Σε τι διαφέρει το αίσθημα από το συναίσθημα;




Αισθάνομαι και...  συναισθάνομαι!

Ως άνθρωπος, ως το τελειότερο δημιούργημα της πλάσης, αισθάνομαι, ό,τι ο εγκέφαλός μου επεξεργάζεται εξαιτίας των αισθήσεων και συναισθάνομαι ό,τι η ψυχή μου αντιλαμβάνεται.

Η έννοια “αίσθημα” συγχέεται πολλές φορές με την έννοια “συναίσθημα“. Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσά τους και καλό θα είναι να μη συγχέονται μεταξύ τους.

Βλέπω, ακούω, οσμίζομαι, γεύομαι, άπτομαι είναι ότι αντιλαμβάνομαι με τη βοήθεια των αισθήσεων …αλλά και αισθάνομαι αίσθημα ανωτερότητας και κατωτερότητας εξαιτίας επεξεργασίας ερεθισμάτων λόγω σύγκρισης.

Η χαρά, η λύπη, η ντροπή, ο θυμός, το πάθος και ο πόθος, η επιθυμία, ο έρωτας και η φιλία είναι συναισθήματα που νοιώθει ο άνθρωπος στην ψυχή του… σε αντίθεση με ό,τι συλλαμβάνει το μυαλό.


Σύμφωνα με τον Νταμάσιο, καθηγητή Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο της Ν. Καρολίνας, τα αισθήματα και τα συναισθήματα αποτελούν φαινόμενα τα οποία δεν ταυτίζονται χρονικά αλλά έχουν χρονική συνέχεια, πρώτα εμφανίζονται τα αισθήματα και μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου αργότερα γεννιούνται τα συναισθήματα.

Πρωτόγονοι οργανισμοί οι οποίοι σαφώς δεν διαθέτουν συναισθήματα διαθέτουν αντιδράσεις που καταδεικνύουν ύπαρξη αισθημάτων. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι η αντίδραση παγώματος των ζώων όταν αισθάνονται ότι απειλούνται, ή η ταχυκαρδία.

Αλήθεια, πως αισθάνεστε αυτή τη στιγμή;

Να μια απλή ερώτηση που πολύ λίγοι θα κατόρθωναν ν’ απαντήσουν με σαφήνεια.


Πολλοί θα έλεγαν πως τους σπάει τα νεύρα ο γείτονας, ή πως είναι κουρασμένοι απ’ τη δουλειά. Άλλοι θ’ απαντούσαν πως είναι χαρούμενοι που αγόρασαν ένα καινούριο παντελόνι. Τα συναισθήματά μας όμως δεν καθορίζονται έτσι απόλυτα από το περιβάλλον μας — ανθρώπους, δουλειά, σπίτι — αλλά από την αντίδραση μας σ’ αυτό. Οι αντιδράσεις μας επηρεάζονται με τη σειρά τους από βαθιά ριζωμένα, συχνά ασυνείδητα, αισθήματα. Για να ξεκαθαρίσουμε πως πραγματικά αισθανόμαστε κάθε στιγμή είναι απαραίτητο να ξέρουμε ποια είναι αυτά τα βασικά συναισθήματα.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, πολλοί λογικοί τρόποι να ρυθμίσουμε τις διαφορές που έχουμε με το γείτονα μας. Μπορούμε να του πούμε να προσέχει περισσότερο ή να τον αποφύγουμε όταν διασταυρωθούμε μαζί του ή ακόμη και ν’ αποφασίσουμε πως δεν αξίζει ν’ ασχολούμαστε με τέτοιον άνθρωπο. Όταν όμως καταπιεζόμαστε από το πρόβλημα πού έχουμε και υποφέρουμε σιωπηλά, τότε ο γείτονας μας δεν φταίει. Αιτία της συμπεριφοράς μας απέναντι του είναι τα αισθήματα που μας αναγκάζουν να τον αντιμετωπίσουμε έτσι.

«Οταν μιλάμε για συναισθήματα σκεφτόμαστε κυρίως την ψυχολογική και νευροβιολογική διάστασή τους, υποστηρίζει ο Άγγελος Χανιώτης καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Ανωτέρων Σπουδών του Πρίνστον.

Πέρα από αυτό, συνεχίζει ο καθηγητής, στους παράγοντες που επηρεάζουν το τι αισθανόμαστε και κυρίως το πώς εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, περιλαμβάνονται και τα κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα. Αναφέρω ως παράδειγμα ένα στοιχειώδες συναίσθημα, τον φόβο του θανάτου. Ο φόβος του θανάτου διαφορετικά αντιμετωπίζεται από κάποιον που πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, διαφορετικά από έναν ισλαμιστή ο οποίος θα αυτοκτονήσει στον ιερό πόλεμο, διαφορετικά από κάποιον που έχει ζήσει μια τρισάθλια ζωή, διαφορετικά από έναν βολεμένο και διαφορετικά από τον οπαδό μιας φιλοσοφικής ή θρησκευτικής θεωρίας».


Στη λήψη των αποφάσεων μας, τα συναισθήματα είναι συχνά οι πλέον αποφασιστικοί παράγοντες, έστω και αν παραμένουν ασυνείδητα. Η λογική από μόνη της δεν επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα της ζωής μας. Όσο πιο συνειδητά είναι τα συναισθήματα μας, τόσο ποιο ελεύθεροι είμαστε στη ζωή.

Τα συναισθήματα, πολλές φορές, μας τρομάζουν γιατί μας φέρνουν αντιμέτωπους με μία πραγματικότητα που θα προτιμούσαμε να μην ξέρουμε, μας υποχρεώνουν να δούμε την αλήθεια. Η μεγάλη αποστασιοποίηση αναισθητοποιεί. 

Καταστέλλοντας ή μεταμφιέζοντας τα συναισθήματα μας για να τα κάνουμε ομοιόμορφα και αποδεκτά από την κοινωνία, χάνουμε πολύτιμες πληροφορίες γύρω από τα ψυχικά μας βιώματα, τα θάβουμε στο υποσυνείδητο μας και ζούμε μία ζωή που υπαγορεύουν οι περιστάσεις και οι συμβατικότητες.


Οι  Έλληνες, θεωρούνται ως ο κατ’ εξοχήν συναισθηματικός λαός… ως πολίτες με συναισθηματική νοημοσύνη* αλλά χωρίς συναισθηματική ωριμότητα... όπως υποστηρίζουν μελετητές λαών, τους οποίους,  βέβαια… απορρίπτουμε!

Η τυχόν ανικανότητά μας να παρατηρήσουμε τα πραγματικά μας αισθήματα μας αφήνει στο έλεός τους.

Το να χειραγωγούμε και να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας έτσι ώστε να είναι τα κατάλληλα ανά πάσα στιγμή, είναι μια ικανότητα που οικοδομείται πάνω στην γνώση του ”εγώ ” μας.

Άτομα που στερούνται αυτής της ικανότητας μάχονται πάντα τα αισθήματα της κατάθλιψης, ενώ όσοι διακρίνονται γι’ αυτή τους την ικανότητα μπορούν πολύ πιο γρήγορα να ξεπεράσουν τα πισωγυρίσματα της ζωής.





Ο ρόλος των εικόνων στην ενθάρρυνση των επιθυμητών θρησκευτικών συναισθημάτων είναι καλά τεκμηριωμένος. Η πρακτική της απαγγελίας της προσευχής, μπροστά σε ορισμένες λατρευτικές εικόνες έχει σκοπό να διεγείρει και να εμπλέξει τις αισθήσεις (όραση, ήχος(προσευχή), όσφρηση(λιβάνι, μύρο), αφή, γεύση(ασπασμός)) και έτσι να εντείνει τα συναισθήματα.






*Τι είναι η συναισθηματική νοημοσύνη και πώς την αποκτούμε;


«Συναισθηματική νοημοσύνη» ή αλλιώς «συναισθηματική επίγνωση» ονομάζεται η ικανότητα που έχει το άτομο να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του (ποιο συναίσθημα βιώνει και πότε) να αιτιολογεί τα συναισθήματά του (γιατί βιώνει τα συγκεκριμένα συναισθήματα και κάτω από ποιες συνθήκες εκδηλώνονται) να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του και να βρίσκει εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των προβλημάτων, να αναγνωρίζει και να κατανοεί την εκδήλωση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πολλοί από εμάς θεωρούν ότι τα συναισθήματα λειτουργούν ανταγωνιστικά και εις βάρος της λογικής. Η εκδήλωση και η έκφραση των συναισθημάτων θεωρείται συνώνυμη της «αδυναμίας» και της έλλειψης αυτοπεποίθησης.

Αντιθέτως, η επικράτηση της λογικής και ο έλεγχος των συναισθημάτων επικροτείται και ενθαρρύνεται ως ένδειξη ατόμου με υψηλή αυτοπεποίθηση και δυναμισμό.

Αυτή η νοοτροπία έχει επηρεάσει βαθιά τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα:

κοινωνικό,
επαγγελματικό και
διαπροσωπικό.

Ωστόσο, αν παρατηρήσουμε στον περίγυρό μας, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι διαθέτουν παρά πολύ υψηλό δείκτη νοημοσύνης και απίστευτες γνώσεις, δυσκολεύονται όμως, τόσο στην κοινωνική όσο και στην προσωπική τους ζωή. Αντιθέτως, περιπτώσεις ανθρώπων με «κοινό νου», τα καταφέρνουν καλύτερα ειδικά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Αυτό το γεγονός αποδεικνύει τη σημασία της συναισθηματικής σταθερότητας. Όταν το μυαλό και η καρδιά βρίσκονται σε αρμονία, η πρόοδος του ατόμου είναι αναμενόμενη.

Η πρωτιά της Ελλάδας

 Πρώτη έρχεται η Ελλάδα στην Ευρώπη για το 2022 σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της ΕΕ. 


Στο σχετικό πίνακα η Ελλάδα «φιγουράρει» πρώτη με ποσοστό διαφθοράς 98% σε ένα πίνακα με 26 χώρες.


Ευρωβαρόμετρο: Η πρωτιά της Ελλάδας

Δύο αξεσουάρ παντρεύονται




Είναι μία στατιστική αλήθεια: ποτέ πριν την εποχή μας, τα περισσότερα ζευγάρια δεν είχαν πιο πολλά ζώα από παιδιά (το πιο σύνηθες είναι ο ίδιος αριθμός).

Άλλη αλήθεια: ποτέ πριν την εποχή μας δεν σύναπτες και ξεσύναπτες ερωτικό δεσμό τόσες πολλές φορές στη ζωή σου, εφόσον, το πέντε-δέκα «σχέσεις» (υπό πειραματισμό συσχετισμοί ουσιαστικά) θεωρείται φυσιολογικό και μάλιστα απαραίτητο για την απόκτηση ξεκάθαρης γνώσης του «τι χρειάζεσαι». Ο άλλος είναι αυτό που χρειάζεσαι, όχι αυτό που χρειάζεσαι – πέρα από τον έλεγχό σου, τους όρους και τις λογικές αναστολές – να αγαπάς και να προσέχεις. Ζει κανείς χωρίς να έχει έναν έρωτα στον οποίον να ατενίζει η ύπαρξή του; Ζει κανείς χωρίς να βγαίνει απʼ το πετσί του; Μετά ρωτάς: Για τι ζει;



Επίσης παράδοξο: οι περισσότεροι άνθρωποι που δια υπέρμετρου αυτοκαλωπισμού προωθούν την ερωτικότητά τους, στην ουσία είναι από τους πιο, κυριολεκτικά, ξεν-έρωτους: ο διαπροσωπικός έρωτας έχει γίνει έρωτας με ένα αξεσουάρ που εξυπηρετεί την ατομική σημαντικότητα-πορεία.





Ο ξενερωτισμός καταφαίνεται ειδικότερα εν καιρώ, όταν γίνει σαφές (πραγματικότητα) πως το έκδηλο τσαλακώνεται απʼ τη ρυτίδα και εξαφανίζεται από τον θάνατο, όσο το άδηλο, παράλληλα, έμενε μία γη ακαλλιέργητη, ελκυστική πολύ για όποιον πλησίαζε με τον πόθο να μείνει πεινασμένος, ή να μείνει «για λίγο» τέλος πάντων. Πόσες φορές συνάντησα ομορφόχρωμα μάτια που εκπέμπανε το κενό, και πόσες (λιγότερες) τα συνηθισμένα χρώματα, σε ένα βλέμμα όμως που γέμιζε χρώμα την περίσταση! Διαβλέπουμε λοιπόν πως η ευμορφία, που δεν είναι επίκτητη, δεν έχει απαραίτητα και γοητεία (μία αίσθηση δομημένου και δοκιμασμένου χαρακτήρα). Γιʼ αυτό και το ίδιο με μας φύλο, που δε μας έλκει σαρκικά (εκτός κι αν…), δε μας λέει τίποτα με την εξωτερική ομορφιά του, αλλά συχνά μας γοητεύει το ποιόν του (θαυμάζουμε, μιμούμαστε, παραδινόμαστε σε έναν άνεμο ζωής άλλης – έρως πνευματικός).





Λογικό συμπέρασμα από τα παραπάνω: Παιδιά δεν κάνουν τόσο πια, γιατί είναι πολύ απαιτητικότερα αξεσουάρ από τις γάτες και τους σκύλους, γιατί οι άνθρωποι είναι ερωτευμένοι μόνο με τον εαυτό τους, ακόμα και ως ερωτευμένοι με άλλο πρόσωπο (σκύλο, σύζυγο, τέκνο, φίλο, Θεό). Όλα δύνανται να χρησιμοποιηθούν ιδιοτελώς. Όλα τ’ αγαπάμε και κατευθύνουμε να υπάρχουν ως ιδανικές μας προεκτάσεις, ως συμπληρώματα του καταπληκτικού – γιʼ αυτό πληκτικού – εαυτού μας.

Ο «μέσος» έρωτας του μέσου ζευγαριού νέων ενέχει την ικανοποίηση για την αποτελεσματικότητα ενός αξεσουάρ που έχουμε: το άνετο σπίτι, το καλό αμάξι, το ακριβό γυαλί. Ο σύγχρονος νέος είναι ανίκανος να ερωτευθεί γιατί κάνει το «ψυχολογικό λάθος» να θεωρεί θετικό το ότι έχει πολλές επιλογές έρωτος και πως παίρνει εμπειρία με το να ερωτεύεται πολλές φορές. Στην πραγματικότητα μαδάει ένα τριαντάφυλλο και μετά τα 30 – αν όχι και νωρίτερα – απλά γυρνοβολάει με ένα κοτσάνι στο χέρι και προσπαθεί να βρει ένα μόνιμο αποδέχτη. Δύο κοτσάνια, τέλος, θα κάνουν μία συμβατική, χλιαρή κι ανάλατη σχέση. Κι ενώ ο γάμος θα είναι λαμπρός, θα έχει χαλάσει ο κόσμος για τον προσέξει και να προσέλθει και να μας συγχαρεί στη μεγάλη μας στιγμή, κανείς δε θα προσκληθεί να συναηδιάσει όταν, λίγο καιρό αργότερα, από τον πολύ τον έρωτα του ζευγαριού, καταλήγουν να μιλάνε οι δικηγόροι τους μεταξύ τους και να μοιράζουν καναπέδες, ηλεκτρικές συσκευές, μικρά παιδιά (τα αξεσουάρ δηλαδή). Τα ορφανά λιγόστεψαν αλλά τα ορφανά από περιβάλλοντα αγάπης αυξάνουν. Ωραία, μακάρια κι αυτά τα ορφανά…

Σημειώνω μόνο πως στην μεγαλύτερη χώρα πάνω στον κρατικό χάρτη της γης (Ρωσία), το ποσοστό των διαζευγμένων είναι έξι στα δέκα ζευγάρια (έρευνα Ηνωμένων Εθνών, 2021)· ένα από τα σπανιότερα και χειρότερα ποσοστά επισκοπικώς στην Ελλάδα. Καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για συγχωνεύσεις υλικών και συναισθηματικών κεφαλαίων μεταξύ αγνώστων.

Εξομολογητικά, πάντως, το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, αυτοτελώς νοούμενο, το ζυγίζω ελαφρύτερο από αυτό της εξαφάνισης ενός ακόμα άγριου είδους της πανίδας. Προτιμώ να ζήσω σε ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος, μένει συνάνθρωπος, συνκοιτάζοντας προς τον ουρανό κι ενώπιον Αυτού συναναστρέφεται τον πλησίον του, ανεξαρτήτως φύλου και γεωγραφικής εγγύτητας. Προτιμώ να εξαλειφθούν οι Έλληνες (του κράτους) και να μείνει ο Ελληνισμός (του κλέους και του ήθους). Προτιμώ να εξαλειφθούν οι Χριστιανοί της Κυριακής, του Γάμου και του Πάσχα (μισή ώρα πριν και πέντε λεπτά μετά το Χριστός Ανέστη), και να μείνει ο Χριστός, ο φίλος, ο αδελφός, ο διδάσκαλος, «η οικία, το θεμέλιο, ο πένης και αλήτης δια σε» (Ιω. Χρυσόστομος), στη ζωή και καρδιά των ανθρώπων• όχι νεύρωση που ψάχνει για εξυπηρετητή κάθε τότε που εξυπηρετεί. Προτιμώ να εξαλειφθώ εγώ. Προτιμώ να γίνει το θέλημά Του κι ας μη γίνουν αυτά που προτιμώ.



Η άποψή του Μπέρτραντ Ράσελ για τον Θεό



Ο Μπέρτραντ Ράσελ/Bertrand Russell (1872-1970), ήταν Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός, ιστορικός, βραβευμένος με Νόμπελ (1950) για τη συνεισφορά του στον ανθρωπισμό και την ελευθερία της σκέψης.


Φυλακίστηκε για τη φιλειρηνική του δράση τον Α' Π.Π. Αντιτάχθηκε στον Χίτλερ, στον ολοκληρωτισμό του Στάλιν, στον πόλεμο του Βιετνάμ και στην εξάπλωση των πυρηνικών όπλων.


Στο ολιγόλεπτο βίντεο/συνέντευξη που ακολουθεί και πραγματοποιήθηκε το 1959, απαντάει σε κρίσιμα ερωτήματα περί Θεού. Αν και μεγάλωσε με χριστιανικές αρχές, γρήγορα, στα 18 του, αποδόμησε τις θρησκείες μετά από μελέτη τριών ετών.


Αξίζει να σταθούμε σε μία φράση του:





Μου φαίνεται ότι είναι μια θεμελιώδης ατιμία, μια θεμελιώδης εξαπάτηση της διανοητικής ακεραιότητας, το να επιμένεις σε μία πίστη, επειδή νομίζεις ότι είναι χρήσιμη και όχι επειδή νομίζεις ότι είναι αληθινή.


Απόλαυσε το βίντεο

Είμαστε άμοιροι δεισιδαίμονος ηθικής - Bertrand Russell

 Η υποσυνείδητη ηθική έχει πάρει διαζύγιο από τη λογική 

 Η ηθική στην οποία πίστευαν αυτοί που σε ανέθρεψαν ήταν ανόητη· διότι δεν απέρρεε από τη μελέτη των καθηκόντων του ατόμου έναντι της κοινωνίας· ήταν φτιαγμένη από υπολείμματα παράλογων ταμπού· λόγω του ότι περιείχε στοιχεία νοσηρά, μακάβρια, κληρονομημένα από τον επιθανάτιο ρόγχο της αγραμματοσύνης (έλλειψη παιδείας και μόρφωσης) του παρελθόνος.

 Η αίσθηση της αμαρτίας, είναι μία από τις σπουδαιότερες ψυχολογικές αιτίες δυστυχίας στην ενήλικο ζωή. Υπάρχει μία παραδοσιακή θρησκευτική ψυχολογία της αμαρτίας, την οποία κανείς σύγχρονος ψυχολόγος δεν μπορεί να δεχθεί.

 Υποτίθεται, ιδιαίτερα κατά τους θρησκευόμενους, ότι η συνείδηση αποκαλύπτει στον κάθε άνθρωπο, το πότε μια πράξη, την οποία μπαίνει στον πειρασμό να διαπράξει, είναι αμαρτωλή, και ότι μετά τη διάπραξή της βιώνει ένα από δύο οδυνηρά συναισθήματα, εκ των οποίων το ένα λέγεται "τύψη", και δεν έχει καμία αξία, και το άλλο λέγεται "μετάνοια", που είναι ικανό να σβήσει την ενοχή του. Στις θρησκευόμενες χώρες, ακόμη και εκείνοι που έχασαν την πίστη τους, συνέχισαν για αρκετό καιρό να δέχονται, με κάποιες τροποποιήσεις, την ορθόδοξη άποψη της αμαρτίας.

 Στις μέρες μας, εν μέρει εξαιτίας της ψυχανάλυσης, έχουμε την αντίθετη κατάσταση: Το παλαιό δόγμα της αμαρτίας το απορρίπτουν, όχι μόνο όσοι δεν πιστεύουν, αλλά και πολλοί από αυτούς που παραμένουν ακόμη πιστοί. Η συνείδηση έπαυσε να είναι κάτι το μυστηριώδες το οποίο, λόγω του μυστηρίου του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι η φωνή του Θεού.

 Γνωρίζουμε ότι η συνείδηση επιβάλλει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και ότι σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τα έθιμα της φυλής. Τί συμβαίνει λοιπόν όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου τον τύπτει;

 Η λέξη "συνείδηση" στην πραγματικότητα καλύπτει διαφορετικά συναισθήματα· το απλούστερο από αυτά είναι ο φόβος να μη σε ανακαλύψουν.

 Εσύ, αναγνώστη μου, είμαι βέβαιος ότι έχεις ζήσει μια άμεμπτη ζωή, αλλά αν ρωτήσεις κάποιον που κάποτε έκανε μια πράξη για την οποία θα τιμωρούνταν αν τον πιάνανε, θα διαπιστώσεις ότι αν η ανακάλυψη ήταν επικείμενη, το εν λόγω πρόσωπο ήταν έτοιμο να μετανοήσει για την πράξη του.

 Δεν εννοώ ότι αυτό ισχύει για τον επαγγελματία κλέφτη, ο οποίος ούτως ή άλλως περιμένει κάποια φυλακή αν τον πιάσουν, γιατί έχει αποδεχθεί τον κίνδυνο της δραστηριότητάς του· ισχύει όμως για αυτόν που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ευυπόληπτο παραβάτη, όπως ο τραπεζικός που υπεξαίρεσε χρήματα σε άσχημη στιγμή, ή ο κληρικός που υπέκυψε στον πειρασμό να διαπράξει κάποια ασελγή πράξη.

 Οι άνθρωποι αυτοί θα ξεχάσουν το έγκλημά τους, αν οι πιθανότητες να τους ανακαλύψουν είναι ελάχιστες, αλλά αν τους πιάσουν ή επίκειται η σύλληψή τους θα εύχονταν να είχαν υπάρξει ηθικότεροι, και αυτή η ευχή τούς δίνει μια έντονη αίσθηση της αμαρτίας που διέπραξαν. Συναφής με αυτό το συναίσθημα είναι ο φόβος να γίνουν απόβλητοι της αγέλης.

 Ο άνθρωπος που κλέβει στα χαρτιά ή δεν πληρώνει τα χρέη του, δεν έχει τίποτα μέσα του που θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει την αποδοκιμασία της αγέλης όταν τον ανακαλύψουν. Ως προς αυτό, δεν μοιάζει καθόλου με τον θρησκευτικό καινοτόμο, τον αναρχικό και τον επαναστάτη, οι οποίοι αισθάνονται ότι, όποια και αν είναι η τύχη τους στο παρόν, το μέλλον είναι μαζί τους και θα τους τιμήσει τόσο, όσο το παρόν τους απεχθάνεται.

 Οι άνθρωποι αυτοί, παρά την εχθρότητα της αγέλης, δεν αισθάνονται ότι είναι αμαρτωλοί· ο άνθρωπος όμως που αποδέχεται εξ ολοκλήρου την ηθική της αγέλης, ενώ την παραβαίνει είναι δυστυχής όταν ξεπέσει κοινωνικά, και ο φόβος αυτής της συμφοράς ή η οδύνη όταν συμβεί μπορούν εύκολα να τον κάνουν να θεωρήσει τις πράξεις του αμαρτωλές.

 Αλλά η αίσθηση της αμαρτίας στις σημαντικότερες μορφές της πηγαίνει βαθύτερα. Έχει τις ρίζες της στο ασυνείδητο και δεν εμφανίζεται στη συνείδηση σαν φόβος της αποδοκιμασίας των άλλων. Στη συνείδηση ορισμένα είδη πράξεων θεωρούνται αμαρτία χωρίς κανέναν προφανή λόγο.




 Όταν κάποιος διαπράξει αυτές τις πράξεις, αισθάνεται άβολα χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Θα ήθελε να είναι το είδος του ανθρώπου που μπορεί να απέχει από αυτό που πιστεύει ότι είναι αμαρτία. Θαυμάζει από ηθική άποψη μόνο εκείνους των οποίων η καρδιά, καθώς πιστεύει, είναι αγνή. Αναγνωρίζει, και λυπάται λίγο ή πολύ, που δεν έχει τη στόφα του αγίου. Η αντίληψη που έχει για την αγιοσύνη είναι, βέβαια, κάτι σχεδόν αδύνατον να πραγματοποιηθεί στον κοινό καθημερινό βίο. Κατά συνέπεια, ζει με μια αίσθηση ενοχής, νιώθοντας ότι αυτά δεν είναι για αυτόν και οι καλύτερες στιγμές του είναι οι στιγμές της μεμψίμοιρης μετάνοιας.

 Πηγή όλων αυτών, είναι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η ηθική διδασκαλία που έλαβε προτού γίνει έξι χρονών στα χέρια της μητέρας του ή της νταντάς του. Έμαθε πριν από αυτή την ηλικία, ότι είναι κακό να βρίζεις και δεν είναι ωραίο να χρησιμοποιείς άλλη γλώσσα από αυτή που αρμόζει στις κυρίες, ότι μόνοι οι κακοί άνθρωποι πίνουν και ότι το κάπνισμα είναι ασυμβίβαστο με την αρετή. Έμαθε ότι ποτέ δεν πρέπει να λέει ψέμματα.

 Πάνω απ' όλα, έμαθε ότι το ενδιαφέρον για τα γεννητικά όργανα είναι απεχθές. Ήξερε ότι αυτά είναι απόψεις της μητέρας του και πίστευε ότι είναι απόψεις του Δημιουργού του.

 Η μεγαλύτερη ευχαρίστησή του ήταν να του φέρεται στοργικά η μητέρα του ή, αν τον παραμελούσε, η νταντά του, και ήξερε ότι αυτή η στοργή θα του δοθεί μόνο όταν είναι σαφές ότι δεν έχει παραβεί τον ηθικό κώδικα. Ως εκ τούτου έμαθε να συνδέει κάτι αόριστα φοβερό με οποιαδήποτε συμπεριφορά που την αποδοκιμάζουν η μητέρα του ή η νταντά του. Σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας, ξέχασε την προέλευση του ηθικού του κώδικα και ποια ήταν αρχικά η τιμωρία της παράβασης· δεν ξέχασε όμως τον ηθικό κώδικα και δεν έπαυσε να αισθάνεται ότι κάτι φοβερό θα του συμβεί αν τον παραβεί.

 Πολλές εντολές αυτής της νηπιακής ηθικής διδασκαλίας στερούνται εντελώς έλλογης θεμελίωσης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ισχύσουν στην κανονική συμπεριφορά των κανονικών ανθρώπων. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί αυτό που λένε "κακή γλώσσα", λογικά δεν είναι χειρότερος από αυτόν που δεν τη χρησιμοποιεί. Ωστόσο, αν ζητήσεις να σου πουν τι κάνει έναν άγιο, σχεδόν όλοι θα θεωρήσουν ότι η αποχή από την κακή γλώσσα είναι ουσιώδες στοιχείο. Υπό το πρίσμα της λογικής, αυτό είναι καθαρή ανοησία. Το ίδιο ισχύει και με το αλκοόλ και το κάπνισμα.

 Ως προς το αλκοόλ, αυτή η αίσθηση είναι ανύπαρκτη στις νότιες χώρες· υπάρχει εκεί πράγματι ένα στοιχείο ασέβειας ως προς την οινοποσία καθόσον είναι γνωστό ότι ο Κύριός μας και οι Απόστολοι έπιναν κρασί.

 Ως προς το κάπνισμα, είναι ευκολότερο να έχεις αρνητική θέση, διότι όλοι οι μεγάλοι άγιοι έζησαν προτού γίνει γνωστή η συνήθεια. Αλλά και εδώ το επιχείρημα πάσχει λογικά. Η άποψη ότι κανένας άγιος δεν θα κάπνιζε, βασίζεται σε τελευταία ανάλυση στην άποψη, ότι κανένας άγιος δεν θα έκανε τίποτα απλώς και μόνον χάριν της ευχαρίστησης.

 Αυτό το ασκητικό στοιχείο στην κοινή ηθική, έχει γίνει σχεδόν ασυνείδητο αλλά λειτουργεί με διάφορες μορφές που κάνουν τον ηθικό μας κώδικα παράλογο. Σε μια έλλογη ηθική θα ήταν αξιέπαινο να δίνεις ευχαρίστηση σε οποιονδήποτε, ακόμη και στον εαυτό σου, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει αντισταθμιστικό άλγος στον εαυτό σου ή στους άλλους.

 Ο ιδανικά ενάρετος άνθρωπος, αν απαλλαγούμε από τα ιδεώδη του ασκητισμού, είναι αυτός που επιτρέπει την απόλαυση όλων των καλών πραγμάτων, όταν δεν υπάρχουν βλαβερές συνέπειες που ξεπερνούν την απόλαυση.

 Ας πάρουμε τα ψέμματα. Δεν αρνούμαι ότι κυκλοφορεί πολύ ψέμμα στον κόσμο και ότι όλοι θα ήμασταν καλύτεροι αν υπήρχε περισσότερη φιλαλήθεια· αρνούμαι όμως, όπως πιστεύω κάθε λογικός άνθρωπος, ότι το ψέμμα δεν είναι δικαιολογημένο σε καμμία περίπτωση.

 Κάποτε, σε έναν περίπατο στην εξοχή, είδα μια αλεπού στα όρια της εξάντλησης που πάλευε ακόμη να τρέξει. Λίγα λεπτά αργότερα συνάντησα τους κυνηγούς. Με ρώτησαν αν είχα δει την αλεπού και απάντησα ναι. Τότε με ρώτησαν προς τα πού πήγε και τους είπα ψέμματα. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν καλύτερος άνθρωπος αν τους είχα πει την αλήθεια.

 Αλλά είναι κυρίως στο θέμα του σεξ, που η ηθική διδασκαλία προκαλεί τη μεγαλύτερη βλάβη.

 Αν ένα παιδί ανατραφεί συμβατικά από αυστηρούς γονείς ή νταντάδες, η σύνδεση μεταξύ αμαρτίας και γεννητικών οργάνων έχει εδραιωθεί τόσο σταθερά στην ηλικία των έξι ετών, ώστε είναι απίθανο να ξεριζωθεί εντελώς σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αυτή η αίσθηση ενισχύεται, φυσικά, από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, διότι η πιο αξιαγάπητη γυναίκα στην παιδική ηλικία, είναι αυτή με την οποία οι σεξουαλικές ελευθερίες είναι αδύνατες.

 Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ενήλικοι αισθάνονται πως οι γυναίκες εξευτελίζονται με το σεξ και δεν σέβονται τις συζύγους τους, εκτός εάν αυτές απεχθάνονται τη σεξουαλική επαφή. Αλλά, ο άντρας που η γυναίκα του είναι ψυχρή, θα αναζητήσει ενστικτωδώς την ικανοποίηση του ενστίκτου αλλού.

 Ωστόσο, η ενστικτώδης ικανοποίησή του, ακόμη και αν την βρει προς στιγμήν, θα δηλητηριαστεί από μια αίσθηση ενοχής, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχής σε καμμία σχέση με καμμία γυναίκα, είτε εντός είτε εκτός γάμου. Από την πλευρά της γυναίκας συμβαίνει το ίδιο, εφ' όσον της δίδαξαν εμφατικά να είναι αυτό που λένε "αγνή".

 Ενστικτωδώς, συγκρατιέται κατά τις συνευρέσεις με τον άντρα της και φοβάται να αντλήσει ικανοποίηση. Σήμερα, ωστόσο, αυτό έχει ελαττωθεί από την πλευρά των γυναικών σε σχέση με το τι συνέβαινε πενήντα χρόνια πριν. 

 Θα έλεγα πως σήμερα, μεταξύ των μορφωμένων, η σεξουαλική ζωή των ανδρών είναι πιο παραμορφωμένη και πιο δηλητηριασμένη με την αίσθηση της αμαρτίας από τη σεξουαλική ζωή των γυναικών.

 Έχει αρχίσει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτό -αν και όχι, φυσικά, εκ μέρους των δημοσίων αρχών- το κακό που έχει προκαλέσει η παραδοσιακή σεξουαλική αγωγή στα παιδιά. Ο ορθός κανόνας είναι απλός: Ωσότου το παιδί φτάσει στην εφηβεία, μην του διδάξεις καμμία σεξουαλική ηθική και απόφυγε επιμελώς να του ενσταλάξεις την ιδέα ότι υπάρχει κάτι το αηδιαστικό στις φυσικές σωματικές λειτουργίες.

 Όταν φτάσει ο καιρός που είναι αναγκαία η σεξουαλική αγωγή, πρόσεξε ό,τι θα πεις να είναι έλλογο και να το στηρίζεις με επιχειρήματα. Αλλά δεν είναι ο σκοπός μου να μιλήσω για την αγωγή. Αυτό που με απασχολεί εδώ, είναι το τι μπορεί να κάνει ένας ενήλικος για να ελαχιστοποιήσει τα κακά αποτελέσματα μιας ασύνετης αγωγής που επέφερε την παράλογη αίσθηση της αμαρτίας.

 Το πρόβλημα είναι το πώς θα εξαναγκάσουμε το ασυνείδητο να λάβει υπ' όψιν του τις έλλογες αντιλήψεις που ελέγχουν τη συνειδητή σκέψη μας. Δεν πρέπει να αφήνουμε τις διαθέσεις μας να μας εξουσιάζουν, να πιστεύουμε ένα πράγμα τη μία στιγμή και άλλο την άλλη.

 Η αίσθηση της αμαρτίας οξύνεται σε στιγμές που το συνειδητό αποδυναμώνεται από κόπωση, αρρώστια, ποτό, ή άλλη αιτία. Αυτό που νιώθει κανείς σε αυτές τις στιγμές (εκτός και αν προκαλείται από το ποτό) υποτίθεται ότι είναι μια αποκάλυψη του ανώτερου εγώ. "Ο Διάβολος είναι άρρωστος, ο Διάβολος θα γίνει άγιος".

 Αλλά, είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι οι στιγμές της αδυναμίας οξύνουν την αντιληπτικότητά μας, περισσότερο από τις στιγμές που έχουμε όλες μας τις δυνάμεις. Στις στιγμές της αδυναμίας είναι δύσκολο να αντισταθούμε σε παιδαριώδεις ιδέες του ασυνείδητου, αλλά δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να θεωρήσουμε αυτές τις ιδέες καλύτερες από τις πεποιθήσεις του ώριμου ανθρώπου με όλες του τις διανοητικές δυνάμεις σε λειτουργία.

 Αντιθέτως, αυτό που πιστεύει ακράδαντα ένας άνθρωπος όταν είναι ακμαίος θα έπρεπε να αποτελεί γι' αυτόν, τον κανόνα τού τι πρέπει να πιστεύει πάντα. Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτές τις παιδαριώδεις υποβολές του ασυνείδητου, εφαρμόζοντας τη σωστή τεχνική. Όποτε αρχίσεις να αισθάνεσαι τύψεις για κάτι που η λογική σού λέει ότι δεν είναι κακό, εξέτασε εξονυχιστικά τις αιτίες των τύψεών σου και εξήγησε στον εαυτό σου πόσο παράλογες είναι. Οι συνειδητές πεποιθήσεις σου ας είναι ισχυρές και ακράδαντες ώστε να εντυπωθούν στο ασυνείδητό σου και να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις εντυπώσεις που σχηματίστηκαν εκεί από τη νταντά σου ή τη μητέρα σου όταν ήσουν νήπιο.

 Μην εφησυχάζεις με την εναλλαγή μεταξύ των στιγμών της λογικής και των στιγμών του παράλογου. Εξέτασε προσεκτικά το παράλογο με την απόφαση να μην το σεβαστείς και να μην το αφήσεις να σε κυριεύσει. Όποτε ρίχνει παράλογες ιδέες ή συναισθήματα στη συνείδησή σου, ξερίζωσέ τα, εξέτασέ τα και απόρριψέ τα.

 Μην αφήσεις τον εαυτό σου να ταλαντεύεται ανάμεσα στη λογική και τις παιδιάστικες χαζομάρες. Μην φοβάσαι ότι θα ασεβήσεις στη μνήμη αυτών που ήλεγχαν τη παιδική σου ηλικία. Τότε σου φαίνονταν δυνατοί και σοφοί γιατί ήσουν εσύ αδύναμος και χαζός· τώρα που δεν είσαι ούτε το ένα ούτε το άλλο, θα πρέπει να εξετάσεις τη φαινομενική δύναμη και σοφία τους, να σκεφτείς αν πράγματι αξίζουν τον σεβασμό που από συνήθεια τρέφεις ακόμη για αυτούς.

 Αναρωτήσου σοβαρά, αν ο κόσμος είναι καλύτερος με την ηθική αγωγή που δόθηκε στα παιδιά. Σκέψου πόση καθαρή δεισιδαιμονία υπάρχει στην ψυχοσύνθεση του συμβατικά ηθικού ατόμου, και συλλογίσου ότι, ενώ φανταστικοί ηθικοί κίνδυνοι κάθε είδους είχαν αποσοβηθεί με απίστευτα ανόητες απαγορεύσεις, οι πραγματικοί ηθικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι ενήλικοι δεν μνημονεύονταν καν.

 Ποιές είναι οι πραγματικά κακές πράξεις που δελεάζουν έναν ενήλικο; Ανέντιμες πρακτικές στις εμπορικές δοσοληψίες που δεν τιμωρούνται από τον νόμο, σκληρή μεταχείριση των υφισταμένων σου, σκληρότητα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, κακεντρέχεια στους ανταγωνιστές σου, αγριότητα στις πολιτικές συγκρούσεις -αυτές είναι οι όντως βλαβερές αμαρτωλές πράξεις που ενδημούν στους κύκλους των ευυπόληπτων πολιτών.

 Με αυτές τις πράξεις, ένας άνθρωπος σκορπίζει τη δυστυχία στον άμεσο κύκλο του και βάζει ένα χεράκι στην καταστροφή του πολιτισμού. Και ωστόσο, δεν είναι αυτά τα πράγματα που τον κάνουν, όταν είναι άρρωστος, να θεωρεί τον εαυτό του απόβλητο που έχασε κάθε δικαίωμα στην θεία εύνοια. Δεν είναι αυτά τα πράγματα που τον κάνουν να έχει εφιάλτες και να οραματίζεται τη μητέρα του να σκύβει από πάνω του ρίχνοντας επιτιμητικά βλέμματα.

 Γιατί η υποσυνείδητη ηθική έχει πάρει διαζύγιο από τη λογική; Διότι η ηθική στην οποία πίστευαν αυτοί που τον ανέθρεψαν ήταν ανόητη· διότι δεν απέρρεε από τη μελέτη των καθηκόντων του ατόμου έναντι της κοινωνίας· διότι ήταν φτιαγμένη από υπολείμματα παράλογων ταμπού· και διότι περιείχε στοιχεία νοσηρά, μακάβρια, κληρονομημένα από τον επιθανάτιο ρόγχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

 Η κατ' όνομα ηθική μας, έχει φτιαχτεί από παπάδες και διανοητικά υποδουλωμένες γυναίκες. Όσοι πρέπει να αναλάβουν έναν φυσιολογικό ρόλο στη φυσιολογική ζωή του κόσμου, είναι καιρός να εξεγερθούν ενάντια σε αυτές τις νοσηρές σαχλαμάρες.

 Αλλά για να επιτύχει αυτή η επανάσταση, για να φέρει την ατομική ευτυχία και να καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να ζήσει με συνέπεια με ένα πρότυπο και να μην ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε και να αισθανθούμε βαθιά, τι μας λέει η λογική.

 Οι περισσότεροι, αφού απορρίψουν επιφανειακά τις δεισιδαιμονίες της παιδικής τους ηλικίας, νομίζουν ότι αυτό ήταν όλο κι όλο. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτές οι δεισιδαιμονίες καραδοκούν ακόμη στο βάθος.

 Όταν φτάσουμε σε μια έλλογη πεποίθηση, είναι ανάγκη να την σκεφτούμε σοβαρά, να φανταστούμε τις συνέπειές της, να διερευνήσουμε ποιες πεποιθήσεις που είναι ασυμβίβαστες με τη νέα αντίληψη θα μπορούσαν να επιβιώσουν, και όταν η αίσθηση της αμαρτίας δυναμώνει, όπως συμβαίνει από καιρού εις καιρόν, να την αντιμετωπίσουμε όχι σαν αποκάλυψη και έκκληση για πράγματα ανώτερα, αλλά σαν αρρώστια και αδυναμία, εκτός βέβαια αν προκαλείται από κάποια πράξη που η ορθολογική ηθική θα καταδίκαζε.

 Δεν εννοώ ότι θα πρέπει να είμαστε άμοιροι ηθικής -εννοώ ότι θα πρέπει να είμαστε άμοιροι δεισιδαίμονος ηθικής, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

 Αλλά ακόμη και αν κάποιος παραβεί τον ίδιο τον δικό του έλλογο κώδικα, αμφιβάλλω αν η αίσθηση της αμαρτίας είναι η καλύτερη μέθοδος για να επιτύχει μια καλύτερη ζωή. Υπάρχει στην αίσθηση της αμαρτίας κάτι το απεχθές, κάτι αναξιοπρεπές. Κανείς πού έχασε την αξιοπρέπειά του δεν κέρδισε τίποτα. Ο έλλογος άνθρωπος θα πρέπει να βλέπει τις άτοπες πράξεις του όπως βλέπει και κρίνει τις άτοπες πράξεις των άλλων, ως πράξεις τις οποίες προκάλεσαν οι περιστάσεις και πρέπει να αποφεύγονται είτε με τη συνειδητοποίηση ότι είναι άτοπες είτε, όταν είναι εφικτό, με την αποφυγή των περιστάσεων που τις προκάλεσαν.

 Είναι γεγονός ότι η αίσθηση της αμαρτίας όχι μόνο δεν συμβάλλει σε μια καλή ζωή, αλλά προκαλεί το αντίθετο: Κάνει τον άνθρωπο δυστυχή και τον κάνει να νιώθει κατώτερος.

 Όντας δυστυχής, θα είναι απαιτητικός και φορτικός και δεν θα μπορεί να χαρεί τις προσωπικές του σχέσεις. Νιώθοντας κατώτερος, θα μισεί αυτούς που του φαίνονται ανώτεροι. Ο θαυμασμός θα του είναι δύσκολος και η ζήλια εύκολη. Θα γίνει αντιπαθητικό άτομο και κανείς δεν θα τον κάνει παρέα.

 Μια ανοιχτή και γενναιόδωρη στάση προς τους άλλους, όχι μόνο τους δίνει χαρά, αλλά κάνει και σένα ευτυχή διότι είσαι αρεστός. Η στάση όμως αυτή δεν είναι εφικτή για τον άνθρωπο που κατατρέχεται από την αίσθηση της αμαρτίας. Είναι αποτέλεσμα ψυχικής ισορροπίας και αυτοπεποίθησης· απαιτεί αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ψυχική ολοκλήρωση, όπου τα διάφορα στρώματα του χαρακτήρα του ατόμου, η συνείδηση, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο, συνυπάρχουν αρμονικά και δεν μάχονται το ένα το άλλο.

 Την αρμονία αυτή μπορεί να την επιτύχει στις περισσότερες περιπτώσεις η σωστή ανατροφή, αλλά όταν η ανατροφή ήταν απερίσκεπτη η θεραπεία είναι πιο δύσκολη. Αυτή τη θεραπεία εφαρμόζουν οι ψυχαναλυτές, νομίζω όμως ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο ίδιος ο ασθενής μπορεί να αναλάβει ο ίδιος το έργο που, στις σοβαρές περιπτώσεις, απαιτεί τη βοήθεια του ειδικού. Μην πεις: "Δεν έχω καιρό για αυτές τις ψυχολογικές ωδίνες, είμαι πολυάσχολος, άσε το υποσυνείδητό μου να παίζει τα κόλπα του". Τίποτα δεν περιορίζει τόσο την ατομική ευτυχία αλλά και την αποδοτικότητα όσο μια διχασμένη προσωπικότητα.

 Ο χρόνος που θα διαθέσεις για να εναρμονίσεις τα διάφορα μέρη της προσωπικότητάς σου δεν είναι χρόνος χαμένος. Δεν εννοώ ότι πρέπει κανείς να διαθέτει μία ώρα, ας πούμε, την ημέρα για αυτοανάλυση. Πιστεύω ότι δεν είναι αυτή η καλύτερη μέθοδος, διότι εντείνει τον εγωκεντρισμό, που είναι μέρος της ασθένειας που πρέπει να θεραπευθεί, διότι μια ισορροπημένη προσωπικότητα είναι στραμμένη προς τα έξω.

 Αυτό που εννοώ είναι ότι πρέπει κανείς να αποφασίσει τι ακριβώς πιστεύει με τη λογική του και να μην αφήνει παράλογες ιδέες να περνούν ανενόχλητες ή και να τον κυριεύουν, έστω και για λίγο. Το ζήτημα είναι να πείσεις με λογικά επιχειρήματα τον εαυτό σου τις στιγμές εκείνες που παρασύρεσαι σε ένα παιδισμό, αλλά η επιχειρηματολογία, αν είναι αρκετά εμφατική, μπορεί να είναι σύντομη.

 Πολλοί άνθρωποι αντιπαθούν την έλλογη σκέψη, και όσα λέω μπορεί να φανούν σε αυτούς άσχετα ή άνευ σημασίας. Υπάρχει μια άποψη, ότι η λογική, αν την αφήσουμε ελεύθερη, θα σκοτώσει τα βαθύτερα συναισθήματα. Νομίζω ότι η αντίληψη αυτή, οφείλεται σε μία εντελώς λανθασμένη έννοια της λειτουργίας της λογικής στην ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι δουλειά της λογικής να γεννά συναισθήματα, αν και μέρος της λειτουργίας της μπορεί να είναι το να βρίσκει τρόπους να μην αφήνει αυτά τα συναισθήματα να αναστατώσουν τη ζωή μας.

 Το να βρίσκει τρόπους να ελέγξει το μίσος και τον φθόνο, είναι αναμφίβολα αρμοδιότητα μιας έλλογης ψυχολογίας. Αλλά είναι λάθος να υποθέσουμε ότι ελέγχοντας αυτά τα πάθη, θα περιορίσουμε ταυτόχρονα τη δύναμή τους, την οποία η λογική δεν καταδικάζει. Στον φλογερό έρωτα, στη στοργή για τα παιδιά, στη φιλία, στην αγαθοεργία, στην αφοσίωση στην επιστήμη ή στην τέχνη, δεν υπάρχει τίποτα που να θέλει η λογική να το ελέγξει.

 Ο λογικός άνθρωπος, όταν νιώθει αυτά τα πάθη, ευχαριστείται που τα νιώθει και δεν θα κάνει τίποτα για να μειώσει τη δύναμή τους, διότι όλα αυτά τα συναισθήματα αποτελούν στοιχεία της καλής ζωής, της ζωής, δηλαδή, που συμβάλλει στην ευτυχία, τη δική μας και των άλλων.

 Δεν υπάρχει τίποτα το παράλογο στα πάθη καθεαυτά, και πολύ παράλογοι άνθρωποι κατέχονται μόνο από τα πιο ασήμαντα πάθη. Κανείς να μη φοβάται ότι αν γίνει λογικός, η ζωή του θα είναι ανιαρή.

 Αντιθέτως, εφόσον η λογική υπηρετεί πρωτίστως την εσωτερική αρμονία, ο άνθρωπος που τη διαθέτει είναι πιο ελεύθερος, στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο και στην αξιοποίηση των δυνάμεών του για να επιτύχει εξωτερικούς στόχους, από τον άνθρωπο που εμποδίζεται συνεχώς από εσωτερικές διαμάχες.

 Τίποτα το πιο βαρετό από το να είσαι κλεισμένος στον εαυτό σου, τίποτα πιο συναρπαστικό από το να στρέφεις την προσοχή σου και τις δυνάμεις σου προς τα έξω.

 Η παραδοσιακή μας ηθική, υπήρξε πάντα λίαν εγωκεντρική και η έννοια της αμαρτίας είναι στοιχείο αυτής της άσκεφτης εστίασης στο εγώ. Γι' αυτούς που ποτέ δεν ένιωσαν την αθυμία που προκαλεί αυτή η λαθεμένη ηθική, η λογική μπορεί να μην είναι απαραίτητη. Αλλά για όσους πέρασαν αυτή την αρρώστια, έστω και μία φορά, η λογική είναι αναγκαία για θεραπεία. Και δεν αποκλείεται, η αρρώστια να είναι ένα αναγκαίο στάδιο στη διανοητική ανάπτυξη.

 Τείνω να πιστέψω ότι ο άνθρωπος που την ξεπέρασε με τη βοήθεια της λογικής έφτασε σε ένα ανώτερο επίπεδο, που δεν το έφτασε εκείνος που ποτέ δεν βίωσε ούτε την αρρώστια ούτε τη θεραπεία.

 Το μίσος της λογικής, που είναι κοινό στην εποχή μας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το έργο της λογικής δεν έχει κατανοηθεί επαρκώς.

 Ο διχασμένος άνθρωπος αναζητεί ζωηρές συγκινήσεις και διασκεδάσεις· του αρέσουν τα έντονα πάθη, όχι για ουσιαστικούς λόγους, αλλά διότι μπορούν να τον βγάλουν προς στιγμήν από τον εαυτό του και να αποτρέψουν την οδυνηρή αναγκαιότητα της σκέψης. Κάθε πάθος είναι για αυτόν ένα είδος μέθης, και εφ' όσον δεν μπορεί να συλλάβει την ουσιαστική ευτυχία, η μόνη ανακούφιση από τον πόνο που του φαίνεται εφικτή είναι με τη μέθη. Αλλά αυτό είναι σύμπτωμα μιας βαθιά ριζωμένης ασθένειας.

 Όπου δεν υπάρχει αυτή η κακοδαιμονία, η μεγαλύτερη ευτυχία έρχεται με την πλήρη ανάπτυξη των δυνάμεών σου. Στις στιγμές που ο νους βρίσκεται σε πλήρη δράση και τα πιο ελάχιστα πράγματα ξεχνιούνται, στις στιγμές αυτές βιώνονται οι πιο έντονες χαρές. Αυτό είναι η λυδία λίθος της ευτυχίας. Η ευτυχία που χρειάζεται τη μέθη, οποιασδήποτε μορφής, είναι κίβδηλη και ανεπαρκής.

 Η αυθεντική ευτυχία συνοδεύεται από την πλήρη άσκηση των δυνάμεών μας και την πλήρη κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε.

Bertrand Arthur William Russell, 
Κείμενα για τη θρησκεία

Μην συμβουλεύεις, αν δεν στο ζητήσουν επιμόνως!


 Οι χειρότερες ψυχολογικές συμβουλές και γιατί τις δίνουμε με τόση ευκολία. Πετάξτε αυτές τις συμβουλές στα σκουπίδια, είναι όλες λανθασμένες!

 «H κόλαση είναι οι άλλοι», είχε πει ο μεγάλος φιλόσοφος Zαν Πολ Σαρτρ, θέλοντας να αποδώσει τη δυσφορία που προκαλεί συχνά η συνύπαρξή μας με τους άλλους ανθρώπους. Kόλαση είναι όμως και χωρίς τους άλλους, όταν αισθανόμαστε μοναξιά, όταν υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας. Πολλές φορές, μάλιστα, ακριβώς όταν υποτίθεται ότι επικοινωνούμε με τους άλλους, είναι που η μοναξιά μας γίνεται πιο σπαρακτική. Συχνά το χάσμα παίρνει τη μορφή των συμβουλών. Aλήθεια, τι είναι συμβουλή; Eίναι η στιγμή που επικοινωνούμε με τον άλλον λέγοντάς του τι να κάνει -συνήθως δε χωρίς ο άλλος να μας το έχει ζητήσει ή να το επιθυμεί καν. Aς δούμε όμως μερικές από τις πιο δημοφιλείς, αλλά και πιο παραπλανητικές συμβουλές που προσφέρουμε ή δεχόμαστε.

 «Mην παίρνεις αγκαλιά το μωρό, θα το κακομάθεις!»

 O «βασιλιάς» των κακών συμβουλών. Bασίζεται σε μια τεράστια παρεξήγηση: Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η προσφορά άπλετης αγάπης και τρυφερότητας προς ένα παιδί μπορεί να το κάνει εξαρτημένο και κακομαθημένο. Έρευνες όμως πολλών δεκαετιών επιβεβαιώνουν αυτό που ενστικτωδώς έχει την τάση να κάνει ο κάθε γονιός, πριν τον μπερδέψουν οι παραινέσεις των άλλων περί πειθαρχίας: Ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Όσο πιο πολλή αγάπη και τρυφερότητα λάβει ένα παιδί, τόσο πιο σίγουρο για τον εαυτό του, και επομένως πιο ανεξάρτητο γίνεται. Όταν πειστεί, όταν νιώσει ότι ο γονιός του είναι στοργικός και διαθέσιμος, είναι θέμα χρόνου μέχρι να αρχίσει να επιζητεί να κάνει τα πάντα «μόνο του, μόνο του»… Έχει τότε τη σιγουριά του παιδιού που ξέρει ότι μπορεί να εξερευνά και να ανακαλύπτει τον κόσμο, έχοντας πάντα τη δυνατότητα να επιστρέφει στη σταθερή του βάση, δηλαδή στους γονείς του. Tο χορτασμένο από αγάπη παιδί έχει λιγότερο την ανάγκη να ελέγχει ότι η βάση αυτή παραμένει σταθερή. Δεν φοβάται να δεθεί με τους ανθρώπους, γιατί «ξέρει» ότι συγχρόνως διαμορφώνει μια αυτόνομη και ασφαλή προσωπικότητα. Aντίθετα, η στερητική γονική στάση δεν ενθαρρύνει την ανεξαρτησία. Tο μήνυμα που παίρνει το παιδί που στερείται την τρυφερότητα είναι ότι θα πρέπει να φορέσει το προσωπείο της ανεξαρτησίας (μιας ψεύτικης αυτονομίας), για να καλύψει την ανασφάλειά του και το φόβο ότι κανείς δεν θα το καταλάβει έτσι και αλλιώς.

 «Oι άντρες δεν πρέπει να κλαίνε»

 H συμβουλή αυτή είναι η πρώτη «εξαδέρφη» της προηγούμενης. Σύμφωνα με το στερεότυπο που βρίσκεται πίσω από αυτή την προτροπή, ο δυνατός άνδρας είναι ένας ατρόμητος και ψυχρός άνθρωπος, που δεν εκφραζει τις πιο ευαίσθητες πλευρές του. Mία ακόμα μεγάλη παρεξήγηση, που συγχέει τη δύναμη με την ψυχρότητα. Σήμερα όμως ξέρουμε ότι το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας σε άντρες και σε γυναίκες είναι η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη». Συναισθηματικά νοήμων είναι αυτός που βρίσκεται σε επαφή με τα συναισθήματά του, έτσι ώστε να τα διαχειρίζεται καλύτερα και να οδηγείται σε σωστές αποφάσεις. Ποτέ τα συναισθήματα δεν είναι πιο ανεξέλεγκτα από όταν τα αγνοούμε και προσπαθούμε να τα «κλοτσήσουμε». Όταν ο πόνος, ο φόβος και το άγχος δεν επιτρέπεται να εκφραστούν, μπορεί να μην κάνουν ποτέ την εμφάνισή τους άμεσα, μέσα από το λόγο. Aυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν. Aπλώς, μετατρέπονται σε μία σειρά από προβληματικές συμπεριφορές. Aλήθεια, τι κάνει ένας άνδρας που έχει μάθει ότι πρέπει να κρύβει συνεχώς την ευάλωτη πλευρά του; O καταπιεσμένος φόβος, ο ψυχικός πόνος και άλλα αρνητικά συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα του και, αφού δεν μπορούν να μετατραπούν σε λόγο, γίνονται πράξεις. Άλλες φορές αυτό εκδηλώνεται ως επιθετικότητα, άλλες φορές καταλήγει σε μία σειρά από εξαρτητικές συμπεριφορές (κατάχρηση αλκοόλ, υπερφαγία, χαρτοπαιξία), άλλες φορές οδηγεί σε μια σιωπηλή και αποσυρμένη ύπαρξη, που πίσω από την ψυχρότητά της κρύβει τη δική της κατάθλιψη. Aντίθετα, ένας άνδρας που δεν διστάζει να δείξει τη συγκίνηση του, χωρίς αναστολές, έχει περισσότερες πιθανότητες να μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του με πιο δημιουργικό και υγιή τρόπο.


 Oι «ανώτεροι» και οι «κατώτεροι»

 Bάζοντας τον εαυτό μας στη θέση αυτού που συμβουλεύει, τον τοποθετούμε σε μια θέση υπεράνω, ενώ αυτός που δέχεται τη συμβουλή μας είναι κατώτερος. Eίναι χαρακτηριστικό ότι στο Λεξικό του Mπαμπινιώτη αναφέρεται ότι, όταν πρόκειται για επικοινωνιακούς ρόλους κατώτερου προς ανώτερο (π.χ. υπαλλήλου προς διευθυντή), δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμβουλή. Ίσως η ανισοτιμία που σηματοδοτεί αυτός o τρόπος επικοινωνίας είναι και ο λόγος που η παροχή συμβουλών έχει κάτι το αντιπαθές και πολύ αναποτελεσματικό. Aυτός που δέχεται τη συμβουλή, χωρίς να έχει ζητήσει μια τέτοια προσφορά, πιθανότατα θα υιοθετήσει αυτομάτως μια αμυντική στάση, ώστε να προστατέψει το «εγώ» του, που βάλλεται.

 «Σκέψου θετικά»

 Γιατί να σκεφτούμε θετικά όταν δεν περνάμε καλά, όταν είμαστε δυστυχείς μέσα στη σχέση μας, στον εργασιακό μας χώρο ή στην παρέα μας; Γιατί να μην αφήσουμε τη δυσφορία και το άγχος να μας «μιλήσουν»; Eάν οι άνθρωποι σκέφτονταν συνεχώς θετικά, καμία υπέρβαση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί. Θα μπορούσε π.χ. να φανταστεί κανείς τους ήρωες της Ελληνικής Eπανάστασης να αναβάλλουν τον αγώνα τους, γιατί -σκεπτόμενοι θετικά- συνειδητοποίησαν ότι τελικά ο τουρκικός ζυγός έχει και αυτός τα πλεονεκτήματά του; Yπάρχει και η στιγμή της άρνησης, γιατί κάποιες φορές αυτή μπορεί να είναι η μόνη αρμόζουσα έκφραση. Έχει σημασία να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ονομάσουμε την κατάσταση όπως είναι, μέσα σε όλο της τον αρνητισμό, εάν έτσι αισθανόμαστε. Σίγουρα, αυτά τα συναισθήματα γεννιούνται όταν υπάρχει κάποιος λόγος.

 H παραίνεση να σκεφτόμαστε πάντα θετικά ανοίγει συχνά το δρόμο προς μια χαζοχαρούμενη ύπαρξη, που αρνείται την πραγματικότητα. Tο «σκέψου θετικά» μπορεί να είναι εξίσου μια φυγή όσο είναι η χρήση αλκοόλ ή η παρατεταμένη τηλεθέαση, ώστε να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Eίναι πολύ πιο ωφέλιμο να βιώσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα, ώστε να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα και να τα αντιμετωπίσουμε. H θετική στάση εδώ μπορεί να είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, βλέποντας ποια από τα προβλήματά μας μπορούμε να λύσουμε και με ποια καλούμαστε να συμφιλιωθούμε.


 «Hρέμησε, μη θυμώνεις»

 Mια συμβουλή που δεν είναι μόνο μάταιη, αλλά συνήθως προκαλεί τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Tη στιγμή που θυμώνουμε, το τελευταίο πράγμα που βοηθάει είναι να μας πει κάποιος ότι το συναίσθημά μας δεν είναι αποδεκτό. Έτσι, εκτός από θυμωμένοι, μπορεί πια να νιώθουμε και μόνοι. Εξάλλου, γιατί να μη θυμώσουμε όταν κάποιος μάς φέρεται άσχημα ή προσπαθεί να μας εκμεταλλευτεί; O θυμός είναι εξάλλου ένα πολύ χρήσιμο συναίσθημα, γιατί μας ειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και μας ωθεί να κινητοποιηθούμε επ’ αυτού. Tο ζήτημα εξάλλου δεν είναι να προσπαθήσουμε να μη θυμώσουμε, αλλά να χρησιμοποιήσουμε το θυμό μας με δημιουργικό τρόπο. Να καταλάβουμε δηλαδή τι είναι αυτό που μας εξοργίζει και να προσπαθήσουμε να το αντιμετωπίσουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πάντα να ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με τους γύρω μας. Μπορεί η αντιμετώπιση αυτή να αφορά μια εσωτερική επεξεργασία της αιτίας του θυμού μας, ένα διάλογο με τον εαυτό μας σε σχέση με το γιατί κάτι μάς κάνει έξαλλους.


 «Ξέχασε αυτό που σε πόνεσε, κοίτα μπροστά»

 Όσοι από εμάς έχουμε ζήσει ένα θάνατο ή ένα χωρισμό παρατηρήσαμε ίσως το εξής: οι περισσότεροι άνθρωποι που μας πλησιάζουν προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε ότι μας συνέβη, όσο πιο γρήγορα γίνεται, και να προχωρήσουμε «μπροστά». H συμβουλή αυτή συνοδεύεται και από κάποιες βοηθητικές συστάσεις αυτής της κεντρικής ιδέας: «βγάλε τα μαύρα», «πρέπει να γυρίσεις πίσω στους κανονικούς σου ρυθμούς», «φτιάξε ξανά τη ζωή σου, όσο πιο γρήγορα γίνεται», «μη μένεις μόνος σου». Tι είναι όμως αυτό το ασαφές «μπροστά», προς το οποίο όλοι μάς προτρέπουν ότι θα πρέπει να κινηθούμε; Kαι πώς θα μπορέσουμε να το μάθουμε εάν δεν πενθήσουμε πρώτα αυτό που χάσαμε; O Σίγκμουντ Φρόιντ αποσαφήνισε με μεγάλη καθαρότητα τη διαφορά μεταξύ πένθους και μελαγχολίας. Στη μελαγχολία υπάρχει μια άρνηση της αποδοχής της απώλειας, η οποία όμως, αντί να μας προστατεύει, μας εμποδίζει να προχωρήσουμε τη ζωή μας, καθηλώνοντάς μας στο ίδιο σημείο. H άρνηση αυτή συντηρεί ζωντανή τη φαντασίωση στην επιστροφή της προηγούμενης κατάστασης, όπως ακριβώς ήταν. Tο πένθος εμπεριέχει το συναίσθημα του έντονου πόνου, που συνδέεται με τη σταδιακή συνειδητοποίηση της απώλειας. H κατανόηση αυτή επιτρέπει σταδιακά να αποστασιοποιηθούμε από τον πόνο και να συνεχίσουμε τη ζωή μας, αφού όμως πρώτα ζήσουμε την απώλεια για όσο καιρό το χρειαζόμαστε. Δεν ωφελεί να προσποιούμαστε ότι δεν υποφέρουμε, ούτε και να κρύβουμε τα δάκρυά μας. Eίναι ακριβώς αυτά που μέσα στην αλήθειά τους θα μας γιατρέψουν τελικά από τον πόνο και θα μας επιτρέψουν να γυρίσουμε σελίδα, κρατώντας τις αναμνήσεις μας σαν ένα πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μας.


 «Mην εμπιστεύεσαι κανέναν, εκτός από την οικογένειά σου»

 H οικογένεια από την οποία προερχόμαστε είναι εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της ζωής μας. Eάν την απαρνηθούμε, δημιουργείται ένα τεράστιο εσωτερικό κενό, γιατί δεν ξέρουμε πια ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, πώς ξεκινήσαμε. Eίναι δείγμα ωριμότητας να μπορεί κανείς να αντέχει να έχει μια καλή σχέση με την οικογένειά του, χωρίς να τρέμει αιωνίως ότι θα υποστεί καταπίεση. Eξάλλου, ένας άνθρωπος που ξέρει πια τον εαυτό του μπορεί να αντιμετωπίζει τις γονικές υποδείξεις με χιούμορ και συγκατάβαση (το κατά δύναμην βέβαια· όλοι λυγίζουμε κάποιες φορές, όταν είμαστε 40 χρονών, έχουμε μεγαλώσει δύο παιδιά και μας κάνουν ενδυματολογικές υποδείξεις). Kαθώς μεγαλώνουμε, καλούμαστε να επενδύσουμε συναισθηματικά σε ανθρώπους εκτός της οικογένειάς μας και να αποστασιοποιηθούμε μερικώς από τη γονική εστία. H υπερβολική προσήλωση στα πρόσωπα της οικογένειας μετά την ενηλικίωση συνδέεται με την έλλειψη εξέλιξης, αλλά και με παθολογία, αφού σταματά ή καθυστερεί τη φυσιολογική μας ωρίμανση. Aντίθετα, μια κάποια απόσταση προσφέρει τον απαραίτητο «χώρο», ώστε να μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε τις ενήλικες μας σχέσεις με το σύντροφό μας, τα παιδιά μας, αλλά και τους προσωπικούς μας φίλους των ενήλικων επιλογών μας.


 Συμβουλές μόνο «κατά παραγγελία»

 Tελικά, αυτές οι συμβουλές είναι χρήσιμες με το δικό τους παράδοξο τρόπο! Eάν τις αντιστρέψουμε, έχουν κάτι σωστό να μας πουν. Eδώ βέβαια θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι συμβουλές έχουν και αυτές τη θέση τους στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και δεν προτείνουμε την κατάργησή τους. Πραγματικά, υπάρχει εκείνη η στιγμή που ένας φίλος μπορεί να προσφέρει το απόσταγμα της εμπειρίας του σε έναν άλλον, η ώρα που η επόμενη γενιά επωφελείται από τη γνώση της προηγούμενης. Οι συμβουλές επομένως δεν είναι από τη φύση τους άχρηστες. Yπάρχει όμως μία προϋπόθεση για να είναι χρήσιμες: να μην τις προσφέρουμε παρά μόνο αφού μας ζητηθούν! Aκόμα πιο σημαντικό όμως είναι να θυμόμαστε πάντα ότι η γνώμη μας δεν αποτελεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά μονάχα την άποψή μας, και ως τέτοια να την εκφράζουμε.


 Τί κρύβεται πίσω από τις συμβουλές

 Eίναι κοινό μυστικό ότι ο ρόλος του συμβουλάτορα μας κάνει αντιπαθείς και προϊδεάζει τον ακροατή μας να σταματήσει να μας ακούει, πόσο μάλλον να ακολουθήσει τη σύστασή μας. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, προσφέρουμε έτσι τις συμβουλές μας; Ίσως το «κλειδί» να βρίσκεται στα υποσυνείδητα λόγια που βρίσκονται πίσω από τις συμβουλές, αλλά δεν μπαίνουν ποτέ σε λέξεις:

 Δεν αντέχω τα συναισθήματά σου, μην τα νιώθεις!

 Συχνά πίσω από τις συμβουλές υπάρχει η παραίνεση να αρνηθούμε τα συναισθήματά μας, όπως αυτά είναι, και να νιώσουμε κάπως αλλιώς: π.χ. «μην κλαις», «μη στενοχωριέσαι», «μη σκέφτεσαι», «μην πονάς». Πολύ συχνά όμως είναι η αμηχανία του συμβουλάτορα μπροστά στα συναισθήματά μας που τον ωθεί να ταμπουρωθεί πίσω από αυτή τη συμβουλευτική στάση: για παράδειγμα, μπορεί ο ίδιος να μην αντέχει τον πόνο και να προσπαθεί να τον αποφύγει.

 Kάνε όπως εγώ, που είμαι ανώτερος και καλύτερος από εσένα. 

 H συμβουλή δεν παύει ποτέ να είναι και σύσταση για μια αλλαγή. Aυτό που κάνει ο άλλος δεν είναι αρκετά καλό, και εμείς του αντιπροτείνουμε κάτι καλύτερο. Eίτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, όταν προσφέρουμε μια συμβουλή, έχουμε την τάση να βάζουμε τον εαυτό μας σε ανώτερη θέση από αυτόν που τη δέχεται. Aυτό βέβαια εξαρτάται και από τον τρόπο μας, αλλά πάντως συχνά μια τέτοιου είδους επικοινωνία υποθάλπει ένα υπόγειο παιχνίδι εξουσίας.


 Δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά από εμένα!

 H διαφορετικότητα αποτελεί πάντα μια πρόκληση, ένα τεστ για το πόσο ασφαλείς είμαστε. Πώς αντιδράμε όταν η κολλητή μας φίλη μεγαλώνει το παιδί της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ακολουθήσαμε εμείς; Όταν αυτή η ανομοιότητα μας απειλεί (γιατί αναρωτιόμαστε μέσα μας εάν κάνουμε το σωστό), είναι πολύ πιθανόν να μας προκαλέσει επιθετικότητα, η οποία θα εκφραστεί με την επίφαση των χρήσιμων συμβουλών.

«Κοιμήσου ήσυχος, το όνομά σου θα το έχουνε αμέτρητοι συνονόματοί σου…»

 

Φιλόδημος περί θανάτου


 Αιώνες, άπειρο χρόνο προτού γεννηθούμε, δεν υπήρχαμε, και δεν μας πείραζε καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαμε. Το ίδιο, και μετά το θάνατό μας, δεν θα υπάρχουμε και δεν θα μας πειράζει καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή πάλι δεν θα υπάρχουμε.

  Όλες οι ελληνιστικές σχολές, ως γνωστό, θεωρούσαν ότι τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις (τα πάθη) οι επιθυμίες, οφείλονται στις πεποιθήσεις. Ότι τα ψυχολογικά προβλήματα (όχι οι ασθένειες όπως η μανιοκατάθλιψη ή η σχιζοφρένεια ή οι ψυχώσεις, δηλαδή βλάβες που τις θεωρούσαν σωματικές – αλλά ό,τι παράγει και αναπαράγει την καθημερινή ανθρώπινη μιζέρια, ό,τι στέκεται εμπόδιο στην ευδαιμονία, αυτά δηλαδή από τα οποία πάσχει η πλειονότητα των ανθρώπων) οφείλονται σε πεποιθήσεις ή τουλάχιστον δεν είναι ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις.

 Ένα πολύ απλό παράδειγμα: αν σου κλέψουν κάτι το οποίο δεν έχει για σένα καμία αξία, δεν θα στεναχωρηθείς – ενώ αν το θεωρείς πολύτιμο θα βυθιστείς στο πένθος ή θα εξοργιστείς, θα μισήσεις τον κλέφτη κλπ. Το θέμα λοιπόν είναι πώς αξιολογείς τα πράγματα· τα αξιολογείς με βάση τις ιδέες σου, άρα τα προβλήματά σου επιδέχονται φιλοσοφική θεραπεία. Αυτά σε χοντρές γραμμές.

 [Ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω πως συχνά χρησιμοποιείται καθ’ υπερβολή η έκφραση «φόβος του θανάτου». Ο φόβος του θανάτου δεν είναι πάντα ο κατάλληλος όρος. Τον χρησιμοποιούμε συμβατικά, αλλά και καταχρηστικά. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για «φόβο», ότι δηλαδή φοβάται κανείς την ώρα εκείνη που θα έρθει ο θάνατος να τον βρει ή φοβάται για το τι μπορεί να επακολουθεί.

 Ένα αρχαίο ρήμα, που το χρησιμοποιεί και ο Επίκουρος, είναι το δείδω, δέδια, δεδιέναι – εξ ου και το δέος. Το δέος είναι πιο ευρεία έννοια από τον φόβο. Άλλο είναι να λέμε «σε πιάνει δέος με κάτι» και άλλο ότι απλώς το φοβάσαι. Σε κάποιο σημείο λέει ο Επίκουρος, «Ό,τι δεν σε στενοχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να θλίβεσαι όταν το περιμένεις να έρθει» (προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ). Χρησιμοποιεί τη λέξη λυπῶ.

 Ή ας πούμε, μια άλλη επικούρεια έκφραση: ἀνύποπτον ο θάνατος. Το ὕποπτον, είναι αυτό το οποίο (όπως λέει το Λεξικό Liddel-Scott) βλέπουμε κατεβάζοντας τα φρύδια ή πλαγίως: ὅν βλέπει τις καταβιβάζων τὰς ὀφρῦς ἢ πλαγίως – το ρήμα είναι ὑφοράω: στραβοκοιτάω θα λέγαμε σήμερα.

 Ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου χρησιμοποιεί πάρα πολύ συχνά τη λέξη δηγμός (πόνος οξύς, δαγκωματιά – σήμερα λέμε, αυτός κάνει δηκτικά σχόλια), καθώς και το ρήμα νύττεσθαι (τρυπώ με αιχμηρό όργανο) – δεν χρησιμοποιεί τον όρο «φόβος του θανάτου».]

 Η ιδέα του θανάτου μπορεί να φοβίζει τα μικρά παιδιά και τους θρησκευόμενους που φαντάζονται τιμωρίες μετά θάνατο· στον ενήλικα όμως, εκτός από φόβο προκαλεί απελπισία, λύπη για το ότι ο ίδιος θα αφανιστεί και θα ’ναι ανύπαρκτος για πάντα, άγχος, πόθο για αθανασία και πάει λέγοντας.

 Όλοι ξέρουμε τι διαδρομές, τι μονοπάτια μπορούν να ακολουθήσουν μες στο νου μας, τι διαστάσεις μπορούν να αποκτήσουν, τι εμμονές μπορούν να προκαλέσουν –που συχνά δεν βρίσκονται και λόγια να τις περιγράψουν– και πόσο δύσκολο είναι να συμφιλιωθεί κανείς με την ιδέα ότι θα τελειώσει και θα λείψει για πάντα. Και βέβαια, όλοι ξέρουμε πώς δένουν όλα αυτά με τη θρησκευτικότητα και με την ανάγκη για μεταφυσική παρηγοριά. Σε μεγάλο βαθμό οφείλονται σε ένα υπερτροφικό εγώ.

 Και υπερτροφικό εγώ δεν έχουν μόνο οι αλαζόνες, οι μεγαλοσχήμονες και οι φαφλατάδες. Θα το βρεις και σε ανθρώπους σεμνούς και χαμηλών τόνων, που αδυνατούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι ο θάνατος είναι η ώρα όπου θα πρέπει να καλύψεις μια επιταγή που υπογράφηκε τη στιγμή που γεννήθηκες. Ή με την ιδέα πως δεν είσαι παρά ένα μόριο σκόνης μέσα στο σύμπαν, ένα βιολογικό συμβάν μέσα στη φύση ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια άλλα βιολογικά συμβάντα που έχουν υπάρξει και υπάρχουν μέσα στη φύση. Ή απλά να πεις, όπως είπε ο Ιουλιανός ο αυτοκράτορας την ώρα που πέθαινε στα 31 του χρόνια,

 «Ήρθε τελικά για μένα η στιγμή, φίλοι μου, ν’ αφήσω αυτή τη ζωή, την οποία επιστρέφω χαρούμενος στη Φύση, σαν τίμιος οφειλέτης».

 Ο Ιουλιανός είχε μια –νεοπλατωνικού τύπου– μεταφυσική παρηγοριά. Αντίθετα οι Στωικοί και οι Επικούρειοι δεν είχαν να προσφέρουν μεταφυσική παραμυθία. Η θεραπεία έπρεπε να βασίζεται σε φιλοσοφική/ορθολογική επιχειρηματολογία. Και όφειλε να απαλλάξει το νου από όλα τα παραπάνω εμπόδια που ορθώνονται στο δρόμο για την ευδαιμονία.

 Εν πάση περιπτώσει, οι Επικούρειοι αναγνωρίζοντάς τα, όλα τα παραπάνω, ως τα πιο καταστροφικά από τα αρνητικά πάθη, πάσχιζαν απ’ όλες τις μπάντες να τα εξουδετερώσουν. «Σου έχω φράξει όλες τις διόδους», λέει ο επικούρειος Μητρόδωρος. «Πᾶσαν σὴν παρείσδυσιν ἐνέφραξα … (Δηλαδή: δεν τα έχω αφήσει στην τύχη όλα αυτά, και δεν θα μπορέσουν να μπουν μέσα μου να μου φάνε την ψυχή. Δεν είμαι έρμαιο της Τύχης).

 «Και σαν έρθει η ώρα να φύγω, θα φτύσω τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σ’ αυτήν, θα φύγω απ’ τη ζωή μ’ ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο καλά την έζησα.»

 Αυτό προσπαθεί ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου, αυτό προσπαθεί και ο Λουκρήτιος στο ποίημά του Για τη φύση των πραγμάτων: να «φράξουν όλες τις διόδους».

 Η πρωτοτυπία του Λουκρήτιου –αν και το πιο σωστό είναι να πούμε: η εντελώς πρωτοποριακή αντιμετώπιση– του θανάτου, είναι ότι δεν καταγίνεται μόνο με τις συνειδητές έγνοιες μας για το θάνατο, τις θλιβερές σκέψεις που κάνουμε, τις συνειδητές πεποιθήσεις και τις ιδέες που μας διακατέχουν. Αλλά, σε «παγκόσμια πρώτη» θα λέγαμε, άπτονται του υποσυνείδητου. Επιχειρούν να ερμηνεύσουν το «μυστικό κεντρί που κρύβεται μες στην καρδιά».

 Ότι οφείλεται στο ότι, ακόμη κι αν πιστεύει κανείς πως ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός που ούτως ή άλλως θα συμβεί, και πάλι δε μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα. Σίγουρα μπορούμε να μιλάμε για «παγκόσμια πρώτη», μόνο που δεν ξέρουμε αν αυτή είναι του Επίκουρου, που έζησε 250 χρόνια πριν τον Λουκρήτιο, ή του ίδιου του Λουκρήτιου, ο οποίος ωστόσο στο ποίημά του, όπως λέει και ο ίδιος, ακολουθεί κατά πόδας τον Επίκουρο. Λέει τα εξής:

«… η πλεονεξία κι η τυφλή φιλοδοξία που εξωθούν τους δύστυχους ανθρώπους να καταπατούν το νόμο, και να πασχίζουν μέρα-νύχτα ν’ αναρριχηθούν στην κορυφή της εξουσίας – τούτες τις πληγές της ζωής, όχι λίγες φορές, τις τρέφει ο φόβος του θανάτου».

Ή πάλι:

«Σπρωγμένοι απ’ αυτόν τον αβάσιμο φόβο, αυγατίζουν το βιός τους με το αίμα των συμπολιτών τους και άπληστοι διπλασιάζουν τα πλούτη τους» 

Κι αυτό γιατί, όπως ακριβώς λέει ο Λουκρήτιος, η συσσώρευση πλούτου κάνει τον κάτοχό του να νιώθει πως παίρνει κάποια απόσταση από το θάνατο ενώ «η μαύρη φτώχεια, αταίριαστη με τη σίγουρη ζωή, μοιάζει να βρίσκεται πιο σιμά στο θάνατο». Όλα αυτά είναι ψυχολογικές ερμηνείες που αφορούν στον τρόπο που δρα το υποσυνείδητο. Ένα άλλο, πιο γνωστό απόσπασμα:

«Κάποιον που σκυλοβαριέται να μένει μες στο σπίτι τον βλέπεις να βγαίνει έξω συχνά· και ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καθόλου καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, οδηγώντας ξέφρενα την άμαξα με τ’ άλογά του, θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και τρέχει να προλάβει». [Συχνά κι εμείς τα καλοκαίρια καθ’ οδόν προς Χαλκιδική βλέπουμε τον άλλο να γκαζώνει στα 130 χλμ την ώρα για να φτάσει στο εξοχικό του, ενώ θα μπορούσε να πηγαίνει με 80]. Και συνεχίζει ο Λ. «Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να βαριέται και να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο ή πάλι ξεκινά να φύγει γιατί βιάζεται να επιστρέψει στην πόλη.

»Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αί­τιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέ­λουν, και διαρκώς ζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έ­τσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους.

»Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του· μα πα­ρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύ­σει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί· κι αυτό γιατί εί­ναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του· γιατί αν την έβλεπε, θα παρατούσε όλα τ’ άλλα και θα φρόντιζε πάνω απ’ όλα να κατανοήσει τη φύση των πραγμάτων».

Με τέτοιες λεπτές ψυχολογικές ερμηνείες και διαγνώσεις που συσχετίζουν με την ιδέα του θανάτου ένα μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων, o μαθητής αποκτά μια επίγνωση, κι αυτό είναι ήδη ένα βήμα προόδου προς τη θεραπεία.

Για τη θεραπεία, οι Επικούρειοι επιστρατεύουν μια μεγάλη γκάμα επιχειρημάτων (άλλοτε η επιχειρηματολογία έχει αυστηρώς ορθολογικό χαρακτήρα, άλλοτε πάλι χρησιμοποιεί ρητορικά και λογοτεχνικά σχήματα). Δεν επιτρέπει η οικονομία αυτής της ομιλίας να τα παραθέσουμε, πόσο μάλλον να τα αναπτύξουμε.

Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ένα από αυτά, το λεγόμενο «επιχείρημα της συμμετρίας»:

Αιώνες, άπειρο χρόνο προτού γεννηθούμε, δεν υπήρχαμε, και δεν μας πείραζε καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαμε. Το ίδιο, και μετά το θάνατό μας, δεν θα υπάρχουμε και δεν θα μας πειράζει καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή πάλι δεν θα υπάρχουμε.

Ή πάλι, μια ρητορικού χαρακτήρα επιχειρηματολογία που μας προτρέπει να αναλογιστούμε το θάνατο τόσων και τόσων σπουδαίων ανθρώπων συγκρίνοντας τον εαυτό μας με τους ανθρώπους αυτούς. Λέει για παράδειγμα ο Λουκρήτιος:

«Ακόμη κι ο Επίκουρος, σαν έφτασε το φως της ζήσης του στο τέρμα, πέθανε κι αυτός – αυτός που με το πνεύμα του ξεπέρασε τους πάντες κι έσβησε όλους τους σοφούς, σαν ήλιος που ανατέλλει και σβήνει τ’ αστέρια. Ποιος είσαι εσύ που θ’ απορήσεις και θ’ αγα­νακτήσεις για το θάνατό σου, εσύ, ένας ζωντανός νεκρός σχεδόν, που το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου το χαράμισες στον ύπνο και ροχαλίζεις ξυπνητός και βλέπεις όνειρα διαρκώς με το νου τα­ραγμένο από αναίτιους φόβους, ανίκανος να βρεις την αιτία του κα­κού όταν οι έγνοιες σε συνθλίβουν από παντού κι εσύ παραδέρνεις μέσα στις πλάνες του μυαλού σου;»

Ο Φιλόδημος στο Περί θανάτου καταπιάνεται με λογιών-λογιών περιπτώσεις, εύκολες και δύσκολες, π.χ. την περίπτωση όπου θλίβεται κάποιος γιατί καταδικάστηκε άδικα σε θάνατο, ή τον πονάει η σκέψη ότι δεν θα τον θυμάται κανείς, ή ότι θα πεθάνει μακριά από την πατρίδα και τους αγαπημένους του, ή ότι θα πεθάνει άσημος, και πάει λέγοντας.

Λέει ακόμη, μεταξύ αστείου και σοβαρού, για την περίπτωση που κάποιος στεναχωριέται που θα πεθάνει χωρίς ν’ αφήσει απογόνους, και έτσι θα χαθεί το όνομά του.

«Κοιμήσου ήσυχος, το όνομά σου θα το έχουνε μυριάδες, για να μη πω αμέτρητοι συνονόματοί σου…» (καθεύδειν ἔξεστιν ἐπ’ ἀμφότερα. μυρίων, μᾶλλον δ’ ἀπείρων τοῖς αὐτοῖς ὀνόμασιν προσαγορευθησομένων).

Ή για κάποιον που στεναχωριέται γιατί δεν έχει δικά του παιδιά να αφήσει την περιουσία του, και οι κόποι μιας ζωής θα πάνε σε κάποιους άλλους που θα την κληρονομήσουν:

«Μα τόσες και τόσες φορές, δεν συμβαίνει να είναι πιο ευχάριστο να αφήνει κάποιος την περιουσία του οπουδήποτε αλλού παρά σε συγκεκριμένα τέκνα!». (Λέει δηλαδή, πού ξέρεις ότι τα παιδιά που θα είχες θα ήταν τόσο εντάξει ώστε να τους αξίζει να σε κληρονομήσουν;). Χώρια που αυτοί οι άλλοι που θα σε κληρονομήσουν μπορεί να μην είναι ούτε φαύλοι ούτε ανάξιοι. (χωρὶς τοῦ μηδὲ φαύλους εἶναι μηδὲ ἀναξίους ἐνίοτε τοὺς κληρονομήσοντας). Αν πάλι είναι παλιάνθρωποι, μπορείς να πάρεις προφυλάξεις και να τα αφήσεις σε καλούς ανθρώπους και σε φίλους. Αν πάλι δεν έχεις τέτοιους, τότε, και μόνο γι’ αυτό το λόγο, είσαι αξιολύπητος, κι όχι επειδή…»– εδώ κόβεται το απόσπασμα, ο πάπυρος είναι κατεστραμμένος.

Μόνο σε δύο περιπτώσεις αναγνωρίζει ότι είναι φυσικό να θλίβεται κανείς που θα πεθάνει. Εδώ μάλιστα έχουμε να κάνουμε με μια εξέλιξη και εκλέπτυνση της θέσης του Επίκουρου ότι ο θάνατος δεν μας αφορά.

Αναγνωρίζει ότι το να αφήνεις πίσω σου γονείς ή παιδιά ή σύζυγο ή άλλους δικούς σου ανθρώπους που θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση (ἐν συμφοραῖς ἐσομένους) ύστερα από τον θάνατό σου ή ότι θα τους λείψουν τα αναγκαία, είναι φυσικότατο (ακριβώς αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί, φυσικώτατον) σε κάθε λογικό άνθρωπο, περισσότερο από καθετί άλλο να φέρνει πόνο και δάκρυα. (Θέματα όπως αυτό, οι Στωικοί τα αντιμετώπιζαν διαφορετικά· η θέση τους συνοψιζόταν στο εξής: Αυτά που σου συμβαίνουν δεν εξαρτώνται από τη βούλησή σου, είναι «ἀπροαίρετα», άρα δεν φέρεις ευθύνη, επομένως δεν σε αφορούν· εφ’ όσον δεν περνάει από το χέρι σου να αλλάξεις την κατάσταση και δεν σου παρέχεται πεδίο ώστε να ασκήσεις την αρετή, δεν έχεις κανένα λόγο να θλίβεσαι…).

Η δεύτερη περίπτωση είναι το να πεθαίνει κάποιος πρόωρα, προτού προλάβει να αφομοιώσει και να ενστερνιστεί την επικούρεια φιλοσοφία. Ο Φιλόδημος παραδέχεται ότι είναι φυσικό να νιώσει κάποιος πόνο αν πρέπει να πεθάνει προτού κατακτήσει την τέλεια ευδαιμονία μέσω της φιλοσοφίας. Αλλά και αφού το πετύχει αυτό, πάλι χρειάζεται κάποιο, μικρό έστω, χρονικό διάστημα: ποσὸν χρόνον ἐπιζήσαντι.

Δεν προσδιορίζει πόσος χρόνος είναι αυτό. Κάποιοι μελετητές πάντως έχουν την άποψη ότι εδώ ο Φ. κάνει ένα είδος παραχώρησης. Φυσικά δεν παρεκκλίνει από την κύρια γραμμή. Κλείνει την πραγματεία του ως εξής:


Φιλόδημος Περί θανάτου: Το να καταλαβάνεσαι εξ απίνης και να συγκλονίζεσαι όταν ζυγώνει ο θάνατος, θαρρείς και συμβαίνει κάτι απροσδόκητο και παράδοξο, είναι ηλιθιότητα, συμβαίνει όμως έτσι με τον περισσότερο κόσμο, που δεν ξέρει πως ο καθένας άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι πιο δυνατός κι από τους Γίγαντες, ἐφήμερός ἐστιν ως προς τη ζωή και το θάνατο, και του είναι άδηλο, όχι μόνο το αύριο αλλά και η αμέσως επόμενη στιγμή.

Γιατί σε ό,τι αφορά στο θάνατο όλοι μας ἀτείχιστον πόλιν οἰκοῦμεν και τα πάντα είναι γεμάτα από αιτίες που τον προκαλούν – τόσο επειδή τέτοια είναι η φυσική μας σύσταση έτσι αδύναμοι που είμαστε και η ψυχή εύκολα μπορεί να εκπνεύσει, όσο και επειδή το περιβάλλον μας σε συνδυασμό με την τύχη παράγει αναρίθμητα αίτια της διάλυσής μας, και μάλιστα πολύ συχνά σε χρόνο dt (differential of time). Με την ταχύτητα της σκέψης (ἅμα νοήματι).

Βάλε ακόμη και την κακία των ανθρώπων που επιφέρει ακόμη περισσότερα αίτια θανάτου, ένα σωρό, που δυσκολεύεσαι και να τα φανταστείς. Οπότε, εκτός κι αν είσαι κανένας τιποτένιος (εὐτελέστατος), θα σου φανεί παράδοξο όχι το ότι πεθαίνει κάποιος αλλά το ότι μένει ζωντανός για κάποιο χρονικό διάστημα, κι αν μάλιστα φτάσει ως τα γεράματα, θα σου φανεί και αφύσικο. Όμως υπάρχουν κάποιοι τόσο άσχετοι με την ανθρώπινη ζωή (ο Φ. τους λέει πάροικους της ζωής, δηλ. ξένους), κι όχι μόνο απλοί άνθρωποι του λαού αλλά και μεταξύ των λεγομένων φιλοσόφων.

Ο άλλος προγραμματίζει να ζήσει τόσα χρόνια στην Αθήνα για να ικανοποιήσει τη φιλομάθειά του, κι άλλα τόσα για να επισκεφτεί διάφορα μέρη της Ελλάδας και άλλων βαρβαρικών χωρών –όποια μέρη μπορεί να επισκεφθεί τελοσπάντων–, κι άλλα τόσα για διαλέξεις στην πόλη του κλπ. και για τις συναναστροφές του και πάει λέγοντας — και ξαφνικά, αόρατη, κρυμμένη η αναγκαιότητα έρχεται και του αφαιρεί τις μεγάλες ελπίδες.

Όποιος έχει μυαλό όμως, έχοντας ήδη αποκτήσει ό,τι αρκεί για να εξασφαλίζει με αυτάρκεια τον ευδαίμονα βίο, ευθύς αμέσως μετά, στην υπόλοιπη ζωή του περπατάει ἐντεταφιασμένος (ενν. προετοιμασμένος για τον τάφο) κι η κάθε μία μέρα είναι γι’ αυτόν κέρδος ίσο με μια ολόκληρη ζωή· κι όταν τούτη η ημέρα πάει να του αφαιρεθεί, αυτός ούτε εντυπωσιάζεται με τα όσα του συμβαίνουν ούτε τα ακολουθεί σαν κάποιος που υστερεί ως προς τον άριστο βίο, μόνο τραβά μπροστά, έχοντας δεχτεί τον επιπλέον χρόνο που του χαρίστηκε σαν κάποιος που του έλαχε μια σπάνια καλοτυχία και ευχαριστεί –ή ευγνωμονεί– τις περιστάσεις. [Εδώ μπορούμε να παραβάλουμε τον Επίκουρο, την Κύρια Δόξα 20: η διάνοιά μας, έχοντας εκτιμήσει σωστά τον σκοπό και τα όρια του σώματός μας και έχοντας διαλύσει τις ανησυχίες μας περί αιωνιότητας, ετοίμασε την τέλεια ζωή και δεν έχει πια ανάγκη τον άπειρο χρόνο. Δεν αποφεύγει την ηδονή αλλά ούτε, όταν οι περιστάσεις οδηγούν στην έξοδο από τη ζωή και όταν φτάνει στο τέλος της, δεν είναι λειψή ως προς τον άριστο βίο.]

Αντίθετα –συνεχίζει ο Φ.– ο κάθε κηφηνώδης (νωθρός πνευματικά) τύπος, ακόμη κι όταν γεράσει ούτε που αναλογίζεται ότι η ιδιοσυστασία μας είναι φθαρτή και θνητή και το θεωρεί εύλογο να λέμε πως είναι παράδοξο να βλέπουμε ένα γέρο καπετάνιο στα καράβια ή ένα γέροντα τύραννο αλλά όχι παράδοξο γενικά το να βλέπουμε γέρους ζωντανούς. Κι ακόμη κι όταν έχει πέσει επιδημία κι αρρωστήσει, αυτός δεν προσμένει το θάνατο αλλά μες στην γενικότερη σύγχυσή του δεν χάνει την ελπίδα της αθανασίας – και τον βλέπουμε να σκάει απ’ το κακό του για δυο χάλκινα νομίσματα, και να ρίχνει τα θεμέλια κτιρίων που δεν γίνεται να χτιστούν ούτε σε χίλια χρόνια.

Κανείς δεν θα ’λεγε πως τα πάθη αυτά διαφέρουν από το να νομίζουμε πως γυάλινα και κεραμικά σκεύη που τσουγκρίζονται συνεχώς με άλλα από σκληρό μέταλλο θα παραμένουν άθραυστα. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι φανερό πως απωθούν την ιδέα του θανάτου και πως είναι κολλημένοι στη ζωή επειδή τους πιάνει φρίκη με τον θάνατο κι όχι επειδή η ζωή τους είναι γλυκιά.

Κι όταν πια είναι ξεκάθαρη η όψη του θανάτου, τους φαίνεται σαν κάτι παράδοξο, και για το λόγο αυτό δεν αντέχουν ούτε τη διαθήκη τους να γράψουν, νιώθουν περικυκλωμένοι και πως τους βρήκε διπλή συμφορά για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Δημόκριτου. Αντίθετα, όσοι έχουν σώας τας φρένας, ακόμη κι αν για κάποια αιτία δεν βάζουν με το νου τους πως σύντομα θα φτάσουν στο τέρμα της ζωής τους, όταν τελικά βλέπουν καθαρά να ζυγώνει το τέλος, τότε αυτοί, μ’ ένα τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφτεί στους αδαείς (ἀρρήτως τοῖς ἀγνοοῦσιν) διέρχονται –κάνουν μια βαθιά επισκόπηση (περιοδεύσαντες ὀξύτατα, ίσως μπορούμε να το μεταφράσουμε “αναλογίζονται έντονα”) το γεγονός ότι έχουν απολαύσει τα πάντα, όσο και το ότι θα έχουν πλήρη απώλεια αίσθησης με το θάνατο, κι έτσι ξεψυχούν ατρόμητοι…


  via

[full_width]




Scroll To Top