Ο Θεός και στους δαίμονες έχει παραχωρήσει μετάνοια, αν θέλουν



  Η ακόλουθη διήγησις που προέρχεται μάλλον από κάποια λιγότερο γνωστή παραλλαγή της συστηματικής συλλογής του Γεροντικού* σκοπό έχει να διδάξη πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Θεού.




  Ο άγιος γέροντας, μεγάλος και διορατικός, έχοντας νικήσει και ξεπεράσει όλους τους πειρασμούς των δαιμόνων, είχε λάβει το χάρισμα να βλέπη οφθαλμοφανώς το πώς επιδρούν στην ζωή των ανθρώπων οι άγγελοι και οι δαίμονες· πώς δηλ. ο καθένας από την πλευρά του αγωνίζονται για την ψυχές των ανθρώπων.

 Ήταν δε τόσο μεγάλος και υψηλός στην αρετή, που τα ακάθαρτα πνεύματα τον υπολόγιζαν πολύ και συστέλλονταν μπροστά του. Πολλές φορές τα κορόιδευε και τα ύβριζε θυμίζοντας τους την πτώσι τους από τους ουρανούς και την αιώνια κόλασι του πυρός που τα περιμένει.

 Οι δαίμονες λοιπόν μιλούσαν με θαυμασμό για τον μεγάλο γέροντα κι έλεγαν ότι κανένας να μη τολμήση στο εξής να παλέψη μαζί του ή έστω και να τον πλησίαση, μη τυχόν και πληγωθή από τον γέροντα, διότι έχει ανέλθει σε μεγάλο πλούτο απάθειας και έχει τύχει της θεώσεως με την χάρι του Παναγίου Πνεύματος.




 Ενώ λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα, κάποιος δαίμονας ρωτά έναν σύντροφο του:

  — Αδελφέ Ζερέφερ (διότι αυτό ήταν το όνομα εκείνου του δαίμονος), αν κάποιος από εμάς μεταμεληθή, τον δέχεται ο Θεός σε μετάνοια; Ναι ή όχι; Και ποιος άραγε να το γνωρίζη αυτό;

  Και αποκρίθηκε ο Ζερέφερ:

  — Θέλεις να πάω στον μεγάλο γέροντα που δεν μας φοβάται, να τον ρωτήσω τάχα σχετικά μ' αυτό και να τον δοκιμάσω;

  — Πήγαινε, αλλά πρόσεχε πολύ, γιατί ο γέροντας είναι διορατικός και θα καταλάβη ότι πηγαίνεις με δόλο και δεν θα πεισθή να ρωτήση τον Θεό. Αλλά πήγαινε και ή τα καταφέρνεις ή απλώς δοκιμάζεις και φεύγεις.

  Πήγε λοιπόν τότε ο Ζερέφερ σ' εκείνον τον μεγάλο γέροντα και αφού πήρε σχήμα ανθρώπου, θρηνούσε και οδυρόταν μπροστά στον γέροντα.

  Ο Θεός δε θέλοντας να δείξη ότι δεν αποστρέφεται κανέναν που να έχη μετανοήσει, αλλά δέχεται όλους όσους προστρέχουν σ' Αυτόν, δεν αποκάλυψε στον γέροντα τα σχετικά με τον δόλιο δαίμονα.

 Έτσι εκείνος τον έβλεπε σαν άνθρωπο και τίποτε περισσότερο. Γι' αυτό και τον ρώτησε:

  — Για ποιο λόγο κλαις, άνθρωπε, και θρηνείς από τα κατάβαθα της καρδιάς σου, ραγίζοντας έτσι με τα δάκρυα σου και την καρδιά μου;

  — Εγώ, πάτερ άγιε, δεν είμαι άνθρωπος, αλλά, όπως μου φαίνεται, διάβολος πονηρός, λόγω του πλήθους των εγκλημάτων μου.




  — Και τι θέλεις να κάνω για σένα, αδελφέ; (Διότι νόμιζε ότι από μεγάλη ταπείνωσι αυτοαπεκαλείτο δαίμων ο άνθρωπος, αφού ο Θεός δεν του είχε φανερώσει ακόμη τι συνέβαινε στην πραγματικότητα).

  — Τίποτε περισσότερο δεν σου ζητώ, άνθρωπε του Θεού, παρά να παρακάλεσης πολύ τον Κύριο και Θεό σου να σου φανέρωση αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Διότι αν δέχεται εκείνον, τότε θα δεχθή κι εμένα που δεν υστερώ σε τίποτε από λόγου του.

  — Να κάνω όπως θέλεις. Για την ώρα όμως πήγαινε σήμερα σπίτι σου κι έλα αύριο εδώ να σου πω το θέλημα του Θεού.

  Και σαν έγινε αυτό, άπλωσε τα χέρια ο γέροντας εκείνο το βράδυ και παρακάλεσε τον φιλάνθρωπο Θεό να του φανέρωση αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Κι αμέσως του παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, φωτεινός σαν αστραπή, και του λέει:

  Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός σου: 

  — «Γιατί με παρακαλείς για χάρι του δαίμονα; Και γιατί ήρθε αυτός δολίως να σε πειράξη;»

  — Και πώς ο Κύριος δεν μου αποκάλυψε την περίπτωσι, αποκρίθηκε ο γέροντας, αλλά μου την απέκρυψε, ώστε να μη την αντιληφθώ;




  — Μη λυπηθής γι' αυτό το πράγμα. Διότι πρόκειται για κάποια θαυμαστή οικονομία του Θεού προς ωφέλειαν των αμαρτωλών, ώστε να μην απελπίζωνται. Διότι κανέναν από εκείνους που προσέρχονται σ' Αυτόν δεν τον αποστρέφεται ο υπεράγαθος Θεός, ακόμη κι αν αυτός είναι ο ίδιος ο Σατανάς και διάβολος. Επίσης γίνεται αυτό για να φανή η σκληρότης και απόγνωσις των δαιμόνων.

   Όταν λοιπόν έλθη, μη τον σκανδαλίσης απ’ την αρχή, αλλά πες του τα εξής: 
  — «Για να καταλάβης ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και κανένα από όσους προστρέχουν σ' Αυτόν δεν τον αποστρέφεται, ακόμη κι αν αυτός είναι δαίμων και διάβολος, υποσχέθηκε και σένα να σε δεχθή, εάν βέβαια φύλαξης αυτά που σε προστάζει».

 Και τότε θα σου πη:
 — «Ποια είναι αυτά;»

   Κι εσύ να του πης: 

  — «Ο Κύριος και Θεός γνωρίζει πολύ καλά ποιος είσαι και από πού ήρθες, για να Τον δοκιμάσης. Διότι εσύ είσαι το αρχαίο κακό, που από την υπερηφάνεια σου δεν έχεις μάθει να γίνεσαι καινούργιο καλό. Πώς λοιπόν θα μπόρεσης να ταπεινωθής και να βρης έλεος με την μετάνοια;

 Για να μην έχης όμως πρόφασι απολογίας ενώπιον Του κατά τη ημέρα της κρίσεως ότι δήθεν ήθελες να μετανοήσης κι ο Θεός δεν σε δέχθηκε, πρόσεχε στα λόγια μου, πώς πρέπει ν' αρχίσης τη σωτηρία σου. Ο Κύριος είπε να καθήσης επί τρία χρόνια σε ένα τόπο ακίνητος και στραμμένος μέρα-νύχτα προς ανατολάς και να φωνάζης εκατό φορές με δυνατή φωνή:

 Ο Θεός, ελέησόν με το αρχαίον κακόν και πάλι άλλες εκατό φορές με δυνατή φωνή:

   Ο Θεός, ελέησόν με το βδελύγμα της ερημώσεως και πάλι άλλες τόσες Ο Θεός, ελέησόν με την εσκοτισμένην απάτην. 

 Αυτά να τα φωνάζης αδιάκοπα, γιατί δεν έχεις σώμα για να κουρασθής και να λιποψυχήσης. Όταν δε τα κάνης αυτά με ταπείνωσι, τότε θα επανέλθης στην αρχαία τάξι και θα συγκαταριθμηθής με τους αγγέλους του Θεού».




   Αν λοιπόν συμφωνήση μαζί σου να τα κάνη αυτά, δέξου τον σε μετάνοια. Αλλά γνωρίζω καλά ότι το αρχαίο κακό δεν γίνεται καινούργιο καλό.

  Αυτά είπε ο Άγγελος και ανέβηκε στους ουρανούς. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ήρθε ο δαίμων και άρχισε από μακριά να θρηνή υποκριτικά και να χαιρετά τον γέροντα.

 Ο γέροντας από την αρχή δεν ξεσκέπασε την μηχανορραφία του, μόνο έλεγε από μέσα του:

 «Κακώς ήρθες κλέφτη, διάβολε, σκορπιέ, αρχαίο κακό, το ιοβόλο φίδι το παμπόνηρο».

 Έπειτα του λέει:
  — Γνώριζε ότι παρεκάλεσα τον Κύριο καθώς σου υποσχέθηκα και ότι σε δέχεται σε μετάνοια, εάν βέβαια εκτέλεσης αυτά που σε διατάζει δι' εμού ο κραταιός και πανίσχυρος Θεός.

  — Και ποια είναι αυτά που ώρισε ο Θεός να κάνω;

  — Ο Θεός προστάζει να σταθής σ' ένα τόπο για τρία χρόνια στραμμένος προς ανατολάς και να φωνάζης νύχτα-μέρα επί τρία έτη εκατό φορές:

 Ο Θεός, ελέησόν με, το βδέλυγμα της ερημώσεως, άλλες τόσες φορές: Ο Θεός, ελέησόν με, την εσκοτισμένην απάτην κι άλλες τόσες Ο Θεός, ελέησόν με, το αρχαίον κακόν, και όταν τα κάνης αυτά, θα σε συναριθμήση με τους αγγέλους του.

  Τότε ο Ζερέφερ, ο υποκριτής της μετανοίας, ακούγοντας τα αυτά, γέλασε αμέσως δυνατά και λέει:

— Βρε σαπρόγερε, αν ήταν να αποκαλέσω τον εαυτό μου βδέλυγμα της ερημώσεως και αρχαίο κακό και εσκοτισμένη απάτη, θα το έκανα μια και καλή από την αρχή και θα σωζόμουνα. Τώρα εγώ αρχαίο κακό; Μη γένοιτο! Και ποιος το λέει αυτό; Εγώ είμαι αρχαίο καλό και πολύ καλό μάλιστα. 

   Και δηλαδή τώρα, όσο είμαι ακόμα θαυματουργός και όλοι με φοβούνται και υποτάσσονται σε μένα, να αποκαλέσω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου βδελύγμα της ερημώσεως και εσκοτισμένη απάτη και αρχαίο κακό;

  Όχι, γέροντα! Όχι, όσο εξουσιάζω τους αμαρτωλούς, να γίνω εγώ δούλος αχρείος, ταπεινός και ευτελής με την μετάνοια! Όχι, γέροντα! Όχι, γέροντα! Όχι, μη γένοιτο να καταντήσω εγώ σε τέτοια ατιμία!

  Αυτά είπε το ακάθαρτο πνεύμα και εξαφανίστηκε αλαλάζοντας. Ο γέροντας τότε σηκώθηκε να προσευχηθή ευχαριστώντας τον Θεό και λέγοντας:

  — Αλήθεια είπες, Κύριε, ότι αρχαίο κακό καινούργιο καλό δεν γίνεται.

Αυτά, αγαπητοί μου, τα διηγήθηκα για να πληροφορηθήτε το μέγεθος της αγαθότητος του Δεσπότου Χριστού· ότι δηλ. ακόμη και τον διάβολο δέχεται σε μετάνοια, πόσο μάλλον εμάς τους αμαρτωλούς, που για χάρι μας έχυσε το ίδιο Του το αίμα.

Σχιζοφρένεια - Τι πρέπει να γνωρίζει η οικογένεια



  Ο ρόλος της οικογένειας μπορεί να γίνει πολύ βοηθητικός στην πορεία της νόσου και να συντελέσει σημαντικά στις καλές συνθήκες διαβίωσης του ασθενούς ενώ στην αντίθετη περίπτωση μπορεί να γίνει επιβαρυντικός, εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση που αισθάνεται ο ασθενής και ενισχύοντας την κοινωνική του απομόνωση.


  Στη σχιζοφρένεια, ο ρόλος του οικείου περιβάλλοντος και της οικογένειας είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς οι ασθενείς συχνά δεν έχουν συνείδηση της ασθένειάς τους, δε σκέφτονται να συμβουλευτούν τους ειδικούς ή και εγκαταλείπουν τη φαρμακευτική αγωγή που τους έχει δοθεί.

 Ο ρόλος της οικογένειας μπορεί να γίνει πολύ βοηθητικός στην πορεία της νόσου και να συντελέσει σημαντικά στις καλές συνθήκες διαβίωσης του ασθενούς ενώ στην αντίθετη περίπτωση μπορεί να γίνει επιβαρυντικός, εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση που αισθάνεται ο ασθενής και ενισχύοντας την κοινωνική του απομόνωση.

  Εάν έχετε ένα συγγενή ή φίλο που έχει διαγνωσθεί ότι πάσχει από σχιζοφρένεια μπορείτε να παίξετε πολύ σημαντικό ρόλο εάν του παρέχετε υποστήριξη και τον βοηθάτε να λάβει την κατάλληλη φροντίδα. Ως συγγενής ή φίλος, είναι πρωτίστης σημασίας να κατανοήσετε καλά την ασθένεια.

  Κατανόηση και αποδοχή

    • Χρειάζεται πολύς χρόνος, υποστήριξη και ενημέρωση για να αποδεχτεί κανείς ότι ένα συγγενικό-αγαπημένο του πρόσωπο πάσχει απο μια σοβαρή ασθένεια ψυχικής φύσεως που μπορεί να μην του επιτρέψει να ολοκληρώσει τα όνειρα του.

 Συχνά οι συγγενείς νιώθουν φοβισμένοι, απελπισμένοι, μπερδεμένοι ακόμα και θυμωμένοι. Ως αποφυγή αυτού μπορεί η οικογένεια να βρίσκεται σε άρνηση ή σε υποτίμηση του προβλήματος της νόσου.

  Μη ξεχνάτε το κουράγιο που απαιτείται απο το άτομο για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που συνοδεύουν την ασθένεια.

  Όπως και με την αποδοχή της σωματικής ασθένειας, είναι απαραίτητο για τα μέλη να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα και να συνειδητοποιήσουν τους περιορισμούς που θέτει η αρρώστια, χωρίς να ασκούν περαιτέρω πίεση στον ίδιο τον ασθενή.

  • Η κατανόηση της ασθένειας και των περιορισμών που αυτή επιβάλει επιτρέπει στον πάσχοντα να αισθανθεί μεγαλύτερη αποδοχή απο το περιβάλλον του και οι όποιες βελτιώσεις ή επιτυχίες μπορούν να φέρουν μεγάλη ικανοποίηση και αισιοδοξία, αποφεύγοντας έτσι απογοητεύσεις που προκύπτουν από μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή στόχους.

  • Είναι σημαντικό να δείξετε με τη στάση σας ότι υπάρχει ελπίδα η διαταραχή να αντιμετωπιστεί και η ζωή τους να είναι ικανοποιητική.




via [full_width]

Πνευματική σχιζοφρένεια - Εκούσια και ακούσια



  Η σχιζοφρένεια, κατά το λεξικό, είναι «κατηγορία ψυχωτικών διαταραχών με κύρια συμπτώματα τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα »[1].

  Χρησιμοποιώντας τον όρο «πνευματική σχιζοφρένεια», δηλώνουμε την αυταπάτη και την ψευδαίσθηση μιας πνευματικής ζωής. Ο άνθρωπος, δηλαδή, πιστεύει ότι είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι.

 Πιστεύει π.χ. ότι είναι ταπεινός, έχει την αγάπη του Χριστού, θυσιάζεται για τους άλλους, υπομένει στις δοκιμασίες. Όταν όμως συμβεί, μέσα από τα γεγονότα της ζωής, ν’αποδείξει στην πράξη αυτό που πιστεύει ότι έχει, φαίνεται η πραγματικότητα.

  Στις περιπτώσεις αυτές αποκαλύπτεται η πνευματική του κατάσταση που είναι, όντως, μια οδυνηρή ώρα. Οπότε, ή την σκεπάζει μέσα του, για να μην περάσει τον πόνο, ή την αποδέχεται και περνά στη μετάνοια, δηλαδή την αλλαγή, την προσπάθεια ν’ αλλάξει.

  Την αποκάλυψη της πραγματικής μας πνευματικής κατάστασης την κάνουν οι περιστάσεις της ζωής, οι γύρω μας με τις αναπηρίες και τα εξογκώματα του εαυτού τους, αλλά, πιο συγκεκριμένα, μπορεί να την κάνει ο πνευματικός μας ιατρός, ο πνευματικός μας πατέρας, στο σημείο, βέβαια, που τον εμπιστευόμαστε, τον υπακούομε και θέλουμε τη θεραπεία μας.

 Τότε το άγιο Πνεύμα, ένεκα της δικής μας επιθυμίας του «ακούσαι λόγον Κυρίου», θα τον φωτίσει να μας πει τα αναγκαία για μας.

  Υπάρχει και μια άλλη «πνευματική σχιζοφρένεια», όχι σκόπιμα και με τη θέλησή μας, όπως περιγράφεται πιο πάνω, αλλά ένεκα της αδυναμίας μας ν’ απαλλαγούμε από τον κακό εαυτό μας, που κουβαλούμε ως «τέκνα του πρώτου Αδάμ».

 Είναι η κατάσταση που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτό του, που εκφράζει λίγο – πολύ όλους.

  Γράφει: 

  «Δεν ξέρω ουσιαστικά τι κάνω· δεν κάνω αυτό που θα’ θελα να κάνω, αλλά αντίθετα, ό,τι θα’ θελα να αποφύγω»
 (Ρωμ. 7,15).

 Και καταλήγει:

  «η πείρα δείχνει ότι, ενώ θέλω να κάνω το καλό, οι πράξεις μου δείχνουν πως κάνω το κακό.

 Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού.

  Διαπιστώνω όμως πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται το νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου: είναι ο νόμος της αμαρτίας που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτό της.

 Τι δυστυχισμένος, αληθινά που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από την ύπαρξη αυτή, που έχει υποταχτεί στο θάνατο;

 Ας ευχαριστήσουμε το Θεό που το έκανε αυτό, με το σωτήριο έργο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

  Άρα, λοιπόν, εγώ ο ίδιος, ενώ συμφωνώ θεωρητικά με το νόμο του Θεού, στην πράξη είμαι υποταγμένος στο νόμο της αμαρτίας». 
(Ρωμ. 7, 21-25)

  Η ελπίδα μας βρίσκεται όχι στον εαυτό μας, που εκούσια ή ακούσια ζει την «πνευματική του σχιζοφρένεια», αλλά στο Χριστό που νίκησε, με τη ζωή και το θάνατό του, κάθε μορφή θανάτου και μας έδωσε πρότυπο ζωής τον εαυτό Του.

 Αυτό, όμως, δεν μαθαίνεται θεωρητικάαλλά στην πράξη με την προσπάθεια που κάνουμε να ενωθούμε μαζί Του μέσα από την τήρηση των εντολών Του και τη συμμετοχή μας στα μυστήρια.

 Τότε, αρχίζει ν’ ανατέλλει η ζωή Του μέσα μας, να ισορροπούμε, να χαιρόμαστε τον εαυτό μας και τους γύρω μας, να γινόμαστε φυσιολογικοί, δηλαδή αληθινοί άνθρωποι – εικόνες Θεού, όπως είναι οι άγιοι.




  Χρησιμοποιώ τον όρο «πνευματική σχιζοφρένεια», για να επισημάνω τις καταστάσεις εκείνες των «ανθρώπων της Εκκλησίας» που ζουν στον κόσμο τους κι έχουν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.

 Αυτό φαίνεται:

   όταν πιστεύουμε ότι έχουμε χαρίσματα που δεν έχουμε

  όταν νομίζουμε πως ζούμε σε μια ζούγκλα ανθρώπων που θέλουν να μας κάνουν κακό, επειδή πιστεύουμε

  όταν θεωρούμε όλους τους ανθρώπους ότι είναι «αγγελικά πλασμένοι», τέλειοι και άγιοι, γι’ αυτό και τους εμπιστευόμαστε κι ακόμα,

 όταν άλλα πιστεύουμε, άλλα κάμνουμε στην καθημερινότητα κι άλλα διδάσκουμε στους άλλους.

  Ρίχνοντας μια ματιά στους βίους των αγίων ή στα διάφορα Γεροντικά, άνετα διαπιστώνουμε την κατάθεση της πραγματικότητας,

  που συνίσταται:

 στην ανθρώπινη αδυναμία, που οδηγεί σε ποικίλες πτώσεις, απογοητεύσεις, πνευματικές οκνηρίες,

 όπως και στην ανθρώπινη επιθυμία να ζήσουν τη ζωή του Θεού που οδηγεί στον αγώνα, στην προσευχή, στην άσκηση, στη νηστεία, στην προσπάθεια να εφαρμόσουν τις ευαγγελικές αρετές.

  Όπως η γνώση των πραγματικών διαστάσεων μιας ασθένειας, κι όχι η απόκρυψή τους, οδηγεί στη θεραπευτική αγωγή που φέρνει την υγεία, έτσι και η γνώση της πραγματικότητας του εαυτού μας κι όχι η ψευδαίσθηση, οδηγεί στην πνευματική θεραπεία, που είναι η αγιότητα, η φυσιολογική ζωή της ύπαρξής μας.

  Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να γίνει γιατρός του εαυτού του. Αυτός που όντως επιθυμεί να φτάσει στην αγιότητα, όχι ως υπερφυσικό γεγονός αλλά ως την κατά φύση κατάσταση, βρίσκει πνευματικό ιατρό που τον εμπιστεύεται, τον υπακούει και τον αγαπά.

 Κι αυτός, εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα, που «τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί», καθοδηγεί χωρίς να κατευθύνει, δείχνει το δρόμο χωρίς να επιβάλλει, θεραπεύει χωρίς να σκοτώνει την ελευθερία του προσώπου.

  Δεν είναι παράξενο αν «ο κόσμος τρελάθηκε», αν δεν βρίσκουμε ανθρώπους «του αυτού πνεύματος», για να συνεννοηθούμε, αν οι σημερινοί άνθρωποι ζουν σχιζοφρενικά – αποδιοργανωμένοι και συγχυσμένοι.

 Το παράξενο και συγχρόνως το τραγικό, είναι οι «άνθρωποι του Χριστού» να έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά.

   Όμως, ο Χριστός που «παραλαμβάνει λύκους και τους κάνει αρνάκια», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, μπορεί να μεταποιήσει τη σχιζοφρένεια σε ισορροπημένη ζωή, τον αποδιοργανωμένο και συγχυσμένο σε άνθρωπο που ξέρει τι θέλει και πού βαδίζει, το νευρικό και κομπλεξικό σε ήρεμο και χαρισματούχο.

 Κι όλ’ αυτά τα ωραία και τα σημαντικά, έγιναν πραγματικότητα σε όσους θέλαν, σε όσους εμπιστευτήκαν, σε όσους ζήσαν απλά και ειλικρινά την εμπειρία που στηρίζεται στην Ευαγγελική και Πατερική διδασκαλία.

  Η λέξη σχιζοφρένεια, παρμένη από την Ψυχιατρική, δηλώνει ψυχωτικές διαταραχές «με κύρια συμπτώματα τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, καθώς και την αποδιοργάνωση της σκέψης, της ομιλίας και γενικότερα της προσωπικότητας»[1].

[1]Ακαδημία Αθηνών, 
Χριστικό λεξικό της 
Νεοελληνικής γλώσσας, 
Αθήνα 2014.

Η χειρότερη διαστροφή είναι η αγνότητα




   Διαστροφή :    
 
  1. Η αλλοίωση ενός πράγματος από την αρχική του πορεία, νόημα ή κατάσταση σε παραμόρφωση ή παραφθορά αυτού που προοριζόταν αρχικά.

  2. Σεξουαλική συμπεριφορά ή επιθυμία που θεωρείται μη φυσιολογική ή απαράδεκτη.





  Αγνότητα:

  Η πιο αφύσικη από όλες τις σεξουαλικές διαστροφές.
Aldous Huxley


  Ο Θεός έδωσε στον άνδρα και την γυναίκα την χαρά και την απόλαυση τής σεξουαλικής σχέσης εντός του δεσμού τού γάμου, και η Αγία Γραφή είναι ξεκάθαρη αναφορικά με το πόσο σημαντικό είναι να διατηρήσουν την σεξουαλική τους αγνότητα μεταξύ των ως συζύγων εντός του πλαισίου αυτής της ένωσης (Εφεσίους 5:31).

 Οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς το πόσο ευχάριστο είναι αυτό το δώρο τού Θεού αλλά το έχουμε επεκτείνει πέραν του γάμου και ουσιαστικά σε κάθε κατάσταση.

 Η φιλοσοφία τών ανθρώπων τού κόσμου που λέει, «αν σ’ ευχαριστεί, κάνε το», διαποτίζει τις κουλτούρες, ιδιαιτέρως στην Δύση, ως το σημείο που η σεξουαλική αγνότητα αντιμετωπίζεται ως ξεπερασμένη και αχρείαστη.


  Ωστόσο, δες τι λέει ο Θεός για την σεξουαλική αγνότητα. 

  «Επειδή, τούτο είναι το θέλημα τού Θεού, ο αγιασμός σας, να απέχετε από την πορνεία· να ξέρει κάθε ένας από σας να κρατάει το δικό του σκεύος σε αγιασμό και τιμή· όχι σε πάθος επιθυμίας, όπως και τα έθνη, αυτά που δεν γνωρίζουν τον Θεό… Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν μας κάλεσε σε ακαθαρσία, αλλά σε αγιασμό.» (Α΄ Θεσσαλονικείς 4:3-5, 7). 

  Η περικοπή αυτή σκιαγραφεί τους λόγους για τους οποίους ο Θεός καλεί τα παιδιά Του να ζουν την σεξουαλική αγνότητα.

  Πρώτον, είμαστε «αγιασμένοι» και γι’ αυτόν τον λόγο οφείλουμε ν’ αποφεύγουμε την σεξουαλική ανηθικότητα. 

  Η λέξη «αγιασμένος» σημαίνει «εξαγνισμένος, αφιερωμένος [στον Θεό]». Ως χριστιανοί καλούμαστε να ζούμε μια εξαγνισμένη ζωή διότι μας αγίασε ανταλλάσσοντας την αμαρτία μας με την δικαιοσύνη τού Χριστού πάνω στον σταυρό και μας κατέστησε τελείως καινούρια δημιουργήματα εν Χριστώ (Β΄ Κορινθίους 5:17-21). 

  Η παλιά μας φύση, με όλη την ανηθικότητά μας, σεξουαλική και άλλη, έχει πεθάνει, και τώρα την ζωή που ζούμε, την βιώνουμε με πίστη σ’ Αυτόν που πέθανε για μας (Γαλάτας 2:20).

 Αν συνεχίσουμε να ζούμε σε σεξουαλική ακαθαρσία (πορνεία) δείχνουμε ότι αρνούμαστε την αλήθεια αυτήν, και κάνοντάς το, δημιουργούμε εύλογο προβληματισμό κατά πόσον έχουμε αληθώς αναγεννηθεί.

  Ο αγιασμός –η διαδικασία δια της οποίας γινόμαστε όλο και περισσότερο όμοιοι με τον Χριστό- αποτελεί μια ουσιαστική μαρτυρία ότι η σωτηρία μας είναι πραγματική.

 Βλέπουμε επίσης στην Α΄ Θεσσαλονικείς 4:3-5 την αναγκαιότητα ελέγχου τού σώματός μας. Όταν ενδίδουμε στην σεξουαλική ανηθικότητα, δίνουμε μαρτυρία ότι το Αγιο Πνεύμα δεν μας γεμίζει διότι δεν κατέχουμε ένα από τα στοιχεία τού καρπού τού Πνεύματος — την εγκράτεια.

 Ολοι οι πιστοί εκδηλώνουν τον καρπό τού Πνεύματος (Γαλάτας 5:22-23) σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κι αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον επιτρέπουμε στο Πνεύμα να μας ελέγχει.




 Η ανεξέλεγκτη «παθιασμένη επιθυμία» είναι έργο τής σάρκας (Γαλάτας 5:19), όχι του Πνεύματος.

 Ετσι, ο έλεγχος τών έντονων επιθυμιών μας και η αγνή σεξουαλική ζωή είναι βασικά πράγματα στον καθέναν που ομολογεί πως γνωρίζει τον Χριστό. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τιμάμε τον Θεό με το σώμα μας (Α΄ Κορινθίους 6:18-20).

  Γνωρίζουμε ότι οι κανόνες τού Θεού και η πειθαρχία Του αντανακλούν την αγάπη Του προς εμάς. Ακολουθώντας τα λόγια Του βοηθούμαστε ενόσω ζούμε εδώ στην γη. 

  Διατηρούμενοι σεξουαλικά αγνοί πριν τον γάμο, αποφεύγουμε συναισθηματικά μπλεξίματα που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά μελλοντικές σχέσεις και γάμους.  


  Διατηρώντας, περαιτέρω, το συζυγικό κρεβάτι αγνό (Εβραίους 13:4), μπορούμε να βιώσουμε ανεπιφύλακτη αγάπη για τον σύντροφό μας, την οποία ξεπερνάει μόνον η πελώρια αγάπη τού Θεού για μας.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι: Είναι και φαίνονται



       1. Παραπονιούνται συνεχώς

     Όσα καλά κι αν συμβούν μέσα στην ημέρα του, το μυαλό του δεν θα φύγει από το παράπονο, με αποτέλεσμα να γίνεται κουραστικός και ενοχλητικός. Ακόμα κι αν τα πράγματα έρθουν, όπως ακριβώς είχε ονειρευτεί, πάλι θα παραπονεθεί.


  2. Συγκρίνουν συνεχώς τις ζωές τους με άλλων

  Το να μπαίνεις στη διαδικασία να συγκρίνεις τη ζωή σου με τη ζωή κάποιου άλλου δείχνει ανασφάλεια και κόμπλεξ. Είναι σημαντικό να είμαστε ευγνώμονες για όσα έχουμε καταφέρει στη ζωή μας, διότι μόνο έτσι δεν στερούμαστε την ευτυχία μας.


    3. Βλέπουν μόνο την αρνητική πλευρά

 Κοιτάζουν πάντα στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων λες και ποτέ δε συνέβη τίποτα θετικό στη ζωή τους. Ό,τι κι αν συμβεί, το μυαλό θα τρέξει στο χειρότερο, δημιουργώντας άγχος, φόβο και πανικό.


  4. Κατηγορούν τους άλλους για τα προβλήματά τους

    Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι θεωρούν πως πάντα κάποιος άλλος φταίει για όσα τους συμβαίνουν. Δεν παίρνουν ποτέ τη ζωή τους στα χέρια τους, παραμένοντας σε αδράνεια. Θεωρούν πως για τα αρνητικά που έρχονται στην πορεία τους, ευθύνονται πάντα άλλοι και ποτέ οι ίδιοι.


  5. Είναι επικριτικοί

  Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι κρίνουν συνεχώς τους άλλους όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, όντες πολύ αυστηροί και κακοπροαίρετοι. Αυτή η τάση τους προέρχεται από την ανασφάλεια που νιώθουν οι ίδιοι και από την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον εαυτό τους. Επικρίνουν τους άλλους για να αποδείξουν ότι είναι ανώτεροι και καλύτεροι.


  6. Είναι μοιρολάτρες

  Ενώ οι ευτυχισμένοι άνθρωποι πάντα ακολουθούν και ολοκληρώνουν τις επιθυμίες τους, αντιθέτως οι δυστυχισμένοι εγκαταλείπουν τα όνειρα, τις επιθυμίες αλλά και τον εαυτό τους. Σκέφτονται αρνητικά και νιώθουν ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν θετικά ούτε τη ζωή τους ούτε τον κόσμο.


  7. Έχουν ένα αρνητικό ανταγωνισμό

  Οι σωστοί άνθρωποι αντλούν χαρά από την επικοινωνία και τη συνεργασία με τους συνανθρώπους τους. Εκείνοι που είναι δυστυχισμένοι όμως δεν το συνειδητοποιούν αυτό και παρασύρονται στον ανταγωνισμό προσπαθώντας να ξεπεράσουν τους άλλους με σκοπό να αισθάνονται οι ίδιοι καλύτερα. Το μόνο που επιτυγχάνουν όμως είναι μια μίζερη και αγχώδη ζωή, αφού δεν συμμετέχουν σε έναν θετικό ανταγωνισμό ακολουθώντας έτσι μια ευτυχισμένη πορεία στη ζωή τους.

Θεωρία Θεού



  «Και τότε ωσάν αρπαχθή ο νους του άνθρώπου από εκείνο το θεϊκόν φως και φωτισθή φωτισμόν θεϊκής γνώσεως, γίνεται η καρδία του γαληνή και πραοτάτη και αναβρύει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την χαράν, την ειρήνην, την μακροθυμίαν, την καλωσύνην, την συμπάθειαν, την αγάπην, την ταπείνωσιν και τα λοιπά»


   ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ



  Κατά τον μέγα Φωστήρα της Εκκλησίας, άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, υπάρχουν τριών ειδών θεολογίες:

  α) Η ασφαλής και μυστική των θεοπτών θεολόγων, οι οποίοι ομιλούν εκ προσωπικής εμπειρίας και κοινωνίας με τον Ζώντα Θεό.

 β) Η φιλόσοφος θεολογία των μη εχόντων προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά εν ταπεινώσει δεχομένων τις εμπειρίες και θεοπτίες των Άγιων και θεολογούντων συμφώνως προς αυτές. Η θεολογία αυτή χρησιμοποιεί την αποδεικτική μέθοδο, αυτήν δηλαδή που αποδεικνύει τις θεολογικές θέσεις με συλλογισμούς βάσει της Αποκαλύψεως και των καταγεγραμμένων εμπειριών των Αγίων, και

 γ) Η καινή θεολογία των θρασέων θεολόγων, οι οποίοι απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων και θεολογούν διαλεκτικώς κατά τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές. Εκπρόσωπος της διαλεκτικής θεολογίας ήταν στους χρόνους του Αγίου Παλαμά ο δυτικός μοναχός Βαρλαάμ.

  Την αποδεικτική μέθοδο ηκολούθησαν και οι Αγιορείται Πατέρες οι συντάξαντες τον Αγιορειτικό Τόμο το έτος 1340, οι οποίοι καταλήγουν: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν. ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας»1.

  Είναι χαρακτηριστικός και ο τρόπος που υπέγραφε ο επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Ιάκωβος: «Ο ταπεινός Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, ταις αγιορειτικαίς και πατρικαίς ανατεθραμμένος παραδόσεσι, και μαρτυρών, ότι δια των ενταύθα υπογραφάντων λογάδων, άπαν το Άγιον Όρος συμφωνούντες υπέγραψαν, και αυτός συμφωνών και επισφραγίζων, υπέγραψα. Και τούτο μετά πάντων προσγράφων. ότι τον μη συμφωνούντα τοις αγίοις καθώς και ημείς και οι μικρό προ ημών Πατέρες ημών, ημείς την αυτού κοινωνίαν ου παραδεξόμεθα»2.


 Στην ταπεινή μου εισήγησι θα ακολουθήσω την αποδεικτική μέθοδο.


  Α΄. Το Άκτιστον Φως, Φως της Θεότητος

 Στους αγίους μοναχούς οφείλεται ο πλούτος της εμπειρίας και της θεολογίας του Ακτίστου Φωτός. Γι' αυτό και θα δώσω τον λόγο σε αγίους μοναχούς, παλαιούς και νέους, οι οποίοι θα διαπραγματευτούν την περί Ακτίστου Φωτός πίστι της Εκκλησίας. Έτσι θα διαπιστωθή ότι στον χώρο του Ορθοδόξου Μοναχισμού εβιώθη η εμπειρία του Ακτίστου Φωτός και διετυπώθη η περί αυτού θεολογία.

  Ο Θεός είναι Φως, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: «Και αυτή εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν απ' αυτού και αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία» (Α΄ Ιω. α΄ 5).

  Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το εν λόγο χωρίον γράφει: «Φως λοιπόν είναι ο Θεός και φως αληθινόν, με την λαμπρότητα του όποίου συγκρινόμενος ο ήλιος και όλα τα κτιστά φώτα, ευρίσκονται φώτα ψευδή. Φως είναι ο Θεός, κατά τον Αρεοπαγίτην Διονύσιον, διότι γεμίζει από κάθε νοητόν φως κάθε υπερουράνιον νουν, και διότι διώκει κάθε αγνωσίαν και πλάνην από τας ψυχάς εκείνας, εις τας οποίας λάμπει τας ακτίνας του και μεταδίδει εις αυτάς φως ιερόν (κεφ. δ' Περί θείων ονομάτων). Φως είναι ο Θεός νοερόν, κατά τον Θεοφύλακτον και Οικουμένιον, διατί κινεί τους οφθαλμούς της ψυχής εις το να θεωρήσουν, και διατί αποστρέφει τα ομμάτια του νοός από ταύτα όλα τα υλικά και τραβίζει την όρεξιν και επιθυμίαν του άνθρώπου, εις το να αγαπά μόνον τον Θεόν με ένα ερωτικόν πάθος»3.

  Στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «Φως εκ Φωτός». Σε πολλά άλλα σημεία της θείας Λατρείας χαρακτηρίζουμε τον Τριαδικό Θεό ως Φως.

  Άραγε στις περιπτώσεις αυτές το φως νοείται εν ηθική έννοια η εν οντολογική; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαντά ότι «κατ' ουσίαν αληθώς φως υπάρχων ο Θεός» και «φύσει φως ο Θεός» και «ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν και το αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές»4 .

  Ο «υπερφαής και αρχίφωτος Θεός»5, κατά τον άγιο Γρηγόριo τον Παλαμά, έπλασε τις λoγικές φύσεις, αγγέλους και ανθρώπους, δεκτικές του θείου φωτός και ικανές να βλέπουν το θείον φως, αφού «φως είναι την του Θεού τελειωτάτην θέαν»6.

  Οι θείοι άγγελοι, όσο δεν εξέπεσαν, έχουν πλέον συνεχή την κοινωνία με το Tρισήλιο Φως, που είναι και «η των πνευμάτων τροφή, των τε αγγέλων και των δικαίων»7.

  Ο Αδάμ προ της παρακοής μετείχε της θείας ελλάμψεως και λαμπρότητος. Αυτήν φορούσε «ως στολήν δόξης». Έτσι δεν ήταν γυμνός «ουδ' ασχήμων υπήρχεν ότι γυμνός», αλλ' αντιθέτως ήταν πολύ λαμπρότερος αυτών που φορούν τα στολισμένα με πολύ χρυσό και πολύτιμους λίθους διαδήματα8.

  Ακολουθεί όμως η παράβασις και ο χωρισμός από τον Θεό, που είναι ο χωρισμός από την Ζωή και το Φως του Θεού. Τώρα η ανθρωπίνη φύσις είναι γυμνή και άσχημη. Κάλυμμα σκότους έχει επιβληθεί στην ψυχή. Οι πρωτόπλαστοι αισθάνονται την γύμνωσί τους και εντρέπονται.

  Την έλλαμψι του θείου Φωτός "προϋπέγραφε" ο Θεός στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης και μάλιστα κατά την τεσσαρακονταετή πορεία του Ισραήλ στην έρημο10.

  Αναφέρονται συχνά οι Πατέρες στον Μωϋσή, ο οποίος, όταν συνωμίλησε με τον Θεό τεσσαράκοντα ήμέρες και νύκτες και εδέχθη τις δεύτερες πλάκες του Δεκαλόγου, «τόσην πολλήν δόξαν έλαβε εκ της θείας συνομιλίας το πρόσωπον αυτού, ώστε δεν εδύναντο οι Υιοί Ισραήλ να ιδούσιν αυτό. όθεν ηναγκάσθη να βάλλη κάλυμμα εις το πρόσωπόν του, και να εγκλείση τρόπον τινά την πολλήν λαμπρότητα και δόξαν την έξω χυνομένην, και ούτως εδυνήθησαν και είδον αυτόν οι Ισραηλίται. "Και είδον, φησίν, οι Υιοί Ισραήλ το πρόσωπον Μωϋσέως ότι δεδόξασται. και περιέθηκε Μωϋσής κάλυμμα επί το πρόσωπο αυτού" (Έξ. λδ΄ 35)»11.

  Κατά τους αγίους Πατέρας, η δόξα και λαμπρότης του Μωϋσέως εν σχέσει προς την δόξαν του μεταμορφωθέντος Χριστού δεν είναι απλώς ολιγωτέρα αλλά πέρα πάσης συγκρίσεως.

  Κατά τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο: «Έδειξεν ο Χριστός ότι εξ όλου του σώματος έβρυεν η δόξα της Θεότητος αυτού, και εξ όλων των μελών έλαμπε το φως αυτού. ου γαρ ως Μωσής έξωθεν η σαρξ αυτού έλαμψεν εν ευπρεπεία, αλλ' εξ αυτού έβρυεν η δόξα της Θεότητος αυτού»12.

  Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «οράτε ότι και Μωϋσής μετεμορφώθη αναβάς εις το Όρος, και ούτως είδε την δόξαν Κυρίου; αλλ' έπαθε την μεταμόρφωσιν, ουκ ενήργησε, κατά τον λέγοντα (ήτοι τον Θεολόγον Γρηγόριον). εις τούτο με φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος της αληθείας, λαμπρότητα Θεού ιδείν και παθείν. ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οίκοθεν είχε την λαμπρότητα εκείνην»13.

  Επιλέγει δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Λέγων δε ο άγιος ότι ο Μωϋσής έπαθε την μεταμόρφωσιν και ουκ ενήργησε, δηλοί ότι έξωθεν εκ του φωτός του προσώπου Κυρίου μετεμορφώθη: ήτοι ενηλλάγη κατά ψυχήν και σώμα. και ο μεν Μωϋσής δια του γνόφον εφωτίσθη, ο δε Χριστός και αυτόν τον γνόφον φωτίζει, επειδή και φωτεινήν έδειξεν εν τω Όρει Θαβώρ την γνοφώδη νεφέλην. και ο συνομιλών με τον Θεόν, από εκεί έλαβε το φως. ο δε Χριστός μίαν μικράν φλέβα ανοίξας της κατά φύσιν πηγαίας φωτοχυσίας του, το Θαβώριον όλον εφαίδρυνε, και τους δύο Προφήτας και τους τρεις Αποστόλους ελάμπρυνε»14.

  Την γυμνή από το θείο Φως ανθρωπίνη φύσι ελέησε ο Χριστός προσλαβών αυτήν και ενώσας με την θεία του φύσι στην υπόσταση του Θεού Λόγου.

  Κατά την θεία Μεταμόρφωσι στο Θαβώρ απεκαλύφθη ότι ο Κύριος ενέδυσε πάλι την ανθρωπίνη φύσι με το ένδυμα του θείου Φωτός και της θείας δόξης και την εθέωσε.

  Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος τροπάριον του α΄ Κανόνος (του άγιου Κοσμά Μαϊουμά) της εορτής της Μεταμορφώσεως γράφει: «Αστράφας λοιπόν ο Χριστός επάνω εις το Θαβώριον Όρος με δόξαν απρόσιτον της Θεότητος, ελάμπρυνε μεν την Κτίσιν, μόνους δε τους ανθρώπους εθέωσε. γαρ η φύσις δεκτική εστί της Θεώσεως. Όθεν οι άνθρωποι δια μέσου του θεωθέντος προσλήμματος του Κυρίου εθεώθησαν κατά χάριν, κατά το "Έγώ είπα. θεοί εστέ και υιοί υψίστου πάντες"(Ψαλμ. πα΄ 6)»15.

  Εις άλλο σημείο διευκρινίζει: «Σημείωσαι δε, ότι οι Μαθηταί είδον εις το Όρος το άκτιστον φως της του Κυρίου Θεότητος όχι μόνον με τον νουν, όστις είναι οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με τους αισθητούς οφθαλμούς του σώματος. Αλλά πως είδον αυτό; μένοντες εν τη φυσική δυνάμει αυτών; όχι, αλλά αλλοιωθέντες εις το κρείττον και θειότερον, και δυναμωθέντες υπό της δυνάμεως του φωτός εκείνου. επειδή κτιστοί και αισθητοί οφθαλμοί το άκτιστον και υπέρ αίσθησιν και νουν φως χωρήσαι ου δύναται. Υπό του φωτός εκείνου λοιπόν ενισχυθέντες και δυναμωθέντες οι των Αποστόλων αισθητοί οφθαλμοί, και υπέρ τους όρους της εαυτών φύσεως γεγονότες, είδον το υπερφυές εκείνο και άκτιστον και της θείας ουσίας αχώριστον φως, κατά την κοινήν δόξαν των Ιερών Θεολόγων»16 .

  Είναι γνωστό ότι τόσο η ιερά υμνολογία της Εκκλησίας μας, όσο και οι άγιοι Πατέρες, τονίζουν ότι το λάμψαν εις το Θαβώρ Φως δεν είναι η ουσία του Θεού, ούτε κτιστόν φως, ούτε φάντασμα φωτός, αλλά το άκτιστον Φως του Θεού, άκτιστος και θεία και θεοποιός ενέργεια17.

  Το άκτιστον της θείας Χάριτος, ενεργείας, θείου φωτός, είναι προϋπόθεσις της δυνατότητος της θεώσεώς μας.

  Ο δυτικός Βαρλαάμ επολέμησε λυσσωδώς την περί θέας του Ακτίστου Φωτός εμπειρία των Αγιορειτών, διότι δεν εδέχετο την διάκρισι ουσίας και ενεργείας στον Θεό.

  Αλλά ο Αγιορείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ανέλαβε σθεναρόν άγωνα, διότι, εάν επικρατούσε η ορθολογιστική άποψις του Βαρλαάμ, ο άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να θεωθή δια κτιστής Χάριτος.

  Το Άγιον Όρος με τον Αγιορειτικό Τόμο του 1340, τον οποίο υπέγραφαν οι λογιώτεροι Αγιορείται, υιοθέτησε την διδασκαλία του αγίου Παλαμά. Ομοίως και η Εκκλησία, δια των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων των ετών 1341,1347 και 1351, ανεκήρυξε τον άγιο Γρηγόριο ως απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας και την διδασκαλία του ως διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ανεθεματίσθησαν μάλιστα οι μη δεχόμενοι την διδασκαλία αυτή και το άκτιστον της θείας Χάριτος, όπως αναφέρεται και στο "Συνοδικόν της Οpθoδoξίας".

  Στις Συνόδους αυτές συμμετείχαν και πρωταγωνίσθησαν και διακεκριμένοι μοναχοί. Ειρήσθω παρεμπιπτόντως ότι μέχρι σήμερα ο δυτικός Χριστιανισμός (Παπικοί και Προτεστάνται) δεν δέχονται το άκτιστον της θείας Χάριτος, θεωρούντες μάλλον την Χάριν κτίσμα. Αλλ' όταν η Χάρις είναι κτίσμα, δεν ημπορεί να θεώση τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι δυτικοί δεν ομιλούν περί θεώσεως αλλά μόνον περί ηθικής καλλιτερεύσεως του ανθρώπου.

  Φρονούμεν ότι η σοβαρά αυτή διαφορά θα πρέπει να προστεθή στις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας αφ' ενός και Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών αφ' έτέρου.


  Β'. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του θείου Φωτός

 Ο άνθρωπος ελλαμπόμενος από το θείο και άκτιστο Φως απολαμβάνει πολλών θείων και υπερφυών δωρεών. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του Φωτός δεν είναι μόνον ηθικές, άλλά πρωτίστως είναι οντολογικές. Η παρουσία του θείου Φωτός γίνεται πηγή υπερφυών πνευματικών χαρισμάτων.

  Το Άκτιστο Φως ονομάζεται από τους αγίους Πατέρας ενυπόστατον φως, διότι δεν γίνεται και απογίνεται, όπως τα πνευματικά νοήματα, αλλά μένει και φωτίζει μονίμως την ψυχή. Λέγει σχετικώς ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Η τοιαύτη, φησί, του Πνεύματος έλλαμψις, ουχ οίον νοημάτων μόνον αποκάλυψίς εστί και φωτισμός χάριτος, ώσπερ είρηται, αλλ' υποστατικού φωτός εν ταις ψυχαίς βεβαία και διηνεκής έλλαμψις»18 .

  Κατά τον όσιο Νικήτα τον Στηθάτο, με την παρουσία του Φωτός οι δυνάμεις της ψυχής ειρηνεύουν και η ψυχή συνάγεται από τον έξωθεν διασκορπισμό προς το θείο Φως και ενούμενη με αυτό τελειούται και καθίσταται μύστις θείων θεωριών και κατοικητήριον της ΑγίαςΤριάδος19.

  Κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, δια της ελλάμψεως του θείου Φωτός αίρεται από την ψυχή το εκ της πτώσεως του Αδάμ πνευματικό σκότος: «Φανερώς ουν δια τούτων απέδειξε, κάλυμμα σκότους επιβεβλήσθαι την ψυχή. όπερ από της του Αδάμ παραβάσεως, χώραν έσχε εις την ανθρωπότητα παραδύναι. νυνί δε από της του Πνεύματος ελλάμψεως περιαιρείσθαι τούτο πιστεύομεν εκ των πιστών και αξίων τω όντι ψυχών»20 .

  Ο άνθρωπος, κατά τον π. Σωφρόνιο, δια της μετοχής και ελλάμψεως του θείου Φωτός αξιούται «βαθείας τινός αισθήσεως του Ζώντος Θεού εν τη καpδία και τω νοΐ»21, δέχεται την «αποκάλυψιν της Θεότητος του Κυρίου Ιησού Χριστού»22 και «την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος»23, κοινωνεί με τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον24, ασκεί τις αρετές και αποκτά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος: «Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την ταπεινήν αγάπην. Αποδιώκει πάσαν αμφιβολίαν και πάντα φόβον, εγκαταλείπει μακράν εις τα οπίσω πάσας τας γήινας σχέσεις»25 , κατά δε τον αββά Φιλήμονα: «κατατρυφά του Κυρίου πνευματικήν τίνα και ακατάληπτον ευφροσύνην»26.

  Συμφώνως προς την προσωπική μαρτυρία του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη στον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, οι καρποί του Αγίου Πνεύματος, που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, αποκτώνται επίσης δι' αυτού του Φωτός: «Και τότε ωσάν αρπαχθή ο νους του άνθρώπου από εκείνο το θεϊκόν φως και φωτισθή φωτισμόν θεϊκής γνώσεως, γίνεται η καρδία του γαληνή και πραοτάτη και αναβρύει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την χαράν, την ειρήνην, την μακροθυμίαν, την καλωσύνην, την συμπάθειαν, την αγάπην, την ταπείνωσιν και τα λοιπά»27 .

  Όπως παρατηρεί και ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, μόνον δια της μετοχής του θείου Φωτός είναι δυνατή η απόκτησις της τελείας αγάπης: «Εάν γαρ μη τελείως το καθ' ομοίωσιν δια του θείου φωτός απολάβη ο νους, πάσας μεν τας άλλας αρετάς σχεδόν έχειν δύναται, της δε τελείας αγάπης έτι άμοιρος μένει»28.

  Αλλά και μόνο δι' αυτού του Φωτός αποκτώνται τα υπερφυή χαρίσματα των τελείων, λέγουν οι άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος, οι Ξανθόπουλοι: « Και αυθίς ούτως, ως εξ ηλιακού δίσκου, ανατέλλει τούτοις το ανακρίνειν, το διακρίνειν, το διοράν, το προοράν, και τα παραπλήσια. και απαξαπλώς δι' αυτού απαυγάζει τούτοις η των αδήλων μυστηρίων πάσα δηλωσίς τε και αποκάλυψις. δυνάμεώς τε υπερφυούς και θείας εν πνεύματι εμπίπλανται. και δια της τοιάσδε υπερφυούς δυνάμεως και ο χους αυτών κουφιζόμενος, ή μάλλον το βρίθον της σαρκός απολεπτυνόμενον και μετεωριζόμενον, υπερίπταται. Δια ταύτης της εν Αγίω Πνεύματι φωτιστικής δυνάμεως, έτι μετά σαρκός όντες και τίνες των Αγίων Πατέρων, ως άϋλοι και ασώματοι, ποταμούς αβάτους και θαλάττας ναυσιπόρους, ποσίν αβρόχοις διήλθον. δρόμους τε μακρούς και πολυημέρους, ακαριαίως διώδευσαν. και έτερα εξαίσια, εν ουρανώ, εν γη, εν ηλίω, εν θαλάσση, εν ερημίαις, εν πόλεσιν, εν παντί τόπω και χώρα, εν θηρίοις και ερπετοίς και απλώς εν πάση τη κτίσει και πάσι τοις στοιχείοις εξειργάσαντο και δια πάντων εδοξάσθησαν. και εν προσευχαίς δε τούτων ισταμένων και τα αυτών ευαγή και τίμια σώματα γήθεν ως υπόπτερα υπερήροντο, τω αναλωτικώ και ενθέω και αύλω πυρί, τω της χάριτος, το σωματικόν πάχος, ναι μην και το βάρος, αποτεφρούμενοι. κούφως τε αίρεσθαι ενεργούμενοι, ω του θαύματος, μεταστοιχειούμενοι και μεταχαλκευόμενοι προς το θειότερον, το θεουργώ παλάμη της ενσκηνούσης αυτοίς ισχύος και χάριτος. και μετά τέλος δε, ενίων και τα σεβάσμια σώματα το αδιάλυτον φέρουσι, προδήλως την ενοικούσαν αυτοίς και πάσι τοις βεβαιοπίστοις υπέρ φύσιν χάριν και δύναμιν πιστούμενα»29

  Εν τω Φωτί, λέγει ο π. Σωφρόνιος ακολουθών τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τους άλλους Πατέρας, γινόμεθα τρόπον τινά άναρχοι: «Ως άναρχος ενέργεια του Θεού, το Φως τούτο εισδύει εν ημίν δια της δυνάμεως αυτού και ημείς γινόμεθα άναρχοι, ουχί κατά την φύσιν ημών, αλλά κατά την δωρεάν της χάριτος: «Άναρχος ζωή μεταδίδεται εις ημάς»30.

  Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «πάντες οι Δίκαιοι εν τω αυτώ ακτίστου φωτί της Θεότητος έχουν να γνωρίσουν αλλήλους και όσους ποτέ σωματικώς δεν εγνώρισαν, κατά τον μέλλοντα αιώνα»31 .


  Γ΄. Εμπειρίες θέας Ακτίστου Φωτός

  Πολλοί μοναχοί δια μέσου των αιώνων έπαθαν την θέωσιν και αξιώθηκαν της θέας του Ακτίστου Φωτός. Ολίγοι όμως ωμίλησαν γι' αυτήν.

  Ο άγιος Σuμεών ο Νέος Θεολόγος εδέχετο συχνά την επίσκεψι του Ακτίστου Φωτός και μάλιστα κατά την τέλεσι της θείας Λειτουργίας, την οποία καθημερινώς ετελούσε: «Διατί εις αυτόν δεν έστειλεν ο Θεός Αγγέλους και Χερουβείμ δια να τον φυλάττωσιν, οίτινες είναι "πνεύματα λειτουργικά εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν", ως λέγει ο μακάριος Παύλος, αλλ' αυτό αμέσως το ίδιον ζωαρχικόν και πανάγιον Πνεύμα ο φύσει Θεός και Δεσπότης όλων ομού των Αγγέλων και των ανθρώπων έσκεπεν αυτόν και εφύλαττε δια της φωτοφόρου Χάριτός Του και πάντοτε μεν, εξαιρέτως δε και μάλιστα όταν ο άγιος ευρισκόμενος ως Ιερεύς μέσα εις το άδυτον βήμα ελειτούργει Θεώ την μυστικήν και αναίμακτον ιερουργίαν. η γαρ φωτεινή νεφέλη εκείνη, όπου τότε τον εσκέπαζε και όλον αυτόν από κάθε μέρος περιελάμβανε, καθώς αναφέρει ο βίος του, η παντοδύναμος και φωτοπάροχος χάρις του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος ήτον. Όθεν και από αυτήν τοσούτον ο Άγιος ελαμπρύνετο και ψυχή και σώματι, και νοΐ και καρδία, ώστε όπου το θείον και ιερόν του πρόσωπον ηκτινοβόλει και ήστραπτεν, ωσάν άλλος δεύτερος ήλιος. Διο κανείς δεν ηδύνατο να βλέπη αυτό ακλινώς, καθώς δεν δύναται να βλέπη ούτε τον ήλιον. Ω δόξαι! Ω μεγαλεία! Ω υπερφυή και ουράνια χαρίσματα του ιερού Συμεώνος, τα οποία βυθίζουσι κάθε νουν και κάμνουσιν άλαλον κάθε γλώσσαν!»32

  Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκ της προσωπικής του πείρας ομιλεί περί του Ακτίστου Φωτός, χωρίς όμως να αποκαλύψη ότι αυτός υπήρξε θεόπτης: «Βλέπει βεβαίως ως φως εκείνο το αγαπητότατο πράγμα που αρπάζει τον νου, τον κάνει να εξίσταται από όλα και τον στρέφει ολόκληρο μόνο σ' αυτό, είναι αποκαλυπτικό άλλ' όχι αισθητών σωμάτων, το βλέπει να μη τελειώνη ούτε προς τα κάτω ούτε προς τα άνω ούτε προς τα πλάγια, και δεν διακρίνει κάποιο τέλος του φωτός που βλέπει και τον περιλάμπει, αλλά σαν να ήταν ήλιος που είναι απειροπλάσια λαμπρότερος και μεγαλύτερος του σύμπαντος. στο μέσον δε ευρίσκεται αυτός, όντας ολόκληρος οφθαλμός. κάτι τέτοιο είναι εκείνο (η έκστασις )»33.
 
 


  Είναι χαρακτηριστικό πως ένας σύγχρονος όσιος Γέροντας, ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, διατυπώνει την εμπειρία του εκ της θέας του Ακτίστου Φωτός: «Η ενέργεια του Φωτός, περί του οποίου γράφω, επί του πνεύματος του ανθρώπου μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού: Είναι άκτιστον, ανονόμαστον, ακράτητον. είναι μυστηριώδες, άϋλον, απαραβίαστον. Απορώ. Πώς να σκεφθώ ή να ομιλήσω περί αυτού;
 
  «Το Φως τούτο είναι ως προς την φύσι αυτού υπερκόσμιον. Η κάθοδος αυτού εφ' ημάς δεν είναι άλλο τι, ει μη η φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον: αποκάλυψις ουρανίων μυστηρίων. Κατά την Μεταμόρφωσιν επί του Θαβώρ δια της δωρεάς του Φωτός τούτου εδραιώθη η Θεογνωσία. Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί του Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την Ιστορίαν του κόσμου και εγένετο "αναφαίρετος κληρονομία" δια τας επερχομένας γενεάς των πιστευόντων εις τον Χριστόν-Θεόν. Άνευ του Φωτός τούτου η γη θα παρέμενεν έξω της αληθούς Θεογνωσίας. Βάσει της προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα εις εαυτόν να ονομάση το Φως τούτο Φως αναστάσεως.

  Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος. Άνευ της ελλάμψεως του Φωτός τούτου δεν κατανοείται ορθώς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας. ο κόσμος, οι άνθρωποι, θα παρέμενον εν τω σκότει της αγνοίας. Η αφηρημένη θεολογική μόρφωσις, έτι και η πλέον εκλελεπτυσμένη, δεν σώζει, διότι παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν και δεν ανάγει όντως εις τον χώρον του θείου Είναι.»

  «Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ' ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής»34.


  Δ΄. Διάκρισις Ακτίστου Φωτός από άλλα φώτα

  Οι θεόπται Πατέρες διευκρινίζουν ότι κάθε ορώμενον φως δεν είναι Άκτιστον Φως. Υπάρχουν και άλλα φώτα, που δεν πρέπει να συγχέωνται με αυτό. Υπάρχει το φως του νοός35 και το δαιμονικόν φως.

  Για τα φώτα αυτά γράφει ο π. Σωφρόνιος: «Επειράσθην ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των εναντίων πνευμάτων. Αλλ' ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον Φως. Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω οποίο εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας, επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας»36.

  Οι άγιοι Ιγνάτιος και Κάλλιστος Ξανθόπουλοι διασώζουν την περιγραφήν του δαιμονικού φωτός, όπως την διετύπωσε ο όσιος Παύλος ο εν τω Λάτρω: «Το μεν της αντικειμένης δυνάμεως φως, πυροειδές εστί και καπνώδες και του αισθητού πυρός όμοιον. και επειδάν αυτό μετριοπαθής και κεκαθαρμένη ψυχή θεάσηται, αηδώς έχει προς αυτό και βδελύττεται. το δε του αγαθού αγαθόν, χαριέστατόν τε εστί και ακραιφνές, και προσβαλόν αγιάζει, φωτός τε και χαράς και ιλαρότητος πληροί την ψυχήν και ηπίαν αυτήν ,και φιλάνθρωπον απεργάζεται»37.

  Η διάκρισις των φώτων είναι ιδιαιτέρως αναγκαία σήμερα που διάφορες "πνευματικότητες", ανατολικής κυρίως προελεύσεως, επαγγέλλονται εμπειρίες υπέρλογες που, εάν δεν είναι δαιμονικές, είναι του νοός, αποτέλεσμα ανθρωποκεντρικών ασκήσεων.





 Ο βασανιζόμενος μέσα στην ορθολογιστική και αιτιοκρατική φυλακή σύγχρονος άνθρωπος, αγνοών ή και μη θέλων λόγω αυταρκείας να γνωρίση το Άκτιστο Φως του Χριστού, καταλήγει σ' αυτές για να βρη κάποια διέξοδο στο πνευματικό του αδιέξοδο.

  Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι στις ανατολικές πνευματικότητες ο άνθρωπος κάνει διάλογο με τον εαυτό του. Στην Ορθόδοξο άσκησι αντίθετα ο άνθρωπος εισέρχεται στον έσω άνθρωπο, για να συναντήση, διαλεχθή και ενωθή με τον Θεό.


  Ε'. Προϋποθέσεις της θέας του Ακτίστου Φωτός.

  Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η κάθαρσις από τα πάθη επιτρέπει, «ίνα γαληνιώσης της ημών ψυχής και δι' ουδενός πάθους ταρασσομένης, οίον εν κατόπτρο τινί καθαρά γένηται και ανεπισκότητος η έλλαμψις του Θεού»38. και «ούτε γαρ κατόπτρω ρυπώντι δυνατόν των εικόνων δέξασθαι τας εμφάσεις, ούτε ψυχήν ταις βιοτικαίς προειλημμένην μερίμναις και τοις εκ του φρονήματος της σαρκός επισκοτουμένην πάθεσι δυνατόν υποδέξασθαι του Αγίου Πνεύματος τας ελλάμψεις»39.

  Κατά τον άγιον Ισαάκ: «Ου δύναται άνθρωπος θεάσασθαι το κάλλος το όν ένδοθεν αυτού, πριν η ατιμάση και βδελύξηται παν κάλλος έξωθεν αυτού» και «Ο σωφρονών, και ταπεινοφρονών, και βδελυττόμενος την παρρησίαν, και τον θυμόν εκ της καρδίας απωσάμενος, εγώ πιστεύω, ότι όταν αναστή εν τη προσευχή, καθορά εν τη ψυχή αυτού το φως του αγίου πνεύματος, και σκιρτά εν ταις λαμπηδόσιν αυτού της ελλάμψεως του φωτός, και ευφραίνεται εν τη θεωρία της δόξης αυτής, και εν τη εαυτής αλλοιώσει προς την αυτού ομοιότητα»40.

  Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Κατά την αναλογίαν της καθαρότητος των καρδιών ημών εφώτισεν ημάς ο φωτοπάροχος Ιησούς. καθώς γαρ το αισθητόν τούτο φως φωτίζει τους έχοντας καθαρούς και υγιείς τους οφθαλμούς του σώματος. ούτω και το άϋλον και άκτιστον φως της υπερουσίου Θεότητος φωτίζει τους έχοντας νουν καθαρόν και καρδίαν λελαμπρυσμένην. οι γαρ με το θείον φως ενωθήναι βουλόμενοι, φως πρέπει να είναι και αυτοί δια των αρετών» .





  Η νήψις, η μετάνοια, η αυτομεμψία είναι κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο προϋποθέσεις της ελλάμψεως του θείου Φωτός: «Έχειν δε τον νουν πάντοτε προς τον Θεόν, εν τε ύπνω και εγρηγόρσει, εστιάσει και ομιλία, εργοχείρω τε και πάση άλλη πράξει κατά το προφητικόν λόγιον. προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός. Ηγού δε εαυτόν αμαρτωλότερον παντός ανθρώπου. Χρονιζούσης γαρ ταύτης της μνήμης, πέφυκεν εγγίνεσθαι τη διανοία έλλαμψις δίκην ακτίνος. Και όσον ταύτην επιζητείς, πολλή προσοχή και απερισπάστω διανoία, κόπω τε πολλώ και δάκρυσι, τηλαυγέστερoν φαίνεται. Φαινομένη δε, αγαπάται. αγαπωμένη δε, καθαίρει. καθαίρουσα δε, θεοειδή απεργάζεται, φωτίζουσα και διδάσκουσα διακρίνειν το καλόν από του χείρονος.

  Πλην, αδελφέ, πολλού δει κόπου, συν Θεώ του τελείως ταύτην εισοικισθήναι τη ση ψυχή και ταύτη καταυγάσαι, ώσπερ η σελήνη, τον της νυκτός ζόφον. Προσέχειν δε δει και τας προσβολάς των λογισμών, κενοδοξίας τε και οιήσεως, και του μη κατακρίνειν τινά ορώντα απρεπές τι πράττοντα»42 .

  Βασική προϋπόθεσις θεώσεως και θεωρίας είναι η αδιάλειπτος νοερά καρδιακή προσευχή. Ο αββάς Ισαάκ λέγει: «Ο θέλων ιδείν τον Κύριον, μηχανάται καθαρίσαι αυτού την καρδίαν εν αδιαλείπτω μνήμη του Θεού. και ούτως εν τη λαμπρότητι της διανοίας αυτού εν πάση ώρα όψεται τον Κύριον»43.

  Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην περίφημη ομιλία του στα Εισόδια της Θεοτόκου λέγει, ότι η Κυρία Θεοτόκος σχολάζουσα στα Άγια των Αγίων ήσκησε πρώτη την προσευχή αυτή: «Ταύτας λοιπόν τας γηίνας σχέσεις αποβαλούσα η Παρθένος από την πρώτην αρχήν της ζωής της, αναχώρησεν από τους ανθρώπους, και φυγoύσα τον αμαρτωλόν βίον, εδιάλεξε μίαν ζωήν αθεώρητον από όλους ενδιατρίβουσα μέσα εις τα άγια, εις τα οποία διατελούσα ελύθη από κάθε δεσμόν υλικόν. απετίναξε κάθε σχέσιν. ανέβη επάνω από κάθε αγάπην έως και αυτού του ιδίου σώματός της και ούτω ήνωσε τον νουν της εις τον εαυτόν του με μίαν στροφήν και προσευχήν και με θείαν και παντοτεινήν προσευχήν. και δια μέσου αυτής της στροφής του νοός ηνώθη όλως δι' όλου με τον εαυτόν της. υψώθη επάνω από κάθε είδος και σχήμα, και έτζι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εις τούς ουρανούς, δηλαδή την νοητήν (δια να την ονομάσω έτζι) σιωπήν, εις την οποίαν προσκολλήσασα τον νουν της, αναβαίνει επάνω από όλα τα κτίσματα, και βλέπει δόξαν Θεού τελειότερον από τον Μωϋσήν, και ορά θείαν Χάριν, ήτις δεν καταλαμβάνεται τελείως από την αίσθησιν, αλλά είναι ένα ιερόν και χαριέστατον θέαμα μοναχών των ψυχών των καθαρών και αγίων αγγέλων»44.

  Έτσι η Θεοτόκος εισήγαγε στον κόσμο την ησυχαστική προσευχή, κατά την οποίαν ο νους απερίσπαστος από κάθε σκέψι εισέρχεται στην καρδιά και εκεί ενώνεται δια της προσευχής με τον Χριστό και αξιούται της θεωρίας του θείου Φωτός.

  Επειδή στους αγωνιζομένους για την ησυχαστική προσευχή ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλάνης, οι άγιοι Πατέρες συνιστούν την υπακοή σε πεπειραμένο γέροντα που εκ πείρας προσωπικής θα ημπορεί να οδηγή απλανώς τον ασκούμενο μοναχό45.


  ΣΤ΄. Άλλες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτος του Θεού.

  Σύμφωνα με όσα μας παραδίδουν οι θεόπται άγιοι Πατέρες, η ανωτέρα και τελειωτέρα εμπειρία της Χάριτος του Θεού είναι η θεωρία-θέα του Ακτίστου Φωτός.

  Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η θεωρία του θείου Φωτός και κάλλους είναι η γλυκυτέρα και ποθεινοτέρα των άλλων του Θεού προσόντων, που γεννά στην ψυχή τον θείο πόθο και "έρωτα".

  Προς παρηγορίαν ημών των μη θεασαμένων το Άκτιστον Φως οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Φιλάνθρωπος Κύριος παρακαλεί τις πιστές ψυχές και με άλλες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτός του.

  Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: «Εν τίσι μεν οράται ως φως ανατέλλον. Εν άλλοις δε, αγαλλίασις έντρομος. Εν ετέροις δε, χαρά. Εν άλλοις δε, σύμμικτος χαρά και φόβος. 

  Ev τίσι δε, τρόμος και χαρά. Εστί δ' ότε και εις τίνας, δάκρυα και φόβος. χαίρει μεν η ψυχή την επισκοπήν και το έλεος του Θεού, φοβείται δε και τρέμει την παρουσίαν αυτού, ως υπεύθυνος εν αμαρτίαις πολλαίς. Ετέροις δε πάλιν γίνεται παρά τας αρχάς άρρητος συντριβή και πόνος άφατος ψυχής, οδυνωμένη καθάπερ η τίκτουσα και ωδίνουσα κατά την Γραφήν. διϊκνούμενος γαρ ο ζων και ενεργής λόγος, τουτέστιν ο Ιησούς, ως φήσιν ο Απόστολος, μεχρι μερισμού ψυχής και σώματος, αρμών τε και μυελών, Ίνα το εμπαθές εξ όλων των της ψυχής μερών και του σώματος βιαίως εκτήξη.

   Εν άλλοις δε, αγάπη και ειρήνη άμαχος προς πάντας οράται. Εν ετέροις δε, αγαλλίαμα, όπερ σκίρτημα πολλαχώς οι Πατέρες ειρήκασι, πνεύματος ούσα δύναμις και καρδίας ζώσης κίνημα. τούτο και παλμός λέγεται και στεναγμός, του πνεύματος αλαλήτως υπέρ ημών προς τον Θεόν εντυγχάνoντoς.

 Κύμα δε τούτο της του Θεού δικαιοσύνης και ο Ησαΐας ονόμασε. και νυγμόν ο μέγας Εφραίμ. ο δε Κύριος, πηγήν ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. (ύδωρ δε, το πνεύμα ονόμασε,) πηδώντος εν καρδία και υπερζέον τω σφοδρώ της δυνάμεως»47.

  Όμως κανείς δεν πρέπει να γίνεται μοναχός για να λάβη εμπειρίες της θείας Χάριτος. Κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής: «Ου δει ουν επί ταύτη τη ελπίδι τίνα τον ασκητικόν μετιέναι βίον, Ίνα μη ο σατανάς ετοίμην εύρη την ψυχήν εντεύθεν εις συναρπαγήν. Αλλ' ίνα φθάσωμεν μόνον εν πάση αισθήσει και πληροφορία της καρδίας αγαπήσαι τον Θεόν, όπερ εστίν εν όλη ψυχή και εν όλη καρδία και εν όλη διανοία. Ο γαρ εις τούτο υπό της χάριτος ενεργούμενος του Θεού, αποδημεί του κόσμου, καν εν τω κόσμω παρή»48 .

  Μήπως επειδή, πριν μετανοήσουμε και καθαρθούμε από τα πάθη, δεν πρέπει να ζητούμε εμπειρίες θεωρίας, δεν πρέπει ούτε και να ομιλούμε γι' αυτές και μάλιστα για την θέωσι ως σκοπό της ζωής μας;

  Την απάντησι δίδει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Αυτός που δεν πιστεύει σ' αυτό το μεγάλο μυστήριο της νέας χάριτος, μήτε αποβλέπει στην ελπίδα της θεώσεως, δεν θα ημπορούσε να καταφρονή ούτε ηδονή σαρκός ούτε χρήματα και κτήματα και την δόξα των ανθρώπων. Αλλά και αν ημπορούσε έστω και για λίγο, τον ακολουθεί η υπερηφάνεια, ωσάν να επέτυχε το τέλειο. Έτσι με την υπερηφάνεια εκπίπτει στους ακαθάρτους.

  Αλλά εκείνος που αποβλέπει (στην θέωσι), ακόμη και όταν κατορθώση κάθε αγαθό, έχοντας εμπρός του την υπερτελεία και ατελείωτη τελειότητα, δεν νομίζει ότι επέτυχε κάτι, κι έτσι γίνεται ταπεινότερος. Σκεπτόμενος δε αφ' ενός μεν την υπεροχή των προπορευθέντων Αγίων, αφ' έτέρου δε το ύφος της θείας φιλανθρωπίας, πενθεί και βοά το του Ησαΐου "οίμοι ότι ακάθαρτος ων και ακάθαρτα χείλη έχων, Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου". Αυτό το πένθος προσθέτει στην καθαρότητα (της ψυχής), ο δε Κύριος της χάριτος επιδαψιλεύει σ' αυτήν παράκλησι (παρηγορία) και έλλαμψι»49.


   Ζ'. Επίλογος

  Από τις όσες εμπειρίες των Αγίων εξετέθησαν στην εισήγησι αυτή έγινε, νομίζω, φανερός ο στενός δεσμός μοναχισμού και θέας του Άκτίστου Φωτός.

  Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι κυρίως στον χώρο του Μοναχισμού άνθησαν τα εύοσμα άνθη της θεώσεως.

  Παράδοξο θα ήταν το αντίθετο, να μη ανθούν αυτά στον χώρο του Μοναχισμού, χώρο διαρκούς μετανοίας, νήψεως, καθάρσεως από τα πάθη, αδιαλείπτου προσευχής, αποκτήσεως των ευαγγελικών αρετών, εκδημίας του κόσμου και ενδημίας στον Κύριο.

  Ας δώσουμε τον λόγο στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, για να κλείση αυτός την εισήγησί μας: «Μοναχόν διαμένοντα εν τη αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον. Τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον. Αδύνατον γαρ τους εν τη διαγωγή ταύτη δια παντός πολιτευομένους, άνευ χαρισμάτων μεγάλων παρά Θεού αφεθήναι δια την νήψιν αυτών, και εγρήγορσιν της καρδίας, και δια την εμμέριμνον διαγωγήν των λογισμών αυτών προς αυτόν.

  Ψυχή η εν το διαγωγή ταύτης της αγρυπνίας κοπιώσα και διαπρέπουσα, οφθαλμούς χερουβικούς έξει, του διαπαντός ατενίζειν και κατοπτεύειν την επουράνιον θεωρίαν»50.

Αρχιμανδρίτου
 Γεωργίου Καθηγουμένου
 Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου
 Αγίου Όρους

  (*) Εισήγησις εις το Παμμοναστικόν Συνέδριον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος εις τα Άγια Μετέωρα (12-14 Σεπτεμβρίου 2000), ωργανωθέν εις τα πλαίσια των εορτασμών της Εκκλησίας της Ελλάδος δια τα 2000 χρόνια από της Γεννήσεως του Κυρίου.


  1. Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Αγιορειτικός Τόμος, Φιλοκαλία, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1957-1963, τόμ. Δ', σελ. 192. Βλ. και Αρχιμ. Γεωργίου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου 2000, σελ. 54.
2. Ένθ' ανωτ. σελ. 193.
3. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, εκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1986, σ.457.
4. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «ο θεοφόρος Μάξιμος ερωτηθείς περί τούτου του ρητού, ήγουν διατί ο θεολόγος Ιωάννης ανωτέρω μεν είπεν ότι ο Θεός φως εστίν, εδώ δε λέγει ότι αυτός (ήτοι ο Θεός) εν τω φωτί εστίν; Περί τούτου λέγω ερωτηθείς αποκρίνεται "Κατ' ουσίαν φως υπάρχων ο Θεός, εν τοις εν αυτώ δια των αρετών περιπατούσιν εστίν, αληθώς φως γενομένοις. Ώσπερ ουν το κατά μέθεξιν φως ως οι άγιοι πάντες, Δια φιλοθεΐαν εν τω κατ' ουσίαν γίνονται φωτί, (ήτοι εν τω Θεώ) ούτω το κατ' ουσίαν, εν τω κατά μέθεξιν φωτί, δια φιλανθρωπίαν γίνεται φως. Εάν ουν εσμέν κατά την αρετήν και την γνώσιν ως εν φωτί τω Θεώ, και αυτός ο Θεός ως φως εν φωτί εστίν εν ημίν. Ο γαρ φύσει φως Θεός, εν τη μιμήσει γίνεται φωτί, ως εν εικόνι αρχέτυπον η μάλλον, φως εστίν ο Θεός και Πατήρ εν φωτί, δηλαδή τω υιώ και τω αγίω Πνεύματι. Ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν και το αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές" (εν τη ογδόη λύσει των απόρων)» (Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, ένθ' ανωτ. σελ. 461, υποσημ. 10)
5. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, εν Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε., Θεσ/νίκη 1982, τ. 2, σελ. 154, στίχο 7.
6. Ένθ' ανωτ. σελ. 204, στίχο 26.
7. Ένθ' ανωτ. σελ. 210, στίχο 23.
8. Του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά Ομιλίαι 41, εκδ. Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, εν Ιεροσολύμοις 1857, σελ 95.
9. Υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ 174, στίχ. 12.
10. Ένθ' ανωτ. σελ 202, στίχ. 25.
11. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, εκδ. Ορθόδ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1987, τόμο Γ΄, σ. 267.
12. Ένθ' ανωτ. σελ. 269.
13. Ένθ' ανωτ.
14. Ένθ' ανωτ.
15. Ένθ' ανωτ. σελ. 265.
16. Ένθ' ανωτ. σελ. 252.
17. «Το φως όπου είδον οι Απόστολοι εις το Θαβώριον Όρος, αν και ήτον άκτιστον και άναρχον κατά χρόνον, δεν ήτον όμως και ουσία και φύσις Θεού κοιτά τους Ιερούς Θεολόγους. Δια τούτο είπεν ο Θεοφόρος Μάξιμος εν ταις εις την Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του "Το φως του προσώπου Κυρίου, το νικήσαν της ανθρωπίνης αισθήσεως την ενέργειαν, τον τρόπον διετύπου τοις μακαρίοις Αποστόλοις της κατά απόφασιν μυστικής Θεολογίας, καθ' ην η μακαρίοι Θεότης κατ' ουσίαν εστίν υπεράρρητος και υπεράγνωστος, και πάσης απειρίας απειράκις εξηρημένη, ουδ' ίχνος όλως καταλήψεως καν ψιλόν τοις μετ' αυτήν καταλείψασα". και ο θεολόγος δε Γρηγόριος λέγει. "Θεότης καθ' εαυτήν αόρατος" (Επιστολή α΄ προς Κληδόνιον). Θεότης δε ενταύθα η θεία ουσία νοείται, εξ ης ενέργεια ουσιώδης και άκτιστος υπήρχε το ορατόν φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. Πλην, αν και το φως εκείνο δεν ήτον ουσία του Θεού, όμως ήτον πάντοτε αχώριστον της ουσίας του Θεού, κατά τους Ιερούς Θεολόγους ου γαρ ην καιρός ότε ουκ ην μετ' αυτής, συνάναρχον ον αυτή κατά χρόνον και συναΐδιον» (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, Ένθ' ανωτ., τόμο Γ' σελ. 250-251).
18. Συμεών του Μεταφραστού, Παράφρασις εις τους ν' λόγους του αγίου Mακαρίου του Αιγυπτίου, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμ. Γ', σελ. 229. Βλ. και Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας Δ' Έπιστολάς, τόμο Β', έκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1990, σελ. 201 (υποσημ.).
19. Νικήτα Στηθάτου, Τρίτη Γνωστικών Κεφαλαίων εκατοντάς, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 331 και σελ. 298.
20. Συμεών του Μεταφραστού, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 229.
21. Σωφρoνίoυ Σαχάρωφ, Οψόμεθα τοv Θεόν καθώς εστί, εκδ. Ί. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 267.
22. Ένθ' ανωτ. σελ. 251.
23. Έvθ' ανωτ. σελ. 287.
24. Ένθ' ανωτ. σελ 267.
25. Ένθ' ανωτ. σελ 257-258.
26. Λόγος πάνυ ωφέλιμος περί του αββά Φιλήμονος, Φιλοκαλία, ένθ' άνωτ., τόμο Β', σελ. 251.
27. Από τον βίον του οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Ε', σελ 107.
28. Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Λόγος Ασκητικός, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Α', σελ. 266.
29. Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ. 290.
30. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ένθ' ανωτ. σελ. 266.
31. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, εκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 370.
32. Αγ.. Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν αγίοις όσιον και θεοφόρον πατέρα ημών Συμεών τον Νέον Θεολόγον, εν Ακολουθία και εγκώμιον του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου, εν Αθήναις 1975, σελ. 107. Βλ. και Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικά και Θεολογικά, ξη΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 249.
33. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ. 196.
34. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ένθ' ανωτ. σελ. 281.
35. Ένθ' ανωτ. σελ. 243.
36. Ένθ' ανωτ. σελ 244. Βλ. και σελ. 243, 268, 284.
37. Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, ξγ', Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ 257.
38. Εις τον ΜΕ' Ψαλμόν, Μ. Βασιλείου Έργα, ΕΠΕ., τόμο 5, Θεσ/νίκη 1974, σελ 318.
39. Μεγ. Βασιλείου, Τοις κατά Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις, ένθ' ανωτ. τόμο 3, σελ 188.
40. Αββά Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα ασκητικά, λόγος μγ', Αθήναι 1895, σελ. 178.
41. Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, ένθ' ανωτ. τόμο Γ', σελ. 255.
42. Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικά και Θεολογικά, ρμ΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 264.
43. Παρά Καλλίστου και Ιγνατίου των Ξανθοπούλων, Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ. 251-252.
44. Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία εις τα Εισόδια, μετάφρασις Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, εν περιοδ. Άγιος Νεκτάριος, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 170.
45. Γράφει σχετικώς ο π. Σωφρόνιος: «Η εν δυνάμει εμφάνισις του Φωτός τοσούτον υπερβαίνει την πεπτωκυίαν φύσιν ημών, ώστε ουδείς εκ των εις Χριστόν πιστευόντων πρέπει να εμπιστεύηται εις εαυτόν άνευ της απαραιτήτου μαρτυρίας είτε εκ των Γραφών, είτε εκ των έργων των Αγίων Πατέρων. Πλέον τούτου, και αι Γραφαί εισέτι δεν επαρκούν δια την τελικήν κρίσιν, διότι και ο λόγος του Θεού κατανοείται σχετικώς υφ' ενός έκάστου κατά διάφορον τρόπον. Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως. Επομένως είναι αναγκαία τα τρία ταύτα: Αι Άγιαι Γραφαί της Καινής Διαθήκης, τα έργα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας ημών και ο "ζων" μάρτυς. Εάν ο τελευταίος ούτος δεν υπάρχει, τότε είναι ίδιον της δικαίας ψυχής η κραυγή προς τον Θεόν: "Φείσαί μου και μη εάσης με τον παραλελυμένον ψυχή τε και σώματι να εκπέσω της αληθείας Σου και να τραπώ εις άλλην, αλλοτρίαν οδόν". "Μη με δελεάσης απάτη". Τους λόγους τούτους θέτει η εκκλησιαστική υμνολογία εις το στόμα της Υπεραγίας Παρθένου, ότε Αυτή έλαβεν εκ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την αποκάλυψιν της εξ Αυτής παρθενικής γεννήσεως του Υιού του Θεού» (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, ένθ' ανωτ. σελ. 269-270).
46. Βλ. Συμβουλευτικόν Εγχερίδιον, έκδ. «Άγιος Νικόδημος» Αθήναι, σελ. 200, όπου γράφει και τα έξης: «Ούτω και η θεωρία, τόσον η κατά παραδοχήν καλούμενη, όσον και η κατ' επιβολήν του θείου εκείνου φωτός, και του θεϊκού εκείνου κάλλους, είναι η γλυκυτέρα και η ποθεινοτέρα όλων των άλλων του Θεού προσόντων τε και τελειοτήτων, και τιτρώσκει και πληγόνει, και διατρυπά την καρδίαν των εραστών με τόξα, και βέλη, και κέντρα δριμύτατα του προς Θεόν πόθου, και του παντοκρατορικού έρωτος, και της θείας αγάπης και η αφορμή είναι, διότι, καθώς το αισθητόν τούτο φως του ηλίου, διαφάνειαν και λαμπρότητα παρέχον εις τους σωματικούς οφθαλμούς, δίδει δύναμιν εις αυτούς να διακρίνωσι δι' αυτού όλα τα εν τω αισθητώ κόσμω ορατά κτίσματα. ούτω και το νοητόν φως του υπερουσίου ηλίου, νοεράν έλλαμψιν και διαφάνειαν εις τους ψυχικούς οφθαλμούς χαριζόμενον, δίδει δύναμιν εις αυτούς να διακρίνωσι δι' αυτού και να θεωρήσωσιν όλας τας άλλας του Θεού τελειότητας, και πάντα τα εν τω νoερώ κόσμω μακάρια θεάματα, και μυστήρια, του μέλλοντος αιώνος».
47. Αγ. Γρηγορίου του Σιναΐτου, Περί ησυχίας και προσευχής ... κεφάλαια ι΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ 68.
48. Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Λόγος ασκητικός, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Α', σελ 246.
49. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ 256.
50. Αγ. Ισαάκ του Σύρου, ένθ' ανωτ. σελ. 123.



[full_width]




Scroll To Top