Ποιά η πρωτογενής πηγή και αφετηρία της βίας



Ὅταν βρίσκεται κανεὶς σήμερα ἔκπληκτος μπροστὰ στὴν ὠμότητα καὶ γενικὰ στὶς ποικίλες, συγκλονιστικὲς στὴν ἀνθρώπινη εὐαισθησία, μορφὲς καὶ ποιότητες βίας, ποὺ ἀποβαίνουν ἀγχογόνοι οἰωνοὶ γιὰ τὸ μέλλον ποὺ ἔρχεται, διερωτᾶται εύλογα: Ποιὰ εἶναι ἄραγε ἡ πρωτογενὴς πηγὴ καὶ ἀφετηρία τῆς βίας καὶ ποιὸς τὴ γέννησε; Ποιὸς ἐπὶ τέλους, μπολίασε τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μ’ αὐτὸ τὸν καταστροφικό, γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή του, τυφλὸ καὶ ἀδυσώπητο δυναμισμό;

Ἕνα τέτοιο ἐρώτημα εἶναι φυσικὸ νὰ μᾶς παραπέμπει στὸ πολὺ παρωχημένο παρελθόν, νὰ μᾶς γυρίζει πολὺ πίσω, στοὺς περασμένους πιὰ αἰῶνες! Καί, γιατί ὄχι, στὴν ἀφετηρία καὶ στὸ πρῶτο ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς!

-Ἀλλὰ ποῦ μπορεῖ νὰ ἐντοπίσει κανεὶς ὄχι μόνο χρονικὰ ἀλλὰ καὶ κυρίως “τοπικὰ” τὸ χῶρο, ποὺ γιὰ πρώτη φορά, ἐνσαρκώθηκε ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη κι ἄρχισε τὸ ξεδίπλωμα τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς, στὴν πορεία αὐτοῦ του κόσμου;

Φυσικά, ὁ χριστιανὸς ἄνθρωπος, δὲν δυσκολεύεται καθόλου στὴν προσπάθεια ἑνὸς τέτοιου ἐντοπισμοῦ. Ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κεφάλαια τῆς πίστεώς του, τὸν πληροφορεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε στὸν παράδεισο

Ὁ παράδεισος ὑπῆρξε ὁ χῶρος, μέσα στὸν ὁποῖο, τὸ ἐκλεκτότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, συνειδητοποίησε τὴν ὕπαρξή του, ἀπὸ κάθε ἄποψη καὶ παρέλαβε τὴ σκυτάλη τῆς ζωῆς μὲ ὑψηλές, δηλ. θεοτικές, προσδοκίες!

Ἀλλὰ στὸν παραδείσιο ἀκριβῶς αὐτὸ χῶρο καὶ μάλιστα στὸ ξεκίνημα ἐπάνω τῆς ὑπαρξιακῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, παίχθηκε (ἀπροσδόκητα) ἡ τραγωδία τῆς ἐμπλοκῆς του στὴν ἁμαρτία μὲ πρωταγωνιστὴ τὸ διάβολο. Ἔτσι ὁ παράδεισος φαίνεται νὰ φιλοξένησε, στὴ διάρκεια τοῦ παιξίματος αὐτῆς τῆς τραγωδίας, τὸ λίκνο τῆς βίας· τὴ δαιμονικὴ ἀπάτη, ποὺ μπολίασε, γιὰ πρώτη φορὰ, τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μὲ τὸν πικρὸ καὶ θανατηφόρο ἰὸ τῆς βίας!

Στὸν παραδείσιο χῶρο τῆς δοκιμασίας τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας ἀσκήθηκε, μὲ ἀπατηλὸ τρόπο, ἀπὸ τὸ γενάρχη τῆς δαιμονικῆς βίας καὶ διοχετεύθηκε στὸ ψυχολογικὸ καὶ πνευματικὸ κυκλοφορικὸ σύστημα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πρωτογενὴς βία, ὡς χυμὸς φθορᾶς καὶ θανάτου, καταστροφῆς καὶ ἀλλοτριώσεως.

Ὅμως τὸ πλέον παράδοξο καὶ ἐντυπωσιακὸ γεγονός, στὴ φύση καὶ λειτουργία τῆς βίας, στὰ πρῶτα της βήματα, εἶναι ὅτι δὲν ἐμφανίζεται μὲ δυναμικὸ καὶ ἄμεσα καταλυτικό, βίαιο τρόπο. Ἡ πρεμιέρα τῆς βίας, στὸ θέατρο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως φαίνεται ἀθόρυβη καὶ ἀβίαστη – σχεδὸν ἀνύποπτη.

Ἡ πρωτογενὴς καὶ ἀρχέγονη βία εἰσέρχεται στὸ προσκήνιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς χωρὶς νὰ πιέζει, νὰ ἀπειλεῖ, νὰ τρομάζει ἢ νὰ ἐκβιάζει. Ἁπλῶς φαίνεται νὰ διαλέγεται, καθὼς κάνει τὰ πρῶτα βήματά της πρὸς τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἐντελῶς φυσιολογικὰ μ’ αὐτό, ἀβίαστα.




Ὁ διάλογος τοῦ ὄφη μὲ τὴν Εὔα εἶναι πράγματι ἐκ πρώτης ὄψεως, ἕνας ἤρεμος, φυσιολογικὸς καί… ἀξιοπρεπής, ἀπὸ πλευρᾶς σεβασμοῦ τῶν κανόνων τῆς καλῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, διάλογος. Καὶ οἱ δύο συζητητὲς αὐτοῦ τοῦ διαλόγου φαίνεται νὰ εἶναι προσεκτικοὶ στὸ σεβασμὸ τοῦ προσώπου τοῦ ἄλλου. Δὲν παρουσιάζεται κάποια ἔνταση, σὲ στὺλ συγκρούσεως ἢ ἀντιδικίας, μεταξὺ τῶν συζητητῶν αὐτῶν, στὴν πορεία τοῦ διαλόγου ποὺ κάνουν.

Κι ὅμως. Ὁ ὄφις ἀσκεῖ βία καὶ ἐγκαινιάζει τὴ λειτουργία τῆς βίας, μέσα στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, μ’ ἕνα πράγματι ἐντελῶς ἀνύποπτο τρόπο. Μὲ τὴν ἄπατη!

Ἡ απάτη, στὸ διάλογο τοῦ ὄφη μὲ τὴν Εὔα, ἀποτελεῖ τὸ προσωπεῖο τῆς βίας! Ἡ βία, γυμνὴ καὶ “ἀφτιασίδωτη”, θὰ προκαλοῦσε φρίκη καὶ τρόμο στὴν Εὔα! Θὰ ξυπνοῦσε ἴσως τὸ ἔνστικτό τῆς αὐτοπροστασίας καὶ θὰ τὴν ὠθοῦσε στὴ φυγὴ καὶ ἑπομένως τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ διαλόγου.

Ἔτσι ἡ απάτη καθιστᾶ τὴ βία ἀνύποπτη. Μάλιστα τὴν ὡραιοποιεῖ καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κάνει γοητευτικὸ τὸν ἐκβιασμὸ τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου.

Ἡ Εὔα ἐξαπατᾶται καὶ ἐκβιάζεται νὰ ὑποκύψει στὴ δαιμονικὴ ὑποβολὴ καὶ ἑπομένως στὴ δαιμονικὴ βία, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ὑποψία, γοητευμένη ἀπὸ τὴν ἄψογη συμπεριφορὰ τοῦ ὄφη. Καὶ ἴσως θὰ αἰσθάνθηκε πραγματικὰ ἐνθουσιασμένη, ὅταν διαπίστωσε κάτι, ποὺ δὲν εἶχε ἀντιληφθεῖ προηγουμένως, ὅτι δηλαδὴ ὁ καρπὸς τοῦ ἀπαγορευμένου, ἀπὸ τὸ Θεό, δένδρου ἦταν ἐξαίρετος καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιθυμητὸς ἀπὸ κάθε ἄποψη!

Χρειάσθηκε νὰ ἀφυπνίσει τὸ πνεῦμα τῆς Εὔας “ὁ κριτικὸς ἐνθυμήσεων” λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὴ δαιμονικὴ ἀπάτη, ποὺ ἐκβίαζε τὴ βούλησή της. «Τί τοῦτο ἐποίησας;», ρώτησε ὁ Θεὸς τὴν Εὔα, μετὰ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς του. Πῶς ἔκανες μία τέτοια γιὰ σένα καταστροφικὴ ἐπιλογή;

-«Ὁ ὄφις μὲ ἠπάτησε», παραδέχθηκε ἡ Εὔα.

Μόνο ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ τοῦ Θεοῦ μπόρεσε νὰ δεῖ καθαρὰ ἡ Εὔα τὴν ἀπάτη τῆς δαιμονικῆς βίας. Ἑπομένως μόνο τότε (ἀργὰ βέβαια) εἶδε κατὰ πρόσωπο τὴ βία.

Ἔτσι ἡ δαιμονικὴ βία λειτούργησε πράγματι ἀβίαστα, ἀθόρυβα, “λογικά”, δηλ. ἐντελῶς ἀνύποπτα γιὰ τὸ θύμα. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο χαρακτηριστικό τῆς δαιμονικῆς βίας εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ θεμελιώνει καὶ παγιώνει τὴ διεργασία τῆς ἀλλοτριώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἡ βία ἀλλοτριώνει συχνὰ ἀθόρυβα, ἐρήμην τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ θύματος. Μὲ τὸν σιγαστήρα τῆς ἀπάτης δὲν προκαλεῖ, συχνά, θόρυβο, δὲν ἀνησυχεῖ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση. Ἀντίθετα, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ὅπως αὐτὴ τῆς Εὔας, πείθει τὸ θύμα της, ὅτι εἶναι πάντοτε στὴν ὑπηρεσία τοῦ προσωπικοῦ του συμφέροντος καὶ τῆς προστασίας του ἀπὸ ἐπικίνδυνα ὑπαρξιακὰ “ψεύδη”! «Οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».

Ἡ ἀθόρυβη αὐτὴ βία τῆς διαψεύσεως τῆς πιὸ σημαντικῆς καὶ κρίσιμης, γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, θεόσδοτης ἀλήθειας, ἀλλοτριώνει τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα ἀπὸ τὴ θεόκτιστη συνείδησή του καὶ τὸ παγιδεύει στὸ φαῦλο κύκλο μιᾶς θανατηφόρας ἀξιολογικῆς μετατιμήσεως καὶ ἀναρχίας.

Πάντως ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπατήθηκε ἡ Εὔα, μὲ τὴ δική της εὐθύνη, ἀφοῦ δὲν χρησιμοποίησε τὶς νηπτικὲς λειτουργίες τοῦ κατ’ εἰκόνα «Βίᾳ καὶ τυραννίδι ἤγετο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ ὁ ἄνθρωπος καὶ σχεδὸν οἱ μὴ θέλοντες ἁμαρτῆσαι βίᾳ ἡμάρτανον». Ἀπὸ ἐκείνη τὴν τελεσίδικα κρίσιμη καὶ καταστροφική, γιὰ τὸ ἀδαμικὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, στιγμή, τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἀλλοτριώθηκε λειτουργικὰ καὶ ψυχοδυναμικὰ καὶ μεταποιήθηκε σὲ ἔνσαρκη βία. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ ἑξῆς, λειτουργεῖ πλέον ὡς βία.

Αὐτὸ βέβαια σημαίνει ὅτι ἡ βία, ὡς καρπὸς δαιμονικῆς γέννας, ἔλαβε, μὲ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, μία νέα ποιοτικὴ ἢ ὀντολογικὴ ὑπόσταση· ἔγινε καὶ ἀνθρώπινη.

Μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπατήθηκε ἡ Εὔα, ἡ βία εἶχε ἀποκλειστικὰ δαιμονικὴ ταυτότητα καὶ ὑπόσταση. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως τῆς διολισθήσεως τῆς Εὔας στὴ δαιμονικὴ παγίδα, ἡ βία βρῆκε οἰκεῖο χῶρο “σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον” καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἀνθρώπινη φύση, μὲ δικαιώματα κυριαρχικὰ καὶ ἐξουσιαστικά, σὲ ὅλες τὶς ψυχοσωματικές της λειτουργίες.

Τὸ ἀποτέλεσμα, φυσικά, αὐτῆς τῆς μεταποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἔνσαρκη βία ἐντοπίζεται εὐδιάκριτα στὴ βίαιη ἐνδοψυχικὴ συγκρουσιακὴ λειτουργικότητά του, ποὺ εἶναι πλέον χαρακτηριστικό τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου, τοῦ “πεπραμένου ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν”.

Μετὰ τὴν ἀπάτη τῆς Εὔας, ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ βία, ὁ ἀδαμικὸς ἄνθρωπος σχετίζεται μὲ τὸν ἑαυτὸ του δυνάμει τῆς βίας, ποὺ πλέον ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνσαρκώνει. Ἔτσι ὁ ἐαυτὸς τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου φέρεται βίαια πρὸς τὸν ἑαυτό του. Ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸν παράδεισο, πορεύεται τὸν δρόμο του ἐκβιαζόμενος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, συγχρόνως ὅμως ἐκβιάζοντας τὸν ἑαυτό του. Ἡ σχέση αὐτὴ τοῦ ἑαυτοῦ μὲ τὸν ἑαυτὸ δίνει τὴν πιὸ ὠμὴ ἀλλὰ καὶ πιὸ γνήσια καὶ αὐθεντικὴ ψυχοδυναμικὴ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ “πεπραμένη (πουλημένη) ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν”, τελεῖ πάντοτε ὑπὸ τὴ βία τοῦ διεφθαρμένου ἀπὸ τὴ δαιμονική, βίαιη ἐπενέργεια, ἑαυτοῦ της.

Ὅλες οἱ ἄλλες ἐκδηλώσεις καὶ ἐνέργειες καὶ πράξεις βίας, ἀπὸ τὶς πιὸ ἀσήμαντες μέχρι τὶς πιὸ τραγικὲς καὶ συγκλονιστικές, ἀποτελοῦν ἁπλῶς προβολὲς καὶ προεκτάσεις πρὸς τὰ μέσα (ἐνδοψυχικὰ – ἐνδοατομικὰ) ἢ πρὸς τὰ ἔξω (ἐναντίον τοῦ πλησίον) αὐτῆς τῆς καθολικῆς βιαιοποιήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἔτσι λοιπόν, ἡ γεμάτη βίαιες πράξεις καὶ ἐνέργειες ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ξεκινάει ἤδη μέσα ἀπὸ τὸν παραδείσιο χῶρο. Ὁ ἐχθρός τοῦ ἄνθρωπου, “ὁ ἀρχέκακος ὄφις” βίασε τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἐπὶ τῆς ἄνετης κλίνης τῆς ἀπάτης καὶ τὸ μπόλιασε μὲ τὴ δική του, τὴ δαιμονικὴ βία.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ βία ἔγινε δύναμη ἀλλὰ καὶ ποιότητα ὑπαρξιακῆς λειτουργίας τοῦ ἀνθρωπίνου ψυχισμοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δική μας ἐποχὴ ἐπιβεβαιώνει μὲ ἀκλόνητη πειστικότητα αὐτὴ τὴ λειτουργικὴ ποιότητα τοῦ ψυχισμοῦ αὐτοῦ, μᾶς διευκολύνει νὰ προχωρήσουμε, στὸ διάλογο μὲ τὴ βία, μὲ μεγαλύτερη ἐπίγνωση τοῦ πιὸ κρίσιμου ὑπαρξιακοῦ μας προβληματισμοῦ· τῆς σχέσεώς μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.

Ιωάννης Κορναράκης*

 Βία. Ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ


*Ὅμότιμος Καθηγητής 
Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας 
καὶ Ἐξομολογητικῆς της 
Θεολογικής σχολής του 
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Πολύφημος και Γαλάτεια



Ερωτευμένος Πολύφημος

Ο Πολύφημος είναι πασίγνωστος Κύκλωπας από την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Γιος του Ποσειδώνα, ήταν ερωτευμένος με την όμορφη Γαλάτεια. Αυτή απέκρουε τον έρωτά του, επειδή είχε μάτια μόνο για τον Άκι, τον γιο του Φαύνου. Μία μέρα, ο Πολύφημος τους είδε μαζί και από τη ζήλια του πέταξε ένα βράχο πάνω στον Άκι και τον σκότωσε. Οι θεοί μεταμόρφωσαν τον Άκι σε ποταμό, όπου η Γαλάτεια περνούσε τις ώρες της, θρηνώντας την απώλεια του αγαπημένου της.






Κανένα δε γεννήθηκε πιο σιχαμένο τέρας.
Όπου βρισκόταν, έκλεινε τη μύτη του ο Αγέρας.
Βρόμικος κι απολίτιστος, μ’ ένα απαίσιο μάτι,
θεόρατος-δε φτιάχτηκε γι’ αυτόν ποτέ κρεβάτι.

Τον έλεγαν Πολύφημο, απ’ το γένος των Κυκλώπων-
κάποτε θα τον τύφλωνε ο άριστος των ανθρώπων…
Μια μπόχα ανέδιδε η σπηλιά η σκοτεινή που ζούσε –
όπως τα ζώα του, εκεί κι αυτός αποπατούσε.

Κι αν το νησί του ολόγυρα μια θάλασσα το βρέχει,
τη λίγδα του να ξεπλυθεί ποτέ σ’ αυτήν δεν τρέχει.
Ζώα ν’ αρμέγει συνεχώς, το γάλα τους να πήζει:
αυτό μονάχα ήθελε- μα ο έρωτας ανθίζει

και στις πιο άγονες ψυχές, σ’ αγρίους κι ανοήτους
πετάει ανθάκια μέσα τους -μοσχοβολά η ζωή τους.
Έτσι και του Πολύφημου- πρόσεξε, μη γελάσεις!-
του έλαχε να ερωτευτεί νεράιδα της θαλάσσης.

Άρμα οδηγούσε στο νερό κι είχε δελφίνια γι’ άτια-
στις ράχες τους τα μάτια της καθρέφτιζε η Γαλάτεια!
Το πρόσωπό της σκίαζε μαντήλι από πορφύρα,
τα τσίνορά της μούσκευε ιριδισμών πλημμύρα.

Διάφανο πέπλο φόραγε και φέγγιζε το δέρμα
ολόλευκο στα στήθια της και στων μηρών το τέρμα.
Και όπως του χιτώνα της έπαιρνε ο αέρας
ως τη στεριά την άκρη του, χαστούκιζε το τέρας.

Είκοσι μάτια ήθελε να ‘χει, να μη χορταίνει
να βλέπει την πεντάμορφη πώς απ’ το κύμα βγαίνει…
Στα δάση άνθη έκοβε συχνά η νύμφη μόνη,
μ’ αυτά, για ύπνο ευωδιαστό, την κλίνη της να στρώνει.

Μια μέρα την ξαδέρφη της τη Θόωσα ρωτάει
του αγρού λουλούδια σπάνια για να ‘βρει, πού να πάει.
«Ο γιος μου ο Πολύφημος», της λέει εκείνη «ξέρει
πούθε φυτρώνουνε αυτά στης Σικελίας τα μέρη.»



Έτσι μιαν άνοιξη έλαχε οι δυο να γνωριστούνε.
Πάνω στα άνθη που ‘βλεπαν, μαζί να κυλιστούνε
πόσο ήθελε ο Κύκλωπας…-μα μόνο να τα κόψει
μπορεί…Και από πίσω τους κρύβει την άθλια του όψη!

Με μια αγκαλιά πολύχρωμη, για να τον ‘φχαριστήσει
δε δίστασε στο μάγουλο η ωραία να τον φιλήσει.
Κι ήταν φιλί ευωδιαστό, περιβολιού αέρας,
η πρώτη-πρώτη αναπνοή μιας μυρωδάτης μέρας…

Τα χείλη της του έφεραν ρίγος κι ανατριχίλα,
με χίλια μύρα του ‘διωξαν μακριά την προβατίλα.
Το μάγουλο τριαντάφυλλο πώς θα ‘θελε να έχει,
με τη δροσιά του- στο φιλί τα χείλη της να βρέχει…


Από εκείνη τη στιγμή τις ώρες του περνούσε
δίπλα στο κύμα-τον αυλό παίζοντας τραγουδούσε:
«Γλυκιά Γαλάτεια ,άφησε τη θάλασσα λιγάκι
μη θέλεις να μαραίνομαι κι εγώ σα λουλουδάκι…»

Μα ήταν το τραγούδι του κοινότοπο και φάλτσο
και ποντικάκια γύρω του χορεύαν ένα μάτσο…
Ώρες πολλές στη θάλασσα σκυφτός καθρεφτιζόταν
με μιαν αρπάγη ολημερίς άγαρμπα χτενιζόταν…

Τα γένια του που ‘ταν σκληρά, δασιά όπως οι θάμνοι,
τα έκοβε ο δύσμοιρος κοντά, μ’ ένα…δρεπάνι.
Την κοπριά απ’ τη σπηλιά όλη την καθαρίζει,
με άνθη γεμάτη τώρα πια, παράδεισο θυμίζει…

Μέχρι και μπάνιο βάλθηκε-αλλά… ματαίως -να μάθει,
να φτάσει στη Γαλάτεια του, στου πέλαου τα βάθη.
(Και ήτανε το θέαμα τούτο εδώ γελοίο,
έτσι όπως πλατσούριζε στ’ άβαθα ένα θηρίο!…)


Στη θάλασσα το μάτι του για χρόνια είχε καρφώσει-
ώσπου ο Οδυσσέας θα ‘ρχονταν, σωτήρια να τυφλώσει…
«Γιατί, νεράιδα μου καλή, δεν έρχεσαι να μείνεις
μεσ’ στη σπηλιά, για πάντοτε γυναίκα μου να γίνεις;…

Γαλάτεια, γάλα και τυρί ποτέ δε θα σου λείψουν,
εσένα όλα τα ζώα μου γι’ αυτό θα ανταμείψουν.
Μήπως που ‘μαι μονόφθαλμος όλα σου τα χαλάει;
Μ’ ένα οφθαλμό, ματάκια μου, κι ο ήλιος μας κοιτάει….»

Έτσι, γυρνώντας στο γιαλό τις μέρες και τα βράδια
φώναζε, μα του απάνταγε βέλασμα απ’ τα κοπάδια…

Γιατί ούτε να το σκεφτεί, στον κόπο αυτή δεν μπαίνει,
ν’ αφήσει ξάφνου το νερό, σε μια σπηλιά να μένει…
Πώς να ξαπλώσει δίπλα του, κοντά του ν’ αγρυπνάει
όχι απ’ την αγάπη της, αλλά που θα βρομάει!

Και πώς το κεφαλάκι της στο στήθος του να χώσει,
όχι από αγάπη, αλλ’ απ’ αυτόν το βλέμμα της να σώσει!
Τι κι αν μια τρυφερή καρδιά στο άθλιο κορμί κρυβόταν;
Το δέρμα της στα χάδια του ποτέ δε θα δινόταν.


Γιατί από τότε ως σήμερα- πόσους αιώνες, μέτρα!-
κάτω από σάρκα απαλή, θα βρεις καρδιά από πέτρα.

(Διασκευή μύθου: Ι. Ν. Κυριαζής)




Ο Κύκλωπας Πολύφημος ποθοπλαντάζει στα σκαλιά της νύμφης Γαλάτειας.


Γυρίνε μου! Δηλαδή… Αυγερινέ μου… Εγώ, ο αντρείος Πολύφημος, ο γλυκόλαλος κύκλωψ, κοτρόνια θα στύψω ώσπου να μολογήσουν τα καημένα πόσο σ’ αγαπώ. Το ξέρουν, έχουν ακούσει τις κλάψες μου ψηλά στο βουνό, μια νύχτα ανεμόδαρτη που το… δε θυμάμαι πώς μου το ’πε ο πατέρας μου… έστρωνε το μπακιρένιο μονοπάτι του στο πέλαγος. Αντηχούσαν οι κραυγές του ποθοπλάνταχτου Πολύφημου, έτρεμε ο τόπος, Γαλάτεια! Γαλάτεια! Σαν γάιδαρος γκάριζα και τα κύματα τρέχαν τρομαγμένα να γυρίσουν από κει που ’ρθαν. 


«Κάθε βράδυ γυρνώ με μάτι πρησμένο από τις κλάψες – άκαρδη!» (Αριστερά Redon Odilon, «Ο Κύκλωπας παρακολουθεί την Γαλάτεια που κοιμάται», 1900. Δεξιά: Gustave Moreau, «Galatea», 1880).



Άυπνος θα μείνω, ταίρι μου, κι απόψε στο πλατύσκαλό σου, κι αν στο τέλος κουραστώ, θα κοιμηθώ. Βγες έξω! Να ξαπλώσουμε στη χλόη, κάτω από το δέντρο – κακαράντζες δεν έχει, για ανόητο με πέρασες; Τα γίδια μου κορφολογάν αλλού, αλλού τρέχουν και τις αμολούν. Γίδια έχω όσα τα αστέρια του ουρανού. Δικά σου θα γίνουν, Γαλάτεια – όχι τα αστέρια τ’ ουρανού, αλλά τα γίδια. Μα σαν ποιητής που είμαι, ας επικαλεστώ τώρα, τις Μούσες τις πολυλογούδες.

Μούσες! Ελάτε! Τι μου ξαπλώσατε στα σύννεφα με τις αστραπές; Μαλακώστε την καρδιά της Γαλάτειας για τον άντρακλα αυτόν, τον γιο του Ποσειδώνα, που ’χει τα στήθη δασύτριχα, και τις χερούκλες ατσαλένιες! Ελάτε, οκνηρές, να βάλετε σε στίχους τα λόγια αγάπης του Πολύφημου για την ωραία νύμφη.




Μούσες! Ελάτε! Μαλακώστε

την καρδιά της Γαλάτειας

για τον άντρακλα αυτόν,

τον γιο του Ποσειδώνα,

που ’χει τα στήθη δασύτριχα,

και τις χερούκλες ατσαλένιες!




Ω, ναι, Γαλάτεια, είσαι ωραία, κοντή, με λευκό λαιμό, τα μαλλιά σου μοσχοβολούν κυπαρισσόμηλο, διότι τα λούζεις με κυπαρισσόμηλο. Ναι, έχω δει: τα ’βραζες προχθές στο καζάνι. Άφησες το ζουμί να κρυώσει και έλυσες τον κότσο, ω πως ανέμιζαν τα καστανά (σαν βρασμένα ή και σαν άβραστα κάστανα) μαλλάκια σου… Έσκυψες πάνω απ’ το βαρέλι, δούλα δεν έχεις κι έτσι τα ’βρεξες μόνη. Ω, συμφορά, γιατί γεννήθηκες φτωχή!

Εσένα, φεγγαροπατούσα μου, σου ’πρεπε παράς με ουρά, οκτώ γαϊδάροι να βογκούν απ’ το χρυσάφι όταν πας στο γαμπρό. Μα δυστυχία, αρκετή έχεις μόνον ομορφιά, χρυσή μου, και όχι οκτώ – εικοσιτρείς γαϊδάροι δε φθάνουν να την κουβαλήσουν. Για τον παρά ποιος νοιάζεται;


«Μπεκάτσα μου, έχω κρεβάτι σκαλισμένο στα βράχια. Έλα, χρυσή μου, να το ντύσεις με τα μεριά σου τα ολοστρόγγυλα, λεία δώσ’ τα στον άντρα τον ερωτικό!» («Πολύφημος και Γαλάτεια», τοιχογραφία, Πομπηία)



Ξυπόλητη να ’ρθεις Γαλάτεια, ξεβράκωτη στη σπηλιά μου, θα σε ντύσω εγώ. Νοικοκυρά, με τα πατσουλιά και τις πομάδες σου. Βαλανείο και καμπινέ, να πλένεσαι και να κάνεις το χοντρό σου στα ζεστά. Μοσχαναθρεμμένη μου! Χτενάκια για τ’ αποχτενίδια σου και τσιμπιδάκια για τα ματοτσίνορά σου – έχω δε κι έναν ωραίο σουγιά για τα νυχοπόδαρα – να τα κόβεις και να τα βάφεις κρεμεζί. Άσε με να σε κυβερνήσω!

Είμαι εγώ αρχοντάντρας πρώτος και κυνηγός απ’ τους καλύτερους. Ελάφι θες; Το σκοτώνω. Ζαρκάδι; Κάπρον θες; Κίχλες; Το τόξο μου λυγίζω και με δυο σαϊτιές σαν κεραυνούς έτοιμα σ’ τα περνώ στη σούβλα, αφού τα γδάρω πρώτα και τα ξεντερίσω. Την όρεξη να ’χεις της γουρούνας και θα βοσκάς, ταίρι μου, στα κομμάτια του τυριού. Θα κολυμπάς στο ευφρόσυνο της γίδας γάλα και στην γκουλιάστρα την πηχτή. Μέλι και καρύδια με τη χουλιάρα που χτυπάω τον αφρό στο καρδάρι θα τρως. Ή θες κότα; Δυο δυο θα τις έχεις, πέρδικά μου, με στριμμένο το λαιμό. Να μάθεις να τις μαδάς, και να τις ζεματάς στο καμινέτο – να δεις πώς βγαίνουνε τα πούπουλα και τα συκώτια. Γουρούνι θες; Με το ρόπαλό μου σου σκοτώνω οχτώ, παχιά παχιά και μουνουχισμένα, να μη μυρίζει βαρβατίλα το φαΐ.


Ό,τι πεις μαϊντανέ μου εσύ κατακούτελη σαϊτιά μου,
 θα φύγω, θα φύγω, μη χτυπάς!
 Ερωτευμένο πουλί είναι ο Πολύφημος, ορφανό


Έχω βάρκα, λυθρίνι μου, βγαίνω στα ανοιχτά όταν περνούν τα πλοία. Κλέβω, είμαι άφοβος εγώ, τσακίζω κατάρτια και κουπιά στις πλάτες των ανθρώπων. Γυρνώ με κρασιά και στάμνες, υφάσματα, σεντόνια και χρυσαφικά. Του Πολύφημου τα χέρια πάντα γεμάτα είναι.

Είναι, είναι! Ω, μα τώρα αδειάσανε από κορμί γυναικός! Μπεκάτσα μου, έχω κρεβάτι σκαλισμένο στα βράχια. Στρώμα από φτερά γαλοπούλας και κλινοσκεπάσματα από γούνα τσαχπίνας αλεπούς. Έλα, χρυσή μου, να το ντύσεις με τα μεριά σου τα ολοστρόγγυλα, λεία δώσ’ τα στον άντρα τον ερωτικό! Γαλάτεια, ω Γαλάτεια… Μα… μα… Ποιος… Ποιος γελά πίσω απ’ τη θύρα;

Καταραμένε Άκι, εσύ; Ω σκατόμυγα, ω κολοβέ ασβέ, με μια πορδή τη θύρα θα γκρεμίσω κι ύστερα πέθανες! Ο αντρείος Πολύφημος θύμωσε πολύ! Γιατί Γαλάτεια; Ω θεοί!



«Ξυπόλητη να ’ρθεις Γαλάτεια, ξεβράκωτη στη σπηλιά μου, θα σε ντύσω εγώ. Μοσχαναθρεμμένη μου!» (Αριστερά: Gustave Moreau, «Polyphemus and Galatea». Δεξιά: Ραφαήλ, «Ο θρίαμβος της Γαλάτειας»)


Κάθε βράδυ γυρνώ με μάτι πρησμένο από τις κλάψες – άκαρδη! Να πάρει και να σηκώσει! Πατέρα! Πατέρα, Ποσειδώνα! Κύματα με αφρούς και μια πελώρια καταιγίδα φόρα μου στο κορμί ή ξέχνα για πάντα τον μονόφθαλμο γαλαντόμο γιο σου, που ούτε θυμάσαι με ποιαν τον έκανες. Σάρκα τυφώνα δώσ’ μου, όπως σπάνε τα μανιασμένα νερά στα λιμάνια: ξύλο όρθιο μη μείνει, εκτός από τούτη δω τη μαγκούρα αγριελιάς που θα τσακίσω στο κεφάλι του Άκι.

Σκουλήκια! Ψειρόπουλα! Εραστές της οκάς! Απ’ το παράθυρο πηδήξτε και στα λάχανα κουλουριαστείτε σαν οχιές, πριν λιώσω το χαμόσπιτο με την τραχιά μου την πατούσα! Τίποτα γερό μη μείνει. Άκι, Άκι! Πονηρέ, που με τι κόλπα πήρες την καρδιά της αγαπημένης μου θα τα ξερνάς ένα ένα, καθώς σε γδέρνω!

Ω Γαλάτεια, άμυαλη, ξέρω, σε γέλασε ο άτιμος με ποιήματα και υποσχέσεις – τόσο άσχημος άντρας αν δεν τάξει τον παραμερίζει κι η βροχή, μα θα σου τον κάνω εγώ σε λίγο λουκάνικο, τυλιγμένον στο έντερό του – ούτε τα όρνια δε θα θέλουν να το φαν.

Γαλάτεια; Εσύ; Επιτέλους βγήκες! Να τρίψω τα μάτια μου ή όντως είσαι εδώ; Λυσίκομη και πανώρια – όμως τη βέργα τι την κρατάς;

Μη, μη! Μη χτυπάς ψυχή μου, φοράδα μου, και μη βρίζεις! Στην άκρη θα κάνω, ό,τι πεις. Ό,τι πεις μαϊντανέ μου εσύ κατακούτελη σαϊτιά μου, θα φύγω, θα φύγω, μη χτυπάς! Ερωτευμένο πουλί είναι ο Πολύφημος, ορφανό στην καταιγίδα. Λυπήσου το!

Θα φύγω, ναι, κι αν σε τάραξα, βροντή μου, συγχώρεση ζητώ, μα αύριο θα έρθω πάλι. Σκέψου καλά, και τον ψεύτη πίσω απ’ το βαρέλι διώξε απ’ τη ζωή σου – εύγε, ναι, έτσι να κάνεις, σ’ ευχαριστώ για την υπόσχεση, πουλάδα μου. Φεύγω, σ’ ευχαριστώ, φεύγω, αχ…

… από Κύκλωπας βαρύς και θυμωμένος τώρα βουνό το βουνό πηδώ σαν ελαφρόπετρα – ο ουρανός μοιάζει να πέφτει. Ω ναι, είναι υπόσχεση, είναι αληθινή αλήθεια ότι εμένα μόνον αγαπά η ωραία καρακάξα. Πατέρα, πατέρα, δες πώς ξεκαρφιτσώνω τα αστέρια από χαρά…



«Άκι! Πονηρέ, που με τι κόλπα πήρες την καρδιά της αγαπημένης μου θα τα ξερνάς ένα ένα, καθώς σε γδέρνω!» (Αριστερά: Giulio Romano, «Polyphemus». Δεξιά: Alexandre Charles Guillemot, «The Loves of Acis and Galatea», 1827)




//Η ιστορία που φιλοξενεί η στήλη είναι από το βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου «Βένουσμπεργκ», εκδ. Αντίποδες, 2015. Ο τίτλος της στο βιβλίο είναι «Παρακλαυσίθυρον».



Ὁ Οὖτις: Από το σκοτάδι στο φως


 
Το ξακουστό γυρεύεις, Κύκλωπα, να μάθεις όνομά μου….Κανένας το όνομά μου, κι όλοι τους/ κανένα με φωνάζουν, /κι η μάνα μου μαθές κι ο κύρης μου κι/ οι επίλοιποι σύντροφοι. *



 Ο Οδυσσέας εξιστορώντας στον Αλκίνοο τις περιπέτειές του περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο ξεγέλασε τον Κύκλωπα Πολύφημο και τον παγίδευσε με το όνομα που του έδωσε «Ούτις»= Κανένας.
(οὔτις, γεν. οὔτινος και οὔτιδος, ουδ. οὔτι (Α)
1. ουδείςκανείς («λιτᾱν δ' ἀκούει μὲν οὔτις θεῶν», Αισχύλ.)
2. (το ουδ. ως επίρρ.οὔτι
ουδόλως, κατ' ουδένα τρόπο
3. (το αρσ. με διαφορετικό τονισμό ως κύριο όν.) ὁ Οὖτις
ο Κανείς, το ψεύτικο όνομα που χρησιμοποίησε ο Οδυσσεύς προκειμένου να εξαπατήσει τον Πολύφημο
4. φρ. «Περὶ οὔτιδος» — τίτλος έργου του Χρυσίππου, σχετικού με ένα είδος σοφίσματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρνητικό μόριο οὐ + τίς (πρβλ. μή-τις [ΙΙ])].)

 Έτσι, όχι μόνον έσωσε τη δική του ζωή και των συντρόφων του, αλλά έθεσε για πρώτη φορά στην παγκόσμια βιβλιογραφία – λογοτεχνία τις βάσεις για την ονοματολογία.


Μένοντας αυστηρά στο συγκεκριμένο επεισόδιο της Οδύσσειας παρατηρούμε πως ανάμεσα στο «ψευδώνυμο» Ούτις του Οδυσσέα και στο όνομα Πολύφημος <πολύ + φημί του Κύκλωπα υπάρχει μια φανερή αντίθεση. Το «ούτις» βρίσκεται κοντά στο ουτιδανός, στο άγνωστος, στο ανύπαρκτος. Αντίθετα, το όνομα Πολύφημος μας παραπέμπει στο ξακουστός, στο γνωστός, στο διάσημος, στο μεγαλόφωνος (φημί).

Στη σπηλιά του Κύκλωπα δεν συγκρούστηκαν μόνον τα πρωτόγονα ένστικτα του θηριώδους Κύκλωπα με την εξυπνάδα του Οδυσσέα, η βιαιότητα με την ανθρωπιά, η νηπιότητα (νή + έπος = ανοησία) με την επινοητικότητα αλλά και η υλική δύναμη (σωματική) με τη σοφία, τη γνώση, την πονηριά και την ηθική. Η δύναμη του νου (Οδυσσέας) αναμετράται στη σκοτεινή σπηλιά με τη μυϊκή δύναμη (Κύκλωπας) κι από την πάλη αυτή νικητής αναδεικνύεται ο νους, δηλαδή ο πολιτισμός, ο άνθρωπος.

Ο Κύκλωπας λόγω της αυτοπεποίθησής του – που απορρέει από τη σωματική του δύναμη – ξεπερνά το μέτρο, διαπράττει ύβρη και ο νους του θολώνει. Αυτή η αλαζονεία εκτός από το θόλωμα του νου (Άτη) ενεργοποιεί την δικαιοσύνη του Δία, τη Νέμεση. Σε λίγο θα έρθει και η τιμωρία – Τίση (τύφλωση του Πολύφημου). Η βαρβαρότητα ηττάται από τον πολιτισμό.


Η ανάγκη για ένα όνομα

Ωστόσο, το «Ούτις» ως επινόημα του «πολύτροπου» Οδυσσέα έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και ανάλυσης όχι τόσο των γλωσσολόγων αλλά των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το όνομα συνιστά το απόλυτο προσδιοριστικό στοιχείο του ανθρώπου από την πρωτόγονη εποχή έως σήμερα. Γιατί ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τους συνανθρώπους του όχι μόνο λόγω των σωματικών ιδιαιτεροτήτων αλλά και λόγω του ονόματος.

 Γι’ αυτό σε καμία ιστορική περίοδο του ανθρώπου δεν απαντάται άνθρωπος χωρίς όνομα. Χρήσιμη είναι η συμβολή του Ομήρου και σε αυτό το στοιχείο με την εμβληματική φράση:

 Γιατί κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει χωρίς όνομα, ούτε καλός ούτε κακός, από την ώρα που γεννιέται….
(Ομήρου Οδύσσεια, θ 552-554).

Αυτή η θέση του Αλκίνοου προς τον Οδυσσέα απέκτησε παναθρώπινη αξία και σηματοδότησε τον κεντρικό ρόλο του ονόματος τόσο στον αυτοπροσδιορισμό του ανθρώπου όσο και στη δημιουργία και εξέλιξη του πολιτισμού.



Το όνομα, δηλαδή, συνιστά το κατεξοχήν προσδιοριστικό στοιχείο της ιδιαιτερότητας, της μοναδικότητας του ατόμου και καθορίζει καταλυτικά την προσωπικότητά του και γενικότερα την ταυτότητά του. Αποτελεί στοιχείο διαφοροποίησης από τους άλλους αλλά και σημείο αναγνώρισης.

 Είναι αυτό που μας ανασύρει από την ανωνυμία, το πλήθος, την αγέλη, τη μάζα. Μας διασώζει από την αποπροσωποποίηση και την ανυπαρξία. Γινόμαστε ύπαρξη μέσα από το όνομα, αφού οι άλλοι μόνο μέσα από το όνομα μας γνωρίζουν.

 Ο ανώνυμος είναι σαν να μην υπάρχει. Όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρωπότητας έχουν ως σημείο αναγνώρισης το όνομα του δημιουργού (Ομήρου Ιλιάς, Η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, το test Παπανικολάου, Αμπέρ (ηλεκτρισμός), Φορντ (Αυτοκίνητο), η Γκουέρνικα του Πικάσο).

Εξάλλου είναι γνωστός ο εκβιασμός του Περικλή προς τους Αθηναίους – που δεν ήθελαν να ξοδευτούν χρήματα από το συμμαχικό ταμείο – πως θα χτίσει τον Παρθενώνα με δικά του χρήματα και θα δώσει το όνομά του σε όλα αυτά που θαυμάζει η ανθρωπότητα σήμερα. Μόνον έτσι μεταπείστηκαν οι Αθηναίοι.

Από την άλλη πλευρά η απουσία του ονόματος συνοδεύεται από τον αφανισμό του προσωπικού στοιχείου. Η διάχυση της ύπαρξής μας μέσα στο ανώνυμο πλήθος (μάζα) συνεπάγεται και τη μείωση της ευθύνης αλλά και της ελευθερίας μας.

 Γιατί ευθύνη και ελευθερία βαδίζουν παράλληλα και αποδίδονται μόνο σε ανθρώπους με «όνομα» και όχι στο πλήθος και στις αγέλες ανθρώπων. Απόρροια όλων αυτών είναι και η αδυναμία συγκρότησης της ηθικής ταυτότητας του ατόμου.



Ο «Κανένας»… στις μέρες μας

Μια άλλη διάσταση της αξίας του «ονόματος»είναι και ο κίνδυνος που απορρέει από την τεχνοκρατική κοινωνία, την απόλυτη εξειδίκευση και από την ανάγκη της «μέγιστης παραγωγής». Σε αυτό το κλίμα ο εργαζόμενος τείνει να απωλέσει το «όνομά» του και να καταστεί ένας ανώνυμος «αριθμός». Αυτή η αριθμοποίηση – ανωνυμία συνιστά και τη δουλεία του σύγχρονου ανθρώπου.

 Γνωστή εξάλλου είναι και η αποστροφή του στιχουργού Γ. Σκούρτη:

«Είμαι το νούμερο 8/ με ξέρουν όλοι με αυτό/ κι εγώ κρατάω μυστικό/ ποιο είναι τ’ όνομά μου»,
(Η Φάμπρικα).




Συμπληρωματικά θα μπορούσε κάποιος να επισημάνει την κυριαρχία του «κανένας» στις δημοσκοπήσεις για τη δημοφιλία των πολιτικών αλλά και στον εντοπισμό των υπευθύνων για την οικονομική κατάρρευση της χώρας, την ηθική αποβιταμίνωση, τον πνευματικό υποσιτισμό και την κοινωνική κατολίσθηση.

 Υπάρχει μια διάχυση ευθύνης και μια απουσία ανάληψης της ευθύνης. Τα παραπάνω αρνητικά φαινόμενα δεν έχουν το «όνομα» που τα προκάλεσε. Γιατί το όνομα ταυτίζεται με την ευθύνη. Έτσι όλοι αναγνωρίζουν την σκληρή πραγματικότητα αλλά αδυνατούν να τη χρεώσουν σε ένα πρόσωπο με «όνομα».


Το γεγονός αυτό επιτείνει το πρόβλημα και ιδιαίτερα όταν μάς ζητούν να βρούμε τη λύση που μοιραία προϋποθέτει και το «όνομα» του υπεύθυνου της κρίσης με όλες τις αποχρώσεις. Τότε εύκολα αναφωνούμεν:

  «Ω φίλοι, με δόλο, όχι με δύναμη. Κανένας ο φονιάς μου» (Οδύσσεια, ι 408).

 Ποιος, όμως, τότε θα μάς πιστέψει και θα μάς βοηθήσει; Σίγουρα θα έχουμε την τύχη του Πολύφημου ως άτομα και χώρα. Και μπορεί οι φίλοι του Κύκλωπα να συμβούλεψαν «αλλά συ γ’ εύχεο πατρί ποσειδάωνι άνακτι», αλλά τον πόνο τον έζησε μόνος του.

Κάποιοι άλλοι, όμως, θα χαίρονται για την αδυναμία μας να βρούμε το όνομα του φταίχτη και την τάση μας να κρυβόμαστε πίσω από το Κανένας – Ούτις:

«κι εγώ στα μέσα μου χαιρόμουν, που το όνομα τούς γέλασε, κι η περισσή μου γνώση» 
(Οδύσσεια ι, 413-414).


Επιμύθιο

Αρχή και Τέλος, επομένως, της ανθρώπινης ζωής είναι το όνομα˙ με ό,τι αυτό σηματοδοτεί (το δηλούν). Το «Ούτις» χαρακτηρίζει τον υπάνθρωπο. Το όνομα φωτίζει τον άνθρωπο.

 Γι’ αυτό και ο Οδυσσέας στο τέλος αποκαλύπτει το όνομά του στον Πολύφημο, όταν πια έχει αποφύγει τον κίνδυνο. Και μαζί με το όνομα δημιούργησε ένα πλήθος θετικών ιδιοτήτων που συνοδεύουν εκείνους τους ανθρώπους που μπόρεσαν να επιβιώσουν και να μεγαλουργήσουν.


Κύκλωπα, αν άνθρωπος θνητός σε ρωτήξει πως έτυχε το μάτι σου κακοτυφλιά να πάθει, το ‘χει τυφλώσει να τούς πεις ο κουρσευτής Οδυσσέας, του Λαέρτη ο γιός, που η κατοικία του στην Ιθάκη βρίσκεται.
(Οδύσσεια ι, 502-505).





Ο μεγάλος δάσκαλος Δ. Λιαντίνης με έναν ξεχωριστό τρόπο δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο άνθρωπος και το όνομα, άλλοτε υποταγμένος κι άλλοτε ελεύθερος από τις συμπαντικές δυνάμεις:

«Την περιπέτεια την άρχισε ο Κανένας και την ετελείωσε ο Οδυσσέας. Η ιστορία αυτή στο νησί του Κύκλωπα είναι η ζωή του καθένα μας. Με τον ένα ή άλλο τρόπο, ο κάθε άνθρωπος του μέλλεται να ζήσει τη δική του Κυκλώπεια…. Ξεκινάμε τη ζωή μας ανυπόστατοι, αδοκίμαστοι, ανύπαρκτοι, ανώνυμοι.

 Ξεκινάμε τη ζωή μας μέσα στην οντολογική λήθη, και μέσα στην αδιαφανή ομίχλη της μέριμνας… Ο καθένας μας ξεκινά με το όνομα Κανένας.

 Αν ξεφύγουμε ετούτη την πανίσχυρη βαρυτική δύναμη που μας τη φόρτωσαν οι θεοί… αν αλλάξουμε το μουσικό μας τρόπο, πηδώντας από τον απλοικά υποστασιακό στον αυθεντικά υπαρκτικό άνθρωπο… από το Ούτις στο Οδυσσέας˙ αν γίνει να κινήσουμε λειτουργικά τη διαλεκτική μας σχέση με το πρόβλημα της ουσίας και του βάθους της ζωής μας….

 Τότες έχουμε νικήσει το φοβερό Κύκλωπα και τη φυλακή της σπηλιάς του. Ελαξουργήσαμε την άμορφη και άσχημη πέτρα του Κανένας, και μέσα από το σκοτάδι της ανεβάσαμε στο φως τον άνθρωπο με όνομα» 
(Δ. Λιαντίνη «Κυκλώπεια»).


Ο Πολύφημος τιμωρήθηκε, επειδή πρόσβαλε το θεσμό της φιλοξενίας (Ύβρις → Τίσις). Εμείς;



(άσπλαχνε συ που δεν ντράπηκες τους ξένους στο σπίτι σου να φας∙ γι’ αυτό και ο Δίας και οι άλλοι θεοί σε τιμώρησαν).




*«Κύκλωψ, ειρωτάς μ’ όνομα κλυτόν;……/ Ούτις εμοί γ’ όνομα˙ Ούτιν δε με κικλήσκουσι/ μήτηρ ηδέ πατήρ ηδ’ άλλοι πάντες εταίροι»

(Ομήρου Οδύσσεια, ι 364-367)

Μύηση... (άνευ διακορεύσεως παρθένων)

 Λίγα πραγματάκια για τη Μύηση...


Φοβερά και τρομερά πράγματα υποτίθεται ότι συμβαίνουν στη διαδικασία της μύησης. Αν είναι να πιστέψει κανείς τους καλεσμένους του Χαρδαβέλλα, τον ανεκδιήγητο Τσαρούχα ή την κα Ελένη Λουκά, θα έπρεπε να περιμένω να πιώ αίμα νεογέννητου, να κάνω σπονδές στο Σατανά, να διακορεύσω καμμιά παρθένα που περνούσε ξέπουρλη έξω από τη Στοά και να κάνω τη μυστική χειραψία με τους Σιωνιστές της Βουρβουρούς Χαλκιδικής.

Φυσικά, δεν έλειπε και η διάθεση πλάκας εκ μέρους των μελλοντικών αδελφών μου. “θα δεις τι έχεις να τραβήξεις κακομοίρη μου”, “θα σε λιανίσουμε στο ξύλο”, “θα δεις το Χριστό φαντάρο” και όλα τα σχετικά με την καζούρα που τραβάει στο Στρατό μια παλιοσειρά σε ένα ψάρακα που εμφανίζεται στο τάγμα του με τα αυτοκόλλητα χαρτάκια ακόμα επάνω στη στολή του.

Οι πιο ψύχραιμοι, μου είπαν απλά να προσπαθήσω να ευχαριστηθώ την εμπειρία, γιατί είναι κάτι το μοναδικό και κρύβει μέσα της πολλούς συμβολισμούς, μια συμβουλή που πιστεύω πια ακράδαντα και επαναλαμβάνω σε κάθε αμύητο που ετοιμάζεται να "κρούσει ατάκτως τη θύρα".

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή με πήρε ο υπεύθυνος τηλέφωνο και μου είπε “την τάδε μέρα και ώρα να είσαι στη Στοά με μαύρο κουστούμι, μαύρα παπούτσια, μαύρη γραβάτα και λευκό πουκάμισο”... Κανονικός Man in Black δηλαδή, αν έχετε δει την ταινία. Μόνο το μαύρο γυαλί μου έλειπε βραδυάτικα και φαντάζομαι ότι όποιοι με έβλεπαν στο δρόμο θα νόμιζαν ότι κάποια γιαγιούλα άφησε τα εγκόσμια κι εγώ πήγαινα να διευθετήσω την κατάσταση...

Έτσι, ο φίλος σας έκανε την εμφάνισή του την καθορισμένη ώρα, μαζί με άλλα δύο παλληκάρια που θα περνούσαν κι αυτά την ίδια δοκιμασία. Μας πήρανε και μας βάλανε να καθόμαστε μόνοι μας, σαν τους ψωριάρηδες, σε ένα διάδρομο και να περιμένουμε.

Κάποια στιγμή σκάει μύτη ένας τύπος με μια μαύρη ρόμπα και κουκούλα, φτυστό αρνητικό της Κου Κλουξ Κλάν και με μπαγλαρώνει χωρίς να λέει τίποτα, μου δένει τα μάτια, με πιάνει από τα δύο μου χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη μου και δήθεν σπρώχνοντάς με βίαια (και προσέχοντας ταυτόχρονα μην του σκοντάψω και σαβουρδιαστώ κάτω σαν καρπούζι) αρχίζει να με περιφέρει στους διαδρόμους, αλλάζοντάς μου πορεία για να με μπερδέψει. Εγώ στο μεταξύ πήρα πρέφα ποιος ήταν (ένα φιλαράκι που τα πίναμε μαζί το καλοκαίρι), αλλά έβγαλα μούγγα στη στρούγκα και έπαιξα το ρόλο μου.

Με τα πολλά με έμπασε σε ένα δωματιάκι που έμοιαζε με δοκιμαστήριο καταστήματος στο εντελώς μαύρο του και με παλούκωσε σε μια καρέκλα μπροστά σε ένα τραπεζάκι. Μου έλυσε τα μάτια και μου έδωσε ένα φύλλο χαρτί και ένα μολύβι να γράψω και σηκώθηκε και έφυγε (μάλλον για να περιλάβει τους άλλους μαντραχαλάδες που περιμένανε).

Πριν φύγει μου έδωσε και ένα βελούδινο σακκουλάκι (μάλλον από ουίσκυ Johnny Walker Black Label ήταν) και μου ψιθύρησε να βάλω μέσα του όλα τα μεταλλικά αντικείμενα και τα νομίσματα που είχα επάνω μου.

Πάνω στο τραπέζι ήταν ένας ψεύτικος κόκκορας, ένα κρανίο με ένα φωτάκι μέσα του, ένα κερί που έκαιγε και κάτι πιατάκια που είχαν μέσα αλάτι και θειάφι, μια κλεψύδρα και ένα κομμάτι ψωμί.


*


Στον τοίχο ήταν κάποιες πινακίδες που έγραφαν τα παρακάτω:

  • Γνώθι σαυτόν
  • Μην προχωρήσης αν εις την ψυχήν σου υπεισέλθη τρόμος
  • Άπελθε, αν εκ περιεργείας προσήλθες
  • Αποχώρησον, αν έχης το συμφέρον ως πυξίδα του βίου σου
  • Δυστυχής θα είσαι παρ' ημίν, αν δυσανασχετής, ακούων αποκαλυπτόμενα τα ελαττώματά σου
  • Θα είσαι ευτυχής εν μέσω ημών, αποφεύγων την υποκρισίαν και αναμιμνισκόμενος ότι είσαι θνητός

Οι συμβολισμοί που εμπεριέχονται εδώ λοιπόν, είναι προφανείς στον αναγνώστη. Ο μυούμενος πρέπει να αναλογιστεί το πέρασμα του χρόνου, τη θνητότητά του και μέσα στο σκοτάδι να αναλογιστεί “το Χάος από το οποίο προήλθε το μορφικόν Είναι της Φύσεως” (η Τάξις, δηλαδή, της Τεκτονικής φρασεολογίας).

Το χαρτί είναι η Κοινωνική Διαθήκη του μυούμενου και περιέχει τις ακόλουθες ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν γραπτά και να υπογραφούν:

  • Τίνα τα προς τον Θεόν καθήκοντά σου; 
  • Τίνα τα προς τον πλησίον, την Πατρίδα και την οικογένειαν; 
  • Τίνα τα προς σεαυτόν;

Σαν καλό παιδί λοιπόν, συμπλήρωσα τη διαθήκη μου (την οποία κάποια στιγμή ξαναπέρασε ο δοκιμαστής και του την έδωσα αμίλητος) και κάθισα στο μισοσκόταδο να χαζεύω το κρανίο που με κοιτούσε με τη σειρά του με πονηρό και ελαφρά ειρωνικό ύφος (“άλλο ένα στραβάδι που μας επισκέπτεται”).

“Τι κοιτάς ρε μπάρμπα, δεν έχεις ξαναδεί άλλο ψάρακα εδώ μέσα;”
“Έχω δει παλληκάρι μου, αλλά δεν παύει να έχει πλάκα το θέμα”
“Και γιατί αυτό;”
“Ε, να, θυμάμαι τα δικά μου”
“Δηλαδή;”
“Να, τη δική μου μύηση”
“Δικός μας είσαι;”
“Ε, τι, θα με διορίζανε αλλοιώς εδώ;”
“Ααααα, μάλιστα! Και δε μου λές, είσαι πολλά χρόνια εδώ;”
“Εννοείς ζωντανός ή πεθαμένος;”
“Και τα δύο”
“Να σου πω...μμμμμμ.... μακαρίτης είμαι καμμιά πενηνταριά χρόνια. Ζωντανός ήμουν εδώ μέσα άλλα πενήντα”
“Τι μου λες, ρε μπάρμπα!!! Πρέπει να ήσουν υψηλόβαθμος δηλαδή”
“Αμέ!!! Ενδοξότατος, Κραταιός, Τρίς Ισχυρός και Σοφότατος. Σαράντα περιζώματα άλλαξα εδώ μέσα, που λέει ο λόγος, άσε τα ιπποτικά που με τη στολή μου έμοιαζα με προσκοπική σκηνή γιατί ήμουν και καλοθρεμμένος, ζωή να 'χα!!”
“Και πως ξέπεσες έτσι, να κάνεις το φωτιστικό μέσα στο Διασκεπτήριο;”
Άτιμη κενωνία! Άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους κατεβάζεις στα Τάρταρα”
“Αυτό από τη Μήτση Κωσταντάρα το πήρες”
“Ναι, αλλά πάει στην περίπτωσή μου, όπως και το “Θα πάω στην Αυστραλία να βρω την τύχη μου” της Βασιλειάδου”
“Καλά, καλά, τα λέμε άλλη φορά, ακούω βήματα απ' έξω”
“Άντε, καλή συνέχεια παλληκάρι μου, φιλιά στο Σεβάσμιο, όποτε θες πέρνα για κουβέντα, εγώ εδώ είμαι όλες τις εργάσιμες εκτός Δευτέρας που έχω ρεπό”
“Και που πας τις Δευτέρες”
“Θα το μάθεις στον 33ο βαθμό, μπουχαχαχαχα....ααααα, πριν φύγεις, ξύσε μου λίγο τη μύτη, με τρώει και δεν έχω πια χέρια...

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε φουριόζος ο Δοκιμαστής (όπως λέγεται επίσημα ο τίτλος του). Με κοίταξε λιγάκι με αμφιβολία, βλέποντάς με να ξύνω τη μύτη του κρανίου, αλλά δεν είπε τίποτα. Απλά με μπουζούριασε και πάλι, αφού μου φόρεσε το πανί στα μάτια και άρχισε να με περιφέρει στους διαδρόμους και να με ανεβάζει στις σκάλες μέχρι να βρεθούμε (όπως έμαθα αργότερα) στον προθάλαμο του Ναού (του χώρου που τελεί τις εργασίες της η Στοά). Εκεί μου ζήτησε να βγάλω το σακκάκι, τη γραβάτα, μου ξεκούμπωσε 3 κουμπιά από το πουκάμισο, μου σήκωσε το αριστερό μανίκι και το δεξί παντζάκι, μου έβγαλε το δεξί παπούτσι και με έβαλε να φορέσω ένα πασουμάκι 2 νούμερα πιο μικρό από την ποδάρα μου. Μετά με έβαλε να “κρούσω ατάκτως τη θύρα του Ναού” μία φορά, δυνατά. 

Όλα αυτά σας τα διηγούμαι, απλά και μόνο για να γλυτώσετε τα 20 ευρωπουλάκια που θα δίνατε για να τα διαβάσετε στο "Χαμένο Σύμβολο" του Dan Brown. Δεν σας ξεφουρνίζω δηλαδή κανένα επτασφράγιστο μυστικό...

Δεν θα υπεισέλθω στο υπόλοιπο Τυπικό που ακολούθησε κατά τη δοκιμασία μου. Έχει να κάνει με την παροχή διαβεβαιώσεων του μυούμενου ότι αποδέχεται τους Κανονισμούς της Σεπτής Στοάς, και με δεμένα μάτια βαδίζει μπροστά από τους αδελφούς του (πλέον) σε ένα συμβολικό μονοπάτι προς την αρετή και την πνευματική τελείωση, ενώ του τονίζεται ότι θα είναι επαίσχυντη πράξη οποιαδήποτε αποκάλυψη των μυστικών του τάγματος (χωρίς απειλές ή άλλες βάρβαρες διαδικασίες που γράφουν οι διάφοροι άσχετοι για να τους πιστέψουν άλλοι άσχετοι). 

Αυτό που διακυβεύεται για όποιον αποκαλύψει τα μυστικά είναι η Τιμή του, απέναντι σε ανθρώπους που τον πίστεψαν και τον αξιολόγησαν ως έντιμο, ελεύθερο και χριστοήθη άνθρωπο, τίποτε άλλο από αυτά που ξεφουρνίζουν οι διάφοροι συνωμοσιολόγοι της καρπαζιάς.

Ουσιαστικά, και πέρα από τις διαδικασίες που κάθε μία τους έχει το δικό της συμβολισμό, η μύηση έχει το συμβολισμό της γέννησης του αμυήτου σε ένα κόσμο πνευματικού φωτός, όπου ο ίδιος και με τη βοήθεια των αδελφών του, θα προσπαθήσει να τελειωθεί πνευματικά και ηθικά. Αυτός είναι και ο λόγος που όταν ένας Τέκτων αναφέρεται στην ημερομηνία μύησής του λέει "..είδα για πρώτη φορά το Φως την 25η Ιανουαρίου 1986 στη Σεπτή Στοά ΧΧΧ".

Κάποια στιγμή ο μυούμενος οδηγείται και πάλι εκτός Ναού, όπου ντύνεται κανονικά και του λύνονται τα μάτια και οδηγείται ενώπιον του Σεβασμίου για την επίσημη διαβεβαίωση. Εκεί του δίνονται και οι οδηγίες της κεράμωσης (πως να αναγνωρίζεται ως Τέκτων, δια του σημείου, της χειραψίας και της μυστικής λέξεως) και φοράει το λευκό περίζωμα του μαθητή και τα λευκά γάντια. Μετά οδηγείται στην κορυφή της στήλης του Βορρά ως τιμώμενο πρόσωπο και του δίνεται ένα ξίφος να κρατάει όσο κάθεται.

Μετά το πέρας των εργασιών, όλοι οι αδελφοί περνούν μπροστά του και του δίνουν τον τριπλό αδελφικό ασπασμό, κάνοντάς τον πλέον αποδεκτό ως αδελφό τους, μια εμπειρία για τον νεοφώτιστο που θεωρώ ότι είναι ανεπανάληπτη και πρέπει να τη βιώσει κανείς για να αντιληφθεί τι εννοώ.

Στη συνέχεια, τα μέλη της Στοάς κατεβαίνουν στο κυλικείο του Τεκτονικού Μεγάρου για το “ποτήριον αγάπης”, όπου όλοι οι αδελφοί κάνουν πρόποση για τους νεόφυτους αδελφούς τους με ευχές για κάθε καλό, σε κλίμα φιλικό και χωρίς τα τυπικά του εν λειτουργία εργαστηρίου.

Έτσι, τόσο απλά και ωραία, έγινα Τέκτων πριν αρκετά χρόνια....απεκδυόμενος τα μέταλλα (χρήματα, όπλα και αξιώματα) και βαδίζοντας εντός του Ναού και ενώπιον των αδελφών του, ταπεινά και αβέβαια, όπως πρέπει να πράττει κάθε άνθρωπος στη ζωή του.

*Οι εικόνες που πλαισιώνουν το κείμενο είναι από την τηλεοπτική σειρά 

Freud




[full_width]




Scroll To Top