Φρίκη να ζεις μια ζωή που κανείς δεν την παρατηρεί!



  «Τί θα συνέβαινε αν κάποιος δαίμονας σου έλεγε ότι αυτή τη ζωή – όπως τη ζεις τώρα και όπως την έχεις ζήσει στο παρελθόν- πρέπει να τη ζήσεις ξανά, αμέτρητες φορές?»

“Και χωρίς να συμβαίνει τίποτα καινούργιο? Όπου κάθε πόνος και κάθε χαρά κι ότι ήταν άφατα μικρό ή μεγάλο στη ζωή σου, θα επιστρέφει σε ’σενα, όλα στην ίδια διαδοχή και ακολουθία? Φαντάσου την αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης ν’ αναποδογυρίζει ξανά και ξανά και ξανά. Και κάθε φορά, αναποδογυρίζουμε κι εσύ και ’γω, απλοί κόκκοι στη διαδικασία.”

“Προτείνεις ότι κάθε πράξη που κάνω, κάθε πόνος που νιώθω, θα βιώνεται συνεχώς στην αιωνιότητα?”

“Ναι, η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει το ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που απέφυγες. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια. Τη σιχαίνεσαι αυτή την ιδέα? Ή σ’ αρέσει ?”

“Τη σιχαίνομαι”

“Τότε ζήσε με τέτοιο τρόπο που να σου αρέσει η ιδέα..!! Δεν διδάσκω Γιόζεφ, ότι ο άνθρωπος οφείλει ν’αντέχει το θάνατο ή να “συμβιβάζεται” μαζί του. Ακολουθώντας αυτή την κατεύθυνση προδίδεις τη ζωή σου! Το μάθημα που σου διδάσκω είναι: Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!”

“Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!” Η φράση αυτή προκάλεσε ένα σοκ στο Μπρόιερ. Η ευχάριστη απογευματινή βόλτα είχε αποκτήσει θανάσιμη σοβαρότητα.




“Να πεθαίνεις την κατάλληλη στιγμή; Τι εννοείς? Σε παρακαλώ, Φρήντριχ, δεν το αντέχω, σ’ το ‘χω πει πολλές φορές, να μου λες κάτι τόσο σημαντικό με τόσο αινιγματικό τρόπο. Γιατί το κάνεις αυτό;”

“Θέτεις δυο ερωτήματα. Σε ποιό από τα δυο να απαντήσω;”

“Σήμερα, πες μου για το να πεθαίνει κανείς τη σωστή στιγμή”

“Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθάνει έχοντας εξαντλήσει τη ζωή του! Αν ο άνθρωπος δε ζει στη σωστή στιγμή, τότε δεν μπορεί ποτέ να πεθάνει τη σωστή στιγμή”

“Και τι σημαίνει αυτό;” ξαναρώτησε ο Μπρόιερ, νιώθοντας ακόμη πιο μπερδεμένος.

“Ρώτησε τον εαυτό σου, Γιόζεφ: έχεις εξαντλήσει τη ζωή σου;”

“Απαντάς στην ερώτηση με ερώτηση.Φρήντριχ!”

“Κάνεις ερωτήσεις που γνωρίζεις την απάντησή τους” αντέκρουσε ο Νίτσε.

“Αν γνώριζα την απάντηση, γιατί να ρωτήσω;”

“Για ν’αποφύγεις να μάθεις τη δική σου απάντηση!”

“Στη διάρκεια αυτής της συνάντησης ο Νίτσε παρέμενε προσηλωμένος: έγνεφε επιδοκιμαστικά με το κεφάλι σε κάθε ερώτηση. Τον Μπρόιερ δεν τον παραξένευε αυτό. Δεν είχε ποτέ συναντήσει ασθενή που να μην απολάμβανε κρυφά την εξέταση της ζωής του στο μικροσκόπιο. Κι όσο μεγαλύτερη η μεγέθυνση τόσο χαιρόταν ο ασθενής. Η χαρά να σε παρατηρούν ήταν τόσο μεγάλη που ο Μπρόιερ πίστευε ότι ο αληθινός πόνος των γηρατειών, του πένθους, του να ζεις αφού οι φίλοι σου έχουν πεθάνει , ήταν η απουσία εξονυχιστικής παρατήρησης- η φρίκη του να ζεις μια ζωή που δεν την παρατηρεί κανείς”

Όταν έκλαψε ο Νίτσε
Irvin D. Yalom

Παραβατική συμπεριφορά: Τιμωρία η επανόρθωση;

  Η τιμωρία, συμπεριλαμβανομένης της αυτοτιμωρίας, μπορεί να διδάξει το λάθος μάθημα και είναι διαφορετική από τις συνέπειες.

  «Έκανα κάτι κακό – και τώρα τι;». Η ενοχή μπορεί μερικές φορές να κάνει τη δουλειά της ως συνείδησή μας και να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι χρειάζεται να διορθώσουμε κάτι. Αλλά το να αισθάνεστε άσχημα επειδή κάνατε κάτι λάθος ή επειδή πληγώσατε κάποιον δεν είναι μια αποτελεσματική μέθοδος προώθησης της κατάλληλης δράσης για να κάνετε κάτι καλύτερο ή/και να επανορθώσετε.

  Όταν η ενοχή και ο πόνος πάρουν άλλη τροπή, μπορούν να μας καταναλώσουν και να γίνουν το επίκεντρο της κατάστασης, προκαλώντας συναισθηματική παράλυση και αυτοαπορρόφηση αντί για ανάπτυξη και μάθηση.


  Όταν η ενοχή γυρίζει μπούμερανγκ (ακόμα κι αν μας αξίζει να τη νιώθουμε)

  Ο James, ένας έξυπνος και σκεπτόμενος νεαρός, έκανε τελικά το βήμα να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία για να εξομολογηθεί κάτι που έκανε όταν ήταν έφηβος και το οποίο γνώριζε ότι ήταν καταδικαστέο. Τον καταδίωκε η ντροπή και οι τύψεις και αισθανόταν ότι του άξιζε να υποφέρει επ’ αόριστον γι’ αυτό το παράπτωμα. Αυτά τα συναισθήματα οδήγησαν σε εθιστικές συμπεριφορές – όπως συμβαίνει συχνά – για να ξεφύγει από τον πόνο.

  Η θεραπεύτρια του δούλεψε μαζί του για να προσπαθήσει να κατανοήσει ποια ήταν η πρόθεση, τα συναισθήματα και η νοοτροπία του όταν συνέβη η παράβαση. Ήταν σημαντικό να καταστήσει σαφείς τις σημερινές του αξίες, καθώς αυτή η σύγκρουση μεταξύ των αξιών του και της συμπεριφοράς του ήταν η αιτία της εσωτερικής του σύγκρουσης. Όμως, καθώς τον υποστήριζε στο να αφήσει πίσω του την καταστροφική και αυτοτιμωρούμενη ντροπή και ενοχή, παρατήρησε τη δική της εσωτερική σύγκρουση. Μήπως με τον τρόπο αυτό θα επιδοκίμαζε τη συμπεριφορά του;

  Αναλογιζόμενη αυτό το ερώτημα, η θεραπεύτρια υπενθύμισε στον εαυτό της ότι η υπερβολική ή χρόνια ενοχή στην πραγματικότητα παρεμποδίζει την ενσυναίσθηση, την κρίση και την ικανότητα ανάληψης θετικής δράσης. Αν και είναι αντιφατικό, όταν η ενοχή χρησιμοποιείται για να τιμωρήσει κανείς τον εαυτό του ή επιβάλλεται σε άλλους ανθρώπους για να τους ελέγξει, δεν είναι αποτελεσματική αν ο στόχος είναι η βελτίωση της συμπεριφοράς. Επιπλέον, η υπερβολική ενοχή και η τιμωρία μπορεί να ενεργοποιήσει τη ντροπή και τις καταστροφικές ή αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις, πυροδοτώντας απαγορευμένες συμπεριφορές.

  Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας (ή τους άλλους) να «ξεφύγει» και να επιτρέπουμε στην κακή συμπεριφορά να είναι απαλλαγμένη από συνέπειες ή ηθική εξέταση;


  Η διαφορά μεταξύ τιμωρίας και συνεπειών (και γιατί έχει σημασία)

  Ο πόνος δεν βοήθησε τον James να γίνει καλύτερος άνθρωπος και, στην πραγματικότητα, τον απέσπασε από το να επικεντρωθεί σε αυτό που ήταν σημαντικό. Για να τον βοηθήσει να γίνει καλύτερος, η θεραπεία του επικεντρώθηκε στο τι παρακινούσε τη συμπεριφορά του εκείνη τη στιγμή, τον αντίκτυπο που είχε η παράβασή του στους άλλους, τι σήμαινε η εσωτερική του σύγκρουση και πώς να την υπομείνει. Δεδομένων των αξιών του, το να αντέξει την πραγματικότητα του πόνου που προκάλεσε και το πώς ένιωθε γι’ αυτό ήταν η φυσική συνέπεια.

  Μόλις ο James μπόρεσε να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα και να μην ξεφύγει μέσω της ντροπής, μπόρεσε να διοχετεύσει τις τύψεις του σε αποφασιστικότητα να ανταποκριθεί στις αξίες του στις σχέσεις και να ενεργήσει σύμφωνα με το άτομο που ήθελε να είναι.

  Οι συνέπειες με αυτόν τον τρόπο απαιτούν από τους ανθρώπους να αναλάβουν την ευθύνη για τις πράξεις τους ή/και να επανορθώσουν. Οι συνέπειες είναι ουδέτερες και δεν υποκινούνται από θυμό. Στόχος είναι η θετική αλλαγή της συμπεριφοράς και όχι ο πόνος.

  Η τιμωρία, από την άλλη πλευρά, συνήθως υποκινείται από θυμό και την επιθυμία να επιδοθεί (ή να προκληθεί) ντροπή και πόνος για ένα αντιληπτό ή πραγματικό το σφάλμα. Η νοοτροπία της τιμωρίας περιλαμβάνει την εστίαση στο ζήτημα του «αξίζει» την τιμωρία. Θέλουμε να υποφέρει και ο παραβάτης (είτε εμείς είτε κάποιος άλλος).

  Αν και είναι ανθρώπινο να θέλουμε να ισοφαρίσουμε, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι ο πόνος δεν αποτελεί απαραίτητα κίνητρο για θετική ανάπτυξη και συχνά οδηγεί σε πιο ανεπιθύμητη συμπεριφορά – όπως συνέβη με τον Τζέιμς – αυξάνοντας την αυτοαπορρόφηση, τη ντροπή και την ανάγκη διαφυγής.

  Επιπλέον, η τιμωρία, παρά το γεγονός ότι αισθάνεστε (προσωρινά) «ικανοποιημένοι», σημαίνει ότι εξακολουθείτε να είστε παγιδευμένοι στο να ελέγχεστε από αυτό που συνέβη, αντί να λύνετε το πρόβλημα.


  Ο ρόλος του μαθήματος

  Όταν σκέφτεστε πώς να τιμωρήσετε κάποιον (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού σας) και θέλετε να «δώσετε ένα μάθημα», κάντε στον εαυτό σας τις εξής ερωτήσεις: Ποιο είναι το πραγματικό «μάθημα» που θα διδαχθεί; Ποιος είναι ο στόχος σας; Ποιος θα είναι ο πραγματικός αντίκτυπος ή το αποτέλεσμα της τιμωρίας;

  Η τιμωρία και η διαπόμπευση των παιδιών, για παράδειγμα, τους δίνει μια αίσθηση ντροπής που βασίζεται στον εαυτό τους και συχνά οδηγεί σε κρυφή επανάσταση. Μπορεί στην πραγματικότητα να συμπεριφέρονται καλύτερα, αλλά το μάθημα που μαθαίνουν είναι πώς να αποφεύγουν την τιμωρία στρεφόμενα προς τα μέσα, αποκρύπτοντας και καλύπτοντας. Επιπλέον, τους μαθαίνει να είναι υπάκουα αντί να έχουν κριτική σκέψη και να σκεφτούν.


  Πώς μπορούμε να καταλάβουμε αν η ενοχή που τρέφουμε (ή προκαλούμε) είναι παθολογική

  Η απάντηση βρίσκεται στο πώς η ενοχή επηρεάζει τις σχέσεις μας, ποιο «μάθημα» παίρνουμε πραγματικά και αν εμπνέει εποικοδομητική αλλαγή (ή μας τραβά σε μια δίνη ντροπής ή/και εθιστικής συμπεριφοράς). Η υγιής ενοχή είναι συνείδηση με ένα σχέδιο δράσης πέρα από τον πόνο.


  Η ανάκαμψη είναι το κλειδί

  Τα ομαδικά αθλήματα μας δίνουν ένα καλό μοντέλο για το πώς οι άνθρωποι μπορούν να χειριστούν το δυσάρεστο αίσθημα για κάτι που έκαναν, να ανακάμψουν και να βελτιωθούν. Μερικές φορές, οι καλοί παίκτες δεν αποδίδουν αποτελεσματικά, κοστίζοντας τη νίκη της ομάδας.

  Στη συνέντευξη μετά το παιχνίδι, είναι σαφές ότι αισθάνονται άσχημα που απογοήτευσαν τους συμπαίκτες τους. Αλλά, ταυτόχρονα, γνωρίζουν ότι η πιο ουσιαστική συγγνώμη είναι να ανακάμψουν ώστε να μπορέσουν να σκοράρουν ξανά, αντί να επικεντρώνονται στο να νιώθουν άσχημα και να αυτομαστιγώνονται. Κατά παράλληλο τρόπο, οι συμπαίκτες τους φαίνεται να γνωρίζουν ενστικτωδώς ότι πρέπει να τους χτυπήσουν στην πλάτη για ενθάρρυνση και να τους πουν να επιστρέψουν στο παιχνίδι, ώστε να τους βοηθήσουν να κερδίσουν τη σεζόν.



Αναγωγισμός, άγνοια ελέγχου και αναζήτηση της αλήθειας







  Σήμερα, για πολλούς, η ιδέα ότι κάτι είναι αλήθεια δεν έχει και τόση σημασία. Αρκετοί υποστηρίζουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, ενίοτε με θρησκευτική ευλάβεια: «μου αρκεί ότι είναι αλήθεια για μένα, αυτό έχει σημασία» – εν πολλοίς καθένας και η αλήθεια του. Άλλοι θέλουν να ζουν εκτός των ορίων της Λογικής γιατί πιστεύουν ότι μόνο η «εσωτερικότητα» και το μυστήριο αποκαλύπτουν. Κάποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν ψεύτες πολιτικούς και δημοσιολόγους, βρίσκοντας τρόπους να αντλούν αληθοφανή ψήγματα μέσα από τα ψέματά τους ή να υποστηρίζουν ότι οι αλήθειες, για το ίδιο πράγμα, είναι πολλές, ενδεχομένως αμέτρητες. Πράγματι, αρκετά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν τη δική τους εκδοχή της αλήθειας, βάσει συμφερόντων ή σε συνάρτηση με την ιδεολογική τοποθέτηση του τηλεοπτικού μέσου ή του εντύπου.Πρόκειται για τον, καταχρηστικά και εσφαλμένα, επονομαζόμενο κόσμο της «μετα-αλήθειας» (post-truth world).

  Η κατάχρηση του προθέματος «μετα-», που γίνεται στις μέρες μας, εδώ είναι καί λανθασμένη. Αυτό γιατί στο παρελθόν δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη εποχή αναφοράς (απόλυτης αλήθειας), την οποία σήμερα υποτίθεται ότι η ανθρωπότητα απώλεσε, οδηγούμενη σε μια άλλη εποχή, δηλαδή στην «εποχή μετά την αλήθεια». Στην πραγματικότητα, ο κόσμος της αλήθειας και η έννοιά της – όπως την προσέγγισαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι – δεν έχει αλλάξει. Αυτό που φαίνεται να έχει αλλάξει είναι η ποσότητα, ο ρυθμός παραγωγής και η ποιότητα της πληροφορίας, η επιρρέπεια στον υπερμοντέρνο σχετικισμό και κυρίως η προθυμία μας να θυσιάσουμε τη διανοητική ακεραιότητά μας, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές ακόμη και εσφαλμένες πληροφορίες, λογικές πλάνες και άκυρα επιχειρήματα που όμως ικανοποιούν συναισθήματα, πεποιθήσεις, τάσεις και ιδεολογήματα. Με άλλα λόγια, αυτό που μάλλον έχει αλλάξει είναι η στάση μας απέναντι στην αλήθεια. Σε αντίθεση με την αρχαιότητα, όπου η αγάπη για την αλήθεια (φιλαλήθεια) ήταν ένας από τους υψηλότερους στόχους της κλασικής σκέψης – όπως βλέπουμε μέσα από το έργο του Αριστοτέλη και της Υπατίας – σήμερα περισσότερο υπάρχει απογοήτευση, δέος και φόβος απέναντι στην αλήθεια, παρά δίψα. Ίσως εξαιτίας της αίσθησης του «άπιαστου» της αλήθειας που ενίσχυσε η επιστημονική ανάπτυξη, των αλλεπάλληλων προδοσιών στο όνομά της, για το πιθανώς υψηλό τίμημα ή την υπόθεση εξαφάνισής της μέσα στους αιώνες.

  Εντούτοις, γνωρίζουμε ότι ο φόβος δημιουργεί την ανάγκη για ασφάλεια ή έστω αίσθηση ασφάλειας. Έτσι, πολλοί από εμάς ενημερωνόμαστε και διαβάζουμε ειδήσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και από πηγές ενημέρωσης που συχνά επιλέγουμε με κριτήρια: α) αυτό που θεωρούμε ότι μας ταιριάζει, β) μας κάνει να νιώθουμε καλά (καθησυχάζει) και γ) επιβεβαιώνει τις προϊδεάσεις και τα πιστεύω μας. Όμως αυτή η προσέγγιση κρύβει έναν κίνδυνο: μπορεί να δημιουργήσει θάλαμο αντήχησης (echo chamber), δηλαδή έναν χώρο όπου υποστηρίζονται συγκεκριμένες επόψεις και πεποιθήσεις (σαν ηχώ) από τη συντριπτική πλειοψηφία όσων γράφουν, σχολιάζουν και τελικά μοιράζονται τα ίδια πράγματα. Με αυτό τον τρόπο καθένας που συμμετέχει σε αυτόν το «θάλαμο» γίνεται όλο και πιο σίγουρος ότι αυτό που αναπαράγεται εσωτερικά είναι και η αλήθεια. Μια δυναμική που μπορεί να καθησυχάζει και να μειώνει το αίσθημα φόβου, ωστόσο δεν εξασφαλίζει την αλήθεια και κυρίως την επαφή με την ευρύτερη πραγματικότητα.

  Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, από τη μια κλειστότητας, οργανωμένου μηρυκασμού, πλάνης και υπερπληροφόρησης και από την άλλη γενικευμένης σχετικοποίησης και δέους/φόβου – με στόχο να ενισχύσουμε την κριτική μας σκέψη και να φέρουμε περισσότερη αλήθεια στη ζωή μας – είναι χρήσιμη η εξοικείωση με τις λογικές πλάνες και τα άκυρα επιχειρήματα. Μια σπουδή λογικής που θα έπρεπε να ξεκινάει πολύ νωρίς, ήδη από τη σχολική ηλικία. Όμως με μια πολύ σημαντική υποσημείωση: η λογική μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση της αλήθειας, αλλά δεν μπορεί να την αποκαλύψει πλήρως. Ίσως γιατί η αλήθεια ενώ είναι ανθρώπινο ζητούμενο, δεν ανήκει στον κόσμο των ανθρώπων κάτι που όμως δεν συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει και πολύ περισσότερο ότι δεν αξίζει να τη αναζητάμε με όχημα τη Λογική. Αυτό άλλωστε έκαναν οι σπουδαίοι αρχαίοι σε έναν γοητευτικό συνδυασμό με το υπέρλογο και το μεταφυσικό.


  Θεωρία και γενικοί ορισμοί

  Προκειμένου να αποφύγουμε εννοιολογικές συγχύσεις μπορούμε εξαρχής να κάνουμε μια γενική (μη εξαντλητική/περιοριστική) διάκριση ανάμεσα στη Λογική και τη Ρητορική καθώς και μια σύντομη αναφορά σε ορισμένους γενικούς όρους. Σε γενικές γραμμές η Λογική είναι το αντικείμενο των έγκυρων επιχειρημάτων. Μια έγκυρη επιχειρηματολογία παράγει πραγματικές συνέπειες εφόσον οι προϋποθέσεις είναι αληθινές (για παράδειγμα ένας φυσιολογικός βάτραχος έχει τέσσερα πόδια, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει χάσει κάποιο/α). Η Ρητορική είναι το αντικείμενο των πειστικών επιχειρημάτων, το πεδίο του λόγου που αφορά: α) τι είναι σωστό, β) τι είναι χρήσιμο, γ) τι είναι ωραίο. Η ρητορική μπορεί να περιλαμβάνει έγκυρα επιχειρήματα, αλλά το κύριο μέλημά της είναι να πείσει, επομένως κάποιες φορές χρησιμοποιεί μη έγκυρα επιχειρήματα και λογικές πλάνες προκειμένου να πετύχει τους στόχους της. Για τον Πλάτωνα η Ρητορική δεν είναι επιστήμη, αλλά μια απάτη που βασίζεται σε ψέματα και στη γνώμη του καθενός. Ο Αριστοτέλης τη θεωρούσε ικανότητα να εξεταστεί ένα ενδεχόμενο ως πιθανό και στην «Ρητορική» γράφει: «ορίζουμε ως αρετή της γλώσσας τη σαφήνεια». Με τους σπουδαίους σοφιστές (Πρωταγόρας, Πρόδικος, Γοργίας) στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Ρητορική αναπτύσσεται στη δημοκρατική Αθήνα, ενώ από τους Στωικούς θεωρείται ότι έχει παιδευτική και ηθική αξία, διότι σκοπός της δεν είναι απλά να πείσει, αλλά να κάνει τους Αθηναίους ενάρετους πολίτες.

  Πειστικό λόγο (persuasive discourse) έχουμε όταν καθένα από τα δύο μέρη είναι διατεθειμένο να πειστεί από το άλλο. Στόχος του πειστικού λόγου είναι να αναζητηθεί και να βρεθεί ένας κοινά αποδεκτός ισχυρισμός. Αντιθέτως προπαγανδιστικό λόγο έχουμε όταν τουλάχιστον ένα από τα δύο μέρη δεν επιθυμεί (σε καμία περίπτωση) να πειστεί από το άλλο, αλλά ο στόχος του είναι να επιβάλει τη δική του άποψη/επιχείρημα στο άλλο μέρος -ακόμη και στη περίπτωση που τα επιχειρήματά του άλλου μέρους είναι καταφανώς έγκυρα.

  Ο ρητορικός λόγος που χρησιμοποιεί την πειθώ είναι ο μόνος δημοκρατικός τρόπος σύγκρουσης γιατί προάγει τη λεγόμενη ευρετική λειτουργία του λόγου, δηλαδή επιδιώκει να φτάσει σε ένα συμπέρασμα που είναι (ή θεωρείται) αληθινό ή γίνεται δεκτό και από τα δύο μέρη. Αντιθέτως ο προπαγανδιστικός λόγος είναι μη διαλεκτικός και αντιδημοκρατικός.

  Ο συλλογισμός (deduction) είναι ένα λογικό επιχείρημα που θεμελιώνει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προτάσεων και μιας συνέπειας. Κατά την αρχαιότητα αναπτύχθηκαν δυο βασικά είδη συλλογιστικής, του Αριστοτέλη και των Στωικών. Σε αντίθεση με τον πρώτο η συλλογιστική των Στωικών στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση των προτάσεων και όχι των όρων προκειμένου να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα.

  Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης όταν κάνει τη διάκριση των επιστημών δεν ξεχωρίζει τη Λογική (που ονόμαζε Αναλυτική) ως ανεξάρτητο αντικείμενο. Στην Αριστοτελική θεωρία οι λέξεις δεν είναι παρά συμβατικά σύμβολα για την έκφραση ιδεών: κάθε λέξη χωριστά δεν είναι ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη. Μόνο όταν οι λέξεις (όροι) συναρτώνται σε κρίσεις τίθεται το ζήτημα της αλήθειας ή μη αλήθειας. Δεν είναι επομένως οι συνδυασμοί των λέξεων, Αληθές ή Ψευδές, αλλά οι έννοιες στις οποίες αναφέρονται οι λέξεις. Στο έργο του «Όργανον» ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει τους Σοφιστικούς ελέγχους όπου αναλύει τους τρόπους με τους οποίους κατασκευάζονται λογικές πλάνες, επιχειρήματα που στόχο έχουν να αναιρέσουν ένα άλλο επιχείρημα (έλεγχος). Αυτή είναι μια πρακτική που συναντάμε καθημερινά, σε επιχειρήματα πολιτικών, δημοσίων προσώπων, σε σχολιασμούς κάτω από άρθρα και σε συζητήσεις με φίλους. Είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε πότε ένα επιχείρημα είναι λανθασμένο και για ποιους λόγους. Από την εποχή του Αριστοτέλη και έπειτα μεγάλοι στοχαστές [1] έχουν συμβάλει σε αυτό το πεδίο μελέτης της σκέψης.

  Εκ πρώτης όψεως, οι λογικές πλάνες είναι ένα «εύκολο» θέμα. Τα περισσότερα από τα εισαγωγικά εγχειρίδια Λογικής στα οποία ανατρέξαμε [2],[3],[4] αφιερώνουν ένα συγκεκριμένο χώρο σε αυτές. Σήμερα υπάρχουν πολλές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο που τις παρουσιάζουν με τρόπο διασκεδαστικό και απλό. Οι λογικές πλάνες έχουν κωδικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό και σχεδόν πάντα συχνά συνοδεύονται από την αντίστοιχη λατινική ονομασία. Το εγχείρημα να δοθεί ένας σαφής ορισμός από λογική-επιστημολογική άποψη, ώστε να προκύψει μια ενιαία ταξινόμηση (ως προϊόν ευρείας συναίνεσης) και ενδεχομένως να δημιουργηθεί ένας κατάλογος απλών οδηγιών αποφυγής και/ή αντίκρουσής τους, ενώ αρχικά δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα, στην πραγματικότητα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Μάλιστα οι δυσκολίες που σχετίζονται με την προσπάθεια ορισμού, ταξινόμησης και εξήγησης των λογικών σφαλμάτων -με μοναδικό μέσο την κλασσική λογική- αυξήθηκαν ιδιαίτερα μετά την δημοσίευση, το 1975, του άρθρου του Gerald Massey, με τίτλο «Is There Any Good Arguments that Bad Arguments are Bad?». Σε αυτό ο Massey αναπτύσσει τη λεγόμενη «Διατριβή περί Ασυμμετρίας», όπου με λίγα λόγια υποστηρίζει το εξής: αντίθετα με ό,τι πιστεύεται συχνά, το να αποδείξουμε ότι ένα επιχείρημα είναι μη έγκυρο δεν περιλαμβάνει τις ίδιες διαδικασίες που απαιτούνται για να αποδειχτεί ότι ένα επιχείρημα είναι έγκυρο. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι ένα επιχείρημα είναι έγκυρο όταν μπορούμε να δείξουμε ότι αποτελεί παράδειγμα ενός έγκυρου συστήματος επεξήγησης/συμπερασμάτων. Αν αντίθετα δείξουμε ότι αποτελεί παράδειγμα ενός μη έγκυρου συστήματος επεξήγησης/συμπερασμάτων δεν έχουμε δείξει ακόμα ότι δεν είναι έγκυρο, δεδομένου ότι δεν έχουμε καμία εγγύηση ότι δεν υπάρχει, κάπου αλλού, ένα άλλο έγκυρο σύστημα συμπερασμάτων που να μπορέσει να επεξηγήσει το επιχείρημα. 

  Ασφαλώς η σχετικιστική αυτή προσέγγιση, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιούργησε προβλήματα επιστημολογικής φύσης τα όποια όμως δεν θα μας απασχολήσουν για δυο λόγους. Πρώτον γιατί η έκταση της ανάλυσής μας είναι περιορισμένη και δεύτερον γιατί, κατά τη γνώμη μας, αφορούν περισσότερο μια επουσιώδη διαμάχη μεταξύ ακαδημαϊκών. Στο κείμενο αυτό, που προτείνουμε να διαβαστεί συμπληρωματικά μαζί με παλαιότερη ανάρτησή μας με τίτλο: «Τα άκυρα επιχειρήματα και η οικονομία της σκέψης», θα αναλύσουμε τον αναγωγισμό και την άγνοια ελέγχου.


  Αναγωγισμός (reductionism)

  Αναγωγισμός είναι η προσέγγιση ενός θέματος μέσω της κατανόησης των μερών που το απαρτίζουν. Βοήθησε ιδιαίτερα την ανάπτυξη των επιστημών, αλλά όπως και άλλες μέθοδοι έχει συγκεκριμένα όρια απόδοσης, τα οποία όταν τα ξεπερνάμε, διαπράττουμε αναγωγικό σφάλμα. Όταν λ.χ. προσπαθούμε να εξαγάγουμε κάποιο συμπέρασμα ερμηνεύοντάς το βάσει ενός παράγοντα (που τον θεωρούμε ως πιο σημαντικό), χωρίς να υπολογίζουμε ότι η πολυπλοκότητα του φαινομένου απαιτεί άλλη προσέγγιση, τότε πέφτουμε σε αναγωγισμό. Πρόκειται για την περίπτωση όπου ένα άτομο προσπαθεί να ανάγει κάθε πρόβλημα και φαινόμενο σε μια ιδεολογία, θρησκεία, κοσμοθεωρία. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, ένα συμπέρασμα που είναι παράγωγο αναγωγισμού δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως a priori λανθασμένο. Ωστόσο οφείλουμε να αποφεύγουμε τον αναγωγισμό διότι οι πιθανότητες να παραφράσουμε μια πραγματικότητα είναι αυξημένες, ενώ τις περισσότερες φορές συλλογισμοί που ανάγουν οτιδήποτε σε μια έτοιμη δοσμένη κοσμοθεωρία δεν προάγουν την κρίση (judgment, όπως θα έλεγε η Χάνα Άρεντ), δηλαδή την όσο πιο διαυγή κατανόηση του γίγνεσθαι (αναμφισβήτητα μια διαδικασία επίπονη), αλλά καταστέλλουν αυτήν την ικανότητά μας. Αυτό γιατί η κοσμοθεωρία μετατρέπεται σε οδηγός που εύκολα και ανώδυνα μας δίνει λύσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα.

  Όταν ο αναγωγισμός γίνεται μόνιμη μεθοδολογία, οδηγεί σε πολλά λογικά σφάλματα. Είναι μια πλάνη που χαρακτηρίζει το group thinking φαινόμενο, βάσει του οποίου μια ομάδα ανθρώπων, με στόχο να συνδεθεί, προσπαθεί να βρει μια κοινή ιδεολογική ή θρησκευτική γραμμή, με την οποία επιδιώκει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Τα πολιτικά κόμματα βασίζουν την ύπαρξή τους σε αυτή τη στρεβλή λογική. Οι θεωρίες συνωμοσίας που πολλές φορές αναπαράγονται στο διαδίκτυο δεν είναι παρά προϊόν αναγωγισμού και ανώδυνου συλλογισμού, που προσπαθούν να εξυπηρετήσουν είτε συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα είτε υποδηλώνουν διανοητική οκνηρία. Έτσι γεγονότα και καταστάσεις φτάνουν να μπουν στο κρεβάτι του Προκρούστη με στόχο να ταιριάξουν στην ιδεολογία, η οποία πρέπει να επιβεβαιωθεί, ώστε η ομάδα να συνεχίσει να υπάρχει.


                                                        

  Ας υποθέσουμε ότι ο Α επιχειρηματολογεί εναντίον του Β σε μια δικαστική διαμάχη αναφορικά με την κακοποίηση ενός ζώου. Ο Α, όντας αντίδικος, προσπαθεί να ισχυριστεί ότι ο Β θανάτωσε το κατοικίδιό του. Ο Α στηρίζει αυτό το συμπέρασμα στο γεγονός ότι ο Β κατάγεται από μια περιοχή που, με βάση τα πιστεύω του, οι κάτοικοί της έχουν κακούς δεσμούς με τα ζώα. Έτσι ο A θεωρεί ένοχο τον B δίχως περαιτέρω αποδείξεις. Μπορεί, ωστόσο, αυτός ο αναγωγισμός να εμφανίζει ψήγματα αλήθειας, ενδέχεται λοιπόν:         

   1. να υφίσταται η πιθανότητα ο Β να έχει δεχθεί αυτή την ανατροφή που τον οδήγησε στη δολοφονία του σκύλου. Μια τέτοια ανατροφή μπορεί να αντανακλά μια συγκεκριμένη κουλτούρα που οι άνθρωποι της περιοχής εντός της οποίας μεγάλωσε ο Β αναπαράγουν. Είναι πιθανό αυτός ο ισχυρισμός να ευσταθεί, όχι γιατί τα πιστεύω του Α οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα κατ’ ανάγκη. 

  Μπορεί, με άλλα λόγια, το αξίωμα του Α είναι ορθό, παρότι ενδέχεται το ίδιο το άτομο να έχει κακές διαθέσεις ή να οδηγήθηκε σε ένα σωστό συμπέρασμα από λάθος θέσεις. Μπορεί ωστόσο να ισχύουν και τα εξής:

   2. ο σκύλος του Β δεν έπεσε θύμα δολοφονίας, αλλά πέθανε είτε από γήρας, είτε σκοτώθηκε σε ατύχημα.

   3. ο σκύλος έπεσε θύμα δολοφονίας, αλλά όχι από τον ίδιο τον Β,

   4. ο Β δεν έχει σκύλο, μήτε είχε ποτέ και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι κατηγορίες είναι τελείως αβάσιμες.

  Αξίζει να σημειώσουμε εδώ την πιθανή στάση του Α σε όλα τα ενδεχόμενα: σε ότι αφορά την περίπτωση 2, ο Α ενδεχομένως να κατηγορήσει τον Β ότι δεν λέει την αλήθεια για την ηλικία του σκύλου. Μπορεί, δηλαδή, να κατηγορήσει τον Β ότι ο σκύλος του δεν πέθανε γέρος αλλά νέος και, πολύ περισσότερο, ότι το ατύχημα ήταν σχεδιασμένο ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Παρομοίως, στην περίπτωση 3 ο Α μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Β έδωσε εντολή σε κάποιο άλλο πρόσωπο να δολοφονήσει το σκύλο του ώστε να αποφύγει τις κατηγορίες. Τέλος, για την 4η περίπτωση ο Α ενδέχεται να προσπαθήσει να αναιρέσει το γεγονός ότι ο Β δεν ήταν κάτοχος σκύλου, φέρνοντας στο δικαστήριο έναν σκοτωμένο σκύλο που όμως δεν έπεσε θύμα δολοφονίας του Α, ή κάποιου συνεργού του τελευταίου. Όλα αυτά μπορεί ο Α να τα λέει επειδή θεωρεί de facto πως ο Β είναι υπαίτιος για το έγκλημα αυτό, λόγω της καταγωγής του και, πάνω απ’ όλα, επειδή τα πιστεύω και η κοσμοθεωρία του Α οδηγούν σε ένα τέτοιο αβάσιμο συμπέρασμα, πως οι άνθρωποι από όπου κατάγεται ο Β δολοφονούν ζώα. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να έχει δίκιο ο Α, μπορεί κάποια από τα σοφίσματα που έχει εφεύρει να είναι αποδείξιμα. Όμως ενδέχεται να είναι και προϊόντα λανθασμένου συλλογισμού, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει τους δικαστές στο να επιβάλουν μια απολύτως άδικη ποινή.


  Άγνοια Ελέγχου – Ignoratio Elenchi (Red Herring [5])

  Άγνοια ελέγχου (ή «μη σχετικό συμπέρασμα») αποκαλείται η λογική πλάνη κατά την οποία παρουσιάζεται ένα επιχείρημα που, αυτό καθαυτό, ίσως να είναι αληθές, αλλά αποδεικνύει ή υποστηρίζει διαφορετική πρόταση από αυτήν που υποτίθεται (ή διατείνεται) ότι υποστηρίζει. Εδώ ο αρχαιοελληνικός όρος «έλεγχος» χρησιμοποιείται με την έννοια της αντίκρουσης (ως ανασκευή επιχειρήματος). Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η άγνοια ελέγχου αποτελεί σφάλμα από εκείνον που θέτει την ερώτηση στην προσπάθειά του να ανταπαντήσει στο επιχείρημα του ερωτώμενου. Έτσι μπορεί να έχουμε ένα επιχείρημα το οποίο ενδεχομένως να είναι έγκυρο ή ισχυρό, αλλά ούτως ή άλλως δεν έχει σχέση (ή είναι ιδιαίτερα αμελητέο και επουσιώδες) με το προτεινόμενο πλαίσιο της συζήτησης. Η άγνοια ελέγχου χρησιμοποιείται για παράδειγμα όταν, προκειμένου να επηρεαστεί το σώμα ενόρκων, εις βάρος ενός κατηγορούμενου, ένα δημόσιος κατήγορος εμμένει και χρονοτριβεί υποστηρίζοντας ότι έγκλημα είναι ένα φρικτό πράγμα, και ότι το είδος του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, είναι ακόμη πιο φρικτό. Μπορεί επίσης αυτό που υποστηρίζεται να είναι περισσότερο πειστικό ή πιο εύκολο να στηριχθεί σε σχέση αυτό που θα έπρεπε να υποστηριχθεί. Συχνά το σφάλμα που στα αγγλικά ονομάζεται red herring αναγνωρίζεται μέσα από την άγνοια ελέγχου καθώς και εδώ έχουμε μια εκτροπή του θέματος προς ένα άλλο συμπέρασμα. Όμως η άγνοια ελέγχου (ignoratio elenchi) έχει να κάνει περισσότερο με μια εσφαλμένη ή αφελή ένσταση/αντίκρουση και συνήθως αποδεικνύει κάτι, ακόμα κι αν είναι λάθος το συμπέρασμα, ενώ η περίπτωση red herring (ως υποσύνολο της άγνοιας ελέγχου) είναι, κατά κύριο λόγο, μια εκ προθέσεως εξαπάτηση η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για να οδηγήσει στην εκτροπή της συζήτησης σε μια άλλη, διαφορετική.


  Παράδειγμα Α

  Ένας τζογαδόρος ερωτάται εάν ο τζόγος είναι μια αξιέπαινη απασχόληση:


  Πιστέψτε με, όταν σας λέω ότι οι παίκτες όχι μόνο δουλεύουν σκληρά, όπως οποιοσδήποτε άλλος, αλλά και ακόμα περισσότερο. Χρειάζονται ώρες καθημερινής μελέτης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που δαπανάται στο ίδιο το παιχνίδι.

  Αντίκρουση και σχόλιο: το ότι μια απασχόληση μπορεί να προϋποθέτει σκληρή δουλειά δεν σημαίνει ότι είναι και αξιέπαινη. Το ερώτημα ήταν εάν ο τζόγος είναι μια αξιέπαινη απασχόληση και όχι εάν είναι μια κοπιαστική απασχόληση. Ασφαλώς o τζόγος δεν είναι καθόλου άξιος επαίνου διότι πάρα πολύ συχνά χάνεται το μέτρο και έτσι ο ισχυρός εθισμός μπορεί να καταστρέψει οικονομικά, ψυχικά και διανοητικά τον άνθρωπο συμπαρασύροντας συχνά -με την προσωπική παρακμή- και τρίτους (γονείς, φίλους, σύζυγο, παιδιά). Σήμερα μάλιστα θα λέγαμε ότι εκτός από τον αιώνα της φούσκας διανύουμε -σε παγκόσμιο επίπεδο- και την άνθηση του τζόγου σε όλα τα επίπεδα, από τον απλό άνθρωπο της γειτονίας που ρισκάρει τα λιγοστά του χρήματα, μέχρι τον αδηφάγο μεγαλοεπενδυτή που παίζει τεράστια ποσά. Ο πολλαπλασιασμός των διαφημίσεων τζόγου σε όλα σχεδόν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και των πρακτορείων στοιχημάτων σε κάθε γειτονιά, είναι ενδεικτικά της αύξησης αυτού του αξιοκατάκριτου φαινομένου στα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας.


  Παράδειγμα Β

  Σε ομιλία φεμινιστικής ομάδας:


  Πρέπει να υποστηριχθούν δράσεις κατά των διακρίσεων των γυναικών. Οι άνδρες κατέχουν εξέχουσα θέση στην ηγεσία της χώρας, ειδικά όσον αφορά την πολιτική και την οικονομία. Αυτή είναι μια απαράδεκτη διάκριση.

  Αντίκρουση και σχόλιο: η παραπάνω δήλωση ήθελε να δείξει ότι χρειάζονται πολιτικές που θα βελτίωναν την κατάσταση των γυναικών, όμως στην πραγματικότητα απλά δηλώθηκε ότι για τις γυναίκες ο στόχος των ίσων ευκαιριών (δίχως διακρίσεις) δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Μπροστά σε αυτό του είδους την πλάνη, πρέπει να δειχθεί ότι το συμπέρασμα του συλλογισμού (η απαράδεκτη διάκριση) δεν έχει σχέση με το θέμα των διακρίσεων που αφορά όλες τις γυναίκες. Πέρα όμως από αυτό καθαυτό το λογικό σφάλμα η παραπάνω δήλωση μας λέει πως οι άνδρες κατέχουν εξέχουσα θέση, όμως αυτό δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι οι γυναίκες «καταπιέζονται» επειδή δεν έχουν κατακτήσει όλα τα ανδρικά κάστρα. Γιατί, για παράδειγμα, μια γυναίκα που δεν επιλέγει να γίνει ηγέτης, διευθύντρια ή πολιτικός, αλλά προτιμά το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών, πρέπει αυτομάτως να μπαίνει στο σύνολο με τις διακρίσεις; Αντιθέτως διάκριση προκύπτει όταν αυτή η γυναίκα συχνά χαρακτηρίζεται, από άλλες γυναίκες, ως καταπιεσμένη ή ακόμη και λιγότερο σημαντική/κατώτερη σε σύγκριση με μια γυναίκα μάνατζερ ή πολιτικό. Η δήλωση επομένως, εκτός από πλάνη, υποδηλώνει και ιδεολογικό αναγωγισμό, διότι ταυτίζει την ισότητα με ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άνθρωπος δύναται να έχει θέση στα ανώτερα και ηγετικά κλιμάκια ενός συστήματος που συχνά είναι δυσλειτουργικό, άδικο και ανήθικο. Ορισμένοι φεμινιστικοί κύκλοι ενδέχεται να μην υπολογίζουν καν αυτό το ενδεχόμενο, δηλαδή μια μέση γυναίκα να έχει συνειδητά επιλέξει μια οδό η οποία δεν συμβαδίζει με την οικονομική ανέλιξη, και ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον τους και η δραστηριοποίησή τους επικεντρώνεται σε εκείνες τις μειοψηφίες των γυναικών που έχουν βλέψεις για κάποια υψηλή θέση, σε μια εταιρεία ή στο κοινοβούλιο!


  Παράδειγμα Γ

  Σε ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών:


  Αγαπητοί συνάδελφοι, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι η ειρήνη είναι μια αδιαπραγμάτευτη αξία για την πολιτισμένη συνύπαρξη των λαών. Πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε παντού στον κόσμο να σταματήσει κάθε πράξη βίας. Πρέπει οι αντιθέσεις και οι διαφωνίες να επιλύονται με ειρηνικά μέσα και όχι με εχθρικότητα. Για αυτούς τους λόγους, σας ζητώ να ψηφίσετε κατά των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Συρία.

  Αντίκρουση και σχόλιο: σε αυτή την περίπτωση ένα έγκυρο συμπέρασμα -που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε σειρά επιχειρημάτων και διάλογο- θα έπρεπε να έχει διατυπωθεί ως εξής: «πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την ειρήνη στην Συρία». Η απόφαση να καταψηφιστεί μια ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση στην Συρία μπορεί να ακούγεται καλή, θετική και φιλειρηνική, όμως μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα επικίνδυνη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς με ακρίβεια την έκβαση τέτοιων σοβαρών, σύνθετων και μεγάλων ζητημάτων, που έχουν τίμημα ανθρώπινες ζωές, εξαθλίωση και πόνο. Μάλιστα παραφράζοντας τον Γκάλμπρείθ θα μπορούσαμε να πούμε: «η μόνη λειτουργία της γεωστρατηγικής πρόβλεψης είναι ότι κάνει την αστρολογία να φαίνεται αξιόπιστη». Όμως η επιλογή της μη στρατιωτικής επέμβασης δεν σημαίνει ότι θα λυθεί και το πρόβλημα, ότι θα σταματήσει ο πόλεμος. Αντιθέτως μπορεί να οδηγήσει σε μια γενίκευση και κλιμάκωση του πολέμου με ακόμη περισσότερα θύματα. Ασφαλώς η «ανάγκη» στρατιωτικής εμπλοκής χρησιμοποιείται ως πρόσχημα προκειμένου να δικαιολογηθούν ηγεμονικοί, επεκτατικοί και άλλοι σκοποί, γεγονός που αποδείχτηκε στην περίπτωση του Ιράκ και διαφαίνεται στον πόλεμο στη Συρία. Ωστόσο θεωρούμε ότι εάν το ζητούμενο είναι όντως η ειρήνη, τότε η λογική, η διπλωματία και η φρόνηση θα μπορούσαν, έχοντας επίγνωση της τυχαιότητας (fortuna), να κάνουν τις προβλέψεις λιγότερο «αστρολογικές» και να οδηγήσουν στη σωστή απόφαση για την επίτευξη της ειρήνης. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ιστορία έχει δείξει την υποκρισία που μπορεί να κρύβουν τόσο το: «η ειρήνη είναι μια αδιαπραγμάτευτη αξία», όσο και το: «κατά τις επιχειρήσεις μας θα χρησιμοποιήσουμε κάθε δυνατό μέσο για να προστατέψουμε τους αμάχους», ειδικά όταν ακούγονται από μέλος του Συμβούλιου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το οποίο είναι μια ακόμη υπερδομή που λειτουργεί με μυστικότητα. Μια δομή χωρίς δημόσιο φως, όπου ο πολίτης δεν έχει ούτε πρόσβαση, ούτε μπορεί να γνωρίζει τί ακριβώς γίνεται στο εσωτερικό της.


  Παράδειγμα Δ

Ένας πολιτικός προσπαθεί να υπερασπιστεί την αρνητική του ψήφο στο παρελθόν σχετικά με πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος:


  Μπορεί να έχετε κάποιες ανησυχίες για τις αρνητικές ψήφους μου για το περιβάλλον, όμως μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είμαι ένας ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Αυτό που θα πρέπει να συζητήσουμε είναι το ιστορικό των ψήφων μου υπέρ των ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης για τα παιδιά μας.

  Αντίκρουση και σχόλιο: σε αυτή την τυπική περίπτωση εξαπάτησης (red herring) ο πολιτικός προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή από το ερώτημα που είναι δύσκολο/άβολο να απαντηθεί οδηγώντας την κουβέντα σε κάτι άλλο, εντελώς άσχετο με το θέμα. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται πολύ συχνά από τους επαγγελματίες πολιτικούς και η αντίκρουσή της, ενώ είναι σχετικά απλή, χρειάζεται επαγρύπνηση ώστε, στη ροή του λόγου, να μην αποσπαστεί η προσοχή μας από το αρχικό θέμα. Εάν παρακολουθήσουμε με προσοχή τηλεοπτικές συνεντεύξεις πολιτικών μπορούμε, σχετικά εύκολα, να εντοπίσουμε αυτή την πλάνη καθώς και την σχετική στάση του/της δημοσιογράφου. Συχνά η απόσπαση της προσοχής συνοδεύεται και από την χρήση μιας δεύτερης λογικής πλάνης που μπορεί να είναι μια επίκληση στο συναίσθημα. Έτσι στο προηγούμενο παράδειγμα αφού ο πολιτικός αποφύγει την «περιβαλλοντική» δυσχέρεια (δηλαδή το κεντρικό θέμα) μπορεί να κερδίσει και κάτι. Για παράδειγμα να δικαιολογήσει την επερχόμενη αύξηση της φορολογίας και παράλληλα να επικαλεστεί (ξανά) την αφοσίωσή του στα παιδιά, προσθέτοντας στην απάντησή του: «…άλλωστε χρειαζόμαστε περισσότερα έσοδα για να υποστηρίξουμε τα ήδη υπάρχοντα προγράμματα. Μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά μας είναι το μέλλον μας, ας στηρίξουμε λοιπόν τα παιδιά».

  Προφανώς το να αναζητηθεί και να ειπωθεί η αλήθεια είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, ενώ ο ισχυρισμός ότι κάποιος μπορεί να τη γνωρίζει απόλυτα συνιστά ύβρι. Όμως η αγάπη για την αλήθεια (φιλαλήθεια), για την οποία με θάρρος και ένταση μιλούσε η Υπατία, είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές και η καλλιέργειά της σημαντική, ειδικά σήμερα που διανύουμε μια εποχή άκρατου σχετικισμού και συστηματοποίησης του ψέματος.

Συνδιαμόρφωση κειμένου:




 [1] Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Francis Bacon (aphorisms), Antoine Arnauld and Pierre Nicole (Logic, or the Art of Thinking), John Locke (An Essay Concerning Human Understanding), Isaac Watts (The Right Use of Reason), Jeremy Bentham (Handbook), Richard Whately (Elements of Logic), John Stuart Mill (System of Logic, Ratiocinative and Inductive), Irving Copi (Introduction to Logic).

 [2] Evandro Agazzi (επιμ.), Modern Logic: A Survey, Reidel, Dordrecht – Boston – London, 1980.

 [3] Copi Irving M. Introduction to Logic, The Macmillan Company, New York, 1953.

 [4] Harry J Gensler, Introduction to Logic, Routledge, 2016.

 [5] Η φράση «Red Herring (κόκκινη ρέγγα)» αναφέρεται σε ένα είδος παστής ρέγγας που παρασκευάζεται με κόκκινη καυτερή πιπεριά. Σύμφωνα με την παράδοση, η μυρωδιά της ήταν τόσο δυνατή και απολαυστική για τα σκυλιά που χρησίμευε για την εκπαίδευσή τους, ώστε να ελεγχθεί πόσο καλά ένα κυνηγόσκυλο μπορεί να παρακολουθήσει μια μυρωδιά χωρίς να αποσπαστεί η προσοχή του. Τα σκυλιά δεν χρησιμοποιούνται συνήθως για κυνήγι ψαριών, έτσι μια κόκκινη ρέγγα οδηγεί στην απόσπαση της προσοχής τους από αυτό που υποτίθεται ότι θα κυνηγούσαν.

Τα άκυρα επιχειρήματα και η οικονομία της σκέψης






  Ως άκυρα επιχειρήματα ονομάζεται μια μεγάλη σειρά από εσφαλμένα ή ατελή σκεπτικά που διαπιστώνονται στην ανθρώπινη επικοινωνία και στη διατύπωση κρίσεων. Το πρώτο έργο στο οποίο εντοπίζονται και περιγράφονται τέτοιοι συλλογισμοί είναι οι Σοφιστικοὶ ἔλεγχοι του Αριστοτέλη, όπου παρατίθενται μία σειρά από τεχνικές, λεκτικά και λογικά τεχνάσματα, που χρησιμοποιούσαν οι σοφιστές ως γυμνάσματα για να οδηγούν τον συνομιλητή τους σε παράδοξο συμπέρασμα και πλάνη. Ο κατάλογος εμπλουτίστηκε αργότερα μετά τον Μεσαίωνα στη λατινική βιβλιογραφία γι αυτό πολλά από τα δημοφιλή άκυρα επιχειρήματα διασώζονται με λατινική ονομασία.1

  Τα άκυρα επιχειρήματα είναι πολύ συχνά στην ανθρώπινη επικοινωνία. Άλλοτε μπορεί να είναι υποκινούμενα για την χειραγώγηση της γνώμης των άλλων και την εξασφάλιση συναίνεσης, άλλοτε όμως τα αναπτύσσουμε μόνοι μας ως συντομεύσεις σκεπτικού που μας διευκολύνουν να καταλήγουμε σε συμπεράσματα και να μην απεραντολογούμε, συχνά και υπό την πίεση λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα εκτιμούμε ότι τα άκυρα επιχειρήματα αποβλέπουν στην οικονομία της σκέψης με την έννοια της εξοικονόμησης ενέργειας, γιατί και η διαδικασία της σκέψης–όπως και αν μεταφράζεται βιοχημικά στον ανθρώπινο οργανισμό–απαιτεί ενεργειακή δαπάνη. Επομένως ως έκφανση εξοικονόμησης ενέργειας, τα άκυρα επιχειρήματα, μερικά από τα οποία παραθέτουμε ακολούθως, δεν είναι αυτά καθαυτά μεμπτά, δεδομένου ότι η εξοικονόμηση ενέργειας είναι κινητήριος δύναμη του πολιτισμού (η τεμπελιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος ανακάλυψε τον τροχό). Είναι όμως σημαντικό να έχουμε γνώση και επίγνωση των άκυρων τρόπων σκέψης, δηλαδή των σκεπτικών με τα οποία δεν είναι σίγουρο ότι οδηγούμαστε σε αληθή συμπεράσματα, για να αποφεύγουμε την εξαπάτηση ή την αυταπάτη. Παραθέτουμε οκτώ μόνο από τα δημοφιλέστερα ίσως άκυρα επιχειρήματα, μολονότι ο κατάλογος είναι μεγάλος και πάντα ανοιχτός σε προσθήκες, γιατί φαίνεται πως είναι ανεξάντλητη η επινοητικότητα του ανθρώπου, όταν κάτι τον βοηθά να σκεφτεί λιγότερο ή και να κατευθύνει τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

  1. Argumentum hominem (επιχείρημα κατά του προσώπου, homo = άνθρωπος στα λατινικά, αιτιατική hominem). Το επιχείρημα αυτό περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία απορρίπτουμε ή δεχόμαστε το περιεχόμενο μιας πρότασης με βάση το ποιος το λέει, π.χ. αν ο Γιάννης μας λέει πως ο μπρούτζος είναι κράμα χαλκού με κασσίτερο, αυτό το δεχόμαστε ή το απορρίπτουμε με βάση το αν συμπαθούμε τον Γιάννη, με βάση τη διαγωγή του Γιάννη σε άλλα θέματα, την οικογένεια του Γιάννη, τον χαρακτήρα του, τις πολιτικές του πεποιθήσεις, προηγούμενες ορθές ή εσφαλμένες κρίσεις του Γιάννη σε άλλα θέματα κτλ. Ωστόσο τίποτε από όλα αυτά πραγματικά δεν σχετίζεται με την αλήθεια ή μη του περιεχομένου της πρότασης: ο μπρούτζος είναι κράμα χαλκού με κασσίτερο. Η πρόταση αυτή είναι αληθής ή ψευδής με βάση το περιεχόμενό της, τη σημασία των λέξεων που τη συναποτελούν και την αντικειμενική πραγματικότητα. Όχι με βάση τον εκφωνητή της.

  2. Argumentum temperantiam (επιχείρημα του συμβιβασμού ή της χρυσής τομής, temperantia = αυτοσυγκράτηση, εγκράτεια). Το επιχείρημα αυτό περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία δεχόμαστε ως σωστή τη θέση που βρίσκεται στο μέσον δύο ακραίων τοποθετήσεων. Θεωρούμε δηλαδή με το ad temperantiam ότι η αλήθεια βρίσκεται στο μέσον δύο ακραίων θέσεων. Η αλήθεια όμως είναι αυτονόητο πως βρίσκεται εκεί που βρίσκεται η αλήθεια και δεν μπορεί κάποιος μηχανισμός εξοικονόμησης σκέψης να μας τη δώσει ή να μας απαλλάξει από την τοποθέτηση των άκρων ή τον κόπο της προσωπικής εξέτασης των πραγμάτων. Για παράδειγμα, αν έχουμε από κάποιον την πληροφορία ότι ο Γιάννης είναι πολύ λιτοδίαιτος και από κάποιον άλλον την πληροφορία ότι ο Γιάννης είναι ιδιαίτερα φαγανός (μιλώντας πάντα για τον ίδιο Γιάννη κατά το ίδιο χρονικό διάστημα), δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ορθά ότι ο Γιάννης τρέφεται φυσιολογικά (η μέση θέση), που θα μας υποδείκνυε το argumentum ad temperantiam. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν υπάρχει μέση θέση. Για παράδειγμα η πρόταση: ο Γιάννης έκλεψε το βάζο με το γλυκό, μπορεί να είναι ή αληθής ή ψευδής. Δεν υπάρχει μέση θέση.

  3. Argumentum ad multitudinem ή argumentum ad numerum (το επιχείρημα της πλειοψηφίας, multitudo = πλειοψηφία, αιτιατική multitudinem). Με βάση το επιχείρημα αυτό δεχόμαστε σωστή μια θέση επειδή την υποστηρίζουν οι περισσότεροι. Είναι όμως αυτονόητο ότι κάτι είναι αληθές ή ψευδές ανεξάρτητα με τον αριθμό των ανθρώπων που το υποστηρίζουν. Από την ιστορία γνωρίζουμε για πόσα πράγματα ήταν πεπεισμένο πλήθος ανθρώπων, τα οποία τελικά αποδείχτηκε ότι δεν είναι αλήθεια. Φυσικά η κρίση της πλειοψηφίας είναι λογικό να μας επηρεάζει και να θεωρούμε περισσότερο αξιόπιστο κάτι που το λένε οι πιο πολλοί (που και αυτό μπορεί να είναι υποκειμενική εκτίμηση, αν δεν βασίζεται σε αριθμητικά και στατιστικά στοιχεία, δεν είναι σίγουρο πως έχουμε σαφή εικόνα πάντα για το ‘τι λένε οι πολλοί’), όμως δεν έχει καμία απολύτως σημασία για την αλήθεια μίας πρότασης Χ το πόσοι την υποστηρίζουν. Το Χ είναι αληθές ή ψευδές με βάση το περιεχόμενό του και την αντικειμενική πραγματικότητα και όχι με βάση τον αριθμό των υποστηρικτών της αλήθειας του.

  4. ὁ παρὰ τὸ ἑπόμενον ἔλεγχος (είδος non sequitur = ανακόλουθος συλλογισμός). Πρόκειται για είδος άκυρου επιχειρήματος που αφορά τους υποθετικούς συλλογισμούς. Περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία όταν ξέρουμε ότι ισχύει κάτι, θεωρούμε αυτόματα ότι ισχύει και το αντίθετο, δηλαδή αν το Α οδηγεί στο Β, θεωρούμε ότι και το Β οδηγεί στο Α, το οποίο όμως, εφόσον δεν μας δίνεται τέτοια πληροφορία, δεν ισχύει και είναι άκυρος συλλογισμός. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι αυτούσιο από τον Αριστοτέλη: καὶ ἐπεὶ συμβαίνει τὴν γῆν ὕσαντος γίνεσθαι διάβροχον, κἂν ᾖ διάβροχος, ὑπολαμβάνομεν ὗσαι. Τὸ δ´ οὐκ ἀναγκαῖον. «Και επειδή ισχύει πως όταν βρέχει η γη είναι βρεγμένη, θεωρούμε και πως όταν είναι βρεγμένη πως έχει βρέξει. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο.» (Αριστοτέλης, Σοφιστικοί Έλεγχοι 168a). Άλλο παράδειγμα: Αν ο Γιάννης κέρδισε το λαχείο, είναι χαρούμενος. Όμως το ότι είναι χαρούμενος αντιστρόφως δεν σημαίνει ότι κέρδισε το λαχείο. Άλλο παράδειγμα: Αν ο Γιάννης με κατηγόρησε στη Μαρία, η Μαρία θα είναι θυμωμένη μαζί μου. Όμως το ότι είναι θυμωμένη η Μαρία δεν σημαίνει ότι με κατηγόρησε ο Γιάννης, εφόσον δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα.

  5. Ο αναλογικός συλλογισμός (η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ επαγωγής και κενολογίας). Ο αναλογικός συλλογισμός είναι είδος επαγωγικού συλλογισμού που βασίζεται στην παρομοίωση και τη μεταφορά (μετακίνηση μεταξύ γνωστικών μοντέλων). Είναι η περίπτωση κατά την οποία λέμε πως με τον ίδιο τρόπο που κάτι ισχύει σε μία περίπτωση πρέπει να ισχύει και σε άλλη περίπτωση η οποία έχει συγκεκριμένες ομοιότητες με την πρώτη, π.χ. όταν λέμε πως ό,τι είναι το γάντι για το χέρι είναι η κάλτσα για το πόδι. Η μέθοδος αυτή (της οποίας βασικός εισηγητής είναι ο Σωκράτης) είναι χρήσιμη για την προσέγγιση εννοιών και φαινομένων, είναι όμως σημαντικό να θυμόμαστε πως το χέρι δεν είναι πόδι και η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει όρια και κινδύνους υπεργενίκευσης και κενολογίας. Ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι ο μεταφορικός συλλογισμός είναι δείγμα ευφυίας (Αριστοτέλης, Ποιητική 1459a 7: εὐφυΐας τε σημεῖόν ἐστι), ωστόσο στην κριτική που κάνει στην πλατωνική θεωρία των ειδών (γνωστή ως θεωρία των Ιδεών), ουσιαστικά απορρίπτει τον μεταφορικό συλλογισμό ως εργαλείο για την επιστημονική έρευνα και την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά A 991a 20: τὸ δὲ λέγειν παραδείγματα αὐτὰ εἶναι καὶ μετέχειν αὐτῶν τἆλλα κενολογεῖν ἐστὶ καὶ μεταφορὰς λέγειν ποιητικάς «Το να λέει κανείς ότι (οι ιδέες) είναι τα πρωταρχικά σχήματα και πως τα άλλα πράγματα βασίζονται σε αυτές αποτελεί κενολογία και χρήση ποιητικών μεταφορών»). Άλλο παράδειγμα για το επισφαλές του αναλογικού συλλογισμού βρίσκουμε στην λαϊκή έκφραση: Ένα σάπιο μήλο μπορεί να χαλάσει εκατό υγιή, όμως εκατό υγιή μήλα ένα σάπιο δεν μπορούν να το κάνουν καλό. Η ρήση αυτή συνήθως λέγεται για την ανθρώπινη φαυλότητα και υπονοεί πως άνθρωπος αλλάζει μόνο προς το κακό με μη αναστρέψιμο τρόπο. Το βασικό εμπειρικό δεδομένο που παραβλέπεται εδώ είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι μήλο.

  6. Post hoc ergo propter hoc (μετάφραση: ‘μετά από αυτό άρα εξαιτίας αυτού’). Το σκεπτικό αυτό περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύγχυση μεταξύ χρονικής διαδοχής και αιτιώδους σχέσης, δηλαδή όταν κάτι γίνεται μετά από κάτι άλλο θεωρούμε ότι το πρώτο προέκυψε εξαιτίας του δεύτερου. Αυτό συμβαίνει επειδή όταν δύο πράγματα συνδέονται αιτιακά (δηλαδή το Α προκαλεί το Β), π.χ. Α: έσπρωξα το βάζο και Β: έπεσε το βάζο) πράγματι έχουν και σχέση χρονικής διαδοχής (δηλαδή το Β: πτώση βάζου γίνεται μετά το Α: σπρώξιμο βάζου). Η απλή χρονική διαδοχή όμως δεν σημαίνει απαραίτητα αιτιώδη σχέση, π.χ. το ότι ευχήθηκε κανείς κάτι, καλό ή κακό, και μετά έγινε δεν σημαίνει ότι υπάρχει αιτιώδης σχέση ανάμεσα στα δύο γεγονότα. Μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι. Μπορεί. Άλλο παράδειγμα: κατηγόρησα τη Μαρία στον Γιάννη και την επόμενη μέρα η Μαρία είναι απόμακρη. Το άκυρο αυτό επιχείρημα θα μας υποδείκνυε ότι τα δύο συμβάντα συνδέονται αιτιακά επειδή συνδέονται χρονικά, είναι σε σχέση χρονικής διαδοχής. Δεν ξέρουμε όμως σίγουρα ότι συνδέονται και αιτιακά, αν δεν έχουμε άλλα δεδομένα.

   7. Η αρχή του ενός αιτίου. Το σκεπτικό αυτό αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία υπεραπλουστεύεται μια κατάσταση, και ανάγεται σε μία και μόνο αιτία, μολονότι στην πραγματικότητα μπορεί να είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Συνήθως έχει πολλές αιτίες ένα γεγονός ή μια κατάσταση, κακή ή καλή, και όχι μόνο μία, στην οποία μπορεί εσφαλμένα να καταλήγουμε παραβλέποντας τις άλλες ή υποτιμώντας αυθαίρετα τη σπουδαιότητά τους. Ακόμη και απλά γεγονότα, όπως η θραύση ενός βάζου, αναλύονται σε πολλές αιτίες: (1) το ότι κάποιος έσπρωξε το βάζο, εσκεμμένα ή άθελα, (2) το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένο το βάζο, (3) την αρχική τοποθέτηση του βάζου, (4) το υλικό στο οποίο έπεσε το βάζο, (5) τον νόμο της βαρύτητας. Η υπεραπλούστευση καταστάσεων, που είναι μια από της τακτικές της προπαγάνδας, επιτρέπει τη συσπείρωση ανθρώπων κάτω από ένα μόνο σύνθημα και καλλιεργεί θυμό προς άτομα ή ομάδες, που εν μέρει μόνο έχουν ευθύνη ή αναπτύσσει προσδοκίες από άτομα, ομάδες ή γεγονότα που εν μέρει μόνο μπορούν να ωφελήσουν. Η αρχή του ενός αιτίου αναστέλλει την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση δυσμενών φαινομένων που αναλύονται σε πολλούς παράγοντες ή καταθλίβει όταν θεωρούμε μοναδικό αίτιο μιας κατάστασης κάτι στο οποίο δεν μπορούμε να επέμβουμε. Η πραγματικότητα είναι πολυσύνθετη, όπως για παράδειγμα και το χτίσιμο ενός σπιτιού ή ακόμη και η μεταμόσχευση νεφρού, που είναι σύνθετα αλλά εφικτά πράγματα και επιτυγχάνονται με τη συμβολή πολλών παραγόντων.

  8. Argumentum ad verecundiam (Επίκληση στη γενική αυθεντία). Το επιχείρημα αυτό περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία χρησιμοποιείται το γενικό κύρος του ομιλούντος ή του εκφραστή/υποστηρικτή κάποιας θέσης ως επιβεβαίωση για την αλήθεια της. Ότι δηλαδή κάποια θέση που διατύπωσε για παράδειγμα ο Γκάντι ή ο Αριστοτέλης είναι αλήθεια απλά και μόνο επειδή την διατύπωσε ο Γκάντι ή ο Αριστοτέλης. Γενικότερες απόψεις και διατυπώσεις προσώπων με παγκόσμια αναγνώριση και κύρος είναι άξιες εξέτασης και συχνά πολύτιμες για την ευστοχία τους. Τις δεχόμαστε όμως για το περιεχόμενό τους, αφού το εξετάσουμε, όχι λόγω του κύρους αυτών που τις διατύπωσαν. Μπορεί να ενισχύουν μια θέση αλλά δεν επαρκούν από μόνες τους για να υποστηρίξουμε την αλήθεια της.

  Ο κατάλογος των άκυρων επιχειρημάτων είναι πολύ μεγάλος και στα είδη και στις παραλλαγές του κάθε επιχειρήματος. Όπως αναφέραμε, τα άκυρα επιχειρήματα φαίνεται πως αποβλέπουν στην οικονομία της σκέψης. Η χρήση τους όμως εμπεριέχει ρίσκο πλάνης και είναι σημαντικό να τα αναγνωρίζουμε στον λόγο των άλλων, αλλά και να τα συνειδητοποιούμε στη δική μας σκέψη.

1. Βλ. ιδιαίτερα John Locke (1690) Essay concerning human understanding.




Η Κατερίνα Χατζοπούλου γεννήθηκε στην Καβάλα, 13 Σεπτεμβρίου 1979. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο με ειδίκευση στην Ιστορική Γλωσσολογία. Από το 2013 διδάσκει μαθήματα Γλωσσολογίας στο κέντρο μεταλυκειακής εκπαίδευσης New York College στη Θεσσαλονίκη. Είναι επίσης Πανεπιστημιακή διδάσκουσα Γλωσσολογίας (ΑΠΗ). Προεδρεύει του συλλόγου Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺν Ἀθηνᾷ» (σύλλογος επιστημόνων και εκπαιδευτικών), που ιδρύθηκε στην Καβάλα τον Σεπτέμβριο του 2012 με στόχους την σπουδή και αναβίωση της αρχαίας ελληνικής σκέψης και την διαθεσιμότητά της στην τοπική και ευρύτερη κοινωνία και την καλλιέργεια της πολιτικής ηθικής. Προγραμματική δραστηριότητα του συλλόγου είναι εβδομαδιαίες συναντήσεις με θέματα από τον αρχαιοελληνικό στοχασμό που προσφέρονται από φιλολόγους δωρεάν σε άτομα όλων των ηλικιών, ενώ το σωματείο έχει διοργανώσει και δύο πανελλήνια συνέδρια: 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολιτικής Φιλοσοφίας (Απρίλιος 2014), 1 ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημολογίας (Μάιος 2015) υπό την αιγίδα του Δήμου Καβάλας.

Σκέψεις για τη γενική κατάργηση των πολιτικών κομμάτων - Simone Weil






  Η Σιμόν Βέιλ διατυπώνει με τον δικό της, εκφραστικά ιδιαίτερο, τρόπο και με εμβριθή νου, ένα δριμύ κατηγορώ κατά των πολιτικών κομμάτων. Σήμερα πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να συνδέονται, ή να εξαρτώνται, ή και να πιστεύουν στα πολιτικά κόμματα. Ωστόσο ταυτόχρονα και αντιφατικά, όλο και πιο συχνά, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, καταγγέλλουν τον εκφυλισμό τους αλλά και τονίζουν συχνά με έμφαση «τι να κάνουμε, αναγκαίο κακό είναι και αυτά». Μιλούν για το πόσο μεγάλες ευθύνες έχουν, πόσο αυτά έχουν ξεπουληθεί στον κεφαλαιοκρατισμό, πόσο έχουν βυθιστεί στις διαπλοκές και τις καταχρήσεις, στο πελατειακό κράτος, κλπ. Η Σιμόν Βέιλ όμως δίχως αναστολές και αντιφάσεις δηλώνει ανοιχτά: «Το κακό των πολιτικών κομμάτων βγάζει μάτι […] δεν υπάρχει μέσα τους κάτι αγαθό, που να καταβάλλει το κακό και να καθιστά έτσι την ύπαρξή τους επιθυμητή». Έτσι προσεγγίζει την κατάργηση (αποκήρυξη) των κομμάτων ως πράξη του «καλού», ως μια αφύπνιση κατά της πνευματικής παραίτησης των ανθρώπων. Στην ταραχώδη σύγκρουση ανάμεσα στην ιδεολογία και την ουτοπία, η Βέιλ αντιπροτείνει μια υπεύθυνη και κοπιώδη στάση. Μια στάση όπου στο κέντρο της βρίσκεται το αγαθό. Δεν μένει σε τετριμμένες και επιφανειακές λύσεις που προτείνουν μια εργαλειακή κοινωνικοποίηση και πολιτικοποίηση της ζωής, αλλά αναζητά το βαθύτερο νόημα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της Σιμόν Βέϊλ Για την Κατάργηση των Κομμάτων, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, εκδ. ΑΡΜΟΣ Αθήνα, 2011.

———- / ———-


  «Τo αληθινό πνεύμα του 1789 συνίσταται στη σκέψη, όχι ότι κάτι είναι σωστό επειδή το θέλει ο λαός, αλλά επειδή, υπό ορισμένες συνθήκες, η βούληση του λαού έχει μεγαλύτερη τύχη να συμμορφωθεί με τη δικαιοσύνη από οποιαδήποτε άλλη βούληση» (Σιμόν Βέιλ).

  Για να εκτιμήσουμε τα πολιτικά κόμματα σύμφωνα με το κριτήριο της αλήθειας, της δικαιοσύνης, του δημοσίου καλού, αρμόζει να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε τα ουσιαστικά τους γνωρίσματα. Μπορούμε να απαριθμήσουμε τρία:

  Ένα πολιτικό κόμμα είναι μια μηχανή κατασκευής συλλογικού πάθους.

  Ένα πολιτικό κόμμα είναι ένας οργανισμός καμωμένος να ασκεί συλλογική πίεση στη σκέψη καθενός ανθρώπου που αποτελεί μέλος του.

  Πρώτος σκοπός, και σε τελική ανάλυση ο μοναδικός, κάθε πολιτικού κόμματος είναι να ενδυναμώνεται το ίδιο, και τούτο χωρίς κανένα όριο.

  Το τριπλό αυτό χαρακτηριστικό δείχνει ότι κάθε κόμμα είναι ολοκληρωτικό από φύση και πρόθεση. Εάν δεν είναι στην πραγματικότητα, τούτο οφείλεται στο ότι οι υποστηρικτές του δεν είναι λιγότερο ολοκληρωτικοί από εκείνο.

 Τα τρία αυτά γνωρίσματα αποτελούν έμπρακτες αλήθειες ολοφάνερες σε όποιον έχει προσεγγίσει τη ζωή των κομμάτων.

  Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η ξεχωριστή περίπτωση ενός φαινομένου που παράγεται παντού όπου το συλλογικό κυριαρχεί στα σκεπτόμενα υποκείμενα. Είναι η αντιστροφή της σχέσης μεταξύ σκοπού και μέσου. Παντού, χωρίς καμία εξαίρεση, όλα όσα θεωρούνται σκοποί είναι από τη φύση τους, από τον ίδιο τους τον ορισμό, από την ουσία τους και κατά τον πιο αυτονόητο τρόπο αποκλειστικά και μόνο μέσα. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε όσα παραδείγματα θέλουμε σε όλους τους τομείς. Χρήμα, εξουσία, κράτος, εθνικό μεγαλείο, οικονομική παραγωγή, πανεπιστημιακά διπλώματα και πλήθος άλλα.

  Μονάχα το αγαθό είναι σκοπός. Καθετί που ανήκει στο επίπεδο των γεγονότων βρίσκεται στην τάξη του μέσου. Όμως, η συλλογική σκέψη είναι ανίκανη να υψωθεί πάνω από το επίπεδο των γεγονότων. Είναι μια σκέψη ζωώδικη. Δεν διαθέτει την έννοια του αγαθού παρά ίσια ίσα για να διαπράξει το σφάλμα να θεωρήσει αυτό ή εκείνο το μέσο ως ένα απόλυτο αγαθό.

  Αυτό ισχύει για τα κόμματα. Ένα κόμμα είναι κατά κανόνα ένα εργαλείο για να υπηρετήσει μια ορισμένη αντίληψη για το δημόσιο αγαθό.

  Τούτο αληθεύει ακόμη και γι’ αυτούς που συνδέονται με συμφέροντα μιας κοινωνικής κατηγορίας, γιατί υπάρχει πάντα μια ορισμένη αντίληψη για το δημόσιο αγαθό χάρη στην οποία θα υπάρχει σύμπτωση ανάμεσα στο δημόσιο αγαθό και τα συμφέροντα. Πρόκειται όμως για εξαιρετικά ασαφή αντίληψη. Αυτό αληθεύει ανεξαιρέτως και σχεδόν χωρίς διαφορά βαθμών. Τα κόμματα τα πιο ασυνεπή και τα πιο αυστηρά οργανωμένα είναι ίσα λόγω της ασάφειας των αρχών τους. Κανένας, όσο κι αν μελέτησε σε βάθος την πολιτική, δεν θα ήταν ικανός να εκθέσει με ακρίβεια και διαύγεια τις αρχές ενός κόμματος, περιλαμβανομένου, αν το έφερνε η περίσταση, και του δικού του.

  Οι άνθρωποι ούτε που το ομολογούν στον εαυτό τους. Εάν το ομολογούσαν, θα δοκίμαζαν απλοϊκά να δουν σε αυτό το σημάδι μιας προσωπικής ανικανότητας, μη έχοντας αναγνωρίσει ότι η έκφραση «οι αρχές ενός πολιτικού κόμματος» δεν μπορεί ποτέ, από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, να σημαίνει τίποτα.

  Ένας που περνά τη ζωή του γράφοντας ή εξετάζοντας προβλήματα ιδεών, σπάνια διαθέτει δικές του ιδεολογικές αρχές. Μια συλλογικότητα δεν έχει ποτέ. Δεν συνιστούν συλλογικό εμπόρευμα.

  Μπορούμε να μιλούμε, είναι αλήθεια, για το χριστιανικό δόγμα αρχών, το ινδουιστικό, το πυθαγόρειο και ούτω καθεξής. Αυτό που δηλώνεται με αυτή τη λέξη δεν είναι ούτε ατομικό ούτε συλλογικό. Είναι κάτι τοποθετημένο άπειρα πιο πάνω από το ένα και το άλλο επίπεδο. Είναι καθαρά και απλά η αλήθεια.

  Ο σκοπός ενός πολιτικού κόμματος είναι αόριστος και μη πραγματικός. Αν ήταν πραγματικός, θα απαιτούσε μια πολύ μεγάλη προσπάθεια προσοχής, γιατί μια αντίληψη για το δημόσιο αγαθό δεν είναι εύκολο πράγμα για τη σκέψη. Η ύπαρξη του κόμματος είναι ψηλαφητή, αυτονόητη και δεν απαιτεί καμιά προσπάθεια για να αναγνωριστεί. Έτσι, είναι αναπόφευκτο ότι στην πραγματικότητα το κόμμα είναι ο αυτοσκοπός του.

  Από τούτη τη στιγμή υπάρχει ειδωλολατρία, γιατί μονάχα ο Θεός νομιμοποιείται να συνιστά αυτοσκοπό. Η μετάβαση είναι εύκολη. Θέτουμε ως αξίωμα ότι η απαραίτητη και επαρκής συνθήκη ώστε το κόμμα να υπηρετήσει αποτελεσματικά την αντίληψη του δημόσιου αγαθού, για το οποίο και υπάρχει, είναι να διαθέτει ευρεία εξουσία.

   Μα καμιά ορισμένη ποσότητα εξουσίας δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί πραγματικά ως επαρκής, προπαντός από τη στιγμή που θα αποκτηθεί. Το κόμμα βρίσκεται όντως, ένεκα της απουσίας σκέψης, σε συνεχή κατάσταση ανικανότητας, που την αποδίδει πάντα στην ανεπάρκεια της εξουσίας που διαθέτει. Αν όμως ήταν απόλυτος κύριος της χώρας, οι διεθνείς ανάγκες θα επέβαλαν στενή οριοθέτηση.

  Έτσι η ουσιαστική τάση των κομμάτων είναι ολοκληρωτική, όχι μονάχα ως προς μία χώρα, αλλά ως προς τον πλανήτη ολόκληρο, επειδή ακριβώς η αντίληψη του δημόσιου αγαθού, η οικεία σε αυτό ή εκείνο το κόμμα, είναι φανταστική, ένα κενό χωρίς πραγματικότητα, που επιβάλλει την αναζήτηση της ολικής δύναμης. Κάθε πραγματικότητα συνεπάγεται από μόνη της ένα όριο. Δεν οροθετείται ποτέ αυτό που δεν υπάρχει διόλου.

  Να γιατί υπάρχει συγγένεια, συμμαχία ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και το ψέμα.

  Πολλοί, είναι αλήθεια, δεν φιλοδοξούν ποτέ την απόλυτη δύναμη. Μια τέτοια σκέψη θα τους προκαλούσε φόβο. Φέρνει ίλιγγο και χρειάζεται κάτι μεγαλειώδες για να τη στηρίξει. Τέτοιοι άνθρωποι, όταν ενδιαφέρονται για ένα κόμμα, αρκούνται να επιθυμούν την ανάπτυξή του. Αλλά ως κάτι που δεν συνεπάγεται όριο. Εάν προστέθηκαν τρία μέλη παραπάνω τη φετινή χρονιά, ή εάν η εισφορά έφερε εκατό φράγκα επιπλέον, είναι ικανοποιημένοι. Επιθυμούν όμως αυτό να γίνεται επ’ άπειρον προς την ίδια κατεύθυνση. Ποτέ δεν πρόκειται να θεωρήσουν ότι θα υπήρχε περίπτωση το κόμμα τους να έχει πλεόνασμα μελών, ψηφοφόρων, χρημάτων.

  Η επαναστατική ιδιοσυγκρασία οδηγεί στη θεώρηση της ολότητας. Η μικροαστική ιδιοσυγκρασία οδηγεί να φαντάζεσαι μια αργή πρόοδο, συνεχή και χωρίς όριο. Και στις δύο όμως περιπτώσεις η υλική ανάπτυξη του κόμματος καθίσταται μοναδικό κριτήριο, και σε σχέση μ’ αυτό καθορίζονται το καλό και το κακό για κάθε πράγμα. Ακριβώς σαν το κόμμα να ήταν ένα ζώο στη βοσκή και ο κόσμος να είχε δημιουργηθεί για να το τρέφει.

  Δεν γίνεται να υπηρετούμε το Θεό και τον Μαμωνά [1]. Εάν το κριτήριο για το αγαθό είναι άλλο από το αγαθό το ίδιο, χάνουμε την έννοια του αγαθού.

  Από τη στιγμή που η ανάπτυξη του κόμματος συνιστά κριτήριο του αγαθού, έπεται αναπόφευκτα μια συλλογική πίεση του κόμματος στη σκέψη των ανθρώπων. Αυτή η πίεση ασκείται όντως. Εξαπλώνεται δημόσια. Είναι ομολογημένη, διακηρύσσεται. Κανονικά θα έπρεπε να μας προκαλεί φρίκη, εάν δεν είχαμε πορωθεί από τη συνήθεια.

  Τα κόμματα είναι οργανισμοί σχηματισμένοι δημόσια και επίσημα κατά τρόπο που να σκοτώνουν μέσα στην ψυχή την έννοια της αλήθειας και της δικαιοσύνης.

  Η συλλογική πίεση ασκείται στο μεγάλο κοινό μέσω της προπαγάνδας. Ο ομολογημένος στόχος της προπαγάνδας είναι να πείσει και όχι να φωτίσει. Ο Χίτλερ είδε πολύ καλά ότι η προπαγάνδα είναι πάντα μια απόπειρα υποδούλωσης των πνευμάτων. Όλα τα κόμματα ασκούν προπαγάνδα. Εκείνο που δεν θα ασκούσε, θα εξαφανιζόταν λόγω του γεγονότος ότι την ασκούν τα υπόλοιπα. Όλοι ομολογούν ότι ασκούν προπαγάνδα. Κανένας δεν είναι τόσο τολμηρός μέσα στο ψέμα, ώστε να διακηρύξει ότι αναλαμβάνει το εγχείρημα της εκπαίδευσης του κοινού και ότι διαμορφώνει την κρίση του λαού.

  Αληθεύει, βέβαια, ότι τα κόμματα μιλούν για εκπαίδευση σε αυτούς που προσέρχονται, συμπαθούντες, νέους, καινούργιους οπαδούς. Αυτή η λέξη είναι ψέμα. Πρόκειται για προγύμναση έτσι ώστε να ετοιμάσουν τον πιο αυστηρό έλεγχο που θα ασκήσει το κόμμα στη σκέψη των μελών του.

  Ας υποθέσουμε ότι ένα μέλος κόμματος -βουλευτής, υποψήφιος βουλευτής ή απλός αγωνιστής- αναλαμβάνει δημόσια να στρατευτεί ως ακολούθως:


  «Όλες τις φορές που εξέτασα οποιοδήποτε πολιτικό ή κοινωνικό πρόβλημα, υποχρεώθηκα να λησμονήσω απόλυτα το γεγονός ότι είμαι μέλος της τάδε ομάδας, και να απασχοληθώ αποκλειστικά για να διακρίνω το δημόσιο αγαθό και τη δικαιοσύνη».

  Ένα τέτοιο λεξιλόγιο θα το υποδέχονταν με απαρέσκεια. Οι δικοί του και πολλοί άλλοι ακόμη θα τον κατηγορούσαν για προδοσία. Οι λιγότερο εχθρικοί θα του έλεγαν: «Γιατί λοιπόν εντάχθηκες σ ’ένα κόμμα;», ομολογώντας έτσι αφελώς ότι, μπαίνοντας σε ένα κόμμα, παραιτούμαστε από την αποκλειστική αναζήτηση του δημόσιου αγαθού και της δικαιοσύνης. Αυτός ο άνθρωπος θα αποκλειόταν από το κόμμα του, ή τουλάχιστον θα έχανε το αξίωμά του. Είναι βέβαιο ότι δεν θα επανεκλεγόταν.

  Επιπλέον, μοιάζει αδύνατο να χρησιμοποιήθηκε τέτοιο λεξιλόγιο. Όντως, παρεκτός από λάθος, ούτε που κατέστη ποτέ δυνατό. Εάν είχαν αρθρώσει κάποιες λέξεις φαινομενικά συγγενικές, αυτές προέρχονταν από πρόσωπα που επιθυμούσαν να κυβερνήσουν με την υποστήριξη κομμάτων άλλων από το δικό τους. Τέτοια λόγια ηχούσαν τότε ως ανυποληψία.

  Εξάλλου, βρίσκουμε εντελώς φυσικό, λογικό και τιμητικό να πει κάποιος: «Όντας συντηρητικός», ή «όντας σοσιαλιστής, σκέφτομαι ότι…». Αυτό βέβαια δεν χαρακτηρίζει τόσο τα κόμματα. Ούτε πάλι λέμε ανερυθρίαστα: «όντας Γάλλος, σκέφτομαι ότι…», «όντας καθολικός, σκέφτομαι ότι…».

  Κοριτσάκια που θαρρούσαν ότι πρόσκεινται στον γκωλισμό σαν να ήταν το γαλλικό ισοδύναμο του χιτλερισμού, πρόσθεταν: «Η αλήθεια είναι σχετική, ακόμη και στη γεωμετρία». Άγγιζαν άθελά τους την ουσία.

  Αν δεν υπάρχει αλήθεια, είναι νόμιμο να σκεφτόμαστε κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο. Έχουμε μαύρα μαλλιά, καστανά, κόκκινα ή ξανθά, από φυσικού μας. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και η σκέψη μας. Η σκέψη, όπως τα μαλλιά, είναι τότε προϊόν μιας φυσικής διεργασίας αφαίρεσης.

  Αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια αλήθεια, δεν επιτρέπεται να σκεφτούμε παρά αυτό που είναι αληθινό. Σκεφτόμαστε τότε κάτι, όχι επειδή τυχαίνει να είμαστε Γάλλοι, καθολικοί ή σοσιαλιστές, αλλά επειδή το ακατάβλητο φως του αυτονόητου μας υποχρεώνει να σκεφτούμε έτσι και όχι διαφορετικά.

  Αν δεν υπάρχει αυτονόητο και υπάρχει αμφιβολία, εξυπακούεται ότι στην κατάσταση της γνώσης που διαθέτουμε (ως άνθρωποι), το ζήτημα είναι αμφίβολο. Εάν υπάρχει ελάχιστη πιθανότητα από τη μία πλευρά, το αυτονόητο είναι ότι υπάρχει όντως ελάχιστη πιθανότητα. Και ούτω καθεξής.

  Όπως και να ‘ναι, το εσωτερικό φως παραχωρεί πάντα σε όποιον το συμβουλεύεται μια αυτονόητη απόκριση. Το περιεχόμενο της απόκρισης είναι λίγο-πολύ καταφατικό. Λίγο ενδιαφέρει. Σηκώνει πάντα αναθεώρηση. Καμιά όμως διόρθωση δεν μπορεί να επέλθει παρά μονάχα μέσα από περισσότερο εσωτερικό φως.

  Εάν ένας άνθρωπος, μέλος ενός κόμματος, είναι απόλυτα αποφασισμένος να εμπιστεύεται σε όλες του τις σκέψεις το εσωτερικό φως αποκλειστικά και τίποτε άλλο, δεν μπορεί να γνωστοποιήσει αυτή του την πεποίθηση στο κόμμα. Επομένως ψεύδεται απέναντί του.

  Είναι μια κατάσταση που γίνεται αποδεκτή μονάχα ένεκα της αναγκαιότητας που μας εξαναγκάζει να βρεθούμε σ’ ένα κόμμα για να συμμετάσχουμε αποτελεσματικά στα δημόσια πράγματα. Τότε όμως, η αναγκαιότητα αυτή είναι ένα κακό, και πρέπει να βάλουμε τέλος σε αυτό καταργώντας τα κόμματα.

  Ένας άνθρωπος που δεν έλαβε την απόφαση να εμπιστεύεται αποκλειστικά το εσωτερικό φως, εγκαθιστά το ψέμα στο κέντρο της ψυχής του. Το εσωτερικό σκοτάδι είναι η τιμωρία του.

  Μάταια θα επιχειρούσαμε να ξεπεράσουμε το πρόβλημα μέσω της διάκρισης ανάμεσα στην εσωτερική ελευθερία και την εξωτερική πειθαρχία. Γιατί τότε θα πρέπει να πούμε ψέματα στο κοινό, απέναντι στο οποίο κάθε υποψήφιος, κάθε εκλεγμένος, έχει μια ιδιαίτερη υποχρέωση να λέει την αλήθεια.

  Εάν προετοιμάζομαι να πω, εν ονόματι του κόμματός μου, πράγματα που εκτιμώ ότι αντιβαίνουν στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη, δεν θα ‘πρεπε να τα γνωστοποιήσω προηγουμένως; Εάν δεν το κάνω, Ψεύδομαι.

  Από τις τρείς αυτές μορφές ψεύδους -στο κόμμα, στο κοινό, σ’ έμενα τον ίδιο- το πρώτο είναι μακράν το λιγότερο κακό. Εάν όμως η προσχώρηση σε ένα κόμμα μας εξαναγκάζει πάντοτε, όπως και να ‘ναι, στο ψέμα, η ύπαρξη των κομμάτων είναι απόλυτα και με κάθε τρόπο ένα κακό.

  Συνηθιζόταν να βλέπουμε σε ανακοινώσεις συνελεύσεων: Ο κ. Φ. θα εκθέσει την κομμουνιστική άποψη (πάνω στο πρόβλημα που είναι το αντικείμενο της συγκέντρωσης). ‘Ο κ. X. Θα εκθέσει τη σοσιαλιστική άποψη. Ο κ. Ψ. τη ριζοσπαστική.

  Με ποιόν τρόπο αυτοί οι δύστυχοι θα ενεργούσαν για να γνωρίσουν την άποψη που όφειλαν να εκθέσουν; Ποιόν μπορούσαν να συμβουλευτούν; Ποιο χρησμό; Μια συλλογικότητα δεν έχει ούτε γλώσσα ούτε πένα. Όλα τα όργανα έκφρασης είναι ατομικά. Η σοσιαλιστική συλλογικότητα δεν κατοικεί σε κανένα άτομο. Ούτε βέβαια η ριζοσπαστική. Η κομμουνιστική κατοικεί στον Στάλιν, αλλά είναι μακριά. Δεν γίνεται να του τηλεφωνήσουμε πριν λάβουμε το λόγο στη συγκέντρωση.

  Όχι, οι κύριοι Φ., Χ. και Ψ. συμβουλεύονταν τον εαυτό τους. Καθώς όμως ήταν έντιμοι, έβαζαν τον εαυτό τους αρχικά σε μια ειδική διανοητική κατάσταση, παρόμοια με αυτήν όπου τους είχε βάλει τόσο συχνά η ατμόσφαιρα του κομμουνιστικού, σοσιαλιστικού, ριζοσπαστικού περιβάλλοντος.

  Εάν, όντας σε μια τέτοια κατάσταση, αφηνόμαστε στα επακόλουθά της, παράγεται κατά φυσικό τρόπο ένα λεξιλόγιο σύμμορφο με τις «απόψεις»: την κομμουνιστική, τη σοσιαλιστική, τη ριζοσπαστική.

  Υπό τον όρο, εξυπακούεται, να απαγορέψουμε στον εαυτό μας να εντείνει αυστηρά την προσοχή του για να διακρίνει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Αν το κατορθώναμε, θα κινδυνεύαμε -οποία φρίκη- να εκφράσουμε μια «προσωπική άποψη» .

  Γιατί στις μέρες μας η προσπάθεια για τη δικαιοσύνη και την αλήθεια εκλαμβάνεται ως ανταποκρινόμενη σε μια προσωπική άποψη.

  Υπάρχει μια μονάχα απάντηση. Η αλήθεια είναι οι σκέψεις που αναφύονται στο πνεύμα ενός σκεπτόμενου δημιουργήματος, δοσμένου μοναδικά, ολοκληρωτικά, αποκλειστικά στον πόθο της αλήθειας.


———- / ———-

  [1]. Από την παραβολή του άδικου οικονόμου, εδώ αναφέρεται στην ευαγγελική ρήση «ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Ματθ 6,24).
ResPublica

[full_width]




Scroll To Top