Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών



  “Καλωσορίζουμε στην ΕΟΚ την χώρα του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ηράκλειτου, του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Μεγάλου Αλεξάνδρου” ή κάτι ανάλογο.

  Παρ’ όλα αυτά η κορυφαία γαλλική εφημερίδα η Μόντ, (“Le Monde”, Ο Κόσμος) χρησιμοποίησε την εξής φράση:
“Καλωσορίζουμε την χώρα της Φιλοκαλίας, την χώρα του Βασιλείου, του Γρηγορίου, του Χρυσοστόμου”!

  Μα, τι καινά δαιμόνια είναι αυτά, που σπέρνει με την είσοδο της η χώρα του Σωκράτη στην καρδιά της Ευρώπης;    Και μάλιστα ανάμεσα σε κοσμικά κράτη; Και να, ο αρχαίος φιλόσοφος φαίνεται να γελά κάτω από τα μουστάκια του, και όταν όλα τα βλέμματα πέφτουν απάνω του, αρχίζει να συνταράσσεται από τα γέλια και μέσα στα… αναφιλητά, τους λέει: “Δεν ξέρω τίποτα. Από τα καινά δαιμόνια περάσαμε στην Καινή Διαθήκη! Και από τους φιλοσόφους, στους Τρεις Ιεράρχες και του Πατέρες της Εκκλησίας! Ρωτήστε και τους Γάλλους. Αυτοί το είπαν, αυτοί ξέρουν”!

  Βέβαια όσον αφορά την “Φιλοκαλία” οι περισσότεροι Έλληνες και οι πλείστοι των ξένων δεν είχαν, ούτε έχουν ιδέα περί τίνος πρόκειται. Το μυαλό τους θα πήγε, προφανώς, στους ωραίους αρχαίους ναούς, τα αγάλματα, και τα λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα. Και όσοι Έλληνες και ξένοι, διδάχθηκαν Θουκυδίδη από το πρωτότυπο, το μυαλό τους θα πήγε στο “φιλοκαλούμε με τ’ ευτελείας” και στην αγάπη του ωραίου.

  Αλλά, εδώ τα πράγματα πάνε πιο μακριά, και πιο βαθειά. Πολύ πιο βαθειά. Εδώ πρόκειται για της ψυχής θέματα. Η “Φιλοκαλία” είναι η βίβλος των Πατέρων της Εκκλησίας που γνωρίζει σε βάθος την ψυχή του ανθρώπου, που την ανατέμνει, την ανασυγκροτεί, της δίνει ζωή και την ανασταίνει! Και αν ο “κόσμος” έχει τη ψυχο-λογία του βάθους, η εκκλησία έχει τον δικό της λόγο και τρόπο ως ευκαιρία και δυνατότητα ύπαρξης, αλλά και του περισσού αυτής! Της θέωσης του ανθρώπου!

  Και να που οι διανοούμενοι Γάλλοι μας θέτουν ενώπιον των ευθυνών μας. Είναι σαν να μας λένε. Κοιτάξτε:

  Βαριά βιομηχανία δεν έχετε, την γεωργοκτηνοτροφία σας σε λίγα χρόνια θα τη διαλύσουμε, τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς τους έχουμε εκδώσει εμείς, και εσείς έρχεστε σε μας και τους σπουδάζετε, τι μένει, λοιπόν, σε σας που δεν έχουμε; Η “Φιλοκαλία”!






 


 


 





ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ

1 ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΑΡΧΙΚΗ

2 ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΣΧΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΛΕΙΜΩΝ ΑΡΧΙΚΗ

3 ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΑΡΧΙΚΗ

4 ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΡΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΡΧΙΚΗ

5 ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΣΚΥΘΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΡΧΙΚΗ

6 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΛΕΝΟΠΟΛΕΩΣ ΛΑΥΣΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΑΡΧΙΚΗ

7 ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΑΡΧΙΚΗ

8 ΑΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ (Α’-ΚΣΤ’)ΑΡΧΙΚΗ

8 ΒΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ (ΚΖ’-ΞΑ’)ΑΡΧΙΚΗ

8Γ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ (ΞΒ’-ΠΣΤ’)ΑΡΧΙΚΗ

9 ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ ΙΩΚΑΡΠΑΘΙΟΣΑΡΧΙΚΗ

10 ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (Α’-ΣΚΘ’)ΑΡΧΙΚΗ

10Β ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (ΣΛ’-ΦΚΒ’) ΑΡΧΙΚΗ

10Γ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (ΦΚΓ’-ΩΜΑ’) ΑΡΧΙΚΗ

11Α ΕΥΑΓΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΡΧΙΚΗ

11Β ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΛΟΓΟΙΑΡΧΙΚΗ

11Γ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΛΟΓΟΙ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣΑΡΧΙΚΗ

11Δ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ-ΒΙΒΛΙΑ (Β-Δ)ΑΡΧΙΚΗ

12 ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΟΥ-ΖΩΣΙΜΑ-ΔΩΡΟΘΕΟΥΑΡΧΙΚΗ

13 ΜΑΡΚΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ-ΗΣΥΧΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝΑΡΧΙΚΗ

 13A ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ (ΔΙΑΛΟΓΟΣ –ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΚΡΙΝΕΙΝ ΚΑΙ ΜΝΗΣΙΚΑΚΕΙΝ – ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΑΝΑΓΩΓΗΝ ΤΟΥ ΕΞΑΗΜΕΡΟΥ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ)ΑΡΧΙΚΗ

13Β ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ (ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ (Α’-ΞΔ’)) ΑΡΧΙΚΗ

13Γ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ (ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (ΞΕ΄’-ΡΝΔ’) – ΔΥΟ ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΤΟΒ ΣΤ’ ΨΑΛΜΟΝ – ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤ’ΕΙΚΟΝΑ (Α’-Γ’) – ΧΡΗΣΕΙΣ ΑΧΡΗΣΤΟΙ ΜΙΑΡΩΝ ΔΥΣΣΕΒΩΝ ΑΡΕΙΑΝΩΝ-ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ – ΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ (Α’-Γ’) –ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΟΣ ΙΟΥΔΑΙΩΝ – ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΛΟΓΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΑΡΧΙΚΗ

13Δ ΑΝΤΙΟΧΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ (ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (Α’-ΡΓ’) – ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ ΑΡΧΙΚΗ

14 ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ-ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ-ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ-ΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΣ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΡΧΙΚΗ

14A ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ-ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ-ΠΡΟΣ ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΝ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΝ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΝΘ’ ΨΑΛΜΟΝΑΡΧΙΚΗ

14Β ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ,ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ (ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α’-ΝΓ’)ΑΡΧΙΚΗ

14Γ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ (ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΝΔ’-ΞΕ’) ΑΡΧΙΚΗ

14Δ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (Α’-Ε’ ΚΑΙ Α’-ΡΔ’)ΑΡΧΙΚΗ

14E ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (ΡΕ’-ΡΟΘ’) - ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Α’ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ Β’ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣΑΡΧΙΚΗ

14ΣΤ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Α’ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ-Β’ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΡΧΙΚΗ

15A ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΑΡΧΙΚΗ

15Β ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (Α’-ΜΣΤ’)ΑΡΧΙΚΗ

15Γ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΒΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΥ ΑΡΧΙΚΗ

15Δ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ-ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥΑΡΧΙΚΗ

15E ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΡΧΙΚΗ

17 ΠΕΤΡΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΣΥΝΑΪΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΑΡΧΙΚΗ

18 ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α’-ΙΒ’ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ Α’-ΛΓ’ ΑΡΧΙΚΗ

18Α ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ (ΛΔ’-ΡΚΔ’)ΑΡΧΙΚΗ

18Β ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Α’, Α’-ΝΖ’, ΒΙΒΛΙΟΝ Β’,Α’-ΝΕ’)ΑΡΧΙΚΗ

18Γ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (ΒΙΒΛΙΟΝ Β’, ΝΣΤ’-ΣΚΑ’) ΑΡΧΙΚΗ

19Α ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΥΠΟ ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΙ ΑΡΧΙΚΗ

19Β ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ Α’-Γ’ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΗΘΙΚΩΝ Α’-Σ’ ΑΡΧΙΚΗ

19Γ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΗΘΙΚΩΝ (ΛΟΓΟΙ Ζ’-ΙΕ’) ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ (ΛΟΓΟΙ Α’-Ζ’)ΑΡΧΙΚΗ

19Δ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ (Η’-ΛΔ’) ΑΡΧΙΚΗ

19Ε ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΥΜΝΟΙ (Α’-ΚΖ’) ΑΡΧΙΚΗ

19ΣΤ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΥΜΝΟΙ (ΚΗ’-ΝΗ’) ΑΡΧΙΚΗ

20 ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ ΗΛΙΑ ΕΝΔΙΚΤΟΥ ΘΕΟΛΗΠΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΓΡΗΓΣΙΝΑΪΤΟΥ  ΑΡΧΙΚΗ

21 ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ –ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΩΝ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΩΝ-ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΕΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥ-ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΙ ΚΑΝΩΝ ΑΚΡΙΒΗΣΑΡΧΙΚΗ

21Α ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΑΡΧΙΚΗ

22 ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣΑΡΧΙΚΗ

 

Νοερά Προσευχή



  Νοερά προσευχή ήτοι ερμηνεία της επιστημονικής μεθόδου εις την ευχήν του Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, και περί νήψεως και προσοχής νοός πως γίνεται.
  Ή ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέελέησον με" είναι το ρεύμα πού φορτίζει την μπαταρία. Πηγή είναι ό Χριστός, μπαταρία είναι ή καρδιά του ανθρώπου.


 

Η οντολογία* του νου



  Στα θεολογικά και φιλοσοφικά κείμενα συχνά συναντάμε την λέξη οντολογία, την καταλαβαίνουμε, την προσπερνάμε ή της δίνουμε τη σημασία που νομίζουμε, αλλά δεν παύει να είναι μια ελληνική λέξη θησαυρός, που αναλόγως προσδιορίζει τη φιλοσοφική ή τη θεολογική σκέψη.


  *Το ον πάντα προσπάθησε να προσδιορίσει τη θέση του και την πορεία του στον κόσμο και στην ιστορία, στην φυσική και μεταφυσική του διάσταση. Όταν το ον θέτει τον εαυτό του έναντι του όλου, τότε κάνει οντολογία.

  Η οντολογία όταν γίνει λόγος και εκφρασθεί με λέξεις γίνεται φιλοσοφία.

    Στην ολοκλήρωσή της η οντολογία είναι θεολογία.

   Η θεολογία είναι η οντολογία όπου το ον σχετίζεται με τα άλλα όντα και το Είναι.

   Εκεί η οντολογία γίνεται τρόπος και εμπειρία.



 

Νηπτική θεωρία



  Τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς «Νηπτικῆς Θεωρίας» εἶναι τὸ καρδιοστάλαγμα πνευματικῶν ἀσκήσεων καὶ προσευχῶν, ποὺ ἐβίωσε ὁ μακάριος «ἀνώνυμος Ἁγιορείτης» ἱερομόναχος.

  Ἔζησε ὅλο τὸ κάλλος τῆς ἐνθέου νήψεως καὶ τῆς ἐξαγνισμένης ταπεινῆς καρδιοποθήτου προσευχῆς, ποὺ τὸν ἀνεβίβασε στὶς μυστικὲς θεωρίες καὶ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ.Τὸ περισπούδαστο αὐτὸ βιβλίο γράφηκε τὸ 1851 καὶ διασώθηκε στὸν ὑπ᾿ ἀριθ. 202 χειρόγραφο κώδικα τῆς βιβλιοθήκης τῆς Ἱερᾶς μας Μονῆς τοῦ Ὁσίου Ξενοφῶντος.

  Ἀποτελεῖ καρπὸ ἁγιοπνευματικῶν ἀποκαλύψεων, πολυώδυνων ἀγώνων καὶ θείων ἐμπειριῶν καὶ ἀναβάσεων τοῦ ἀγνώστου Ἁγιορείτου Ὁσίου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μᾶς τὸ παρέδωσε γιὰ νὰ μαθητεύσουμε στὴν Ἁγιοπατερικὴ μακαρία ζωὴ τῆς νήψεως καὶ τῆς προσευχῆς, καὶ νὰ ἀπολαύσουμε, ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αὐτὴ ζωή, τὴν θεία εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση τῶν ἐπουρανίων.



'Ενας είναι ανενδεής*, ο Θεός - Εφραίμ του Σύρου Έργα





   *Ανενδεής= αυτός που δεν έχει καμμιά ανάγκη, επειδή τα έχει όλα.

  Σημείωση:  Στο τέλος ακολουθεί παραπομπή για ανάγνωση στην καθομιλουμένη.
    
   Εἷς δέ ἐστιν ἀνενδεής, ὁ Θεός.

   Οὐδὲν αὐτόματον ἐν τῇ γενέσει τῶν ὄντων· ἐπειδὴ ἑαυτὸν ποιῆσαί τις οὐ δύναται. Ὁ ποιῶν ἑαυτὸν πρὸ τοῦ ποιῆσαι ἦν· καὶ πῶς ὕστερον ἐγένετο; Ὁ γὰρ ὢν πρὸ τοῦ γενέσθαι, οὐκ ἐδέετο γενέσθαι ὅπερ ἦν. Καὶ πῶς ἐπιδέεται ἄλλου εἰς σύστασιν ἐκείνου, ὅπερ ἦν; Μόνος τοιγαροῦν ὁ Θεὸς ἀγέννητος. Τὸ γὰρ αὐτό 309 ματον ἑαυτῷ μάχεται. Οὐκ ἀγνοῶν ὁ Θεὸς ὅτι ἐστὶν ἀγέννητος, ἐπειδὴ οὐχ ὡς ἡμεῖς ἀρχὴν ἔσχε νηπιότητος, οὐκ ἐν ἀπειρίᾳ ἐστὶ τῆς οὐσίας τῆς ἑαυτοῦ· οὐ γάρ τις αὐτὴν αὐτῷ παρεχώρησεν. Οἶδεν ὅ ἐστι, καὶ φεύγει πᾶσαν ἔννοιαν ἀνθρώπων, οὐ φθονῶν, ἀλλὰ φειδόμενος. Οὐ γὰρ χωροῦμεν ἀκοῦσαι ἀγεννήτου φύσιν ἢ ἀρχήν, ὅτι καὶ φρασθῆναι ἀμήχανον. Οὐκ ἐφικνούμεθα νοῆσαι ἀνάρχου ἀρχήν· οὔτε γὰρ ἔχομεν τοσαύτην σύνεσιν. Ἀπὸ τοῦ Σινᾶ τὰ ἐπίγεια ὁ Θεὸς ἐλάλησε καὶ μυριάδες ἐτάκησαν· τί οὖν ποιήσομεν, ἐὰν λαλήσῃ τὰ ἐπουράνια; Ἀπὸ γῆς ἐλάλησε καὶ μυριάδες ἐτάκησαν· τί οὖν ποιήσομεν, ἐὰν ἐξ οὐρανοῦ προσομιλήσῃ; Ἠξίωσεν ὁ λαὸς μὴ ἀκοῦσαι φωνῆς Θεοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἀπεδέξατο. Μωυσῆς παρεκάλεσε συμπαραμεῖναι τὸν Θεὸν τῷ λαῷ, καὶ πολλοὶ ἀπέθνῃσκον, ἐγγίζειν μὴ φέροντες τῇ θείᾳ φύσει. Ἔδειξεν οὖν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐγγίζων ἀνθρώποις διὰ τὸ δίκαιον αὐτοῦ γίνεται αὐτοῖς πληγὴ ἀνίατος ἀδικοῦσι. Φειδόμενος δὲ ἡμῶν ὑποχωρεῖ, ἵνα ζήσωμεν· οὕτω καὶ ἀπόρρητα οὐ λέγει, ἵνα μὴ διαφωνήσωμεν. Ἤγγισε τῷ Ἀαρών, καὶ εὑρὼν τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὑπαιτίους, ἀνεῖλεν αὐτούς· 310 ἤγγισε τῷ λαῷ, καὶ πολλοὺς ἀπώλεσεν ἁμαρτάνοντας. Ἐὰν οὖν εἴπῃ τὰ θεῖα καὶ οὐ πιστεύσωμεν, ἀναιρεῖ πάντας ἡμᾶς. ∆ιὰ δὲ τοῦτο οὐ λέγει, ἐπειδὴ προεῖδε μὴ πιστεύειν ἡμᾶς. 

  Καλῶς οὖν ποιεῖ προνοῶν, ἵνα μὴ ἀποθάνωμεν. Οὐ δίδωσι τοσαύτην σύνεσιν, ἵνα μὴ σβέσῃ τὴν προαίρεσιν· οὔτε παρέχει πλείονα δύναμιν, ἵνα μὴ κρύψῃ τὴν φύσιν· οὐ κενοῖ τὴν χρηστότητα, ἵνα μὴ ὑπὸ τῆς κακίας ἡττηθῇ· οὐ ποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἀγγέλους, ἵνα μὴ συγχέῃ αὑτοῦ τὴν δύναμιν· οὔτε τοὺς Ἀγγέλους ποιεῖ Χερουβίμ, ἵνα μὴ ἀνατρέψῃ αὑτοῦ τὴν δημιουργίαν. Ἐποίησε δέ, ὅσον ἐπιδέχεται γεννητὴ φύσις. Ἔταξε τὰς φύσεις καὶ εὗρεν αὐτὰς ἐλέους χρῃζούσας, ὡς ἅτε δὴ τρεπτάς· οἶδε δὲ ὅτι πλείονι τῇ χάριτι ὑφίστανται· τῇ γὰρ φύσει ἐπεμέτρησε τὴν μετουσίαν τὴν ἑαυτοῦ, ἵνα ὑποστῇ· τὸ δὲ πλέον ἐταμιεύσατο φειδόμενος. Πρὸς τὴν δύναμιν ἔταξε καὶ τὴν σύνεσιν, ἵνα μὴ ὑπερηφανίας αὐτοῖς γένηται αἴτιος· ὥσπερ παῖδας οἱ ἐπαλείφοντες εἰς κακόν, αὐτοὶ μᾶλλον γίνονται οἱ αἴτιοι. Ἔδωκεν 311 ὅπερ ἐχώρουν, καὶ συνέγνω ὃ μὴ ἐχώρουν. Οὐδένα γὰρ ἀπαιτεῖ πλεῖον τῆς δυνάμεως.

 Μὴ τοίνυν κατηγορεῖτε τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, ὧ ἄνθρωποι· ὅτι οὐκ ἐποίησε χωρῆσαι τὴν φύσιν τὰ μὴ δυνάμενα· οὐχ ὁ δημιουργὸς γὰρ αἴτιος, ἀλλ' ἡ γένεσις. Ἔχει τὴν τέχνην ὁ χρυσουργός, ἀλλὰ πλέον τι ἐπιποιῆσαι αὑτῷ οὐ θέλει, ἐπειδὴ οὐκ ἐπιδέχεται· καὶ ὁ Θεὸς δυνάμενος, παύεται· ὅτι ὁ χωρῶν αὐτὸν οὐκ ἔστι. ∆ὸς ὕλην πλεῖόν τι τοῦ χρυσοῦ ἔχουσαν, καὶ ὁ τεχνίτης ἕτοιμος τὸ οἰκεῖον χαρίεν ἐπιβαλεῖν· οὐδεὶς γὰρ πλείονα νοῶν εἶναι τῆς ὕλης τοῦ χρυσοῦ, ἑαυτὸν ὑποβάλλει ὕλην γενέσθαι εἰς τὸ ὅμοιον. Καὶ ὁ Θεὸς νοήσας πάντα τὰ θαύματα, ἔγνω καθ' ἑαυτοῦ τὴν φύσιν εἶναι ὕλην μὴ δύνασθαι. Ἐν τοῖς γεννητοῖς ὑπερέβαλε τῷ πλούτῳ· ἀγέννητον δὲ γεννητὸν εἶναι οὔτε ἐνενόησεν, οὔτε εὗρεν, οὔτε ἐποίησεν. Εἰ ἔδειξεν ἐκ τοῦ γεννητοῦ ἀγέννητον, κατηγορεῖ τῆς ἰδίας φύσεως, ὅτι καὶ αὕτη γέγονε, καὶ ἅπερ ἐποίησε χρησάμενος, οὐ μὴν δὲ ἐκ τῆς οὐσίας αὑτοῦ παρήγαγεν. Οὐκ ἔστιν ἂν ἐπίληπτος ὁ Θεὸς τῆς οἰκείας δυνάμεως, ὧ ἄνθρωποι· μείζονα γὰρ 312 δυνάμενος ἐν τῷ γεννητῷ, ὡς ἐνεχώρουν ἐπραγματεύσατο. Οἶδα ἐμπόρους πολλοὺς ὅτι καὶ ὑπὲρ ἃ ἔχουσι δύνανται· ἐν τοῖς οὖσι γὰρ πάντα εὐδοκιμοῦσιν· εἰ δὲ μὴ ἐν τοῖς οὖσιν εὐχερῶς ἐμπορεύονται. Καὶ ὁ Θεὸς εἰ μὴ τὰ ὄντα εὐκόλως ἐποίησεν, εἰκότως ἐνομίζετε οἱ θέλοντες ἐπιλαμβάνεσθαι, ὅτι πλεῖον οὐ δύναται.

 Θέλετε ἰδεῖν εὐκολίαν ἄφατον; Τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς λόγῳ ἐποίησε· δι' ὧν συνίστησι μᾶλλον καὶ πλέον δύνασθαι· ἀλλ' ὅτι ἡ γεννητὴ φύσις οὐκ ἐπιδέχεται. Οἶδα τεχνίτας πλείονατῆς ὕλης ἐπινοοῦντας, καὶ πείθουσιν ἐκ τῶν προχείρων διαπρέποντες· πόσῳ οὖν μᾶλλον ὁ Θεὸς πείσειε δύνασθαι, τοσαύτην εὐπρέπειαν ἐν τοῖς οὖσιν ἀποτυπωσάμενος. Ὅσῳ δὲ λόγου ἔργον θεμελιωδέστερον, τοσούτῳ ἀπείρῳ συγκρίσει ἡ τοῦ Θεοῦ δύναμις περιττεύει πρὸς τὰ γινόμενα. Ἐποίησεν οὖν τὰ πάντα πρὸς τὴν ἑκάστου χρείαν, οὐχ ὑπό τινος ἀνάγκης τὰς διαφορὰς εὑρόμενος. Ὁ τὰς φύσεις ποιήσας ἐλέγχει ὅτι καὶ τὰς διαφορὰς αὐτὸς ἔκτισεν, ἐπειδὴ ἔδωκε πεῖραν ἐν τοῖς δευτέροις περὶ τῶν πρώτων. Οὐκ ἀναγκαία 313 ἡ αἰτία τῆς τοσαύτης καλλονῆς· ἐπεὶ εὑρεθήσεται τὸ ἔργον ἑτέρου καὶ οὐχὶ τοῦ Θεοῦ· ἡ ἀνάγκη γὰρ ἐκκλείει τὴν προαίρεσιν· ἀλλ' ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησεν ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή.

 Ἡ ἀταξία τῶν ὄντων, Θεοῦ ἔπαινον ποιεῖ. Οὐκοῦν τὸ κακὸν τοῦ καλοῦ αἴτιον, καὶ γίνεται πρόσκομμα τῇ εὐσεβείᾳ; Ἀλλ' εἰ πρῶτον ἦν τὸ κακόν, οὐκ εἴα γενέσθαι τὸ ἀγαθόν, ἐπεὶ καὶ αὑτοῦ ἦν ἀγαθόν. Εἰ ἡ ὕλη ἠτάκτησε κατὰ Θεοῦ, πολλὴ ἡ πλάνη τὸ οἴεσθαι τὸ ἄψυχον δύνασθαι μάχεσθαι. Εἰ εἶχεν ἡ ὕλη ψυχὴν τῆς ἀταξίας τὴν ἐνέργειαν, πολλὴ ἡ ἀφροσύνη δοκεῖν ψυχὴν πράξεως κίνησιν· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ὃ ποιεῖ ψυχή ἐστι. Ναί, φησίν· ἡ ἐνέργεια τῆς ὕλης ἔκ τινος συναινοῦντος ἐγίνετο. Πολλὴ ἡ εὐήθεια, ἐν τῇ ἀεὶ μειώτῳ καὶ τρεπτῇ ὕλῃ νομίζειν εἶναι τὸ ἀΐδιον. Καὶ πῶς ἀΐδιον τὸ τρεπτόν;

 Οὐδὲν τοίνυν ἦν ὅτε οὐκ ἦν· οὐδὲν ἀεὶ ἦν, εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός· διὰ τοῦτο καὶ τὰ πάντα αὐτοῦ δέεται· αὐτὸς γὰρ ἐποίησεν αὐτὰ θελήσας, οὐκ ἐξ ἀνάγκης. Καὶ ἕκαστον ἐποίει καθὼς ἠθέλησεν. Εἶχε δὲ τὸ οἰκεῖον θέλημα, οὐχ ὑπὸ ἀνάγκην, 314 καὶ οὐ συναΐδια αὐτὰ ἐποίησεν. Εἰ γὰρ ἀνάγκην εἶχε τὸ θέλειν, ἦσαν ἄρα συναΐδια τὰ γεννητὰ καὶ τὸ ἐνεργεῖν εἶχε κατὰ τὸ θέλειν· οὐ γὰρ ἐπ' ἀνάγκην ἦν αὐτοῦ ἡ ἐνέργεια, ἐπεὶ ἦν συναΐδια τὰ γεννητά· καὶ τὴν ἀπάθειαν εἶχεν, ὡς τὸ θέλημα, καὶ τὸ εἶναι προσκυνητόν. ∆ιὰ τοῦτο οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἐποίησεν αὑτῷ τὴν προσκύνησιν, ἵνα διὰ τὸ προσκυνηθῆναι ποιήσῃ συναΐδια τὰ γεννητά· οὔτε γὰρ πάσχει μὴ προσκυνούμενος ὑφ' Ἑλλήνων, οὔτε πρὸς τὰς διαφορὰς τῶν προσκυνήσεων συνδιατίθεται. Οὔτε ἐν Ἰουδαίοις ἀγανακτεῖ ἀτελῶς προσκυνούμενος, οὔτε ἐν αἱρέσεσι συνταράσσεται, ἐκ μέρους αὐτῷ τὴν προσκύνησιν ποιουμέναις. Ἐν πᾶσι γὰρ ἀπαθῶς διέρχεται, ὁ αὐτὸς ὤν, ὁ καὶ πρὸ τῶν γεννητῶν ἁπάντων καὶ ἕως σήμερον καὶ εἰς τὸ ἐφεξῆς τὸ ἀπέραντον. Ἡ χρηστότης αὐτοῦ αἰτία πάντων ἐστί· καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ὅρος φύσεως· καὶ ἡ σοφία αὐτοῦ ἐν ταῖς διαφοραῖς δείκνυται.

 ∆ίδωσιν οὖν ὃ χωροῦμεν οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἔφην, φειδόμενος ἡμῶν τῆς δυνάμεως. Καὶ ἐπειδὴ προεῖδεν ὅτι οὐδεὶς αὐτὸν ἐν γεννητοῖς χωρῆσαι δύναται, 315 προήγαγε τὸν Υἱὸν ἀνάρχως ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, [καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον], οὐκ ἔκ τινος ἀνάγκης, οὐδὲ αἰτίᾳ τινί, ᾗπερ εἴπομεν σχηματίζοντες τὸν λόγον, ἵνα τὸ πλήρωμα δειχθῇ τῆς θεότητος αὐτοῦ· ὅτι φυσικῶς αὐτὸν ἐγέννησεν ἐκ τῆς οὐσίας αὑτοῦ. Πᾶσα δὲ φύσις ἀνάγκης καὶ αἰτίας ἀπήλλακται· καὶ μάλιστα ὅτι τῷ θελήματι τὴν φύσιν ἐκέρασε, καὶ τὰ ἀμφότερα πρὸς τὴν ἀγαθότητα συνέζευξεν. Ἡ μὲν γὰρ ἀγαθότης τὸ πλήρωμα ἔδειξεν, ὅτι ἐγέννησε τὸν χωροῦντα αὐτὴν οὐσιωδῶς· ἡ δὲ φύσις τὸ ἀξίωμα, ὅτι οὐκ ἀνάξιος ὁ χωρῶν, ὡς Υἱός, ὡς ἀγένητος. Τὸ δὲ θέλημα τὴν ἀνάγκην ἐξώρισεν, ὅτι οὐ διά τι γέγονεν, ἀλλ' ἵνα ἀεὶ τελεσθῇ τὸ μυστήριον τῆς ἀϊδιότητος, καὶ ἵνα μὴ εἴπωμεν ὑπ' ἀνάγκην γεγενῆσθαι τὸ θέλημα τῆς φυσικῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τὸ δὲ Ἅγιον Πνεῦμα μὴ γεννηθὲν προῆλθεν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, οὐχ ἡμιτελές, οὐδ' ἐπιμιγές· οὐ γὰρ ποτὲ μὲν Πατήρ ἐστι, ποτὲ δὲ Υἱός, ἀλλὰ Πνεῦμα Ἅγιον, τὸ πλήρωμα ἔχον τῆς ἀγαθότητος, καὶ προελθὸν εἰς μαρτυρίαν τῆς θεότητος· ὅτι οὐ πάθει, οὐ χρόνῳ, οὐ τρόπῳ, οὐκ αἰτίᾳ τινὶ ὁ Πατὴρ τὸν Υἱὸν ἐγέννησεν· ἀλλὰ 316 φύσει ἀνάγκης ἐλευθέρᾳ, ἣν συνιστᾷ διὰ τῆς ὑποστάσεως αὑτοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅτι θελήσαντα τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον κοινωνὸν προβαλεῖν οὐχ ὃν ἔτεκεν, ἀλλὰ Πνεῦμα Ἅγιον ἐκ τῆς οὐσίας αὑτοῦ συνέστησεν· οὐ πρὸ τοῦ Υἱοῦ τὸ πνεῦμα προήγαγεν, ἵνα μὴ εἴπωμεν ὑπ' ἀνάγκην τὸ θέλημα. Οὐδὲ ἐφοβήθη τὸν περὶ αὑτοῦ τῶν ἀνθρώπων ἐνδοιασμόν, ὅτι πῶς ἀπαθὴς ὢν ἐγέννησεν, ἔχων ἀπόδειξιν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅτι μὴ γεννήσας κατ' αὐτὸν προήγαγεν, οὕτω καὶ γεννήσας Υἱὸν κατ' αὐτὸν ἀπαθῶς ἐγέννησεν. Οὐ γὰρ ἐμειώθη ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προερχομένου, ἵνα μὴ καὶ ἐμπαθῆ τὴν τοῦ Υἱοῦ γέννησιν ὑπολάβωμεν. Τὸ δὲ εἰπεῖν ἡμᾶς μετὰ τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, οὐ χρόνου ἐστὶ σημαντικόν, ἀλλὰ προσώπου. Πνεύματος γὰρ καὶ Λόγου εἷς ὁ χρόνος. Ἐν λόγῳ καὶ ἡμεῖς τὸ πνεῦμα προάγομεν. Οὔτε οὖν ὁ Πατὴρ χρειώδης χρόνου γέγονε προαγαγεῖν τὸν Λόγον· οὐδ' ἐν χρόνῳ, ὕστερον τοῦ Λόγου, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα προήγαγε. ∆ιόπερ καὶ συναΐδιος ἡ θεότης ἐστὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος· Πατὴρ καὶ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τρία μὲν ὄντα πρόσωπα, μιᾶς δὲ οὐσίας ὑπάρχον 317 τα. ∆ιόπερ καὶ εἷς Θεός ἐστιν ἡ ἁγία καὶ ὁμοούσιος Τριάς. Καὶ ὅτι Λόγος ἐν Πνεύματι, λέγει περὶ ἡμῶν ὁ ∆αυΐδ, ὅτι πνεῦμά ἐστιν ἐν τῷ στόματι ἡμῶν, οὐ τὴν σύνθεσιν ὁμοίαν λέγων ἐπὶ Θεότητος, ἀλλὰ τὴν παράθεσιν δεικνὺς εἰς ἀπόδειξιν τῶν πρόσθεν εἰρημένων.

 Ὅσον οὖν χωροῦμεν, νοοῦμεν περὶ Θεοῦ, καὶ ὅσον δυνάμεθα, λαμβάνομεν παρ' αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς γνώσεως αὐτοῦ, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἐὰν γὰρ πλέον ἀκούσωμεν, οὐ πιστεύσομεν· ἐὰν δὲ καὶ πλέονλάβωμεν, ὑπερηφανευόμεθα. Εἰκότως οὖν, οὔτε λέγει οὔτε δίδωσι. ∆ιὰ δὲ τοῦτο τὰ προειρημένα διῆλθον, ἵνα δείξω καὶ ἐν τῇ δόσει τῆς γνώσεως αὐτοῦ τὴν θείαν πρόνοιαν. Λέγει γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστός· εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, τί ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια; Ἐγὼ δὲ ἐπαναβαίνω τῷ λόγῳ, καὶ φημί· εἰ τὰ ἐπουράνια ἀκοῦσαι οὐ δυνάμεθα, τὰ περὶ τῆς θείας φύσεως ἀκούσαντες τί πεισόμεθα; Εἰ οἱ Ἰουδαῖοι ἐπὶ προσκαίροις ἐντολαῖς σφαλλόμενοι ἀπέθνῃσκον, πόσῳ μᾶλλον οἱ μὴ τηροῦντες ἃ ἤκουσαν περὶ Θεοῦ ἀπολοῦνται; Καὶ εἴθε ὁ θά 318 νατος οὗτος ἐκείνῳ ἦν παραπλήσιος· ἀλλ', ὡς οἶμαι, οὗτός ἐστι τῆς ψυχῆς ὁ φρικώδης θάνατος. Μαρτυρεῖ δὲ ὁ Ἀπόστολος· πόσῳ χεῖρόν ἐστιν ἀθετῆσαι τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;

Διαβάστε και την μετάφραση:


Έως: Σελίδα 318, Στίχος 4.

Διαβάστε και τους έξι(6)  τόμους από: 
Τα Πατερικά βιβλία/ Σελίδα 43 

Κύριε Ελέησον



Ακολουθεί κρυμμένο κείμενο: Διαβάζεται μόνο με επισκίαση


    

Δες / Κρύψε




    Κύριε Ελέησον

    Ερμηνεία του "Κύριε Ελέησον"

  Συνοπτικά σχόλια: Και αυτό το μικρό κείμενο, που πραγματεύεται με χαριτωμένη απλότητα για την μονολόγιστη ευχή, παραδίδεται από τους συλλέκτες των πατερικών κειμένων της Φιλοκαλίας ανωνύμως και μέσα από τις προθέσεις τους να γνωσθεί και να καλλιεργείται από τον λαόν του Θεού η γλυκύτατη νοερά προσευχή.

 Για να θεμελιώσει δε την αναγκαιότητα της εκζητήσεως του θείου ελέους, ο συντάκτης του μικρού αυτού δοκιμίου ανατρέχει στην εποχή των Αποστόλων, που παρέδωσαν την ευχή, συμφώνως και προς άλλους διδασκάλους της νοεράς προσευχής.

 Παρ' ότι περιέχει απόψεις κοινές πλέον, γύρω από την ευχή του Ιησού, όμως, στην απλότητα του, οικοδομεί, πείθει, κατανύσσει με την ιδιαίτερη χάρη του, οπότε και με αυτό επιτυγχάνεται ο σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας, ώστε να δικαιούται να ενσωματωθεί σ' αυτή.

 Κείμενο: Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και συντομότερα «Κύριε ελέησον», από τον καιρό των Αποστόλων χαρίστηκε στους Χριστιανούς και ορίστηκε να το λένε ακατάπαυστα, όπως και το λένε. Τι σημαίνει όμως τούτο το «Κύριε ελέησον», είναι πολύ λίγοι σήμερα που το ξέρουν, κι έτσι φωνάζουν καθημερινά ανωφελώς, αλλοίμονο, και ματαίως το «Κύριε ελέησον», και το έλεος του Κυρίου δεν το λαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τι ζητούν.

 Γι' αυτό πρέπει να ξέρομε πως ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και υπέμεινε τόσα πάθη και σταυρώθηκε και χύνοντας το πανάγιο αίμα Του εξαγόρασε τον άνθρωπο από τα χέρια του διαβόλου, από τότε έγινε Κύριος και εξουσιαστής της ανθρώπινης φύσεως. Και προτού βέβαια σαρκωθεί ήταν Κύριος όλων των κτισμάτων, ορατών και αοράτων, ως δημιουργός και ποιητής τους, όμως των ανθρώπων και των δαιμόνων που δε θέλησαν από μόνοι τους να τον έχουν Κύριο και εξουσιαστή τους, δεν ήταν και Αυτός Κύριος τους, ο Κύριος όλου του κόσμου.

 Ο πανάγαθος Θεός δηλαδή, και τους Αγγέλους και τους ανθρώπους τους έκανε αυτεξούσιους και τους χάρισε το λογικό, να έχουν γνώση και διάκριση· γι' αυτό, ως δίκαιος που είναι και αληθινός, δε θέλησε να τους αφαιρέσει το αυτεξούσιο και να τους εξουσιάζει με τη βία και χωρίς τη θέλησή τους.

 Αλλά εκείνους που θέλουν να είναι κάτω από την εξουσία και διακυβέρνησή Του, εκείνους ο Θεός και τους εξουσιάζει και τους κυβερνά· εκείνους πάλι που δε θέλουν, τους αφήνει να κάνουν το θέλημα τους, ως αυτεξούσιοι που είναι.

 Για τούτο και τον Αδάμ που πλανήθηκε από τον αποστάτη διάβολο κι έγινε κι αυτός αποστάτης του Θεού και δε θέλησε να υπακούσει στην εντολή Του, τον άφησε ο Θεός στο αυτεξούσιό του και δε θέλησε να τον εξουσιάζει τυραννικά.


 Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο.

 Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη(Ψαλμ. 17, 10) κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο· και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα.

 Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού(Ιω. 1, 12) και με το θείο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί. 

 Και μ' ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ' εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ' εμάς ο διάβολος.

 Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. 

 Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν. Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι' αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό(Λουκ. 15, 20) και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν' απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού. 

  Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν.

  Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος;

 Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου άνθρωπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε.

  Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία».

 Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ».

 Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα». Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. 


  Πως λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο;

 Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου· δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν' αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας· δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ· δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου· δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου· δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος· δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό· δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό· δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι».


  Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά και τα ζητά από τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον», αυτός βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και τη θεία χάρη του Κυρίου. 

  Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά που είπαμε, αλλά από συνήθεια μόνο φωνάζει το «Κύριε ελέησον», αυτός δεν είναι δυνατό να λάβει ποτέ το έλεος του Θεού· γιατί και πρωτύτερα έλαβε πολλές χάριτες από το Θεό μα δεν τις αναγνώρισε, μήτε ευχαρίστησε το Θεό που του τις έδωσε. 

  Αυτός έλαβε το έλεος του Θεού όταν πλάστηκε κι έγινε άνθρωπος· έλαβε το έλεος του Θεού όταν αναπλάστηκε με το άγιο βάπτισμα κι έγινε ορθόδοξος Χριστιανός· έλαβε το έλεος του Θεού όταν γλύτωσε από τόσους κινδύνους ψυχικούς και σωματικούς που δοκίμασε στη ζωή του· έλαβε το έλεος του Θεού τόσες φορές που αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια· έλαβε το έλεος του Θεού όσες φορές αμάρτησε στο Θεό και τον πίκρανε με τις αμαρτίες του και δεν εξολοθρεύτηκε, μήτε τιμωρήθηκε παιδαγωγικά όπως του έπρεπε· έλαβε το έλεος του Θεού όταν με διάφορους τρόπους ευεργετήθηκε από το Θεό και δεν το αναγνώρισε, αλλά όλα τα λησμόνησε και δε φρόντισε καθόλου για τη σωτηρία του.

   Αυτός λοιπόν ο Χριστιανός πως να λάβει το έλεος του Θεού χωρίς να το αισθάνεται και χωρίς να γνωρίζει πως δέχεται τέτοια χάρη από το Θεό, καθώς είπαμε, μήτε να ξέρει τι λέει, αλλά να φωνάζει μόνο το «Κύριε ελέησον» χωρίς κανένα στόχο και σκοπό, εκτός από μόνη τη συνήθεια;

Μάρκος ο Ευγενικός


Προηγείται κρυμμένο κείμενο: Διαβάζεται μόνο με επισκίαση


    


Καιροί φρίκης, διάχυτοι κοινωνικής αδικίας...




Όταν οι Καιροί το επιβάλλουν...
το πάθος γίνεται λαχτάρα...
και η λαχτάρα ένταση...
και η ένταση ορμή...
και οι ποιητές που πριν υμνούσαν το πάθος,
αφήνουν παράμερα την πένα τους...
κι αδράχνουν τα "όπλα" που τους απέμειναν...
κι αρχίζουν να (προσ)εύχονται...
Παιάνα Εμψυχωτικό...
Καιροί ου μενετοί...
Καιροί φρίκης, διάχυτοι κοινωνικής αδικίας...
όπου η Πίστη στον Άνθρωπο έχει προ πολλού εκλείψει...
Άραγε προλαβαίνουν όλοι οι Άνθρωποι ν'αγαπήσουν ;;;
Ναι...αλλά μέχρι ν' αφήσουν την απόγνωση και την απελπισία να τους αφανίσουν....





Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, σαν Θεός και κατευνάζει το χάος...
Πιστεύω σε κείνον που θερίζει, και το δρεπάνι του κυματίζει ολόφωτο
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου...





Πιστεύω σε κείνον που αγαπάει,
 όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί...
Πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει
 με δάκρυα να τον συγχωρέσουν...
Πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει, 
συγχωρνάει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει...




Πιστεύω στη μέρα που σου δίνει
 τα πράγματα μες στο φως...
Πιστεύω και στη νύχτα που ξαναδίνει
 τα πράγματα μες στην καρδιά σου...






Πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο,
στις μέλισσες και τα Παιδιά...





Πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους,
 σαν τους ραψωδούς, έξω απ' το παράθυρό σου,
 τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας...
Πιστεύω και στη σιωπή, τα βράδια,
 στους κάμπους, όταν ακούς ν' αναστενάζουν
 από γήινη ευτυχία τα καρπούζια...






Πιστεύω στους αντρείους, όπως 
πιστεύω και στους δειλούς,
και τρέχω μ' εκείνον που χυμάει στην έφοδο
 και πέφτει μες στις σφαίρες και το θρίαμβο,
και πέφτω κι εγώ μαζί του,
και φεύγω με κείνον που λιποτακτεί και κλαίει,
 και που είναι απ' όλους
περιφρονημένος - μα ζωντανός.
Και κλαίω κι εγώ μαζί του.






Η Αφθονία της Πίστης μου είναι ένας άλλος,
 έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός, που ταξιδεύω πάνω του,
χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την Καρδιά για οδηγό,
γιατί η Αγάπη πού 'χω μέσα μου μπορεί κι ένα
 ακυβέρνητο καράβι να τ' οδηγήσει στο δρόμο το σωστό...






Πιστεύω στα κατώφλια,
στα γυμνά ποδάρια,
στους σιδερένιους γερανούς
 και τα πορτοκάλια...






Πιστεύω και στον Ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου,
 που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά,
 την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν...
Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.






Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες,
τους ήρωες, τους ποιητές, που αλλάζουνε,
 με μια χειρονομία, τη γεωγραφία
 και τα πεπρωμένα...






Πιστεύω και στα ταπεινά βόδια που σηκώνουνε
 στη ράχη τους, σα δόξα, το αιώνια
 ανάλλαχτο κι ολοπόρφυρο δειλινό...
Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες
 και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο...






Πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία
 την Καρδιά σου, και προχωράς
 μες στο ενάντιο πλήθος...






Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι
 ώρες και να διαβάζω τον ουρανό,
τα χείλη μου είναι βαρειά απ'
 την κερήθρα των άστρων
και συχνά έστειλα την ψυχή μου
 να παραθερίσει στο Άγνωστο...






Πιστεύω και στη γλυκειά ετούτη γη,
 γεμάτη μαχαιρώματα
και ζεστούς γυναικείους κόρφους...
Πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω
 και που με καρτερεί κει κάτω, μες στη σκοτεινιά,
 όπου σαλεύουν οι ρίζες, κοιμούνται οι νεκροί
και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ' αυριανά κρασιά...







Πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω...


Αμήν !!!


"Σύμβολο Πίστεως"


Τάσος Λειβαδίτης


Οι αριστοτεχνικά σμιλεμένοι, πολύχρωμοι και πολύφωνοι πίνακες,
είναι επιλεγμένοι από την καταπληκτική συλλογή του δημιουργού,



[full_width]




Scroll To Top