


'Αρα λοιπόν… 

Γνωρίζω με τι άτομο έχω να κάνω! 


Δεν με εκπλήσσει το παρακάτω! 


Με δικαιώνει! 


Δεν αποχωρώ όμως! 


Από την στιγμή 


Που ο Θεός τον έστειλε στον δρόμο μου… 

Οφείλω να του σταθώ μέχρι τέλους… 


Χωρίς δεύτερη σκέψη! 


Είναι απαγορευτικό… 


Να τον εγκαταλείψω στα μισά! 


Από κει και πέρα… 


Ας κάνει ότι θέλει! 

Αυτό επιτάσσει η συνείδηση… 


Και η ψυχή μου… 

Για να βρίσκονται σε αρμονία… 


Προσφέροντας γαλήνη… 


Η οποία είναι η πηγή της δύναμης μου! 


Δεν διακινδυνεύω λοιπόν… 


Επ’ ουδενί… 

Να την διαταράξω! 



Οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό… 


Φαντάζει ασήμαντο! 







Δεν σου κρύβω… 

Πως χαμογελώ ακούγοντας… 



Να ξεστομίσουν με στόμφο τόσα «κούφια» λόγια… 


Νομίζοντας πως δεν καταλαβαίνω 

Πόσο ψεύτικα είναι! 

Δεν αντιλαμβάνονται τι εννοώ... 


Όταν επαναλαμβάνω… 

«Μην λες μεγάλες κουβέντες! Είναι ανώφελο!» 


Θεωρώντας πως με δουλεύουν! 


Διαπιστώνουν βέβαια…


Πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει… 


Όταν στην επόμενη δυσκολία… 


Ή, ψυχολογικό αδιέξοδο που βρίσκονται… 


Με θυμούνται πάλι… 

Αλλά δεν επιθυμώ… 


Καμία επαφή περαιτέρω! 


Απολύτως… 

Καμία όμως…


Και το δείχνω ξεκάθαρα!


Το αστείο είναι ότι τότε… 


Ζητάνε και τα ρέστα από πάνω! 

Αν τους υπενθυμίσω την ανεπίτρεπτη… 


Εξαφάνιση τους… 

Γίνονται κακοί…

Περιπαιχτικοί… 


Είρωνες… 

Υποστηρίζοντας… 

Πως ΕΓΩ φταίω που δεν τους αναζήτησα… 

(Για φαντάσου!) 


Και ως εκ τούτου…


Θίχτηκαν… 


Αποφασίζοντας να μην με ενοχλήσουν!


ΤΩΡΑ όμως… 

Που με χρειάζονται πάλι… 

Δεν τους πειράζει… 


Που ενοχλούν… 

Ότι ώρα και να ‘ναι!


Βλέπεις… 


Η «ευγένεια», η «ευαισθησία»… 


Και η «διακριτικότητα» τους… 


Είναι μετακινούμενες! 


Πηγαινοέρχονται ανάλογα… 


Με την ψυχολογική τους κατάσταση!


Τους «επιστρέφω» λοιπόν… 


Το περίσσιο θράσος τους… 


Δίνοντας την ευχή… 

Να είναι καλά… 


Αφού δεν αξίζει… 


Να χαλαλίσω λέξη παραπάνω! 


Δεν πρόκειται να καταλάβουν! 


Από την στιγμή… 

Που το ψέμα «κυλάει» στο αίμα τους… 


Προσπαθώντας να καλύψουν… 


Τα πάντα με αυτό… 

Είναι πασιφανές… 
Πως δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα! 


Είναι αδίστακτοι! 


Παρ’ όλο που βλέπουν… 


Ότι δεν στεριώνουν καμία σχέση… 


Είτε ερωτική, είτε φιλική… 

Δεν αλλάζουν με τίποτα νοοτροπία! 


'Ολοι τους χρωστάνε! 

Αν λαθέψει κανένας… 

Να τους δώσει περισσότερα….. 


Θεωρούν πως δεν τους κάνει χάρη! 


Το αξίζουν…

Με τέτοιο «μεγαλείο» που διαθέτουν! 


Δεν εκτιμούν τίποτα… 

Γι’ αυτό στο τέλος… 

Χάνουν τα πάντα! 

'Εχουν «τυφλωθεί» τόσο πολύ… 


Από το «σκοτάδι» τους… 

Που δεν κατανοούν πως… 

Η αχαριστία… 

Δεν συγχωρείτε με τίποτα! 


Ούτε το ψέμα… 

Το οποίο δεν ανέχομαι! 


Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου! 


Με αποσυντονίζει σε τέτοιο σημείο… 


Που χάνω ακόμα και τον εαυτό μου! 

Δεν το αντέχω…

Οποιοδήποτε όφελος και αν παρουσιάσουν… 

Ως δέλεαρ! 


Μεγαλύτερο από την ηρεμία… 


Της ψυχής μου… 

ΔΕΝ υπάρχει!


Μου έχουν προτείνει δεκάδες φορές… 

Να ασχημονήσω… 

Με απολαβή τόσα κέρδη… 

Που άλλοι για ένα χιλιοστό… 

Από αυτά… 

Θα σκότωναν! 

Κατάλαβα όμως πολύ νωρίς… 

Γιατί το βίωσα… 

Πως ότι κάνεις σε αυτή την ζωή… 

ΠΑΝΤΑ…

Επιστρέφεται!

Ακολουθώ λοιπόν πιστά… 

Την συνείδηση και την καρδιά μου…


Χωρίς να περιμένω… 


Τίποτα από κανέναν! 

Και το εννοώ!


Ελάχιστοι… 

Απ’ όσους γνώρισα στην πορεία… 


Μετρημένοι στην παλάμη του ενός χεριού… 

'Ηταν αληθινοί! 

Οι υπόλοιποι… 

Με θυμόντουσαν στην δυσκολία… 

Μόνο που τότε… 


Τους είχα ξεχάσει εγώ!


'Ετσι… 

Συνεχίζω να αντιδρώ! 

Ούτως ή άλλως…

Χειρότερη τιμωρία… 


Από την ερημιά και την μοναξιά… 


Που επιβάλλουν οι ίδιοι στον εαυτό τους… 


Δεν υπάρχει! 

Δικαίωμα τους! 

Τους αγνοώ!


Οτιδήποτε χρειάζομαι… 

Στρέφω το βλέμμα στον ουρανό… 

Και ευχαριστώ τον Θεό… 

Που μου το προσφέρει απλόχερα!

Ουδείς… 

Μπορεί να μου στερήσει ότι δικαιούμαι! 


'Οσο γι’ αυτούς…

Που ξεπληρώνουν το καλό… 

Με ατιμία… 

Περιμένοντας με αυτό τον τρόπο… 


Να ζήσουν όσα επιθυμούν… 

Ας μάθουν… 

Πως η ευτυχία δεν χαρίζεται ποτέ… 

Στους αχάριστους… 

Στους ανόητους και στους… 

«Λίγους»!