Τα Μεταφυσικά ερωτήματα του ανθρώπου εν μέσω κρίσεως










    Όλη αυτή η βαθύτατη κρίση των ημερών μας έρχεται εντέλει να μας οδηγήσει και στον τόπο της λησμονημένης Μεταφυσικής, με τα ερωτήματα περί του Θεού και του ανθρώπου, αλλά και της ελευθερίας. Για το Είναι και τα όντα. Αλλά και στον τόπο μιας Ηθικής προβληματικής, καθώς προκύπτει ή και μας επιβάλλεται η αναθεώρηση του τρόπου βίου και του όλου συστήματος και του οικοδομήματος των αξιών, με τις οποίες συνηθίσαμε να ζούμε.

Συνεχίζοντας σ’ αυτά που ο Γιάσπερς μας δίδαξε, στεκόμαστε στο θέμα της αναφορικότητας της υπάρξεως. Υπάρχοντας εν τω κόσμω αναφερόμαστε πρός τον Θεό και στον Κόσμο. Η ύπαρξις, με τους όρους της υπαρξακής Φιλοσοφίας, εξίσταται και διανοίγεται και αναφέρεται τόσο στον Θεό όσο και πρός τον άνθρωπο και τον κόσμο. Γι’ αυτό και η δυναμική της επικοινωνίας. Αυτά ο Γιάσπερς στην “Εισαγωγή στη Φιλοσοφία” του, μαζί με μια γενικότερη απόπειρα και πρόταση εισαγωγής στη Φιλοσοφία του ανθρώπου του 20ού αιώνος, που βίωσε τον σπαραγμό και την τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στέκομαι, ακόμα, μιλώντας για τα Μεταφυσικά ερωτήματα του σύγχρονου αθρώπου και σε εκείνη την “Εισαγωγή στη Μεταφυσική” του Μάρτιν Χάϊντεγγερ και την συγκλονιστική διάλεξη του με το ερώτημα «Τι εστίν Φιλοσοφία»; και μαζί στα επαναλαμβανόμενα ερωτήματα του ανθρώπου για το Είναι και το μηδέν. «Γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτε;» ερωτά ο Χάϊντεγγερ. Μαζί με αυτό το θεμελιώδες μεταφυσικό ερώτημα είναι όσα ακολουθούν στη συνέχεια, με τον επαναπροσδιορισμό και την επανανάγνωση της Μεταφυσικής.

Να λοιπόν, τα μεταφυσικά ερωτήματα, που επανέρχονται και πάλιν σε εποχές κρίσεως. Τον άλλο καιρό παραμένουν κρυμμένα. Θεός, Κόσμος, Άνθρωπος, Ελευθερία, Θάνατος, Ψυχή κλπ., έρχονται ξανά, εις το μέσον της κρίσεως. Μεταφυσικά ερωτήματα του ανθρώπου, που παραμένουν εντός μας και μας ακολουθούν εις τους αιώνες, καθώς ο άνθρωπος είναι ένα ον εν απορία.

Έτσι τα ψηλαφούμε ξανά όλα αυτά από την εποχή των αρχαϊκών κι εκείνη την οντολογία του Παρμενίδη, που δηλώνει κατηγορηματικά και ευθέως: Μόνο το Είναι είναι νοητόν. Το μηδέν είναι α-νόητον. Μη νοητόν. Ακατανόητον. Υπάρχει, λοιπόν, μόνο το Είναι. Το Μηδέν δεν υπάρχει. Αυτά ο Παρμενίδης ήδη από τα χρόνια της αρχαϊκής σκέψης.

Μαζί με αυτή την κατηγορηματική δήλωση του Παρμενίδη είναι και ο λόγος του και η αναφορά του στο Είναι (Απ. 8): “Σ’ αυτόν απάνω είναι σημάδια πάρα πολλά, ότι αγένωτο όντας και ανώλεθρο είναι, ολάκερο, μοναδικό και άτρεμο και τελειωμένο. Ούτε ήταν κάποτε ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα σύσσωμο όλο, ένα και συνεχές. Ποια γέννα του του ζητάς να βρεις; Προς που και από που ν’ αυξήθηκε; Ούτε απ’ το μη εόν, θα σε αφήσω να πεις ή να νοήσεις· γιατί ούτε να ειπωθεί ούτε να νοηθεί είναι, ότι δεν είναι…».

Το Είναι είναι, λοιπόν, είναι αγένητον και ανώλεθρον κλπ. έτσι όπως μας το παραδίδει η αρχαία μεταφυσική κι η ελληνική παράδοση.

Είναι κι εκείνο του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου, της ελεατικής και πάλιν σχολής:

«εις θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος,
ου τι δέμας θνητοίσιν ομοίος ουδέ νόημα».

«ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει.
(Απ. D. B. 23 και 24)

Είναι και όσα ακολουθούν αργότερα, με όλη εκείνη την Πλατωνική σκέψη και Φιλοσοφία και όσα αργότερα, από μια άλλη φιλοσοφική οπτική, θα υποδείξει και κωδικοποιήσει ο Αριστοτέλης στα έργο του «Μετά τα Φυσικά».

Τι είναι, λοιπόν, ο Κύριος ο Υιός και Λόγος του Θεού; Όπως μας υποδεικνύει ο Ιερός Χρυσόστομος, ως εκφραστής του Πατερικού λόγου, ο Θεός είναι «ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων», όπως και «ο μονογενής [σου] Υιός και το Πνεύμά [σου] το Άγιον»: «Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοί ευχαριστείν, σε προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου. Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων, συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το Άγιον. Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες, και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν» κλπ.

Δεν ξέρω να υπάρχει πλέον σπουδαιότερος λόγος αναπαύσεως του οδυνωμένου ανθρώπου, που παραπαίει ως τις μέρες μας αμήχανος, παγιδευμένος στον ορθολογισμό του και στην αμφιβολία του και στον επαναλαμβανόμενο Σκεπτικισμό, που τον ακολουθεί.

Είναι καιρός λοιπόν να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά και να μήν απελπιζόμαστε εις το μέσον των δεινών που ακολουθούν και συνοδεύουν τον άνθρωπο στον τόπο τούτο της φθοράς. Γιατί συχνά λησμονούμε την ανάσταση και μαζί και την δική ανάστασή μας και σωτηρία και λύτρωση από όλα τα εφιαλτικά τοπία, στα οποία μας επαναφέρουν οι αγωνιούντες και μηδενίζοντες στοχαστές της Δύσεως.

Αυτά ψηλαφώντας τα της αρχαίας οντολογίας. Αλλά και τα της ορθοδόξου παραδόσεως εν Χριστώ Ιησού, μέσα από το λόγο των Πατέρων της εκκλησίας.

Γυρίζω, λοιπόν, ύστερα από όλα αυτά τα συνοπτικά, στην εποχή που ζούμε, την εποχή της κρίσεως και της οικουμενικής πανδημίας, και σκέφτομαι πως είναι καιρός να ξαναπιάσουμε τους άξονες της ξεχασμένης και εξόριστης Μεταφυσικής, που προετοίμασε την αλήθεια της ορθοδόξου παραδόσεως, που είναι πλέον άλλης υφής και άλλης ποιότητος, καθώς πλέον μετέχουμε της Θεότητος διά του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, διά της Κοινωνίας και της Μεταλήψεως. Κι αυτό είναι ή συνιστά την απόλυτη ανατροπή. Και την ελπίδα μας εν τω κόσμω. όλα τα άλλα έρχονται και παρέρχονται.

Δρ. Νίκος Ορφανίδης, φιλόλογος – λογοτέχνης
via

Αποκαλύπτουν οι τρόποι συμπεριφοράς τον αληθινό χαρακτήρα του ανθρώπου;



  Μήπως ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που υποκρίνεται;
 Η επιφάνεια πιο συχνά καλύπτει παρά αποκαλύπτει. Όσο περισσότερο στίλβουσα είναι, τόσο πιθανότερο είναι να κρύβει βούρκο παρά πλούτο.
 Στην εποχή της διαφήμισης μάλιστα, που η ζωή έγινε πρωτάθλημα υποκρισίας, το πρόσωπο του ανθρώπου διαμορφώνεται από το διαφημιστικό «λίφτιγκ». Δεν ενδιαφέρει το πρόσωπο αλλά το προσωπείο. Έτσι πολλοί μιλάνε για μια ζωή που μοιάζει με θέατρο. Όντως υπάρχουν άνθρωποι του θεάτρου και άνθρωποι που είναι θέατρο ανθρώπου. Στην περίπτωσή τους δεν ενδιαφέρει το έργο αλλά το φανταχτερό σκηνικό.
Ο σημερινός άνθρωπος —όχι βέβαια σε απόλυτους αριθμούς—, προκειμένου ν’ αποκτήσει το ποθητό προσωπείο —που στην κοσμική γλώσσα λέγεται image— χάνει το αυθεντικό του πρόσωπο- γίνεται μια απρόσωπη έκφραση προσωπικότητας· μια άοσμη, άχρωμη, άγευστη οντότητα. Υποχρεώνεται σε μια διατεταγμένη προσαρμογή. Ρευστοποιείται και προσποιείται πως είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι είναι. Η υποκρισία γίνεται ανάγκη. Πολλές φορές ο άνθρωπος λέει πράγματα που δεν πιστεύει και πιστεύει σε πράγματα χωρίς να το λέει. Δεν είναι ζήτημα φόβου αλλά συμφέροντος. Ένας χρυσός κανόνας -χρυσός με κάθε έννοια- συμπεριφοράς διδάσκει- να σκέπτεσαι όχι τι θα προσφέρεις για ν’ αποκομίσεις αλλά τι θ’ αποκομίσεις για να προσφέρεις.
Υπάρχει ακόμη κι ο φόβος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κρίνουν, ούτε συγκρίνουν, κατακρίνουν. Αυτό υποχρεώνει τον άλλον άνθρωπο —που δε θέλει να εκτεθεί στα βέλη μιας κακόβουλης κριτικής— να υιοθετεί έναν τρόπο ζωής, που δεν τον εκφράζει, που παραποιεί την πραγματική του υπόσταση. Ίσως, λοιπόν οι άνθρωποι να υποκρίνονται, επειδή κρίνονται και μάλιστα όχι με τρόπο καλοπροαίρετο.
«Η υποκρισία είναι ο σεβασμός που προσφέρει η κακία στην αρετή», είχε πει ο Λούθηρος. Όποιος υποκρίνεται, στο βάθος αισθάνεται ότι προδίδει τον εαυτό του ή κάποιες αξίες. Αφού δεν μπορεί να είναι καλός, τουλάχιστον προσπαθεί να φαίνεται. Είναι κι αυτό ένας ελάχιστος φόρος τιμής στην αρετή. Αλλά δεν αρκεί. Η γνησιότητα είναι η δύναμη των γενναίων, η υποκρισία είναι η «δύναμη» των αδυνάτων ή των συμφεροντολόγων. Κι είναι θλιβερό η εντός εισαγωγικών δύναμη ν’ αποδεικνύεται δυνατότερη από την ειλικρινή και ανυπόκριτη συμπεριφορά.
Αλλ’ ο κόσμος δυστυχώς έχει μάθει να κρίνει περισσότερο με τ’ αυτιά και λιγότερο με το μυαλό. Σύμφωνα με το γνωστό μύθο του Κρυλώφ, κάποτε δυο βαρέλια κύλησαν σ’ έναν κατηφορικό δρόμο. Το γεμάτο κυλούσε αθόρυβα, ενώ το άδειο παταγούσε εκκωφαντικά. Στην εποχή μας – μια εποχή πάταγου και ιλίγγου – βρίσκει τεράστια ανταπόκριση η άποψη ότι όσο πιο ελαφρός είσαι τόσο ψηλότερα ανεβαίνεις και ότι όσο πιο εντυπωσιακό είναι το περιτύλιγμα τόσο πιο έντονο και κυρίως αποτελεσματικό είναι το θάμβος που προκαλείς. Έτσι, η συμπεριφορά συχνά καταντά επίπλαστη, συχνά καλύπτεται από μια επίφαση ευγένειας και λεπτότητας, που ρίχνει στις διαπροσωπικές σχέσεις ένα εσπέριο φως, ένα μισόφωτο που παραπλανά και δεν αφήνει τον άνθρωπο να δει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση.
Είναι γεγονός ότι πολλές φορές ισχύει αυτό που έλεγε ο Μπυφόν: «Le styl c’ est l’homme»(=το ύφος είναι ο άνθρωπος). Ο λόγος και οι πράξεις απηχούν όλο το πνευματικό και ηθικό εποικοδόμημα του ατόμου, όταν βέβαια το ύφος εξισούται με το ήθος. Όταν όμως σήμερα τα πάντα γίνονται «προς το θεαθήναι», έχουμε χρέος ν’ αναρωτηθούμε, μήπως τελικά ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που υποκρίνεται. Μήπως τελικά οι τρόποι της συμπεριφοράς μοιάζουν κάποιες φορές με τα κουδούνια του παζαριού, που τα χτυπάς για να προσκαλείς τους εύπιστους —που είναι και πιο επιρρεπείς στην πλάνη — και ν’ αποσπάς ένα θαυμασμό, στο βάθος κούφιο.
Το πρότυπο του ανθρώπου της «πρώτης εντύπωσης», που τόσο έντονα «πλασάρεται» από τα συστήματα προβολής, δημιουργεί ανθρώπους, που κατασκευάζουν επιφάνειες. Ωστόσο, όπως ο σαλίγκαρος είναι αιχμάλωτος του καβουκιού του, έτσι κι αυτοί είναι αιχμάλωτοι του σκοπιμοθηρικού κομφορμισμού τους. Η φορτική ευγένεια, η μειλιχιότητα, οι περιττές φιλοφρονήσεις κρύβουν ευτελείς κόλακες, που θυμίζουν νάνους γελωτοποιούς μεσαιωνικού άρχοντα. Χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, μεγάλη πείρα και διεισδυτικότητα, για να δει κανείς τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σήμερα, που θέλει μεγάλη τέχνη να ζήσεις και πιο μεγάλη να επιζήσεις, η προσποίηση έγινε στάση ζωής. Είναι το προϊόν μιας κοινωνίας που βασίστηκε στο φόβο της αλήθειας και αγκιστρώθηκε στο ψέμα. Τα συστήματα προβολής θέλουν και θέτουν το ιδεώδες του «επιτυχημένου» ανθρώπου να θεμελιώνεται στο αξίωμα: «Πουλάω το μέσα για ν’ αγοράσω το έξω». Με την υποκρισία κερδίζει ο εξωτερικός άνθρωπος και χάνει ο εσωτερικός.
Παρασυρμένος, λοιπόν, από αυτά τα σαθρά πρότυπα, ο άνθρωπος του καιρού μας, δεν έχει καιρό να «κτίσει» πρόσωπο. Φτιάχνει έναν πλαστικό χαρακτήρα, που τον βοηθά να κρύβει τον πραγματικό εαυτό του, να φορά προσωπεία —τις περισσότερες φορές άτεχνα— και να καταντά απρόσωπος. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θεωρεί φυσικό το αφύσικο. Βιάζει τις έμφυτες, εσώτερες τάσεις του για αυθορμητισμό, ελεύθερη έκφραση και φορά την «αόρατη στολή του βασιλιά», που δεν μπορεί να κρύψει τη γυμνότητα του. Ο χρόνος είναι ο εχθρός της προσποίησης. Κάποτε κάποιο παιδικό βλέμμα -η καθαρή ματιά— θα δει και θα φωνάξει πως «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Και τότε ο άνθρωπος θα κριθεί από αυτό που είναι και όχι από αυτό που παριστάνει ότι είναι.
Μετά την παρουσία του Λουΐτζι Πιραντέλο ακόμη και τα θεατρικά πρόσωπα διεκδικούν το δικαίωμα να έχουν το δικό τους πρόσωπο κι όχι το πρόσωπο που τους βάζει ο συγγραφέας. Μόνο στο θέατρο της ζωής τα πρόσωπα αποδέχονται παθητικά το προσωπείο, και παύουν να είναι πρόσωπα. Γίνονται «προσωπικότητες». Συνήθως αυτή η μάσκα κρύβει σαθρότητα. Είναι καλό να δυσπιστούμε προς τους εντυπωσιακούς ανθρώπους. Αλλά και η δυσπιστία χρειάζεται μέτρο. Γιατί όπως η ευπιστία ανοίγει τη θύρα της πλάνης, έτσι και η δυσπιστία μπορεί να μας οδηγήσει σ’ εσφαλμένες εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, υπάρχουν άνθρωποι ευαίσθητοι, που εμφανίζονται κυνικοί, για να μη δώσουν την ευχέρεια σε άλλους να τους πληγώσουν.
Υπάρχουν ακόμη και οι άνθρωποι που η θέση ή το αξίωμα, τους υποχρεώνει να θωρακίσουν ή να καταπνίξουν τους εσωτερικούς κραδασμούς, για να εκπληρώσουν ένα σκληρό καθήκον. Πολύ συχνά πίσω από την αυστηρότητα κρύβεται η πιο γνήσια τρυφερότητα. Το σκληρό κέλυφος κρύβει μαργαριτάρι. Υπάρχει ακόμη και η περίπτωση των νέων, που από πνεύμα μοντερνισμού, θεωρούν την ευγένεια δείγμα αστικού εκφυλισμού. Σε λίγο η χειραψία και το «ευχαριστώ» θ’ ανακηρυχθούν διατηρητέα είδη. Η εκκεντρική τους εμφάνιση και η άκομψη συμπεριφορά τους, αναγκάζουν τους παλαιότερους να τους κρίνουν συχνά αυστηρά, χωρίς να ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται από κάτωΜήπως, λοιπόν, οι κρίσεις των παλαιών είναι όχι αυστηρές αλλ’ άδικες; Από την άλλη όμως, μήπως αυτή η ωμή ειλικρίνεια των νέων είναι σκέτη ωμότητα, που προβάλλεται ως ειλικρίνεια; Δύσκολο να δώσει απάντηση κανείς, γιατί η γενίκευση πάντα κάποιους αδικεί.
Ένα πάντως φαίνεται αδιαμφισβήτητο: το «είναι» και το «φαίνεσθαι» έχουν συναιρεθεί επικίνδυνα, προς όφελος του «φαίνεσθαι». Το «είναι» δεν έχει πια τόση σημασία. Ισχύει το τσαρουχικό: «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Ο άνθρωπος δε στέκεται πάντα ερευνητικός κι επιφυλακτικός σ’ ό,τι του παρουσιάζεται εκθαμβωτικό. Έτσι, ναρκισσικοί δοκησίσοφοι, μεγαλόσχημοι απατεώνες, ματαιόδοξοι κενολόγοι και απόστολοι της ουτοπίας, συχνά κερδίζουν την αναγνώριση και την επιτυχία, κάνοντας να μοιάζει με χίμαιρα ο στίχος του Παλαμά: «γείρε, αν θέλεις να υψωθείς». Ωστόσο, είναι ανάγκη να φανούμε επιφυλακτικοί, ξέροντας από πείρα πως «ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυσός» και πως «τα κενά δοχεία ηχούν περισσότερο» (vasa inania plurimum sonant).
Είναι χρέος να ξεπεράσουμε το προσωπικό και ν’ ανεβούμε στο υπερπροσωπικό· όχι να κατεβούμε στο απρόσωπο. Ο χαμαιλεοντισμός δε δείχνει ούτε ύφος, ούτε ήθος. Η ιανόμορφη συμπεριφορά θα μας οδηγήσει κάποτε στην πικρή διαπίστωση του Μπρεχτ: «Αυτό που ο ασβέστης μας αφάνισε, δεν ήταν πια πρόσωπο». Στις μέρες μας -που το κυνήγι του προσώπου μας μοιάζει με το κυνήγι της χαμένης Κιβωτού— προβάλλει ως ζωτικής σημασίας αίτημα να αισθανθούμε πως η ειλικρίνεια είναι η πιο ρεαλιστική στάση ζωής και πως τελικά το να ζούμε σαν θίασος σκιών δεν είναι «μια κάποια λύση».


(Από το βιβλίο του Σαράντου Ι. Καργάκου:
 «Προβληματισμοί – ένας διάλογος με τους νέους.»
via

Όχι άλλα σκατά στη μάπα



«Ταπεινότητα δεν σημαίνει να έχεις
 μικρή ιδέα για τον εαυτό σου, 
αλλά να ασχολείσαι μ' αυτόν λιγότερο»

Υπό αυτή την έννοια, η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν έχει καμία σχέση με την υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε ένα από τα έξι δισεκατομμύρια κύματα στον ωκεανό της ζωής και ότι κανείς μας δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από τους άλλους.
Χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε γι΄αυτό, ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και το βράδυ βγαίνουν τα άστρα. Προτού ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, η Γη έχει εκτελέσει το ένα τρίτο της περιστροφής της γύρω από τον άξονά της και έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούν για να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και να μετριάσουν τον πόνο τους.
Και αφού δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, μπορώ να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Δεν δειλιάζω συνειδητοποιώντας ότι είμαι αδύναμος – ή ακόμα και απόλυτα ανίσχυρος – μπροστά στις δυνάμεις που είναι πολύ ανώτερες από τις δικές μου, αλλά, αντίθετα, νιώθω ελεύθερος.
Ελεύθερος να απολαμβάνω τη ζωή όταν τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αλλά και να επιδεικνύω στωικότητα και αξιοπρέπεια όταν καλούμαι να διαχειριστώ δυσκολίες. Ελεύθερος να αγαπώ και να βοηθώ τους ανθρώπους όταν συμπεριφέρονται όπως είναι το πρέπον (όπως θα ήθελα), αλλά και να εξακολουθώ να τους αγαπώ και να τους βοηθώ όταν η συμπεριφορά τους δεν είναι η αρμόζουσα (επιθυμητή).

Ελεύθερος να δημιουργήσω τη ζωή των ονείρων μου όταν τα πράγματα φαίνονται εύκολα, αλλά και ελεύθερος να συνεχίσω να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ή να παραιτηθώ και να χαράξω νέα πορεία όταν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα.
Τελικά, αυτό μου φαίνεται ότι είναι στον πυρήνα κάθε επιθυμίας μας: η ελευθερία να απολαμβάνουμε τη ζωή μας και να συνεισφέρουμε, τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα, με όποιο τρόπο μπορούμε και για όσο καιρό βρισκόμαστε εδώ.
Το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα δεν είναι στο χέρι μας. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας. Αν όμως βάλουμε κι εμείς το λιθαράκι μας και παίξουμε τον ρόλο μας, είναι απίστευτο πόσο μακριά μπορούμε να πάμε.

Χαίρομαι να προσφέρω, απαγορεύω να χρησιμοποιηθώ


Αφήνεις να εκμεταλλεύονται

το φιλότιμο και την καλοσύνη σου;

  Εντάξει και τι άλλαξε;
  Πρόσθεσες άλλον έναν στο δισάκι σου. Το φόρτωσες στην πλάτη και πορεύεσαι. Τουλάχιστον αντέχεις το βάρος.
  Απεναντίας δεν βλέπεις το φόρτωμα.
  Το νιώθεις κάθε που κάνεις ένα βήμα παραπέρα. Στην αρχή δυσκολεύεσαι, μετά συνηθίζεις. Έτσι λες στον εαυτό σου κάθε φορά που λυγίζεις.
  Ξέρεις πως έκανες ότι ήθελες και ας έβλεπες πως δεν οδηγεί πουθενά. Έπεισες τον εαυτό σου ότι χαίρεσαι να προσφέρεις. Και ας μην ζήτησες ποτέ κάτι και ας μην διεκδίκησες.
Έφτανε να βλέπεις το γέλιο και την ικανοποίηση.
Έφτανε. Δεν τάισες μια φορά την ψυχή σου με ένα βλέμμα ένα χάδι…
Νόμισες αρκεί που δίνεις εσύ, αρκεί να νιώσεις την χαρά που δεν πήρες. Και όλο άδειαζες.
Πρόσφερες και άδειαζες.
Έτσι ήθελες.
Τώρα; Γιατί αναρωτιέσαι που δεν έχεις κάτι για σένα; Γιατί παραπονιέσαι ότι χρησιμοποιήθηκες;
Εσύ άφησες την πόρτα ανοικτή και κρέμασες μια τεράστια επιγραφή:
 «ΠΕΡΑΣΤΕ ΚΟΣΜΕ»!
Όποιος βλέπει την πόρτα ανοικτή, τρέχει. Δεν τον εμπόδισες! Τον άφησες να αρπάξει, να λεηλατήσει, να μην υπολογίσει.
Εσύ τον έπλασες!
Παζάρι με ατέλειωτες προσφορές! Περάστε κόσμε!
Και πέρασε.
Και έφυγε.
Και σιγά μην τον ένοιαξε.
Όταν στέρεψες, διάλεξε άλλο παζάρι!
Γιατί λοιπόν τον κατηγορείς; Αυτός την δουλειά του έκανε, όπως τόσοι άλλοι. Θα τον κατηγορήσεις για αυτό; Όχι αυτός ήταν κύριος! Δεν ζήτησε κλειδιά, δεν έκανε ληστεία, βρήκε την πόρτα ανοικτή. Διάλεξε, φόρτωσε και γραμμή για την έξοδο! Γιατί λοιπόν παραπονιέσαι;
Μα σε παζάρι συναντηθήκατε, απλά δεν κάνατε αλισβερίσι, ο τύπος έψαχνε ευκαιρίες. Φταίει αυτός που δεν είχε τιμή η ψυχή σου;
Πάμε από την αρχή λοιπόν.
Κλείσε τις πόρτες, κατέβασε την επιγραφή και κάνε για πρώτη φορά ταμείο.
Τι έδωσες, τι πήρες. Τι ήθελες, τι κατάλαβες. Άρχισε να εξοφλείς, όχι τα χρέη του, τα δικά σου στην ζωή που σε περιμένει.
Μη νομίσεις πως δεν θα ξαναπεράσει απέξω. Θα είναι περίεργος..
Φρόντισε να βρει ένα τεράστιο «ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ», οδό και αριθμό της νέας σου ζωής.
Τότε θα αρχίσει να σκέφτεται πως κάτι θα έπρεπε να έχει πληρώσει.
Γιατί αυτό που μένει μετά την ηδονή της εκμετάλλευσης, είναι τα άδεια χέρια, ένα αμήχανο χαμόγελο στα χείλη και στο μυαλό ένα «Μεταφερθήκαμε»
Μαρία Βουζουνεράκη
via

Η απόσταση μεταξύ γήινου και θεϊκού: Το «ακατονόμαστο παρόν»





   Ο homo saecularis είναι το ραφινάτο απόσταγμα της ιστορίας. Για να φτάσουμε σε αυτόν, έπρεπε να ξεφορτωθούμε ένα σωρό βάρη: θρησκευτικά, πολιτικά, το βάρος της παράδοσης.





   Αυτό όμως το αλάφρωμα δεν μας χάρισε ευτυχία ή έστω ικανοποίηση, αλλά ένα είδος πανικού. Η νίκη της εκκοσμίκευσης, που κατακλύζει πλέον όλο τον κόσμο, είναι παράδοξη. Ο homo saecularis βρέθηκε μπροστά σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Νίκησε, αλλά του λείπει κάτι το ουσιαστικό, κυριαρχεί, αλλά εξεγείρεται ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό.

 Όλες οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι ακατάλληλες και χρειάζονται «διόρθωση», αυτό δηλαδή που σύμφωνα με τον Κομφούκιο αποτελεί την κύρια λειτουργία της σκέψης. Γι’ αυτό και ονόμασα το τελευταίο μου βιβλίο «Το ακατονόμαστο παρόν», γιατί από τον Μάιο του 1945 έχουμε εισέλθει σε μία ζώνη που δεν έχει όνομα, σ’ έναν κόσμο δίχως σταθερά σημεία αναφοράς. Και για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σήμερα, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη την αμέσως προηγούμενη περίοδο ’33-’45, αυτήν την προσπάθεια αυτοκαταστροφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού.


Ο κόσμος του homo saecularis δεν αντιπροσωπεύεται από καμία κατηγορία: ούτε από τον υπάλληλο, ούτε από τον εργάτη, ούτε από τον μάνατζερ ή τον πολιτικό. Η μόνη κατηγορία που καλύπτει τα πάντα είναι ο τουρίστας. Και με τη λέξη «τουρίστας» δεν εννοώ βέβαια αυτόν που ταξιδεύει, αλλά το ανθρωπολογικό μοντέλο της εικονικής πραγματικότητας.

 Οι τεχνικοί της εικονικής πραγματικότητας μιλούν για μια επαυξημένη πραγματικότητα, η οποία όμως βασίζεται σε μια ελαττωμένη πραγματικότητα, σε μια πραγματικότητα από την οποία έχει αφαιρεθεί ένα χαρακτηριστικό ζωτικής σημασίας: η μη αναστρεψιμότητά της. Σε αυτή την οδό συναντιούνται τόσο ο φανατικός της υπερκαλωδίωσης όσο και ο ακτιβιστής που θέλει να διορθώσει τον κόσμο.


Στο επίκεντρο της ψηφιακής επανάστασης, στη Silicon Valley, λαμβάνει χώρα κάτι πρωτόγνωρο. Υπάρχουν εκεί κάποιοι επιχειρηματίες, οι οποίοι μπορούν να χαρακτηριστούν είτε ως τολμηροί διανοούμενοι είτε ως παραληρούντες τελάληδες (ανάλογα με τα γούστα του καθενός), και οι οποίοι χρηματοδοτούν πρότζεκτς που αλλάζουν τον κόσμο από την μια μέρα στην άλλη.

 Ο όρος «τεχνητή νοημοσύνη» δεν εκφράζει σήμερα έναν τεχνολογικό εσωτερισμό, όπως τη δεκαετία του ’70, αλλά μια πανίσχυρη οικονομική δύναμη. Εκεί λοιπόν δεν μιλάν για τίποτε άλλο, παρά για τη στιγμή εκείνη που οι μηχανές θα γίνουν πιο έξυπνες από εμάς. Αυτό όμως για το οποίο δεν μιλάει κανένας είναι το πιο σημαντικό: η συνείδηση. Για το τι είναι και το πως λειτουργεί η συνείδηση, κανείς νευροεπιστήμονας κατάφερε να ψελλίσει οτιδήποτε. Θα τους συνιστούσα να διαβάσουν τις Ουπανισάδ.


Ο homo saecularis δεν εξεγείρεται μονάχα ενάντια στον εαυτό του, αλλά και ενάντια στη δημοκρατία. Αλλά το δημοκρατικό τυπικό που ρυθμίζει τον κόσμο μας είναι ο μόνος τρόπος να καταστεί βιώσιμη η ζωή, άσχετα αν για δημογραφικούς λόγους είναι σχεδόν ανεφάρμοστο. Αν όμως δεν υπήρχε, σε χώρες όπως π.χ. η Ινδία, θα είχαμε συνεχείς σφαγές.

 Η δημοκρατία είναι το τελευταίο οχυρό που κάνει ανεκτή τη ζωή, μετά έχουμε μόνο βασανιστήρια και αστυνομικά καθεστώτα. Σε αντίθεση με όσους πιστεύουν ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα αμεσοδημοκρατικό μοντέλο, εγώ νομίζω ότι η έννοια και η λειτουργία της διαμεσολάβησης είναι αποφασιστικής σημασίας.

 Η σκέψη που δεν τη λαμβάνει υπ’ όψη της είναι μια σκέψη αδαούς, γιατί όλη η υπόστασή μας βασίζεται στη διαμεσολάβηση, άσχετα αν όλοι την συκοφαντούν σαν το στοιχείο εκείνο που διαστρεβλώνει τα πάντα.

 Η ίδια η πρόσληψη της αισθητής πραγματικότητας είναι δυνατή μόνο χάρη στη διαμεσολάβηση. Για να δω κάτι χρησιμοποιώ φίλτρα. Όποιος δεν το γνωρίζει αυτό καταλήγει να πιστεύει ότι η διαμεσολάβηση είναι απλά ένα όργανο εξαπάτησης, σαν τον ανέντιμο δημοσιογράφο, τον ψεύτη πολιτικό ή, όπως συνέβη στο παρελθόν, τον πονηρό Εβραίο. 

Είναι θλιβερό. Αυτή η απώθηση που προκαλεί η διαμεσολάβηση δείχνει ότι η σκέψη μας έγινε πιο χοντροκομμένη. Όσο προχωρά η διαδικασία αποδιαμεσολάβησης του κόσμου θα γίνεται όλο και πιο εύκολο να εξαπατηθεί όποιος δεν διαθέτει πνεύμα αντίστασης. Κι έτσι θα νομίζει ότι η φωνή του είναι ταυτόχρονα και vox populi. Ο homo saecularis ξεφορτώθηκε τις θρησκείες, αλλά παρέμεινε τραγικά εύπιστος.


Προκειμένου να κατονομάσω αυτό που είναι ακατονόμαστο, χρησιμοποιώ πολλές φορές κατηγορίες που είναι εντελώς ανεπίκαιρες, αρχαϊκές, όπως η θυσία. Από όλα τα πράγματα που συνάντησα, η θυσία είναι το πιο δύσκολο αντικείμενο για τη σκέψη. Δεν πρόκειται βέβαια για δικιά μου ανακάλυψη, τη συναντάμε παντού στην ιστορία.

 Από την Κίνα ως την Ινδία κι απ’ την Ελλάδα ως την Παλαιστίνη, οι πιο διαφορετικοί και απομακρυσμένοι πολιτισμοί έχουν ως κοινό στοιχείο την πρακτική της θυσίας. Και μετά έχουμε την ανατροπή: με τον Ιησού η θυσία τελειώνει για πάντα και γίνεται, μέσω της Θείας Λειτουργίας, ανάμνηση θυσίας. Ταυτόχρονα όμως, η σταύρωση του Ιησού είναι και μια επιστροφή στις αρχές της θυσίας, όταν θύμα ήταν ο ίδιος ο Θεός.

 Τέλος, φτάνουμε στο σήμερα, όπου το θυσιαστικό τελετουργικό έχει εξοβελιστεί πλήρως από την κοινωνία και δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης. Όμως οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας των ισλαμιστών, απειλή που παραλύει τον κόσμο, αποτελεί μια εμφανή μορφή θυσιαστικής τελετουργίας, όπου θύμα είναι ο δράστης και καρπός της θυσίας όλοι εκείνοι που σκοτώνει μαζί του.

 Το θυσιαστικό τελετουργικό δεν θα εξαφανιστεί έτσι απλά, επειδή η εκκοσμικευμένη κοινωνία αποφάσισε κάποια στιγμή να το θέσει εκτός λειτουργίας. Επιστρέφει με άλλες μορφές. Είναι η τρομοκρατία και βέβαια ο πόλεμος, ιδίως από τον Α’ Π. Π. κι έπειτα.

 Αν διαβάσουμε τις «Τελευταίες ημέρες της ανθρωπότητας» του Κ. Κράους, θα δούμε ότι πιο πολύ χρησιμοποιεί τη λέξη θυσία παρά μάχη. Στον Β΄Π. Π. η θυσία μετατρέπεται σε μια διαδικασία απολύμανσης, μέσω των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Είναι πραγματικά εξοργιστικό το γεγονός ότι αποκαλούμε αυτή τη φρίκη με την ίδια λέξη που περιγράφει την ευχαριστηριακή θυσία που τέλεσε ο Νώε μετά τον κατακλυσμό: ολοκαύτωμα.


Σήμερα η θυσία δεν αποτελεί θρησκευτική κατηγορία. Η θρησκεία προϋποθέτει την επαφή με το αόρατο κι αυτό δεν ισχύει στην ισλαμική τρομοκρατία. Πηγή της ισλαμικής τρομοκρατίας είναι μάλλον η εκδίκηση, η απόρριψη του δυτικού πολιτισμού.

 Σε μια τεράστια περιοχή του πλανήτη που εκτείνεται από το Μαρόκο ως την Ινδονησία, ένας αριθμός ανθρώπων που ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο αισθάνεται, όσον αφορά την ίδια του την ύπαρξη, ταπεινωμένος, απεγνωσμένος. Γι’ αυτό και στο βιβλίο μου μιλώ επίσης και για την πορνογραφία, εξ ίσου σημαντική με την οικονομική παράμετρο.

 Το γεγονός ότι από τη μια στιγμή στην άλλη, σε κοινωνίες που έχουν πολύ προβληματικές σχέσεις με τον έρωτα, έγινε δυνατή, χάρη στο διαδίκτυο, η δωρεάν πρόσβαση σε άπειρες εικόνες γυμνών γυναικών που επιδίδονται σε σεξουαλικές πράξεις, αποτέλεσε ένα πολύ ισχυρό σοκ.

 Στην ισλαμική τρομοκρατία, ο καρπός της θυσίας δεν δρέπεται πλέον στο αόρατο αλλά ταυτίζεται με τον σωρό πτωμάτων που στοιβάζονται στον ορατό κόσμο. Αλλά παρόλα αυτά η θυσία θα συνεχίσει να υπάρχει, η κοινωνία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν.


Ο μύθος είναι ένα συνειδησιακό δράμα, τόσο για τους θεούς όσο και για τους ανθρώπους. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα οποία δεν είναι, όπως ισχυρίζονται πολλοί, μια προσπάθεια του ανθρώπου να κλέψει λίγη από την θεϊκή αθανασία. Δεν πρόκειται περί αυτού.

 Πρόκειται – κοιτάξτε καλά όλες τις ιστορίες που τα περιβάλλουν – για μια εσωτερική κρίση του ολύμπιου δωδεκάθεου. Τα Μυστήρια εκφράζουν μια στιγμή κατά την οποία κλυδωνίζεται η ολύμπια Τάξη εξ αιτίας της εξαφάνισης μιας παιδούλας, της Κόρης. Κι αν στη συνέχεια αποκαθίσταται μια (ασταθής) ισορροπία, είναι γιατί η θεοί αποφασίζουν να συναινέσουν στην απόφαση της Κόρης να δεχτεί την πρόταση του Πλούτωνα. Οι θεοί δέχτηκαν δηλαδή για πρώτη φορά την επαφή με τον θάνατο, με τον Άδη, τον οποίο απεχθάνονται ακόμα περισσότερο κι από τους ανθρώπους. Αυτό είναι το καινούριο στοιχείο.

 Γι’ αυτό και τα Μυστήρια αντιστοιχούν παραδόξως σε μια νέα συνειδησιακή βαθμίδα των θεών και λιγότερο των ανθρώπων. 

Οι άνθρωποι κατά κάποιο τρόπο ακολουθούν, αλλά όταν η Δήμητρα απειλεί ότι δεν θα επιτρέψει να ανθήσει η φύση, δεν απειλεί μόνο τους ανθρώπους, που θα έμεναν χωρίς τροφή, αλλά και τη θεϊκή τάξη, γιατί δεν θα επέστρεφε στον Όλυμπο και θα δημιουργούσε ένα κενό… Είναι η μεγάλη περιπέτεια της συνείδησης που συμβαίνει εν μέσω γεγονότων, ιστοριών που διαπλέκονται (μια απαγωγή, μια υπόσχεση, μια συμφωνία, μια επιστροφή).

 Το πρωταρχικό γεγονός της μυστηριακής γνώσης είναι το σημείο αναφοράς για την Ελλάδα. Γι’ αυτό τον λόγο στον Πλάτωνα, όπως και σε άλλους συγγραφείς, η εικόνα της γνώσης δίδεται συχνά διά μέσω της γλώσσας των μυστηρίων. Πρόκειται όμως για περιπέτειες κυρίως των θεών, κι αυτό συχνά το ξεχνάμε. Σ’ αυτές τις περιπέτειες οι θεοί έχουν ανάγκη την βοήθεια των ανθρώπων, όπως η Δήμητρα που περιπλανιέται και γίνεται δεκτή σ’ ένα σπίτι στην Ελευσίνα σαν μια οποιαδήποτε ζητιάνα. Ή όπως εκείνος ο άγνωστος που δείχνει στον Διόνυσο το δρόμο για τον Άδη.

 Οι σχέσεις των θεών με τον Άδη είναι πολύ δύσκολες, γιατί τον έχουν αποκλείσει. Και σε μια στιγμή επέρχεται αυτός ο συμβιβασμός με τον θάνατο, που είναι συμβιβασμός με την απουσία, μ’ αυτό που δεν φαίνεται. Στην ουσία, όλα αυτά είναι μεταφυσικά. Οι μοντέρνες ερμηνείες αυτών των μύθων είναι πολύ αφελείς, αυτές τις ιστορίες πρέπει να τις αφήσουμε στην ησυχία τους, να ζήσουν τη δικιά τους ζωή. Είναι πολύ πλούσιες σε νόημα από μόνες τους.


Είναι πολύ δύσκολο για μας να καταλάβουμε τι σήμαινε για τον αρχαίο να προφέρει τη λέξη θεός, μια λέξη που πριν ακόμα γίνει όνομα δήλωνε μια αόριστη παρουσία. Ο πιο σίγουρος τρόπος για να ξεμπερδέψουμε με αυτό το ζήτημα είναι να υιοθετήσουμε τη λανθασμένη ερμηνεία του ελληνικού ανθρωπομορφισμού, ότι δηλαδή οι θεοί των Ελλήνων ήταν η τελειοποιημένη εκδοχή των ανθρώπων, πιο δυνατοί, πιο ωραίοι κτλ.

 Πιστεύω ότι πρόκειται για μια ερμηνευτική οδό εντελώς λανθασμένη, αν και την ακολούθησαν πολλοί στη Δύση. Στην πραγματικότητα, αυτή η εκτυφλωτική επινόηση, το να δοθεί δηλαδή μια αναγνωρίσιμη, ανθρώπινη μορφή στους θεούς, ήταν ένα στοίχημα που δεν τους πλησιάζει περισσότερο στη γη.

 Πρόκειται για το τυπικό λάθος της δυτικής σκέψης, να θεωρεί τον θεό των Ελλήνων πιο κοντινό, πιο προσιτό. Όμως όχι, το αντίθετο, το πιο περίεργο πράγμα της αρχαϊκής Ελλάδας είναι ακριβώς η τρομακτική ακρίβεια, η αγριότητα σχεδόν, με την οποία ορίζεται η απόσταση μεταξύ γήινου και θεϊκού. Και η αγριότητα αυτή γίνεται ακόμα εντονότερη όταν οι θεοί παρουσιάζονται στους ανθρώπους με ανθρώπινη υπόσταση. 

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλειώδες παράδοξο της Ελλάδας, αλλιώς θα μιλούσαμε για μια ακόμα εκκοσμικευμένη θρησκεία, όπως την εννοούσε ο Φώυερμπαχ, όπου οι θεοί είναι προβολές του ανθρώπινου πνεύματος. Αλλά όμως δεν είναι.

 Κάθε φορά που στους μύθους ο άνθρωπος αγγίζει αυτό το όριο που τον χωρίζει με το θείο ή το ξεπερνά, βγαίνει από τη δοκιμασία πληγωμένος ή ακόμα και νεκρός. Το ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη μορφή δεν μειώνει την απόσταση, αλλά την εντείνει. Αυτό είναι το ελληνικό στοίχημα. Αλλά είναι επίσης ένα στοίχημα για τους θεούς το ότι παρουσιάστηκαν με μορφή τόσο ξεκάθαρη, τόσο αναγνωρίσιμη.

Χωρίς το ιερό είμαστε απλά τουρίστες

Roberto Calasso:

 "In un mondo senza il sacro siamo diventati solo turisti"



Πηγές:

Να φοβάσαι την ζήλια του κομπλεξικού ανθρώπου




   Ο κακός είναι κακός, φαίνεται.
   Λεπτά χείλη, γαμψή μύτη, ανατριχιαστικό μειδίαμα.
   Όταν το συναντάς, ξέρεις πώς να τον αποφύγεις.
   Η έτερη προσωπικότητα, αυτή του κομπλεξικού
   είναι σαφώς πιο επικίνδυνη.
   Εμφανίζεται πάντα με το μανδύα του απόλυτα νορμάλ ανθρώπου.
   Ενίοτε του cool.
   Άνθρωπος με ενδιαφέροντα
και με αστείρευτες απορίες περί της προσωπικής σου ζωής.
   Αυτό σε συγκινεί.
   Μα τόσο ενδιαφέρον πιά…;
Σαφώς και ενδιαφέρεται.
Να σου κάνει την προσωπική ζωή κόλαση!
Δεν τον υποψιάζεσαι με την πρώτη,
γιατί η φιλική του διάθεση λειτουργεί σαν καθρέφτης…
τυφλώνει!
Αν είσαι από την φύση σου φιλικός και ευπροσήγορος χαρακτήρας,
την πάτησες!
Οι προθέσεις του δεν είναι απαραίτητα κακές προς εσένα,
μην το παίρνεις προσωπικά.
Είναι απλά πολύ καλές απέναντι στον εαυτό του.
Και επειδή ο σκοπός αγιάζει τα μέσα,
δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό σ’αυτήν την προσωπικότητα.
Κατά την άποψή του πάντα.
Η δική σου αξιοπρέπεια όμως και η προσωπικότητα σου
τσαλακώνονται με την ευκολία που τσαλακώνεται το χαρτί κουζίνας.
Το πρόβλημα (το δικό σου τουλάχιστον, γιατί το δικό του δεν είναι μόνο ένα)
ξεκινά όταν ανακαλύπτεις μια τραγική
και αδικαιολόγητη μεταστροφή της συμπεριφοράς των άλλων απέναντί σου,
και ενώ διερωτάσαι ωσάν τον Αρειανό τί κάνεις λάθος,
ξαφνικά μια λαμπρή εικόνα σε ξυπνάει από τον λήθαργο.
Ο διεστραμμένος του εγκέφαλος έχει κάνει το θαύμα του.
Εσύ ως κλασσικός ανυποψίαστος,
συνεχίζεις να μιλάς για τη ζωή σου
μέχρι την συμπαντικά κομβική στιγμή
που αντιλαμβάνεσαι ότι για να σταματήσει
να σε μισεί ο πλανήτης, καλύτερα να μασάς… Τα όσα λες μεταφέρονται με την ταχύτητα του φωτός,
ελαφρώς πιο πικάντικα και βαρέως πιο διαστρεβλωμένα.




Τί του φταίει;
Χαμηλή αυτοεκτίμηση,
άσχημα παιδικά χρόνια,
ελλιπής προσοχή της οικογένειας,
η άτιμη η κενωνία και πολλά πολλά άλλα
που μπορούν να τραυματίσουν την ψυχή ενός ανθρώπου
στην τρυφερή ηλικία των παιδικών του χρόνων.
Που συναντάς τον κομπλεξικό; Παντού!
Πιο επικίνδυνο είδος είναι αυτό του best-friend!
Πως τον αναγνωρίζεις;
Η δημόσια εμφάνισή του, επιφανειακά δείχνει άψογη
με βάση τα πρότυπα του καθωσπρεπισμού
και βασικά είναι τέλειος.
Όμως τον αναγνωρίζεις όταν ξεσκεπάζεται στις μικρές λεπτομέρειες,
όταν χαμηλόφωνα μπαίνει στις συζητήσεις
και εμπιστευτικά εκτοξεύει τα βέλη του.
Παρατηρήσεις που χαρακτηρίζονται από πικρά
και γεμάτα πονηριά σχόλια.
Άδικος στους χαρακτηρισμούς
και μικρός στην επιμονή ενασχόλησης με τις πράξεις του άλλου.
Του άξιου.

Ο κομπλεξικός δεν μπορεί, και δεν θα μπορέσει ποτέ,
να φτάσει στο μεγαλείο και την απλότητα
του χαρισματικού ή απλώς φυσιολογικού ανθρώπου.
Έχει επίγνωση της ανυπαρξίας του,
δεν μπορεί να το χωνέψει
και αναγκαστικά επιλέγει ανέντιμα μέσα για να τον πολεμήσει.
Η συμπεριφορά του είναι προβληματική
κρύβοντας μία διαταραγμένη προσωπικότητα.
Ξεχωρίζει με την μανία που έχει στο να κρίνει
και να μην έχει άλλη απασχόληση
από την μόνιμη ματιά πάνω στις πράξεις των άλλων.
Ο κομπλεξικός κουβαλάει, μόνιμα στην καμπούρα του,
την ανεπάρκεια του και υποφέρει οικτρά.
Έχεις παρατηρήσει ποτέ κομπλεξικό άνθρωπο να παραδέχεται τα λάθη του,
τις αδυναμίες του, τα ελαττώματά του;
Μπροστά σε άλλους τουλάχιστον, ποτέ!
Δείχνει και δηλώνει τέλειος.
Συνήθως μπλέκουμε την παραξενιά με τα κόμπλεξ.
Δεν υπάρχει όμως τίποτα κακό στις παραξενιές.
Όλοι έχουν.
Το κόμπλεξ από την άλλη, ενοχλεί.
Προκαλεί προβλήματα, τριγμούς, δυσάρεστες καταστάσεις ακριβώς επειδή,
σε αντίθεση με μια απλή παραξενιά, επιβάλλεται βιαίως.
Έχεις αντιμετωπίσει έναν πραγματικά κομπλεξικό άνθρωπο;
Σίγουρα.
Ίσως όχι σε όλες τις βαθμίδες, αλλά το έχεις δεί.
Δεν παλεύεται.
Προτιμάς να έχεις απέναντί σου ένα δολοφόνο. Ο δολοφόνος, τουλάχιστον, θα σε σφάξει επιτόπου.
Ο κομπλεξικός θα το κάνει
αφού προηγηθούν ένα κάρο εξηγήσεις, δικαιολογίες και προφάσεις.
Και στο τέλος, θα προσπαθήσει να πείσει όλο τον κόσμο
Ότι εσύ έφταιγες που πέθανες…
Η λύση είναι μία.
Μην του δώσεις καμία σημασία.
Να γελάς με τους ισχυρισμούς του και να του γυρίσεις την πλάτη.
Απλώς δεν υπάρχει.

Η αλχημεία του «φαίνεσθαι»




  Στο Μεσαίωνα είχε κυριεύσει τους ανθρώπους το πάθος να βρουν τεχνητές μεθόδους για την κατασκευή χρυσού. Κάθε μέταλλο που είχε τη χαρακτηριστική υποκίτρινη λάμψη, θεωρούνταν πολύτιμο και χιλιάδες αλχημιστές αφιέρωναν τη ζωή τους σε πειράματα και κατασκευές του πολύτιμου μετάλλου, που και τότε, όπως και σήμερα, παίζει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μας.


Στις ημέρες μας η αλχημεία έχει προοδεύσει. Υπάρχουν ειδικοί «αλχημιστές», που φτιάχνουν ειδικούς τύπους ανθρώπων, ανθρώπους-πρότυπα, που χάρη σε μια υποκίτρινη απόχρωση, προβάλλονται σαν επιτυχημένοι, ευτυχισμένοι, με τέλειο χαρακτήρα, καμωμένο από χρυσάφι προσόντων κι αρετών. Οι μοντέρνες αλχημείες ονομάζονται διαφήμιση, μόδα, προπαγάνδα, δημόσιες σχέσεις, μάρκετιγκ και άλλες, που θα εμφανισθούν προτού ακόμη ολοκληρωθεί η εκτύπωση του δοκιμίου αυτού. Γιατί μια «μοντέρνα» αρχή ζωής ορίζει πως οι νέες ανάγκες απαιτούν διαρκώς ένα νέο άνθρωπο. Έτσι ο σημερινός άνθρωπος αναγκάζεται συνεχώς ν’ αλλάζει φλοιό, πράγμα που δεν του επιτρέπει να έχει ούτε πυρήνα.


Παρά το γεγονός ότι ζούμε στην εποχή των μετρήσεων, δεν έχουμε ακόμη στατιστικές σχετικά με το θέμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτό μας κάνει επιφυλακτικούς σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα της απολυτοποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι η διαπραγμάτευση μας μοιραία έχει έναν πιθανολογικό χαρακτήρα.


Ασφαλώς υπάρχουν, ή τουλάχιστον ελπίζουμε πως υπάρχουν, άνθρωποι που οι τρόποι συμπεριφοράς αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Φοβόμαστε όμως ότι αυτοί —κι αν υπάρχουν— αποτελούν μειοψηφία. Την πλειοψηφία διακρίνει ασυμφωνία λόγων και έργων, σκέψεων κι έργων, εσωτερικού χαρακτήρα και συμπεριφοράς. Εδώ εντοπίζεται η παρέμβαση των «αλχημιστών».


Συγκεκριμενοποιούμε τον προβληματισμό μας. Συστηματικά προβάλλονται καθημερινά, κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πρότυπα «επιτυχημένων» ανθρώπων. Συνήθως οι φιγούρες αυτές δεν παρουσιάζουν μειονεκτήματα και ατέλειες αλλ’ εκφράζουν την πιο εξελιγμένη μορφή σύγχρονου ανθρώπου: θαλερού και δυναμικού, σίγουρου και αποφασιστικού. Τα πρότυπα αυτά προορίζονται για νεαρά κυρίως άτομα, συμπιεσμένα από διάφορα συμπλέγματα και φοβίες, που αδιαφορώντας για τη μοναδικότητα της ύπαρξης τους, καταφεύγουν σε ξένα πρότυπα. Μια τέτοια παραίτηση από τον εαυτό τους απαιτεί και την υιοθέτηση τρόπων ζωής και συμπεριφοράς, που τις περισσότερες φορές δε συμφωνούν με τις μη συνειδητοποιημένες ιδιαιτερότητες, που κάθε άτομο ασφαλώς έχει.




Βασικό στοιχείο που ευνοεί τη διαιώνιση της παραπάνω κατάστασης, αποτελεί η ανεξέλεγκτη διαφήμιση. Για να μετατρέψει τον άνθρωπο σε αγοραστικό ον, είναι απαραίτητη η σχηματοποίηση των ατομικών αναγκών. Καθημερινά ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται ψυχοσωματικά από ονόματα μιας τεράστιας ποσότητας αγαθών. Τα «αγαθά» αυτά δεν αποτελούν μέσα κάλυψης αναγκών αλλά δεσμεύουν τη βούληση των ανθρώπων σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που δεν είναι δική του επιλογή. Τα διαφημιζόμενα προϊόντα είναι οι σημαντικότεροι τρόποι έκφρασης. Έτσι όμως ξεφεύγουμε από την ελευθερία επιλογής. Η συμπεριφορά δεν είναι αυθεντική• είναι «κόπια».


Αλλ’ η ανθρώπινη συμπεριφορά μεταλλάζεται ανάλογα με τις διεθνώς περιφερόμενες μόδες ή ρεύματα. Κοινωνικοπολιτικά ή θρησκευτικά συστήματα αναζητούν οπαδούς ή θιασώτες, προτάσσοντας κι επιβάλλοντας περισσότερο ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς παρά τις θεμελιώδεις αρχές τους. Μέσα στα κυκλώματα αυτά περισσότερο μαθαίνεις να φέρεσαι παρά να σκέπτεσαι. Να ενεργείς κατ’ εντολή κι όχι ν’ αυτενεργείς. Όμως, ο άνθρωπος, κουρασμένος από την ατονία ή μονοτονία της ζωής του, ενθουσιάζεται από αυτή τη μεταβολή και ρίχνεται σ’ έναν αγώνα προσαρμογής στη νέα «εθιμοτυπία», αγνοώντας ή μάλλον αδιαφορώντας για το αν αυτή η μοντέρνα εξωτερίκευση δεν ανακλά την εσωτερική του υπόσταση. Απλούστατα: ποτέ δε σκέφθηκε να ψάξει να βρει τον εαυτό του. Ούτε είχε καιρό να τον φτιάξει. Καταφεύγει στο εύκολο• να παίρνει έτοιμο τον εαυτό του. Σήμερα άλλοι μας φτιάχνουν.





Αλλά το πιο παράδοξο αυτής της αλλοτρίωσης είναι η επιφανειακή συμφιλίωση της εσωτερικότητας με τους τρόπους συμπεριφοράς. Το άτομο, συμπιεσμένο από την έλλειψη χρόνου, κουρασμένο από το μηχανικό ρυθμό ζωής, δεσμευμένο από την απομονωτική του διάθεση και τις φοβίες του, ζώντας σε μια ερμαφρόδιτη κατάσταση ανάμεσα στη μοναξιά και στη μαζοποίηση, αποδέχεται ανεπαίσθητα αλλότριες μορφές συμπεριφοράς. Σιγά-σιγά μονιμοποιείται αυτή η κατάσταση, όχι όμως απόλυτα. Κάτι μέσα του μπορεί να του θυμίζει τον ανεκπλήρωτο εαυτό του, όπως αυτό που «έκνιζε αεί» τον Οιδίποδα.


Οι σκέψεις αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με την εποχή μας. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρξει αντίλογος. Σε σχέση με παλαιότερους καιρούς δεν υπάρχει πια η κοινωνική υποκρισία. Τα στεγανά που υπήρχαν εξαλείφονται, τα ιδιαίτερα μαθήματα για την απόκτηση τρόπων καλής συμπεριφοράς θεωρούνται ξεπερασμένα. Το περίφημο «savoir vivre» αποδείχτηκε ένας ψεύτικος τρόπος ζωής. Υποκριτικός και υπηρετικός. Η συμπεριφορά δε φοριέται μαζί με το κατάλληλο για την περίσταση ρούχο. Ομολογουμένως η συμπεριφορά των τωρινών νέων παρουσιάζει και κάποιες αλλαγές προς το καλύτερο. Έχει περισσότερη ειλικρίνεια. Η προσποίηση που «φυλάκιζε» κάθε ενθουσιώδη κι αυθόρμητο τρόπο έκφρασης αποτελεί άγνωστο τόπο για τους σημερινούς νέους. Η γνησιότητα ίσως να δώσει νέα πνοή στις ανθρώπινες σχέσεις.


Η κοινωνική πραγματικότητα, όμως, δε μας επιτρέπει να είμαστε απόλυτα αισιόδοξοι. Οι προσωπικές μας εμπειρίες δε μας επιτρέπουν να δικαιώσουμε το σύγχρονο τρόπο ζωής και να τον θεωρήσουμε γνήσιο. Η νεανική ορμή διοχετεύεται σε βιαιότητες και ο αυθορμητισμός σε χυδαιολογίες και στο γκρέμισμα —όχι πάντα αναχρονιστικών- αξιών. Το υπερβολικά πηγαίο τής έκφρασης μέθυσε τον κουρασμένο από την υποκρισία άνθρωπο και τον οδήγησε στην υπερβολή, που βέβαια δεν αποκαλύπτει την πραγματική φύση του. Ο αυθορμητισμός έγινε κι αυτός προσποίηση, πήρε βλαβερές προεκτάσεις που δεν εκφράζουν τον ανθρώπινο ψυχικό κόσμο. Η χυδαιότητα τώρα θεωρείται μοντέρνα στάση ζωής. Η αισχρολογία -στο γραπτό και προφορικό λόγο— θεωρείται έκφραση απελευθέρωσης. Έτσι ο άνθρωπος σήμερα φυλακίζεται μέσα στην απελευθέρωση του.





Συχνά λέγεται —κι όχι άδικα— ότι η ζωή είναι μια ζούγκλα. Έτσι πολλοί νέοι νομίζουν ότι για να επιβιώσουν πρέπει ν’ αποθηριωθούν. Επιτηδεύονται τον «σκληρό», στις αναρίθμητες παραλλαγές που προσφέρει ο κινηματογράφος. Υιοθετούν μια αντικοινωνική συμπεριφορά, γιατί έτσι νομίζουν πως θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Πίσω από την επιφανειακή αυτή σκληρότητα κρύβεται φόβος. Την αναντιστοιχία εσώτερου είναι και συμπεριφοράς προωθούν και οι λεγόμενοι «κοινωνικοί ρόλοι». Κάποιοι άνθρωποι κατέχουν μια θέση• το κακό είναι ότι γίνονται θέση. «Φορούν» ένα ορισμένο πρωτόκολλο όχι μόνο τις ώρες που απαιτεί η θέση τους αλλά και στην υπόλοιπη ζωή τους.


Πόσο, λοιπόν, αυθεντικοί είμαστε σήμερα; Το σημαντικότερο υλικό για να πάρουμε πληροφορίες για το χαρακτήρα ενός ανθρώπου αποτελούν οι πράξεις του. Ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, όπου δεν υπάρχει χρόνος για προσεκτική ετεροπαρατηρησία, οι τρόποι συμπεριφοράς είναι το «σήμα κατατεθέν» του χαρακτήρα μας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένα «σήμα» είναι ένδειξη ακριβούς ποιότητος. Επόμενο είναι, λοιπόν, η ελαχίστη ή η μεγίστη τιμή αλλοτρίωσης του σημερινού ανθρώπου να κρίνεται όχι από αυτό που πραγματικά είναι αλλ’ από αυτό που φαίνεται πως είναι. Για να διαπιστώσουμε μάλιστα πόσο πολύ στην εποχή μας τα φαινόμενα απατούν, αρκεί να σημειώσουμε πως οι σημερινές συνθήκες απαιτούν όχι να είσαι πλούσιος αλλά να φαίνεσαι πλούσιος. Από αυτό ξεκινά και η έντονη τάση επίδειξης, η λεγόμενη επιδειξιομανία.


Εξάλλου στην εποχή μας, παρά την πρόοδο της ψυχογνωσίας με την ανάπτυξη της ψυχολογίας, είναι δύσκολη η διάγνωση της αυθεντικής φύσης ενός νέου. Απελπισμένοι γονείς βοούν πως όχι μόνο δε γνωρίζουν αλλ’ ούτε και αναγνωρίζουν τα παιδιά τους. Οι μοντέρνοι μάγοι αλχημιστές τα έχουν κάνει αγνώριστα. Συγχρόνως η εξάπλωση της αλλοτρίωσης εμποδίζει τον άνθρωπο να ξέρει αν υποκρίνεται ή όχι, έτσι που σε μια πιθανή κρίση κάποιου άλλου, τα προσωπικά του βιώματα να μην τον βοηθούν ουσιαστικά στη γνώση του εαυτού του. Όταν δεν ξέρει ο ίδιος τι είναι, δεν μπορεί να ξέρει αν ο άλλος τον ξέρει.


Η τυποποίηση και η ισοπέδωση δεν επιτρέπουν την προσωπική έκφραση. Σήμερα ξέρουμε την τιμή του ανθρώπου κατά κατηγορίες. Αλλά δεν ξέρουμε στο βάθος τι είναι ο άνθρωπος. Τα στερεότυπα συμπεριφοράς δεν επιτρέπουν αυτοδημιουργία. Παρ’ όλ’ αυτά ακόμη και στα πιο γιγάντια τσιμεντένια φράγματα εμφανίζονται ρήγματα. Ρήγματα παρουσιάζει και η «τσιμεντοποιημένη» ζωή μας. Μέσα από αυτά ο προσεκτικός παρατηρητής μπορεί να δει κάποια «φωτεινά σημεία». Ψήγματα χρυσού. Είναι ίχνη του πραγματικού μας εαυτού. Αν γίνουν μαγιά ενός νέου «επανανθρωπισμού,» τότε μπορούμε να ελπίζουμε πως η γνησιότητα από τον άνθρωπο δεν χάθηκε ακόμη. 
Από το βιβλίο του Σαράντου Ι. Καργάκου:
 «Προβληματισμοί – ένας διάλογος με τους νέους.» 
Τόμος Ε. GUTENBERG – ΑΘΗΝΑ 1997
via

[full_width]




Scroll To Top