Πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν*






   Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου ἐτούτου ἐτοιμάζει τὸ νέο κτύπημα ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν ὅψει τῆς νηστείας τοῦ δεκαπενταυγούστου καὶ τῶν ἑορτῶν τῆς Μεταμορφώσεως καὶ τῆς Κοιμήσεως. Τὰ ὄργανά του ἐτοιμάζονται καὶ αὐτά, ἔχωντας πλέον καὶ τὴν πείρα ἀπὸ τὴν πρώτη προσπάθεια.

 Βέβαια οἱ καθοδηγητὲς, τὰ μεγάλα ἀφεντικὰ, ἔχουν μελετήσει κάθε λεπτομέρεια καὶ ἔχουν ἐξετάσει κάθε πιθανότητα ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι τὸ ἀναμενόμενο.



Παραλογισμοί συγχισμένων απίστων


Βλέπετε τώρα δὲν βγῆκε ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνακοινώσει ὅτι κλείνουν οἱ ἐκκλησίες, ὥστε νὰ ποῦν καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὅτι ὑπακοῦμε στὶς ἐντολὲς τῆς Πολιτείας (ἀναφερόμαστε στὴν τελικὴ ἀπόφασι ποὺ οἱ λίγοι λαμβάνουν, οἱ πολλοὶ ἀποδέχονται καὶ ἐλάχιστοι ἀντιδροῦν). 

Δὲν χρειάζεται πλέον. Ἔχουν ἤδη ἀνοίξει τὶς πόρτες στὸν καίσαρα. 


Γιὰ ὅλα ἀποφασίζουν οἱ εἰδικοί -καὶ αὐτὸ εἶναι ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν διοίκησι τῆς ἐκκλησίας- καὶ ἐπιβάλονται σὲ ἕναν κλῆρο εἴτε συγχισμένο, εἴτε ἀδιάφορο, εἴτε βολεμένο στὴν δημοσιοϋπαλληλικὴ μακαριότητά του (γιὰ τὴν πλειονότητα λέμε- οἱ λίγες ἐξαιρέσεις θὰ στιγματισθοῦν πάλι, θὰ κατηγορηθοῦν καὶ θὰ ὑποστοῦν τὶς συνέπειες), ὁ ὁποῖος κλῆρος τὰ μεταφέρει στὸν ἀποχαυνωμένο «πιστὸ» λαό, ὁ ὁποῖος «κάνει ὑπακοή», τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν (ἔτσι λέγεται πλέον ἡ δουλοφροσύνη, ἡ ἀδιαφορία, τὸ βόλεμα, ὁ ξεπεσμός, ἡ βλακεία), ὁπότε νοιώθει καὶ συνεπὴς καὶ ἰκανοποιημένος. Καὶ γιὰ καλὸ καὶ κακὸ ὑπάρχει καὶ ἕνα πρόστιμο γιὰ τοὺς ἀπειθείς.


Μπορεῖ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἔχουν (ἤ νομίζουν ὅτι ἔχουν) κάποια ἐπαφὴ μὲ τὴν πίστι νὰ εἶναι πράγματι λίγοι ἀριθμητικῶς, ἀλλὰ ὁ λαός μας ἔχει τὸ ὀρθόδοξο DNA, ὁ τόπος εἶναι ποτισμένος μὲ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὰ αἱματα τῶν προγόνων μας, τῶν ἡρώων μας τῶν ἁγίων μας καὶ τῶν μαρτύρων μας καὶ αὐτὸ ὁ ἀλλότριος τὸ ξέρει καὶ φοβάται. 





Ξέρει ὄτι αὐτὴ ἡ πίστι γεννᾶ ἐλέυθερους ἀνθρώπους, ποὺ δὲν φοβοῦνται θάνατο καὶ δὲν προσκυνοῦν ἀφέντες φεουδάρχες. Ξέρει ὅτι ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ λένε «καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωή» γιατὶ ξέρουν ὅτι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει στὸν τάφο.


 Ξέρει ὅτι αὐτὸ ποὺ γινόταν χιλιάδες χρόνια στὸν τόπο ἐτοῦτο στοὺς Μαραθῶνες ἀλλὰ καὶ στὶς Θερμοπῦλες πρὸ Χριστοῦ, καὶ συνεχίστηκε μὲ μεγαλύτερη ἔντασι στὶς ἀμέτρητες ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν κατακτητῶν ἐκ δυσμῶν καὶ ἀνατολῆς καὶ στὰ Σούλια, τὰ Ἀρκάδια, τοὺς Μύλους τὰ μαρτύρια τῶν χιλιάδων νεομαρτύρων καὶ στὴν καρτερία ὅλου τοῦ λαοῦ -πλέον- τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ ξανασυμβεῖ ἀνὰ πᾶσαν στιγμή.


 Καὶ προσπαθεῖ νὰ κάμψῃ τὸ φρόνημα, νὰ λυγίσῃ τὴν θέλησι, νὰ συγχίσῃ τὸν νοῦ, νὰ σκοτίσῃ τὴν σκέψι, νὰ ἀλοιώσῃ τὴν πίστι. Καὶ τώρα πλέον ποὺ οἱ ὑπηρέτες του φοροῦν τὸ σχῆμα τῶν παλαιῶν μαχητῶν τῆς πίστεως, φοροῦν τὸ τιμημένο ράσο καὶ προϊστανται ἐκκλησιῶν βλέπει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιβληθεῖ πλήρως καὶ στὸν κλῆρο καὶ νὰ συμπαρασύρῃ καὶ τὸν λαό.


Οἱ ὑπάλληλοί του δουλεύουν μεθοδικὰ, ὑπομονετικά, ἐπιστημονικά. Συνέχεια, συνέχεια, ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτὸς ὅπου σταθεῖς καὶ ὅπου κοιτάξεις, ὅτι ἀκούσεις καὶ ὅτι δεῖς, ράδια τηλεοράσεις ἐφημερῖδες περιοδικά ὑπηρεσίες μαγαζιὰ, ἕνα φωνάζουν: Πρέπει νὰ φοβηθῇς, νὰ τρομοκρατηθῇς, νὰ ἔχεις ἄγχος, νὰ πάψῃς νὰ συναναστρέφεσαι ἀνθρώπους, νὰ μὴν κάνεις παρέα κανέναν, νὰ μὴν χαιρετᾶς, νὰ μὴν ἀγκαλιάζῃς, νὰ μὴν πλησιάζῃς.


 Παντοῦ μάσκες, νὰ θυμίζουν τὸν φόβο, νὰ μιλοῦν μὲ τὴν παρουσία τους, νὰ κάνουν τὸν κάθε ἕνα βαποράκι καὶ ζωντανὴ διαφήμισι τοῦ τρόμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος τους. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει ὅλοι νὰ τὶς φοροῦν. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς ὑποταγῆς. Εἶναι ὁ καγχασμὸς τοῦ σατανᾶ πρὸς κάθε ψυχὴ ὅτι πρέπει νὰ ὑποκύψῃ, πρέπει νὰ προσκυνήςῃ τὸν σύγχρονο Βάαλ καὶ τὴν χρυσή εἰκόνα του.


 Δὲν ἤχοῦν τώρα «σάλπιγγες καὶ πᾶν εἶδος μουσικῶν» ὥστε «πεσῶν νὰ προσκυνήσεις». Τώρα προσκυνᾶς κάθε στιγμή, ὅπου βρεθεῖς καὶ ὅπου σταθεῖς. Εἴσαι ἕνα κινητὸ προσκύνημα τοῦ ψεύδους. Σὰν τοὺς ἐβραίους τῆς κατοχῆς ποὺ εἶχαν ραμένη τὴν πεντάλφα ἐπάνω τους.



Καὶ τὶ νὰ πῇ κανεὶς γιὰ τοὺς ἱερεῖς ποὺ φοβισμένοι τόσο καιρὸ φοροῦσαν μάσκες μέσα στὴ θεία λειτουργία καὶ ἐπέβαλαν καὶ σ᾿ ὅσους ἐπηρέαζαν νὰ φοροῦν; Θλιβερὲς περιπτώσεις ποὺ τώρα θὰ νοιώθουν δικαιωμένοι μόλις ἐπιβληθεῖ τὸ μέτρο καὶ μέσα στοὺς ναούς.


Δὲν χρειάζεται καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἔχει συμφωνηθεῖ καὶ ἀπλῶς ἔχει ἀλλάξει ὁ τρόπος ποὺ θὰ τὸ πλασάρουν στὸν λαό. Ἐπειδὴ εἶχε ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὴν προηγούμενη παράδοσι τῆς ἐκκλησίας στὶς διαθέσεις τῆς πολιτείας τώρα τὸ πάνε μαλακά μαλακά. Πρώτα παντοῦ καὶ τέλος στὶς ἐκκλησίες.

 Τὸ εἶπε καὶ ὁ Ἀθηνῶν: «Αυτό θα γίνει μόνο στην Εκκλησία; Αυτό θα γίνει στα γήπεδα; Αυτό θα γίνει όπου υπάρχουνε συνάξεις; Διότι η μέχρι τώρα εμπειρία απέδειξε ότι δεν είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι σ’ αυτό το θέμα. Δεν είναι δυνατόν στα κομμωτήρια, στις πλαζ, όπου γίνονται συναθροίσεις να μην επιβάλλονται τέτοια μέτρα και να επιβάλλονται στον χώρο της Εκκλησίας.»(ΟΠΕΝ TV)


Σκεφτεῖτε τὸν νέο ἐξευτελισμό καὶ τὴν νέα βεβήλωσι τῶν ναῶν. Οἱ ἄνθρωποι μέσα στὴν ἐκκλησία μὲ μάσκες!!! Μέσα στὸν ναό τοῦ Θεοῦ μὲ μάσκες. Γιατί; Γιὰ νὰ προστατευτοῦν ἀπὸ τὸν ἱό. Νὰ προφυλαχτοῦν ἀπὸ τον ἱό.

 Ποῦ;

 Μέσα στὴν ἐκκλησία!!!




Θὰ κάθονται μέσα στὴν ἐκκλησία ντυμένοι τὸν φόβο, φορῶντας τὴν μάσκα, δηλώνοντας δημοσίως τὸν τρόμο τους καὶ δίπλα θὰ περνᾶ ὁ μασκοφορεμένος ἱερεῦς ἀναφωνῶντας: «Πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν, ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν», ψευδόμενος δημοσίως καὶ διακωμωδῶντας τὴν Θεία Λειτουργία, διότι ὄχι μόνον δὲν ἔχει ἀποθέσει κάθε βιωτικὴ μέριμνα αὐτὸς καὶ οἱ πιστοί, ἀλλὰ οἱ μάσκες ποὺ φοροῦν ἀποδεικνύουν ὄχι ἀπλή μέριμνα, ἀλλὰ φόβο καὶ τρόμο.

 Γιὰ τί;

 Γιὰ ἕνα μικρόβιο, ἕναν ἱό.

 Ποὺ;

 Μέσα στὸν ναὸ, ποὺ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὑποδέχονται τῶν Βασιλέα τῶν ὅλων, τὸν δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος κόσμου, δορυφορούμενο, συνοδευόμενο ἀπὸ χιλιάδες ἀγγέλων.


Ἄν αὐτὸ δὲν εἶναι ὕβρις καὶ βεβήλωσις, τί εἶναι;

 Φιλανθρωπία αἴσθημα εὐθύνης καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο;
 Μὰ ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβο.


Νὰ πεῖς καραγκιοζιλίκι, δὲν ταιριάζει διότι ὁ καραγκιόζης ἐκφράζει τὴν λαϊκὴ ψυχή καὶ σοφία. Αὐτὸ τί ἐκφράζει; Τὴν νεωτερικότητα, τὴν Νέα Ἐποχή, τὸ μεταπατερικὸ πνεῦμα, τὸν Οἱκουμενισμὸ, τοὺς Ἐλπιδοφόρους μὲ τὰ κουταλάκια τους, τὸν κακό μας τὸν καιρό, τὴν αἵρεσι ποὺ ἔχει μπεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία.


Καὶ κάθεται ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων καὶ μᾶς κοιτάζει, καὶ κάθονται οἱ ἅγιοι καὶ μᾶς βλέπουν, οἱ σφαγμένοι, οἱ βασανισμένοι, αὐτοὶ ποὺ δὲν φοβήθηκαν τυράννους καὶ μαρτύρια καὶ φωτιὲς καὶ τηγανίσματα. 





Καὶ βλέπουν τρομοκρατημένα ἀνθρωπάκια νὰ φοροῦν μάσκες μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ θεατρίζουν τὴν θεία λατρεία. Καὶ στέκει ὁ ναὸς καὶ δὲν πέφτει νὰ μᾶς πλακώσει, καὶ ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων σιωπηλὸς δέχεται νὰ τὸν κουβαλοῦν τὰ χέρια τοῦ μασκοφορεμένου παπᾶ, καὶ οἱ ἀγγελικὲς τάξεις περνοῦν ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς «πιστοὺς» χωρὶς νὰ μᾶς κατακόψουν μὲ τὶς πύρινες ρομφαίες τους, χωρὶς νὰ ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸν οἷκο τοῦ Κυρίου τὶς μολυσμένες ἄπιστες ὑπάρξεις.



Στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Πλανᾶ, ποὺ ἔγραψε ἡ Μάρθα μοναχή, ἡ συνοδός του, περιγράφει τὴν ἐπίσκεψι τοῦ ἁγίου σὲ ἕναν λεπρὸ ποὺ ἦταν κρυμμένος τότε σὲ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ τὸν κοινωνήσει. Ἐπειδὴ τὰ χείλη τοῦ λεπροῦ εἶχαν φαγωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ἡ θεία κοινωνία ἔτρεξε ἔξω καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος μὲ τὴν γλώσα του τὴν ἔγλειψε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀρρώστου. Καὶ ἔχοντας δεῖ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ γνωρίζοντας ὅτι ὁ ἅγιος Νικόλαος δὲν ἁρρώστησε ποτέ ἀγανακτεί μὲ ὅσους φοβόντουσαν τότε τὴν Θεία Κοινωνία μήπως κολλήσουν ἀρρώστιες καὶ ῎ελεγαν τοὺς φόβους τους. Καὶ ἐκφέρει τὴν κρίσι της γι’ αὐτοὺς: Παραλογισμοί συγχισμένων ἀπίστων.


Ἐμεῖς πλέον δὲν ξέρω ἄν εἴμαστε ἀπλῶς συγχισμένοι ἄπιστοι ποὺ παραλογιζόμαστε.
Μᾶλλον γιὰ σύγχρονοι δαιμονισμένοι μοιάζουμε.


Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι γιὰ τὴν διάλυσι τῆς χώρας καὶ τοῦ ἔθνους ἀπαραίτητη προϋπόθεσις εἶναι ἡ διάλυσις τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐφ' όσον ἡ Ἱεραρχία συνεχίσει τὴν δουλικὴ ὑποταγή της στὴν Ἐξουσία καὶ τὴν ἀποκοπή της ἀπὸ τὸν λαό, ἡ μὲν ἐξουσία θὰ τὴν πετάξει σὰν στυμένη λεμονόκουπα, ὁ δὲ λαὸς θὰ τὴν ἔχει σιχαθεῖ. 


Ὁπότε θὰ ἔχουν συμβεῖ σχίσματα καὶ διαιρέσεις καὶ ἀπώλεια κάθε ἐμπιστοσύνης στὴν ὄντως ὐποταγμένη ἱεραρχία δηλαδὴ ἀκριβῶς ἀυτὸ ποὺ ἐπιδιώκουν οἰ ἐπίω=βουλοι τοῦ λαοῦ μας καὶ κάθε ἀνθρώπου. Στὸ κέντρο τῆς στόχευσῆς τους εἶναι ἠ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιατὶ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ελευθερίας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. 

Γι᾿αὐτὸ ὁ ἀνθρωποκτόνος τοποθετεῖ τοὺς κατάλληλους ποὺ θὰ ἐκτελέσουν τὰ προστάγματά του.






Καὶ βγαῖνει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ λέει:





Εἶναι οἱ εἰδικοί, πλέον. Ἐλέγχουν τὶς ἔννοιες τὴν σκέψι τὸ σωστὸ καὶ τὸ λάθος. Ὅλα γίνονται γιὰ τὸ κοινὸ καλό. Ὅλα πρέπει νὰ γίνουν ἀπὸ σεβασμὸ καὶ αἴσθησι εὐθύνης. Ἄν λείπουν αὐτὰ ὑπάρχει σὲ πρώτη φάσι τὸ πρόστιμο.
 Ἀργότερα θὰ ἀκολουθήσουν ἄλλα.


*«Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια».

Ο Χερουβικός ύμνος

Ερμηνεία: «Εμείς που παρακολουθούμε τη θεία Λειτουργία και με τρόπο μυστικό, ακατανόητο και απρόσιτο στους άπιστους και στους βέβηλους, εξεικονίζουμε τα Χερουβείμ, και που ψάλλουμε στη Ζωοποιό Τριάδα τον Τρισάγιο ύμνο, ας αποθέσουμε και απωθήσουμε μακριά μας κάθε βιωτική μέριμνα, κάθε γήινη σκέψη και φροντίδα· και τούτο, για να υποδεχθούμε τον Βασιλιά των όλων που δορυφορείται αόρατα από τις αγγελικές τάξεις, τα ουράνια στρατεύματα. Αλληλούια».

Η ασχήμια της ψυχής των ανθρώπων




   Είναι φορές που η ζωή τα φέρνει με έναν ολότελα παράξενο τρόπο και αργεί μα σου φανερώνει την αλήθεια. Μια αλήθεια που σε σοκάρει, που σε συντρίβει κι εύχεσαι να μην τη μάθαινες ποτέ. Όλα όσα ήξερες για τους ανθρώπους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια νοητική σου κατασκευή, ένα όμορφο ψέμα για να μπορέσεις να τους αντέξεις, για να συνεχίσεις να κάνεις όνειρα και να βλέπεις με μια θετική ματιά τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω σου. 



Εθελοτυφλούσες και ωραιοποιούσες κάθε ασχήμια τους που σαν σφαίρα πλήγωνε την καρδιά σου. Πόσες φορές τους δικαιολόγησες; Πόσες φορές έκανες ότι δεν άκουσες ή ότι δεν κατάλαβες…; Κι αυτοί τίποτα δεν εκτίμησαν. Δεν σε θεωρούσαν καλόκαρδο και καλοπροαίρετο άνθρωπο, αλλά χαζό, έναν διανοητικώς καθυστερημένο, κάποιον που εύκολα θα εκμεταλλεύονταν, θα απομυζούσαν μέχρις τελευταίας ρανίδας και θα χρησιμοποιούσαν προς όφελός τους.


Έπρεπε να συμφωνείς πάντα και να σκύβεις το κεφάλι, να τους προσκυνάς σαν επίγειους θεούς. Έπρεπε να είσαι ο σκλάβος τους. Κι όλα αυτά γιατί; 


Για να ζεις στην ψευδαίσθηση ότι δεν είσαι μόνος, ότι περιστοιχίζεσαι από άτομα που αγαπάς;


Πράγματι, εσύ το θύμα αγάπησες τους βασανιστές σου κι αυτοί αγάπησαν, όχι εσένα, αγάπησαν το να σε εκμεταλλεύονται, να σε έχουν στην υπηρεσία τους και να επιβεβαιώνουν τη δήθεν ανωτερότητά τους, να αισθάνονται δηλαδή για λίγο καλύτερα για αυτόν τον άδειο και αλλοτριωμένο εαυτό τους. Ένιωθαν, λοιπόν, ότι είναι καλύτεροί σου, ότι αξίζουν περισσότερα από εσένα και αυτοθαυμάζονταν για το κατόρθωμά τους, δηλαδή την ικανότητά τους να σε εκμεταλλεύονται. 


Το σοκ μπορεί να κρατήσει για λίγο κι εσύ να κάθεσαι και να κοιτάς σαν χαμένος… και να αναρωτιέσαι: έτσι είναι οι άνθρωποι; Και αν δεν μπορώ να πιστέψω στην καλοσύνη και στην ευγενική ψυχή των ανθρώπων τι απομένει να πιστέψω και τι μένει για να ελπίσω; 




Δεν έβλεπες και δεν ήθελες να πιστέψεις στην ασχήμια της ψυχής κάποιων ανθρώπων… Θεωρούσες ότι όλοι όσοι σε περιστοιχίζουν σ’ αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, ότι θα έκαναν τα πάντα για σένα, όπως εσύ κάθε φορά ήσουν έτοιμος να θυσιαστείς για αυτούς.


Και πίστευες πως δεν υπάρχει ασχήμια μέσα στην ψυχή κανενός ή κι αν υπάρχει εσύ μπορούσες να την αντιστρέψεις. Όταν συναντούσες μαύρες ψυχές τις θεωρούσες πονεμένες και πληγωμένες και προσπαθούσες να τις απαλύνεις από τα τραύματα που έφεραν…
Και τώρα που κάθεσαι και παρατηρείς αποσβολωμένος την ασχήμια στην ψυχή κάποιων ανθρώπων αναρωτιέσαι: αξίζει να προσπαθούμε για κάτι και γιατί πρέπει να κάνουμε όνειρα, αφού πάντα θα βρεθούν κάποιοι άνθρωποι- απάνθρωποι που θα μας τα γκρεμίσουν ή θα το προσπαθήσουν τουλάχιστον… Μπορεί να έχουν εμπειρία στο γκρέμισμα, αλλά εσύ όλα αυτά τα χρόνια τουλάχιστον έμαθες να έχεις αισιοδοξία, να μην απελπίζεσαι και να μην απογοητεύεσαι… 



Ξέρεις πλέον ότι η ασχήμια στην ψυχή κάποιων ανθρώπων είναι αναπόφευκτη και ίσως έμφυτη, και δεν σ’ απασχολεί τώρα να απαντήσεις στους φιλοσοφικούς προβληματισμούς που προκύπτουν, αλλά να καταλάβεις περισσότερο την εσώτερη φύση των ανθρώπων, αυτή που δε φαίνεται με μια ματιά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχει ένα τόσο καλό περιτύλιγμα, ένα όμορφο και χαμογελαστό προσωπείο που δεν φαίνεται ούτε μέσα από την καθημερινή μας συναναστροφή. 

Αργά ή γρήγορα οι παρασκηνιακές δολοπλοκίες και οι μηχανορραφίες τους προκειμένου να σε βλάψουν βγαίνουν στο φως γιατί η αλήθεια μοιάζει με το λάδι, βγαίνει πάντα επάνω. Εσύ έχεις τη συνείδησή σου καθαρή κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα, διότι σου επιτρέπει να διατηρείς την ψυχική σου γαλήνη κι ηρεμία. Η σκέψη ότι ποτέ σου δεν έβλαψες κανένα κι ότι δεν εγκατέλειψες ποτέ τις αρετές σου και τις ηθικές αξίες σου αρκεί για να σε κάνει ευτυχισμένο. Από την άλλη, αυτοί που σε έβλαψαν ή προσπάθησαν να σε βλάψουν δηλητηριάζουν τις ζωές τους από το ίδιο τους το δηλητήριο, εφόσον ζουν συνεχώς μέσα στο άγχος να μην πέσουν οι μάσκες τους κι αποκαλυφθεί το πραγματικό άσχημο πρόσωπό τους. Χάνουν τον ύπνο τους και δεν βρίσκουν γαλήνη κι ηρεμία από τις τύψεις για το κακό που κάνουν στους άλλους ανθρώπους. 


Η ικανοποίηση που παίρνουν είναι προσωρινή, βαθειά μέσα τους ξέρουν ότι δεν είναι σωστοί και δίκαιοι κι αυτό τους κατατρύχει. Κι αυτοί έχουν συνείδηση, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η συνείδησή τους δεν είναι καθαρή, τους ελέγχει σαν κάποιος αλάνθαστος κριτής και τους καταδικάζει τιμωρώντας τους με την απομάκρυνσή σου αρχικά κι έπειτα την οριστική φυγή σου.




 Η φυγή σου είναι η λύτρωσή σου, αλλά ταυτόχρονα κι η ανταμοιβή των διεφθαρμένων.

Η περί ψυχής φιλοσοφική σκέψη του Επίκουρου




   Για τον Επίκουρο, η ανθρώπινη ψυχή είναι σώμα, «αφού μπορεί να προκαλέσει και να υποστεί κάτι, σώμα όμως που συνίσταται από πολύ λεπτά άτομα. Μάλιστα, η επικούρεια φυσική καθορίζει το σχήμα των ατόμων της ψυχής, είναι σφαιρικά γιατί η ταχύτητα της σκέψης μπορεί έτσι να επιτευχθεί καλύτερα, καθώς η ψυχή αποτελεί το κέντρο της αισθητηριακής αντίληψης και των νοητικών λειτουργιών του ανθρώπου.


 Ακόμη, ο Επίκουρος τονίζει την αμοιβαία εξάρτηση σώματος και ψυχής, ένα ζωντανό ον αποτελεί συνένωση σώματος και ψυχής, αφού για να υπάρχει η ψυχή πρέπει να βρίσκεται σε σώμα. Εξάλλου, αν η ψυχή είναι αθάνατη και μπορεί να αισθανθεί μετά τον χωρισμό της από το σώμα, πιστεύω ότι πρέπει να δεχθούμε ότι είναι εφοδιασμένη με τις πέντε αισθήσεις. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος με τον οποίο να μπορούμε να φανταστούμε τις ψυχές να περιφέρονται στο βασίλειο του Αχέροντα.


 Για αυτό και οι ζωγράφοι και οι παλαιότεροι συγγραφείς παρουσίαζαν τις ψυχές προικισμένες με αισθήσεις. Αλλά ούτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε χέρι, ούτε γλώσσα, ούτε αυτιά μπορούν να υπάρξουν για την ψυχή χωριστά από το σώμα. Συνεπώς, οι ψυχές δεν μπορούν ούτε να αισθανθούν ούτε να υπάρξουν. Αφού, λοιπόν, δεν ισχύει η αθανασία της ψυχής και δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, δεν υπάρχει και λόγος να φοβούνται οι άνθρωποι τον θάνατο, τη θεϊκή κρίση και την αιώνια τιμωρία. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτα για εμάς.





Άρα, η φυσική φιλοσοφία του Επίκουρου εξηγεί τη δομή της πραγματικότητας, έτσι ώστε να εξαλείψει κάθε αιτία που κάνει τους ανθρώπους να φοβούνται τον θάνατο ή τις θεϊκές παρεμβάσεις, και για τον λόγο αυτό αποτελεί και το πιο κατάλληλο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η επικούρεια θεωρία για το πώς μπορούν οι άνθρωποι να ζουν ευτυχισμένοι. Γιατί η ηθική του Επίκουρου θέτει ως υπέρτατο στόχο την ανθρώπινη ευδαιμονία, η οποία, όμως, μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνουμε μία κατάσταση αδιατάραχης γαλήνης, δηλαδή την αταραξία» (σελ. 231-232).




Απόσπασμα από Κ. Ιεροδιακόνου. (2000). Ελληνιστική φιλοσοφία.
 Στο βιβλίο Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη 
από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αι. (σσ. 221-234),
 Τόμος Α. Πάτρα: ΕΑΠ.
.Χρήστος Γιαπιτζάκης, 2013.

via

Περί ψυχής - Αριστοτέλης





   «Δυσκολία, όμως, έχουμε και σχετικά με τα πάθη της ψυχής, για το αν, δηλαδή, είναι όλα κοινά και ανήκουν στο ον που περιέχει την ψύχη, ή υπάρχει και κάποιο που ανήκει στην ίδια την ψυχή, αυτό βεβαίως, είναι απαραίτητο να το συλλάβουμε, αλλά δεν είναι εύκολο. 

Και φαίνεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δίχως το σώμα, ούτε πάσχει ούτε προκαλεί κανένα πάθος, δεν οργίζεται, για παράδειγμα, ούτε δείχνει θάρρος, ούτε επιθυμεί, και γενικά δεν αισθάνεται. Κατεξοχήν η νόηση, όμως, φαίνεται πως ανήκει στην ψυχή, αλλά, αν και η νόηση είναι κάποιο είδος φαντασίας, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει χωρίς τη φαντασία, δε θα μπορούσε, ούτε αυτή, να υπάρχει χωρίς το σώμα. Αν, λοιπόν, κάποια από τις λειτουργίες ή τα πάθη της ψυχής της ανήκει, η ψυχή θα μπορούσε να υπάρχει ξέχωρα από το σώμα, αν, όμως, τίποτα δεν της ανήκει, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά, αλλά θα συμβαίνει με αυτή ότι και με το ευθύ, το οποίο, ως ευθύ, έχει πολλά κατηγορήματα, αγγίζει για παράδειγμα τη χάλκινη σφαίρα σε ένα σημείο, ενώ δε θα μπορεί να την αγγίζει έτσι, αν υπάρχει χωριστά, και είναι πράγματι αχώριστο, αφού ακριβώς, πάντα, βρίσκεται με κάποιο σώμα. 


Φαίνεται έτσι πως, και τα πάθη της ψυχής, όλα συνδέονται με κάποιο σώμα, το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, ο οίκτος, η τόλμη, επίσης η χαρά και η αγάπη και το μίσος, γιατί, όταν εμφανίζονται αυτά, πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο. Και σημάδι για αυτό είναι ότι, κάποτε, παρόλο που ενσκήπτουν ισχυρά και ζωηρά πάθη, καθόλου δεν ακολουθεί παροξυσμός ή φόβος, ενώ, άλλες φορές, ασήμαντες και αμυδρές αιτίες αρκούν για να προκαλέσουν κίνηση –όταν το σώμα ήδη βρίσκεται σε διέγερση, και είναι στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται ακριβώς όταν οργίζεται. Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι φανερό το εξής: ενώ δε συμβαίνει τίποτε φοβερό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν τα πάθη εκείνου που φοβάται. Κι αν έτσι έχει το πράγμα, είναι φανερό πως τα πάθη είναι μορφές που πραγματώνονται μέσα στην ύλη, ώστε οι ορισμοί τους έχουν ως εξής: η οργή, για παράδειγμα, είναι κάποια κίνηση συγκεκριμένου σώματος, ή μέρους ή ικανότητας του σώματος, που έχει μιαν ορισμένη αιτία κι έναν ορισμένο σκοπό» (σελ. 48-49). 


Αριστοτέλης - Περί ψυχής

Η αφθονία* δεν φθίνει**





   Πριν μερικά χρόνια είχα την τύχη να γνωρίσω ένα γέροντα ιερέα που πλέον κοιμήθηκε και εκτίμησα κάθε κουβέντα μαζί του, κάθε του λόγο και ευλογία. Όταν ήταν 15 ετών αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος και να μαθητεύσει κοντά σε μοναχούς με σοφία εκ Θεού. Στα 30 του αποφάσισε να γίνει ιερέας και να αναλάβει καθήκοντα κοντά στους ανθρώπους, εκτιμώντας ότι μακριά τους, στο Άγιο Όρος, δεν μπορούσε να σταθεί στους πιστούς όπως έπρεπε και όπως ήθελε. Μέσα του κάτι του έλεγε ότι ο κύκλος μαθητείας του εκεί έκλεισε και ότι έπρεπε να ξαναβρεθεί κοντά στους ανθρώπους.

Έτσι ο Πατήρ Τιμόθεος ξαναβρέθηκε κοντά μας και σε ηλικία 65 ετών γνωρίστηκα μαζί του. Σε μια από τις κουβέντες μας που συνήθως ακολουθούνταν από λίγο κρασί, λίγες ελιές, λίγη φέτα, φρέσκα κρεμμυδάκια και ψωμί που έφτιαχνε ο ίδιος (ποτέ δεν αγόραζε ψωμί και ήταν καταπληκτικός στην Παρασκευή ψωμιού με αγιορείτικο τρόπο και συνταγή) μου είπε μια ιστορία που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είναι φυσικά χαρά μου να την μοιραστώ μαζί σας.


«Ήταν λοιπόν αδερφέ Γεώργιε» μου λέει ο Πατέρας Τιμόθεος, «ένας νεαρός κοντά στα 30 που ήταν άνεργος. Ζούσε με την μάνα του ορφανός από πατέρα σ’ ένα μικρό σπιτάκι με ελάχιστες ανέσεις, και πάλευε να βγάλει ένα μεροκάματο να ζήσουν. Η μάνα του μόνον αυτόν είχε αλλά η υγεία της ήταν κλονισμένη και δεν μπορούσε να κάνει και πολλά.

«Ο Νίκος λοιπόν έκανε κανένα μεροκάματο αλλά πάντα έψαχνε για κάτι πιο μόνιμο για να μπορέσει να βοηθήσει την μάνα του αλλά και να προκόψει λιγάκι και ο ίδιος. Ήταν και σε μια ηλικία που ο γάμος και η σχέση σε μια γυναίκα ήταν κάτι που ερχόταν φυσιολογικά αλλά οι συνθήκες δεν ήταν καλές. Η μάνα του χειροτέρευε. Ζήτησε μια γειτόνισσα να την προσέχει και εκείνος βγήκε να ψάξει για δουλειά. Είδε εδώ, είδε εκεί, ώσπου βρέθηκε μπροστά σε ένα όμορφο κτήριο μιας εταιρίας, με μεγάλες επιγραφές, γυάλινη είσοδο, υπάλληλο υποδοχής, μια εταιρία καλοστεκούμενη. Μπαίνει μέσα και λέει στην κοπέλα ότι ψάχνει για δουλειά και μήπως υπάρχει κάτι στο οποίο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος. Εκείνη την ώρα νά 'σου μπροστά του ένας κουστουμαρισμένος κύριος 50ντάρης κοντά. Η κοπέλα σηκώθηκε από το γραφείο, διέκοψε την κουβέντα της με τον Νίκο, είπε κάποια πράγματα με τον κύριο που πλησίασε και εκείνος έριξε μια ματιά στον Νίκο, σαν να έβλεπε κάτι αξιοπερίεργο.

«Τι θέλεις:» τον ρωτάει με υποτιμητικό ύφος.

«Ξέρετε ψάχνω για δουλειά. Η μάνα μου είναι πολύ άρρωστη και χρειάζομαι χρήματα για φάρμακα, φαγητό και ότι χρειάζεται. Περνάμε πολύ δύσκολα. Αν…»

«Αν είναι έτσι να πάτε στην ενορία σας για βοήθεια» του λέει ο κουστουμαρισμένος. «Εμείς δεν είμαστε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Εδώ είναι επιχείρηση. Δεν θέλω να απασχολείς το προσωπικό. Καλά είναι να πηγαίνεις. Έχουμε πολλά να κάνουμε.»

«Ο Νίκος κατάλαβε ότι εκεί μέσα όχι μόνον δεν υπάρχει βοήθεια αλλά γενικά το περιβάλλον είχε κάτι αρνητικό. Τον έδιωχνε ο τρόπος των ανθρώπων. Η κοπέλα ήταν ευγενική αλλά ο κουστουμαρισμένος ήταν κάπως αλλιώς. ‘Καλά λένε ότι ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει’ είπε μέσα του ο Νίκος, τους ευχαρίστησε, ζήτησε και συγνώμη και έφυγε.

«Τα βήματα του τον οδήγησαν αλλού, ο καιρός πέρασε, η μάνα του δεν άντεξε και έφυγε από την ζωή αυτή και ο Νίκος, μην έχοντας πλέον να αντιμετωπίσει τα θέματα με την μάνα του, με την ίδια επιμονή να ψάχνει για δουλειά, βρήκε κάτι καλύτερο, από εκεί κάτι πιο καλό, γνώρισε και μια κοπέλα από καλό σπίτι και κάνανε την οικογένεια τους.

«Παράλληλα, επειδή η κοπέλα ήταν προκομμένη, τον βοηθούσε στο μαγαζί που ανοίξανε, μετά ανοίξανε κι’ άλλο και ο Θεός τους ευλόγησε να επεκτείνουν την επιχείρηση, να πάρουν κι’ άλλο προσωπικό, αυτοκίνητα, να κάνουν αποθήκες και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Ναι αλλά για καλύτερη οργάνωση θεώρησαν ότι τα κεντρικά γραφεία καλό θα ήταν να μεταφερθούν σε ένα κτήριο που να συγκεντρώσει και την κεντρική αποθήκη, και το διοικητικό προσωπικό.

«Ζήτησαν την βοήθεια ενός μεσίτη και άρχισαν να επισκέπτονται κάποια κτήρια για να δουν πιο τους βολεύει καλύτερα. Μια μέρα τηλεφωνεί ο μεσίτης και τους λέει ότι βρήκε μια πολύ καλή ευκαιρία για ένα κτήριο που το δίνουν όσο-όσο. Κλείσανε ραντεβού για να το επισκεφθούν όλοι μαζί, ο Νίκος, η γυναίκα του και ο μεσίτης.



«Όταν ο Νίκος βρέθηκε μπροστά στο κτήριο, θυμήθηκε αμέσως τον κουστουμαρισμένο που τον έστειλε στην ενορία για βοήθεια. Από το μυαλό του πέρασαν πολλά αλλά μπήκε στο κτήριο, βρέθηκαν μ’ έναν νεαρό που έλεγε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης και άρχισαν να το τριγυρίζουν για να δουν την διαρρύθμιση, τα υπόγεια, τους πάνω ορόφους με τα γραφεία και να προσπαθούν να εκτιμήσουν την τιμή. Όμως το μυαλό του Νίκου ήταν στον κουστουμαρισμένο. Ήθελε να μάθει τι έγινε εκείνος ο ‘περίεργος’ τύπος που ουσιαστικά τον πέταξε έξω χωρίς πολύ σκέψη. Ευχαρίστησε τον νεαρό ‘ιδιοκτήτη’ και αφού βγήκαν από το κτήριο, ζήτησε από τον μεσίτη να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για την επιχείρηση που υπήρχε εκεί, για τον κουστουμαρισμένο και τι έγινε ώστε το κτήριο να το πουλάνε όσο-όσο.

«Δεν πέρασαν δυο-τρεις ημέρες και ο μεσίτης τηλεφώνησε στον Νίκο με κάποιες πληροφορίες. Του είπε ότι πριν από 8 χρόνια ο πατέρας του νεαρού έφαγε τα λεφτά σε καζίνα, άφησε προσωπικό απλήρωτο, άφησε προμηθευτές απλήρωτους, πούλησε όσα σπίτια είχε για να ξεχρεώσει τους λογαριασμούς του, οι πιστωτές τον πίεζαν διότι ζητούσε προϊόντα αλλά δεν πλήρωνε, το προσωπικό του έφευγε και του έκανε μηνύσεις για τα λεφτά που χρωστούσε και τελικά το μυαλό του σάλεψε. Σήμερα είναι σε ψυχιατρείο. Ο νεαρός είναι ο γιός του αλλά δεν θέλει να μπλέξει με επιχειρήσεις μετά από αυτό που έζησε με τον πατέρα του. Το κτήριο εκείνο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που έχει και το μοναδικό πράγμα που το συνδέει με το παρελθόν. Θέλει να το πουλήσει και να φύγει στην Αυστραλία.

«Ο Νίκος έκανε ένα υπολογισμό και βρήκε ότι τα γεγονότα αυτά έγιναν στην χρονιά που είχε επισκεφθεί το κτήριο και ζήτησε δουλειά. Τίποτα δεν έδειχνε ότι η επιχείρηση εκείνη και κυρίως ο κουστουμαρισμένος, θα κατέληγαν σ’ αυτή την κατάσταση. Από την μια στενοχωρήθηκε που έμαθε όσα έμαθε για την περίπτωση εκείνη αλλά από την άλλη πολλές άλλες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του.

«Την ίδια μέρα, λίγο αργότερα, ζήτησε από τον μεσίτη τρόπο επικοινωνίας με τον νεαρό. Ήθελε να μιλήσει μαζί του. Του είπε μάλιστα ότι γνώριζε τον πατέρα του νεαρού και ότι για προσωπικούς λόγους θέλει να βρεθεί μαζί του και να μιλήσει.

«Πράγματι βρέθηκε και έμαθε ότι ο νεαρός ζούσε με την μητέρα του σ’ ένα μικρό σπίτι που νοίκιαζαν, έψαχνε για μεροκάματο, δεν έβρισκε πουθενά μόνιμη δουλειά, η μάνα του ήταν άρρωστη και σε τραγική ψυχολογική κατάσταση (σκεφτόταν με τα λεφτά να την βάλει σε ίδρυμα και μετά να φύγει Αυστραλία) και ότι τον νεαρό τον έλεγαν ‘Νίκο’. Κατέληξε ότι το δράμα που ζούσε ο ίδιος πριν 8 χρόνια όταν έφτασε στον πατέρα του ‘Νίκου’ για να ζητήσει δουλειά, το ζούσε πλέον το παιδί εκείνου. Και το παιδί εκείνου το έλεγαν ‘Νίκο’. Και η μάνα του ήταν άρρωστη. Και κάθε τι που έλεγε ο νεαρός, του θύμιζε εκείνα τα χρόνια, την μάνα του, την αρρώστια της, τον αγώνα του να βρει δουλειά, λεφτά, φάρμακα, γιατρούς.

«Ο Νίκος ζαλίστηκε. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ποτέ ότι θα ζούσε κάτι τέτοιο. Έβλεπε αυτό που είχε ζήσει στο νεαρό αυτόν. Μίλησε στην γυναίκα του. Μίλησε και στον μεσίτη που ήταν καλός του φίλος. Αποφάσισε να αγοράσει το κτήριο αλλά παράλληλα πήρε και κάποιες άλλες αποφάσεις. Επισκέφθηκε τον ‘Νίκο’ στο σπίτι τους, μίλησε με την μάνα του και έμαθε την κατάσταση της, ενημέρωσε τον ‘Νίκο’ για την ιστορία του με τον πατέρα του και του έκανε την εξής πρόταση: Θα αγόραζε το κτήριο σε ‘καλή τιμή’ και για τους δύο. Με τα χρήματα που θα κέρδιζε ο νεαρός θα αγόραζε ένα σπίτι να βάλει την μάνα του μέσα, με τα υπόλοιπα θα φρόντιζε για μια νοσοκόμα να την προσέχει στο σπίτι και ο ίδιος ο νεαρός θα δούλευε κοντά του, να έχει ένα ικανοποιητικό εισόδημα, ώστε ούτε μακριά από την μάνα του να φύγει, ούτε στην ξενιτιά να πάει, ούτε άνεργος να είναι. Να μείνει στην Ελλάδα και κοντά του να προσπαθήσει να φτιάξει την ζωή του όσο καλύτερα γίνεται. Αδέρφια άλλα δεν είχε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Αδέρφια τους έκανε η ίδια η ζωή.

«Ο νεαρός στην αρχή σοκαρίστηκε αλλά σταδιακά βρήκε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη λύση. Κάλυπτε τα πάντα. Του δινόταν μια ευκαιρία να τακτοποιήσει την ζωή του και μάλιστα από έναν άνθρωπο που κάποτε ο πατέρας του πέταξε έξω από την επιχείρηση χωρίς να γνοιαστεί για το παραμικρό. Και γυρίζει και λέει του Νίκου: ‘Ξέρεις τι περνάει από το μυαλό μου; Ο πατέρας μου τιμωρήθηκε για πολλά αλλά τιμωρήθηκε και γι’ αυτό που έκανε σε σένα. Χαίρομαι που δεν είσαι ίδιος με τον πατέρα μου. Χαίρομαι που σε έστειλε ο Θεός για να αποκαταστήσει την ισορροπία. Ο πατέρας μου έκανε ένα κακό. Εσύ κάνεις ένα καλό.’


Χρειάζεται να προσθέσω κάτι; Δεν νομίζω. Ας προσέχουν όσοι έχουν λάβει περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Κανείς δεν γνωρίζει μέχρι πότε θα τα έχουν. Άλλωστε δεν είναι δικά τους, άσχετα με την εντύπωση που έχουν. Ο Πατήρ Τιμόθεος κοιμήθηκε αλλά ευτυχώς υπάρχουν πολλά διδάγματα που άφησε πίσω του και μεγάλη η βοήθεια που πρόσφερε με την βοήθεια του Θεού. Και όσο περισσότερα έδινε, τόσο περισσότερη αφθονία του έστελνε ο Θεός. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.



**φθίνω
     μειώνομαι, ελαττώνομαι

     χάνω τις δυνάμεις μου, παρακμάζω



 * ἀφθονία < ἄφθονος < ἀ- στερητικό + φθόνος

1. (λόγιο) (σπάνιο) η έλλειψη φθόνου
2. (μεταφορικά) ποσότητα πολύ μεγάλη ή μεγαλύτερη απ' αυτή που χρειάζεται, υπερδιάθεση, υπερεπάρκεια.





Η Αφθονία είναι μία παρεξηγημένη έννοια.

 Αφθονία – το φανερώνει και η ίδια η λέξη- είναι μία κατάσταση, στην οποία υπάρχω, χωρίς κανέναν απολύτως φθόνο.

 Είμαι σε εσωτερική αρμονία και γαλήνη, όπου τίποτε δε με ταράζει.

 Σε μία τέτοια κατάσταση του είναι, ο αληθινός εαυτός, η ψυχή βρίσκεται στο τώρα, στη στιγμή, απόλυτα ικανοποιημένη. Και τότε μόνο μπορεί να ρέει με όλους και με όλα, να ανταλλάσσει αγάπη και καλές ευχές με τους άλλους και να είναι ελεύθερη. Μία τέτοια ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και ευγνωμοσύνη.

 Το ερώτημα που μπορεί να τεθεί εδώ εύλογα από κάποιους, είναι πως μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει σε ένα τέτοιο στάδιο εσωτερικής ευφορίας;

 Η απάντηση είναι απλή: 

 Όταν ο άνθρωπος είναι διαθέσιμος να δώσει το χρόνο του και την ενέργειά του εκεί, όπου θα ωφελήσει πραγματικά τους συνανθρώπους του και αυτό το κάνει συνειδητά και από την καρδιά του, τότε αυτός ο άνθρωπος βιώνει αληθινή αφθονία.

 Όταν η ψυχή βιώνει καθημερινά το φως της αγάπης και μεταδίδει αυτή τη Θεϊκή Αγάπη και αυτό το Φως στους άλλους, τότε αισθάνεται αληθινή αφθονία.

 Όταν είναι ευγνώμων στο τώρα και απολαμβάνει την κάθε στιγμή, τότε νιώθει αληθινή αφθονία.

 Όταν μοιράζεται κοσμήματα πνευματικής γνώσης με τους άλλους , τότε νιώθει αληθινή αφθονία.

 Εύλογα τώρα κάποιος που διαβάζει τα παραπάνω, θα μπορούσε να αναρωτηθεί επίσης:

 Και αν αυτό είναι αληθινή αφθονία, τότε γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι ποθούν διακαώς την οικονομική αφθονία και όχι την εσωτερική αφθονία;

 Η απάντηση είναι επίσης εύλογη: γιατί απλούστατα για να βιώσουμε αληθινή αφθονία, απαιτούνται κάποιες θυσίες από εμάς στις σκέψεις, στο χρόνο και στις πράξεις μας, που συχνά δεν τις κάνουμε.

 Όταν δε βιώνουμε πληρότητα, αληθινή αγάπη και ευγνωμοσύνη, η ψυχή ζητάει κάτι άλλο για να γεμίσει το κενό της.

 Καθώς η ίδια δε φορτίζεται λόγω στέρησης της αληθινής αγάπης, στρέφεται σε άλλες εξωτερικές πηγές για να νιώσει καλά. 

Σημαντικό: Όταν βιώνουμε αληθινή αφθονία, είναι θέμα χρόνου και η οικονομική ευημερία, να μας ακολουθήσει. Καθώς γινόμαστε πηγές αφθονίας (προσφοράς και γενναιοδωρίας) για όλους, η ζωή μας το ανταποδίδει και μας γεμίζει με πλούσια δώρα.

 Αυτός είναι ο φυσικός τρόπος, έκφρασής της.

 Συνήθως εμείς λειτουργούμε ανάποδα. Οραματιζόμαστε και ποθούμε την εξωτερική, υλική, οικονομική, αφθονία, χωρίς  οι σκέψεις και οι πράξεις μας, να εναρμονίζονται με την εσωτερική αρμονία την όντως αληθινή αφθονία.

via

Ισοκράτους Προς Δημόνικον





   (Ο λόγος είναι συμβουλευτικός ή παραινετικός, θεωρείται νόθος και ενώνει χαλαρά συμβουλές σε είδος χρηστικής ηθικής. Ανήκει στον 4ο αιώνα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι, επειδή ο λόγος απευθύνεται προς νεαρούς, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ταπεινότερο ύφος. Η υπόθεση : Κάποιος Ιππόνικος, Κύπριος και φίλος του Ισοκράτη, όταν πέθανε άφησε γιο, τον Δημόνικο. Προς αυτόν απευθύνει τις συμβουλές του, θέλοντας να του διδάξει πώς πρέπει να ζει. Κάνει αρχή από τους θεούς, μετά πηγαίνει στους γονείς, στους φίλους, στο σπίτι και στην πατρίδα, μετά στην αγωγή του σώματος και της ψυχής.)


  



  Σε πολλά σημεία, Δημόνικε, θα διαπιστώσουμε ότι διαφέρουν σημαντικά οι απόψεις των χρηστών ανθρώπων από εκείνες των φαύλων, πολύ όμως μεγαλύτερη είναι η διαφορά τους ως προς τη συμπεριφορά. Οι φαύλοι τιμούν τους φίλους τους μόνον όταν αυτοί είναι παρόντες, ενώ οι χρηστοί άνθρωποι τους αγαπούν και όταν είναι απόντες. Τις φιλικές σχέσεις των φαύλων ανθρώπων τις διαλύει η παρέλευση λίγου χρόνου, ενώ τις φιλίες των χρηστών ανθρώπων δεν μπορεί να τις σβήσει το πέρασμα των αιώνων. Επειδή λοιπόν πιστεύω ότι εκείνοι που αγαπούν τη δόξα και επιδιώκουν να αποκτήσουν μόρφωση, δεν πρέπει να μιμούνται τους φαύλους αλλά τους καλούς ανθρώπους, σου στέλνω ως δώρο ετούτον το λόγο, ο οποίος θα αποτελεί απόδειξη της αγάπης μου για σένα και της φιλίας μου προς τον Ιππόνικο. Γιατί πιστεύω ότι τα παιδιά, όπως κληρονομούν την πατρική περιουσία, έτσι πρέπει να κληρονομούν και τις φιλίες του πατέρα τους.





  Να απεχθάνεσαι το αύθαδες γέλιο και να μη δέχεσαι θρασείς λόγους, γιατί το πρώτο χαρακτηρίζει τον ανόητο, ενώ το δεύτερο τον τρελό.

 Όσα είναι ντροπή να κάνεις… αυτά να θεωρείς ότι δεν είναι καλό ούτε να τα λες.
Να συνηθίζεις τον εαυτό σου να μην είναι σκυθρωπός, αλλά σκεπτικός, γιατί το πρώτο θα σε κάνει να φαίνεσαι αυθάδης, ενώ το δεύτερο συνετός. Να πιστεύεις ότι σου ταιριάζουν η κοσμιότητα, η αιδώς, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, καθώς όλα αυτά πρέπει να υπερισχύουν στον χαρακτήρα των νέων.
Επίσης μην έχεις την ελπίδα ότι θα κρυφτείς, αν κάνεις μια επαίσχυντη πράξη, γιατί ακόμα και αν κρυφτείς από τους άλλους, εσύ τουλάχιστον θα έχεις τύψεις συνείδησης.
Να φοβάσαι τους θεούς, να τιμάς τους γονείς, να σέβεσαι τους φίλους, να υπακούς στους νόμους. Να επιδιώκεις τις απολαύσεις που συνοδεύονται από καλή φήμη. Διότι η ευχαρίστηση που συνοδεύεται από το καλό είναι το μεγαλύτερο αγαθό, ενώ χωρίς το καλό είναι το μεγαλύτερο κακό.
Να προφυλάσσεσαι από τις κατηγορίες, ακόμα και αν είναι ψευδείς, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν την αλήθεια και κοιτάζουν μόνο τις φήμες. Να έχεις στο μυαλό σου να πράττεις σαν να πρόκειται να μάθουν όλοι τις πράξεις σου, γιατί ακόμα και αν προς στιγμή κρύψεις την αλήθεια, αργότερα θα αποκαλυφθεί.
Κυρίως όμως θα αποκτήσεις μεγάλη υπόληψη, εάν δείχνεις ότι δεν κάνεις εκείνα, για τα οποία θα κατηγορούσες τους άλλους, εάν τα έκαναν.
Αν είσαι φιλομαθής, θα γίνεις και πολυμαθής. Όσα γνωρίζεις, να τα διαφυλάσσεις με την εξάσκηση, ενώ όσα δεν έχεις μάθει, να τα προσλαμβάνεις με την μελέτη. Διότι είναι εξίσου ντροπή, όταν ακούσεις έναν ωφέλιμο λόγο, να μην τον συγκρατήσεις, και όταν οι φίλοι σου δίνουν ένα αγαθό να μην το πάρεις. Να περνάς τον ελεύθερο χρόνο σου ακούγοντας ευχάριστους διδακτικούς λόγους, γιατί θα μάθεις εύκολα αυτά που οι άλλοι ανακαλύπτουν με πολύ μόχθο.
Να πιστεύεις ότι πολλά μαθήματα είναι σημαντικότερα από πολλά χρήματα, γιατί τα χρήματα αμέσως χάνονται, ενώ τα μαθήματα είναι διαχρονικά, γιατί η σοφία είναι το μόνο αγαθό που ποτέ δεν χάνεται. Να μην διστάζεις να διανύεις μεγάλη απόσταση για να έρθεις κοντά σε ανθρώπους που υπόσχονται ότι διδάσκουν κάτι χρήσιμο. Γιατί είναι ντροπή οι έμποροι να διασχίζουν τόσο μεγάλα πελάγη για να αυξήσουν την περιουσία τους, ενώ οι νεότεροι να μην υπομένουν ούτε τις πορείες στη στεριά, προκειμένου να πλουτίσουν το πνεύμα.
Στους τρόπους να είσαι ευγενικός και στα λόγια σου φιλόφρων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της ευγένειας να υποδέχεσαι με χαρά όσους συναντάς και της φιλοφροσύνης να συζητάς φιλικά με αυτούς.
Να είσαι ευχάριστος με όλους, αλλά να συναναστρέφεσαι τους ενάρετους. Έτσι και κανένας δεν θα σε αντιπαθεί και θα γίνεις φίλος των ενάρετων ανθρώπων. Να αποφεύγεις τις πολύ συχνές συναναστροφές με τα ίδια πρόσωπα και τις πολύ μεγάλες συζητήσεις, γιατί όλα αυτά προκαλούν τον κορεσμό.
Να είσαι ικανοποιημένος με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι, αλλά πάντοτε να επιδιώκεις να την βελτιώσεις. Κανένα να μην κατηγορήσεις για την δυστυχία του, γιατί οι εναλλαγές της τύχης είναι κοινές σε όλους και το μέλλον άγνωστο.
Να ευεργετείς τους ενάρετους ανθρώπους, γιατί η ευγνωμοσύνη που οφείλει αυτός που ευεργετήθηκε, είναι ωραίος θησαυρός στην καρδιά του. Όταν ευεργετείς τους κακούς, θα πάθεις τα ίδια με όσους ταΐζουν τους ξένους σκύλους, γιατί αυτοί γαβγίζουν το ίδιο και σε εκείνους που τους δίνουν τροφή και στους τυχαίους διαβάτες. Έτσι και οι κακοί αδικούν και εκείνους που τους ωφελούν και εκείνους που τους βλάπτουν.
Να μισείς τους κόλακες, όπως ακριβώς τους απατεώνες, γιατί και οι δύο βλάπτουν όσους τους πιστεύουν. Εάν θεωρείς φίλους σου εκείνους που σου χαρίζουν μεγάλη χαρά, αλλά σου κάνουν μεγάλο κακό, δεν θα έχεις στη ζωή σου εκείνους που σου είναι δυσάρεστοι, αλλά ταυτόχρονα σε ωφελούν πολύ. Να είσαι καταδεκτικός με όσους σε πλησιάζουν, άλλα όχι επηρμένος, γιατί στην αλαζονεία των επηρμένων μόλις και μετά βίας την υποφέρουν οι δούλοι, ενώ τον τρόπο των καταδεκτικών τον δέχονται όλοι ευχάριστα.
Να πιστεύεις ότι τίποτα από τα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι δεδομένο, γιατί με αυτό τον τρόπο ούτε θα χαρείς πάρα πολύ για την ευτυχία σου ούτε θα λυπηθείς πολύ για τις ατυχίες σου.
Να χαίρεσαι για τα αγαθά που σου συμβαίνουν, αλλά να μετριάζεις τη λύπη σου για τις ατυχίες που σε πλήττουν. Βέβαια και στη μια και στην άλλη περίπτωση να μη φανερώνεις τα συναισθήματα σου, γιατί είναι παράλογο να κρύβουμε μέσα στα σπίτια μας την περιουσία, αλλά να περπατάμε στους δρόμους φανερώνοντας τις σκέψεις μας.



via

Τα πλεονεκτήματα ενός απένταρου





   Οι άνθρωποι που αναρωτιούνται γιατί είναι απένταροι, δεν θέτουν ποτέ στον εαυτό τους το προφανέστερο ερώτημα: «Τι μου αρέσει στην κατάσταση του απένταρου;». Οι απένταροι έχουν πράγματι ορισμένα πλεονεκτήματα.


Για παράδειγμα:

«Νιώθω άγιος… Ο Θεός θα με αγαπήσει περισσότερο – οι φτωχοί είναι ευλογημένοι».

«Θα συνεχίσω να ανήκω στην παρέα. Αν παραμείνω φτωχός, δεν θα νιώθω ενοχές όταν βρίσκομαι με τους φίλους μου».

«Κερδίζω τη συμπάθεια των άλλων».

«Δεν χρειάζεται να θέτω όρια στον εαυτό μου».

«Δεν χρειάζεται να αλλάξω τις συνήθειές μου».

Και το καλύτερο από όλα… «Μπορώ να κατηγορώ τους άλλους – και την κυβέρνηση!»


Αν είμαστε ειλικρινείς, μπορεί να αναγνωρίσουμε ότι η κατάσταση του απένταρου μας βολεύει. Πολύ λίγοι άνθρωποι παραδέχονται ότι επιλέγουν τη φτώχεια. Ωστόσο, θα πρέπει να συμφωνήσετε ότι η παραπάνω λίστα είναι αρκετά πειστική! Οτιδήποτε κι αν κάνουμε αποδίδει κάποιους καρπούς, ακόμα και η εφαρμογή της τακτικής του απένταρου.

Οι πεποιθήσεις των γονιών μας για τα χρήματα

Μήπως οι γονείς σας έκαναν συχνά δηλώσεις όπως οι ακόλουθες;

«Τα λεφτά βγαίνουν εύκολα».

«Έχουμε πάντα περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε».

«Όσο περισσότερο ξοδεύεις, τόσο περισσότερα χρήματα σου έρχονται».


Ή μήπως συνήθως έκαναν δηλώσεις όπως οι ακόλουθες;

«Το χρήμα είναι η αιτία όλων των κακών».

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια για σπατάλες».

«Τα χρήματα δεν μας τρέχουν από τα μπατζάκια».


Αν οι δηλώσεις της δεύτερης λίστας σας φαίνονται πιο γνωστές, τότε μάλλον οι πεποιθήσεις των γονιών σας αποτελούν πλέον και τη δική σας πραγματικότητα. Ο αγώνας τους είναι πλέον και δικός σας αγώνας.

Νιώστε άνετα με τα λεφτά σας!

Έχετε παρατηρήσει ποτέ πόσο δύσκολο είναι να δώσεις χρήματα σε ορισμένους ανθρώπους; Πραγματικά τρελαίνονται! «Όχι, δεν πειράζει, δεν τα χρειάζομαι!» Κι όμως, ξέρετε ότι ζουν με ψωμί κι αλάτι! Μοιάζουν να αλλάζουν προσωπικότητα. Ντρέπονται και προσβάλλονται! «Δεν χρειάζομαι τα λεφτά σου, είμαι μια χαρά!»

Ορισμένοι από εμάς δυσκολευόμαστε ακόμα και να μιλήσουμε για το θέμα των χρημάτων! Δανείζουμε ένα σεβαστό ποσό σε ένα φίλο και, όταν χρειαζόμαστε πίσω τα χρήματά μας, δεν ξέρουμε πώς να τα ζητήσουμε. «Εεε, ξέρεις… θυμάσαι…Χμ… Δηλαδή, δεν είναι τόσο σημαντικό, δεν τα έχω τόσο μεγάλη ανάγκη… Και δεν πειράζει αν… Ε, πώς να το πω; Αναρωτιόμουν μήπως…» αντί να ρωτήσουμε με έναν ευνόητο τρόπο: «Μήπως μπορείς να μου επιστρέψεις τα λεφτά που σου δάνεισα;»

Αν δεν νιώθετε άνετα σε μια δουλειά ή σε μια σχέση, τότε οι δρόμοι σας με τον εργοδότη σας ή το σύντροφό σας δεν θα αργήσουν να χωρίσουν. Αν δεν νιώθετε άνετα με τα χρήματα – αν αισθάνεστε αμηχανία ακόμα και όταν μιλάτε γι’ αυτό το θέμα – τότε επίσης οι δρόμοι σας δεν θα αργήσουν να χωρίσουν. Δεν πρόκειται τόσο πολύ για μια συνειδητή, αλλά για μια ασυνείδητη διαδικασία. Αποφεύγουμε ότι δεν μας κάνει να νιώθουμε άνετα.

«Άκου την καρδιά σου» 
Andrew Matthews
via

Όλως παραδόξως πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε






  ΑΠΟΤΕΛΕΙ ένα από τα παράδοξα της αγάπης το ότι συχνά πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε περισσότερο. Επισημαίνουμε συνεχώς τα λάθη τους, επικρίνουμε τις αποφάσεις τους, αμφισβητούμε τα συμπεράσματά τους.



Κάποιες φορές, βάζουμε σ’ εκείνους πιο υψηλά στάνταρ απ’ ότι στον εαυτό μας. Δεν είναι κακό να θέλουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε να κάνουν το καλύτερο που μπορούν, αλλά αυτό δε θα το πετύχουμε ποτέ με τις επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια.

Μερικά χρόνια πριν, βιντεοσκοπήσαμε μια καθηγήτρια στη διάρκεια του μαθήματος, προκειμένου να αναλύσουμε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ίδια και τους μαθητές. Μελετώντας τα αποτελέσματα, ανακαλύψαμε, προς μεγάλη έκπληξη της εκπαιδευτικού, ότι, μολονότι ενδιαφερόταν πάρα πολύ για τους μαθητές της, η συμπεριφορά της απέναντί τους ήταν σχεδόν εντελώς αρνητική – ένας ολόκληρος κατάλογος με «Απαγορεύεται» κοσμούσε την αίθουσα, γραπτά επιστρέφονταν γεμάτα κοκκινίλες και τα προφορικά σχόλιά της επισήμαιναν σχεδόν πάντα τις αδυναμίες των παιδιών.

Η κριτική είναι μια σύνθετη και δύσκολη τέχνη, που δεν πρέπει να γίνεται με ελαφριά καρδιά. Μπορεί να είναι εποικοδομητική, αλλά μπορεί να είναι και ισοπεδωτική.

Την επόμενη φορά που θα μπούμε στον πειρασμό να πούμε «Το πρόβλημα με σένα είναι ότι…» θα πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουμε!


Το σχόλιό μας θα έχει πραγματικά κάποιο θετικό αποτέλεσμα ή μήπως είναι καλύτερα να σωπάσουμε; Θα ωφελήσει αν μιλήσουμε ή θα μειώσουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα; Ή μήπως έτσι θα χάσουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο;


Γεννημένοι να αγαπάμε

 Leo Buscaglia




Η Κακιά σκάλα και τ' αθάνατα ξαδέρφια


  

  Αυτός ο Σκίρων ήταν πολύ παλιόπαιδο. Βίαιος, εκδικητικός και παράλογος. Για αυτό και επήγε το ξαδερφάκι του ο Θησέας και τον ξεπάστρεψε. Το ‘χε παρακάνει ο Σκίρων. Ανεξέλεγκτος. Βασάνιζε τον κόσμο, όσους δηλαδή έφταναν σε αυτόν, αν κατάφερναν να περάσουν από τον άλλο τον ανισόρροπο στο Χαϊδάρι, τον Προκρούστη.



Έτσι μας τα μάθανε στο σχολειό  για την Κακιά Σκάλα και τις Σκιρωνίδες πέτρες. Ωραίοι οι αρχαίοι υμών. Τα είχαν ταιριάξει όμορφα. Μετά ο κοσμάκις πίστεψε άλλα και μοιραία μπερδεύτηκε τα μάλα. Κατέφθασαν απανταχού, σχεδόν, στη γη οι μονοθεϊσμοί. Τέλος πάντων το θέμα μας δεν είναι αυτό, είναι η Κακιά Σκάλα, το πεδίο δράσης του Σκίρωνα.
Στις μέρες μας το τοπίο έχει αλλάξει καθώς στις απόκρημνες, βραχώδεις  πλαγιές των Γερανιών που φτάνουν μέχρι την θάλασσα, έχουν χαραχθεί δυο εθνικές οδικές αρτηρίες και άλλες δυο σιδηροδρομικές γραμμές.
Ο εικοστός αιώνας κόμισε περισσότερες αλλαγές από όσες όλοι οι προηγούμενοι, όπως συνέβη εξάλλου σχεδόν παντού σε αυτό που αποκαλούμε πολιτισμένο κόσμο.





Μολοντούτο, το συγκεκριμένο κομμάτι της Αττικής γης, έχει υποστεί τις μικρότερες. Εξάλλου οι μεγάλες παρεμβάσεις έγιναν τον 21ο αιώνα, με την διαπλάτυνση της εθνικής οδού, την διάνοιξη πέντε σηράγγων και την κατασκευή της γραμμής του προαστιακού.



Από τα πρώτα κινηματογραφικά πλάνα, της δεκαετίας του ’50, που γυρίστηκαν εκεί, είναι εκείνα της ταινίας «Tο σωφεράκι», του Γιώργου Τζαβέλα. Όπου ο Μίμης Φωτόπουλος, μαζί με την Σμαρούλα Γιούλη και την Ελσα Ρίζου, τότε Λαμπροπούλου, επιβαίνουν σε ένα προπολεμικό FIAT, το οποίο μετά χιλιών βασάνων και κόπων διατηρείται σε λειτουργία.




 Στην εικόνα στο πιο χαμηλό σημείο του δρόμου, σε σχέση με την θάλασσα, το ταλαίπωρο ιταλικό όχημα προσπερνά ένα νεότερο αμερικάνικο κονβέρτιμπλ.



Πέντε χρόνια αργότερα, το θέρος του ’57, στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «ο άνθρωπος του τραίνου», αντικρίζουμε μερικά θαυμάσια πλάνα, σε αρκετά εκτεταμένες λήψεις που γίνονται στο ίδιο σημείο.




 Μονταρισμένα με λάθος σειρά, κάτι που δεν έχει σημασία, μας δείχνει την πορεία των δυο κονβέρτιμπλ Chevy, σε αυτό το τμήμα του ταξιδιού τους προς την Πελοπόννησο.



Ακόμα δεν είχε διανοιχθεί η νέα εθνική οδός και οι παρεμβάσεις ήταν ελάχιστες. Ο σιδηρόδρομος του Τρικούπη και η στενή «παλιά» Ε.Ο. Αριστερά διακρίνεται η διαφημιστική ταμπέλα με το τοπωνύμιο και ενδιαφέρουσες πληροφορίες.



Μάιος 1960. Από τα 65 πληρώματα που εκκίνησαν το Η’ Δ.Ρ.Α., τα 35 κατάφεραν να αντικρίσουν την καρώ σημαία, μετά από 2.933 χλμ. ενός ταλαιπωρημένου, φτωχού αλλά γνήσιου ακόμα τόπου. Στην 22η θέση, ολοκλήρωσε το πλήρωμα του εικονιζόμενου Skoda. Στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη εικόνα δίπλα στην ίδια διαφημιστική ταμπέλα, όπου διακρίνονται ευκρινώς, τρία πράγματα που δεν υπάρχουν πιά.
Η Βελγική πετρελαϊκή Fina, που συγχωνεύθηκε το ’99 με την Total, το προϊόν της με το πρωτότυπο όνομα motor tonic και η Ε.Λ.Π.Α., που εκείνες τις μέρες έκανε πολλά και  σπουδαία για τον αυτοκινητιστή και τους ντόπιους αγώνες, αλλά σήμερα είναι ένα φάντασμα.
Οι Λεωνίδας Αναγνώστου και Μηνάς Βουρδουμπάκης, κανένας εν ζωή πια, οδεύουν σε έναν αξιοπρεπέστατο τερματισμό μετά την μεγάλη περιπέτεια. Στο πάνω μέρος της εικόνας διακρίνονται τα έργα στήριξης της σιδηροδρομικής γραμμής.




Απρίλιος ’77. Δευτέρα του Πάσχα. Σε ένα ταξίδι από την Κυπαρισσία έως την Αθήνα με το δρομολόγιο του Ο.Σ.Ε. που για διάφορους λόγους και αντιξοότητες διήρκεσε 11 ώρες, ο συρμός περνά δίπλα από τα πολυβολεία   που είχαν κτίσει οι Γερμανικές Κατοχικές δυνάμεις για να  φωλιάζουν τα θανατηφόρα MG 34. Τα κτίσματα, διατηρούνται, εξωτερικά τουλάχιστον, σε άριστη κατάσταση έως σήμερα.
Στρέφοντας τον φακό της δανεικής Zenith, προς τη δύση, είναι εμφανή, μέσα σε εκείνο το βροχερό, μουντό απόγευμα τα ίχνη των τριών δικτύων. Στο κατώτερο σημείο ο παλιός δρόμος, στην μέση οι σιδηροδρομικές τροχιές και πάνω τους η νέα εθνική.



Μάιος 2005. Η παλιά σιδηροδρομική γραμμή μετρά τέσσερις μόλις τέσσερις μήνες ζωής, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου οπότε από την Κακιά Σκάλα θα περνά πάνω στις νέες γραμμές ο προαστιακός. Στο πρώτο καλοκαίρι μετά το πάρτυ των 28ων θερινών Ολυμπιακών αγώνων, που ανέλαβε και εκτέλεσε η Ελλάδα, το δρομολόγιο πραγματοποιείται πάνω από μια αρυτίδωτη θάλασσα. Οι φουρτούνες θα έρθουν αργότερα.



Το επόμενο έτος, στις αρχές του Ιουνίου του 2006, παραδόθηκαν στην κυκλοφορία οι δύο τελευταίες σήραγγες. Ονομάστηκαν Σκύρων και Θησέας. Έτσι τα δυο μυθολογικά ξαδέρφια ξαναβρέθηκαν ειρηνικά, μετά από αναρίθμητους αιώνες δίπλα – δίπλα. Ο «Σκίρων» με μήκος 370 μέτρα, και ο «Θησέας», μήκους 350 μέτρων, με τη μεγαλύτερη, μάλιστα, διατομή στην Ευρώπη, πλάτους 15 μέτρων, όπως διαλαλούσε το ΥΠΕΧΩΔΕ. Το ότι η κατασκευή του όλου έργου, ολοκληρώθηκε με ποσό διπλάσιο του προϋπολογισμού, ήταν μια λεπτομέρεια, όπως και ότι χρειάστηκε συν 50% του χρόνου που είχε υπολογιστεί.




Τι σημασία είχαν όλα αυτά όμως; Ο τόπος ζούσε στην ακμή του μύθου του. Αλλά ο λογαριασμός είχε ξεκινήσει το δικό του δρομολόγιο. Θα έφτανε άκομψα και θλιβερά τον Απρίλη του ’10. Στο Καστελόριζο. Η περιπέτεια ξεκινούσε από μια μωβ γραβάτα με άσχημα ελληνικά, κακή άρθρωση, κάποια σαρδάμ, γέρνοντας δεξιά και σκύβοντας για να διαβάζει. Miserabile visu τω όντι. Οκτώ και, χρόνια αργότερα, από το βάθος αυτής της δήθεν αριστερόστροφης σήραγγας, αφού μεσολάβησαν συγκυβερνήσεις, τεχνοκράτες και λοιπές πίκρες, φως δεν φαίνεται.



Το καλοκαίρι του 1918, η ευρύτερη περιοχή επλήγη από καταστροφικές πυρκαγιές. Στο ίδιο σημείο, πίσω από τους σμιλεμένους από την οδοποιία βράχους, είναι εμφανείς οι πληγήσες κορφές των Γερανίων. Αν και έχουμε απαλλαγεί από τον Σκύρωνα, δυσκολευόμαστε να υπερασπίσουμε τη γη μας.
via

[full_width]




Scroll To Top