Κλεψύδρα που αδειάζει





  Φτάνεις σε μια ηλικία, ένα στάδιο ζωής, συνήθως κάπου μετά τα 50 ή 60, αφού έχεις βρει την ταυτότητά σου, τον εαυτό σου, έχεις σπουδάσει, έχεις βρει δουλειά κι έχεις πετύχει (ή έχεις πιάσει ταβάνι) στη καριέρα σου, έχεις (παρα)γνωρίσει το σεξ, έχεις βιώσει τον έρωτα και το πάθος, τη ηδονή και την υπέρβασή της, έχεις υποταχθεί στον και υπερβεί τον γάμο και (σαν μικρός Θεός παιδαγωγός) έχεις οδηγήσει παιδιά να πετάξουν λεύτερα έξω απ τη φωλιά, έχεις χωρίσει και μάλλον ξαναγαπήσει (τι επανεκκίνηση!), έχεις ασχοληθεί (ρομαντικά) κι απογοητευτεί (αηδιαστικά) με την πολιτική και την θρησκεία, έχεις (τι προνόμιο!) διαβάσει, ταξιδέψει, γράψει, ερευνήσει, καλλιτεχνήσει και προσωπικά εξελιχθεί, έχεις προσφέρει και πάρει αγάπη κι ομορφιά (ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτά!) για να μην μακρυγορώ… έχεις καταλάβει, λίγο ή πολύ, πως λειτουργεί ο γήινος κόσμος κι οι άνθρωποί του και πόσο ίδια (ή και χειρότερα…) θα παραμείνουν κατά τη διάρκεια της ζωής σου παρά τις προσπάθειές σου (και ίσως κάθε σοφότερού σου) ως επαγγελματίας, γονιός, καλλιτέχνης, φιλόσοφος, εραστής, αγωνιστής ή ηγέτης…

  Κι εκεί που νόμιζες ότι όλα πηγαίνανε κατ’ ευχήν και σύμφωνα με το πρόγραμμά σου… κάποιοι, κι εγώ, κι εσύ… φτάνεις ύπουλα (ακόμη κι αν σ’ έχουν προειδοποιήσει οι προπαθώντες) σ’ ένα ψυχολογικό στάδιο (είναι ορμονικό; κοινωνικό; ψυχιατρικό; υπαρξιακό; βιώνοντας απώλειες ορμονών, ικανοτήτων, αξίας, φίλων, ρόλων…) ένα στάδιο όπου συνειδητοποιείς ότι έχεις ικανοποιήσει τους στόχους που η κοινωνία σου κι εσύ (ως καλά κοινωνικοποιημένο παιδί της, πολύ μικρό σε θέληση κι ανίδεο για τον εαυτό σου) είχες θέσει…. Και (τι σοκ!) δεν έχεις άλλους πλέον… Όχι ότι δεν υπάρχουν. Απλά εσύ δεν πολυενδιαφέρεσαι. Κυρίως αν κολλημένος σε μια μπανάλ ζωή επαγγελματικής, σεξερωτικής, φιλικής, καθημερινής ρουτίνας και ανούσιας πεζότητας… (Μα όχι μόνο τότε…). Κυρίως αν εστιάζεσαι στη κλεψύδρα που αδειάζει. Κι αναρωτιέσαι αν άξιζε, αν έζησες για σένα ή για τους άλλους. Αν είσαι θυμωμένος ή εκπληρωμένος…




  Συχνά σ’ αυτή την κρίση της “μέσης” ηλικίας (λένε, μα ουσιαστικά σε οποιαδήποτε ηλικία) ή στάδιο, σ’ αυτή την καμπή κι απόφαση ή κρίση (του “τι κάνω τώρα που ν’ αξίζει για μένα”…) σε χτυπάει άλλοτε “διακριτικά” (στους υψηλά λειτουργικούς, με τις καλές ψυχολογικές άμυνες, του χιούμορ, της μετουσίωσης, της δημιουργίας, της υποστηρικτικής αγάπης, της πίστης…) κι άλλοτε βαριά κι ανελέητα (σαν ψυχιατρική διαταραχή) μια υπαρξιακή αδιαφορία και μελαγχολία, μια θλίψη κι ένα άγχος, ενίοτε μια παράλυσή, αν όχι ψύχωση ή αποπροσωποποίηση, με κεντρομόλο (σε καταπίνει εσωστροφικά σαν δίνει) ή φυγόκεντρο (σε δυαλύει σε χαλάσματα) επίκεντρο και πλαίσιο… την α-Νοησία και Ματαιότητα (“κι επειδή επιβιώσαμε κι ενισχύσαμε το γήινο είδος, στο Άπειρο Σύμπαν, τι ακριβώς καταφέραμε;”) κι αυτό το επερχόμενο Τέλος (των στόχων, της ζωής σου).


  Κάποιοι θα προσκολληθούν στα παιδιά τους, θα ζουν μέσα από αυτά και τις μικρές τους φιλοδοξίες, σχεδόν πανομοιότυπες με τις παλιές δικές μας (βλ. σπουδές, σεξ, έρωτας, δουλειά, σπίτι, οικογένεια, ταξίδια, κοινωνική επιτυχία…).

  Στο “ν’ αγαπάς και να δουλεύεις” είχε αποφανθεί λακωνικά ο Σιγκμουντ Φρόιντ ότι αποστάζεται κι υλοποιείται το Νόημα της ζωής μας! Και το ψυχαναλυτικό ή γενικότερα το φιλοσοφικό “γνώθι σ’ αυτόν” μας προστατεύει από την τύφλα της άγνοιας και της ενεργειακής μας επένδυσης (ψυχικής, χρονικής, συναισθηματικής, παραγωγικής, ηδονικής, ζωικής, επιθετικής, θανατηφόρου, κλπ) σε ανούσια για εμάς έργα.

  Κάποιοι θα παρατήσουν (μπουχτισμένοι και παρορμητικά ή περίσκεπτα και συστηματικά) δουλειά, συζύγους, παιδιά, κονφορμισμούς και θα ταξιδέψουν “ελεύθερα” σε (ή θ’ αποσπάσουν προσοχή από την αγωνία τους με) άλλα κορμιά και σεξ (το αντίδοτο του Θανάτου, κυριολεκτικά και ψυχολογικά ή ψυχαγωγικά), με μαστούρες, τρέλες, πάθια κι απολαύσεις…

  Άλλοι θα απομονωθούν με τα σκυλιά τους στην εξοχή, σε μοναστήρια, βιβλία, συγγραφές, σιωπηλά έργα τέχνης και φιλοσοφικά ησυχαστήρια…

  Πολλοί θα επιμηκύνουν τεχνητά τη ζωή και τα Νοήματά της, αναιρώντας τον θάνατο, “πιστεύοντας” σε εξωγήινες, άυλες, πνευματικές, ψυχικές, ανακυκλώσιμες ή μετενσαρκωμένες ζωές και τους παντοδύναμους θεούς που καταφέρνουν τέτοια κόλπα Αθανασίας και παραδεισένιων ανταμοιβών. Τυχεροί! (Όχι για εμένα.)

  Κάποιοι θ’ αυτοκτονήσουν (καταθλιπτικά; ευθανασιακά; ποιος ξέρει;) έχοντας ολοκληρώσει τον δημιουργικό ή ανακυκλωτικό κύκλο τους, επιθυμώντας ή προσδοκώντας τίποτα άλλο πλέον από τον εαυτό τους, τους ανθρώπους ή την ζωή… (Τα υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και αυτοκτονιών συμβαίνουν σε ηλικίες άνω των 65, άντρες, μόνους).

  Εξυπακούεται ότι κάποιοι άλλοι θα πρέπει να το φιλοσοφήσουμε αλλιώς, ώστε να μην πέσουμε στο ανούσιο ή στην κατάθλιψη (της ανηδονίας, δυσφορίας, αναποφασιστικότητας, αδιαφορίας, αδράνοιας, απουσίας κινήτρων-στόχων). Ώστε να κρατήσουμε κάποια ηδονική νοηματική ισορροπία ανάμεσα στα επιτεύγματα και τις μνήμες τις παρελθούσας ζωής μας και σε κάποιες ίσως πιο Συνειδητές κι Εκούσιες και Ριζοσπαστικές, εύχομαι, παροντικες και μελλοντικές επιθυμίες, νοήματα, δράσεις κι εκπλήρωση… Με το “ριζοσπαστικες” εννοώ ότι εξαιτίας της Ικανοποίησης μας – ή μη – στην Ωριμότητά μας έχουμε μια αδέσποτη πλέον Ελευθερία που απαιτεί και προστάζει Δημιουργική Μεταμόρφωση!

  Αν αυτά τα νοήματα κι οι δράσεις θα είναι ηδονικά, δημιουργικά, διδασκαλικά, φιλοσοφικά, εγωκεντρικά ή αλτρουιστικά, καλλιτεχνικά, ευεργετικά, υπερβατικά, συμβολικά ή πρακτικά, επαναστατικά, ταπεινά, ενσυναισθηματικα ή ναρκισσιστικά, συντροφικά ή μοναχικά, της προσφοράς ή της κυριαρχίας, ντόπια ή παγκόσμια, ζωής ή θανάτου (ή κάποιος συνδυασμός αυτών κι άλλων πολλών) θα επιλέξει ο καθένας μας.

  Ο Χόρχε Μπουκάι (στον Δρόμο των Δακρύων) έγραψε ότι κάποια πράγματα είναι απαραίτητο να τα έχουμε καθορίσει/τακτοποιήσει μέσα μας: τη σεξουαλική μας ταυτότητα, μια φιλοσοφική ή ηθική άποψη, τη σχέση ή τα όρια με τους γονείς μας, το σχέδιο/στόχους της ζωής μας και τη θέση μας απέναντι στο θάνατο… Αλλιώς δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και τι χάνεται και πως θα αναπληρωθεί.

  Όλη μας η ζωή είναι μία αλληλουχία Τυχαίων και Απρόβλεπτων ή/και Αναγκαίων κι Αναπόφευκτων Απωλειών. Για όλους μας σε λιγότερο ή περισσότερο υποφερτό βαθμό, για κάποιους δύσμοιρους σε αφάνταστα τραγικό.

  Από το κορμί της μητέρας μας, την παιδική άγνοια, αθωότητα κι ανευθυνότητα, την εφηβική απολυτότητα, ανεμελιά και παντοδυναμία, τη ρομαντική «άνευ όρων» αγάπη, την “άσβηστη” έκσταση της ηδονής, την ανέμελη εργένικη ζωή, την εμπιστοσύνη των «φίλων» μας, την αρμονική ευτυχισμένη «νορμάλ» οικογένειά μας, τα όνειρά μας για “δημιουργική” εργασία ή “αξιοκρατικό” εισόδημα, της Αξίας μας, των “ασυμβίβαστων” ηθικών ιδανικών μας, της “αστιγμάτιστης” εθνικής μας ιστορίας, της ανιδιοτελούς θρησκευτικής “αλήθειας”, του “καλοκάγαθου” κράτους μας και των κοινωνικών του “αξιών”, την αίσθηση “ασφάλειας” και “βεβαιότητας”, “συνέχειας” και “πραγματικότητας”, τη “φερεγγυότητα” του μυαλού μας και την “αξιοπιστία” της γνώσης μας, την αγάπη και ηθικότητα των παιδιών μας, την υγιή λειτουργία μας ή βασική χρησιμότητά μας, την “ανεξαρτησία” και “αυτοδιάθεσή” μας, την “εξέλιξη” ή “ολοκλήρωση” έργων, σχέσεων κι Ονείρων, τον Κόσμο μας όπως τον υποθέταμε, γνωρίζαμε και επιθυμούσαμε να είναι (αχ… πόσο ειρηνικό, δίκαιο, ασφαλή, λογικό, προβλέψιμο, ανθρώπινο, αξιοπρεπή, ελπιδοφόρο), των ποικίλων αυταπατών και ψευδαισθήσεων που γεμίζανε με Νόημα την συμπαντικά Ανόητη Στιγμιαία Μικροβιακή ζωή μας μέχρι τον αναπόφευκτα φυσικό τερματισμό της Ζωής, της δικής μας ή (συχνά πολύ χειρότερα) των λατρεμένων αγαπημένων μας.

  Όσοι το έχουν βιώσει το γνωρίζουν ενδόμυχα, κάθε Βίαιη, Τραγική, Ακατανόητη ή κατά συρροή Απώλεια, χωρίς το κατάλληλο φιλοσοφικο-ψυχολογικό “μπόλιασμα”, οδηγεί σε ένα καταστροφικό Υπαρξιακό Ακρωτηριασμό, σ’ ένα Καταθλιπτικό Άγχος που μπορεί να “ξεσκίσει” το ανεπαρκώς προετοιμασμένο (για την «παραμόρφωση») άτομο στις ραφές που κρατούσανε σε συνοχή την ταυτότητά του.

  Ή… παρά την Οδύνη, το Κενό, την Αγωνία και τη Σύγχυση, με την κατάλληλη ψυχολογική-υπαρξιακή φιλοσόφηση και τη δημιουργία νέου Νοήματος, μιας νέας ίσως Ταυτότητας (και, σαν τον ποταμό του Ηράκλειτου, ποτέ δεν είμαστε ακριβώς ίδιοι με τον παρελθοντικό εαυτό μας, κάτι που το συνειδητοποιούμε σταδιακά σε βάθος χρόνου ή και άμεσα μετά από σημαντικές αλλαγές) εν δυνάμει οδηγούμαστε σ’ ένα (επώδυνο και θλιβερό αρχικά μα) ψυχολογικά υγιές πένθος και τις αναγκαίες δημιουργικές – ανατρεπτικές ή υπερβατικές – κι εξελικτικές προσαρμογές που “μετουσιώνουν” το Μοιραία «Σημαδεμένο» Πρόσωπο σε ένα γαλήνιο, συνειδητό, δημιουργικό και ολοκληρωμένο «Άνθρωπο», φορέα μιας (επειδή πεπερασμένης μα και ηθικά ελεύθερης, όχι ντετερμινιστικής – πιστεύουμε αξιωματικά) Πολύτιμης «Πνευματικής» Ζωής!




  Το πένθος είναι η επώδυνη μα απαραίτητη φυσιολογική διαδικασία, της επεξεργασίας μιας απώλειας (εξωτερικής/πραγματικής ή εσωτερικής/υποκειμενικής, απότομης ή προοδευτικής), που αποσκοπεί στην προσαρμογή και την εναρμόνιση της εσωτερικής μας με την εξωτερική μας κατάσταση (της δημιουργίας ενός νέου εαυτού) απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα.

  Θα υπενθυμίσω ένα γράμμα του Γερμανού φιλοσοφημένου ποιητή και ενός από τους πιο ψυχολογημένους που έχω διαβάσει Ράινερ Μαρία Ρίλκε (από το “Η Σοφία του Ρίλκε“):

  -Πόσο θα πρέπει να γεράσει κανείς για να ‘χει αληθινά αποθαυμάσει, να μην του έχει ξεφύγει τίποτα από τα του κόσμου τούτου· πόσα ακόμη δεν υποτιμούμε, παραβλέπουμε, παραγνωρίζουμε. Θεέ μου, πόσες ευκαιρίες και πόσα παραδείγματα για να γίνουμε κάτι… – και απέναντι σ’ όλα αυτά πόση νωθρότητα, πολυδιάσπαση κι αδυναμία θέλησης εκ μέρους μας.

  Τι είναι λοιπόν αυτό που όλοι μας χρειαζόμαστε με τον πλέον επιτακτικό τρόπο; Η παροδικότητα και το εφήμερο να μην ταυτίζονται με χωρισμό, διότι τα έχουμε από κοινού με όσα πέρασαν μέσα από τα χέρια μας και χάθηκαν αφού είμαστε κι εμείς εφήμεροι. Συνυπάρχουμε όλοι ενωμένοι ταυτόχρονα σ’ ένα Είναι όπου η έννοια του χωρισμού είναι εξίσου αδιανόητη…

  Αν δεν επιλυθεί η υπαρξιακή αυτή κρίση ώστε να κατακτήσουμε την αίσθηση της Αποδοχής των Ορίων και του Τέλους μας, την αίσθηση μιας κάποιας Ολοκλήρωσης ή και Συνέχειας, κάποιου Νοήματος και Αξιοποίησης της γήινης ζωής μας… θα καραδοκεί (συχνά για πολλά χρόνια, όλο και πιο επικίνδυνη όσο το Κενό θεριεύει) μια αγέλαστη, άνευ επιστροφής, μοναχική κατάβαση στην παγωμένη χειμωνιάτικη σπηλιά ή χειρότερα μια Κόλαση Ανοησίας, Τρόμου και Απελπισίας.

  Το παραπάνω θίγει ο σοφός ΔανοΑμερικανός ψυχαναλυτής Εrik Erikson στα 3-4 τελευταία από τα 8 ψυχοκοινωνικά (σε αντίθεση με τα αμφιλεγόμενα Φροϋδικά ψυχοσεξουαλικά) στάδια-κρίσεις της ανθρώπινης ζωής. Τα τελευταία τρία του μετά την ηλικία των 40 είναι:

  6- Οικειότητα ενάντια στην Απομόνωση,

  7- Πανανθρώπινο Ενδιαφέρον/Δημιουργικότητα ενάντια στην Αυτο-απορρόφηση και

  8- Πληρότητα/Ακεραιότητα ενάντια στην Απελπισία!

  Ο Εrik Erikson (1902-1994) ανέπτυξε μια ψυχοκοινωνική θεωρία για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Έβλεπε την ανάπτυξη του ανθρώπου, της προσωπικότητας του, ως μια δυναμική διαδικασία, η οποία συνεχίζεται μέχρι το τέλος της ζωής (και δεν τελειώνει στα πρώτα 5-6 χρόνια μας). Σε κάθε ψυχοκοινωνικό στάδιο του Erikson τα άτομα καλούνται να επιλύσουν συγκρούσεις/κρίσεις προκειμένου να εξελιχθούν περαιτέρω ισορροπημένα (υγιώς). Οι ανεπίλυτες συγκρούσεις οδηγούν σε αναπτυξιακά προβλήματα σε επόμενα στάδια.


  Τα 8 ψυχοκοινωνικά στάδια εν συντομία:

  1) Εμπιστοσύνη vs Δυσπιστία (γέννηση ως 1 έτους)

  Αν ικανοποιημένα από τους φροντιστές τους τα βρέφη αναπτύσσουν εμπιστοσύνη για τον κόσμο, ο οποίος μοιάζει να είναι ασφαλής.

  2) Αυτονομία vs Ντροπή & Αμφιβολία (1-3 ετών)

  Τα νήπια ανακαλύπτουν το σώμα τους, τις λειτουργίες του και τον έλεγχό του (τουαλέτα, φαγητο, ντύσιμο). Το παιδί πρέπει να μάθει να ελέγχει το σώμα του, προκειμένου να αποκτήσει μια αίσθηση εμπιστοσύνης και αυτονομία.

  3) Πρωτοβουλία vs Ενοχή (3-6 ετών)

  Τα παιδιά σταδιακά ανακαλύπτουν τον κόσμο. Πρέπει να εξερευνήσουν το περιβάλλον τους αποτελεσματικά, να ανακαλύψουν πράγματα και να αναπτύξουν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν ανθρώπους και καταστάσεις.

  4) Φιλοπονία vs Κατωτερότητα (6-12 ετών)

  Λόγω γνωστικής και κινητικής ανάπτυξης, τα παιδιά αποκτούν περισσότερες δεξιότητες, τις εξασκούν (πχ σε ομαδικά παιχνίδια) και τις μεταφέρουν στο σχολείο και τον έξω κόσμο. Σε περίπτωση γενικευμένης κατάκρισης ή απαξίωσής τους αναπτύσσουν αίσθημα κατωτερότητας, αποδιοργάνωση, χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειονεκτική αυτοεικόνα.

  Και τώρα αυτά που μας ενδιαφέρουν περισσότερο όσο ωριμάζουμε και γερνάμε:

  5) Ταυτότητα vs Σύγχυση Ρόλου και Εαυτού (12-18 ετών και άνω)

  Στην εφηβεία και νεότητα, ενσωματώνουμε μέσα στην εικόνα του εαυτού μας διάφορους ρόλους: Φίλος, αδερφός, μαθητής, σύντροφος, αθλητής κλπ. Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά μια σταθερή μα και τροποποιήσιμη ταυτότητα αναγκών, δεξιοτήτων, προτιμήσεων, μοτίβων, στόχων, κλπ, που βοηθά στην αντιμετώπιση και προσαρμογή στο περιβάλλον. Έλλειψη σταθερής ταυτότητας προκαλεί σύγχυση και αποδιοργάνωση. Κατανοείτε γιατί οι μεγάλες αλλαγές (σε υγεία, σχέσεις, εργασία, φιλίες – ακόμη και στα κίνητρά μας) μετά τα 60 μπορούν να μας αποσυντονίσουν…

  6) Οικειότητα vs Απομόνωση (18-40+ ετών)

  Με την έναρξη της ενήλικης ζωής η ενδόμυχη οικειότητα (ή συντροφικότητα/φιλία) αρχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ανθρώπου. Οικειότητα είναι η ικανότητα του ατόμου να μοιράζεται τη ζωή και τον εαυτό του με άλλα πρόσωπα, δίχως να φοβάται ότι θα χάσει τη δική του ταυτότητα. Εάν προηγούμενων σταδίων κρίσεις δεν έχουν επιλυθεί, το άτομο δυσκολεύεται με την οικειότητα και συχνά απομονώνεται. Αυτό επειδή όταν η ταυτότητα, η δομή, του ατόμου είναι αδύναμη, η οικειότητα φοβίζει κι απειλεί με εγκλωβισμό ή αφανισμό του Εαυτού.

  7) Πανανθρώπινο Ενδιαφέρον/Δημιουργικότητα vs Αυτο-απορρόφηση (40-65 ετών)

  Ο ώριμος ενήλικας πλέον, αν η ανάπτυξη έχει συντελεστεί σωστά, είναι ελεύθερος να κατευθύνει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στους άλλους, πέραν του εαυτού του. Νοιαζόμαστε για τα παιδιά, την οικογένειά μας, για κοινωνικά, εργασιακά, περιβαλλοντολογικά ζητήματα. Κι εδώ αν υπάρχουν ανεπίλυτες συγκρούσεις, η προσοχή στρέφεται δυσανάλογα κι ανισόρροπα προς τον εαυτό (αυτο-απορρόφηση). Να γεμίσουμε το Κενό μας. Η αυτο-απορρόφηση μπορεί να ερμηνευθεί και ως αίσθηση στασιμότητας, περιορισμού ή εγκλεισμού και ανίας. Προβληματικότατη όταν συμβαίνει υπερβολικά. Να το πούμε αλλιώς, απαραίτητη κι εδώ η ισορροπία ανάμεσα στην γαλήνια φιλοσοφημένη εσωστρέφεια ή μοναχικότητα και την δημιουργική αλληλεπίδραση με το “άλλο” ή εξωστρέφεια!

  Και το 8ο που έδωσε τον τίτλο στην σημερινή παρουσίαση:

  8) Πληρότητα/Ολοκλήρωση/Ακεραιότητα vs Απελπισία (65+).

  Το τελευταίο στάδιο.

  Εξαρτουμένου των προηγούμενων, καθώς το άτομο πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, κάποιοι αισθάνονται πληρότητα και ικανοποίηση με τις επιλογές και τις πράξεις τους, νιώθουν πως η ζωή τους είχε νόημα και δεν χαραμίστηκε. Άλλοι νιώθουν μετανιωμένοι για τις (μάλλον ανούσιες, λανθασμένες, άχαρες, μίζερες ή μη αυθεντικές για τον εαυτό τους) επιλογές και “πνίγονται” στην απόγνωση, κατάθλιψη, εθισμούς και υπαρξιακό τρόμο… μην προλαβαίνοντας να διορθώσουν λάθη ή να ολοκληρώσουν την μισή ζωή τους.

  Κάθε κρίση παραμένει παρούσα (κυρίως αν ανεκπλήρωτη) σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου κι η ανάπτυξή μας είναι μια δυναμική και συνεχής διαδικασία.

  Θεωρώ μαζί με πολλούς ψυχοθεραπευτές, κυρίως της υπαρξιακής-ανθρωπιστικής παράδοσης ότι η ψυχοθεραπεία πρέπει να είναι ουσιαστική πρακτική φιλοσοφία. Οι αρχαίοι μας την εξασκούσαν ως τρόπο ζωής, ως στόχο Ευδαιμονίας. Όχι απλά συμπτωματική ανακούφιση όπως κάποιες ψυχοθεραπείες. Ποιος ουσιαστικότερος από τον αγαπημένο Επίκουρο.





  Ο Ιρβιν Γιάλομ (Στον Κήπο του Επίκουρου) γράφει:

  – Η υπαρξιακή κοσμοθεωρία μου στην οποία, βασιζω την κλινική μου δουλειά, ασπάζεται τον ορθολογισμό, απέχει από τις υπερφυσικές πίστεις και υποστηρίζει ότι η Ζωή γενικά, και η δική μας, ανθρώπινη ειδικά, είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Ότι παρόλο που λαχταράμε να διατηρηθούμε στην ύπαρξη μας, είμαστε πεπερασμένα όντα. Ότι βρισκόμαστε πεταμένοι σ’ αυτή την ύπαρξη μόνοι, χωρίς προκαθορισμένη δομή ζωής ή πεπρωμένο. Ότι ο καθένας μας πρέπει ν’ αποφασίσει πως να ζήσει όσο γίνεται πληρέστερα, πιο ευτυχισμένα, πιο ηθικά και πιο ουσιαστικά.

  – Η υπαρξιακή μέθοδος είναι μια από πολλές ψυχοθεραπευτικές μεθόδους – κι όλες έχουν τον ίδιο λόγο ύπαρξης – να διακονήσουν την ανθρώπινη απόγνωση. Η υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική θέση δηλώνει ότι αυτό που μας προκαλεί σύγχυση δεν πηγάζει μόνο από το βιολογικό μας γενετικό υπόστρωμα (ψυχοφαρμακολογικό μοντέλο), δεν πηγάζει μόνο από τη πάλη μας, με απωθημένες, ενστικτικές ορμές (Φροϋδική θέση), δεν πηγάζει μόνο από τους σημαντικούς ενηλίκους που έχουμε ενδοβάλλει, οι οποίοι ενδέχεται να ήταν άστοργοι, χωρίς αγάπη, νευρωτικοί (θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων), δεν πηγάζει μόνο από κάποιους διαταραγμένους τρόπους σκέψης (γνωσιακή συμπεριφορική θέση), ούτε μόνο από θραύσματα λησμονημένων τραυματικών μνημών ή από τρέχουσες κρίσεις ζωής που αφορούν την καριέρα μας ή τη σχέση μας με σημαντικούς άλλους, αλλά και από μια κατά πρόσωπο συνάντηση με την ύπαρξή μας.

  – Κάθε επιλογή μας είναι μια, αφυπνιστική εμπειρία. Εμπεριέχει μια παραίτηση από κάτι και κάθε παραίτηση μάς κάνει να συνειδητοποιούμε τα όρια και τη παροδικότητα μας.

  Συμπληρώνει η άγνωστη στην Ελλάδα μα εξαιρετική ψυχαναλύτρια και ποιήτρια Judith Viorst (στο βιβλίο της Aναγκαίες Απώλειες, 1986).

    – Έχω μάθει ότι στην πορεία της ζωής μας και φεύγουμε και μας αφήνουν και αφήνουμε πολλά απ’ ότι αγαπάμε. Η απώλεια είναι η τιμή που πληρώνουμε για να ζούμε. Είναι επίσης μια σημαντική πηγή της ανάπτυξής μας και του κέρδους μας. Φτιάχνοντας τον δρόμο μας από τη γέννηση έως τον θάνατο, αναπόφευκτα πρέπει να προχωρήσουμε παρά την οδύνη της αέναης εγκατάλειψης λατρεμένων κομματιών μας. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις αναγκαίες μας απώλειες. Πρέπει να κατανοήσουμε πως αυτές οι απώλειες συνδέονται με τα οφέλη μας. Διότι μόνο αφήνοντας την θολών ορίων ευδαιμονία της ενότητας μάνας-βρέφους, γινόμαστε ένας συνειδητός, μοναδικός και διαχωρισμένος εαυτός, ο οποίος ανταλλάσσει την ψευδαίσθηση τού απόλυτου ασφαλούς καταφυγίου του για τα θριαμβευτικά άγχη του μοναχικού αναστήματος. Και υποκλινόμενοι στο απαγορευμένο και το αδύνατο, γινόμαστε ένας ηθικός, υπεύθυνος, ενήλικας εαυτός, που ανακαλύπτει – εντός των ορίων που επιβάλλει η αναγκαιότητα – την ελευθερία και επιλογές του. Και εγκαταλείποντας τις απίθανες προσδοκίες μας, γινόμαστε ένας τρυφερά συνδεδεμένος εαυτός, που αποκηρύσσει εξιδανικευμένα οράματα τέλειας φιλίας, γάμου, παιδιών κ.ά. για τις γλυκές ατέλειες πολύ ανθρώπινων σχέσεων.     Και στην αντιμετώπιση των ασταμάτητων απωλειών μας από τον Χρόνο και τον Θάνατο, γινόμαστε ένας εαυτός που θρηνεί και προσαρμόζεται και ανακαλύπτει σε κάθε στάδιο, μέχρι τελικής ανάσας, ευκαιρίες για δημιουργικές μεταμορφώσεις!

  Και θα σας διαβάσω, επίσης από τη Σοφία του Ρίλκε, κάτι για την “τέχνη” και θεωρώ ότι αν αντικαταστήσουμε τη λέξη “ζωή” αντί τέχνη ισχύει στο ακέραιο. Η αλλιώς, γράφει κάτι για την Τέχνη της Ζωής (όπως, πάλι οι αρχαίοι μας ενσωμάτωναν την τέχνη στην καθημερινότητά τους, στην ρητορική τους, το θέατρο στην πολιτική, την ομορφιά στη λατρεία, την Φύση στο σπίτι μα εμείς οι σύγχρονοι παγιδευμένοι αστοί την έχουμε κλειδώσει σε νεκρά μουσεία και θεωρητικά βιβλία) :

   – Η Τέχνη [ή Ζωή] δεν είναι το ξεδιάλεγμα των ωραιότερων στοιχείων του κόσμου αλλά η αυτόματη, άκοπη, μεταμόρφωση του σε κάτι υπέροχο. Ο θαυμασμός με τον οποίο ορμά στα πράγματα (όλα ανεξαιρέτως) οφείλει να είναι τόσο ασυγκράτητος, τόσο δυνατός, τόσο φωτεινός, που το αντικείμενο να μη έχει το χρόνο να συνειδητοποιήσει την ασχήμια ή την αθλιότητά του. Ακόμη και μες στο τρομερότερο πράγμα δεν υπάρχει τίποτε τόσο απωθητικό και αρνητικό που να μην μπορεί η πολλαπλή δράση της καλλιτεχνικής [και φιλοσοφικής προσθέτω] δεξιοτεχνίας να το αφήσει πίσω της προικίζοντάς το με ένα γερό, θετικό πλεόνασμα, μεταμορφώνοντάς το σε κάτι δηλωτικό της Ύπαρξης, γεμάτο θέληση για ζωή: σε άγγελο.

    Και γράφει :

  – Αυτή η οριστική, ελεύθερη κατάφαση του κόσμου μεταφέρει την καρδιά σ’ ένα άλλο επίπεδο εμπειρίας. Τα εκλογικά της σφαιρίδια δεν φέρουν πια τις ενδείξεις ευτυχία – δυστυχία, οι πόλοι της δεν λέγονται ζωή – θάνατος. Μέτρο της δεν είναι η απόσταση μεταξύ των Αντιθέσεων. (…) Τέχνη [η Ζωή] είναι το πάθος για το Όλο. Το αποτέλεσμα της; Ή αταραξία και η ισορροπία της πληρότητας.

  – Η Φύση, τα πράγματα που μας, περιβάλλουν και που τα χρησιμοποιούμε, ανήκουν στο προσωρινό και το εύθραυστο· όσο όμως βρισκόμαστε εδώ αυτά είναι η δική μας, περιουσία, κι αυτά είναι οι φίλοι μας, αυτά μοιράζονται την ανάγκη μας και τη χαρά μας, όπως υπήρξαν και στο παρελθόν οι έμπιστοι των προγόνων μας. Οφείλουμε λοιπόν να μην τα κακομεταχειριζομαστε ή ταπεινωνουμε αλλά για χάρη ακριβώς αυτής της προσωρινοτητας, που τη μοιράζονται μαζί μας να τα κατανοήσουμε… και να τα μεταμορφωσουμε. Ναι, διότι δικό μας καθήκον είναι να, εγχαραξουμε τη προσωρινή κι εύθραυστη τουτη γη τόσο βαθιά, με τόσο πόνο και τόσο πάθος μέσα μας, ώστε η ουσία, της να αναστηθεί και πάλι μέσα μας “αόρατη”. Είμαστε οι μέλισσες του αοράτου. Αέναα συλλέγουμε το μέλι του ορατού, για να το συσσωρεύσουμε στη μεγάλη χρυσή κυψέλη του αόρατου.

  Είναι εξαιρετικά δύσκολο – το νιώθουμε ενοχικά διαστροφικό και προδοτικό – να αποδεχτούμε ότι ο θάνατος του αγαπημένου προσώπου μας (με διττή σημασία: του άλλου ή του πρώην δικού μας…) απαιτεί μια Γαλήνια, Ζωογόνο, Ευδαιμονική και Φιλοσοφημένη Μεταμόρφωση του εαυτού μας…

   Κι όμως, μετά τον πόνο, την θλίψη και αποδιοργάνωση του πένθους – της κάθε απώλειας, απουσίας και κρίσης – αυτό ακριβώς πρέπει να συμβεί για να μην χαραμιστεί μέσα μας αφενός ως ένα αναπλήρωτο κενό ο Θάνατός του… κι αφετέρου η ζωή μας ως μια άχρηστη παράπλευρη απώλειά του…

  Το Κενό πρέπει να βρει το Νόημά του στην Πλήρωσή του με άλλη Αγάπη και Ζωή!

***



  Επειδή θεωρούμε όλοι μας ότι η επιδίωξη της Παιδείας, Νοήματος, Αλήθειας, της Ευδαιμονίας και τελεσίδικα μιας Επικούρειας Αταραξίας είναι σημαντική και απαραίτητη σε καθημερινή βάση. Κι εγώ προσωπικά θεωρώ την ουσιαστική ψυχοθεραπεία απαραίτητα ως ένα είδος πρακτικής φιλοσοφίας. (Αλλιώς πολύ περιορισμένη υπαρξιακά και στην μακροπρόθεσμη χρησιμότητά της.) Το facebook ως σύγχρονο “μέσο” μας έφερε σ’ επικοινωνία. 

  Και η σημερινή βραδιά κυοφόρησε φιλοσοφική και ψυχοθεραπευτική ουσία! Μακάρι σε περισσότερα μέρη της ταχέως οπισθοδρομούσας πολιτισμικά και μορφωτικά (γιατί άλλο πράγμα η τεχνική δήθεν “εκπαίδευσή” μας για εισαγωγή σε σχολές ή τα προεπιστημονικά θεολογικά δόγματα άλλων στείρων εποχών) χώρας μας να ξαναρχίσουν οι πολίτες μας να φιλοσοφούν ουσιαστικά – από τα σχολεία. Αισιοδοξούμε… Κινήσεις κι επανεκκινήσεις γίνονται.




Απώλεια, Πένθος, πρακτική Φιλοσοφία και Μεταμόρφωση

Του Δρ. Μάνου Ζαχαριουδάκη
Κλινικός Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής-Σεξοθεραπευτής
Γνωστική – συμπεριφορική & υπαρξιακή προσέγγιση

Χαμένος Παράδεισος



  Μεσ' τη πολλή μαστούρα μου κι απ' την πολύ τη σούρα μου, αναπολούσα τα παλιά και να τι μού 'ρθε στο μυαλό... Στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή άπο εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

  H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη - δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

  Ζούσε, λοιπόν, ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, που ήταν βέβαια λίγο μονότονη, αλλά αυτό κα θόλου δεν την ενοχλούσε, γιατί, αφού δεν ήξερε τί δεν είναι μονοτονία, δεν ήξερε ούτε τί είναι. Μια μέρα όμως έμαθε.

  Εκείνη τη σημαδιακή, για τη ζωή της πέτρας, μέρα, εν’ αγόρι, που ήθελε να σκοτώσει ένα σπουργίτι ή να σπάσει κάποιο γλόμπο και δεν έβρισκε άλλη πέτρα, πιο κατάλληλη, τη μάζεψε απ’ το δρόμο, την έβαλε στη σφεντόνα του και την τίναξε στον αέρα, ψηλά και μακριά. Ευτυχώς, επειδή ήταν ατζαμής, δεν πέτυχε τον στόχο του, πέτυχε όμως, δίχως να το ξέρει, ν’ αλλάξει τη ζωή της πέτρας. Δίχως να το ξέρει, της έδειξε πως δεν ήταν πλασμένη μόνο για να σέρνεται στον δρόμο, μα πώς μπορούσε και να πετάξει, κι ακόμη πώς ο δρόμος δεν ήτανε ο κόσμος όλος αλλά μονάχα ένα μέρος του, και μάλιστα όχι το πιο ωραίο, γιατί η πέτρα, όταν τέλειωσε το πέταγμα της, βρέθηκε μέσα σ’ έναν κήπο.
Ο κήπος αυτός, τώρα, αν και δεν ήτανε καθόλου μαγεμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κήπους των παραμυθιών, ήταν χαρά των ματιών να τον βλέπεις. Και τί δεν ήταν φυτεμένο εκεί!

 Κρεμμύδια και ντομάτες και φασολάκια πράσινα κι αγγούρια, αλλά και λουλούδια, πολλά λουλούδια και διάφορα, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα (τριαντάφυλλα και εκατόφυλλα) και κρίνα και βιολέτες και ντάλιες και γεράνια, πολλά γεράνια. Άσε πια τα μυριστικά, βασιλικούς και δυόσμους κι αρμπαρόριζες και δεντρολιβανιές και μαντζουράνες. Μ’ άλλα λόγια, ό κήπος ήταν κήπος κι όχι ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπως εκείνοι οι κήποι με το κουρεμένο σύρριζα γρασίδι.

  Φανταστείτε τώρα το ξάφνιασμα της πετρούλας, πρώτα απ’ το ταξίδι της στον αέρα κι ύστερα απ’ τον καινούργιο αυτόν κόσμο, πού τόσο ξαφνικά ανακάλυψε. Όσο για το πέσιμο της, αυτό δεν είχε διόλου άσχημες συνέπειες, γιατί, όπως οι πέτρες δεν έχουν ούτε χέρια ούτε πόδια ούτε κεφάλι, δεν κινδυνεύουνε να σπάσουν τίποτε πέφτοντας στο χώμα, όταν μάλιστα αυτό είναι το αφράτο χώμα ενός κήπου.

  Το μεγάλο ξάφνιασμα της κράτησε βέβαια πολύ λίγο, όσο βρισκότανε ακόμη στον αέρα, πάνω απ’ τον κήπο, γιατί μόνο από κει μπόρεσε να δει όλο το θαύμα πού απλωνόταν από κάτω της. Απ’ τη στιγμή πού βρέθηκε στο χώμα και μετά, μπορούσε να βλέπει μόνο ό,τι βρισκότανε πολύ κοντά της, δηλαδή μια ντοματιά, μια γαριφαλιά και δυο ρίζες βασιλικό. Σιγά σιγά όμως γνώρισε κι άλλα πράματα, σπουδαία, πού ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί την ύπαρξη τους.

Γνώρισε τις μέλισσες και το ατέλειωτο παιχνίδι τους μέ τον ήλιο και τα λουλούδια, τα μακριά κοκκινοσκούληκα, πού βγάζαν πότε πότε το κεφάλι έξω απ’ τις τρύπες τους για να δουν πώς παν τα πράγματα στο φώς, τα μερμήγκια, πού σκαρφάλωναν πάνω της αγκομαχώντας, κουβαλώντας
τεράστια ψίχουλα, κάτι περίεργα μυγιάγγιχτα ζουζούνια, πού, στο παραμικρό άγγιγμα, μαζεύονταν και γίνονταν μικρά σκληρά μπαλάκια…

  Η πετρούλα πέρασ’ εκεί μιαν άνοιξη κι ένα καλοκαίρι, και στις αρχές του φθινοπώρου, με τα πρωτοβρόχια, ανακάλυψε με χαρμόσυνη ανατριχίλα, πού έφτανε ως τα βάθη της πέτρινης καρδίας της, ότι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα και, από γκρίζα κι αναιμική πού ήτανε, ν’ αποκτά μια πρασινωπή, όλο υγεία όψη. Ή χαρά της όμως αυτή δεν κράτησε πολύ.

   Ένα φθινοπωριάτικο απογευματάκι, από κείνα πού ή γλύκα τους μεθάει τα χρυσάνθεμα και τα κάνει να θέλουν ν’ αποχωριστούν τις ρίζες τους και να πετάξουνε στον ουρανό σαν χρυσορρόδινα συννεφάκια, ένα τέτοιο λοιπόν απογευματάκι, ενώ ήταν απορροφημένη απ’ τον αγώνα ενός μερμηγκιού πού προσπαθούσε να σηκώσει ένα σποράκι, ένιωσε μια δύναμη να τη σηκώνει σαν πούπουλο στον αέρα.

  Πριν καταλάβει καλά καλά τί της γινότανε, πριν ακούσει καν τον κηπουρό να μουρμουρίζει «μπα, μια πέτρα!)), βρέθηκε να κάνει τη δεύτερη πτήση στη ζωή της και, περνώντας πάνω απ’ τη μάντρα του κήπου, να προσγειώνεται στο σκληρό γκρίζο δρόμο, απ’ τον όποιο νόμιζε πώς είχε φύγει πια για πάντα.

  Καταλαβαίνετε τώρα την απελπισία της’ μετά από τόση ομορφιά πού είχε ζήσει, να ξαναβρεθεί στη μέση της ίδιας της παλιάς, μονότονης ασκήμιας…

  Στην αρχή ήθελε να πεθάνει και προσευχόταν να περάσει από πάνω της ό τροχός κανενός οδοστρωτήρα και να την κάνει σκόνη.

  Αργότερα, όταν της πέρασε ή πρώτη, μεγάλη πίκρα, άρχισε να ονειρεύεται ότι θα ξαναπερνούσε από κει ό μικρός πρίγκιπας, ό πιτσιρίκος με τη σφεντόνα, κι ότι θα την ξαναπέταγε μες στον παράδεισο της.

  Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ό μικρός πρίγκιπας, πού στο μεταξύ έγινε ένας μεγάλος μπακάλης, ποτέ δεν ξαναπέρασε από κει.

  Η πέτρα, βέβαια, πού δεν ξέρει (κι ούτε θέλει να μάθει) από χρόνια, ηλικίες κι άλλα τέτοια, ποτέ δεν έπαψε, κι ούτε θα πάψει, να ονειρεύεται τον κήπο της, ακόμη και τώρα πού βρίσκεται θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου κι ο παράδεισος της (ο κήπος της ευφορίας) δόθηκε αντιπαροχή για πολυκατοικία.

  Απορία I: Καλύτερα ν’ αποκτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, ή να μην αποκτήσεις ποτέ τίποτε αν πρόκειται να το χάσεις;

Απορία  II: Υπάρχουν πέτρες κάτω από την άσφαλτο πού ονειρεύονται κήπους;

Αργύρης Χιόνης
“Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”

Στη σύγχρονη χωρίς αξίες κοινωνία, το μόνο που μετράει είναι το χρήμα






  Για να βγούμε από τη σημερινή ψυχική και ηθική εξαθλίωση των ανθρώπων είναι αναγκαίο να επιδιώξουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες δεν θα κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση
Κορνήλιος Καστοριάδης

 Ερμηνεύουμε συνήθως την κρίση των σύγχρονων αναπτυγμένων κοινωνιών μόνον με οικονομικούς και πολιτικούς όρους. Παραγνωρίζουμε έτσι το ανθρωπολογικό ζήτημα που είναι θεμελιώδες. Η κρίση των σύγχρονων κοινωνιών δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν συνυπολογίσουμε τις ανθρωπολογικές διαστάσεις της.

  Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μάς έδειξε ότι η κρίση αυτή είναι και κρίση των κοινωνικών φαντασιακών* σημασιών, οι οποίες δεν παρέχουν πλέον στα άτομα τους κανόνες, τις αξίες, τις αναφορές, τα κίνητρα που θα τους επέτρεπαν να κάνουν την κοινωνία να λειτουργήσει.

 Η ψυχοκοινωνική δομή του ατόμου είναι στενά συνδεδεμένη με τη δομή του συστήματος που επικρατεί και με τις κοινωνικές φαντασιακές* (* ιδέα που αναμειγνύει-συσχετίζει προσδοκίες με φαντασία ασχέτως δεδομένων ή ακριβούς πραγματικής κατάστασης.) σημασίες που έχει θεσπίσει αυτό το σύστημα. Η κυρίαρχη φαντασιακή σημασία του καπιταλισμού υποβάλλει στους ανθρώπους την ιδέα ότι ήρθαν στον κόσμο για να παράγουν και να καταναλώνουν εμπορεύματα.

 Ο θρίαμβος του καπιταλιστικού φαντασιακού* οδηγεί στην πολιτική απάθεια, τον γενικευμένο κομφορμισμό, τον κυνισμό, την έκλειψη της κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης, την εμφάνιση νέων μορφών αλλοτρίωσης και ετερονομίας, την καθίζηση της πολιτικής δημιουργικότητας των δυτικών κοινωνιών.

 Τι είδους ανθρώπινες υπάρξεις δημιουργεί ο σύγχρονος αναπτυγμένος καπιταλισμός;

 Δημιουργεί ανθρώπους παθητικούς στο πολιτικό πεδίο, κλεισμένους στην ιδιωτική τους σφαίρα, αφιονισμένους με την αύξηση της κατανάλωσης, χειραγωγούμενους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ανθρώπους που φαίνεται να έχουν ως μόνες αξίες τους το χρήμα και τη δύναμη.


  «Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίζειν», μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σε αυτή τη βάση».
(«Η άνοδος της ασημαντότητας»

  Αν ο καπιταλισμός μπόρεσε να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί στο παρελθόν, αυτό έγινε επειδή κληρονόμησε μια σειρά ανθρωπολογικών τύπων τους οποίους δεν δημιούργησε και δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει ο ίδιος: αδιάφθορους δικαστές, ακέραιους δημόσιους υπαλλήλους ικανούς να υπηρετούν το κοινό καλό, εκπαιδευτικούς αφοσιωμένους στο καθήκον τους, εργάτες για τους οποίους η δουλειά ήταν -παρά τις σκληρές συνθήκες- πηγή αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας κ.λπ.

  Αυτοί οι ανθρωπολογικοί τύποι δεν αναδύθηκαν από μόνοι τους αλλά δημιουργήθηκαν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους, με αναφορές σε αξίες που ήταν τότε καθιερωμένες: την εντιμότητα, την ανιδιοτελή προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο, τη μετάδοση της γνώσης, την εργασία που παράγει ωφέλιμο έργο κ.λπ.

  Στις σύγχρονες κοινωνίες αυτές οι αξίες δεν έχουν πέραση, αφού το μόνο που μετράει πλέον είναι το χρήμα. Σε αυτές τις συνθήκες, η γενικευμένη διαφθορά γίνεται δομικό χαρακτηριστικό, ενδογενές στο πολιτικοοικονομικό σύστημα της κοινωνίας που ζούμε.

 Οι ανθρωπολογικοί τύποι που ενσαρκώνουν την εντιμότητα, την ηθική ακεραιότητα, την ανιδιοτέλεια γίνονται σχεδόν αδιανόητοι στη σύγχρονη εποχή.

 Δεν υπάρχουν καθιερωμένες αξίες ικανές να λειτουργήσουν ως φραγμός στη διάδοση της διαφθοράς. 

  Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτέλεσε ιστορικό δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο τύπος του επιχειρηματία -που συνδύαζε την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να συγκεντρώνει κεφάλαια, να οργανώνει μια επιχείρηση, να δημιουργεί αγορές- είναι και αυτός υπό εξαφάνιση.

  Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους, που εγκαταλείπουν τις παραγωγικές δραστηριότητες για να στραφούν προς το χρηματιστηριακό κέρδος.

 Το ίδιο το σύστημα καταστρέφει βαθμιαία όλους τους ανθρωπολογικούς τύπους που είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη και τη λειτουργία του.

Για την εξυγίανση λοιπόν της κοινωνίας θα ήταν αναγκαία μια νέα φαντασιακή δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η οποία θα έθετε διαφορετικούς στόχους ζωής, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο της γήινης ύπαρξής τους.

 Για να αποφύγουμε την οικολογική καταστροφή αλλά και για να βγούμε από τη σημερινή ψυχική και ηθική εξαθλίωση των ανθρώπων είναι αναγκαίο να επιδιώξουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες δεν θα κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση και στην οποία η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει απλό μέσον και όχι ο υπέρτατος σκοπός του ανθρώπινου βίου.
Θανάσης Γιαλκέτσης
Εφημερίδα
Ελευθεροτυπία


Επιτέλους η ντροπή χάθηκε - Γίναμε ευτυχισμένοι (!!!)



  Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων.




  Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός».

  Ο Γκίντερ Άντερς, ο γερμανός φιλόσοφος, έγραψε ότι θα μας υποκλαπεί δόλια «η εμπειρία και η ικανότητα να παίρνουμε θέση». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Εξαιτίας της τηλεοπτικής εικόνας έχουμε μπροστά μας έναν πολύ ευρύ ορίζοντα «σε άμεση αισθητή θέα, αλλά μόνον μέσα από τις εικόνες του». Συναντάμε την πραγματικότητα «υπό τη μορφή της φαινομενικότητας και της φαντασίωσης», όχι τον «κόσμο» αλλά «ένα καταναλωτικό αντικείμενο που μας το προμηθεύουν κατ’ οίκον».

Ο Άντερς εξηγεί: «Όποιος έχει καταναλώσει μέσα στο καλά θερμαινόμενο δωμάτιό του μιαν έκρηξη ατομικής βόμβας με τη μορφή μιας εικόνας που του την προσφέρουν κατ’ οίκον, αυτός ήδη θα συνδέσει όλα όσα θα τύχει να ακούσει για την ατομική βόμβα με αυτό το μικροσκοπικών διαστάσεων οικιακό γεγονός και έτσι θα χάσει την ικανότητα να κατανοήσει το ίδιο πράγμα και να πάρει σωστή θέση απέναντί του». Σε αυτό το χωρίο ο Άντερς εστιάζει σε ένα πρόβλημα που μας αγγίζει άμεσα και που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και εκδηλώνονται τα συναισθήματά μας, μεταξύ των οποίων και η ντροπή. Η εμπειρία που αποκτάμε είναι εκείνη της έγκρισης που υποκαθιστά τη συναίνεση, δηλαδή του ανεπιφύλακτου ναι, που αποσυνδέεται από κάθε περιεχόμενο.




 Βρίσκεται σε εξέλιξη μια ασυγκράτητη διαδικασία ομογενοποίησης που βασίζεται στη δημοκρατία της κατανάλωσης, της οποίας η ακροαματικότητα είναι το σύστημα αξιολόγησης αλλά και ο απώτερος σκοπός: θέαμα είναι όλα αυτά που χειροκροτούμε, όσο και αν είναι ακόμα αληθινό ότι δεν είναι όλα θέαμα στον σύγχρονο κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο η ντροπή τείνει να χαθεί, ως ένα συναίσθημα που χαρακτήριζε άλλες εποχές της ανθρωπότητας, στις οποίες η ανάγκη να μας βλέπουν και να βλέπουμε τα πάντα, παντού και πάντοτε, δεν ήταν τόσο σημαντική όσο είναι σήμερα.

  Σήμερα η δυνατότητα να βλέπουμε και να μας βλέπουν αναγορεύεται σε απώτερο σκοπό της ύπαρξης των ατόμων. Η ντροπή έχει γίνει ταμπού. Ή καλύτερα έχει μετατραπεί σε ντροπή να μην είμαστε επιτυχημένοι, να μην μας παρατηρούν, να μην μας προσέχουν… η τρομερή ντροπή να είμαστε ο «κανένας», να μην είμαστε αξιοπρόσεκτοι. Ένας ψυχολόγος έγραψε ότι η σύγχρονη ντροπή μας έγκειται στο συναίσθημα της αποτυχίας της επίδειξής μας. Ντρεπόμαστε να ντραπούμε επειδή αυτό συγκεντρώνει την προσοχή όλων στο μοναδικό πράγμα που θέλουμε να κρύψουμε: στην αποτυχία μας.

  Ο Ζαν Μποντριγιάρ μας είχε προειδοποιήσει μιλώντας για το «τέλειο έγκλημα», που διαιωνίζεται από το θρίαμβο της τηλεόρασης: αν όλα είναι εκτεθειμένα σε θέα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να δούμε. Η ίδια η πραγματικότητα φαίνεται να χάνεται μέσα στην ολική διαφάνεια.

  Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Άννα Μαρία Παντόλφι, είναι πιθανό η επιδειξιομανία και η ηδονοβλεψία, που κυριαρχούν ακαταμάχητες, να είναι στην πραγματικότητα η ένδειξη μιας διαδεδομένης έλλειψης ταυτότητας, δηλαδή ενός εύθραυστου και φτωχικού ναρκισσισμού, «σύμφωνα με τον οποίο το να μας βλέπουν και να είμαστε γνωστοί, όποιο και αν είναι το τίμημα που πληρώνουμε γι’ αυτό, φαίνεται να είναι το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον κίνδυνο να νιώθουμε ότι δεν έχουμε καμιάν αξία».

  Σε ό,τι αφορά την ντροπή, δεν είναι πλέον αληθινό, όπως ήταν στο παρελθόν, ότι αυτό το συναίσθημα αποτελεί σε κάθε περίπτωση μιαν αξία. Η ντροπή ήταν αυτό που διέκρινε την ανθρώπινη ύπαρξη από τα ζώα. Η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας είναι, όπως έχει λεχθεί, μια «επιδερμική ντροπή» (Άγκνες Χέλερ) ή, όπως λένε οι ψυχολόγοι, μια «αμοραλιστική ντροπή». Δεν είναι μια αληθινή ντροπή αλλά μια επιφανειακή ντροπή, που συνδέεται ακριβώς με την ηθική της επιτυχίας, με τον πιο βαθύ κομφορμισμό ο οποίος, παρά τα τόσα λόγια που ξοδεύει για να εξυψώσει το άτομο, το τυποποιεί όλο και περισσότερο.

  ΄Οπως μας εξηγούν οι ψυχολόγοι, η «ηθική ντροπή» προϋποθέτει τη στενή σύνδεση αισθήματος ενοχής και ντροπής. Η αμοραλιστική ντροπή αντίθετα δεν συνδέεται πλέον με κάποιον κανόνα αλλά μόνο με μοντέλα κατανάλωσης, με κοινωνικές ετικέτες, με προσωπική εξουσία ή με την έκβαση του σεξουαλικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση μιας γυναίκας ή ενός άνδρα.





Marco Belpoliti
«Senza vergogna» 

the paradise...from the sky (video HD)

 


Μουσική επένδυση...


01. Θάλασσα πλατιά... Φραγκούλης

 Θάλασσα πλατιά
 Σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
 Θάλασσα βαθιά
 Μια στιγμή δεν ησυχάζεις
 Λες κι έχεις καρδιά
 Τη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά
 Όνειρα τρελά
 Που πετούν στο κύμα πάνω
 Φτάνουν στην καρδιά
 Και τα νιάτα μας ξυπνάνε
 Όνειρα τρελά
 Και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά
 Έχω έναν καημό
 Που με τρώει γλυκά και με λιώνει
 Έχω ένα καημό θα 'ρθω να στον πω
 Αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ
 Κύματα πουλιά
 Στα ταξίδια σας που πάτε
 Τα αλαργινά
 Την κρυφή μου λύπη πάρτε
 Κι απο 'κει μακριά
 Να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά


 02. Μην τον ρωτάς τον ουρανό... Ιωαννίδης-Αλεξίου

 Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε
μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε
σαν το μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει


03. Συ μου χάραξες πορεία... Τσαλιγκοπούλου

Δυο φιλιά σου κι ένα χάδι
Ένα πικραμένο βράδυ
Μου ταράξαν της ψυχής μου τη γαλήνη
Παραδόθηκα σε σένα
Δε λογάριασα κανένα
Κι είπα τώρα ότι θέλει ασ γίνει
Συ μου χάραξεσ πορεία
Εσύ γλυκιά εσύ γλυκιά μου αμαρτία
Πώσ την έπαθα δεν ξέρω
Ξέρω μόνο ότι υποφέρω
Όλη νύχτα πάνω στο κρεβάτι
Να ζητάω για φαντάσου
Τα παράνομα φιλιά σου
Και να μην μπορώ να κλείσω μάτι
Όμως σκέπτομαι για λίγο
Να καθίσω ή να φύγω
Αφού ξέρω απ' τους δυο μας τι θα μείνει
Να ποιο θα 'ναι το φινάλε
Πόνοι δάκρυα και βάλε
Μα θα μείνω κι ότι θέλει ας γίνει


04. Όνειρο ήτανε... Ζουγανέλη

Ο ουρανός ανάβει τα φώτα
Τίποτα πια δεν θα 'ναι όπως πρώτα
Ξημέρωσε πάλι
Ξυπνάω στο φως τα μάτια ανοίγω 
για λίγο νεκρός χαμένος για λίγο
Ξημέρωσε πάλι
Κι έχεις χαθεί μαζί με τον ύπνο 
μαζί με του ονείρου τον πολύχρωμο κύκνο
Μην ξημερώνεις ουρανέ
Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο 
κι από το όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό της να λέει όνειρο ήτανε όνειρο ήτανε
Θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει
Και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει
Θα 'μαι κοντά σου
Μόνο εκεί σε βλέπω καλή μου
Εκεί ζυγώνεις κι ακουμπάς τη ψυχή μου
Με τα φτερά σου
Μα το πρωί χάνεσαι φεύγεις 
ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις
Μην ξημερώνεις ουρανέ
Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο 
κι από το όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό της να λέει όνειρο ήτανε όνειρο ήτανε


05. Ανάθεμά σε... Πάριος


Σ’ έχω ώρες ώρες μα το Θεό
τόσο πολλή ανάγκη
που τρέχουν απ’ τα μάτια μου
θάλασσες και πελάγη

Στείλε ένα γράμμα μια συλλαβή
αν έχεις το Θεό σου
που κρέμομαι απ’ τα χείλη σου
κι είμαι στο έλεός σου

Ανάθεμά σε δε με λυπάσαι
που καίγομαι και λιώνω
που μ’ έκανες και σ’ αγαπώ
και τώρα μαραζώνω

Κλειδώθηκαν οι σκέψεις μου
μες στου μυαλού τα υπόγεια
αχ πόσα θέλω να σου πω
μα δεν υπάρχουν λόγια

Ανάθεμά σε δε με λυπάσαι
που καίγομαι και λιώνω
που μ’ έκανες και σ’ αγαπώ
και τώρα μαραζώνω


06. Όλα σε θυμίζουν... Τερζής

Μάλλον κάπου σ' έχω ξαναδεί
κάτι μου θυμίζει αυτό το βλέμμα
μια αγάπη τόσο δυνατή, πάνω κι από `μένα
μάλλον κάπου σ’ έχω ξαναδεί

Κοίτα πως τα φέρνει ο καιρός
για θυμήσου χρόνο μου ζητούσες
τώρα εύχεσαι το χρόνο αυτό
πίσω να γυρνούσες
κοίτα πως τα φέρνει ο καιρός

Τέλειωσαν όλα,
τi ψάχνεις τώρα
εσύ τη διάλεξες αυτήν την ανηφόρα
Τέλειωσαν όλα,
ξέσπασε μπόρα
ήρθες μα είναι ακατάλληλη η ώρα

Η καρδιά μου πέρασε πολλά
ούτε μια στιγμή δε μετανιώνω
μα θυμήθηκες λιγάκι αργά
πως για σένα μόνο
η καρδιά μου πέρασε πολλά

Τέλειωσαν όλα,
τι ψάχνεις τώρα
εσύ τη διάλεξες αυτήν την ανηφόρα
τέλειωσαν όλα,
ξέσπασε μπόρα
ήρθες μα είναι ακατάλληλη η ώρα

Τέλειωσαν όλα,
τι ψάχνεις τώρα
εσύ τη διάλεξες αυτήν την ανηφόρα.
Τέλειωσαν όλα,
ξέσπασε μπόρα
ήρθες μα είναι ακατάλληλη η ώρα
ήρθες μα είναι ακατάλληλη η ώρα


07. Πάρε τα χνάρια... Αλεξίου

Πάρε τα χνάρια π' άφησαν τα μαύρα δάκρυά μου
κι έλα απόψε να με βρεις εκεί στην ερημιά μου

Βήμα βήμα, δάκρυ δάκρυ, θα με βρεις σε κάποιαν άκρη
να κλαίω για σέν'  αγάπη μου, που τώρα ζεις μακριά μου

Αντιλαλούν οι ρεματιές όταν αναστενάζω
και απ’ την καρδιά μου βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς

Δακρύζουν μάτια και καρδιές όταν αναστενάζω
κι από τα στήθια βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς.


08. Λίγα ψίχουλα αγάπης... Πασπαλά

Δε θέλω πλούτη να μου δώσεις και παλάτια
δε θέλω λούσα όπως άλλες που γυρνάς
λυπήσου μόνο της καρδιάς μου τα κομμάτια
και πες μου λίγο τη φτωχή πως μ'  αγαπάς

Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω
κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω

Αυτά τα λίγα ψίχουλα κι αν θα μου τάξεις
σου τα πληρώνω με οποιαδήποτε τιμή
και θα τα πάρω κι αν ακόμα τα πετάξεις
όπως πετάνε σ’ ένα σκύλο το ψωμί

Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω
κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω


09. Η αχάριστη... Γαλάνη

Δε ρώτησες τόσον καιρό για μένα
πώς πέρασα, τρελή, στην ξενιτιά
σ'  αγάπησα, δυστύχησα για σένα
και σέρνομαι, κακούργα, μακριά

Τα βάσανά μου μ'  έριξαν στα ξένα
και μ'  έχουν της ζωής κατάδικο
αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα
κι αυτό το βρίσκω να `ναι άδικο

Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη
θεότρελη, στα πλούτη κολυμπάς
μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει
του προδομένου ο πόνος της καρδιάς


10. Τα δάκτυλα (Το δικό σου αμάρτημα)... Πάριος

Τις αμαρτίες τις δικές μου
αν χρειαστεί να τις μετρήσω
από τα δέκα δάχτυλα μου
μόνο τα πέντε θα κρατήσω.
Μα το δικό σου αμάρτημα
του κόσμου όλα τα δάχτυλα
Μα το δικό σου αμάρτημα
του κόσμου όλα τα δάχτυλα
Τώρα το δίκιο σου γυρεύεις
μες στο ποτό και μες στη ζάλη
κι όλο μετράς στα δάχτυλά σου
τις αμαρτίες που 'χω κάνει.
Μα το δικό σου αμάρτημα
του κόσμου όλα τα δάχτυλα
Μα τι δικό σου αμάρτημα
του κόσμου όλα τα δάχτυλα


11. Ο γκρεμός... Ανδρεάτος

Σε κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός
Αρκεί στην ώρα να τον δεις και να ξεφύγεις
Έτσι σε κάθε αγάπη είν'  ο χωρισμός
Που μοναχά με τις θυσίες θ'  αποφύγεις
Για να 'χεις κάποια σε τούτη τη ζωή χαρά
Τον άνθρωπό σου πάντα βάσταξε κοντά σου
Και θα 'ναι στήριγμα σαν θα 'ρθει η συμφορά
Και σαν θα δεις ν' ανοίγεται ο γκρεμός μπροστά σου
Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν'  ο χωρισμός
Της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα
Βρες άλλο δρόμο όσο ακόμα είν'  ο καιρός
Και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα


12. Ένα σφάλμα έκανα... Κότσιρας

Δεν έχεις το δικαίωμα τόσο να με πικραίνεις
Να μου μιλάς για τα παλιά και να με τυραννάς
Δεν έχεις το δικαίωμα ακόμα να επιμένεις
Και όλο για το παρελθόν πικρά να μου μιλάς
Ένα σφάλμα έκανα πρέπει να το ξεχάσεις
Γιατί αλλιώς αγάπη μου γρήγορα θα με χάσεις
Δεν έχεις το δικαίωμα ένα παλιό μου σφάλμα
Να μου φέρνεις μες το νου πάλι κάθε φορά
Το πλήρωσα μες τη ζωή με πόνο και με κλάμα
Γι αυτό θα πρέπει τώρα εσύ να με κερνάς χαρά
Ένα σφάλμα έκανα πρέπει να το ξεχάσεις
Γιατί αλλιώς αγάπη μου γρήγορα θα με χάσεις
Δεν έχεις το δικαίωμα ξανά να μου θυμίζεις
Μια αμαρτία μου παλιά που πάει να σβηστεί
Μα όπως σ' αγαπώ εγώ κι εσύ να μ' αγαπήσεις
Και να γιατρέψεις με στοργή κάποια παλιά πληγή
Ένα σφάλμα έκανα πρέπει να το ξεχάσεις
Γιατί αλλιώς αγάπη μου γρήγορα θα με χάσεις


13. Το δίχτυ... Γαλάνη.

Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι


Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ'  επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι






Τέκνα Θεού - πιθήκων απόγονοι



 Πόσο θαυμαστός είναι ο χρόνος και πόσο θαυμαστοί είμαστε εμείς. Ο χρόνος μεταμορφώθηκε κι εμείς αλλάξαμε. Προχώρησε και μας έθεσε σε κίνηση. Αποκάλυψε το πρόσωπό του και μας γέμισε ταραχή κι ευφροσύνη.

 Χτες παραπονιόμασταν για το χρόνο και τον φοβόμασταν, μα σήμερα τον αγαπάμε και τον αγκαλιάζουμε. Πράγματι, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τους σκοπούς και τα γνωρίσματά του και να κατανοούμε τα μυστικά και τα αινίγματά του.

 Χτες σερνόμασταν φοβισμένοι σαν φαντάσματα που παραπαίουν ανάμεσα στον τρόμο της νύχτας και τη φρίκη της ημέρας. Σήμερα προχωράμε με ζήλο προς τις κορυφές των βουνών, εκεί όπου κουρνιάζουν μανιασμένες οι θύελλες και γεννιούνται οι εκτυφλωτικές αστραπές και οι απειλητικοί κεραυνοί.

 Χτες τρώγαμε ψωμί ζυμωμένο μ’ αίμα και πίναμε νερό ανακατεμένο με δάκρυα. Μα σήμερα γευματίζουμε μάννα που μας φιλεύουν απλώνοντας τα χέρια οι νεράιδες της αυγής, και γουλιά-γουλιά ρουφάμε κρασί αρωματισμένο με τις ανάσες της άνοιξης.

 Χτες ήμασταν παιχνίδια στο χέρι της μοίρας, κι η μοίρα μεθυσμένος τύραννος, που μας στριφογυρνούσε, μια δεξιά και μια αριστερά. Μα σήμερα η μοίρα είναι νηφάλια, κι εμείς παίζουμε μαζί της κι εκείνη με τη σειρά της ανταποκρίνεται στο παιχνίδι μας. Χωρατεύουμε μαζί της κι εκείνη γελάει. Ύστερα τραβάμε μπροστά, κι εκείνη ακολουθεί.

 Χτες καίγαμε λιβάνι μπροστά σε σκαλιστές εικόνες και προσφέραμε θυσίες σ’ αψίθυμους Θεούς. Μα σήμερα καίμε λιβάνι μονάχα για τους εαυτούς μας και προσφέρουμε θυσίες στις ίδιες μας τις υπάρξεις. Γιατί η σπουδαιότερη και η πιο μεγαλόπρεπη θεότητα έχτισε το ναό της μέσα στα στήθη μας.

 Χτες υπακούαμε στους βασιλιάδες και σκύβαμε το κεφάλι μπροστά στους αυτοκράτορες. Μα σήμερα γονατίζουμε μονάχα μπροστά στην αλήθεια, ακολουθούμε μονάχα την ομορφιά, και υπακούμε μόνο στην αγάπη.

 Χτες χαμηλώναμε ταπεινά τα μάτια μας μπροστά στους ιερείς και τρέμαμε τα οράματα των χρησμών. Μα σήμερα οι καιροί άλλαξαν, και κοιτάζουμε κατάματα μόνο τον ήλιο, ακούμε μονάχα τις μελωδίες της θάλασσας και τρέμουμε μόνο με τους τυφώνες.

 Χτες κατεδαφίζαμε τους θρόνους των ψυχών μας για να χτίσουμε μ’ αυτούς τα μνήματα των παππούδων μας. Μα σήμερα οι ψυχές μας μεταμορφώθηκαν σε ιερούς βωμούς, που τα φαντάσματα των αραχνιασμένων αιώνων δεν μπορούν να πλησιάσουν και τα κοκκαλιάρικα δάχτυλα των νεκρών δεν μπορούν ν’ αγγίξουν.

 Ήμασταν μια σιωπηλή σκέψη, κρυμμένη ανάμεσα στις πτυχές της λήθης, και γίναμε μια φωνή να κάνει να ριγούν τα ουράνια. Ήμασταν μια χλωμή φλόγα θαμμένη στις στάχτες, μα γίναμε φωτιά που λάμπει πάνω από την απάνεμη χαράδρα.

 Πόσες νύχτες μείναμε ξάγρυπνοι ως αργά, ακουμπώντας τα κεφάλια μας στις λάσπες, έχοντας για πάπλωμα το χιόνι, κλαίγοντας για χαμένες φιλίες και περιουσίες. Πόσες μέρες περάσαμε σαν πρόβατα χωρίς βοσκό, τσιμπολογώντας τις σκέψεις μας και μασώντας τα αισθήματά μας, μένοντας πεινασμένοι και διψασμένοι.

 Πόσο συχνά σταθήκαμε ανάμεσα στη χάση της μέρας και την εισβολή της νύχτας, θρηνώντας τη μαραμένη μας νιότη, λαχταρώντας ένα άγνωστο πρόσωπο, μόνοι για κάποια ασαφή αιτία, με μάτια καρφωμένα σ’ έναν σκοτεινό, άναστρο ουρανό, ακούγοντας το βαθύ στεναγμό της σιωπής και της ανυπαρξίας.

 Εκείνοι οι αιώνες πέρασαν, σα σαρωτική αγέλη λύκων μέσα από ένα κοιμητήριο, μα σήμερα ο ουρανός αφυπνίστηκε κι αφυπνιστήκαμε κι εμείς μαζί του. Περνάμε λευκές νύχτες σ’ ουράνια κρεβάτια, μένοντας ξάγρυπνοι ως αργά παρέα με τα πλάσματα της φαντασίας μας, κρατώντας συντροφιά στις σκέψεις μας κι αγκαλιάζοντας τα πάθη μας. Φλόγες αχνοτρέμουν ολόγυρά μας, και τις αδράχνουμε με σταθερά χέρια. Τα κακοποιά πνεύματα εμφανίζονται τριγύρω μας και τους απαντάμε με σαφήνεια. Στρατιές αγγέλων περνούν από μπροστά μας κι εμείς τους δελεάζουμε με τη λαχτάρα που κρύβουμε στην καρδιά μας, και τους μεθάμε με τις ραψωδίες των πνευμάτων μας.

 Χτες ήμασταν και σήμερα έχουμε γίνει, και αυτή είναι η θέληση των Θεών για τα παιδιά τους.


 Ποια λοιπόν είναι τότε η δική σας θέληση, απόγονοι των πιθήκων;

 Κάνατε έστω κι ένα βήμα μπροστά από τότε που βγήκατε από τα έγκατα τούτης της γης; Ή έστω, σηκώσατε ποτέ το βλέμμα σας προς τα πάνω από τότε που οι δαίμονες σάς άνοιξαν τα μάτια;

 Προφέρατε έστω και μια λέξη από τη Βίβλο της Αλήθειας από τότε που τα φίδια φίλησαν με τα χείλη τους τα χείλη σας; Ή τουλάχιστον ακούσατε έστω και για μια στιγμή το τραγούδι της ζωής από τότε που ο θάνατος έφραξε τ’ αυτιά σας;

 Περνάω από δίπλα σας εδώ και εβδομήντα χιλιάδες χρόνια και σας έχω δει να μεταμορφώνεστε σαν τα έντομα στις γωνιές των σπηλαίων. Πριν από εφτά λεπτά σας κοίταξα πίσω από το τζάμι του παραθύρου μου και σας είδα να σεργιανάτε σε βρομερά σοκάκια, οδηγημένοι από τους δαίμονες της απάθειας, με τις αλυσίδες της δουλείας να δένουν τα πόδια σας και τα φτερά του θανάτου να φτερουγίζουν πάνω από τα κεφάλια σας. Είστε σήμερα όπως ήσασταν και χθες και θα παραμείνετε και αύριο και για πάντα όπως ακριβώς σας είδα στην αρχή.

 Χτες ήμασταν και σήμερα έχουμε γίνει, γιατί έτσι αποφάσισαν οι Θεοί για τα παιδιά των Θεών.


  Τι λοιπόν αποφάσισαν οι πίθηκοι για σας, απόγονοι των πιθήκων;

———-


  To Βουβό Ζώο

 Το δειλινό μιας όμορφης μέρας, κάποια παράξενη διάθεση έπιασε την ψυχή μου και βγήκα από τα σύνορα της πόλης και περιδιάβασα γύρω στα ερείπια ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού, πού μόνο οι γκρεμισμένες πέτρες του είχαν μείνει. Πάνω σ’ αυτές τις πέτρες, είδα ένα σκύλο ξαπλωμένο ανάμεσα στις βρωμιές και τις στάχτες. Είχε πληγές πάνω στο δέρμα του κι ή αρρώστια σακάτευε το ισχνό κορμί του. Αντικρίζοντας πότε πότε τον ήλιο πού βασίλευε, τα γεμάτα θλίψη μάτια του φανέρωναν την ταπείνωση, την απελπισία, και τη δυστυχία του.

 Βάδισα αργά και τον πλησίασα και ήθελα να ’ξερα τη γλώσσα των ζώων για να μπορούσα να τον παρηγορήσω με τη συμπόνια μου. ’Αλλά ο σκύλος, μόνο πού τρόμαξε από το πλησίασμά μου και προσπάθησε να σταθεί στα τρεμάμενα πόδια του. Έπεσε όμως, και μου έριξε ένα βλέμμα όπου ανακατεύονταν ή αδύναμη οργή και ή ικεσία. Το βλέμμα αυτό μιλούσε πιο καθαρά από τα λόγια ενός άντρα και πιο συγκινητικά από τα δάκρυα μιας γυναίκας. Και να τί ένιωσα πώς μού είπε:

 «’Άνθρωπε, υποφέρω από την αρρώστια πού μου έφερε ή δική σου κτηνωδία και καταδίωξη. Έφυγα μακριά από τα πόδια σου που με κλωτσούσαν και βρήκα καταφύγιο εδώ, γιατί το χώμα κι οι στάχτες είναι πιο καλότροπα από τού ανθρώπου την καρδιά κι αυτά τα ερείπια λιγότερο μελαγχολικά από την ψυχή τού ανθρώπου. Φύγε, εσύ, πού ήρθες από τον κόσμο της αδικίας και της τυραννίας. Εγώ είμαι ένα άθλιο πλάσμα πού υπηρέτησε πιστά και υπάκουα το γιο του Αδάμ. Ήμουν ό πιστός σύντροφος του ανθρώπου, τον φρουρούσα μέρα και νύχτα. Λυπόμουν όταν ήταν μακριά και τον καλωσόριζα με χαρά όταν γύριζε. Ευχαριστιόμουν με τα ψίχουλα πού έπεφταν από το τραπέζι του και χαιρόμουν με τα κόκκαλα πού εκείνος είχε φάει όλο το κρέας τους.

 Όταν όμως γέρασα κι αρρώστησα, μ’ έδιωξε από το σπίτι του και με παράτησε στ’ άσπλαχνα παιδιά τού δρόμου. Ώ, γιε τού Αδάμ, βλέπω την ομοιότητα ανάμεσα σε μένα και στους συνανθρώπους σου όταν τα γερατειά τους κάνουν ανήμπορους. Βλέπω τους στρατιώτες πού πολέμησαν για την πατρίδα τους όταν ήταν ακόμα στο ανθό της ζωής τους και πού αργότερα καλλιεργούσαν τα χωράφια της. Τώρα όμως που ήρθε ό χειμώνας της ζωής τους και δεν είναι πια χρήσιμοι, πετιούνται στην άκρη. Και βλέπω ακόμα την ομοιότητα ανάμεσα στη δική μου μοίρα και στη μοίρα της γυναίκας, που στα χρόνια της όμορφης νιότης έδινε χαρά στην καρδιά τού νέου άντρα και πού μετά, σα μητέρα, αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά της. Αλλά τώρα, γριά πια, την αγνοούν και την αποφεύγουν. Πόσο σκληρός και τυραννικός είσαι, ώ, γιε τού Αδάμ και πόσο βάναυσος!» Έτσι μίλησε το βουβό ζώο πού η καρδιά μου το κατάλαβε.

———-


  Για την Φιλία

 Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας. Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας. Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας και τον αναζητάτε, για τη γαλήνη σας. Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του. Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.

 Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα. Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει. Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. Αφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.

 Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε; Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας. Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς. Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.


  Η Ψυχή μου μου Μίλησε

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ αγαπώ εκείνους που οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους που οι άνθρωποι περιφρονούν. Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο που αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο που αγαπιέται. Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει η αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους. Άλλα τώρα η αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος που αρχή του είναι το τέλος του και το τέλος του η αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

 Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά. Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατητήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν. Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό. Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας. ’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το Αόρατο.

 Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια. Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το Άγνωστο κι ό Κίνδυνος. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο μονοπάτι. Τώρα το Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο Άγνωστο κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !» Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω. Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας «’Εδώ, εκεί και πέρα». Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος. Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

 Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου. Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία». Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου. Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια. ’Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, η συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, η ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση και το προσκύνημά μου το δικό τους προσκύνημα. Αν αυτοί αμαρτάνουν είμαι κι εγώ αμαρτωλός. Αν πράττουν καλά καμαρώνω για την καλή τους πράξη. Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

 Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου και το τραγούδι που τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

 Η ψυχή μου μου μίλησε σαν αδερφός και μου έμαθε πολλά κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. ’Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.

———-


 Για τα Παιδιά

  Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου. Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή. Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν. Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου. Αφού ιδέες έχουν δικές τους. Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους. Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε και στα όνειρά σου.

 Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα. Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες. Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά. Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο και κομπάζει ότι με τη δύναμή του τα βέλη του μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά. Άς χαροποιεί τον τοξοτή ο κομπασμός του αφού ακόμα κι αν αγαπάει το βέλος που πετάει, έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.

———-


  Για τον Πόνο

 Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του όστρακου που περικλείει τη γνώση σας. Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο. Αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας, ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας.

 Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι. Είναι το πικρό φάρμακο που μ’ αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας. Γι’ αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα. Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου και η κούπα που σας δίνει, μ’ όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

———-


  Για την Αγάπη

 Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την -μ’ όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα- κι όταν τα φτερά της σ’ αγκαλιάσουν, παραδώσου, μ’ όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο. Γιατί, όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμά σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

 Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο, Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλλησή τους στο χώμα. Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

 Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου, και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής. Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου, και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

 Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται· γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού.» Και μη πιστέψεις οτι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία. Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία έκτος από την εκπλήρωσή της.

 Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα. Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης· Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ’ ευγνωμοσύνη στην καρδιά. Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.


  Γιά τον Χρόνο

  Θα θέλατε να μετρήσετε το χρόνο που είναι χωρίς μέτρα και άμετρος. Θα θέλατε να προσαρμόσετε τη διαγωγή σας, ακόμα και να κατευθύνετε την πορεία της ψυχής σας, σύμφωνα με τις ώρες και τις εποχές. Θα θέλατε να κάνετε το χρόνο ένα ποταμάκι για να καθίσετε στην όχθη του και να παρακολουθείτε το κύλισμά του. Και μήπως δεν είναι ό Χρόνος όπως είναι ή αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;

 Αλλά αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάντε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα. Ωστόσο, το άχρονο που είναι μέσα σας έχει επίγνωση του άχρονου της ζωής και ξέρει ότι το χθες δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ανάμνηση του σήμερα και το αύριο το όνειρο του σήμερα.

  Ότι αυτό που τραγούδα και διαλογίζεται μέσα σας κατοικεί ακόμα μέσα στα όρια της πρώτης εκείνης στιγμής που διασκόρπισε τα αστέρια στο διάστημα. Ποιός ανάμεσά σας δε νιώθει ότι η δύναμή του ν’ αγαπά είναι απεριόριστη; Αλλά και ποιός, ωστόσο, δεν αισθάνεται ότι αυτή ή ίδια ή αγάπη, αν και απεριόριστη, είναι αιχμαλωτισμένη μέσα στο κέντρο της ύπαρξης του, και δεν πετά από σκέψη αγάπης σε άλλη σκέψη αγάπης, ούτε από πράξεις αγάπης σε άλλες πράξεις αγάπης;

  Και μήπως δεν είναι ο χρόνος όπως η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό; Αλλά, αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάντε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές. Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.

———-


  Γιά τον Θάνατο

  Θέλετε να μάθετε το μυστικό του θανάτου. Αλλά πως θα το βρείτε αν δεν το γυρέψετε μέσα στην καρδιά της ζωής; Η κουκουβάγια που τα νυχτόθωρα μάτια της είναι τυφλά στο φως της μέρας, δεν μπορεί ν’ αποκαλύψει το μυστήριο του φωτός. Αν θέλετε πραγματικά ν’ αντικρύσετε την ψυχή του θανάτου, ανοίξτε την καρδιά σας ολάκερη στο σώμα της ζωής. Γιατί η ζωή κι ο θάνατος είναι ένα, καθώς ο ποταμός κι η θάλασσα είναι ένα. Στο βάθος των ελπίδων και των πόθων σας υπάρχει η σιωπηλή σας γνώση για το υπερπέραν.

  Και σαν τους σπόρους που ονειρεύονται κάτω από το χιόνι, η καρδιά σας ονειρεύεται την άνοιξη. Να εμπιστεύεστε τα όνειρα, γιατί σ’ αυτά είναι κρυμμένη η πύλη προς την αιωνιότητα. Ο φόβος σας για το θάνατο είναι σαν το τρεμούλιασμα του βοσκού όταν στέκεται μπροστά στο βασιλιά που το χέρι του θα τον ακουμπήσει για να τον τιμήσει. Μήπως δε χαίρεται ο βοσκός κάτω από το τρεμούλιασμά του, που θα φορέσει το μετάλλιο του βασιλιά;

  Κι ωστόσο, δεν είναι η ταραχή εκείνο που τον νοιάζει πιο πολύ; Γιατί, τι άλλο είναι ο θάνατος εκτός από το να σταθείς γυμνός μέσα στον άνεμο και να λιώσεις μέσα στον ήλιο; Και τι σημαίνει να πάψεις ν’ αναπνέεις εκτός από το να ελευθερώσεις την ανάσα από τα ασταμάτητα κύματά της, για να μπορέσει να υψωθεί και ν’ απλωθεί και να γυρέψει το Θεό ελαφριά κι ανεμπόδιστη; Μονάχα όταν πιείτε από το ποτάμι της σιωπής, θα μπορέσετε πραγματικά να τραγουδήσετε. Και μόνο όταν φτάσετε στη βουνοκορφή, θ’ αρχίσετε να σκαρφαλώνετε. Και όταν η γη γυρέψει τα μέλη σας, τότε μόνο θα χορέψετε πραγματικά.

———-


   «Ο Κήπος του Προφήτη»

 «Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

 Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.

 Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

 Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

———-


  Στοχασμοί Ζώσας Ζωής από τον Χαλίλ Γκιμπράν

  Να είσαι ευγνώμων για τις δύσκολες στιγμές. Σου έδειξαν πόσο δυνατός μπορείς να είσαι.

  Η καλοσύνη είναι αρετή των δυνατών των ανθρώπων

  Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια

  Είναι οι μικρόψυχοι άνθρωποι εκείνοι που προσπαθούν να εξευτελίσουν τους άλλους.

  Το κακό που κάνουν άλλοι σε εσένα είναι πιο εύκολο να το ξεχάσεις, από το κακό που κάνεις εσύ σε άλλους.

  Μπορεί να ξεχνάς εκείνους που σε έκαναν να γελάσεις, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσεις εκείνους που ήταν δίπλα σου στις πιο σκοτεινές στιγμές.

   Τα απλά πράγματα στη ζωή είναι και τα πιο συναρπαστικά.

  Η αγάπη είναι ζωή και η ζωή αγάπη.

  Πάντα να βάζεις αγάπη στην δουλειά σου.

   Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις.

   Η αληθινή αγάπη ποτέ δεν είναι κτητική.

  Προσπάθησε να αντιμετωπίζεις τους κακούς τρόπους των ανθρώπων με ευχάριστο τρόπο.

  Η αγάπη συνδέει τα πάντα μέσα σε μια απόλυτη αρμονία.
 
  Δες την θετική πλευρά της ζωής.

   Δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα. Τα βλέπουμε σύμφωνα με το ποιοι είμαστε εμείς.

   Η αληθινή αγάπη δημιουργείται όταν δυο άνθρωποι βρεθούν κοντά πρώτα στο πνεύμα.

   Αφήστε χώρο στις σχέσεις σας.

   Αν προσεύχεσαι όταν βρέχει, θυμήσου να προσευχηθείς και όταν έχει λιακάδα.

   Όταν δίνεις ολόκληρο τον εαυτό σου, τότε δίνεις πραγματικά.

   Η αληθινή ομορφιά πηγάζει από μέσα μας.

   Τα παιδιά σου δεν σου ανήκουν. Είναι γιοι και κόρες της ίδιας της ζωής.

   Κάθε σχέση πρέπει να είναι ελεύθερη από δεσμά.

   Να είσαι ευγνώμων για τα καλά και τα άσχημα στη ζωή σου και τα δύο σου δίδαξαν κάτι.

   Η στάση σου απέναντι στη ζωή, θα καθορίσει και την στάση της ζωής απέναντί σου.

  Ο φίλος που βρίσκεται μακριά καμιά φορά είναι πιο κοντά σου από εκείνον που ζει στην διπλανή πόρτα.

***

Χαλίλ Γκιμπράν [1883-1931] 
«Ο Προφήτης» 
– «Ο Κήπος του Προφήτη» 
– «Σκέψεις και διαλογισμοί»



[full_width]




Scroll To Top