Γίνε ελκυστικός για να έλξεις το αντίθετο φύλο

 

  Δεν υπάρχει άντρας ή γυναίκα που να μην θέλει να είναι ελκυστικός στο αντίθετο φύλο και να τραβάει τα βλέμματα.

 Η επιστήμη επιτέλους μίλησε και τονίζει ότι βρήκε τεκμηριωμένους τρόπους που εγγυούνται κάτι τέτοιο.

 Ανεξάρτητα από την ομορφιά ενός ατόμου, υπάρχουν λοιπόν επιστημονικά αποδεδειγμένοι τρόποι για να γίνετε πιο ελκυστικοί. 


  Χαμογέλα περισσότερο αν είσαι γυναίκα

 Μεγάλο μέρος της επιστήμης της έλξης έχει τις ρίζες της στη βιολογία – και με όποιον πιστεύουμε ότι θα ήταν καλός σύντροφος για αναπαραγωγή. Οπότε, το πώς να είσαι πιο ελκυστικός είναι να αξιοποιήσεις αυτό που ψάχνει το αντίθετο φύλο. Το χαμόγελο κάνει τις γυναίκες να φαίνονται φιλικές και «σεξουαλικά δεκτικές» (με άλλα λόγια, ενδιαφέρονται περισσότερο για σεξ).


 Να κουνάτε καταφατικά το κεφάλι σας όταν ακούτε κάποιον

 Κουνώντας το κεφάλι σας μπορεί να κάνει την προσωπικότητά σας πιο ελκυστική και συμπαθητική έως και 40 τοις εκατό περισσότερο, σύμφωνα με μια μελέτη, καθώς σας κάνει να φαίνεστε πιο προσιτός και κοινωνικός.


 Φορέστε κόκκινα ρούχα

 Τι δείχνει το κόκκινο χρώμα; Πάθος, τριαντάφυλλα, ζέστη και…σεξ. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η επιστήμη έχει δείξει ότι το να φοράς κόκκινο είναι ένας τρόπος για να δείχνεις πιο ελκυστική.


  Μιλήστε με υψηλότερη φωνή (τόνο)

 οι γυναίκες, πιο μπάσα οι άνδρες γιατί είναι πιο ελκυστικό για τις γυναίκες.


  Προσπεράστε την ψιλή κουβεντούλα

 Βασικά, ό,τι κι αν κάνετε, μην μιλάτε για τον καιρό, για ζώδια ή οτιδήποτε άλλο είναι άσχετο και βαρετό. Όσο πιο ουσιαστικές ερωτήσεις κάνετε σε κάποιον που σας αρέσει, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχετε να του τραβήξετε την προσοχή.

 
 Να έχετε αίσθηση του χιούμορ

 «Με κάνει να γελάω», είναι ένας από τους λόγους που οι γυναίκες λένε συχνά ότι βρίσκουν τον σύντροφό τους ελκυστικό. Η αίσθηση του χιούμορ σε έναν άνδρα έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι τραβά την προσοχή των γυναικών. Ενώ οι γυναίκες θέλουν άντρες που τις κάνουν να γελούν, οι άντρες θέλουν τις γυναίκες να γελούν με τα αστεία τους.

 
 Πάρτε ένα σκύλο μαζί σας

 Τα κατοικίδια είναι στιγμιαία έναρξη συνομιλιών και ποιος δεν αγαπά ένα χαριτωμένο κουτάβι; Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ερευνητές από τη Γαλλία ανακάλυψαν ότι οι γυναίκες ήταν τρεις φορές πιο πιθανό να δώσουν το τηλέφωνο τους σε έναν μάγκα με σκύλο. Σύμφωνα με έρευνα οι μισές γυναίκες έκριναν ένα ραντεβού με βάση το πώς συμπεριφέρθηκε στο κατοικίδιο ζώο του και το 35% είπε ότι έλκονταν περισσότερο από έναν άντρα που είχε κατοικίδιο.

 
  Να είσαι ευγενικός

  Όσον αφορά την έλξη, σίγουρα δεν έχει να κάνει μόνο με την εμφάνιση. Όπως στην ταινία Βαριά ερωτευμένος του 2001, με την Gwyneth Paltrow, οι καλοί άνθρωποι συχνά φαίνονται πιο ελκυστικοί. Όσοι θεωρούνται σωματικά ελκυστικοί θεωρούνται επίσης ότι έχουν κοινωνικά ευνοϊκά χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως η ευγένεια.


  Περιποιηθείτε τον εαυτό σας

  Αυτό δεν φαίνεται να είναι ασυνήθιστο: Αν ψάχνετε για σύντροφο, είναι καλύτερο να μην μοιάζετε με απεριποίητο. Η έρευνα δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της φυσικής έλξης επικεντρώνεται στις πιο μεταβλητές πτυχές της αυτο-παρουσίασής μας. Συγκεκριμένα, τα πιο ελκυστικά φυσικά χαρακτηριστικά εμπίπτουν στην «φροντίδα του εαυτού» – πράγματα όπως η καλή περιποίηση, τα καθαρά μαλλιά, η ωραία εφαρμογή και η ποιότητα των ρούχων, η καλή στάση του σώματος και το υγιές βάρος. Είναι πιο πιθανό να αναζητήσουμε έναν σύντροφο που να είναι υγιής και δυνατός (που σημαίνει καλά γονίδια), καθώς και ικανός να φροντίζει τους μελλοντικούς απογόνους, κάτι που αποδεικνύεται από το πώς φροντίζετε τον εαυτό σας.

 
  Σταματήστε να αγχώνεστε

 Ακριβώς όπως το πώς το χαμόγελο και η επίδειξη καλοσύνης σε κάνουν πιο ελκυστικό, το να δείχνεις σημάδια άγχους, σε κάνει λιγότερο ελκυστικό. Οι ερευνητές υποπτεύονται ότι η τεστοστερόνη, η οποία συνδέεται με το ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα και τη χαμηλή κορτιζόλη, παίζει επίσης ρόλο στην προσέλκυση των γυναικών.


  Αφήστε γενειάδα ή μούσι

 Βιολογικά, οι ετεροφυλόφιλοι αναζητούν τυπικά αρσενικά ή γυναικεία χαρακτηριστικά στο αντίθετο φύλο – το πιο εντυπωσιακό από τα οποία για τις γυναίκες είναι οι τρίχες του προσώπου των ανδρών. Μια έρευνα δείχνει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το φύλο είναι ελκυστικά – ιδιαίτερα αυτά που υπογραμμίζουν τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών.

 
 Αναδείξτε τις καμπύλες σας




 Οι γυναίκες τείνουν να πιστεύουν ότι οι άντρες προτιμούν τις αδύνατες φιγούρες – αλλά το αντίθετο μπορεί στην πραγματικότητα να ισχύει. Σύμφωνα με έρευνα , οι άντρες προτιμούν την αναλογία μέσης προς γοφούς 7:10, πράγμα που σημαίνει ότι έχετε αρκετά καμπύλες και έχετε «καλούς γοφούς για τεκνοποίηση. Βιολογικά, οι άνδρες μπορεί να έχουν κάτι: Οι γυναίκες με αυτή την αναλογία μέσης-ισχίου έχει αποδειχθεί ότι έχουν τα βέλτιστα επίπεδα οιστρογόνων και είναι λιγότερο επιρρεπείς σε καρδιαγγειακές παθήσεις και διαβήτη. Και μάλιστα μια “αιωρούμενη” κίνηση των γοφών φαίνεται ότι είναι εξαιρετικά θηλυκή για τους άνδρες. Τα ψηλά τακούνια μπορούν επίσης να τονίσουν τα γυναικεία χαρακτηριστικά των γυναικών.

 
 Μην φοράτε πολύ μακιγιάζ

 Αυτό φαίνεται λίγο αντιφατικό: Δεν είναι τα κόκκινα χείλη για τους άνδρες; Ναι, αλλά μόνο ως ένα βαθμό—στην πραγματικότητα, οι γυναίκες πιστεύουν ότι στους άντρες αρέσει πολύ περισσότερο το μακιγιάζ από ό,τι στην πραγματικότητα . Μια μελέτη έδειξε επίσης ότι η ποσότητα του μακιγιάζ που φορούν οι γυναίκες μπορεί να επηρεάσει τις εντυπώσεις των άλλων. Τα πρόσωπα με φυσικό μακιγιάζ θεωρούνται ευνοϊκά, αλλά τα πρόσωπα με πιο έντονο δραματικό μακιγιάζ θεωρούνται λιγότερο αξιόπιστα. Όμως, να ξέρετε ότι οι γυναίκες δεν φορούν μακιγιάζ μόνο για να ευχαριστήσουν τους άνδρες. Το φοράνε γιατί τους κάνει να νιώθουν περισσότερη αυτοπεποίθηση —που μπορεί να είναι ένας άλλος τρόπος για να γίνετε πιο ελκυστικοί.

 
 Αράξτε άνετα μαζί με φίλους

 Λόγω του «φαινόμενου μαζορέτας» οι άνθρωποι φαίνονται πιο ελκυστικοί όταν είναι σε μια ομάδα, από τους ανθρώπους που είναι μόνοι τους. Αυτό συμβαίνει επειδή τείνουμε να «εκτιμάμε περισσότερο» τα πρόσωπα που είναι σε μια ομάδα, καθιστώντας ακόμα και τα λιγότερο ελκυστικά μέλη, πιο πολύ.

 
 Να έχετε ένα τυπικό μέσο πρόσωπο

 Γιατί τα τυπικά ή μέτρια χαρακτηριστικά του προσώπου έχουν αποδειχθεί ότι είναι αρχικά ελκυστικά για πιθανούς συντρόφους. Έρευνα έδειξε ότι οι άντρες προτιμούν πραγματικά γυναίκες με «μέσο όρο» του προσώπου – πόσο πολύ μοιάζει το μέγεθος, το χρώμα και το σχήμα του προσώπου με άλλα πρόσωπα ενός πληθυσμού. Ο μέσος όρος θεωρείται ότι είναι πιο ελκυστικός επειδή υποδεικνύει μια ποικιλόμορφη γονιδιακή δεξαμενή, η οποία θα οδηγούσε σε υγιείς απογόνους.

«Δεν θέλω να έρχομαι ξανά και ξανά στη ζωή σου, μα είναι απαραίτητο»



 Ήρθες. Μου χτύπησες την πόρτα κι εγώ σου άνοιξα. Σε έβαλα να καθίσεις.
 Με κοίταξες με μάτια γουρλωμένα. Φοβήθηκες μη δεν σε αναγνωρίσω.
 “Σε ξέρω”, σου είπα. Ξέρω τι είσαι. Ξέρω τι θέλεις.
 Να σε κοιτάξω στα μάτια χωρίς να φοβηθώ αυτή τη φοβισμένη, γουρλωμένη σου ματιά.
 Να σε κοιτάξω κατάματα με δάκρυα στα μάτια.

 “Όχι”, μου είπες. Δεν μου φτάνει αυτό.
 “Θέλω να μ’ αγαπήσεις. Θέλω να μη με απωθείς άλλο από μέσα σου. Θέλω να μη με εγκλωβίζεις συνέχεια κάτω απ’ το χαλάκι. Θέλω να με δεις με αγάπη. Να με δεις στις σιωπές σου. Να με δεις στο σώμα σου. Να με δεις στην ψυχή σου.
Δεν θέλω να σε πονάω, μα είμαι τραύμα και ξέρω πως το κάνω. Δε θέλω να σε ταλαιπωρώ, μα είμαι τραύμα και γυρεύω την ανακούφιση και την παρηγοριά.


 Δεν θέλω να έρχομαι ξανά και ξανά στη ζωή σου, μα είναι απαραίτητο για να με καθαρίζεις κάθε φορά ακόμα περισσότερο. Δεν σου ζητάω πολλά. Ξέρω όμως ότι σου ζητάω δύσκολα. Σου ζητάω βοήθεια. Σου ζητάω προστασία. Σου ζητάω όρια. Σου ζητάω να με σεργιανίσεις στη μοναξιά και την ερημιά της ψυχής σου. Σου ζητάω να με κάνεις κοινωνό της αγωνίας και του άγχους σου. Μη με αφήνεις τόσο καιρό στα σκοτάδια μου.

 Έχω ανάγκη το φως να ζεσταθώ για να γιάνω. Άσε με να υπάρχω δίπλα σου, ήσυχο θα είμαι, κι ας μην έχω ηρεμία. Άσε με να σου μιλήσω. Σαν μ’ ακούσεις με τα αυτιά της καρδιάς σου, δεν θα με φοβάσαι άλλο. Φίλος θέλω να γίνω, καρδιακός κι αληθινός. Κι ας σου φαίνεται οξύμωρο τώρα.   Δεν είμαι εδώ για να σε βασανίζω. Είμαι εδώ για να σε αφυπνίζω.
 Άλλη μορφή γυρεύω να μου δώσεις. Πιο καθαρή και όμορφη. Να μεταμορφωθώ από πόνο σε μάθημα. Από κάμπια σε πεταλούδα. Από θυμός σε ειρήνη. Από άγχος σε δημιουργικότητα. Από δύναμη σε αδυναμία.

 Κοίταξέ με. Μη με φοβάσαι. Κομμάτι σου είμαι που γυρεύω τη ζεστασιά της καρδιάς σου. Κομμάτι απ’ τη σάρκα και την ψυχή σου. Αγκάλιασέ με να μαλακώσω. Αγκάλιασέ με να ησυχάσω τη σκέψη του μυαλού μου. Δεν με ωφελούν οι τόσες σκέψεις και οι νοητικές λειτουργίες άλλο. Τα ξέρεις πια τα γιατί. Δεν θέλω την τακτοποίηση του νου σου. Θέλω τη θέρμη της καρδιάς σου, την ευσπλαχνική σου αγκαλιά.   Θέλω την απελευθέρωση της θλίψης μου.

 Μη με φοβάσαι. Σ’ αγαπώ, σε νιώθω, σε αισθάνομαι. Βίωσέ με να γίνουμε ένα. Μη με μάχεσαι άλλο. Το χάδι σου θέλω και την βαθιά σου κατανόηση. Όχι μόνο με το μυαλό, μα κυρίως με την καρδιά σου. Μη με κλείνεις άλλο πια στο κουτάκι μου. Ασφυκτιώ στις γωνίες, με πιάνει πλάκωμα εκεί, ανάσα σου λέω δεν παίρνω. Άσε με να σου μιλάω ειλικρινά. Άσε με να προπορεύομαι για να φτάσω στον προορισμό μου. Εκεί όπου από τραύμα γίνομαι θαύμα! Αυτός είναι ο σκοπός μου, αυτός και ο προσανατολισμός μου! Συγχώρα με για να μεταμορφωθώ!
 Συγχώρα με να πάρω δύναμη να γίνω η δύναμή σου!
 Συγχώρα με να λυτρωθώ!”.
Είμαι το Τραύμα σου και Σ' αγαπώ

 Κι Εγώ...
Κάθισα δίπλα σου σιωπηλά, σου έπιασα το χέρι και έμεινα εκεί, κοιτώντας σε στα μάτια, να επικοινωνώ μαζί σου στη σιωπή μέχρι που άκουσα τους χτύπους της καρδιάς σου.
 Κι εκεί κατάλαβα πως οι χτύποι της καρδιάς σου ήταν ίδιοι με τους χτύπους της δικής μου καρδιάς.
 Σ’ ευχαριστώ που ήρθες να μου διδάξεις πως είναι να μαλακώνεις και να γίνεσαι ακόμα πιο άνθρωπος μέσα απ’ τον πόνο.
 Σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες να συμφιλιώνομαι με ό,τι με έχει πληγώσει.
 Σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες να ακούω το θεϊκό κομμάτι μέσα μου.
 Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες το χρόνο να το επεξεργαστώ.
 Σ’ ευχαριστώ που μέσα από τη δική σου δύναμη πάνω μου, παραδέχθηκα κι αφέθηκα να νιώσω τόσο ευαίσθητος και ευάλωτος και συνάμα τόσο δυνατός.
 Σ’ ευχαριστώ για την επίσκεψή σου. Σ’ ευχαριστώ που δεν με ξέχασες σε μια γωνιά παρατημένο κι εγκαταλελειμμένο.
 Σ’ ευχαριστώ που με αγάπη μου μαθαίνεις τα όρια και την αναγκαιότητα να εκφράζομαι.

Πόσο τελικά με αγαπάς για να μου βάζεις τόσο δύσκολα!
Άργησα να το νιώσω, μα…  δεν είν’ ποτέ αργά για θαύματα!

Προβληματισμοί για το ζήτημα της ευτυχίας - Αριστοτέλης



 Ξεκινώντας το έργο του «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές ότι το κύριο θέμα που θα τον απασχολήσει είναι η αναζήτηση της ευτυχίας: «… πρέπει να δούμε σε τι συνίσταται η ευτυχία και πώς μπορεί να την αποκτήσει κανείς» (1214a 18-19).

 Η διερεύνηση του θέματος θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τα πρότυπα της φιλοσοφικής μεθοδολογίας που εφαρμόζει το Αριστοτέλης σε όλα του έργα: «… (πρέπει) να δούμε αν στη φύση, πρώτον, οφείλουν την ευτυχία τους όσοι καλούνται ευτυχισμένοι, όπως ακριβώς στη φύση οφείλουν τη διαφορά τους οι μεγαλόσωμοι και οι μικρόσωμοι ή όσοι διαφέρουν στο χρώμα του δέρματος» (1214a 19-21).

 Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης θα εξαντλήσει το θέμα, όπως οφείλει μια τεκμηριωμένη φιλοσοφική διερεύνηση, παραθέτοντας το σύνολο των διαφορετικών απόψεων σχετικά με την πηγή της ευτυχίας. Η παράθεση των αξιολογικά επικρατέστερων (επί του θέματος) εκδοχών δεν αφορά μόνο τη συστηματοποίηση της σκέψης, που πρέπει να λάβει υπόψη της όλες τις προηγούμενες προσεγγίσεις, αλλά θεμελιώνει την ουσία της φιλοσοφικής έρευνας που έχοντας πλήρη επίγνωση όσων ήδη έχουν διατυπωθεί στέκεται κριτικά χαράσσοντας το νέο δρόμο της σκέψης.

 Σε αντίθεση με την πρώτη εκδοχή που συνδέει την ευτυχία με τη φύση, η δεύτερη την αποθέτει στην παιδεία: «(πρέπει να δούμε) δεύτερον, αν γίνονται ευτυχισμένοι μέσω της παιδείας, σαν να είναι η ευτυχία μια μορφή επιστήμης» (1214a 22-23).

 Και υπάρχει και τρίτη εκδοχή: «Ή, τρίτον, μέσω κάποιας άσκησης (σίγουρα υπάρχουν πολλά γνωρίσματα που δεν τα έχουν οι άνθρωποι ούτε από τη φύση ούτε από τη γνώση αλλά από τον εθισμό· γνωρίσματα κακά όσοι είχαν εθισμούς κακούς, και γνωρίσματα καλά όσοι είχαν εθισμούς καλούς)» (1214a 23-26).

 Όμως, πέρα από αυτά τα ενδεχόμενα ο Αριστοτέλης θα προσθέσει κι άλλα δύο: «Υπάρχει […] και η περίπτωση να μην ισχύει κανένας από αυτούς τους τρεις τρόπους, αλλά ένας από τους εξής δύο: να γίνονται κάποιοι ευτυχισμένοι είτε όπως οι άνθρωποι οι νυμφόληπτοι και θεόληπτοι, όσοι δέχτηκαν τη θεία επίπνοια σαν εκείνους που μπήκε ο θεός μέσα τους· είτε από την τύχη (γιατί είναι πολλοί που ταυτίζουν την ευτυχία με την καλή τύχη)» (1214a 26-31).

 Για τον Αριστοτέλη η αναζήτηση της ευτυχίας δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με αυτές τις απόψεις. Το ζήτημα είναι ο ακριβής καθορισμός: «Είναι προφανές, συνεπώς, ότι η παρουσία της ευτυχίας εξασφαλίζεται στους ανθρώπους είτε μέσω όλων αυτών, είτε μέσω ορισμένων, είτε μέσω ενός. Εξάλλου, όλα σχεδόν τα ανθρώπινα αποκτήματα στις συγκεκριμένες αρχές ανάγονται» (1214a 32-35).

 Το βέβαιο είναι ότι η ευτυχία δεν μπορεί να ταυτιστεί με τρόπο απόλυτο με τις διανοητικές πράξεις, αφού για την κατάκτησή της δεν αρκεί μόνο η γνώση. Αν συνέβαινε αυτό θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ευτυχία αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μορφωμένων ανθρώπων. Από την άλλη, όμως, δε θα μπορούσε να νοηθεί ως κάτι εντελώς ξεκομμένο από τη γνώση. Η γνώση δεν εξασφαλίζει με τρόπο αυτόματο την ευτυχία αλλά έχει σαφή ρόλο για την κατάκτησή της.

 Η ανθρώπινη ευτυχία εξασφαλίζεται από την εκπλήρωση περισσότερων παραγόντων και είναι αδύνατο να ταυτιστεί με μία μονάχα εκδοχή: «Ειδικότερα […] η ευτυχία και η μακάρια και καλή ζωή συνίστανται και στα τρία, σε αυτά που θεωρούνται οι ανώτατες επιλογές. Διότι άλλοι ισχυρίζονται πως η φρόνηση είναι το μέγιστο αγαθό, άλλοι η αρετή, άλλοι η ηδονή» (1214a 37-41).

 Ωστόσο, ακόμη κι αν συμφωνηθεί ότι αυτές οι τρεις «ανώτατες επιλογές» είναι που καθορίζουν την ευτυχία, το ζήτημα δεν έχει λυθεί, αφού γεννιούνται νέες διαφωνίες σε σχέση με το μέγεθος επιρροής της καθεμίας: «Μερικών, πάλι, οι διαφωνίες σχετίζονται με τη βαρύτητα που έχουν η φρόνηση και η αρετή και η ηδονή για την απόκτηση της ευτυχίας. Λένε ότι η μία συμβάλλει στην ευτυχία πιο πολύ από την άλλη. Και ορισμένοι θεωρούν τη φρόνηση μεγαλύτερο αγαθό από την αρετή, άλλοι την αρετή από τη φρόνηση, και κάποιοι τρίτοι βάζουν την ηδονή πάνω από τις άλλες δύο. Έτσι, η ευτυχισμένη ζωή για άλλους σχετίζεται και με τις τρεις, για άλλους με τις δύο, και για άλλους μόνο με τη μία» (1214b 1-7).

 Για την πλήρη αποσαφήνιση των όρων ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος παραθέτει στα σχόλια σχετικά με την (εδώ) ερμηνεία της λέξης φρόνηση: «Ο όρος δεν έχει στα ΗΕ την εξειδικευμένη σημασία, με την οποία συναντάται συχνά σε άλλες αριστοτελικές πραγματείες. Δεν δηλώνει, δηλαδή, την πρακτική σοφία, την ικανότητα να αντιμετωπίζονται με λογικό τρόπο οι καθημερινές ανάγκες της ζωής (σε αντίθεση με την θεωρίαν ή τη σοφίαν, που σηματοδοτούν περισσότερο τις θεωρητικές ή επιστημονικές ικανότητες της ανθρώπινης διανόησης). Φρόνησις στα ΗΕ είναι η γενικότερη ικανότητα του ανθρώπου να διανοείται, να κρίνει λογικά πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις» (σελ. 461).

 Μπροστά σε όλες αυτές τις εκδοχές της ευτυχίας κάθε άνθρωπος πρέπει να σκεφτεί το ζήτημα σοβαρά, ώστε να μπορέσει να κάνει τις πρέπουσες επιλογές: «… πρέπει καταρχήν μέσα του, αποφεύγοντας τόσο τη βιασύνη όσο και τη ραθυμία, να ξεκαθαρίσει ποιο από τα ανθρώπινα αγαθά βρίσκεται στον πυρήνα της ευτυχίας, καθώς και ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την απόκτησή του» (1214b 15-18).

 Το βέβαιο είναι ότι δεν πρέπει να συγχέεται η ευτυχία με τις προϋποθέσεις της: «Πρόκειται, εξάλλου, για κάτι που συμβαίνει και με πολλά άλλα, οπότε και η ευτυχία δεν ταυτίζεται με τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ευτυχίας (ορισμένες, όμως, προϋποθέσεις δεν αφορούν αποκλειστικά την υγεία ή την ευτυχία, αλλά είναι κοινές περίπου για όλες τις συνήθειες και τις πράξεις μας· π.χ., αν δεν αναπνέαμε ή δεν είμαστε ξύπνιοι ή δεν κινούμαστε, δε θα είχαμε τίποτε, ούτε καλό ούτε κακό)» (1214b 20-26).

 Πράγματι, το δεδομένο ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ευτυχήσει κανείς είναι η ίδια η ζωή –η ευτυχία δεν αφορά τους πεθαμένους– δε συνεπάγεται την ταύτιση της ευτυχίας με τις προϋποθέσεις της ζωής. Θα ήταν παράλογος ο ισχυρισμός ότι κάποιος είναι ευτυχισμένος επειδή απλώς ανασαίνει ή έχει τη δυνατότητα να ξυπνά μετά τον ύπνο του. Η εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών και η καλή υγεία αποτελούν σαφέστατες προϋποθέσεις για την ευτυχία (συνήθως η αξία τους γίνεται κατανοητή σε περιόδους στέρησης), αλλά δεν αποτελούν ευτυχία από μόνα τους.

 Το ζήτημα της ευτυχίας ξεκινά μετά την εκπλήρωση αυτών κι έχει να κάνει με τη συνολική διαχείριση του εαυτού απέναντι σε όλα τα ερεθίσματα. Από αυτή την άποψη, είναι σαφές ότι η ευτυχία δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με το φαγητό ούτε με τον έρωτα ούτε με όλες τις σωματικές απολαύσεις, αφού αυτές σχετίζονται με τις προϋποθέσεις και όχι με την τελική της ουσία. Η σύγχυση που υπάρχει σχετικά με την εκτίμηση των σωματικών ηδονών πηγάζει από την αδυναμία διαχωρισμού του τελικού σκοπού με τα μέσα που απαιτούνται για την εκπλήρωσή του.

 Η θεοποίηση των μέσων-προϋποθέσεων που εκλαμβάνονται σαν τελικός σκοπός καταδεικνύει τον αποπροσανατολισμό του ανθρώπου, που δείχνει αδύναμος να ιεραρχήσει τις ανάγκες του. Κι όσο σφάλλουν αυτοί που υπερτιμούν τις προϋποθέσεις καταφεύγοντας στην υπερβολή των σωματικών ηδονών, άλλο τόσο σφάλλουν κι αυτοί που τις περιφρονούν ή τις καταπιέζουν προβάλλοντας επιχειρήματα ηθικού χαρακτήρα. Οι πρώτοι σφάλλουν από την πλευρά της υπερβολής και οι δεύτεροι από την πλευρά της έλλειψης.

 Οι σωματικές ανάγκες δεν πρέπει ούτε να θεοποιούνται ούτε να κατακρίνονται. Η χαρά της ζωής ασφαλώς και προϋποθέτει την εκπλήρωσή τους, η οποία, όμως, πρέπει να κινηθεί μέσα στα όρια του μέτρου: «Αυτές ακριβώς οι προϋποθέσεις προκαλούν τις διχογνωμίες σχετικά με την ευτυχία, τι είναι αυτή και πως αποκτιέται· διότι μερικοί πιστεύουν ότι οι απαραίτητες προϋποθέσεις της είναι και τμήματα ευτυχίας» (1214b 30-33).

 Κι επειδή οι απόψεις περί ευτυχίας είναι πάρα πολλές, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι δεν πρέπει να ληφθούν όλες υπόψη, παρά μόνο αυτές που αξίζουν: «Το να εξετάσουμε, τώρα, όλες τις απόψεις που κυκλοφορούν περί ευτυχίας είναι απολύτως περιττό (απόψεις πολλές έχουν και τα παιδάρια και οι άρρωστοι και οι παράφρονες· κανείς νουνεχής δε θα προβληματιζόταν με αυτές)» (1214b 34-38).

 Για να συμπληρωθεί: «Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τις απόψεις των πολλών περί ευτυχίας: δεν αξίζει να τις μελετήσουμε, μιας και αυτοί μιλούν όπως τους έρθει, τόσο περί παντός επιστητού όσο και περί ευτυχίας. Για την ευτυχία, μόνο τις απόψεις των σοφών έχει νόημα να εξετάσουμε, αφού δε στέκει να προσφέρεται λόγος σε εκείνους που δεν έχουν καθόλου ανάγκη από λόγο αλλά από πάθος» (1215a 1-6).

 Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος που δεν έχει τιθασεύσει τα πάθη του δεν μπορεί να έχει και άποψη για την ευτυχία, αφού από θέση αρχής στερείται του μέτρου. Αυτός που κατάφερε να τα χαλιναγωγήσει είναι ο σοφός και γι’ αυτό η γνώμη του μπορεί να έχει βαρύτητα. Κατόπιν αυτών η διερεύνηση οφείλει να προχωρήσει σε άλλα ζητήματα: «Επίσης, εκτός από αυτά επείγει να διερευνηθούν κατεξοχήν τα ζητούμενα της συνολικής έρευνας, με ποια μέσα δηλαδή ενδέχεται να μετάσχουμε στο ευ ζην και την καλή ζωή […] που συντηρούν στους καλούς ανθρώπους την ελπίδα μέσα στην καθημερινότητα» (1215a11-16).

 Το πράγμα θα γίνει περισσότερο χειροπιαστό, αφού αποκλειστούν οι παράγοντες της φύσης και της τύχης: «Διότι, αν η καλή ζωή οφείλεται σε τυχαία ή φυσικά συμβάντα, θα είναι κάτι για το οποίο οι πολλοί δε θα έχουν ελπίδα, αφού η απόκτησή της δε θα οφείλεται ούτε στη φροντίδα τους ούτε στη μέριμνά τους» (1215a 17-20).

 Η εναπόθεση της ευτυχίας στη φύση ή την τύχη ουσιαστικά αποκλείει την ανθρώπινη συμμετοχή καταδεικνύοντας την έσχατη μοιρολατρία. Μια τέτοια εκδοχή είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή (αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιη κάθε φιλοσοφική έρευνα), καθώς στην ουσία ματαιώνει τον άνθρωπο. Η ευτυχία, ως αποκλειστικά ανθρώπινη συνθήκη σχετίζεται απόλυτα με την ανθρώπινη συμπεριφορά, δηλαδή τον ανθρώπινο χαρακτήρα που θα ενεργήσει. Το ζήτημα αφορά τη διαμόρφωση αυτού του χαρακτήρα προς την κατεύθυνση της λογικής και του μέτρου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει την πλήρη ευθύνη των πράξεών του καθιστά σαφή και την ευθύνη της ευτυχίας του.

 Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Εάν, αντίθετα, το αγαθό ανάγεται στην ποιότητα του χαρακτήρα κάθε ανθρώπου και στις πράξεις που αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη ποιότητα, θα είναι κάτι πιο κοινό και θείο. Πιο κοινό, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να μετάσχουν σε αυτό περισσότεροι· και πιο θείο, καθώς η ευτυχία θα έρχεται ως αμοιβή για τους ανθρώπους που πάσχισαν να δώσουν μια ποιότητα στο χαρακτήρα τους και τις πράξεις τους» (1215a 21-26).

 Η σύνδεση της ευτυχίας με το θείο διατυπώνεται και στο πρώτο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» όπου ο Αριστοτέλης αναφέρει: «Ότι έτσι έχει το πράγμα προκύπτει λογικά και από το ότι η ευδαιμονία είναι αρχή· για χάρη της πράγματι κάνουμε όλοι όλα τα άλλα. Αυτό όμως που είναι η αρχή και η αιτία των αγαθών λέμε ότι είναι κάτι το άξιο τιμής, κάτι το θεϊκό» (1102a 12, 2-5).

 Και συμπληρώνει: «Αν ο έπαινος είναι για πράγματα σαν αυτά που περιγράψαμε, είναι φανερό ότι για τα άριστα πράγματα δεν ταιριάζει έπαινος, αλλά κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο, όπως δείχνουν και τα ίδια τα πράγματα· τις λέξεις, πράγματι, “μακαρίζω” και “ευδαιμονίζω” τις λέμε για τους θεούς και, ύστερα, για τους πιο θεϊκούς μεταξύ των ανθρώπων» (1101b 12, 25-29).

 Η αριστοτελική αντίληψη της θεϊκής υπόστασης της ευτυχίας καταδεικνύεται και στα «Ηθικά Ευδήμια», αφού η ευτυχία παρουσιάζεται ως θεϊκή ανταμοιβή στον επίγειο κόσμο γι’ αυτούς που προσπάθησαν και διέπλασαν το χαρακτήρα τους σύμφωνα με τις επιταγές της αρετής. Γι’ αυτό και τελικά η ευτυχία αποτελεί θεϊκό συναίσθημα. Θα έλεγε κανείς ότι ο θεός έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να συμμετέχει στα συναισθήματά του, ώστε να νιώσει (πάντα μέσα στο πλαίσιο των ανθρώπινων ορίων) και εκείνος θεός. Το κατά πόσο θα το πετύχει είναι δική του ευθύνη.

 Αυτό που μένει είναι να ξεκαθαριστεί ο τρόπος που πρέπει να ορίζεται η ευτυχία: «Θα ξεκαθαριστούν οι πιο πολλές αμφισβητήσεις και απορίες, αν ορισθεί καλά τι πρέπει να πιστεύουμε ότι είναι η ευτυχία. Άραγε έγκειται μόνο στο να έχει η ψυχή μια ποιότητα, όπως φαντάστηκαν κάποιοι από τους σοφούς και παλαιότερους; Ή μήπως είναι υποχρεωτικά και τα δύο: και ο άνθρωπος να έχει κάποια ποιότητα στο χαρακτήρα του και ακόμα πιο πολύ να την έχουνε οι πράξεις του;» (1215a 27-33).

 Το δεδομένο ότι οι καθημερινές πράξεις-ασχολίες σηματοδοτούν και τον τρόπο ζωής κάθε ανθρώπου θα αναγκάσει τον Αριστοτέλη να προβεί σε έναν ακόμη διαχωρισμό: «Έστω ότι διακρίνουμε διάφορους τρόπους ζωής. Ορισμένοι άνθρωποι δεν αμφισβητούν τη σχετική με τα εξωτερικά αγαθά ευημερία, αλλά λένε ότι ασχολούνται με αυτά λόγω ανάγκης. Αναφέρομαι σε όσους ασκούν τις ενοχλητικές ή χρηματιστικές ή βάναυσες τέχνες (κι όταν λέω ενοχλητικές εννοώ όσες επιζητούν απλά και μόνο τη δόξα, βάναυσες όσες ασκούνται καθιστικά και αμείβονται με μισθό, και χρηματιστικές όσες έχουν να κάνουν με εμπορικές αγοροπωλησίες)» (1215a 34-42).

 Τελικά, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτούς που ασκούν «ενοχλητικές ή χρηματιστικές ή βάναυσες τέχνες» δεν έχει να κάνει μόνο με τη διαμόρφωση της καθημερινότητας του καθενός, αλλά και με τη διαφορετικότητα των αντιλήψεων που αναγκαστικά θα επέλθει. Άλλες προτεραιότητες μπορεί να έχει αυτός που επιζητά τη δόξα, άλλες ο έμπορος κι άλλες ο βάναυσος. (Ο Βασίλης Μπετσάκος σχετικά με τη λέξη βάναυσος εξηγεί ότι «ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το επίθετο για τις χειρωνακτικές τέχνες» σελ. 461).

 Άλλοι τρόποι ζωής που υπάρχουν και που πρέπει να συμπεριληφθούν στην έρευνα για την αναζήτηση της ευτυχίας είναι ο πολιτικός, ο φιλόσοφος και ο απολαυστικός: «Ορισμένοι άλλοι στην προοπτική της ευτυχίας θέτουν τα τρία προηγούμενα αγαθά ως τα μέγιστα για τους ανθρώπους, δηλαδή την αρετή, τη φρόνηση και την ηδονή· με καθεμιά τους αντιστοιχούν και τρεις τρόποι ζωής, αυτούς που επιλέγουν να ζήσουν οι αυτεξούσιοι άνθρωποι: ο πολιτικός, ο φιλόσοφος και ο απολαυστικός βίος. Ο φιλόσοφος βίος στοχεύει στη φρόνηση και στη θεωρία της αλήθειας, ο πολιτικός στις καλές πράξεις (όσες δηλαδή ανάγονται στην αρετή), ενώ ο απολαυστικός στις σωματικές ηδονές» (1215a 42-48 και 1215b 1-5).

 Κάθε τρόπος ζωής επί της ουσίας αντικατοπτρίζει και μια αντίληψη για την ευτυχία: «Εδώ ακριβώς έγκειται και η αιτία που υπάρχουν τόσες διαφωνίες για το ποιος είναι ο ευτυχισμένος, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, όταν ρωτήθηκε ποιος είναι ο πιο ευτυχισμένος, απάντησε “κανένας από όσους εσύ νομίζεις, αλλά κάποιος που λογικά θα σου φανεί ανύπαρκτος”» (1215b 5-9).

 Οι τόσες πολλές οπτικές για την κατάκτηση της ευτυχίας καθιστούν το θέμα τόσο ελαστικό, ώστε ο καθένας θα μπορούσε να το ορίσει κατά το δοκούν. Και είναι αλήθεια ότι το ζήτημα της ευτυχίας είναι αδύνατο να τεθεί εκτός υποκειμενικότητας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στερείται αντικειμενικών σταθερών και η λογική είναι το εργαλείο που θα τις καταδείξει. Τα «Ηθικά Ευδήμια» μαζί με τα «Ηθικά Μεγάλα» και τα «Ηθικά Νικομάχεια» είναι το σύνολο της αριστοτελικής ηθικής φιλοσοφίας που αποσκοπεί να δώσει απαντήσεις.

 Όσο για τον Αναξαγόρα, που απάντησε με αυτό τον τρόπο, είναι φανερό ότι πρεσβεύει τη δική του οπτική της ευτυχίας: «Αποκρίθηκε έτσι, επειδή έβλεπε ότι ο ερωτών αδυνατούσε να εκλάβει ως ευτυχισμένο κάποιον μη μέγα, μήτε ωραίο, μήτε πλούσιο. Ο ίδιος ο Αναξαγόρας ίσως φανταζόταν ευτυχισμένο έναν άνθρωπο που ζει χωρίς λύπη, καθαρό από άποψη δικαιοσύνης ή μέτοχο κάποιας θείας θεωρίας· αυτόν που θα έλεγε στα ανθρώπινα όρια μακάριο» (1215b 10-16).


Αριστοτέλης: «Ηθικά Ευδήμια», βιβλίο Ά

Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια», βιβλίο Ά

Απόψεις για την ευτυχία - Αριστοτέλης





 Συνεχίζοντας το έργο του «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης κρίνει σκόπιμο να καταδείξει τις δυσκολίες που προκύπτουν σε σχέση με τις ανθρώπινες επιλογές και τις επιθυμίες που σχετίζονται με την κατάκτηση της ευτυχίας: «Πολλά και διάφορα μας δυσκολεύουν να τα κατανοήσουμε καλά, κυρίως όμως το θεωρούμενο από όλους ως το πιο εύκολο, το προσιτό στην κατανόηση οποιουδήποτε: τι να επιλέξει κανείς στη ζωή, τι να βρει και να κερδίσει έτσι την εκπλήρωση της επιθυμίας του» (1215b 17-20).

 Οι προτεραιότητες που θα τεθούν για την πραγμάτωση της ευτυχίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η γνώση των σωστών επιλογών για την εκπλήρωση των προσωπικών επιθυμιών δεν είναι καθόλου αυτονόητη, όπως δεν είναι αυτονόητη και η ορθότητα κάθε επιθυμίας. Οι λανθασμένες προτεραιότητες και η ματαιοδοξία (ως στρεβλή επιθυμία) όχι μόνο δε θα συμβάλουν στην ψυχική ισορροπία θεμελιώνοντας την ευτυχία, αλλά ενδέχεται (για την ακρίβεια είναι το πιθανότερο) να επιφέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

 Από την άλλη, οι δυσκολίες της ζωής καθιστούν σαφές ότι ούτε η ίδια η επιθυμία για ζωή κρίνεται αυτονόητη: «Πολλά είναι, βέβαια, και εκείνα που στην κατάληξή τους οδηγούν κάποιους να εγκαταλείψουν τη ζωή, π.χ. αρρώστιες, βάσανα, χειμώνες. Γίνεται έτσι φανερό ότι αν τους δινόταν εξαρχής η επιλογή, θα προτιμούσαν εξαιτίας τέτοιων δεινών να μη γεννιόντουσαν καθόλου» (1215b 21-25).

 Για τον Αριστοτέλη μια ζωή γεμάτη δυστυχία στερείται νοήματος. Από αυτή την άποψη, η ορθότητα των επιλογών προς την εκπλήρωση της ευτυχίας αποκτά διαστάσεις ζωής και θανάτου: «Υπάρχουν, επίσης, πολλά που δεν προκαλούν καθόλου ηδονή (ευχαρίστηση) ή λύπη (δυσαρέσκεια), αλλά και ορισμένα που προκαλούν ασφαλώς ηδονή, πλην όμως κακή. Το να αποφευχθούν όλα αυτά, είναι προτιμητέο από το να ζει κανείς» (1215b 28-31).

 Με δυο λόγια, μια ζωή ανάξιων επιλογών είναι ανάξιο να τη ζήσει κανείς. Πολύ περισσότερο είναι αβίωτη η ζωή που ορίζεται από τον καταναγκασμό που δεν προσφέρει καμία ευχαρίστηση: «… εάν κάποιος άθροιζε όλα όσα πράττουν και πάσχουν οι πάντες χωρίς τη θέλησή τους και χωρίς να τα επιλέγουν, και επιπλέον προσέθετε άπειρο χρόνο, κανείς εξαιτίας τους δε θα προτιμούσε να ζει» (1215b 32-36).

 Ο καταναγκασμός που εκμηδενίζει κάθε ευχαρίστηση παραπέμπει στο αβίωτο της πιο επαίσχυντης δυστυχίας. Η χρονική διάρκεια μιας τέτοιας ζωής εκλαμβάνεται ως εφιάλτης. Ο άνθρωπος που υφίσταται αυτές τις συνθήκες κυριολεκτικά δεν έχει να χάσει τίποτε. Αυτό που μένει είναι να εξεγερθεί διεκδικώντας κάτι καλύτερο.

 Όμως, όταν γίνεται λόγος για την ευχαρίστηση που πρέπει να συντροφεύει τη ζωή, δεν εννοούνται (ούτε βέβαια και αποκλείονται) οι απολαύσεις του έρωτα και του φαγητού: «Και βέβαια, για να προτιμήσει έστω και ένας να ζει, δε φτάνει μόνο η ηδονή της τροφής ή η ερωτική, αν λείπουν όλες οι άλλες ηδονές που παρέχουν στους ανθρώπους η γνώση και η όραση και οι άλλες αισθήσεις· εκτός κι αν αυτός είναι τελείως εξανδραποδισμένος» (1215b 37-41).

 Η ευχαρίστηση που σχετίζεται αποκλειστικά με τις σωματικές ηδονές του φαγητού ή του έρωτα είναι αδύνατο να επιφέρει την πληρότητα της ψυχής. Μια τέτοια εκδοχή αρμόζει στα ζώα: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όποιος κάνει αυτή την επιλογή δε βλέπει καμιά διαφορά ανάμεσα στο να γεννηθεί ζώο κι όχι άνθρωπος» (1215b 41-42).





 Κι αυτή ακριβώς είναι η διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα: ενώ εκείνα στερούμενα λογικής βιώνουν την ολοκλήρωση εκπληρώνοντας τις βιολογικές τους ανάγκες, ο άνθρωπος είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με αυτή την προοπτική. Εφόσον είναι ανώτερος νοητικά, τότε είναι προορισμένος και για το ανώτερο είδος ευτυχίας. Η επιβίωση δεν του είναι αρκετή. Η ευτυχία του έχει να κάνει με το ευ ζην και η εκδοχή που την ταυτίζει με το ζην δεν είναι παρά υποτίμηση στο ζωώδες. Μόνο οι δούλοι θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με αυτό το ενδεχόμενο.

 Η ανθρώπινη ολοκλήρωση που ταυτίζεται απόλυτα (και αποκλειστικά) με τη βίωση των σωματικών ηδονών αποτελεί παραλογισμό (χωρίς αυτό να σημαίνει την άρνησή τους) με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν παράλογος ο ισχυρισμός ότι η ευτυχία μπορεί να ταυτιστεί με την απόλαυση του ύπνου: «Το ισχύει και για την ηδονή που προκαλεί ο ύπνος· σε τι διαφέρει να κοιμάται κανείς ύπνο ανέγερτο από την πρώτη μέρα του μέχρι την τελευταία, για χίλια χρόνια ή όσα να ‘ναι, από το να ζει ως φυτό;» (1216a 3-6).

 Η ταύτιση της εκπλήρωσης των σωματικών αναγκών με την ευτυχία αποτελεί παραπλάνηση που συσκοτίζει ακόμη περισσότερο την υπόθεση. Στην πραγματικότητα η ευτυχία ξεκινά αμέσως μετά την ικανοποίηση του σώματος ή, για να ειπωθεί διαφορετικά, η εκπλήρωση των σωματικών αναγκών αποτελεί την προϋπόθεση κι όχι την εκπλήρωση της ευτυχίας. Οι άνθρωποι που συγχέουν την ευτυχία με τις σωματικές ηδονές είναι εκείνοι που εκλαμβάνουν το μέσο ως αυτοσκοπό. Μοιραία, οι χαρές τους είναι καταδικασμένες στη ρηχότητα που αρμόζει στα ζώα.

 Για τον Αριστοτέλη οι κυρίαρχες εκδοχές ευτυχίας έχουν να κάνουν με την προτεραιότητα της γνώσης (φιλόσοφος τρόπος ζωής), των σωματικών ηδονών (απολαυστικός τρόπος ζωής) και της αναζήτησης των τιμών (πολιτικός τρόπος ζωής). Για το φιλόσοφο τρόπο ζωής ως παράδειγμα τίθεται η άποψη του Αναξαγόρα: «Λέγεται, λοιπόν, ότι ο Αναξαγόρας αποκρίθηκε σε κάποιον που του έθετε ανάλογα ερωτήματα κι απορούσε για ποιο λόγο καλύτερα να γεννηθεί από το να μη γεννηθεί, και του απάντησε: “για τη θεωρία του ουρανού και της τάξης του σύμπαντος”. Άρα, ο Αναξαγόρας εκτιμούσε ότι αξίζει κανείς να επιλέξει τη ζωή για χάρη κάποιας έγκυρης γνώσης» (1216a 14-19).

 Το παράδειγμα της απολαυστικής ζωής θα δοθεί στο πρόσωπο του Σαρδανάπαλλου: «Από την άλλη, μερικοί μακαρίζουν τον Σαρδανάπαλλο ή τον Σινδυρίδη τον Συβαρίτη ή όσους ζουν τον απολαυστικό βίο· όλοι αυτοί ανάγουν προφανώς την ευδαιμονία στην ηδονή» (1216a 20-23).

 Όσο για τον πολιτικό τρόπο ζωής: «Μερικοί άλλοι δε θα επέλεγαν ούτε ορισμένη γνώση ούτε τις σωματικές ηδονές αλλά τις ενάρετες πράξεις. Μάλιστα, κάποιοι επιλέγουν τις ενάρετες πράξεις όχι μόνο χάριν της φήμης, αλλά ακόμα κι αν οι καλές πράξεις δεν τους την προσδώσουν» (1216a 23-27).

 Για να διευκρινιστεί αμέσως: «Οι περισσότεροι πολιτικοί, πάντως, δε δικαιούνται αληθινά αυτό το όνομα, καθώς δεν είναι στ’ αλήθεια πολιτικοί· γιατί ο πολιτικός επιλέγει τις καλές πράξεις για χάρη των ίδιων των καλών πράξεων, ενώ οι πιο πολλοί προσεγγίζουν την πολιτική για το χρήμα και την απόκτηση περισσότερου πλούτου» (1216a 27-32).

 Η εκδοχή του πολιτικού που ενεργεί μόνο με την άσκηση της αρετής αποτελεί το πολιτικό σχόλιο του Αριστοτέλη που θέλει την πολιτική συνυφασμένη με την αρμονικότητα της συνύπαρξης επιφέροντας την ευτυχία σε συλλογικό επίπεδο. Σε περίπτωση που η πολιτική εξυπηρετεί προσωπικά οφέλη πλούτου ή ατομικής ανάδειξης αδιαφορώντας για τον αληθινό ρόλο της πολιτειακής συνοχής που καλείται να εκπληρώσει, τότε δεν είναι πολιτική (πρέπει να βρεθεί κάποια άλλη λέξη που να το εκφράζει αυτό), αφού ακυρώνεται εννοιολογικά.

 Απέναντι σε όλους αυτούς τους τρόπους ζωής (πολιτικό, φιλόσοφο, απολαυστικό) που προτάσσουν τη δική τους εκδοχή για την ευτυχία ο Αριστοτέλης θα παραθέσει και την άποψη του Σωκράτη: «Ο Σωκράτης […] θεωρούσε ως τελικό σκοπό τη γνώση της αρετής, και πάσχιζε να βρει τι είναι η δικαιοσύνη και τι η ανδρεία και τι η κάθε επιμέρους αρετή. Και είναι λογικό που ενεργούσε έτσι. Διότι φανταζόταν πως όλες οι αρετές είναι επιστήμες, με αποτέλεσμα να έρχονται ταυτόχρονα το να γνωρίζεις τι είναι δικαιοσύνη και το να είσαι δίκαιος» (1216b 3-9).

 Η αποστασιοποίηση του Αριστοτέλη από τη σωκρατική εκδοχή θα καταδειχθεί αμέσως: «Δηλαδή, έτσι και μάθαμε τη γεωμετρία ή την οικοδομική, είμαστε οικοδόμοι ή γεωμέτρες. Γι’ αυτό και έψαχνε μεν ο Σωκράτης να βρει τι είναι αρετή, όχι όμως και το πώς αποκτιέται και με ποια μέσα» (1216b 10-13).

 Με άλλα λόγια, η κατά το Σωκράτη αναγκαστική εφαρμογή της αρετής που θα επέλθει μετά τη γνώση της αριστοτελικά δεν ισχύει, καθώς άλλο η αναζήτηση της ουσίας ή του ορισμού της αρετής κι άλλο ο τρόπος που θα αποκτηθεί. Ο γνώστης της δικαιοσύνης δεν είναι κατ’ ανάγκη δίκαιος. 

 Πρόκειται για τη βαθύτερη αριστοτελική διαφωνία απέναντι στο σωκρατικό «ουδείς εκών κακός», αφού για τον Αριστοτέλη ο ακρατής πολυφαγάς, αν και γνωρίζει ότι βλάπτει τον εαυτό του, συνεχίζει να τρώει, χωρίς η επίγνωση της βλάβης του εαυτού να τον αποτρέπει.

 Στην ουσία, ο Σωκράτης συγχέει τις επιστήμες της θεωρίας με τις επιστήμες της δημιουργίας: «Πρόκειται, όμως, για κάτι που ισχύει στις επιστήμες της θεωρίας (λόγου χάρη στην αστρονομία ή στη φυσική ή στη γεωμετρία, όπου δεν υπάρχει κάτι άλλο πέρα από το να γνωρίσει κανείς και να μελετήσει τη φύση των αντίστοιχων επιστημονικών αντικειμένων· μόνο τυχαία μπορεί να προκύψει χρησιμότητά τους σε ποικίλες ανάγκες μας). Αντίθετα, στις επιστήμες της δημιουργίας διακρίνονται μεταξύ τους η επιστημονική γνώση και ο στόχος της· π.χ., άλλο είναι η υγεία και άλλο η ιατρική· άλλο η ευνομία (και τα παρόμοια) και άλλο η πολιτική» (1216b 13-22).

 Η αριστοτελική αντίληψη ότι μόνο οι επιστήμες της δημιουργίας άπτονται στόχου από τον οποίο και διαφοροποιούνται εννοιολογικά (η ιατρική στοχεύει στην υγεία και δεν είναι το ίδιο πράγμα με αυτή) καταδεικνύει ότι οι επιστήμες της θεωρίας (όπως η αστρονομία, η γεωμετρία και η φυσική) υπάρχουν μόνο για τη χαρά της γνώσης, χωρίς κάποιο πρακτικό σκοπό. Αφού τις μελετήσει κανείς και τις γνωρίσει σε βάθος, δεν απομένει τίποτε προς εφαρμογή.

 Η πρακτική αξιοποίηση των γνώσεων αυτών των επιστημών βρίσκονται έξω από την αντίληψη του Αριστοτέλη, αφού επαφίενται στο τυχαίο. Το πλαίσιο της εποχής, που αδυνατεί να αξιοποιήσει τέτοιου είδους γνώσεις, καθιστά σαφές ότι το κίνητρο της μελέτης των φυσικών φαινομένων δεν είχε χρησιμοθηρικό περιεχόμενο αλλά περιοριζόταν στην ευχαρίστηση του διανοητικού παιχνιδιού.

 Τελικά, το κίνητρο της μελέτης ήταν η γνώση που τίθετο ως αυτοσκοπός. Την άποψη αυτή ο Αριστοτέλης την επαναλαμβάνει και στο έργο του «Μετά τα Φυσικά». Στην πρώτη ενότητα του σχολικού βιβλίου των αρχαίων κατεύθυνσης για τη Γ΄ λυκείου με τίτλο «Γιατί φιλοσοφεί ο άνθρωπος;» παρατίθεται το εξής απόσπασμα (Α2, 98b 12-28) από το έργο «Μετά τα Φυσικά» σε μετάφραση του Βασίλη Κάλφα: «Γιατί, όπως συμβαίνει και τώρα, οι άνθρωποι άρχισαν για πρώτη φορά να φιλοσοφούν από περιέργεια και θαυμασμό. Στην αρχή θεώρησαν άξια θαυμασμού τα παράξενα της καθημερινής ζωής και, προχωρώντας σιγά σιγά με αυτόν τον τρόπο, άρχισαν να προβληματίζονται και για τα πιο σημαντικά, όπως λ.χ. για τα φαινόμενα της σελήνης και του ήλιου, για τα άστρα, για τη γέννηση του σύμπαντος. […] Εφόσον λοιπόν οι άνθρωποι φιλοσόφησαν για να ξεφύγουν από την άγνοιά τους, είναι φανερό ότι επιζήτησαν την επιστήμη για την ίδια τη γνώση και όχι χάριν κάποιας χρησιμότητας. Αυτό φαίνεται από την πορεία των πραγμάτων».

 Σε αντίθεση με τις θεωρητικές επιστήμες η αναζήτηση της αρετής έχει καθαρά πρακτικό περιεχόμενο, αφού πρέπει κανείς να πραγματώσει την αρετή για να ζήσει ευτυχισμένα: «Είναι καλό, βέβαια, να έχουμε γνώσεις για καθετί αξιόλογο, ειδικά όμως και κατεξοχήν με την αρετή το πιο πολύτιμο δεν είναι να έχουμε γνώσεις, αλλά να γνωρίζουμε πώς να την αποκτήσουμε. Διότι αυτό που θέλουμε δεν είναι να μάθουμε τι είναι ανδρεία, αλλά να είμαστε ανδρείοι· ούτε τι είναι δικαιοσύνη, αλλά να είμαστε δίκαιοι· το ίδιο ακριβώς και με την υγεία: όχι να ξέρουμε τι είναι αυτή αλλά πώς θα είμαστε υγιείς, και πιο πολύ να έχουμε ευεξία, παρά να γνωρίζουμε τι είναι αυτή» (1216b 23-31).

 Κατόπιν αυτών εκείνο που μένει να διευκρινιστεί είναι ο τρόπος που ο Αριστοτέλης θα διαχειριστεί ο υλικό του προκειμένου να καταλήξει στα προσωπικά του συμπεράσματα: «… για όλα τα παραπάνω πρέπει να αναζητήσουμε επιχειρήματα πειστικά, χρησιμοποιώντας τα φαινόμενα ως μαρτυρίες και ως παραδείγματα. Το πιο σπουδαίο είναι να συμφωνούν ολοφάνερα οι πάντες μ’ αυτά που θα ειπωθούν. Σε άλλη περίπτωση, θα πρέπει να παρουσιάσουμε μια γνώμη με την οποία θα συνταχθούν σχεδόν οι πάντες σιγά σιγά. Διότι στον καθένα υπάρχει ένα στοιχείο οικείο προς την αλήθεια, και υποχρεωτικά σ’ αυτό θα βασιστούμε για να δείξουμε τι ισχύει περί ευτυχίας· διότι θα προχωρήσουμε με αφετηρία όσα λέγονται μεν αληθινά, πλην όμως όχι και ξεκαθαρισμένα, και μετά θα έρθει και το ξεκαθάρισμα, καθώς θα προσλαμβάνεται κάθε φορά ό,τι είναι πιο γνώριμο ανάμεσα σε όσα συνήθως δε λέγονται με απόλυτη σαφήνεια» (1216b 32-44).

 Η αριστοτελική μεθοδολογία τίθεται πλήρως ξεκαθαρισμένα. Αρχικά συγκεντρώνονται όλες οι επικρατούσες απόψεις σε σχέση με το θέμα της διερεύνησης. Αφού παρουσιάζονται με σαφήνεια, έρχεται η ώρα της επιχειρηματολογίας, που θα ξεκαθαρίσει το δρόμο προς τις τελικές εκτιμήσεις.

 Τα επιχειρήματα οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τα φαινόμενα, καθώς αυτά θα χρησιμοποιηθούν ως παραδείγματα και μαρτυρίες. Επιχειρήματα που στέκονται στον αέρα χωρίς το πρακτικό υπόβαθρο της εμπειρίας δε φαίνεται να χρήζουν ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Η πρακτική εφαρμογή των απόψεων μέσα από τα εμπειρικά φαινόμενα που όλοι γνωρίζουν, όχι μόνο θα τις καταστήσουν κατανοητές, αλλά θα επιβεβαιώσουν και την αλήθεια τους.

 Το κοινό δεν πρέπει να υποτιμάται. Κάθε άνθρωπος γνωρίζει ψήγματα της αλήθειας. Τα εμπειρικά παραδείγματα θα αναδείξουν αυτά που είναι ήδη γνωστά φέρνοντας στο φως το σύνολο του συλλογισμού που ως εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε αποσπασματικά. Το συνονθύλευμα των απόψεων, που ενδέχεται όλες να κρύβουν τη δική τους επί μέρους αλήθεια, τώρα θα ταξινομηθεί με απόλυτη μεθοδικότητα ξεκαθαρίζοντας το τοπίο.

 Η καταγραφή του συνόλου των απόψεων και η εξονυχιστική κριτική διερεύνηση όλων των οπτικών θα καταδείξουν την επιστημονική συστηματοποίηση που θα οργανώσει τη σκέψη. Θα έλεγε κανείς ότι ο Αριστοτέλης είναι πρόθυμος να μετρήσει οτιδήποτε μετριέται και να καταγράψει οτιδήποτε καταγράφεται.

 Η φιλοσοφία παρουσιάζεται πριν από όλα ως μέθοδος σκέψης. Και το τελικό της ζητούμενο είναι η απάντηση στο «γιατί»: «… σε κάθε γνωστικό τομέα συναντάται διαφορά ανάμεσα σε όσα λέγονται με τρόπο φιλοσοφημένο και σε όσα με μη φιλοσοφημένο. Έτσι και με τα πολιτικά δεν πρέπει να θεωρούμε έργο περιττό την αντίστοιχη θεωρία, αφού με τη θεωρία θα αποκαλυφθεί όχι απλά το “τι” αλλά και το “γιατί”. Αφού το “γιατί” είναι το φιλοσοφημένο σε κάθε γνωστικό τομέα. Σίγουρα όμως το “γιατί” απαιτεί ευλαβική προσοχή» (1216b 44-51).

 Σε τελική ανάλυση, είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για το φιλοσοφικό λόγο ο διαχωρισμός του «τι» από το «γιατί». Αφενός γιατί αποτελούν δύο ξεχωριστά ζητήματα που πρέπει να ληφθούν σοβαρά σε κάθε φιλοσοφική διερεύνηση κι αφετέρου γιατί ο έλεγχος του ενός θα λειτουργήσει ως μορφή επαλήθευσης του άλλου, είτε επιβεβαιώνοντάς το (οπότε ο συλλογισμός κατοχυρώνεται) είτε ανατρέποντάς το (οπότε ο συλλογισμός διαψεύδεται).

 Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Είναι […] καλό να κρίνει κανείς ξεχωριστά από τη μία τι λέγεται για την αιτία ενός φαινομένου και από την άλλη το ίδιο το φαινόμενο. Αυτό γιατί, πρώτον, […] δεν πρέπει να στρέφουμε την προσοχή μας μόνο σε όσα αποδεικνύονται μέσω των συλλογισμών αλλά και συχνότερα στα ίδια τα φαινόμενα (στην πραγματικότητα, όταν κάποιοι δεν μπορούν με τα φαινόμενα να βρουν λύση, αναγκάζονται να πιστέψουν σε συλλογισμούς)· και δεύτερον, γιατί πολλές φορές το πόρισμα ενός συλλογισμού μοιάζει μεν αληθινό, πλην όμως όχι για την αιτία που επικαλείται ο συγκεκριμένος συλλογισμός. Διότι υπάρχει η δυνατότητα να δείξεις κάτι αληθές με κάτι το ψευδές» (1217a 12-21).

 Η αντίληψη ότι οι άνθρωποι «αναγκάζονται να πιστέψουν σε συλλογισμούς» όταν «δεν μπορούν με τα φαινόμενα να βρουν λύση» καταδεικνύει την απόλυτη προτεραιότητα της εμπειρίας σε σχέση με το στοχασμό. Με άλλα λόγια, ο συλλογισμός μπορεί να γίνει αποδεκτός μόνο στο επίπεδο που η εμπειρία αδυνατεί να δώσει απαντήσεις. Κατά συνέπεια, κάθε συλλογισμός που αντιβαίνει της εμπειρίας κρίνεται από θέση αρχής άκυρος.

 Φυσικά, το πλαίσιο της εποχής αφήνει πολλά περιθώρια συλλογισμών, λόγω του αδύνατου της πειραματικής επαλήθευσης. Όταν το πείραμα καταστεί δυνατό, τότε όλοι οι συλλογισμοί θα πρέπει να αντέξουν στον έλεγχό του. Εκείνοι που δεν επιβεβαιώνονται εγκαταλείπονται ως ψευδείς. Οι συγκρούσεις και οι διχογνωμίες αφορούν τα πεδία της επιστήμης που για λόγους τεχνικούς δεν μπορεί να υπάρξει πείραμα. Όταν οι δυσκολίες ξεπεραστούν το πείραμα θα καταδείξει την αλήθεια. Κι αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο της επιστημονικής μεθοδολογίας.

Αριστοτέλης: 
«Ηθικά Ευδήμια», 
βιβλίο πρώτο

Μπλέξαμε τα μπούτια μας




  Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ. Ο διχασμός έχει γίνει φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τουλάχιστον για την ώρα.

  Μπορεί να μη συνέβαινε το ίδιο στον πρωτόγονο κόσμο, αιώνες καταβολών όμως, πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας έχουν κάνει κάθε άνθρωπο να είναι ένα ολόκληρο πλήθος – διχασμένος, χωρισμένος, αντιφατικός.


  Το ένα του κομμάτι πηγαίνει από ‘δω, το άλλο πηγαίνει από ‘κει, 




στον διαμετρικά αντίθετο δρόμο και είναι σχεδόν ανέφικτο να κρατήσει κανείς τον εαυτό του συγκροτημένο.

  Και μόνο το γεγονός ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει, είναι ένα θαύμα. Θα μπορούσε να είχε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό.


  Επειδή όμως αυτός ο διχασμός είναι αντίθετος με τη φύση του, κάπου κρυμμένη στο βάθος εξακολουθεί να επιβιώνει η ενότητα. Επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι μία, όλες οι καταβολές και οι επιρροές καταστρέφουν κυρίως την περιφέρειά του. Το κέντρο όμως παραμένει ανέγγιχτο.




  Γι’ αυτό ο άνθρωπος καταφέρνει να εξακολουθεί να ζει. Η ζωή του όμως έχει γίνει κόλαση. Όλη η προσπάθεια της βιωματικής σοφίας(η σοφία που αποκτάται μέσα από τις εμπειρίες, τα βιώματα, την ίδια μας τη ζωή) στην επίτευξη του διαφωτισμού είναι το πώς να εξαλείψει αυτόν το διχασμό, αυτή τη διχασμένη προσωπικότητα, τον χωρισμένο άνθρωπο, πώς να γίνεις ολοκληρωμένος, κεντραρισμένος, αποκρυσταλλωμένος.


  Έτσι όπως είσαι, δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχεις. Δεν έχεις ύπαρξη. Είσαι ένα κουβάρι μαλλιά από μόνος σου και ένα σωρό φωνές φωνάζουν μέσα σου.




  Αν θέλεις να πεις ‘ναι’, αμέσως εμφανίζεται το ‘όχι’. Δεν μπορείς ούτε να ξεστομίσεις τη λέξη ‘ναι’, ολοκληρωτικά.

  Παρατήρησέ το, λες ‘ναι’ και από το βάθος ανασύρεται μαζί και το ‘όχι’. Ούτε μπορείς να πεις την απλή λέξη ‘όχι’, χωρίς να νιώθεις αντιφατικά την ίδια στιγμή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι εφικτή η ευτυχία. Η δυστυχία είναι το φυσικό επακόλουθο της διχασμένης προσωπικότητας.


  Δυστυχία, γιατί βρίσκεσαι συνεχώς σε διαμάχη με τον εαυτό σου. Δεν είναι ότι πολεμάς με τον κόσμο, μα κάθε στιγμή πολεμάς με τον ίδιο σου τον εαυτό.


  Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει ειρήνη;
  Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει σιωπή;
  Πως μπορείς να ησυχάσεις έστω και για μία μόνη στιγμή;


  Δεν έχεις ησυχία ούτε στιγμή. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, ονειρεύεσαι χίλια δυο πράγματα. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, σκαρώνεις ένα σωρό πράγματα – μια διαρκής διαμάχη. Έχεις γίνει πεδίο μάχης.


Αμφιβολίες, Διλήμματα, Διχασμός
OSHO

Ο πλάσας σε άνευ σου, ου δύναται σώσαι σε άνευ σου*

  «Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν(θυσιάζονται) για πράγματα που αμφιβάλλουν»


  Τι κάνουμε λοιπόν όταν δεν ξέρουμε τι να κάνουμε; Η πεποίθηση έχει να κάνει περισσότερο με το να είμαστε «πεπεισμένοι» παρά να έχουμε «τέλεια γνώση»—η γνώση της καρδιάς υπερισχύει της γνώσης του λογικού μας.


  Ὅπως εἶναι γνωστό σέ ὅλους μας, ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἔντονα ἀπό μία κυρίαρχη καί διαβρωτική ἀμφισβήτηση∙ ἀπό μία συνολική ἀπαξίωση καί ἀπόρριψη τῶν πάντων. Ζοῦμε στήν Νέα Ἐποχή τῆς ἀλλοίωσης, τῆς μετάλλαξης, τῆς διαστροφῆς καί τοῦ ἀρνητισμοῦ. Ζοῦμε στήν Νέα Ἐποχή τῆς σύγχυσης, τῆς πλάνης, τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀμετανοησίας∙ μιά ἐποχή ἀθεΐας, ἀντιθεΐας, αὐτονομημένης ἰσοθεΐας καί αὐτοθεοποίησης. Ζοῦμε στήν ἐποχή μιᾶς ἐκπληκτικῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης, πού ὁδήγησαν τόν ἄνθρωπο στήν θεοποίηση τῆς λογικῆς του καί τῶν φυσικῶν του δυνατοτήτων.

  Αὐτή ἡ Νέ­α Ἐ­πο­χή ὑ­πάρ­χει καί δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στούς ἀ­ντί­πο­δες τοῦ Θε­αν­θρώ­που. Ἀρ­νεῖ­ται καί ἀ­ντι­μά­χε­ται τήν ἀ­πο­κεκαλυμμένη ἀ­λή­θει­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­εῖ καί ἀ­πορρί­πτει τόν Θεάνθρωπο καί ὅλους ὅσους ἀγωνίζονται νά ἐπιτύχουν τόν ἁγιασμό τους, τήν θέωσή τους.

  Γευόμαστε καθημερινά καί σέ συλλογικό ἐπίπεδο τόν πόλε­μο πού γίνεται κα­τά τῆς πίστεώς μας, κατά τῆς παραδό­σε­ώς μας, τῶν ἀρχῶν, τῶν ἀξιῶν καί τῶν ἰδανικῶν τοῦ λα­οῦ μας. Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἑλ­λά­δα μας, τήν  ἀπαστράπτουσα πνευματικά πα­τρί­δα μας, κάποιοι ἐπηρμένοι αὐ­το­α­πο­κα­λού­με­νοι δι­α­φω­τι­στές, γο­η­τευ­μέ­νοι ἀ­πό τά ψευ­δο-σπιν­θη­ρί­σμα­τα τῆς ἀλ­λοι­ω­τι­κῆς νε­οε­πο­χι­κῆς ἰ­δε­ο­λη­ψί­ας τους, ἐ­πι­δι­ώ­κουν νά κα­ταρ­γή­σουν τήν πί­στη, τήν πα­ρά­δο­ση καί τήν ἱ­στο­ρι­κή αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τοῦ  λα­οῦ μας.

  Ἀνάλογα φαινόμενα διαπιστώνουμε, δυστυχῶς, καί μεταξύ ἡ­μῶν τῶν ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νῶν, μή ἐξαιρουμένων τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν, πού πολλές φορές δέν βι­ώ­νου­με γνήσια καί αὐθεντικά τόν εὐαγγελικό τρόπο ζωῆς, ἀλλά ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν λογικοκρατία, τήν ἐκλογικευμένη καί ἰδεολογικοποιημένη πίστη, ἀπό τήν διαλυτική ἐκκοσμίκευση καί τόν δυτικό τρόπο ζωῆς, οὐσιαστικά ἀποκλίνουμε καί ἐκτροχιαζόμαστε ἀπό τόν ἴδιο τόν προορισμό μας, τό ἴδιο τό νόημα καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεώς μας, ὅπως μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό καί Δημιουργό μας.

  Ὅ­λα αὐ­τά τά φαι­νό­με­να, ἄλλωστε, τῆς σή­ψε­ως καί τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς ἀ­πα­ξι­ώ­σε­ως καί τοῦ ἐκ­μαυ­λι­σμοῦ, πού μᾶς κα­τα­κλύ­ζουν, δέν γεν­ή­θη­καν σή­με­ρα, ξαφ­νι­κά καί ἀ­ναί­τια. Εἶ­ναι ἀ­πό­το­κα τῆς φι­λαυ­τί­ας, τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ, τῆς ἀ­λα­ζο­νεί­ας, τῆς νοησιαρχίας, τῆς αὐ­τάρ­κειας, τῆς φι­λο­χρη­μα­τί­ας, τῆς ἀπληστίας, τοῦ και­ρο­σκο­πι­σμοῦ, τῆς ἄκρατης εὐ­δαι­μο­νί­ας, πού κυ­ο­φο­ροῦν­ται ἐ­πί μα­κρόν δι­ά­στη­μα μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α μας. Εἶ­ναι ἡ ἀ­μαύ­ρω­ση τοῦ κα­τ’ εἰ­κό­να καί ἡ ἀ­προ­σπά­θειά μας γιά τό κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν, ἡ ἀ­πο­στα­σί­α μας ἀ­πό τόν Θε­ό, ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ καί ἡ θε­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που.

  Καί ὅλα αὐτά γίνονται, παρότι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ ἕνα καί μόνο σκοπό, νά θεωθεῖ, νά γίνει, δηλαδή, θεός κατά χάριν.

  Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, «ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τοῦ “κατ᾿ εἰκόνα” στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ φθάσει πολὺ ὑψηλά, νὰ πετύχει μὲ αὐτὰ τὴν ὁμοίωσή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πλάστη του, νὰ ἔχει μία ὄχι ἐξωτερική, ἠθικὴ σχέση μαζί Του, ἀλλὰ μία προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό του».

  Εἶναι ἴσως πολὺ τολμηρὸ -συνεχίζει ὁ φωτισμένος Γέροντας- ἀκόμη καὶ νὰ λέμε καὶ νὰ σκεπτόμαστε, ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε θεοὶ κατὰ Χάριν. 

  Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες δὲν μᾶς τὸ ἀπέκρυψαν. Ὑπάρχει δυστυχῶς ἄγνοια στοὺς ἀνθρώπους. Διότι νομίζουν ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἁπλῶς ἡ ἠθικὴ βελτίωσή μας, τὸ νὰ γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι. Ἐνῶ ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴν Παράδοση καὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες, μᾶς παραδίδεται ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος μόνο καλύτερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι, ἠθικώτερος, δικαιότερος, ἐγκρατέστερος, προσεκτικότερος.

  Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μεγάλος σκοπός, ὁ τελικὸς σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός; Ἡ θέωσις. Τὸ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ ἕνα ἐξωτερικὸ ἢ συναισθηματικὸ τρόπο, ἀλλὰ ὀντολογικά, πραγματικά»1 .

  Γιά νά φθάσει, ὅμως σέ αὐτή τήν ὀντολογική ἕνωση μέ τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά στρέψει τόν νοῦ, τήν καρδιά καί τήν ἀγάπη του ἀπό τά κτίσματα στόν Κτίστη, ὥστε φωτισμένος πλέον ὁ νοῦς καί μέ κεκαθαρμένη καρδιά νά δεῖ καί νά γνωρίσει τόν Θεό, νά φθάσει δηλαδή στήν θέωση. Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἔντονα ἀπό τήν ἄγνοια ἤ τήν περιθωριοποίηση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς, ἀκόμη καί ἀπό ἐμᾶς τούς πιστούς, δίνοντας ἀποκλειστική σημασία στήν λογική, στήν θεοποίηση τῆς λογικῆς καί τήν ἀναγόρευσή της σέ ὑπέρτατη αὐθεντία καί μοναδικό ρυθμιστή τῶν κρίσεων καί τῶν ἐπιλογῶν. 

  Κυριαρχεῖται, δηλαδή, ἀπό τόν ὀρθολογισμό, πού εἶναι ἡ ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη στήν λογική μας· εἶναι ἡ ἀναγωγή της σέ ἀπόλυτη καί κυρίαρχη ἀξία. Μέ τήν λογική, ὅμως, ὅπως θα δείξουμε στήν συνέχεια, δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε σέ καμμία περίπτωση τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ὁ ὀρθολογισμός εἶναι ἐσφαλμένη ὁδός θεογνωσίας.

  Τόν Θεό τόν γνωρίζουμε μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά. Ὁ φωτισμένος νοῦς καί ἡ κεκαθαρμένη ἀπό τά πάθη καρδιά φθάνουν στήν γνώση τοῦ Θεοῦ· βιώνουν ἐμπειρικά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ· μετέχουν στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί βλέπουν τό ἄκτιστο Φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.

  Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ νοῦς καί ἡ λογική εἶναι γνωστικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Γιά τόν λόγο αὐτό καί γιά τήν εὐχερέστερη κατανόηση τοῦ θέματός μας, εἶναι ἀπαραίτητο νά κάνουμε μία εἰσαγωγή καί νά ἀναφερθοῦμε συνοπτικά στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἀπλανή ὁδηγό τήν ἑρμηνεία καί τήν ἐμπειρία τῶν Πατέρων2.

  Εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε τί εἶναι ἡ ψυχή, ποιές εἶναι οἱ ἰδιότητες καί τά γνωρίσματά της, πότε καί πῶς δημιουργεῖται, ποιά εἶναι ἡ σχέση της μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα καί τί συμβαίνει μέ τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό σῶμα, ὅταν ἐπέρχεται, δηλαδή, ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου.



  Εἰσαγωγικά περί ψυχῆς

  Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι κτιστή. Εἶναι «οὐσία γεννητὴ», ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης3.

 Ἡ ψυχή, λοιπόν, εἶναι κτιστή, δημιουργημένη καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄναρχος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.

  Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Ἄρα κανένα κτίσμα δέν εἶναι αἰώνιο καί ἀθάνατο. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή θνητή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

  Ἡ ψυχή εἶναι ἐθελότρεπτη, αὐτεξούσια, ἔχει, δηλαδή, ἐλεύθερη βούληση, ἐλεύθερη προαίρεση καί ἐλεύθερη ἐπιλογή. Τό αὐ­τε­ξού­σιο εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του, νά ἐ­πι­λέ­γει ἐ­λεύ­θε­ρα καί ἀ­βί­α­στα τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς του καί τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τάς του. 

  Τό­σο πο­λύ, μά­λι­στα, σέ­βε­ται ὁ Θε­ός τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού:  «ὁ ἄ­νευ σοῦ πλά­σας σε (Θε­ός) οὐ δύ­να­ται ἄ­νευ σοῦ σῶ­σαί σε»· δη­λα­δή ὁ Θε­ός, πού χω­ρίς τήν δι­κή σου συμ­με­το­χή σέ ἔ­πλα­σε, δέν μπο­ρεῖ, χω­ρίς τήν δι­κή σου συμ­με­το­χή, νά σέ σώ­σει.

 Τό αὐτεξούσιο εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν. «Ἰ­σό­θε­ον γὰρ ἔ­στι τὸ αὐ­τε­ξού­σιον»4 , μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης.


  Ἕνα καίριο ἐρώτημα, τό ὁποῖο ἀνέκαθεν ἀπασχολοῦσε τόν ἄνθρωπο καί τό ὁποῖο δέν ἀπαντήθηκε ποτέ ἐπαρκῶς οὔτε ἀπό τήν φιλοσοφία οὔτε ἀπό τήν ἰατρική ἐπιστήμη, εἶναι τό πῶς καί πότε δημιουργεῖται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία ὅμως, τό ἔχει ἀπαντήσει σαφέστατα. Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος.

  Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»· μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἡ ψυχή εἶναι ἐξ ἀρχῆς ὁλοκληρωμένη, δέν μπορεῖ, ὅμως, νά ἐκδηλώσει τίς ἐνέργειές της ἐξ ἀρχῆς λόγῳ τοῦ μή ἀνεπτυγμένου ἀνθρωπίνου σώματος. Οἱ ἐνέργειές της, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως.

  Κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν συγγραφέα τῆς Κλίμακος, «κατ’ αὔξησιν γὰρ τὴν τοῦ σώματος καὶ αὕτη τὰς οἰκείας ἐνεργείας διαδείκνυσι»5, ὅσο, δηλαδή, αὐξάνεται τὸ (ἀνθρώπινο) σῶμα, τόσο φανερώνει καὶ ἡ ψυχή τὶς ἐνέργειές της.

  Τό τονίζουμε αὐτό διότι κυκλοφοροῦν ποικίλες λανθασμένες ἀπόψεις καί θεωρίες γιά τό θέμα. Κάποιες ἀπό αὐτές ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ψυχή δημιουργεῖται τούς πρώτους μῆνες τῆς ζωῆς τοῦ ἐμβρύου καί συγκεκριμένα μετά τόν τρίτο μήνα τῆς κυήσεως. Μέ τόν τρόπο αὐτό μάλιστα ἀπενοχοποιοῦν τίς ἀμβλώσεις, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό πραγματικοί ἠθελημένοι φόνοι καί μάλιστα κατά ἀνυπεράσπιστων νηπίων.

  Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑπάρχουν καί οἱ θεωρίες, πού εἶναι ἐπηρεασμένες ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ψυχή προϋπάρχει τοῦ σώματος.

 Εἶναι ἡ γνωστή θεωρία τῆς προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, παράγωγο τῆς ὁποίας εἶναι καί αὐτή τῆς μετεμψυχώσεως. 

  Κατά τόν μέγιστο Ἕλληνα φιλόσοφο Πλάτωνα, ἡ ψυχή, ἔχοντας ἁμαρτήσει στόν χῶρο τῶν ἰδεῶν, τιμωρεῖται ἀπό τόν Θεό καί ἐγκλωβίζεται στό ἀνθρώπινο σῶμα, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν φυλακή τῆς ψυχῆς.6

  Τό σῶμα, ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ἀλλά κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο εἶναι ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος7.

 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «Δέν εἶναι ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά τό σῶμα μέσα στήν ψυχή»8.

  Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ9. Εἶναι, δηλαδή, καί μέσα σέ ὁλόκληρο τό σῶμα, ἀλλά ταυτόχρονα περιβάλλει ἐξωτερικά καί ὁλόκληρο τό σῶμα.

 Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.10


  Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

  Μετά τόν φυσικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου καί τήν διάρρηξη τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας, ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στήν Δευτέρα Παρουσία, μέ τό δικό της σῶμα μέ τό ὁποῖο ἔζησε στήν γῆ. 

  Τό σῶμα, πού θά ἔχει πεθάνει, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, στήν γῆ, θά ἀναστηθεῖ, θά ἀναπλασθεῖ καί θά ἀνακαινιστεῖ κατά τήν μέλλουσα κρίση.

  Θά εἶναι πνευματικό καί ἄφθαρτο, ὄχι ὅμως καί ἄϋλο, ἀφού ἄϋλος εἶναι μόνο ὁ Θεός.

  Ὡς κτιστό, θά ἔχει κάποια ὑλικότητα. Θά ἔχει διαστάσεις, ἀλλά ὄχι βαρύτητα. Θά εἶναι διακριτό, θά ἔχει, δηλαδή, σχῆμα ἀναγνωρίσιμο (θά ἀναγνωρίζεται, δηλαδή, ποιός εἶναι ὁ καθένας). Ἡ ψυχή, πού δέν πεθαίνει ποτέ ὀντολογικά, γιατί εἶναι κατά χάριν ἀθάνατη, θά συνδεθεῖ ξανά μέ τό δικό της ἀνακαινισμένο πλέον σῶμα καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, καί πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος. Καί, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ πολύ γνωστός καί πολυγραφότατος θεολόγος, φιλόλογος καί συγγραφέας τῆς ἐποχῆς μας, μακαριστός Νικόλαος Βασιλειάδης στό θαυμάσιο καί κλασικό του βιβλίο «Τό Μυστήριο τοῦ Θανάτου», «τό σῶμα ἐκεῖνο θά εἶναι τό “αὐτό καί οὐκ αὐτό”, ὅπως σημειώνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Δηλαδή, θά εἶναι αὐτό τοῦτο τό σῶμα, πού ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά μέ ἰδιότητες διαφορετικές»11.

  Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του.

  Στήν αἰώνια ζωή, λοιπόν, μετά τήν τελική Κρίση, αὐτός ὁ ἄφθαρτος καί ἀνακαινισμένος πλέον ἄνθρωπος, εἴτε σεσωσμένος εἴτε κολασμένος, θά βλέπει τό ἴδιο πρᾶγμα, δηλαδή τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχουν τό ἴδιο τέλος.

  Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμένοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμένοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς [κατα]καίη... Ἡ βίωσις, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ».


  Ὁπότε τό ἔργο τῶν παπάδων –συνεχίζει- δέν εἶναι νά μᾶς βοηθήσουν νά δοῦμε αὐτήν τήν δόξα, διότι αὐτό θά γίνη ὁπωσδήποτε. Τό ἔργο ἑστιάζεται στό πῶς θά δῆ ὁ κάθε ἄνθρωπος τόν Θεόν... Δηλαδή τό ἔργο εἶναι νά κηρύττη στούς ἀνθρώπους ὅτι ὑπάρχει Θεός ἀληθινός, ὅτι ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται εἴτε ὡς Φῶς εἴτε ὡς πῦρ καταναλίσκον, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θά δοῦμε τόν Θεόν, καί νά μας προετοιμάζη , ὥστε νά δοῦμε τόν Θεόν ὄχι σάν φωτιά, ἀλλά σάν Φῶς.

 Αὐτή ἡ προετοιμασία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, πού θέλουν νά δοῦν τόν Θεόν ὡς Φῶς, εἶναι στήν οὐσία της μία θεραπευτική ἀγωγή, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀρχίση καί νά τελειώση σ’ αὐτήν τή ζωή. Πρέπει σ’ αὐτήν τή ζωή νά γίνη ἡ θεραπεία καί νά περατωθῆ. Διότι μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια»12 .

  Γι’ αὐτό καί εἶναι τελείως ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψη τῶν κατηγόρων τοῦ χριστιανισμοῦ ὅτι ὁ χριστιανισμός εἶναι θρησκεία πού ἐνδιαφέρεται μόνο γιά κάποια ἄλλη ζωή, γιά ἕναν μακρυνό δηλαδή Παράδεισο. Ὁ χριστιανισμός κατ’ ἀρχήν δέν εἶναι θρησκεία, δέν εἶναι φιλοσοφικό σύστημα, δέν εἶναι ἀξιακό σύστημα, δέν εἶναι κοινωνικό σύστημα· δέν εἶναι μιά σειρά ἀπό ἐντολές καί ἀπό κανόνες, πού ἡ τήρησή τους θά μᾶς ἐξασφαλίσει μιά θέση στόν Παράδεισο. Δέν εἶναι ἕνα σύνολο ἐναρέτων καί ἠθικῶν ἀνθρώπων, πού ἐπιτελοῦν καλές πράξεις, ὥστε νά ἀνταμειφθοῦν γιά αὐτές στήν ἄλλη ζωή. Ὁ χριστιανισμός εἶναι ἀποκάλυψη, εἶναι ἡ ἀποκεκαλυμένη Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ.

 Ὁ Θεός δέν ἀνακαλύπτεται, ἀλλά ἀποκαλύπτεται στούς ἀνθρώπους, πού ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά.


  Ὁ Χριστός δέν εἶναι οὔτε κοινωνικός ἐργάτης, οὔτε φιλόσοφος καί ὅσοι τόν ἀντιμετωπίζουν ἤ τόν ἀποδέχονται μόνο ὡς στοχαστή, ἐπαναστάτη ἤ κοινωνικό μεταρρυθμιστή ἤ ὅσοι ἀναγνωρίζουν ὡς Θεό μία ἀπρόσωπη ἀνώτερη δύναμη καί μόνο, ὅσοι δηλαδή δέν ἀναγνωρίζουν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τό Θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος), αὐτοί δέν μποροῦν οὐσιαστικά νά εἶναι χριστιανοί καί μάλιστα ὀρθόδοξοι, ἄν δέν ἐνεργοποιοῦν τήν ἐν Χριστῷ ταυτότητά τους.

  Ὁ χριστιανισμός, λοιπόν, δέν εἶναι θρησκεία, ἀλλά ἀπεναντίας εἶναι ἡ «θεραπεία ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς θρησκείας», ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός καί συνεχίζει λέγοντας πώς «ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶναι ἕ­να ἀνοικτό νοσοκομεῖο μέσα στήν ἱστορία (“ἰατρεῖον πνευματικόν” κατά τόν Ἰ. Χρυσόστομο), πού προσφέρει τή θεραπεία τῆς καρδίας (κάθαρση) γιά νά προχωρήσει κανείς στόν “φωτισμό” της ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τελικά νά φθάσει στή “θέωση”, τόν μοναδικό προορισμό τοῦ ἀνθρώπου»13.

  Γι’ αὐτό καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τόνιζε συνεχῶς καί μέ ἐπιμονή ὅτι «ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α δέν εἶ­ναι ἕ­να πρα­κτο­ρεῖ­ο πού κό­βει εἰ­σι­τή­ρια γιά τόν Πα­ρά­δει­σο, ἀλ­λά εἶ­ναι νο­σο­κο­μεῖ­ο πού θε­ρα­πεύ­ει τόν ἄν­θρω­πο, ὥ­στε, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος δῆ τόν Θε­ό, τό­τε ὁ Θε­ός νά γί­νη Πα­ρά­δει­σος γι’ αὐ­τόν.

  Οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι, οἱ ὁ­ποῖοι θε­ρα­πεύ­θη­καν καί γι’ αὐ­τό βί­ω­σαν τό ἔ­λε­ος καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Θε­ρα­πεύ­θη­κε ἡ ψυ­χή τους καί τό σῶ­μα τους, γι’ αὐ­τό καί ἔ­χουν μέ­σα τους τήν Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος»14 .

  Τί εἶναι, ὅμως, τό ἄκτιστο φῶς, θά ρωτοῦσε κάποιος, γιά τό ὁποῖο τόσος πολύς λόγος γίνεται καί ἡ θέα καί ἡ μέθεξη τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ κύριος σκοπός τῆς ζωῆς μας καί θά εἶναι αὐτό πού θά ἀπολαμβάνουμε στήν ἄλλη ζωή;

  «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς»15. Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, στήν πρώτη του ἐπιστολή, ἐπαναλαμβάνει αὐτή τήν μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ: «Καί αὕτη ἐστίν ἡ ἐπαγγελία ἥν ἀκηκόαμεν ἀπ' αὐτοῦ [τοῦ Χριστοῦ] καί ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστι καί σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία»16. Δηλαδή: Σᾶς ἀναγγέλλουμε αὐτήν τήν ἀγγελία, τήν ὁποία ἀκούσαμε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι φῶς καί δέν ὑπάρχει σ’ Αὐτόν καθόλου σκοτάδι.

  Ἡ θέα καί ἡ θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός δέν μπορεῖ, βεβαίως, νά περιγραφεῖ μέ λόγια. Δέν μποροῦν τά κτιστά λόγια νά περιγράψουν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Γι’ αὐτό καί θά μεταφέρουμε, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, βέβαια, τήν ἐμπειρία τῶν Πατέρων, τῶν θεοπτῶν δηλαδή, ἔτσι ὅπως τήν βίωσαν καί τήν καταγράφουν οἱ ἴδιοι, ὥστε νά λάβουμε μία ἐλάχιστη γνώση.

  Τό ἄκτιστο φῶς, εἶναι ἡ ἄκτιστη καί θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο καί ἀκραιφνές (καθαρό) φῶς, ἄναρχον καὶ ἀΐδιον, πού πληροῖ τόν ἀνακαινιζόμενο ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά καί ἱλαρότητα καί εἶναι πηγή ὑπερφυῶν χαρισμάτων καί ἀποκάλυψη οὐρανίων μυστηρίων. Εἶναι ὁμοιόμορφο, ἀκέραιο καί γεμάτο ἀπό μιά βαθειά εἰρήνη.

  Τό ἄκτιστο φῶς, κατά τόν ἁγιασμένο Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, εἶναι ὡς πρός τήν φύση του θεία [ἄκτιστη, δηλαδή,] ἐνέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς. Κατά τή θέα του ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, πού ἐμπλουτίζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο17.

  Τό θεῖο φῶς εἶναι ἄνωθεν δωρεά, εἶναι ἀκτινοβολία τῆς ὑπερκοσμίου δόξης, ἡ δόξα του πληροῖ τά πάντα. Εἶναι ἡ δόξα τῆς θείας φύσεως, ἡ καλλονή τοῦ μέλλοντος καί μένοντος αἰῶνος, ἡ ἄναρχος καί ἀδιάδοχος βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄκτιστο, ἀνονόμαστο, ἀκράτητο, ἀκατάληπτο, ἄϋλο. Κάποτε γίνεται ὁρατό καί μέ τά σωματικά μάτια [ἐφόσον, βεβαίως, ἐνισχυθοῦν καταλλήλως ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ]. Εἶναι ἱλαρό καί τρυφερό, ἑλκύει πρός αὐτό καί τήν καρδιά καί τόν νοῦ οὕτως, ὥστε νά ἐπιλανθάνεταί τις τῆς γῆς [νά ξεχνᾶ κανείς τά γήινα], ἁρπαζόμενος εἰς ἄλλον κόσμον»18 .

  
  Ἐδῶ κλείνουμε τήν εἰσαγωγή περί τῆς ψυχῆς καί εἰσερχόμαστε στό κυρίως θέμα. Ἴσως κάποια ἀπό αὐτά πού ἀναφέρθηκαν, καί ὅσα θά ἀναφερθοῦν καί στήν συνέχεια, θεωροῦνται κάπως δύσκολα, καί ὄντως εἶναι δύσκολα στήν κατανόησή τους, ὅταν μάλιστα ἐλάχιστα ἔχουμε ἐντρυφήσει σέ αὐτά. Συγχωρέστε μας, ἀλλά θά ἐπιμείνουμε σέ αὐτά, κι ἄς εἶναι δύσκολα, καθώς θεωροῦμε πολύ σημαντικό νά ἀσχολούμαστε καί μέ τέτοια θεολογικά καί δογματικά ζητήματα. Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι χριστιανοί, τολμῶ νά πῶ καί κληρικοί καί μοναχοί, εἴμαστε ἀδαεῖς καί ἀπληροφόρητοι γιά τά καίρια καί σωτηριολογικῆς καί αἰώνιας σημασίας ζητήματα τῆς ζωῆς.    

  Οἱ Πατέρες πάντοτε στίς ὁμιλίες τους καί στά κείμενά τους ἀναφέρονταν, εὐκαίρως - ἀκαίρως, στίς δογματικές ἀλήθειες καί τήν θεολογία τῆς πίστεώς μας καί γι’ αὐτό οἱ χριστιανοί τῶν παλαιότερων ἐποχῶν ἦταν γνῶστες αὐτῶν τῶν θεμάτων. Ἔτσι ὁ πιστός λαός, ὡς ἐνημερωμένος, ὑπῆρξε πάντοτε καί ὁ φύλακας τῆς πίστεώς μας.



  Ὁ νοῦς ὡς ὄργανο Θεογνωσίας

  Ἡ εἰσαγωγική ἀναφορά στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀπαραίτητη γιά τήν κατανόηση τοῦ θέματος, καθώς ὁ νοῦς καί ὁ λόγος (ἡ λογική) εἶναι δύο ἀπό τίς γνωστικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς, συνιστοῦν, δηλαδή, τήν νοερά καί λογική ἐνέργειά της.


  Ἡ νοερά ἐνέργεια τοῦ νοῦ, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες, προσιδιάζει στήν γνώση καί ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου (τό ὁποῖο εἶναι καί ὑπέρλογο), δηλαδή τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ λογική ἐνέργεια στήν γνώση τοῦ κτιστοῦ, τοῦ φυσικοῦ δηλαδή κόσμου, πού μᾶς περιβάλλει.

  Ἴσως λεκτικά νά ἠχεῖ ὡς πλεονασμός, ὅταν μιλᾶμε γιά λογική καί νοερά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Κι αὐτό γιατί ἡ χρήση τῆς γλώσσας καί οἱ ὅροι εἶναι ἐπηρεασμένα σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ὅπου οἱ λέξεις λογική καί νοερά θεωροῦνται συνώνυμες καί οἱ ἔννοιές τους ταυτόσημες.

  Ταυτόσημες θεωροῦνται, ἐπίσης, καί οἱ ἔννοιες νοῦς, λογική καί διάνοια, τίς ὁποῖες θά δοῦμε παρακάτω. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅμως, οἱ λέξεις αὐτές λαμβάνουν διαφορετικό περιεχόμενο καί σημαίνουν διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ὁ νοῦς καί ἄλλο ὁ λόγος, ἡ λογική.

  Γι’ αὐτό καί οἱ Πα­τέ­ρες, κυρίως ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μᾶς δι­δά­σκουν ὅ­τι στόν ἄν­θρω­πο ὑ­πάρ­χουν δύ­ο γνω­στι­κά κέν­τρα, δύ­ο τρό­ποι, δη­λα­δή, γιά νά κα­τα­λα­βαί­νει ὁ ἄνθρωπος τά πράγ­μα­τα, τήν κτι­στή φυ­σι­κή δη­μι­ουρ­γί­α, δηλαδή, ἀλλά καί τόν ἴ­διο τόν Θε­ό.

   Τό ἕ­να κέν­τρο εἶ­ναι ὁ νοῦς, πού ἐνεργεῖται, ἔ­χει, δηλαδή, τήν ἕ­δρα του στήν καρ­διά, στήν πνευματική καρδιά, πού εἶναι τό κέντρο τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἄλλο κέντρο εἶ­ναι ὁ λό­γος, ἡ λο­γι­κή, πού δρᾶ καί ἐνεργεῖ διά τοῦ ἐγ­κε­φά­λου. Αὐ­τά τά δύ­ο γνω­στι­κά κέν­τρα ἀ­πο­κα­λοῦν­ται, ἐ­πί­σης, ἀ­πό τούς Πα­τέ­ρες πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση (ὁ νοῦς) καί φυ­σι­κή γνώ­ση (ὁ λό­γος, ἡ λο­γι­κή).

  Ὁ νοῦς εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ψυ­χῆς καί γι’ αὐ­τό οἱ Πα­τέ­ρες τόν ἀ­πο­κα­λοῦν «τό ἡ­γε­μο­νι­κόν τῆς ψυ­χῆς» ἤ τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρη­τι­κή ἐ­νέρ­γεια τῆς ψυ­χῆς.     Μέ τόν νοῦ ὁ ἄν­θρω­πος γνω­ρί­ζει τόν Θε­ό, ἀ­πο­κτᾶ τήν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πο­κτᾶ, δηλαδή, τήν πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση.

  Ὁ λό­γος (ἡ λο­γι­κή) εἶ­ναι ἡ πρα­κτι­κή ἐ­νέρ­γεια τῆς ψυ­χῆς. Μέ τόν λό­γο (τήν λο­γι­κή) ὁ ἄν­θρω­πος γνω­ρί­ζει τήν φύ­ση καί τήν κτι­στή δη­μι­ουρ­γί­α. Ἡ γνώ­ση τῆς κτίσεως καί τοῦ φυσικοῦ κόσμου, τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, δηλαδή, τοῦ Θε­οῦ βο­η­θά­ει, βε­βαί­ως, τόν ἄν­θρω­πο νά ὁδηγηθεῖ πρός τήν γνώ­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁ­ποί­α, ὅ­μως, ἀ­πο­κτᾶ μόνο μέ τόν νοῦ. Μέ τήν λο­γι­κή, δη­λα­δή, δέν μπο­ροῦ­με νά γνω­ρί­σου­με τόν Θε­ό, πού εἶναι ὑπέρλογος. Ἡ λο­γι­κή μᾶς ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­νάγ­κη τῆς πί­στε­ως στόν Θε­ό. Ἡ ἀ­λη­θι­νή, ὅ­μως, γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται μέ τόν νοῦ, μέ τήν καρ­διά.

  Τό με­γα­λύ­τε­ρο ἐμ­πό­διο, πού δέν ἐ­πι­τρέ­πει στόν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο νά φθά­σει στήν γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό:

   ὅ­τι προ­σπα­θεῖ νά Τόν γνω­ρί­σει μέ λά­θος τρό­πο, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας λαν­θα­σμέ­να μέ­σα. Ἀν­τι­κα­θι­στᾶ, δη­λα­δή, τόν νοῦ μέ τόν λό­γο (τήν λο­γι­κή) καί κα­τα­λή­γει ἔ­τσι στόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό καί στήν ἀ­δυ­να­μί­α νά γνω­ρί­σει ἀ­λη­θι­νά τόν Θε­ό.

  Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἅγιος Πα­ΐ­σιος ὁ ἁγιορείτης: «Ἡ λο­γι­κή, ἡ φυ­σι­κή γνώ­ση δη­λα­δή, εἶ­ναι αὐ­τή πού μᾶς βο­η­θά­ει νά ἀ­πο­κτή­σου­με [καί] τήν πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρα­μέ­νη στήν φυ­σι­κή γνώ­ση, πα­ρα­μέ­νη στήν φύ­ση καί δέν ἀ­νε­βαί­νει στόν Οὐ­ρα­νό. Δη­λα­δή πα­ρα­μέ­νει στόν ἐ­πί­γει­ο Πα­ρά­δει­σο πού πο­τι­ζό­ταν ἀ­πό τόν Τί­γρη καί τόν Εὐ­φρά­τη καί χαί­ρε­ται τήν ὄ­μορ­φη φύ­ση μέ τά ζῶ­α, ἀλ­λά δέν ἀ­νε­βαί­νει στόν οὐ­ρά­νιο Πα­ρά­δει­σο, νά χα­ρῆ μέ τούς Ἀγ­γέ­λους καί τούς Ἁ­γί­ους. Γιά νά ἀ­νε­βοῦ­με στόν οὐ­ρά­νιο Πα­ρά­δει­σο, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη ἡ πί­στη στόν Νοι­κο­κύ­ρη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, γιά νά Τόν ἀ­γα­πή­σου­με, νά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας, νά τα­πει­νω­θοῦ­με, γιά νά Τόν γνω­ρί­σου­με καί νά συ­νο­μι­λοῦ­με μα­ζί Του προ­σευ­χό­με­νοι καί νά Τόν δο­ξά­σου­με καί ὅ­ταν μᾶς βο­η­θά­η καί ὅ­ταν μᾶς δο­κι­μά­ζη»19.



  Ἡ ἀσθένεια τοῦ νοῦ

  Σύμφωνα μέ τόν Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θεο­ καί τόν μα­κα­ρι­στό Κα­θη­γη­τή π. Ἰ­ω­άν­νη Ρω­μα­νί­δη, «τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ Ἀ­δάμ συ­νί­στα­ται κυ­ρί­ως σέ τρί­α πράγ­μα­τα. 

  Τό πρῶ­το ὅ­τι ἔ­παυ­σε ὁ νοῦς νά λει­τουρ­γεῖ. Τό δεύ­τε­ρο ὅ­τι ταυ­τί­στη­κε ὁ νοῦς μέ τήν λο­γι­κή, γι­’ αὐ­τό ὁ πε­πτω­κώς ἄν­θρω­πος δέν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ὁ νοῦς. Ξέ­ρει μό­νο τί εἶ­ναι ἡ λο­γι­κή. Καί τό τρί­τον ὅ­τι ὑ­πο­δου­λώ­θη­κε ὁ νοῦς στά πά­θη καί στίς συν­θῆ­κες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος »20 .

  Ὁ νοῦς, λοιπόν, μετά τήν πτώση ἀμαυρώθηκε, ἀσθένησε, σκοτίσθηκε, ὅπως μᾶς λένε οἱ Πατέρες. Αὐτό ση­μαί­νει ὅ­τι φεύγει ἀπό τήν κύρια ἐνασχόλησή του, πού εἶναι ἡ διαρκής μνήμη τοῦ Θεοῦ, καί δι­α­χέ­ε­ται στό πε­ρι­βάλ­λον καί στήν κτί­ση. Ἔτσι, ὁ νοῦς ὑ­πο­δου­λώ­νε­ται στά πά­θη καί ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν λο­γι­κή.

  Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μᾶς λέει πώς ἡ προσπάθεια τοῦ διαβόλου γιά νά ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία ξεκινᾶ ἀπό τόν νοῦ. Ὁ νοῦς εἶναι ὁ πρῶτος στόχος τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι κινοῦν τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς τῆς ψυχῆς, ὥστε νά ὑποδουλώσουν τόν νοῦ καί κατόπιν νά ἀκολουθήσει ἡ ὁλοκληρωτική συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία. Μετά τήν ὑποχώρηση τοῦ νοῦ, συνεχίζει ὁ Μάξιμος, «ἄγουσιν εἰς τήν κατά διάνοιαν ἁμαρτίαν καί, ταύτης ἀποτελεσθείσης, φέρουσιν αὐτόν λοιπόν αἰχμάλωτον εἰς τήν πράξιν»21. Δηλαδή, ἀφοῦ ἡττηθεῖ ὁ νοῦς ἀπό τήν προσβολή τῶν δαιμόνων, τόν ὁδηγοῦν στό νά ἐπιτελέσει τήν ἁμαρτία μέ τήν διάνοια καί μετά καί ἀπό αὐτό, κρατώντας τον αἰχμάλωτο, τόν ὁδηγοῦν στό νά ἐπιτελέσει τήν ἁμαρτία καί στήν πράξη.

  Αὐτή εἶναι, λοιπόν, ἡ αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ, ἡ ὁποία δημιουργεῖ μέσα του αὐτό πού οἱ Πατέρες ἀποκαλοῦν «εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας». Εἶναι αὐτό πού μέ σύγχρονους ὅρους θά λέγαμε ὅτι ὁ νοῦς ἀποκτᾶ ἐφάμαρτες παραστάσεις, εἰκόνες, τίς ὁποῖες, ἐφόσον δέν τίς ἀπαρνηθεῖ ἐν μετανοίᾳ, ἀνά πᾶσα στιγμή καί σέ ἀνύποπτο χρόνο, -ἴσως καί μετά τήν παρέλευση πολλῶν ἐτῶν- τίς ἀνακαλεῖ, μέ ἀποτέλεσμα νά ὁδηγεῖ καί πάλι στήν πτώση καί στήν ἁμαρτία τόν ἄνθρωπο, ἀκόμη καί σέ προχωρημένη ἡλικία.

  Οἱ ἐφάμαρτες αὐτές παραστάσεις καλλιεργοῦνται στόν νοῦ, διά τῶν αἰσθήσεων, μέ τήν φαντασία. Ἡ φαντασία, κατά τήν ἁγιοπατερική παράδοση, εἶναι ἡ ἀποθήκη τῶν αἰσθήσεων. Ἡ φαντασία εἶναι μιά δύναμη τῆς ψυχῆς, τήν ὁποία ἐκμεταλλεύεται ὁ διάβολος, καθώς εἶναι εὐάλωτη, καί τήν χρησιμοποιεῖ ὡς γέφυρα πρόσβασης στόν νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

  Αὐτή ἡ δράση τοῦ διαβόλου διά τῶν αἰσθήσεων καί τῆς φαντασίας ἀναχαιτίζεται μέ τά ἅγια Μυστήρια. Τά ἅγια μυστήρια καί ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ περιφρουροῦν καί διασφαλίζουν τίς πύλες τῶν αἰσθήσεων καί κόβουν, ἔτσι, τίς γέφυρες πρόσβασης τοῦ διαβόλου στόν νοῦ.

 Τά μυστήρια, καί ἰδιαίτερα ἡ συμμετοχή σε αυτά, –πού μέ τόση πολλή λύσσα πολεμᾶ ὁ διάβολος- εἶναι, ἄν μπορούσαμε νά κάνουμε τόν παραλληλισμό, ὅ,τι εἶναι τό format (φορμάτ = ἐκκαθάριση) γιά τόν σκληρό δίσκο τοῦ ὑπολογιστῆ, πού διαγράφει ὅλα τά δεδομένα, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ πλέον νά ἀνακτήσει πάλι ὁ ὑπολογιστής.

  Δοξασμένο τό Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, πού ἐν τῇ ἀπείρῳ εὐσπλαχνίᾳ Του, μᾶς χάρισε ὅλα τά μέσα καί τά ἀντίδοτα, τά ἅγια Μυστήριά Του δηλαδή, γιά νά ὑπερνικοῦμε τά ὅπλα καί τίς πονηρές μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου!



  Ἡ θεραπεία τοῦ νοῦ

Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ στά ἐ­ξω­τε­ρι­κά πράγ­μα­τα ἔχει ὡς συνέπεια ὁ νοῦς νά ὑ­πο­λει­τουρ­γεῖ, χω­ρίς βέ­βαι­α νά κα­τα­στρέ­φε­ται. Ἡ θε­ρα­πεί­α του εἶ­ναι νά ἐ­πι­στρέ­ψει ὁ νοῦς στήν καρ­διά, ὥ­στε νά μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γή­σει κα­τά φύ­ση, νά ἔ­χει, δη­λα­δή, συ­νε­χή μνή­μη Θε­οῦ.

  Αὐτό μᾶς τό πιστοποιεῖ καί τό ἐμπειρικό παράδειγμα πού μᾶς μεταφέρει μία ἁγιασμένη μορφή τῶν ἡμερῶν μας, ὁ χαρισματοῦχος μακαριστός γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης. Σᾶς παρακαλῶ νά δώσετε ἰδιαίτερη προσοχή στό παράδειγμα αὐτό. « Οἱανδήποτε ἐργασία κι ἄν κάνῃς, λέγε τήν εὐχή. Ἐνίοτε δυσκολεύεσαι νά λέγῃς τήν εὐχή ταυτοχρόνως εἰς τήν ἐργασίαν σου. Θά ἔρθη ὅμως καιρός, ὅπου ἐνῶ θά κάνῃς οἱανδήποτε ἐργασία, ἐνῶ θά ἔχῃς οἱανδήποτε ἀπασχόλησι, θά λέγῃς ταυτοχρόνως καί τήν εὐχή. Θά λέγεται μόνη της ἡ εὐχή. Τρόπον τινά, σάν νά ἔχῃς δύο ἐγκεφάλους. Ὁ ἕνας θά λέγῃ τήν εὐχήν καί ὁ ἄλλος θά ἐκτελῆ οἱανδήποτε ἐργασία, οἱανδήποτε ἀπασχόλησι»22. Αὐτοί οἱ «δύο ἐγκέφαλοι», πού μᾶς ἀναφέρει ὁ Γέροντας εἶναι τά δύο γνωστικά κέντρα, πού προαναφέραμε. Ἕνα εἶναι ὁ νοῦς καί ἕνα ἡ λογική. Μπορεῖ, δηλαδή, κάποιος χρησιμοποιώντας τήν λογική νά ἐπιδίδεται ἀκόμη καί στίς πιό δύσκολες καί λεπτές διανοητικές ἐργασίες (ὑπολογισμούς, λογιστικά, πειράματα, λεπτές χειρουργικές ἐπεμβάσεις, ὁδήγηση κ.λπ.) καί ταυτόχρονα νά διατηρεῖ τόν νοῦ του ἀνέπαφο καί ἀπόλυτα συγκεντρωμένο στήν μνήμη τοῦ Θεοῦ λέγοντας τήν εὐχή, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με. Αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις δέν εἶναι μόνο γιά τούς κληρικούς καί τούς μοναχούς, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς λαϊκούς. Δέν εἶναι οὔτε πολύ δύσκολο οὔτε πολύ εὔκολο. Σᾶς τό βεβαιώνω, εἰλικρινά, καθώς ἔχω γνωρίσει τέτοια πρόσωπα, στίς μέρες μας, ὄχι μόνο κληρικούς καί μοναχούς, ἀλλά καί ἀρκετούς λαϊκούς, πού ἔχουν φτάσει σέ αὐτή τήν κατάσταση, πού περιγράφει ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Ἐφραίμ. Ἀπαιτοῦνται, βεβαίως, προϋποθέσεις, δηλαδή μετάνοια, ταπείνωση καί  αὐτομεμψία.

  Τό κύριο μέλημά μας, λοιπόν, γιά τήν θεραπεία τοῦ νοῦ θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς, ἡ ὁποία εἶναι πνευματικό νοσοκομεῖο, θεραπευτήριο παθῶν καί ἰατρεῖο ψυχῶν. Στό πνευματικό αὐτό νοσοκομεῖο, ὡς θνητοί ἄνθρωποι, ἔχουμε ἀνάγκη θεραπείας. Τελικά ὅλοι μας, μηδενός ἐξαιρουμένου -ὡς σάρκα φοροῦντες καί τόν κόσμον οἰκοῦντες- εἴμαστε πνευματικά ἀσθενεῖς καί ἔχουμε ὅλοι ἀνάγκη θεραπείας, καί μάλιστα ἐντατικῆς θεραπείας.

  Ἡ θεραπευτική ἀγωγή, περιλαμβάνει, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες, τρία στάδια: τό πρῶτο εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη, τό δεύτερο ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τό τρίτο ἡ θέωση, ὁ δοξασμός.

  Θεραπευμένος, ἔτσι, ὁ νοῦς ἐπιστρέφει στήν καρδιά καί ἀποκτᾶ τήν πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση, ἡ ὁποία δέν εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τῆς λο­γι­κῆς, τοῦ μυα­λοῦ μας. Δέν κα­τέ­χε­ται μό­νον ἀ­πό τούς εὐ­φυ­εῖς, ἀ­πό τούς μορ­φω­μέ­νους, ἀ­πό τούς ἐ­πι­στή­μο­νες. Δέν ἀ­παι­τεῖ σύν­θε­τη σκέ­ψη, πο­λύ­πλο­κες ἀ­να­λύ­σεις καί συλ­λο­γι­σμούς. Ἡ πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ πού προ­σφέ­ρε­ται σέ ὅ­λους, μορ­φω­μέ­νους καί ἀ­γραμ­μά­τους, γνω­στι­κούς καί ἀ­δα­εῖς, ἔ­ξυ­πνους καί ἁ­πλο­ϊ­κούς. Μέ τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος, ἄλλωστε, λάβαμε ὅλοι μας τίς ἴδιες ἀκριβῶς δωρεές, τά ἴδια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κανείς λιγότερα καί κανείς περισσότερα. Ἡ πνευματική γνώση, λοιπόν, εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ὅ­λους ὅ­σοι ἔ­χουν ἁ­πλή, τα­πει­νή καί κα­θα­ρή καρ­διά. Ἡ γνώση καί ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ στούς ἁ­πλούς, τα­πει­νούς καί καθαρούς ἀν­θρώ­πους καί ὄ­χι ἀ­πο­τέ­λε­σμα λο­γι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας.

  Ἡ πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση δέν σπου­δά­ζε­ται στά πα­νε­πι­στή­μια καί τά σπου­δα­στή­ρια τοῦ κό­σμου, δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται μέ δι­πλώ­μα­τα καί με­τα­πτυ­χια­κούς τί­τλους σπου­δῶν, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν. Ἡ πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τῆς καρ­διᾶς, εἶ­ναι φω­τι­σμέ­νος νοῦς, εἶ­ναι με­το­χή στήν ἀ­γά­πη, τήν ἄκτιστη χά­ρη καί δό­ξα τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς Ἀ­λή­θειας τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή μας καί στόν κό­σμο ὁ­λό­κλη­ρο. Ἐρ­γα­στή­ριο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως εἶ­ναι ἡ ἐμπιστοσύνη καί ἡ ἐλ­πί­δα στόν Κύριό μας καί Θεό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Θε­ό καί ἡ αὐ­το­εγ­κα­τά­λει­ψή μας στήν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη καί πρό­νοι­ά Του. Εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νή ἄ­σκη­ση καί τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι ἡ ἐ­ξά­σκη­ση τῆς ἀ­γά­πης, διά τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης ἐ­νερ­γου­μέ­νης. Εἶ­ναι φι­λα­δελ­φί­α, κα­λο­σύ­νη, συγχωρητικότητα.

  Αὐτή ἡ πνευματική γνώση μᾶς ὁδηγεῖ νά κατανοήσουμε τήν λογική τοῦ Θεοῦ, τό πῶς ἐνεργεῖ, δηλαδή, ὁ Θεός στήν ζωή μας. Ἡ λο­γι­κή τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἄλ­λη, ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή καί πολ­λές φο­ρές ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τη ἀ­πό τήν λο­γι­κή τοῦ κό­σμου καί τό κο­σμι­κό φρό­νη­μα. Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος —ὁ κο­σμι­κός ἄν­θρω­πος— ἀ­γω­νί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά γιά νά κά­νει τήν ζω­ή του πιό εὔ­κο­λη, πιό ἄ­νε­τη, πιό βο­λι­κή. 

  Στό­χος καί ἐ­πι­δί­ω­ξή, εἶ­ναι ἡ εὐ­μά­ρεια καί ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α. 

  Θέ­λει νά ζεῖ κα­λά, νά ἔ­χει ὑ­γεί­α, νά ἔ­χει κα­λή οἰ­κο­γε­νεια­κή ζω­ή, νά εἶ­ναι ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κά, νά ἔ­χει χρή­μα­τα καί κτήματα, οἰκήματα καί ὀχήματα καί νά κα­τέ­χει πολ­λά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α του αὐ­τή δέν ἔ­χει μέ­τρο, δέν ἔ­χει ὅ­ριο, ἀλ­λά εἶ­ναι ἀ­κό­ρε­στη, ἀ­στα­μά­τη­τη, γί­νε­ται ἕ­να συ­νε­χές κυ­νη­γη­τό πλού­του, ἀ­νέ­σε­ων καί ἐ­πι­τυ­χι­ῶν.

  Ἀν­τί­θε­τα, γιά τήν λο­γι­κή τοῦ Θε­οῦ ὅ­λα αὐ­τά εἶ­ναι ἀ­νού­σια καί ξέ­να. Ὁ Θε­ός δέν ζη­τᾶ ἀ­πό μᾶς κα­τα­κτή­σεις καί ἐ­πι­τεύγ­μα­τα, δέν μᾶς ὑ­πό­σχε­ται ἀ­νέ­σεις καί ἐ­πι­τυ­χί­ες, ἀλ­λά μᾶς κα­λεῖ σέ πνευ­μα­τι­κή ἐ­γρή­γορ­ση, σέ ἄ­σκη­ση, σέ κό­πους, σέ ἀ­γώ­να. Ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή μας δέν συ­νε­πά­γε­ται εὐ­τυ­χί­α καί εὐ­η­με­ρί­α, μέ τήν κο­σμι­κή τους ἔν­νοι­α. Ἀν­τί­θε­τα, μά­λι­στα, ὁ Θε­ός μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται καί μέ­σα ἀ­πό τίς θλί­ψεις, τόν πό­νο, τίς ἀ­σθέ­νει­ες. Μᾶς φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα ἀ­πό τίς δο­κι­μα­σί­ες, τίς ἀ­πο­τυ­χί­ες, τίς δι­ώ­ξεις, τίς συ­κο­φαν­τί­ες, τίς ἀ­δι­κί­ες, τούς ἐμ­παιγ­μούς. Ἄ­κο­πος καί ἄ­λυ­πος βί­ος δέν ὁ­δη­γοῦν πο­τέ στόν Οὐ­ρα­νό, το­νί­ζουν οἱ Πα­τέ­ρες.

  «Οὐδείς ἀνέβη εἰς τόν οὐρανόν μετ’ ἀνέσεως», γράφει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος. Καί ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριός μας, ἄλ­λω­στε, μᾶς ξε­κα­θά­ρι­σε ὅ­τι «στε­νή καί τε­θλιμ­μέ­νη ἡ ὁ­δός ἡ ἀ­πά­γου­σα εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν Οὐ­ρα­νῶν»23.

  Ὁ Ἅγιος Πα­ῒ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της μᾶς πα­ρου­σιά­ζει μέ ἐ­νάρ­γεια καί γλα­φυ­ρό­τη­τα τήν δι­ά­στα­ση αὐ­τή ἀ­νά­με­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή καί τήν λο­γι­κή τοῦ Θε­οῦ.

  «Οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, γράφει, τά ἔ­βλε­παν ὅ­λα μέ τό πνευ­μα­τι­κό, μέ τό θε­ϊ­κό μά­τι. Τά Πα­τε­ρι­κά εἶ­ναι γραμ­μέ­να μέ τό πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί μέ τό πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ ἔ­κα­ναν τίς ἑρ­μη­νεῖ­ες οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες. Τώ­ρα δέν ὑ­πάρ­χει συ­χνά αὐ­τό τό πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, γιά νά κα­τα­λα­βαί­νουν τά Πα­τε­ρι­κά. Τά βλέ­πουν ὅ­λα μέ τό κο­σμι­κό μά­τι, δέν βλέ­πουν πιό πέ­ρα, δέν ἔ­χουν τήν εὐ­ρύ­τη­τα πού δί­νουν ἡ πί­στη καί ἡ ἀ­γά­πη.

 Ὁ Μέ­γας Ἀρ­σέ­νιος ἄ­φη­νε τά βά­για μέ­σα στό νε­ρό, χω­ρίς νά τό ἀλ­λά­ζη, καί τό νε­ρό μύ­ρι­ζε πο­λύ. Ἐ­μεῖς ποῦ νά κα­τα­λά­βου­με τί πή­γα­ζε μέ­σα ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό βρώ­μι­κο νε­ρό! ‘‘Μά δέν τό κα­τα­λα­βαί­νω αὐ­τό­’’, σοῦ λέ­ει ὁ ἄλ­λος. Δέν στέ­κε­ται νά δῆ μή­πως ὑ­πάρ­χη καί κά­τι ἄλ­λο, ἀλ­λά τό ἀρ­νεῖ­ται, για­τί δέν τό κα­τα­λα­βαί­νει!

  Ὅ­ταν μπαί­νη ἡ λο­γι­κή, δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­λά­βη κα­νείς οὔ­τε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο οὔ­τε τούς Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες. Ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πνευ­μα­τι­κό αἰ­σθη­τή­ριο, καί ὁ ἄν­θρω­πος μέ τήν λο­γι­κή του βγά­ζει ἄ­χρη­στα καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί τά Πα­τε­ρι­κά»24.

  Καί σέ ἄλλο σημεῖο σημείωνε:

  «Θυμᾶμαι, ἦταν ἕνα γεροντάκι στήν Μονή Ἐσφιγμένου, τόσο ἁπλό πού καί τήν Ἀνάληψη [τοῦ Χριστοῦ] τήν νόμιζε γιά Ἁγία. Ἔκανε κομποσκοίνι καί ἔλεγε: «Ἁγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν»! Κάποτε ἕνας ἀδελφός στό Γηροκομεῖο ἦταν ἄρρωστος, καί δέν εἶχε τί νά τοῦ δώση νά φάη. Μιά καί δυό κατεβαίνει τίς σκάλες, ἀνοίγει τό παράθυρο πού ἔβλεπε πρός τήν θάλασσα, ἁπλώνει τά χέρια στήν θάλασσα καί λέει: «Ἁγία μου Ἀνάληψη, δῶσ’ μου ἕνα ψαράκι γιά τόν ἀδελφό». Καί ἀμέσως -ὤ τοῦ θαύματος!- ἕνα τόσο μεγάλο ψάρι ξεπηδάει ἀπό τήν θάλασσα μέσα στά χέρια του. Οἱ ἄλλοι πού τό εἶδαν, ἔμειναν ἔκπληκτοι. Ἐκεῖνος τούς κοιτοῦσε καί χαμογελοῦσε, σά νά τούς ἔλεγε: «Τί παράξενο βλέπετε;». Ἐμεῖς ἔχουμε γνώσεις, ξέρουμε πότε γιορτάζει ὁ ἕνας ὁ Ἅγιος, πῶς μαρτύρησε ὁ ἄλλος, πότε ἔγινε ἡ Ἀνάληψη καί ποῦ ἔγινε καί πῶς ἔγινε, καί ὅμως οὔτε ἕνα τόσο δά ψαράκι δέν μποροῦμε νά ἔχουμε! Αὐτά εἶναι τά παράξενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ἡ λογική ὅσων διανοουμένων ἔχουν μέσα τους τόν ἑαυτό τους καί ὄχι τόν Θεό δέν τά συλλαμβάνει, γιατί ἔχουν τήν στεῖρα κοσμική γνώση μέ τήν κοσμική πνευματική ἀρρώστεια καί λείπει τό Ἅγιο Πνεῦμα»25.

  Καί σέ μία ἄλλη ἀνάλογη περίπτωση ἔλεγε:

  «Ἡ ἀριθμητική τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετική ἀπό τήν ἀριθμητική τῶν ἀνθρώπων. Τό 4 γιά τόν Θεό εἶναι ἄριστα, ἐνῶ τό 9 δέν εἶναι ἄριστα». Καί στήν ἐρώτηση μου πῶς ἐξηγεῖται αὐτό, εἶπε: «Ὅταν κανείς παίρνη 2 χαρίσματα ἀπό τόν Θεό καί τά διπλασιάζει (4) παίρνει ἄριστα, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε 5 χαρίσματα καί ἀντί νά τά διπλασιάζει (10) τά ἔκανε 9 δέν πῆρε ἄριστα»26.

Ο ὀρ­θο­λο­γι­σμός, ὡς κύρια ἔκφραση αὐτῆς τῆς κοσμικῆς λογικῆς, περ­νών­τας ἀ­πό ὅ­λες τίς πτώ­σεις τῆς ὑ­πε­ρη­φα­νε­ί­ας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ τε­λι­κά στήν αὐ­το­δι­κα­ί­ω­ση· για­τί μᾶς πε­ί­θει ὅ­τι ἔ­χου­με δί­κιο· καί ἐ­φ' ὅ­σον οἱ σκέ­ψεις μας, τά λό­για μας καί οἱ πρά­ξεις μας εἶ­ναι λο­γι­κές, ἄ­ρα εἶ­ναι ὀρ­θές καί δί­και­ες. Ἔ­χου­με, λοι­πόν, δί­κιο· ἄ­ρα καί δι­κα­ί­ω­μα νά τό ἐ­πι­βάλ­λου­με ὡς γνώ­μη, ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α καί ὡς συμ­πε­ρι­φο­ρά.

 Ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ξε­κι­νᾶ μί­α ἀ­τε­λε­ύ­τη­τη πο­ρε­ί­α πρός τήν μη­δέ­πο­τε ἐ­πι­τυγ­χα­νο­μέ­νηγια­τί εἶ­ναι καί ἀ­κό­ρε­στη αὐ­το­δι­κα­ί­ω­σή μας, πού μᾶς πα­ρα­σύ­ρει σέ μί­αν ἁ­λυ­σί­δα δια­ρκῶς με­γα­λύ­τε­ρων καί βα­ρύ­τε­ρων ἁ­μαρ­τη­μά­των.

  Ὁ αὐ­το­δι­και­ο­ύ­με­νος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού πά­σχει ἀ­πό ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα, ἐ­πει­δή ἀ­πω­θεῖ τήν ἐ­νο­χή του. Γί­νε­ται ἔ­τσι νευ­ρι­κός, δι­α­τα­ραγ­μέ­νος, ἀ­νι­κα­νο­πο­ί­η­τος, ἀ­παι­τη­τι­κός, ἀ­νυ­πό­μο­νος, ἀ­νυ­πά­κου­ος, αὐ­θά­δης, ἐ­ρι­στι­κός. Ἀ­κο­λου­θών­τας τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου, δέν θέ­λει νά ζη­τή­σει συγ­χώ­ρη­ση καί νά ὁ­μο­λο­γή­σει τίς ἁ­μαρ­τί­ες του.

  Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὡς ἐ­πῳ­δό τά λό­για τοῦ μη­δε­νι­στῆ Ἄλ­μπερτ Κα­μύ: «εἶ­χα δί­κιο, ἔ­χω ὁ­πωσ­δή­πο­τε δί­κιο, θά ἔ­χω πάν­τα δί­κιο» καί ὀρ­θώ­νει μό­νος του ἀ­νυ­πέρ­βλη­το φράγ­μα στήν ἄ­βυσ­σο τοῦ Θε­ί­ου ἐ­λέ­ους.

  Ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός εἶ­ναι συμ­πυ­κνω­μέ­νη ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἀλ­α­ζο­νεί­α, αὐ­το­δι­καί­ω­ση, αὐ­τάρ­κεια καί αὐ­το­νο­μί­α, ἕνα σκαλοπάτι πρίν ἀπό τήν ἀμετανοησία. Κα­τά τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα Σω­φρό­νιο τοῦ Ἔσ­σεξ, ὅμως, ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια ἀ­πο­τε­λεῖ τήν μό­νι­μη ἀ­πει­λή τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, βρί­σκε­ται στήν ρί­ζα ὅ­λων τῶν τρα­γω­δι­ῶν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους, καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν οὐ­σί­α τοῦ ἅ­δη. Ἡ ὑπερηφάνεια δέν εἶναι μιά ἁπλή ἀδυναμία, εἶναι λοιμώδης ἀσθένεια πού ὑποβόσκει σέ ὅλες τίς ἁμαρτίες.

  Ἔ­τσι ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός γί­νε­ται ἁ­μαρ­τη­τι­κή νο­ο­τρο­πί­α καί βι­ο­θε­ω­ρί­α καί ὄ­χι μιά ἁ­πλή ἁ­μαρ­τί­α. Εἶ­ναι κα­τ’ οὐ­σί­αν ἀ­πι­στί­α. Γι’ αὐ­τό καί ἀλ­λο­τρι­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο, τόν ἀ­πο­μο­νώ­νει καί τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό τόν Θε­ό καί ἀ­πό τούς συ­να­θρώ­πους του. Ὁ ὀρθολογιστής κα­θί­στα­ται, ἔτσι, στοι­χεῖ­ο δι­α­λυ­τι­κό τῆς φιλίας, τοῦ γά­μου, τῆς οἰ­κο­γέ­νε­ιας, τοῦ μοναστηριακοῦ κοι­νο­βί­ου καί τῆς κοι­νω­νί­ας.

  Τε­λι­κά ὁ ὀρ­θο­λο­γι­στής, πα­ρά τήν λαμ­πρό­τη­τα τῶν ἐ­πι­τευγ­μά­των του, κα­τα­λή­γει νά εἶ­ναι ὁ κου­ρα­σμέ­νος, ὁ κε­νός, ὁ ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τος, ὁ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος. Αὐ­τός πού βι­ώ­νει κα­θη­με­ρι­νά τό δρά­μα τῆς ὑ­παρ­ξια­κῆς ἀ­γω­νί­ας του, τῆς ἀ­να­σφά­λειάς του καί τοῦ ἀ­δι­ε­ξό­δου, στό ὁποῖο τόν πα­γι­δεύ­ει ἡ λο­γι­κή του καί ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­σή του, στίς ὁ­ποῖ­ες τό­σο στη­ρί­χτη­κε.

  Θά πρέ­πει, λοι­πόν, νά βγοῦ­με ἀ­πό τά ὅ­ρια τῆς πε­πε­ρα­σμέ­νης ἀν­θρώ­πι­νης λο­γι­κῆς καί νά μποῦ­με στήν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη, τόν πλοῦ­το καί τήν εὐ­λο­γί­α τῆς λο­γι­κῆς τοῦ Θε­οῦ, ἔ­τσι ὅ­πως εὔ­στο­χα καί γλα­φυ­ρά μᾶς πε­ρι­γρά­φει ὁ Ἅγιος Πα­ΐ­σιος:

  «Ποι­ά λο­γι­κή; Ἡ κο­σμι­κή; Αὐ­τή ἡ λο­γι­κή δέν ἔ­χει καμ­μιά θέ­ση στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Μπα­ί­νουν Ἄγ­γε­λοι, Ἅ­γιοι ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο, το­ύς βλέ­πεις, μι­λᾶς μα­ζί τους, φε­ύ­γουν.­.. Ἄν πᾶς νά τά ἐ­ξε­τά­σης αὐ­τά μέ τήν λο­γι­κή, δέν γί­νε­ται. Στήν ἐ­πο­χή μας πού ἔ­χουν αὐ­ξη­θῆ οἱ γνώ­σεις, δυ­στυ­χῶς ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη μό­νο στήν λο­γι­κή κλό­νι­σε τήν πί­στη ἀ­πό τά θε­μέ­λια καί γέ­μι­σε τίς ψυ­χές ἀ­πό ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά καί ἀμ­φι­βο­λί­ες. Γι­'­ αὐ­τό στε­ρο­ύ­μα­στε τά θα­ύ­μα­τα, για­τί τό θαῦ­μα ζῆ­ται καί δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται μέ τήν λο­γι­κή. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ πί­στη στόν Θε­ό τρα­βά­ει τήν θε­ϊ­κή δύ­να­μη κά­τω καί ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζει ὅ­λα τά ἀν­θρώ­πι­να συμ­πε­ρά­σμα­τα. Κά­νει θα­ύ­μα­τα, ἀ­να­στα­ί­νει νε­κρο­ύς καί ἀ­φή­νει μέ στό­μα ἀ­νοι­κτό τήν ἐ­πι­στή­μη.

   Ὅ­λα τά πράγ­μα­τα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κά φα­ί­νον­ται ἀ­νά­πο­δα. Ἄν δέν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ση κα­νε­ίς τό κο­σμι­κό του φρό­νη­μα, νά γί­νη πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος, ἀ­δύ­να­τον εἶ­ναι νά γνω­ρί­ση τά μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ πού μᾶς φα­ί­νον­ται πα­ρά­ξε­να (ἀ­νά­πο­δα). Ὅ­ποι­ος νο­μί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­ση τά μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ μέ τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή θε­ω­ρί­α, μοι­ά­ζει μέ ἀ­νό­η­το πού θέ­λει νά δῆ τόν Πα­ρά­δει­σο μέ τό τη­λε­σκό­πιο»27 .

  Αὐ­τή ἡ ὀρ­θο­λο­γι­στι­κή καί ὑ­λι­στι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς –κύ­ριο γνώ­ρι­σμα τῆς δαι­μο­νο­κρα­τού­με­νης Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς– δη­λη­τη­ριά­ζει τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα καί ἀ­πο­σα­θρώ­νει τά πνευ­μα­τι­κά θε­μέ­λια τοῦ σύγ­χρο­νου δυ­τι­κοῦ κό­σμου, οὐ μήν ἀλλά καί τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνατολῆς. Με­τα­τρέ­πει τά θε­όσ­δο­τα πρό­σω­πα σέ αὐ­το­δι­και­ω­μέ­να, αὐ­τάρ­κη καί αὐ­το­νο­μη­μέ­να ἄ­το­μα, σέ ἀπομονωμένες μονάδες. Ἀ­νά­γει τήν ἁ­μαρ­τί­α σέ ἀξία, κα­θαι­ρεῖ τόν Θε­ό καί ἀ­πο­θε­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο, κα­θι­στᾶ τήν ἐ­πι­στή­μη καί τήν τε­χνο­λο­γί­α σέ ἀ­πό­λυ­τη αὐ­θεν­τί­α καί προ­σκυ­νᾶ τήν λο­γι­κή, ἀρ­νεῖ­ται τήν θε­όσ­δο­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α καί υἱ­ο­θε­τεῖ τήν δου­λεί­α στά πά­θη. Αὐ­τές οἱ ἀν­τι­λή­ψεις καί πρα­κτι­κές εἰ­σβάλ­λουν μα­ζι­κά στόν ὀρ­θό­δο­ξο κό­σμο, ἰ­σο­πε­δώ­νον­τας δόγ­μα­τα, λα­τρεί­α καί πα­ρα­δό­σεις. Εἰ­σβά­λλουν καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πατρίδα μας τό­σο στήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή μας μέ τό προ­σω­πεῖ­ο τοῦ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ καί τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως.

  Ἀπό ὅλα αὐτά ἀποδεικνύεται περίτρανα τό πόσο σημαντικό εἶναι νά ἔχουμε σωστή ὀρθόδοξη πίστη, καθώς αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός γιά τήν σωτηρία μας. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νά μήν χά­σου­με τήν πί­στη μας, ἀλλά νά τήν διαφυλάξουμε ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ. Ἄς ξεκινήσουμε τήν προσπάθεια νά μάθουμε τήν πίστη μας, γιατί δυστυχῶς ἀγνοοῦμε καίρια σημεῖα τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας.

  Ἄς ξεκινήσουμε μία πιό συστηματική μελέτη τῶν Πατέρων καί συγχρόνων πνευματικῶν κειμένων, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν πνευματική μας πορεία. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νά κά­νου­με αὐ­τή τήν ὑ­πέρ­βα­ση ἀ­πό τήν φυ­σι­κή στήν πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση, ἀ­πό τόν πα­λαι­ό στόν νέ­ο ἄν­θρω­πο, ἀ­πό τά ἐ­πί­γεια στά Οὐ­ρά­νια.

  Ἄς ξε­κι­νή­σου­με τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γώ­να γιά τήν κά­θαρ­ση τῶν πα­θῶν μας, ὥ­στε νά φθά­σου­με στόν φω­τι­σμό τοῦ νοῦ καί τῆς καρ­διᾶς μας ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με, μέ τήν χά­ρη τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, τῆς θέ­ας τῆς ἀ­κτί­στου δό­ξης Του καί ἀπό αὐτή τήν ζωή. Ἄς μήν πτοηθοῦμε ἀπό τήν δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος καί ἄς θέσουμε ὡς ἀρχικό μας στόχο τό πρῶτο στάδιο πού εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη. Ὁ Πανάγαθος Θεός μας εἶναι Θεός τῶν καρδιῶν μας καί ἔρχεται καί πολλαπλασιάζει τήν κάθε καλή μας -ἔστω καί μικρή- προσπάθεια. Ἀκόμη, λοιπόν, κι ἄν δέν φτάσουμε σέ ὑψηλές καταστάσεις, ἀκόμη κι ἄν δέν γευτοῦμε τήν γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς θέας τοῦ ἀκτίστου φωτός ἀπό αὐτή τήν ζωή, τουλάχιστον ἄς τό ποθήσουμε μέ ζέση καί μέ καρδιά συντετριμμένη, μέ ταπείνωση, αὐτομεμψία καί μετάνοια, μέ νήψη, εὐχή καί προσευχή. Καί νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θά μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός καί θά συνεργήσει στούς κόπους μας καί θά μᾶς ἀνταμείψει.

  Μᾶς διαβεβαιώνει γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μιλώντας γιά τόν ἀγωνιζόμενο πνευματικά, πού δέν πρόλαβε νά γευθεῖ τίς ἐμπειρίες τῆς θέας τῆς ἄκτιστης δόξας τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Μᾶς λέγει λοιπόν, ὁ Ἅγιος πώς «ἄν συντηρήσει τήν φυσική του θέρμη... καί δέν ἀφήσει τήν ἀναζήτηση καί τήν ἔρευνα καί τόν πρός Αὐτόν πόθο, ἀκόμη κι ἄν δέν τά ἔχει δεῖ, ἄν τρέφει τούς λογισμούς μέ τίς ἔννοιες τῶν ἀναγινωσκομένων θείων Γραφῶν καί τούς συγκρατεῖ, γιά νά μήν κλίνουν πρός τά ἀριστερά, καί δέν δεχθῆ κανένα διαβολικό σπόρο μέ μορφή ἀληθείας [νά μήν δεχθεῖ, δηλαδή, αἱρετικά φρονήματα], ἀλλά μᾶλλον φυλάξη τήν ψυχή του μέ ζῆλο καί ζήτηση ἀπό τόν Θεό μέ ἔμπονη προσευχή καί ὑπομονή, τότε αὐτός θά τοῦ παράσχη τά αἰτούμενα καί θά τοῦ ἀνοίξει τήν θύρα, καί μάλιστα λόγῳ τῆς ταπεινώσεώς του. Διότι τά μυστήρια ἀποκαλύπτονται στούς ταπεινόφρονες.

  Ἄν ἀποθάνει μέ αὐτήν τήν ἐλπίδα, καί ἄν ἀκόμα δέν ἔχει δεῖ ἐκείνη τήν γῆ πουθενά, νομίζω ὅτι θά λάβει κληρονομιά μαζί μέ τούς παλαιούς δικαίους πού ἤλπισαν ὅτι θά φτάσουν στήν τελειότητα, ἀλλά δέν τήν ἀντίκρυσαν, κατά τό ἀποστολικό λόγιο, διότι ἐργάσθηκαν ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς των μέ τήν ἐλπίδα καί μέ αὐτήν ἐπέθαναν»28.

Γένοιτο. Ὁ Θεός μαζί μας. 

*«῾Ο πλάσας σε ἄνευ σοῦ, οὐ δύναται σῶσαί σε ἄνευ σοῦ»
Ιερὸς Αὐγουστῖνος


Εὰν δὲ σὺ ἁμαρτάνωντας καὶ μὴ μετανοῶντας, μηδὲ ἐξομολογούμενος, ἔχῃς ἐλπίδα, ὅτι θέλει σὲ ἐλεήσει ὁ Θεός, ἤξευρε, ὅτι ἡ ἐλπίς σου αὕτη εἶναι ψευδὴς καὶ μὲ τὸ ψεῦδος παρηγορῆσαι.

 ῞Οθεν πληροῦται εἰς ἐσὲ τὸ τοῦ ῾Ησαΐου ἐκεῖνο: 

 «᾿Εθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα» 
(῾Ησ. κηʹ 15).


1 Ἀρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἡ θέωσις ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 14-15


2 Βλ. σχ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡ Ἰατρική ἐν Πνεύματι Ἐπιστήμη, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου


3 Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως ὁ λόγος, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228


4 Ἁγίου Γρη­γο­ρίου Νύσ­σης, Εἰς τοὺς κοι­μη­θέν­τας, G.N.O. IX.1, σ. 54.1-10, ΕΠΕ 10, Πατερικές ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσ/νίκη 1990, σελ. 182-183: «Ἐ­πει­δὴ γὰρ θε­ο­ει­δὴς ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το καὶ μα­κά­ριος τῷ αὐ­τε­ξου­σί­ῳ τε­τι­μη­μέ­νος (τὸ γὰρ αὐ­το­κρα­τές τε καὶ ἀ­δέ­σπο­τον ἴ­διόν ἐ­στι τῆς θεί­ας μα­κα­ρι­ό­τη­τος)…εἰ γὰρ ἑ­κου­σί­ως τὴν ἀν­θρω­πί­νην φύ­σιν κα­τὰ τὴν αὐ­τε­ξού­σιον κί­νη­σιν ἐ­πί τι τῶν οὐ δε­όν­των ὁρ­μή­σα­σαν βια­ίως τε καὶ κα­τη­ναγ­κα­σμέ­νως τῶν ἀ­ρε­σάν­των ἀ­πέ­στη­σεν, ἀ­φαί­ρε­σις ἂν ἦν τοῦ προ­έ­χον­τος ἀ­γα­θοῦ τὸ γι­νό­με­νον καὶ τῆς ἰ­σο­θέ­ου τι­μῆς ἀ­πο­στέ­ρη­σις (ἰ­σό­θε­ον γὰρ ἔ­στι τὸ αὐ­τε­ξού­σιον)­». Δηλαδή: Ἐπειδή δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τόν Θεό καί μακάριος, τιμημένος μέ τό αὐτεξούσιο (γιατί ἡ αὐτεξουσιότητα καί ἡ ἐλευθερία εἶναι ἰδιότητες τῆς θείας μακαριότητας)... Ἄν δηλαδή ἀποσποῦσε τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τήν βία καί τόν καταναγκασμό ἀπό ὅ,τι τῆς ἄρεσε, ὅταν εἶχε ὁρμήσει σύμφωνα μέ τήν αὐτεξούσια κίνησή της σέ πράγματα ἀνεπίτρεπτα, τό γεγονός θά ἦταν ἀφαίρεση τοῦ ἐξαίρετου ἀγαθοῦ καί ἀποστέρηση τῆς ἰσόθεης τιμῆς (γιατί τό αὐτεξούσιο εἶναι ἰσόθεο).


5 Ἁγ. Ἰωάννου Σιναΐτου: Κλῖμαξ, σελ. 136, σημ. 2.


6 Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει σχετικὰ: «Μὴ νομίζεις ὅτι εἶναι ἀρχαιοτέρα (ἡ ψυχὴ) ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ σώματός των, μήτε ὅτι μένει διαπαντὸς μετὰ τὴν ἀποσύνθεση τοῦ σώματος. Διῶξε μακριὰ τὶς φλυαρίες τῶν “σοβαρῶν” φιλοσόφων, ποὺ δὲν ἐντρέπονται νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι αἱ ψυχαὶ των καὶ αἱ σκυλίσιαι ψυχαὶ εἶναι ὁμοειδεῖς μεταξὺ των, ποὺ λέγουν ὅτι οἱ ἴδιοι ὑπῆρξαν κάποτε καὶ γυναῖκες καὶ θάμνοι καὶ ψάρια θαλασσινά. Ἐγὼ δὲ δὲν λέγω μὲν ὅτι ὑπῆρξαν ποτὲ ψάρια, τὸ λέγω ὅμως καὶ τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι, ὅταν ἔγραψαν αὐτὰ τὰ πράγματα ἦσαν ἀλογώτεροι καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια».


7 Κορ. Α΄, 7,19 « Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν»;


8 Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, TLG , Work #003 6.13 to Work #003 6.14: «Οὐκ ἔστιν οὖν ἡ ψυχὴ ἐν σώματι͵ ἀλλὰ τὸ σῶμα ἐν τῇ ψυχῇ».


9 Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: «Ἡ μέντοι ψυχή συνέχουσα σῶμα, ᾧ καί ἐκτίσθη, πανταχοῦ τοῦ σώματος ἐστίν οὐχ ὡς ἐν τόπῳ οὐδ᾽ ὡς περιεχομένη (ἐννοεῖται τοῦ σώματος), ἀλλ᾽ ὡς συνέχουσά τε καί περιέχουσα καί ζωοποιοῦσα τοῦτο (τό σῶμα δηλ.) κατ᾽ εἰκόνα καί τοῦτο ἔχουσα Θεοῦ». Ἡ μέν ψυχή δηλ. συνέχει τό σῶμα, μέ τό ὁποῖο ἐκτίσθη μαζί, εἶναι σέ ὅλο τό σῶμα, ὄχι σάν σέ ἕνα τόπο, καί ὄχι ὅτι περιέχεται ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἡ ψυχή συνέχει καί περιέχει καί ζωοποιεῖ τό σῶμα καί εἶναι βέβαια εἰκόνα του Θεοῦ (ΕΠΕ 9, 562, PG151,260Α).


10 Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγοςπερί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228


11 Νικολάου Π. Βασιλειάδη, Τό μυστήριον τοῦ θανάτου, ἐκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων «ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 1986, σελ. 434


12 Πρωτοπρ. Ἰω. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη», Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 47-48


13 Πρωτ. Γεωργίου Μετελληνοῦ, Ὄψεις τῆς Ὀρθόδοξης Ταυτότητος


14 Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Λόγοι καί Διάλογοι, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, σελ. 364


15 Ἰω. 8,12


16 Α΄ Ἰω. α΄ 5


17 Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Τό ἄκτιστο φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του, Ὁ Ἅγ. Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἀθήνα 1988, σελ. 195-200


18 Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Εἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2007, σελ. 124-131


19 Γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου Ἁγιορείτου Λό­γοι, τ. Α΄, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχ. «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σου­ρω­τή Θεσ/νίκης 2003, σελ. 215


20 Ἀρ­χιμ. (νῦν Μη­τρ. Ναυ­πά­κτου) Ἱ­ε­ρο­θέ­ου, Τό πο­λί­τευ­μα τοῦ Σταυ­ροῦ, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, σελ. 162


21 Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολιγητοῦ, Περί Ἀγάπης ἑκατοντάς Δευτέρα, λα΄, Φιλοκαλία τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθήνα 1984, σελ. 18




23 Ματθ. 7,14


24 Γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου Ἁγιορείτου Λό­γοι, ὅ.π., σελ. 231


25 Γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου Ἁγιορείτου Λό­γοι, ὅ.π., σελ. 212-213


26 Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὡς ἐμπειρικός θεολόγος, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, σελ. 31


27 Γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου Ἁγιορείτου Λό­γοι, ὅ.π., σελ. 225-226


28 Ἁγ. Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, Φιλοκαλία 8Α, σελ. 224-225



 (Ὁμιλία Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
 Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς
 Μεγάλου Μετεώρου)

[full_width]




Scroll To Top