Ό,τι καλύτερο μπορούν να σου προσφέρουν οι Θεοί".





Σύμφωνα με τη Βιοηθική (προέκταση της Ιατρικής ηθικής που προέκυψε ως κλάδος, λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και της ανάπτυξης της ιατρικής και της βιολογίας), τα είδη της ευθανασίας* είναι τρία:

α) η εκούσια ευθανασία (το άτομο εκφράζει ρητώς την επιθυμία για τερματισμό της ζωής του, τον οποίο αναλαμβάνει τρίτο άτομο -συνήθως γιατρός),

β) η μη εκούσια ευθανασία (το άτομο δε δύναται να υποστηρίξει την απόφαση για ευθανασία -είτε γιατί είναι σε κωματώδη κατάσταση, είτε γιατί αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα) και

γ) η ακούσια ευθανασία (το άτομο έχει εκφράσει κάποια στιγμή στο παρελθόν την επιθυμία να διατηρηθεί στη ζωή με όλα τα μέσα ανεξάρτητα με την κατάσταση της υγείας του).

Η ευθανασία διακρίνεται σε άμεση (ιατρικό προσωπικό ενεργεί με τη χορήγηση κατάλληλης ουσίας) και έμμεση (εκτελείται ιατρικώς ενδεδειγμένη πράξη, ώστε να ανακουφιστεί ο ασθενής) ενεργητική και σε παθητική (ο γιατρός διακόπτει τη φαρμακευτική αγωγή, ώστε να επέλθει σταδιακά ο θάνατος). Η υποβοηθούμενη είναι η διαδικασία που υπάρχει κάποιο μέσο (θανατηφόρα δόση/μηχάνημα) και χρησιμοποιείται από το άτομο που θέλει να τερματίσει τη ζωή του.

Για να προκύψει η Βιοηθική και οι κατηγορίες ευθανασίας είχαν προηγηθεί πάρα πολλά που 'θόλωναν' το τοπίο.


Ευθανασία: Ό,τι καλύτερο μπορούν να προσφέρουν οι Θεοί

Η ευθανασία είχε αρχικά, πολύ ξεκάθαρη έννοια. Αυτή εξελίχθηκε σε σύνθετη, μετά την παρέμβαση δυο Γερμανών επιστημόνων. Έκτοτε κάθε κράτος δίνει άλλη ερμηνεία-και έχει άλλο νόμο. Η Ελλάδα δεν τη δέχεται ως δικαίωμα, κάτι που ενδέχεται να αλλάξει.

Ο όρος "ευθανασία" προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "ευθανατώ". Η ερμηνεία του είναι "εύκολος, ήρεμος, ανώδυνος, ένδοξος θάνατος". Ο ποιητής Ποσείδιππος είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τη λέξη -σε κωμωδία-, το 300 π.Χ. Είχε αναφέρει πως "είναι ό,τι καλύτερο μπορούν να σου προσφέρουν οι Θεοί".

Στην Αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν ευγονική πρακτική, που άνηκε στο πλαίσιο του οίκτου προς τους βαριά ασθενείς και πάσχοντες. Οι Σπαρτιάτες ακολουθούσαν την ίδια τακτική, για τους ανίατους ασθενείς (θα έχεις υπ' όψιν σου τον Καιάδα και τον Ευρώτα). Έκτοτε τη δανείστηκαν πολλοί. Τόσοι που στον Όρκο του Ιπποκράτη μπορεί να διαβάσει κάποιος το “Οὐ δώσω δὲ οὐδὲ φάρμακον οὐδενὶ αἰτηθεὶς θανάσιμον, οὐδὲ ὑφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε”. Δηλαδή, απαγορεύεται να χορηγούν οι γιατροί οποιοδήποτε θανατηφόρο φάρμακο σε ασθενή, έστω και έπειτα από παράκληση του.

Κάπου στη δεκαετία του 1880, η ευθανασία ήταν το πλέον επίκαιρο θέμα σε διαλέξεις ιατρικών συνεδρίων. Ουκ ολίγα άρθρα είχα δημοσιευθεί σε ιατρικά περιοδικά της Αγγλίας και της Αμερικής. Δέκα χρόνια μετά, μπήκαν στη μέση οι νομικοί και οι κοινωνιολόγοι και προέκυψε διαμάχη, με τους γιατρούς να επιμένουν πως η παθητική ή η έμμεση ευθανασία είναι νομική και ηθική, σε ορισμένες περιπτώσεις.

Με αφορμή περιστατικό καρκινοπαθούς, στον οποίον γιατρός χορήγησε ουσία που ανακούφιζε μεν, από τους πόνους, αλλά μείωνε τη ζωή, εμφανίστηκαν οι "ηθικές αρχές". Αυτές επέκτειναν τη δικαιολόγηση των παθητικών ευθανασιών, έως την ενεργό ευθανασία και την ιατρο-υποβοηθούμενη αυτοκτονία.


Έως το 1920 δεν υπήρχε κάποια ένταση. Τότε προέκυψε το σύγγραμα δυο Γερμανών, ενός καθηγητή ψυχιατρικής (Alfred Hoche) και ενός καθηγητή νομικής (Karl Binding). Ήταν οι αρχιτέκτονες της ευγονικής των Ναζί. Το σύγγραμα είχε τίτλο "Η δια νόμου εξόντωση της άχρηστης ζωής". Μεταξύ άλλων σημείωναν το εξής:
Θα έρθει η μέρα που θα γίνει αποδεκτή η άποψη πως η εξόντωση ανθρώπων πνευματικώς νεκρών δεν συνιστά έγκλημα, δεν συνιστά ενέργεια ανήθικη, δεν συνιστά μια ενστικτώδη, κτηνώδη πράξη, αλλά μια πράξη επιτρεπτή, όσο και επωφελή.

Αυτό που έκανε ο -δικαστής- Binding ήταν να δώσει δική του ερμηνεία σε νόμο που είχε η Γερμανία το '20 για τις αυτοκτονίες (απαγορεύονταν). Έγραψε πως δεν είναι παράνομες, αλλά ούτε και νόμιμες. Τόνισε ότι η -παράνομη- δολοφονία αφορά το να αφαιρείς άλλη ζωή -όχι να αυτοκτονείς "αφού κανείς δεν μπορεί να σταματήσει κάποιον από το να αφαιρέσει τη ζωή του, αν αυτό επιθυμεί".

Και αν δεν ήταν παράνομη η αυτοκτονία " τότε κανείς δεν μπορεί να σταματήσει κάποιον από το να σκοτώσει άλλους, όταν είναι άρρωστοι". Μαζί με τον Hoche τόνισαν ότι "όποιος έχει σκοτώσει έναν πολύ βαριά ασθενή, αφότου του το έχει ζητήσει εκείνος, είναι σε συνέπεια με το νόμο".

Στη λίστα των ασθενών υπήρχαν άνθρωποι με ανίατες ασθένειες, διανοητικά ανάπηροι και παραμορφωμένοι. Οι Γερμανοί επιστήμονες είχαν γράψει ότι “υπάρχουν τρία γκρουπ υποψήφια για ευθανασία. Δυο μεγάλα και ένα μέσο”.

Στο Νο1 ήταν “οι άνθρωποι που έχουν τραυματιστεί θανάσιμα ή είναι στην προθανάτια οδό και με κάποιον τρόπο επικοινωνούν την επιθυμία τους να πεθάνουν”. Δεν ήταν απαραίτητο να πονούν. Ήταν αρκετό ότι δεν θα μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν και η κατάσταση τους είναι ανίατη. Ουδεμία σημασία είχε αν αυτά τα άτομα μπορούσαν να σωθούν, με άλλον τρόπο.

Στο Νο2 ήταν “οι άνθρωποι που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, ψυχικά άρρωστοι και είναι βάρος για τις οικογένειες τους και την κοινωνία”.

Το Νο3 'έπιαναν' “οι άνθρωποι που υποφέρουν από σοβαρούς τραυματισμούς και είναι αναίσθητοι. Αυτοί που ακόμα και να ξυπνήσουν, δεν θα θυμούνται καν ποιοι είναι. Δεν πρόκειται για δολοφονία, αλλά για σωτηρία από ένα τραγικό τέλος”.

Μια επιτροπή που θα συγκροτούσαν ένας γιατρός, ένας ψυχίατρος και ένας δικαστής, θα είχε την ευθύνη της απόφασης για το αν ο όποιος υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για ευθανασία. Εκτός επιτροπής θα ήταν οι περιπτώσεις που καταλάβαιναν (;) πως ένας αναίσθητος άνθρωπος ήθελε να πεθάνει ή αν ο ασθενής έδινε τη συγκατάθεση του, για το τέλος του.
Οι καθ' ύλην αρμόδιοι ομολογούσαν πως πάντα υπάρχει η πιθανότητα να σκοτώσεις λάθος άνθρωπο. Από την άλλη, η ανθρωπότητα χάνει τόσες πολλές ζωές, από λάθος. Μια περισσότερη δεν θα κάνει μεγάλη διαφορά.

Η κατάληξη αυτού του πονήματος ήταν πως ο θάνατος, στις προαναφερθείσες κατηγορίες, ήταν σπλαχνική-θεραπευτική αγωγή, συνεπής με την ιατρική ηθική. Επιπροσθέτως, "γλίτωνε" από το κράτος χρήματα που χρειάζονταν για αγωγές, θεραπείες "και άρα σταματά η αφαίμαξη της κοινωνίας, όπως και η ρύπανση της δεξαμενής των γονιδίων, με ελαττωματικά γονίδια".

Όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τους Ναζί, στην παρουσίαση του προγράμματος Aktion Τ4. Γνωστό ως αυτό της ευγονικής, που εκτιμάται πως στοίχισε 70.273 ζωές.

 
Το Αίτημα της Νέας Υόρκης και η αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας

Στις 6 Ιανουαρίου του 1949, η Euthanasia Society of America παρουσίασε στους νομοθέτες της Νέας Υόρκης αίτημα για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας. Το είχαν υπογράψει 379 κορυφαία στελέχη Προτεσταντών και Εβραίων. Ήταν η μεγαλύτερη ομάδα θρησκευτικών ηγετών που συνυπέγραψαν ποτέ το ίδιο αίτημα.

Οι ηγέτες του Καθολικισμού επέκριναν το αίτημα, λέγοντας πως “ένα τέτοιο νομοσχέδιο θα νομιμοποιήσει το συνδυασμό αυτοκτονίας-δολοφονίας”. Τόνισαν ότι “η πέμπτη εντολή του Θεού είναι “να μην σκοτώσεις”. Ένας αιδεσιμότατος, ονόματι Ρόμπερτ ΜακΚόρμικ είχε δηλώσει “ο απώτερος στόχος της Euthanasia Society of America βασίζεται στην αρχή του ολοκληρωτισμού, πως ένα κράτος είναι το ανώτερο όργανο και ότι το άτομο δεν έχει το δικαίωμα να ζει, αν η συνέχιση της ζωής του είναι βάρος ή εμπόδιο για το κράτος. Οι Ναζί ακολούθησαν το πρόγραμμα αυτό, στον πρόσφατο πόλεμο. Εμείς, οι Αμερικανοί πολίτες της Νέας Υόρκης πρέπει να διερωτηθούμε αν θα ολοκληρώσουμε τη δουλειά του Χίτλερ”.

Εν συνεχεία, παρατηρήθηκε κλίμα αντί-καθολικού συναισθήματος, το οποίο αφορούσε και άλλα θέματα όπως η αντισύλληψη, η ευγονική και ο έλεγχος του πληθυσμού. Το νομοσχέδιο δεν πέρασε.

"Η ζωή δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά στο Θεό"

Εναντίον της ευθανασίας έχουν ταχθεί οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι Ορθόδοξοι, οι Επισκοπικοί, οι Ευαγγελικοί, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Πρεσβυτεριανοί, οι Βαπτιστές και οι Μεθοδιστές. Στο Ισλάμ υπάρχει μια σύγχυση, αλλά κατά βάση αντίκειται του ισλαμικού νόμου. Στον Ιουδαϊσμό, υπάρχει η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου του Ισραήλ, κατά την οποία η παθητική ευθανασία, είναι νόμιμη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Περιττό να αναφέρουμε πως η Εκκλησία της Ελλάδας έχει εκφράσει την αντίθεση της, καθώς όπως υποστηρίζει “ο θάνατος είναι ένα απλό συμβάν για τη μετάβαση του προσώπου σε έναν άλλο τρόπο προσωπικής ύπαρξης. Η ζωή δεν ανήκει στον άνθρωπο, άλλα στον Θεό, γι' αυτό και δεν μπορεί να παρεμβαίνει κανείς σε κάτι που δεν το προσδιόρισε”. Και αν δεν αντέχει άλλο πόνο; “Ο πόνος είναι ευεργετικός στη ζωή του ανθρώπου γιατί, εκτός των άλλων, αναπτύσσει και ισχυρούς δεσμούς αγάπης μεταξύ των ανθρώπων”.

Το Δικαίωμα στην άρνηση της θεραπευτικής αγωγής

Τα χρόνια πέρασαν, η Ευρώπη επέστρεψε στην -ας πούμε- κανονικότητα της και τον Απρίλιο του 1997 συγκλήθηκε στο Οβιέδο της Ισπανίας το Συμβούλιο της Ευρώπης, για να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του ατόμου -σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής. Στις 4/5 υπεγράφη από όλα τα μέλη της ΕΕ το σχετικό κείμενο (με τα πώς και τα γιατί) που έμεινε στην ιστορία, ως η Σύμβαση του Οβιέδο.

Στο κεφάλαιο ΙΙ με τίτλο “Συναίνεση”, στο άρθρο 5, θα διαβάσεις “επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρχει μόνον, αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεση του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσης του. Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων, καταλλήλως, ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί ελεύθερα και οποτεδήποτε να ανακαλέσει τη συναίνεση του”.

Η Ολλανδία ανήκει εις τους πρωτοπόρους τής Ευρώπης

Από το Δεκέμβριο του 2000, η Ολλανδία ενημέρωσε τον πλανήτη πως εξέταζε νομοθετική πρωτοβουλία, που αφορούσε στην ευθανασία, για πάσχοντες από ανίατες ασθένειες ή/και ασθενείς που υπέφεραν από αφόρητους πόνους, χωρίς προοπτική θεραπείας. Στις βασικές προϋποθέσεις ήταν να έχει ο ασθενής επίγνωση της κατάστασης του και να αποδέχεται ανεπιφύλακτα, τη διαδικασία -έχοντας πλήρη συνείδηση του αποτελέσματος. Έγινε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη που νομιμοποίησε την ευθανασία. Η πρώτη χώρα του κόσμου ήταν η Ιαπωνία -προέβη στη σχετική νομιμοποίηση το 1962, με το ζήτημα τιμής να είναι στο επίκεντρο.

Στην Ολλανδία ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται ο όρος “ευθανασία”. Περιλαμβάνεται στην ευρεία έννοια του “υποβοηθούμενη αυτοκτονία και τερματισμό της ζωής, κατόπιν αιτήματος”.

Στους υποστηρικτές του νόμου που επέτρεπε -υπό αυστηρές προϋποθέσεις- την ευθανασία, ήταν και πολλοί γιατροί. Τόνιζαν πως θα προήγαγαν τα δικαιώματα των ασθενών, φέρνοντας στην επικαιρότητα πρακτική που εφαρμοζόταν επί μακρόν -σε πολλές χώρες του κόσμου, υπό καθεστώς παρανομίας, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο. Παρουσίασαν και στοιχεία, κατά τα οποία το 90% των περιπτώσεων ευθανασίας από το 1997 έως το 2000, αφορούσαν σε ετοιμοθάνατους καρκινοπαθείς.

Οι πολέμιοι επικαλούνταν την παράγραφο που διάβασες παραπάνω και αφορούσε στους Ναζί. Ο νόμος πέρασε το 2002 και ο τρόπος ήταν ενέσιμο διάλυμα που χορηγούνταν στον ασθενή, από ιατρικό προσωπικό ή συνταγογραφούμενα σκευάσματα που λάμβανε ο ίδιος.

Για να αποφευχθεί ο “τουρισμός ευθανασίας”, η κυβέρνηση απέκλεισε το ενδεχόμενο να γίνεται σε ετοιμοθάνατους ασθενείς, από το εξωτερικό. Το 2015 κατέληξαν δια αυτής της οδού 5.516 άνθρωποι. Αντιστοιχούσαν στο 3.9% όλων των θανάτων, στη χώρα.

Τον Οκτώβριο του 2016 το ολλανδικό κοινοβούλιο επανήλθε, με την απελευθέρωση. Νομιμοποίησε την ευθανασία και για τα άτομα “που έχουν μια σταθμισμένη γνώμη ότι η ζωή τους έχει ολοκληρωθεί θα πρέπει, υπό αυστηρά και προσεκτικά κριτήρια, να πάρουν την άδεια να τελειώσουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια”.

 
Το “φοβάμαι τον πόνο, όχι το θάνατο” του Βέλιου

Η τελευταία φορά που η Ελλάδα ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν το Σεπτέμβριο του 2016, οπότε ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Βέλιος πέθανε με μη υποβοηθούμενη ευθανασία. Ταλαιπωρήθηκε από καρκίνο και κάποια στιγμή αποφάσισε ότι δεν ήθελε να υποφέρει άλλο -και δεν υπήρχε ελπίδα ανάρρωσης. Δεν μπορούσε όμως, να λάβει αυτό που χρειαζόταν στην Ελλάδα, ενώ η κατάσταση του δεν του επέτρεπε ταξίδι. Όταν στις 5/9 του 2016 έγινε γνωστός ο θάνατος του, προέκυψαν διάφορα θέματα. Το ένα το δημιούργησε η Εκκλησία, που δεν δεχόταν να προχωρήσει στην ταφή, πριν επιβεβαιωθεί ότι το τέλος δεν ήλθε με θανατηφόρα ένεση από τρίτο άτομο.

Σε συνέντευξη που είχε δώσει ο Βέλιος είχε πει ότι, μεταξύ πολλών άλλων, πως “φοβάμαι τον πόνο, όχι τον θάνατο. Η ευθανασία είναι μία πράξη ελευθερίας κι αυτή την ελευθερία οι πιο πολλοί δεν μπορούν να την σηκώσουν. Ακόμη κι αν επιτρεπόταν άνευ όρων η ευθανασία στην Ελλάδα, χωρίς καμία προϋπόθεση, θα ήταν πολύ λίγοι όσοι θα επέλεγαν αυτόν τον τρόπο εξόδου. Αλλά το πρόβλημα εδώ είναι ότι δεν γίνεται καν κουβέντα. Είναι ταμπού. Ας αρχίσει η συζήτηση, ας τεθούν οι δυσκολίες, ας αναζητηθούν οι προϋποθέσεις και να δούμε που θα πάει". Δημιουργήθηκε θόρυβος, εκδηλώθηκε μεγάλο ρεύμα υποστήριξης της νομιμοποίησης της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, αλλά δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό στο νόμο.


Τι ισχύει σύμφωνα με το νόμο στην Ελλάδα

Συνοπτικά θα σου πω ότι στη χώρα μας απαγορεύεται η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Το αξιόποινο κρίνεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του ποινικού κώδικα, για την εν συναινέσει ανθρωποκτονία. Εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως έγκλημα από το κράτος και την εκκλησία -που διδάσκει πως μόνο ο Θεός μπορεί να διαθέσει τη ζωή και το θάνατο.

Μελέτη που διενήργησαν η διοίκηση υγείας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πελοποννήσου και η Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ενημέρωσε πως “τα άρθρα 299–302 του ελληνικού ΠΚ αναφέρονται γενικότερα σε εγκλήματα κατά της ζωής και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 300 σχετίζεται με την ευθανασία και ορίζει ότι 'όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο για αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση'.

Για να στοιχειοθετηθεί λοιπόν, το έγκλημα της ευθανασίας θα πρέπει ο ασθενής

(α) να πάσχει από ανίατη ασθένεια (και όχι απαραίτητα να υποφέρει από αφόρητο πόνο και να βρίσκεται στην τελική και επώδυνη φάση της ασθένειάς του, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία άλλων κρατών),

(β) να έχει εκφράσει ρητά, επανειλημμένα και κυρίως με πλήρη συνείδηση των λεγομένων, την επιθυμία να τερματιστεί το μαρτύριο του και

(γ) να συντρέχει και η υποκειμενική υπόσταση, ο 'οίκτος', δηλαδή ο δράστης θα πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο ότι το κίνητρο για την ενέργειά του ήταν 'ευγενές'.

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι

(1) αποκλείεται η λεγόμενη 'κοινωνική' ή 'ευγονική' ευθανασία, η οποία από νομική άποψη είναι ταυτόσημη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως,

(2) η ευθανασία είναι μια αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από τον ΠΚ και τιμωρείται με φυλάκιση,

(3) η ευθανασία αντιμετωπίζεται ως ειδική περίπτωση ανθρωποκτονίας, για την οποία προβλέπονται ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες μετατρέπουν την εγκληματική πράξη από κακούργημα (όπως είναι η ανθρωποκτονία από πρόθεση) σε πλημμέλημα, και έτσι η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση και όχι η κάθειρξη και

(4) δεν αποποινικοποιείται η πράξη, αλλά διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του δράστη”. Τονίζεται πως πέραν του ποινικού δικαίου, το ζήτημα της ευθανασίας άπτεται και του Συνταγματικού Δικαίου “όπου η προσέγγιση είναι ακόμη πιο σύνθετη”. Για λόγους που αν με ρωτάς είναι υποκριτικοί.

Τι γίνεται σε άλλες χώρες του κόσμου

Υπάρχουν έθνη που έχουν νομιμοποιήσει την υποβοηθούμενη αυτοκτονία, μολονότι απαγορεύεται στο υγειονομικό προσωπικό να χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή στον ασθενή με σκοπό να επέλθει ο θάνατος. Του επιτρέπεται να προετοιμάσει τη θανατηφόρα δόση, αφήνοντας τον ασθενή να τη λάβει μόνος του ή με τη βοήθεια των οικείων του. Άλλα έχουν νομιμοποιήσει εν όλω και κάποια εν μέρει.

Οι Ολλανδία, Βέλγιο και Ελβετία έχουν αποδεχθεί το όλον, με τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιρλανδία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Κροατία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Μάλτα να έχουν κάνει νόμιμη την παθητική ευθανασία. Σαν και εμάς είναι οι Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία και Πολωνία. Οι Αλβανία και Αυστραλία έχουν νομιμοποιήσει το κομμάτι που αφορά τους αφόρητους πόνους -και απαιτείται η συγκατάθεση του ασθενούς-, ενώ στις ΗΠΑ παραδοσιακά η κάθε πολιτεία το χειρίζεται διαφορετικά.

Στην Ταϊλάνδη προχώρησαν το 2007 στην Πράξη για την Εθνική Υγεία, όπου περιγράφονται οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Στην Ινδία κάποιες φυλές έχουν παράδοση στην παθητική ευθανασία και μάλιστα άνθρωποι αποφασίζουν το θάνατο τους, με ενθουσιασμό, προσδοκώντας μια νέα ζωή.

Αντί επιλόγου

Κλείνοντας, θα ήθελα να μου επιτρέψεις μια προσωπική τοποθέτηση. Ενόσω το νομικό πλαίσιο είναι διαφορετικό στις χώρες για λόγους που έχουν να κάνουν κυρίως με την ηθική (αν και μου φαίνεται ότι περισσότερο έχουν να κάνουν με την έξωθεν καλή μαρτυρία), άνθρωποι υποχρεώνονται να υπόκεινται σε συνθήκες που δεν αξίζει καμία ζωντανή ψυχή. Εκτός και αν θεωρείς πως είναι ζωή αυτό που έχει ο κλινικά νεκρός που υποστηρίζεται από μηχανήματα ή ασθενής σε τερματικό στάδιο που δοκιμάζει καθημερινά την αντοχή του στον πόνο -χωρίς να υπάρχει ελπίδα.

Στο μυαλό μου αυτές οι συνθήκες αφορούν περισσότερο το εγωιστικό όσων είναι δίπλα και αρνούνται να αφήσουν τον άνθρωπο τους να 'φύγει'. Να εξηγήσω εδώ πως έχω χάσει τη μητέρα μου από καρκίνο και θυμάμαι να τη βλέπω να σφαδάζει και να παρακαλάω όποιον είναι εκεί πάνω να κάνει ό,τι είναι καλύτερο για εκείνη. Ήταν η πρώτη φορά που έβαλα στην άκρη το 'εγώ' μου. Δεν ήταν η τελευταία. Και μέχρι το δικό μου τέλος θα υποστηρίζω το δικαίωμα όποιου υποφέρει (δίχως να υπάρχει πιθανότητα επιβίωσης) να θέλει να λυτρωθεί. Θα υποστηρίζω και το δικαίωμα της επιλογής ως προς την 'έξοδο', όσων νιώθουν πως δεν μπορούν να συνεχίσουν άλλο -εφόσον έχουν κάνει τη διαδρομή τους σε αυτόν τον πλανήτη, άρα μπορούν να γνωρίζουν τι είχε να δώσει αυτό που λέγεται 'ζωή' και ως εκ τούτου κρίνουν βάσιμα ότι δεν μπορούν να ζουν, για να ζουν. Είναι δικαίωμα τους.



*Τα είδη της ευθανασίας προσδιορίζονται από τη συμμετοχή ή μη του ασθενούς στην πρόκληση του θανάτου και είναι τα εξής:

α) Εκούσια ενεργός ευθανασία: Πρόκειται για τη σκόπιμη χορήγηση από τον ιατρό φαρμακευτικών κατασκευασμάτων ή την εφαρμογή άλλων ιατρικών πράξεων που προκαλούν το θάνατο του ασθενούς, εφόσον όμως έχει προηγηθεί ρητή συγκατάθεση του ασθενούς στην πράξη αυτή. (Κουντουράς και συν., 2003: 148-156).

β) Ακούσια ενεργός ευθανασία: Και σ’ αυτήν την περίπτωση ο γιατρός χορηγεί φάρμακα ή εφαρμόζει άλλες ιατρικές πράξεις που οδηγούν στο θάνατο του ασθενούς, διαφέρει όμως από την προηγούμενη στο ότι δεν υπάρχει από μέρους του ασθενούς ρητή απαίτηση και πλήρης συγκατάθεση. Αυτό το είδος ευθανασίας ενδέχεται να εφαρμοστεί π.χ. στην περίπτωση που κάποιος έχει υποστεί σοβαρό τραυματισμό, από τον οποίο δεν είναι δυνατόν να επανέλθει, ή υποφέρει από μια αρρώστια που του προκαλεί αβάσταχτους πόνους. (Κουντουράς και συν., 2003: 148-156).

γ) Μη εθελοντική ενεργός ευθανασία: Σε γενικές γραμμές μοιάζει με τα προηγούμενα είδη, διαφέροντας μόνο στο ότι ο ασθενής παρουσιάζει διανοητική αναπηρία και κατά συνέπεια δεν είναι σε θέση να ζητήσει το θάνατό του. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ο ασθενής έχει πέσει σε κώμα και επομένως δεν είναι κύριος του εαυτού του. (Κουντουράς και συν., 2003: 148-156).

δ) Παθητική ευθανασία: Πρόκειται για την επίσπευση του θανάτου με σκοπό την ανακούφιση του ασθενούς και πραγματοποιείται με την αδρανή-παθητική συμπεριφορά του ιατρού. Αυτή με τη σειρά της διακρίνεται στη συναινετική και στη μη συναινετική. Στην παθητική ευθανασία λαμβάνεται υπόψη ο ρόλος του σεβασμού στην ατομική αυτονομία και στην ώριμη, ελεύθερη και υπεύθυνη βούληση του ασθενούς. (Βούλτσος & Τσούγκας, 2008: 76-78).

ε) Έμμεση ευθανασία: Πρόκειται για τη χορήγηση ναρκωτικών ή άλλων φαρμακευτικών ουσιών, προκειμένου να ανακουφιστεί ο πόνος του ασθενούς. Η χορήγηση αυτή όμως έχει ως έμμεσο επακόλουθο τη βαθμιαία πρόκληση σοβαρού βαθμού καταστολής του αναπνευστικού συστήματος του ασθενούς και τελικά τον θάνατό του (Κουντουράς και συν., 2003: 148-156).

στ) Ιατρο-υποβοηθούμενη αυτοκτονία: Είναι όταν ο γιατρός χορηγεί στον ασθενή φάρμακα ή παρεμβαίνει με άλλον τρόπο, γνωρίζοντας όμως συνειδητά ότι ο ασθενής προτίθεται να τις χρησιμοποιήσει για να δώσει τέλος στη ζωή του (Κουντουράς και συν., 2003: 148-156).

ζ) Δυσθανασία: Η Δυσθανασία ορίζεται ως η υπερβολική παράταση της ζωής ενός ασθενούς. Όπως καταδεικνύει και το πρόθεμα δυς-, πρόκειται για προβληματικό θάνατο, αφού η στιγμή του θανάτου αναβάλλεται με κάθε διαθέσιμο μέσο. Η υπερβολική αυτή παράταση της στιγμής που θα σημειωθεί ο φυσικός θάνατος, συνήθως παρατείνει και το πόνο του ασθενούς. Σε τελευταία ανάλυση η χρησιμοποίηση τεχνικών και ιατρικών μέσων καταλήγουν να μην προστατεύουν τη ζωή, αλλά απλώς να καθυστερούν τη στιγμή του αναπόφευκτου θανάτου (Diniz, 2002: 840).

η) Ορθοθανασία: Η ορθοθανασία ορίζεται ως η πράξη του να αφήνει κάποιος τον ασθενή να πεθάνει χωρίς τη χρήση υπερβολικών μέσων, εφόσον αυτά δεν θα έχουν κάποιο απτό αποτέλεσμα στην υγεία του ασθενούς. Μερικές φορές συγχέεται με την παθητική ευθανασία και ορισμένοι αναλυτές ταυτίζουν τις 2 έννοιες. (Diniz, 2002: 840). Ωστόσο, οι 2 αυτές έννοιες μπορούν εύκολα να διακριθούν, αν αναζητηθεί η αιτία θανάτου. Στην ευθανασία, είτε αυτή είναι ενεργητική είτε παθητική, αιτία θανάτου είναι μια ενέργεια ή παράλειψη κάποιου. Αντίθετα στην ορθοθανασία αιτία είναι η ασθένεια αυτή καθαυτή. Οι ηθικές και νομικές παράμετροι της ορθοθανασίας δεν περιορίζονται στην επιτάχυνση ή μη του θανάτου του ασθενή, αλλά περιλαμβάνουν επίσης την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του σεβασμού της αυτονομίας του ασθενούς. Η ορθοθανασία είναι η εξανθρώπιση της διαδικασίας θανάτου του ασθενούς, φροντίζοντας τον ίδιο στο τέλος της ζωής του, έτσι ώστε να βρει τον θάνατο με το μικρότερο δυνατό πόνο, διασφαλίζοντας την αξιοπρέπεια του (Bostiancic, Dadalto, 2010: 351).

θ) Ευγονική ευθανασία: Πρόκειται για τη θανάτωση εμβρύων ή και νεογνών, τα οποία πάσχουν από σοβαρές σωματικές αναπηρίες ή και εγκεφαλικές βλάβες. Στη πραγματικότητα, βέβαια, ο όρος «ευθανασία» δεν ταιριάζει και τόσο στην περίπτωση αυτή, γιατί τα νεογνά δε υποφέρουν από αβάσταχτους πόνους ή δεν βρίσκονται ένα βήμα πριν το θάνατο. Για το λόγο αυτό η θανάτωσή τους αποτελεί προσβολή της ζωής, καθώς τελείται στα πλαίσια της ευγονικής προς όφελος της οικογένειας και του κοινωνικού περιγύρου. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή ο γιατρός επιλέγει ανάμεσα στη ζωή και την ποιότητα ζωής, μεγέθη που δεν είναι συγκρίσιμα. (Μαστοράκης & Μπαλογιάννης, 2010: 144-149).


Η πίστη δεν είναι πεποίθηση

 





Έχω γνωρίσει χιλιάδες ανθρώπους που πιστεύουν ότι έχουν μια ιδέα - ή ένα ταλέντο - που μπορεί να τους οδηγήσει στην επιτυχία. 

Αλλά μόνο ένας πολύ μικρότερος αριθμός διακατέχεται από μια αδιάψευστη πίστη ότι είναι στο σωστό δρόμο.

Οι πεποιθήσεις είναι νοητικές. Η πίστη είναι υφασμένη στο DNA σας. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από την πίστη.

Και εδώ οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη φύση της πραγματικής επιτυχίας.

Οι σταθερά, επίμονοι άνθρωποι δεν είναι έτσι γιατί αποφασίζουν να είναι έτσι. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν άλλη επιλογή.

Όταν λέω ότι "η πίστη υφαίνεται στο DNA σου", εννοώ ότι απλά δεν έχεις τη δυνατότητα να διαχωρίσεις την πίστη σου από το φυσικό σου «είναι».

Ο λόγος που κάποιοι άνθρωποι παραμένουν ενάντιοι στην αποτυχία είναι επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή.

Αν σας ακούγεται ότι περιγράφω κάτι που ποτέ δεν θα έχετε, παρακαλώ επιτρέψτε μου να διαφωνώ.

Σε όλους μας προσφέρεται η δυνατότητα να νιώσουμε μια τόσο ισχυρή πίστη ώστε να μην μπορούμε να της αντισταθούμε. 

Αλλά ίσως να μην έχετε ακόμη συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που θα ενεργοποιήσει την πίστη σας:

Η αγάπη μιας πραγματικής αδελφής ψυχής

Η ανακάλυψη μιας ικανότητας που θα συμπλέξει τις καλύτερες δεξιότητές σας


Ένας μοναδικός σκοπός που θα καταστήσει όλες τις άλλες επιλογές  να φαίνονται δευτερευόντως ασήμαντες

Ο Άλαν Γουάτς για τη διάφορα μεταξύ πεποίθησης και πίστης





Πώς να σύρετε το λεπτό χορό της ανεπιφύλακτης ανοιχτότητας στην αλήθεια.
Ενάμιση αιώνα προτού ο Καρλ Σαγκάν διερευνήσει τη σχέση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, η Άντα Λάβλεϊς, η πρώτη προγραμματίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών στον κόσμο, μελέτησε το θέμα σε μια όμορφη επιστολή. Δύο αιώνες αργότερα, ο Άλαν Λάιτμαν έφτιαξε ένα μαγευτικό ορισμό της κοσμικής πνευματικότητας. Το ζήτημα αυτό έχει επίσης αντιμετωπιστεί από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν απαντώντας στο ερώτημα ενός μικρού κοριτσιού σχετικά με το αν προσεύχονται άραγε οι επιστήμονες,* η Φλάνερι Ο’ Κόνορ εξετάζει το δόγμα, την πίστη, και τη διαφορά μεταξύ θρησκείας και πίστης, και η Τζέιν Γκούνταλ στην εξαιρετική συνομιλία της με τον Μπιλ Μάγιερς πάνω στην επιστήμη και την πνευματικότητα — και παρόλα αυτά το ζήτημα είναι, και ίσως είναι προορισμένο να παραμείνει, ανοικτό.
Μια από τις πιο σαφείς και ευκρινείς προσπάθειες να απαντηθεί έρχεται από τον Άλαν Γουάτς, ο οποίος εκλαΐκευσε την Ανατολική φιλοσοφία στη Δύση, στο φανταστικό του βιβλίο του 1951 The Wisdom of Insecurity: A Message for an Age of Anxiety — ο ίδιος πολύτιμος θησαυρός που μας έδωσε τον Γουάτς για την ευτυχία και το πώς να ζούμε μια πλήρη ζωή και την προφητική του προειδοποίηση σχετικά με τη σύγχρονη λαιμαργία μας των μίντια.
Ο Γουάτς γράφει:
Πρέπει εδώ να κάνουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ πεποίθησης και πίστης, διότι, στη γενική πρακτική, η πεποίθηση έχει καταλήξει να σημαίνει μια κατάσταση του νου που είναι σχεδόν το αντίθετο της πίστης. Η πεποίθηση, όπως χρησιμοποιώ τη λέξη εδώ, είναι η επιμονή ότι η αλήθεια είναι αυτό που “εκουσίως” ή θα επιθυμούσε κανείς να είναι. Ο οπαδός θα ανοίξει το μυαλό του στην αλήθεια υπό την προϋπόθεση ότι ταιριάζει με τις προκαταλήψεις και τις επιθυμίες του. Η πίστη, από την άλλη πλευρά, είναι ένα ανεπιφύλακτο άνοιγμα του νου στην αλήθεια, οποιαδήποτε μπορεί να καταλήξει ότι είναι. Η πίστη δεν έχει προκαταλήψεις· είναι μια βουτιά στο άγνωστο. Η πεποίθηση κολλάει, αλλά η πίστη αμολιέται. Με αυτή την έννοια της λέξης, η πίστη είναι η ουσιώδη αρετή της επιστήμης, και ομοίως κάθε θρησκείας που δεν είναι εξαπάτηση.
[…]
Η παρούσα φάση της ανθρώπινης σκέψης και της ιστορίας … σχεδόν μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα με ανοιχτό μυαλό, και μπορείτε να γνωρίσετε το Θεό μόνο μέσα από ένα ανοιχτό μυαλό ακριβώς όπως μπορείς να δεις τον ουρανό μόνο μέσα από ένα καθαρό παράθυρο. Δεν θα δεις τον ουρανό αν έχεις καλύψει το γυαλί με μπλε μπογιά.
Αλλά οι “θρησκευόμενοι” άνθρωποι που αντιστέκονται στο ξύσιμο της μπογιάς από το τζάμι, που κοιτάζουν την επιστημονική στάση με φόβο και δυσπιστία, και συγχέουν την πίστη με την προσκόλληση σε συγκεκριμένες ιδέες, είναι κατά ανεξήγητο τρόπο αδαείς για τους νόμους της πνευματικής ζωής που μπορούν να βρουν στο έδαφος των δικών τους παραδοσιακών καταγραφών. Μια προσεκτική μελέτη της συγκριτικής θρησκείας και της πνευματικής φιλοσοφίας αποκαλύπτει ότι η εγκατάλειψη της πεποίθησης, της κάθε προσκόλλησης σε μια μελλοντική ζωή καποιανού, και κάθε προσπάθειας να ξεφύγει κανείς από την περατότητα και τη θνητότητα, είναι ένα συνηθισμένο και φυσιολογικό στάδιο στο δρόμο του πνεύματος. Πράγματι, είναι πραγματικά μια τέτοια “πρώτη αρχή” της πνευματικής ζωής που θα έπρεπε να ήταν προφανές από την αρχή, και φαίνεται, ύστερα από όλα, αναπάντεχο το ότι οι σπουδασμένοι θεολόγοι δεν θα έπρεπε να υιοθετήσουν παρά μια συνεργατική στάση απέναντι στην κριτική φιλοσοφία της επιστήμης.


*ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ; Ο ΑΪΝΣΤΆΙΝ ΑΠΑΝΤΑΕΙ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ VS. ΘΡΗΣΚΕΙΑ






“Όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη πείθονται με τον καιρό ότι στους νόμους του σύμπαντος είναι διάχυτη κάποια πνευματική ουσία, μια ουσία που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου.”

Είτε στους ακούσια πανέξυπνους συλλογισμούς τους σχετικά με την πολιτική των δύο φύλων είτε στις φαινομενικά απλές αλλά βαθιές ερωτήσεις τους σχετικά με το πώς δουλεύει ο κόσμος, τα παιδιά έχουν ένα μοναδικό τρόπο να απογυμνώνουν τα πιο πολύπλοκα από τα πολιτισμικά φαινόμενα στη γυμνή τους ουσία, αναγκάζοντάς μας να επανεξετάσουμε τα στρώματα των υποθέσεών μας . Πάρτε, για παράδειγμα, την πανάρχαια ένταση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, που έχει απασχολήσει το μυαλό διασημοτήτων από τον Γαλιλαίο έως τον Καρλ Σαγκάν, καθώς και μερικά από τα πιο φημισμένα επιστημονικά μυαλά σήμερα. Το τεράστιο πολιτισμικό παρελθόν του ερωτήματος δεν σταμάτησε ένα μικρό κορίτσι από τη Νέα Υόρκη με το όνομα Φύλλις από το να μην το θέσει σε κανέναν άλλο πέραν από το μεγάλο Άλμπερτ Αϊνστάιν σε ένα γράμμα του το 1936 που βρέθηκε στο Dear Professor Einstein: Albert Einstein’s Letters to and from Children.

Εκκλησία του Ριβερσάιντ

19 Ιανουαρίου 1936

Αγαπητέ Δρ. Αϊνστάιν,

Το θέμα που έχουμε στην τάξη μας την Κυριακή στο σχολείο είναι: Προσεύχονται οι επιστήμονες; Το θέμα που μας έβαλαν είναι αν θα μπορούσαμε να πιστεύουμε στην επιστήμη και στη θρησκεία. Γράφουμε σε επιστήμονες και σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό.

Θα ήταν πολύ τιμητικό για μένα αν απαντούσατε στο ερώτημά μου: Προσεύχονται οι επιστήμονες, και σε τι προσεύχονται;

Είμαστε στην έκτη τάξη, της κυρίας Έλις.

Με εκτίμηση,

Φύλλις

Μόλις πέντε μέρες αργότερα, ο Αϊνστάιν απάντησε — δεν είναι υπέροχο όταν πολιτιστικοί γίγαντες απαντάνε στην καθαρή περιέργεια των παιδιών; — και η απάντησή του μιλά με την ίδια πνευματική ποιότητα της επιστήμης που ο Καρλ Σαγκάν εξυμνούσε δεκαετίες αργότερα και ο Πτολεμαίος έκανε χιλιετίες νωρίτερα. Έξι χρόνια πριν, ο Αϊνστάιν είχε διερευνήσει αυτό ακριβώς το θέμα, σε πολύ πιο πολύπλοκη γλώσσα και εντυπωσιακή ρητορική, στη θρυλική συνομιλία του με τον Ινδό φιλόσοφο Ταγκόρ.**

24 Ιανουαρίου 1936

Αγαπητή Φύλλις

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου όσο πιο απλά γίνεται. Η απάντησή μου έχει ως εξής:

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάθε συμβάν, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων των ανθρώπων, διέπεται από τους νόμους της φύσης. Κατά συνέπεια, ένας επιστήμονας δεν πιστεύει ότι η πορεία των γεγονότων μπορεί να επηρεαστεί από την προσευχή, δηλαδή από μια εκδηλωμένη ευχή προς το υπερφυσικό.

Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η γνώση μας σχετικά με αυτές τις δυνάμεις είναι ατελής, έτσι ώστε στο τέλος η πεποίθηση ότι υπάρχει ένα έσχατο, απόλυτο πνεύμα αποτελεί ένα είδος πίστης. Μια τέτοια πεποίθηση παραμένει διαδεδομένη, ακόμη και με τα σημερινά επιτεύγματα της επιστήμης.

Αλλά, επίσης, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη πείθονται με τον καιρό ότι στους νόμους του σύμπαντος είναι διάχυτη κάποια πνευματική ουσία, μια ουσία που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο η άσκηση της επιστήμης οδηγεί σε ένα ειδικού τύπου θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο σίγουρα διαφέρει αρκετά από την θρήσκευση του απλοϊκού ανθρώπου.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς,

Ο Α. Αϊνστάιν σου




**Η ΣΥΝΟΜΙΛΊΑ ΔΥΟ ΠΛΑΝΗΤΏΝ






Στις 14 Ιουλίου 1930 ο Άλμπερτ Αϊνστάιν υποδέχτηκε τον ινδό φιλόσοφο Rabindranath Tagore στο σπίτι του. Οι δύο άντρες ξεκίνησαν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις της ιστορίας, εξερευνώντας την αιώνια προστριβή μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Τη συζήτηση παρακολούθησε και κατέγραψε ο Ρώσος δημοσιογράφος Ντιμίτρι Μαριάνοφ (μετέπειτα σύζυγος της θετής κόρης του Αϊνστάιν, Μαργκώ). Στον πρόλογο των σημειώσεών του γράφει:



«Ήταν πολύ ενδιαφέρον να τους βλέπεις μαζί: τον Ταγκόρ, τον ποιητή, με το κεφάλι ενός διανοούμενου και τον Αϊνστάιν, τον διανοούμενο με το κεφάλι ενός ποιητή. Κανένας τους δεν επιχείρησε να επιβάλλει τη γνώμη του στον άλλον. Απλώς αντάλλαξαν ιδέες. Σε ένα παρατηρητή όμως φαινόταν σαν δύο πλανήτες απασχολημένοι σε φιλική κουβεντούλα». 

Αϊνστάιν: Πιστεύετε ότι το Θείο υπάρχει ανεξάρτητα από τον κόσμο μας;

Ταγκόρ: Όχι. Δε μπορεί να υπάρχει κάτι που δε μπορεί να ενταχθεί στον ανθρώπινο νου και αυτό σημαίνει ότι η Αλήθεια του Σύμπαντος ταυτίζεται με την ανθρώπινη Αλήθεια.

Έχω χρησιμοποιήσει ένα επιστημονικό εύρημα για να το στηρίξω αυτό – η ύλη σχηματίζεται από πρωτόνια και ηλεκτρόνια, με κενά μεταξύ τους, αλλά η ύλη μοιάζει να είναι συμπαγής. Παρομοίως η ανθρωπότητα σχηματίζεται από άτομα συνδεδεμένα με ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες σχηματίζουν τη ζωντανή ενότητα του ανθρώπινου κόσμου. Το σύμπαν είναι συνδεδεμένο με εμάς με παρόμοιο τρόπο, οπότε είναι ένα ανθρώπινο σύμπαν. Έχω καταλήξει σ’ αυτή τη σκέψη μέσω της τέχνης, της λογοτεχνίας και της ανθρώπινης θρησκευτικής συνείδησης.

Υπάρχουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του σύμπαντος. (1) Ο κόσμος είναι μια ενότητα που εξαρτάται από την ανθρωπότητα. (2) Ο κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο παράγοντα.

Όταν το σύμπαν βρίσκεται σε αρμονία με τον Άνθρωπο, με το αιώνιο, το αντιλαμβανόμαστε ως Αλήθεια, το αισθανόμαστε ως Ομορφιά.

Αυτό είναι μια εντελώς ανθρώπινη σύλληψη του σύμπαντος.

Δε μπορεί να υπάρχει διαφορετική αντίληψη. Ο κόσμος είναι ένας ανθρώπινος κόσμος – η επιστημονική αντιμετώπισή του είναι η αντιμετώπιση ενός επιστήμονα, που είναι ένας άνθρωπος.

Δηλαδή πρόκειται για μια θεώρηση του ανθρώπινου νου.

Ναι, του αιώνιου νου. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε μέσα από τα συναισθήματά μας και μέσα από τις πράξεις μας. Μέσα από τους περιορισμούς μας δημιουργήσαμε τον Υπέρτατο Άνθρωπο, ο οποίος δεν έχει περιορισμούς. Η θρησκεία αναγνωρίζει την Αλήθεια και τη συνδέει με τις βαθύτερες ανάγκες μας – η αντίληψη της Αλήθειας του καθενός μας αποκτά συμπαντική σημασία. Η θρησκεία δίνει αξία στην Αλήθεια, την οποία αναγνωρίζουμε μέσα από την αρμονία.

Αν δεν υπήρχαν πλέον άνθρωποι δεν θα ήταν ωραίος ο Απόλλωνας του Μπελβεντέρε?
Όχι.

Συμφωνώ όσον αφορά στην ομορφιά, όχι όμως και όσον αφορά στην αλήθεια.

Γιατί όχι; Η αλήθεια δημιουργείται από τον άνθρωπο.

Δε μπορώ να αποδείξω ότι η θεώρησή μου είναι σωστή, αλλά αυτή είναι η θρησκεία μου.

Η ομορφιά είναι το ιδανικό της απόλυτης αρμονίας, η οποία υπάρχει μέσα στη Συμπαντική Οντότητα. Η αλήθεια είναι η πλήρης κατανόηση του Συμπαντικού Νου. Εμείς τη προσεγγίζουμε μέσα από τα λάθη μας, μέσα από τις συσσωρευμένες μας εμπειρίες, μέσα από την πεφωτισμένη μας συνείδηση – πώς αλλιώς μπορούμε να προσεγγίσουμε την Αλήθεια;

Δε μπορώ να αποδείξω επιστημονικά ότι η Αλήθεια υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, αλλά το πιστεύω ακράδαντα. Ας πούμε, πιστεύω ότι το Πυθαγόρειο θεώρημα δηλώνει κάτι που είναι κατά προσέγγιση αληθινό, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του ανθρώπου. Αν υπάρχει πραγματικότητα ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, τότε υπάρχει και η αλήθεια που σχετίζεται μ’ αυτή.

Η αλήθεια, αυτή που είναι ένα με το Συμπαντικό Ον, πρέπει να είναι στην ουσία της ανθρώπινη – τουλάχιστον όταν μιλάμε για την Αλήθεια που περιγράφεται από την επιστήμη και μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω της λογικής, δηλαδή μέσα από το νου, δηλαδή μέσα από ένα ανθρώπινο όργανο.

Αν δεν ήταν κανείς μέσα στο σπίτι μου το τραπέζι θα υπήρχε έτσι κι αλλιώς – αλλά αυτό είναι ήδη μια ψευδής δήλωση για σας – γιατί δε μπορούμε να εξηγήσουμε τι σημαίνει «το τραπέζι είναι εκεί» ανεξάρτητα από εμάς.

Υπάρχει η πραγματικότητα του χαρτιού, εντελώς ανεξάρτητη από την πραγματικότητα της λογοτεχνίας. Για το νου του σκώρου που τρώει το χαρτί η λογοτεχνία είναι ανύπαρκτη, αλλά για τον ανθρώπινο νου η λογοτεχνία είναι μεγαλύτερης αξίας από το ίδιο το χαρτί. Παρομοίως, αν υπάρχει κάποιου είδους Αλήθεια που δεν συνδέεται λογικά ή μέσω των αισθήσεων με τον ανθρώπινο νου, όσο παραμένουμε ανθρώπινα πλάσματα, είναι ανύπαρκτη.

Τότε είμαι πιο θρησκευόμενος από εσάς!

Η θρησκεία μου είναι η συμφιλίωση του συμπαντικού ανθρώπινου πνεύματος, του Υπερ – Ανθρώπου, με τη δική μου ύπαρξη.


Ολόκληρη η συζήτηση υπάρχει στο βιβλίο 4Χ5 – ΑΪΝΣΤΑΪΝ, ΤΑΓΚΟΡ, ΓΚΡΟΤΟΦΣΚΙ, ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ, ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ από τις εκδόσεις «Αρχέτυπο» και στα αγγλικά εδώ.


Το πρόβλημα της σχέσης νου - σώματος και πνεύματος - ύλης






1. Τι σημαίνει να έχει κανείς νου και συνειδητή εμπειρία;  
 
Έχουμε συχνά την αίσθηση πως ο νους μας αποτελεί κάτι το πολύ διαφορετικό από το σώμα μας. Όταν σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε κάτι, είναι εύκολο να νομίσουμε πως η σκέψη και τα συναισθήματά μας δεν εντοπίζονται σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του σώματός μας. Aν και καταλαβαίνουμε πως αυτό που συμβαίνει σχετίζεται με τις λειτουργίες του μυαλού, του νευρικού μας συστήματος ή της καρδιάς μας, η σχέση αυτή δε μας φαίνεται αυτονόητη. Έτσι, μας δημιουργείται η εντύπωση πως η συνειδητή μας εμπειρία έχει κάτι το ιδιαίτερο, που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο.
 
 Αναρωτιόμαστε βέβαια κατά πόσο και άλλα έμβια όντα -που δε φαίνεται να είναι προικισμένα με γλωσσική ικανότητα σαν τη δική μας ούτε με τις λογικές δυνάμεις οι οποίες συνοδεύουν αυτή την ικανότητα, αλλά δείχνουν να ανταποκρίνονται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και να νιώθουν πόνο- διαθέτουν νου ή, έστω, κάποια κατώτερη μορφή συνείδησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες θρησκείες, καθώς και πολλοί φιλόσοφοι, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, δέχονται την ύπαρξη της ψυχής, την οποία θεωρούν ως ένα πνευματικό στοιχείο που μπορεί να επιβιώσει αναλλοίωτο και μετά τον θάνατο του σώματος. Ορισμένες μάλιστα από αυτές τις θρησκείες, όπως ο χριστιανισμός, αποδίδουν τα χαρακτηριστικά της αφθαρσίας και της αθανασίας αποκλειστικά στην ανθρώπινη ψυχή. Είναι όμως επαρκώς αιτιολογημένες η πίστη στην ύπαρξη ενός πνεύματος που εμψυχώνει το σώμα και η εντύπωση της ιδιαιτερότητάς του, οι οποίες φαίνεται να βασίζονται στην εσωτερική μας εμπειρία; Μήπως η σύγχρονη επιστήμη επιβάλλει να αναθεωρήσουμε την παραδοσιακή αντίληψη για την ανθρώπινη ψυχή και για τη σχέση της με το σώμα; Και αν η ψυχή ή ο νους δεν υφίστανται ανεξάρτητα από κάποιο υλικό σώμα, σε τι συνίσταται η προσωπική ταυτότητα του υποκειμένου που αισθάνεται και σκέπτεται; Τι κάνει δηλαδή έναν άνθρωπο που μεγαλώνοντας αλλάζει να είναι το ίδιο πρόσωπο;

2. Το πρόβλημα της σχέσης νου και σώματος (δυϊσμός - θεωρία αλληλεπίδρασης) 
 
Μια πρώτη σύλληψη της νοητικής διάστασης της ζωής μας οδηγεί πραγματικά στην πεποίθηση πως ο νους εδράζεται σε μια οντότητα τελείως αλλιώτικη από το σώμα. Η οντότητα αυτή, την οποία συνήθως αποκαλούμε ψυχή ή πνεύμα, υποτίθεται πως είναι φορέας ικανοτήτων, συνειδητών και ενδεχομένως υποσυνείδητων λειτουργιών και καταστάσεων που δεν περιλαμβάνουν μόνο τη σκέψη, αλλά και τη βούληση, τις επιθυμίες, τα αισθήματα (π.χ. ζέστης, πόνου, ευχαρίστησης) και τα συναισθήματα (π.χ. χαρά, λύπη, θυμός). Η έμφαση στη συνείδηση και στη σκέψη εξηγεί και τη συχνή χρήση του όρου νους αντί για τον όρο ψυχή, για να δηλωθούν η πνευματική οντότητα και οι ιδιότητές της στο σύνολό τους. Μεγάλοι φιλόσοφοι, από την αρχαιότητα μέχρι και τους νεότερους χρόνους, όπως ο Πλάτων και ο Ντεκάρτ, επεξεργάστηκαν τα κυριότερα επιχειρήματα για την ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής και για την ανεξαρτησία της από το σώμα. Ο Ντεκάρτ μάλιστα, όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη βεβαιότητα που (πίστευε ότι) του παρείχε το επιχείρημα “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” (κεφάλαιο 3.Ι.1.Β1). Σύμφωνα με τη θεωρία του, που περιγράφεται ως δυϊσμός και ως θεωρία αλληλεπίδρασης, κάθε άνθρωπος απαρτίζεται από δύο οντότητες, από το πνεύμα, του οποίου η ουσία είναι η σκέψη (όλες οι νοητικές λειτουργίες), και από το υλικό σώμα, του οποίου η ουσία είναι η έκταση. Το πνεύμα αλληλεπιδρά με το σώμα μέσω της επίφυσης (κωναρίου), ενός αδένα στο κέντρο του εγκεφάλου. Μέσω αυτού του αδένα διαβιβάζονται προς το πνεύμα τα ερεθίσματα που δέχεται το σώμα μας από το εξωτερικό περιβάλλον και, αντιστρόφως, μέσω αυτού του αδένα διαβιβάζονται προς το σώμα οι εντολές που δίνουν ο νους και η βούλησή μας, για να κινηθούν τα μέλη μας. Δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί πώς δύο τελείως διαφορετικές ουσίες, η μία υλική και η άλλη πνευματική, μπορούν να επιδράσουν η μία στην άλλη - η αναφορά στην επίφυση, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμιά επιστημονική βάση, δε λύνει το πρόβλημα. Ο Ντεκάρτ έχει κατηγορηθεί ότι το μοντέλο του περιγράφει κάποιο “φάντασμα μέσα σε μια μηχανή”. Από την άλλη μεριά, μερικοί φιλόσοφοι της εποχής του φαντάστηκαν ότι κάθε στιγμή παρεμβαίνει ο Θεός και καθιστά δυνατή την αλληλεπίδραση των δύο οντοτήτων, αλλά η πλειονότητα των μεταγενέστερων στοχαστών φαινόταν πιο εύλογο να δεχτεί πως ο άνθρωπος δεν αποτελείται από δύο ουσίες, αλλά από μία και μόνο.

1. “Αλλά τι είμαι λοιπόν; Σκεπτόμενο πράγμα. Τι είναι αυτό;
 
 Eίναι ένα πράγμα που αμφιβάλλει, νοεί, βεβαιώνει, αρνείται, θέλει, δε θέλει, φαντάζεται επίσης και αισθάνεται. [....] Η φύση επίσης διδάσκει, μέσω αυτών των αισθήσεων πόνου, δίψας κτλ., ότι δεν παρίσταμαι μονάχα στο σώμα μου, όπως παρίσταται ένας πλοηγός στο πλοίο, αλλά είμαι στενότατα συνδεδεμένος και οιονεί συγχωνευμένος με αυτό, έτσι ώστε να συνθέτω ένα ενιαίο όλο μαζί του. Αλλιώς, όταν πληγώνεται το σώμα, δε θα αισθανόμουν πόνο, εγώ που δεν είμαι τίποτα άλλο από σκεπτόμενο πράγμα, αλλά θα αντιλαμβανόμουν αυτό το πλήγμα μέσω του καθαρού νου, όπως ο πλοηγός αντιλαμβάνεται μέσω της όρασης αν έχει σπάσει κάτι στο πλοίο”.
(Ρενέ Ντεκάρτ, Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, μτφρ. Ε. Βανταράκης, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2003, σ. 77, 173-174)

2. “Αυτό είναι το λάθος του Καρτέσιου: 
 
o αβυσσαλέος διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και τον νου, ανάμεσα στο ευμέγεθες, πολυδιάστατο, μηχανικής λειτουργίας, άπειρα διαιρετό υλικό σώμα, από τη μια μεριά, και την άπιαστη, αδιάστατη, ασύμμετρη και αδιαίρετη νοούσα ύλη· η πρόταση ότι ο διαλογισμός, η ηθική κρίση και τα πάθη που προέρχονται από φυσικό πόνο ή συγκινησιακή αναστάτωση μπορούν να υπάρχουν ξεχωριστά από το σώμα. Ειδικότερα: o διαχωρισμός των πιο ευγενών λειτουργιών του νου από τη δομή και τη λειτουργία ενός βιολογικού οργανισμού”.
(Antonio Damasio, Το λάθος του Καρτέσιου, μτφρ. Κ. Παπακωνσταντίνου, εκδ. (Σύναλμα, Aθήνα 2000, σ. 359)

3. “Η κυριότερη ένσταση κατά του δυϊσμού  
 
είναι ότι θέτει αξιωματικά μια επιπρόσθετη, μη φυσική ουσία, χωρίς να εξηγεί πώς μπορεί να υποστηρίξει υποκειμενικές νοητικές καταστάσεις εκεί όπου ο εγκέφαλος αδυνατεί. Ακόμα κι αν συμπεράνουμε ότι τα νοητικά συμβάντα δεν είναι απλώς φυσικά συμβάντα, δε συνάγεται ότι μπορούμε να εξηγήσουμε τη θέση τους στο σύμπαν επικαλούμενοι ένα είδος ουσίας, της οποίας η μοναδική λειτουργία είναι να τους παρέχει ένα μέσο [στο οποίο να ενυπάρχουν]. […] Το να δεχτούμε αξιωματικά μια τέτοια ουσία δεν εξηγεί το πώς μπορεί να είναι το υποκείμενο των νοητικών καταστάσεων. Εάν υπήρχε ένα τέτοιο πράγμα, που θα στερούνταν μάζας, ενέργειας και χωρικών διαστάσεων, θα ήταν πιο εύκολο να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε να είναι κάτι που να του μοιάζει; H πραγματική δυσκολία είναι να αποκτήσει νόημα η απόδοση ουσιωδών υποκειμενικών καταστάσεων σε κάτι που ανήκει στην αντικειμενική τάξη πραγμάτων. Δεύτερον, δεν έχουμε κάποιον λόγο να πιστεύουμε ότι, εάν θα μπορούσαμε να βρούμε μια θέση εντός του κόσμου για τις νοητικές καταστάσεις συνδέοντάς τες με μια μη φυσική ουσία, δε θα μπορούσαμε εξίσου εύκολα να βρούμε μια θέση γι’ αυτές σε κάτι που επίσης διαθέτει φυσικές ιδιότητες”
(Τhomas Nagel, Η θέα από το πουθενά, μτφρ. Χ. Σταματέλος, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2000, σ. 56-57)


ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑ -
ΜΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ


Το πρόβλημα της σχέσης ψυχής ή νου και σώματος ή αλλιώς πνεύματος και ύλης λύνεται, αν υποθέσουμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη οντοτήτων και ουσιών, αλλά ένα. Τη θέση αυτή την αποκαλούμε μονισμό, σε αντίθεση με τον δυϊσμό του Πλάτωνα και του Ντεκάρτ. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο είδη μονισμού, τον ιδεαλισμό και τον υλισμό.


1. Iδεαλισμός
 
 Φιλόσοφοι οι οποίοι θεωρούν ότι η ίδια η έννοια της ύλης είναι δύσκολα κατανοητή χωρίς την αναφορά σε κάποιο πνεύμα οδηγούνται στο ιδεαλιστικό συμπέρασμα πως οτιδήποτε υπάρχει είναι στην ουσία πνευματικό. Σύμφωνα με τον Μπέρκλεϋ, όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, θα έπρεπε να δεχτούμε πως υπάρχουν μόνο πνεύματα και ιδέες μέσα στα πνεύματα (κεφάλαιο 3.ΙV.1). Και στην εποχή μας κάποιοι υποστηρίζουν ότι για τη σύγχρονη επιστήμη της φυσικής η κλασική αντίληψη της ύλης, που υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητη από τον άνθρωπο-παρατηρητή, έχει πια εγκαταλειφθεί, οπότε δε χρειάζεται να μας απασχολεί η σχέση μεταξύ του νου και των υλικών σωμάτων, εφόσον η βαθύτερη υφή των τελευταίων είναι πνευματική. Έτσι, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Ντεκάρτ δεν υφίσταται. Ωστόσο, και για τους περισσότερους επιστήμονες και για τον κοινό νου, είναι πολύ δύσκολο να υιοθετηθεί η άποψη ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από πνεύμα στο οποίο ενυπάρχει η συνείδηση, με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικούς βαθμούς.

2. Yλισμός (διάφορες παραλλαγές)
 
 Περισσότερο διαδεδομένη στη εποχή μας είναι η υλιστική άποψη, σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε υπάρχει είναι υλικό, δηλαδή δε διαθέτει στην αρχική μορφή και στη βαθύτερη υφή του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνειδητής εμπειρίας, αυτά με τα οποία ξεκινήσαμε τον μεταφυσικό προβληματισμό μας. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της αντίληψης κατά την αρχαιότητα ήταν οι ατομικοί και οι επικούρειοι φιλόσοφοι, ενώ στα νεότερα χρόνια ορισμένοι φιλόσοφοι της εποχής του γαλλικού Διαφωτισμού, όπως ο Λα Μετρί και ο Ντ’ Ολμπάχ. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά την προοδευτική αποδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης οι διάφορες υλιστικές θεωρίες φαίνεται να κυριαρχούν στη φιλοσοφική σκέψη. Έτσι, εκ πρώτης όψεως, το πρόβλημα της αλληλεπίδρασης νου και σώματος επιλύεται -ή μάλλον αποφεύγεται, όπως και στην περίπτωση του ιδεαλισμού- εφόσον ο νους είναι υλικός και με τον θάνατο του σώματος αποσυντίθεται κι αυτός. Εξακολουθεί όμως να είναι δύσκολο να εξηγηθεί πώς οι ψυχικές ή οι νοητικές ιδιότητες αναδύονται από την ύλη και εμφανίζονται σ’ εμάς ως κάτι το άυλο, που θα μπορούσε να υπάρξει από μόνο του. Η ίδια η δυνατότητα του να είναι ένα ον υποκείμενο εμπειρίας μέσα στον φυσικό κόσμο προκαλεί φιλοσοφικά ερωτήματα, η απάντηση των οποίων δεν είναι διόλου προφανής. 

Η πιο ακραία μορφή υλισμού, που συχνά ονομάζεται φυσικαλισμός ή θεωρία ταυτότητας, υποστηρίζει ότι κάθε νοητικό συμβάν ταυτίζεται απόλυτα με ένα φυσικό συμβάν, το οποίο οι φυσικές επιστήμες - και ειδικότερα η νευροφυσιολογία- μπορούν να εντοπίσουν στον εγκέφαλό μας. Για παράδειγμα, όταν σκέφτομαι πως “η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας”, όταν νιώθω πόνο, αγάπη ή θυμό, ή όταν φοβάμαι, γιατί πιστεύω ότι κάτι με απειλεί, δε συμβαίνει τίποτα περισσότερο από τον ερεθισμό κάποιων “νευρώνων” του εγκεφάλου μου. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι ίδιες οι έννοιες που χρησιμοποιούμε όσον αφορά το πνεύμα θα εξαλειφθούν σιγά σιγά ως υποκειμενικές και χωρίς κανένα πραγματικό περιεχόμενο. Αντί να λέμε, λόγου χάριν, σκέφτομαι κάτι ή πονάω σε κάποιο σημείο, θα μπορούμε να χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως: “οι νευρώνες μου α, β ή γ βρίσκονται στην κατάσταση π, ρ ή σ”.

Μια εναλλακτική, αλλά εξίσου απλουστευτική, υλιστική θεωρία, η οποία πριν από λίγες δεκαετίες κυριαρχούσε και στον χώρο της ψυχολογίας, υποστηρίζει πως, όταν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε ψυχή, νου ή πνεύμα ή ότι έχουμε κάποια νοητική εμπειρία, ότι πιστεύουμε κάτι ή θέλουμε κάτι, δεν εννοούμε τίποτα άλλο από το ότι τείνουμε να πράξουμε κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο. Επειδή η θεωρία αυτή ανάγει το πνευματικό στοιχείο στην εξωτερική συμπεριφορά ή, καλύτερα, στην τάση μας προς μια συμπεριφορική αντίδραση, ονομάζεται συμπεριφορισμός (ή μπιχεβιορισμός). Υπάρχουν οπωσδήποτε και άλλα είδη πιο “εκλεπτυσμένου” υλισμού, των οποίων οι βασικές θέσεις ίσως μας φαίνονται πιο πειστικές, εφόσον αναγνωρίζουν πως το ψυχικό, πνευματικό ή νοητικό στοιχείο δεν μπορεί να αναχθεί σε κάτι άλλο. Ωστόσο, αυτές οι υλιστικές προσεγγίσεις δυσκολεύονται να εξηγήσουν, όπως επισημάναμε και παραπάνω, το πώς η υλική βάση -τα άτομα ή η μοριακή σύσταση των κυττάρων, αλλά και οι συνδυασμοί ή οι μετασχηματισμοί τους μέσα από τη φυσική εξέλιξη και την κοινωνική συνύπαρξη των ανθρώπων μπορεί να γεννήσει αυτό που λέμε πνεύμα. Για πολλούς φαίνεται να παραμένει μυστήριο το πώς παράγεται η θεωρητική γνώση μας από τις αισθήσεις και τις λογικές διαδικασίες, το πώς αναπτύσσεται η γλώσσα, το πώς καταλήξαμε να έχουμε ικανότητες και νοητικά περιεχόμενα τόσο διαφορετικού επιπέδου από εκείνο των ενστικτωδών αντιδράσεων των άλλων ζώων, όπως είναι, για παράδειγμα, οι προθέσεις και οι πεποιθήσεις μας για το τι είναι σωστό και τι εσφαλμένο στη σκέψη και στην Ορισμένοι φιλόσοφοι με υλιστική διάθεση, ακολουθώντας τον Σπινόζα, τον μεγάλο Oλλανδό φιλόσοφο του 17ου αιώνα, ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουμε μια θεωρία διπλής όψης (ή δύο όψεων). Η θεωρία αυτή δέχεται τελικά μόνο ένα είδος φυσικών οντοτήτων, των οποίων όμως η ουσία έχει δύο διαφορετικά, αναπόσπαστα συνδεδεμένα είδη ιδιοτήτων, τις πνευματικές και τις υλικές. Κανένα από αυτά τα δύο είδη ιδιοτήτων δεν έχει οντολογική προτεραιότητα, αλλά αποτελούν τις δύο όψεις ενός ενιαίου πράγματος, του οποίου η μία όψη αντιστοιχεί απόλυτα στην άλλη και δεν μπορεί να υπάρξει από μόνη της. Εκείνο πάντως που έχει σημασία εδώ είναι ότι η νοητική διάσταση του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη σωματική.

Τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών, έχει προταθεί ένα μοντέλο της συνείδησης που την παρομοιάζει με το λογισμικό (software) ενός υπολογιστή, ενώ το σώμα παρομοιάζεται με το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο υπολογιστής (hardware). Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, εκείνο που ονομάζουμε ψυχή, πνεύμα ή νου δεν είναι τίποτα περισσότερο από το σύνολο των λειτουργιών επεξεργασίας “εισερχόμενων δεδομένων” (εισροών: input) -δηλαδή των αισθητηριακών ερεθισμάτων- και “παραγωγής αντιδράσεων” (εκροών: output) του οργανισμού - δηλαδή των συμπεριφορικών εκδηλώσεων και πράξεων. Ακριβέστερα μάλιστα, θα έπρεπε να αναφερόμαστε στο σύνολο των ικανοτήτων για την επιτέλεση τέτοιων λειτουργιών - γι’ αυτόν τον λόγο και η συγκεκριμένη θεωρία για την υφή του πνευματικού στοιχείου ονομάζεται λειτουργισμός. Πρόκειται για μια υλιστική θεωρία, εφόσον το “πρόγραμμα” των συνειδησιακών λειτουργιών δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς υλική πραγμάτωση ή ενσωμάτωση, μπορεί όμως να υπάρχουν υλικές ενσωματώσεις διαφορετικών ειδών και μορφών. Σύμφωνα με τον λειτουργισμό, συνείδηση μπορούν να “παραγάγουν- ” όχι μόνο τα ανθρώπινα κύτταρα και η οργανική ύλη, αλλά και τα ηλεκτρονικά κυκλώματα ενός ρομπότ (βλ. παρακάτω την πέμπτη ενότητα).

Ωστόσο, το πρόβλημα της υφής του νου και της προέλευσής του -και το συναφές πρόβλημα της σχέσης νου και σώματος φαίνεται να μην μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά · ούτε δέχεται κανείς εύκολα πως η συνείδηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύνολο υπολογιστικών λειτουργιών. Έτσι, πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοικτά, ενώ οι περισσότερες από τις πιο δημοφιλείς υλιστικές θεωρίες δεν παρέχουν επαρκείς απαντήσεις, λόγου χάριν για την πλήρη κατανόηση της εμπειρίας άλλων ανθρώπινων νόων ή της ενδεχόμενης συνείδησης μορφών ζωής διαφορετικών από την ανθρώπινη (ζώων, μηχανών, ίσως εξωγήινων όντων).
Ορισμένοι φιλόσοφοι πιστεύουν πως αυτό συμβαίνει επειδή οι απαντήσεις που αναζητούμε ξεπερνούν τα όρια των γνωστικών και των νοητικών μας ικανοτήτων.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι θα προσεγγίσουμε την αλήθεια σε αυτά τα ζητήματα, αν πάψουμε τελείως να χρησιμοποιούμε τις έννοιες και τις αντιλήψεις περί των ξεχωριστών πνευματικών και σωματικών μας ιδιοτήτων, έννοιες και αντιλήψεις που έχουμε κληρονομήσει από τον Ντεκάρτ και από τις οποίες δεν μπορούμε πραγματικά να απαλλαγούμε στις αναλύσεις μας, ακόμη κι όταν ασπαζόμαστε υλιστικές θεωρίες. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή του υλισμού έχει τον αντίκτυπό της και στο πώς αντιλαμβανόμαστε γενικότερα τη θέση μας μέσα στον κόσμο και στο ποια θα είναι η τοποθέτησή μας απέναντι σε άλλα μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα. Ένα τέτοιο σημαντικό πρόβλημα είναι, για παράδειγμα, το αν και κατά πόσο μπορούμε να διαθέτουμε ελευθερία βούλησης μέσα σε ένα υλικό σύμπαν που διέπεται μόνο από φυσικούς, ντετερμινιστικούς νόμους. 

Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι άνθρωποι διαθέτουν προσωπική ταυτότητα, που αποδίδεται σε κάθε ξεχωριστό άτομο ως μοναδικό συνεχές ον, το οποίο, υπό μία έννοια, παραμένει το ίδιο, όσο κι αν αλλάζει μέσα στον χρόνο. Εδώ πρέπει να αναφερθούμε για λίγο στα κριτήρια που μπορούν να εφαρμοστούν για την αναγνώριση αυτής της ταυτότητας και από τη σκοπιά του ίδιου του υποκειμένου και από εκείνη του τρίτου προσώπου, ενός αντικειμενικού παρατηρητή, όπως επίσης πρέπει να διερευνήσουμε τη σχέση αυτών των κριτηρίων με σωματικά και πνευματικά χαρακτηριστικά. Εκτός λοιπόν από το τι είδους όντα είμαστε, πρέπει να μας ενδιαφέρει και το ποια ακριβώς άτομα είμαστε και πώς το γνωρίζουμε, ζητήματα τα οποία θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια.


(Μπ. Μπρεχτ, Η ζωή του Γαλιλαίου, μτφρ. Σ. Ευαγγελάτος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 2000, σ. 19)

1. “Είναι προφανές ότι τα πράγματα που αντιλαμβάνομαι είναι οι δικές μου ιδέες και ότι μια ιδέα δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο αν βρίσκεται σε έναν νου...”
(George Berkeley, Tρεις διάλογοι μεταξύ Ύλα και Φιλόνου, μτφρ. Σ. Δημόπουλος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 79)

2. “Αυτό που συνέβη είναι το εξής: Οι βιολόγοι, που κάποτε αξίωναν για την ανθρώπινη νόηση μια προνομιούχο θέση μέσα στην ιεραρχία της φύσης, έχουν προσεγγίσει αμετάκλητα τις θέσεις του σκληροπυρηνικού υλισμού που χαρακτήριζε τη φυσική του 19ου αιώνα. Παράλληλα, οι φυσικοί, αντιμετωπίζοντας ακαταμάχητες πειραματικές αποδείξεις, άρχισαν να απομακρύνονται από τα αυστηρά μηχανιστικά μοντέλα του σύμπαντος, υιοθετώντας μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η νόηση παίζει ουσιαστικό ρόλο σε όλα τα φυσικά συμβάντα. Είναι σαν αυτοί οι δύο γνωστικοί κλάδοι να κινούνται πάνω σε δύο τρένα που τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς αντίθετες κατευθύνσεις, χωρίς να αντιλαμβάνεται το καθένα τι συμβαίνει στην παράπλευρη σιδηροδρομική γραμμή”.
(Harold Morowitz, “Ξαναανακαλύπτοντας τη νόηση”, στο Douglas Hofstadter και Daniel Dennett (επιμ.), Το εγώ της νόησης, μτφρ. Μ. Αντωνοπούλου, εκδ. Κάτοπτρο, Aθήνα 1993, σ. 47)

3. “Το πρόβλημα που μας ενδιαφέρει σε ό,τι αφορά τους άλλους νόες δεν είναι το γνωσιολογικό πρόβλημα, πώς μπορώ να γνωρίζω ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι ζόμπι. Είναι το εννοιολογικό πρόβλημα, πώς μπορώ να κατανοήσω την απόδοση νοητικών καταστάσεων σε άλλους. Και αυτό με τη σειρά του είναι το πρόβλημα του πώς μπορώ να συλλάβω τον νου μου απλώς ως ένα από τα πολλά παραδείγματα νοητικών φαινομένων που εμπεριέχονται εντός του κόσμου”.
(Τhomas Nagel, Η θέα από το πουθενά, μτφρ. Χ. Σταματέλος, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2000, σ. 41)

4. “Ο λειτουργισμός, κληρονόμος του συμπεριφορισμού, προσπαθεί και αυτός να καλύψει θεωρητικά το νόημα των εκφράσεων του διανοητικού λεξιλογίου επικαλούμενος εντέλει εξωτερικά συμβάντα (ερεθίσματα και συμπεριφορά), αποφεύγοντας ωστόσο τις παγίδες του συμπεριφορισμού. Αντίθετα από τον συμπεριφορισμό, ο λειτουργισμός αναγνωρίζει ότι οι νοητικές καταστάσεις είναι “εσωτερικές” καταστάσεις. Όμως τον ιδιαίτερο νοητικό χαρακτήρα τον προσδίδει στις εσωτερικές καταστάσεις όχι μια εγγενής ιδιότητά τους, αλλά το ότι έχουν ορισμένες αιτιακές σχέσεις. Πρώτα πρώτα, σχέσεις με εξωτερικά συμβάντα, όπως “εισροές” ερεθισμάτων και συμπεριφορικές “εκροές” και, δεύτερον, σχέσεις με άλλες εσωτερικές καταστάσεις. Έτσι ο λειτουργισμός δεν παραγνωρίζει την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε εσωτερικές καταστάσεις”.
(Alvin Goldman, Γνωσιοεπιστήμη: Φιλοσοφικές εφαρμογές, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1998, σ. 95)


5. “Εκείνο που διαπιστώνουμε στην ιστορία του υλισμού είναι μια επαναλαμβανόμενη αμηχανία του ανάμεσα στην ανάγκη, από τη μια, να παρουσιάσει μία ερμηνεία της πραγματικότητας που να μην περιέχει οποιαδήποτε αναφορά σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόησης, όπως η συνείδηση και η υποκειμενικότητα, και στην ανάγκη, από την άλλη, να συμπεριλάβει τις “διαισθήσεις” μας σχετικά με τον νου και τη νόηση. Είναι φυσικά αδύνατον να κάνει και τα δύο. […] Υπάρχει κάτι το εξαιρετικά θλιβερό σε όλη αυτή την ιστορία, γιατί φαίνεται να είναι άχρηστη και χωρίς νόημα. Βασίζεται ολόκληρη στη λανθασμένη υπόθεση ότι η άποψη πως η πραγματικότητα είναι αποκλειστικά φυσική-υλική είναι ασυμβίβαστη με την άποψη ότι ο κόσμος μας περιέχει πράγματι και υποκειμενικές (“ποιοτικές”, “προσωπικές”, “συναισθηματικές- συγκινησιακές”, “άυλες”, ‘μη φυσικές”) συνειδησιακές καταστάσεις, όπως οι σκέψεις και τα αισθήματα”.
(John Searle, Ανακαλύπτοντας ξανά τον νου, μτφρ. Μ. Κορνήλιος, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα 1997, σ. 74)

6. “Δυϊσμός είναι η άποψη ότι συνιστάμεθα από ένα σώμα συν μία ψυχή και ότι η νοητική μας ζωή συντελείται μέσα στην ψυχή μας. Φυσικαλισμός είναι η άποψη ότι η νοητική μας ζωή έγκειται σε φυσικές λειτουργίες μέσα στον εγκέφαλό μας. Μια άλλη δυνατότητα είναι ότι η νοητική μας ζωή συντελείται μέσα στον εγκέφαλό μας, ωστόσο όμως όλες αυτές οι εμπειρίες, τα αισθήματα, οι σκέψεις και οι επιθυμίες δεν είναι φυσικές λειτουργίες μέσα στον εγκέφαλό μας. Αυτό θα σήμαινε ότι η γκρίζα μάζα από δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα μέσα στο κρανίο μας δεν είναι απλώς ένα φυσικό αντικείμενο. Έχει πλήθος φυσικές ιδιότητες -μεγάλα ποσά χημικής και ηλεκτρικής ενέργειας εκλύονται μέσα σ’ αυτή τη μάζα- αλλά έχει επιπλέον και νοητικές λειτουργίες, που συντελούνται μέσα σ’ αυτήν. [...] Η άποψη ότι ο εγκέφαλος είναι η έδρα της συνείδησης, αλλά ότι οι συνειδητές καταστάσεις του δεν είναι απλώς φυσικές καταστάσεις, καλείται θεωρία διπλής όψης. Αποκαλείται έτσι, επειδή σημαίνει πως, όταν δαγκώνουμε ένα κομμάτι σοκολάτας, αυτό προκαλεί στον εγκέφαλό μας μια κατάσταση ή λειτουργία με δύο όψεις: μία φυσική όψη που συνεπάγεται ποικίλες χημικές και ηλεκτρικές μεταβολές και μία νοητική όψη - την εμπειρία του αρώματος της σοκολάτας. Όταν συντελείται αυτή η λειτουργία, ένας επιστήμονας που θα κοίταζε μέσα στον εγκέφαλό μας θα ήταν σε θέση να παρατηρήσει τη φυσική όψη, αλλά εμείς θα ήμασταν εκείνοι που θα υφίσταντο, εκ των έσω, τη νοητική όψη: εμείς θα είχαμε την αίσθηση ότι γευόμαστε σοκολάτα. Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε ο ίδιος ο εγκέφαλός μας θα είχε μία εσωτερική όψη, που δε θα μπορούσε να την προσεγγίσει ένας εξωτερικός παρατηρητής ακόμη και με την ανατομία”
(Τhomas Nagel, Θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα, μτφρ. Χ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1989, σ. 40, 42-46)
 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Οι συνειδητές εμπειρίες, που μας κάνουν αφενός να σκεφτούμε ότι διαθέτουμε νου και αφετέρου να προβληματιστούμε για τη φύση του νου και τη σχέση του με το σώμα, χαρακτηρίζονται από κάποια ενότητα. Ο καθένας από μας νιώθει ως ένα ενιαίο υποκείμενο στο οποίο μπορούν να αποδοθούν αυτές οι εμπειρίες και το εκφράζει λέγοντας, για παράδειγμα: “εγώ” πονάω ή πιστεύω ή επιθυμώ κάτι. Αμέσως προκύπτουν κάποια ερωτήματα, που θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε φιλοσοφικά και ειδικότερα μεταφυσικά - εφόσον προϋποθέτουν τη διερεύνηση βασικών εννοιών τις οποίες χρησιμοποιούμε για τη βαθύτερη κατανόηση της πραγματικότητας και δεν μπορούν να απαντηθούν άμεσα από τις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες. Πώς γίνεται ένα πρόσωπο να αλλάζει από τη γέννηση έως τον θάνατό του και όμως να παραμένει το ίδιο; Σε τι συνίσταται η σταθερή ταυτότητά του; Ποιος είναι ο φορέας των ιδιαίτερων γνωρισμάτων που το κάνουν να ξεχωρίζει όχι μόνο από όλα τα άλλα όντα μέσα στον κόσμο, αλλά, ειδικότερα, από τους άλλους ανθρώπους; Τι παραπάνω προσθέτει στον προσδιορισμό αυτής της ταυτότητας η σύλληψή της από το υποκείμενο που στρέφεται στον εαυτό του και λέει “εγώ”;

Μια πρώτη, εύκολη απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί είναι πως η ταυτότητά μας καθορίζεται κυρίως από το σώμα μας. Όσο κι αν αυτό αλλάζει, όσο κι αν η όψη μας μπορεί να είναι αγνώριστη στο τέλος της ζωής μας, διατηρείται κάποια συνέχεια στα κύτταρά μας και στον γενετικό τους κώδικα, το DNA τους, από το οποίο μπορούν να ταυτοποιηθούν και οι απόγονοί μας. Θα ήταν βέβαια πιθανόν να αλλάξουν πολλά όργανα του σώματός μας - και με την εξέλιξη των μεταμοσχεύσεων ίσως γίνουν δυνατές καταστάσεις που παλιότερα αποτελούσαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Εκείνο που οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως δεν μπορεί να αλλάξει, χωρίς να αλλάξει ο ίδιος ο άνθρωπος, είναι ο εγκέφαλός του. Αν δηλαδή γινόταν δυνατή η μεταμόσχευση εγκεφάλου, όπως γίνεται σήμερα μεταμόσχευση καρδιάς, θα λέγαμε ότι εκείνος που δέχτηκε τον νέο εγκέφαλο δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος με πριν, πέρα από τις ενδεχόμενες μερικές αλλοιώσεις και νευροχειρουργικές επεμβάσεις που έχει υποστεί. Αν καταστραφεί ο εγκέφαλος κάποιου νέου άντρα Α και το σώμα του διατηρηθεί στη ζωή χάρη στη μεταμόσχευση του ζωντανού εγκεφάλου της ηλικιωμένης γυναίκας Β, της οποίας το υπόλοιπο σώμα έχει νεκρωθεί, θα δεχτούμε μάλλον πως ο Α δεν υπάρχει πια και η Β συνεχίζει να ζει με το σώμα ενός άλλου.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι δυϊστές φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, νόμιζαν ότι η έδρα της ψυχής πρέπει να βρίσκεται στον εγκέφαλο. Γι’ αυτούς ωστόσο τους φιλοσόφους φορέας της ταυτότητας είναι η άυλη ψυχή, η οποία επιβιώνει και μετά τον θάνατο του σώματος και του εγκεφάλου. Η πειστικότερη ίσως θεωρία την οποία θα μπορούσαν να δεχτούν και οι δυϊστές και οι μονιστές είναι αυτή που υποστηρίζει πως εκείνο που συνιστά την προσωπική ταυτότητα είναι η συνέχεια της μνήμης μέσα στον χρόνο. Έτσι, εφόσον για τους υλιστές είναι προφανές ότι οι αναμνήσεις αποθηκεύονται κατά κάποιον τρόπο στον εγκέφαλο, η καταστροφή του εγκεφάλου σημαίνει και την καταστροφή του υποκειμένου, στο οποίο οι φιλόσοφοι αυτοί προσδίδουν ενιαία ταυτότητα. Και οι σύγχρονες επιστήμες της νευροφυσιολογίας και της ψυχολογίας επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι οι σοβαρές διαταραχές της προσωπικότητας συμβαίνουν όταν ένα υποκείμενο χάσει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει τον εαυτό του ως ένα ενιαίο ον μέσα από τις αναμνήσεις του, οι οποίες πρέπει να είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους με μια στοιχειώδη συνέχεια επαρκούς διάρκειας. Ορισμένοι μάλιστα φιλόσοφοι, ξεκινώντας από τη μελέτη της λογοτεχνίας, παρομοιάζουν την ενότητα μιας προσωπικής ιστορίας ζωής με την ενότητα μιας λιγότερο ή περισσότερο εκτενούς μυθιστορηματικής αφήγησης.

Επομένως, αν κατορθώναμε να αποθηκεύσουμε αυτές τις κατάλληλα συνδεδεμένες αναμνήσεις μας (όπως ενδεχομένως θα μπορούσε να γίνει στα αρχεία ενός υπολογιστή), θα ήμασταν ίσως σε θέση να διασώσουμε την ίδια προσωπική ταυτότητα μεταφέροντας αυτές τις αναμνήσεις και σε έναν άλλον εγκέφαλο. Οι οπαδοί του λειτουργισμού, που εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από το υπολογιστικό μοντέλο του νου, φαίνεται να δέχονται αυτή τη δυνατότητα, κάτι που δε συμβαίνει με υποστηρικτές άλλων μορφών υλισμού. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν πρέπει να προϋπάρχει κάποιος ανεξάρτητος, ενιαίος παράγοντας, όπως αντιλαμβάνονταν την ψυχή οι δυϊστές, για να ενοποιηθούν συνειδητά και με τον σωστό τρόπο οι αναμνήσεις, να τις αναγνωρίσει δηλαδή ένα υποκείμενο ως συνεχόμενες, αλλά και ως δικές του.

Εκείνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η προσωπική ταυτότητα δεν είναι πλήρως και εξαρχής “δεδομένη”, αλλά συγκροτείται και αναγνωρίζεται σε σημαντικό βαθμό στη βάση μιας σειράς υποκειμενικών, αλλά και αντικειμενικών κριτηρίων - που ίσως περιλαμβάνουν και εξωτερικά, σωματικά, χαρακτηριστικά. Για να αρχίσει να έχει αυτοσυνειδησία κάποιο υποκείμενο, πρέπει να μπορεί να διακρίνει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο κόσμο, γεγονός που σημαίνει
ότι, πέρα από τις άυλες σκέψεις του, χρειάζεται μάλλον να συλλαμβάνει τον εαυτό του, για κάποια τουλάχιστον φάση της ζωής του, και ως ένσαρκο νου. Χωρίς τελικά την αναφορά σε κάτι που να μοιάζει με σωματική διάσταση φαίνεται πως δεν μπορούμε να εξατομικεύσουμε τα ανθρώπινα όντα, δηλαδή να τα ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο, και να τους αποδώσουμε σταθερή προσωπική ταυτότητα. Όπως και να έχει το πράγμα, η συζήτηση για το συναρπαστικό φιλοσοφικό πρόβλημα της ταυτότητας κάθε ανθρώπινου υποκειμένου συνεχίζεται· διευρύνεται μάλιστα μέσα από τις αναφορές σε διαφορετικά επίπεδα καθορισμού των λιγότερο ή περισσότερο ουσιωδών γνωρισμάτων που μας κάνουν να είμαστε αυτοί που είμαστε. Αυτά τα γνωρίσματα αφορούν το φύλο μας, την οικογένεια, τις προσωπικές μας σχέσεις και την ένταξή μας σε διάφορες κοινωνικές, εθνικές, πολιτισμικές και επαγγελματικές ομάδες.

1. “Ο εαυτός είναι αυτό το σκεπτόμενο πράγμα που διαθέτει συνείδηση (δεν έχει σημασία από ποια ουσία είναι φτιαγμένο, πνευματική ή υλική, απλή ή σύνθετη), μπορεί να έχει την αίσθηση ή τη συναίσθηση της ηδονής και του πόνου, είναι ικανό για ευτυχία ή δυστυχία, και έτσι νοιάζεται για τον εαυτό του, όσο εκτείνεται αυτή η συνείδηση. [...] Είναι η συνείδηση η οποία συνοδεύει την ουσία, όταν ένα τμήμα χωρίζεται από ένα άλλο, που κάνει να υπάρχει το ίδιο πρόσωπο και συνιστά αυτόν τον αναπόσπαστο εαυτό. [...] Αυτό με το οποίο η συνείδηση του παρόντος σκεπτόμενου πράγματος μπορεί να ενωθεί αποτελεί το ίδιο πρόσωπο και τον ίδιο εαυτό [...] και διακρίνει τον εαυτό του από όλα τα άλλα σκεπτόμενα πράγματα^ σ’ αυτό και μόνο συνίσταται η προσωπική ταυτότητα, δηλαδή η ταυτότητα ενός ορθολογικού όντος: και όσο μπορεί να επεκταθεί αυτή η συνείδηση προς τα πίσω [ως μνήμη] σε οποιαδήποτε παλιά πράξη ή σκέψη, τόσο φτάνει η ταυτότητα αυτού του προσώπου· είναι ο ίδιος εαυτός τώρα όπως ήταν και τότε· και από τον ίδιο εαυτό με τον οποίο στοχάζεται κανείς τώρα το παρελθόν είχε γίνει και εκείνη η πράξη...”
(John Locke, An Essay Concerning Human Understanding [Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση], Clarendon Press, Οξφόρδη 1975, κεφ. 27, §17, 9)

2. “”Eίμαι σώμα και ψυχή”, αυτό λέει το παιδί. Και γιατί να μη μιλούμε σαν τα παιδιά; Αλλά εκείνος που έχει ξυπνήσει, εκείνος που ξέρει, λέει: “είμαι σώμα πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο· και η ψυχή δεν είναι παρά μια λέξη για κάτι που ανήκει στο σώμα”. [...] “Eγώ” λες και είσαι περήφανος για τη λέξη αυτή. Αλλά το μεγαλύτερο, το οποίο δε θέλεις να πιστέψεις, είναι το σώμα σου και το μεγάλο λογικό του: αυτό δε λέει εγώ, αλλά το κάνει. […] Πίσω από τις σκέψεις και τα αισθήματά σου, αδελφέ μου, στέκεται ένας ισχυρός αφέντης, ένας άγνωστος σοφός - ονομάζεται εαυτός. Μέσα στο σώμα σου κατοικεί αυτός, το σώμα σου είναι αυτός...”

Νίτσε
(Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 33)

3. “Κατά τη διατύπωση του Τζον Πέρι Μπάρλοου […] η ηλεκτρονική μεθόριος είναι “ένας κόσμος που είναι συνάμα παντού και πουθενά, αλλά δεν είναι εκεί που ζουν τα σώματα”. [...] Ποιος δε θα ευχαριστιόταν να γίνει ένα ασώματο ον που να μπορεί να είναι οπουδήποτε στο σύμπαν και να κάνει αντίγραφα ασφαλείας του εαυτού του, για να αποφύγει τον τραυματισμό και τον θάνατο; Οι οραματιστές του διαδικτύου και πολλοί άλλοι θα ευχαριστιούνταν αν απαλλάσσονταν από τις δυσμορφίες, την κατάθλιψη, την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο. […] Συνεπώς το ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι το εξής: Άραγε μπορούμε να τα καταφέρουμε χωρίς το σώμα μας; Άραγε το σώμα είναι απλώς το υπόλειμμα της καταγωγής μας από το ζώο - ένας περιορισμός της ελευθερίας μας, που η ανθρώπινη φυλή είναι τώρα σε θέση να αποβάλει [...] ή μήπως το σώμα παίζει κρίσιμο ρόλο στην πνευματική και διανοητική μας ζωή, όπως ισχυρίζεται ο Νίτσε; Αν έχει δίκιο ο Νίτσε, τότε το υποτιθέμενο μεγαλύτερο πλεονέκτημα του διαδικτύου, η απελευθέρωσή μας από τα όρια που μας επιβάλλει το σώμα μας, αποτελεί, κατά ειρωνικό τρόπο, και την αχίλλειο πτέρνα του”.
(Ηubert Dreyfus, To διαδίκτυο, μτφρ. Π. Μπουρλάκις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2003, σ. 26-30) 
 

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

1. Μηχανή και νους

Πολλή συζήτηση γίνεται στην εποχή μας πάνω στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης. Υπάρχουν άραγε “σκεπτόμενες ή έξυπνες μηχανές”, “ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι”, “τεχνητή νοημοσύνη” κτλ.; Έχει νόημα αυτό το ερώτημα ή το μόνο που κάνουμε είναι να αποδίδουμε -χωρίς να έχουμε το δικαίωμα- καθαρά ανθρώπινες ιδιότητες σε μηχανές; Πριν δούμε αν το ερώτημα νομιμοποιείται να απαντηθεί, θα πρέπει να καθορίσουμε τι εννοούμε με τους όρους “μηχανή” και “νόηση”.

Αν, για παράδειγμα, το ουσιαστικό χαρακτηριστικό μιας μηχανής είναι ότι έχει κατασκευαστεί από τον άνθρωπο, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ένας κλωνοποιημένος άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος αλλά μηχανή. Λίγοι όμως σήμερα θα υποστήριζαν κάτι τέτοιο. Είναι άραγε τόσο ουσιαστικό να αποτελείται η μηχανή από μέταλλα και πλαστικό και όχι από σάρκα και οστά; Τι είναι, από την άλλη μεριά, ο άνθρωπος; Ο Αριστοτέλης όριζε τον άνθρωπο ως “έλλογο ον”, δηλαδή ένα ον με νοημοσύνη. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν εξωγήινα όντα με νοημοσύνη. Είναι αυτά άνθρωποι; Aς υποθέσουμε επίσης ότι υπάρχουν μηχανές με νοημοσύνη. Θα πρέπει να θεωρηθούν άνθρωποι, σύμφωνα με τον ορισμό μας, ή θα πρέπει να αλλάξουμε τον ορισμό; Όλα αυτά είναι σημαντικά ερωτήματα, που ίσως θα χρειαστεί να τα αντιμετωπίσουμε κάποτε. 

Επειδή όλη η συζήτηση στις μέρες μας για το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης εστιάζεται σε ένα ιδιαίτερο είδος μηχανών, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή εγκεφάλους, μπορούμε να μείνουμε μόνο σ’ αυτές τις μηχανές. Ας περάσουμε όμως στο θέμα της νοημοσύνης. Mε τον όρο “νοημοσύνη” εννοούμε ένα σύνολο ανθρώπινων ικανοτήτων που εστιάζονται κυρίως στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τέτοιες ικανότητες είναι η υπολογιστική και η λογική ικανότητα, η γλωσσική ικανότητα, η φαντασία, η κρίση κτλ. Aς υποθέσουμε ότι εμείς γνωρίζουμε ή πιστεύουμε βαθιά μέσα μας ότι έχουμε αυτές τις ικανότητες στις οποίες βασίζονται η γνώση και οι πράξεις μας. Μπορούμε όμως να γνωρίζουμε ότι τις έχουν και οι άλλοι συνάνθρωποί μας; H απάντηση είναι ότι φαίνεται πως μπορούμε, αφού και οι άλλοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, εκφράσεις, χειρονομίες μ’ εμάς και συμπεριφέρονται εν γένει με παρόμοιο μ’ εμάς τρόπο σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Έστω τώρα ότι είναι δυνατόν να κατασκευαστεί μια μηχανή που θα μιλά, θα επικοινωνεί, θα αντιδρά και θα συμπεριφέρεται όπως ένας άνθρωπος. Μπορούμε να πούμε ότι μια τέτοια μηχανή έχει νοημοσύνη ή, για να το θέσουμε αλλιώς, είναι δυνατόν μια μηχανή να μιμείται άριστα όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της νοημοσύνης μας, αλλά να μην έχει πραγματικά νοημοσύνη; Από την άλλη πλευρά, υπάρχει άλλος τρόπος να αναγνωρίσουμε αν ένα ον έχει νοημοσύνη πέρα από την οποιαδήποτε συμπεριφορά του; Αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος, τότε μια μηχανή που έχει τη δυνατότητα να μιμείται ακριβώς τον άνθρωπο ως νοήμον ον θα πρέπει και αυτή να έχει νοημοσύνη.



2. Μπορεί η μηχανή να σκέφτεται; Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να είναι ίδια με την ανθρώπινη;

Μήπως, όταν μιλάμε για νοημοσύνη, είμαστε αναγκαστικά προσκολλημένοι σε κάτι αποκλειστικά ανθρώπινο; Αν είναι έτσι, τότε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μόνο ο άνθρωπος έχει νοημοσύνη και οτιδήποτε μοιάζει με την ανθρώπινη νοημοσύνη δεν είναι παρά απομίμησή της - όπως ο παπαγάλος μιμείται την ανθρώπινη ομιλία, αλλά δε μιλά πραγματικά. Αν αποδεχτούμε αυτόν τον ισχυρισμό, τότε δεν τίθεται θέμα συζήτησης^ η νοημοσύνη είναι καθαρά ανθρώπινο φαινόμενο. Αν όμως πράγματι θέλουμε να συγκρίνουμε την ανθρώπινη νοημοσύνη με κάποιες λειτουργίες μηχανών, τότε το τι είναι νοημοσύνη θα πρέπει να εκφραστεί με όρους που δεν παραπέμπουν στον άνθρωπο αλλά σε ανεξάρτητες και -αν είναι δυνατόν- μετρήσιμες και συγκρίσιμες λειτουργίες. Για παράδειγμα, όσον αφορά την ικανότητα μαθηματικών υπολογισμών, ξέρουμε καλά ότι οι μηχανές όχι μόνο μπορούν και εκτελούν τέτοιους υπολογισμούς, αλλά το κάνουν ταχύτερα από τον άνθρωπο και χωρίς λάθη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχουν κατασκευαστεί υπολογιστές και έχουν σχεδιαστεί περίπλοκα προγράμματα που είναι σε θέση να νικήσουν ακόμη και τους καλύτερους σκακιστές.

Ο μεγάλος μαθηματικός και πρωτοπόρος σε θέματα σκεπτόμενων μηχανών Αλαν Τιούρινγκ έγραψε το 1950 ένα άρθρο πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Προσπάθησε να βρει τρόπους, ώστε να καταστεί δυνατόν να συγκρίνει την ανθρώπινη νοημοσύνη με τις ικανότητες λειτουργίας μιας εξελιγμένης μηχανής. Κατέληξε ότι η μηχανή είναι σε θέση να πραγματοποιήσει όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες που αποκαλούμε νοητικές. Το μόνο σημείο στο οποίο, κατά τη γνώμη του, διαφέρουν ο άνθρωπος και οι μηχανές που αυτός κατασκευάζει είναι η εξωαισθητηριακή αντίληψη και τα παραφυσικά φαινόμενα, όπως η τηλεπάθεια, η πρόγνωση του μέλλοντος, η τηλεκίνηση κτλ. O Tιούρινγκ πιστεύει ότι τέτοια φαινόμενα -παρ’ όλο που δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε επιστημονικά- παρατηρούνται στον άνθρωπο (ή σε κάποιους ανθρώπους), αλλά όχι στις μηχανές. Από την άλλη πλευρά όμως αυτά τα παραφυσικά φαινόμενα δεν είναι πλήρως επιβεβαιωμένα επιστημονικά και πολλοί επιστήμονες έχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξή τους. Αν λοιπόν δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα, τότε, κατά τον Τιούρινγκ, δεν υφίσταται και διαφορά μεταξύ ανθρώπινης νόησης και νόησης της μηχανής.
 
Υπάρχει βέβαια η αντίρρηση ότι ο άνθρωπος έχει ψυχή, κάτι που φαίνεται πως δεν μπορούμε να δεχτούμε για τη μηχανή. Τι είναι όμως η ψυχή; Μπορούμε να τη δούμε ή να την εξετάσουμε επιστημονικά με κάποιον τρόπο; Αν οι υλιστές φιλόσοφοι, για τους οποίους μιλήσαμε παραπάνω, έχουν δίκιο, τότε οι νοητικές καταστάσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από ηλεκτροχημικές αντιδράσεις ή, όπως υποστηρίζουν οι λειτουργιστές, από ένα σύνολο λειτουργιών που επεξεργάζονται πληροφορίες του περιβάλλοντος και επιτρέπουν στον οργανισμό μας να αντιδρά με τον κατάλληλο τρόπο. Αν είναι έτσι, τότε ο εγκέφαλός μας δεν είναι παρά μια μηχανή και επομένως είναι δυνατόν να φτιάξουμε μηχανές που να μιμούνται τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Σήμερα πολλοί επιστήμονες της τεχνητής νοημοσύνης δουλεύουν πάνω στις ομοιότητες του ανθρώπινου νευρικού συστήματος και της μετάδοσης πληροφορίας και ανάδρασης στις μηχανές.

Ο άνθρωπος όμως έχει αυτοσυνειδησία, συνείδηση των νοητικών λειτουργιών του, στην οποία, όπως είδαμε, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η αίσθηση της προσωπικής του ταυτότητας. Είναι δυνατόν η μηχανή να έχει αυτή τη δυνατότητα αυτοσυνειδησίας;

Aπό την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος, αν και έχει άμεση συνείδηση των δικών του νοητικών λειτουργιών, δεν μπορεί να έχει άμεση συνείδηση των νοητικών λειτουργιών των άλλων ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά δέχεται ότι και οι άλλοι άνθρωποι έχουν νου. Γιατί λοιπόν να μη δεχτεί το ίδιο και για τις μηχανές;

Η μηχανή είναι προγραμματισμένη από τον άνθρωπο και επιτελεί μόνο εκείνες τις λειτουργίες για τις οποίες είναι προγραμματισμένη. Δεν μπορεί η ίδια να αυτοπρογραμματίζεται. Αυτό είναι αλήθεια σε μεγάλο βαθμό για τις σημερινές μηχανές. Γίνονται όμως συστηματικά πειράματα για αυτοπρογραμματιζόμενες μηχανές και έχουν ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζονται μηχανές που “μαθαίνουν” να αυτοπρογραμματίζονται.

Ο άνθρωπος μπορεί να κρίνει και να ελέγχει τη νοημοσύνη του. Μπορεί όμως να κάνει το ίδιο και η μηχανή; Εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για τη μηχανή · και κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι αύριο θα έχουμε μηχανές που θα έχουν αυτή την ικανότητα.

Τελικά, μπορεί η μηχανή να έχει νοημοσύνη όμοια με την ανθρώπινη; Από όσα αναφέραμε φαίνεται ότι το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί στη γενικότητά του. Εξαρτάται από το πώς θα εννοήσουμε τη μηχανή, τον άνθρωπο και τον νου του. Όσον αφορά συγκεκριμένες λειτουργίες που θεωρούνταν παλιά προνόμιο του ανθρώπου, σήμερα διαπιστώνουμε ότι η μηχανή μπορεί να τις επιτελέσει και μάλιστα αποτελεσματικότερα. Υπάρχουν ωστόσο και ανθρώπινες νοητικές λειτουργίες που είναι αμφίβολο αν ποτέ η μηχανή θα μπορέσει να τις επιτελέσει ή έστω να τις μιμηθεί. Αναφερόμαστε βέβαια σε ψυχικές καταστάσεις, όπως τα αισθήματα και τα συναισθήματα, και στην ικανότητα για αισθητική απόλαυση ή για ηθική κρίση, που φαίνεται πως μια μηχανή δεν μπορεί να διαθέτει. Το ερώτημα όμως στο οποίο δεν μπορούμε ακόμη να απαντήσουμε και το οποίο συναρπάζει τους φίλους της επιστημονικής φαντασίας είναι αν ένα ρομπότ -εξοπλισμένο με τον τελειότερο κατά το δυνατόν υπολογιστή- μπορεί να μετάσχει σε μια ανθρώπινη μορφή ζωής, να κοινωνικοποιηθεί και να ενεργήσει σαν ανθρώπινο υποκείμενο.

1. “Κάνοντας μια αναδρομή στην τελευταία δεκαετία των ερευνών στην τεχνητή νοημοσύνη, μπορούμε να πούμε πως το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ότι, εφόσον η νοημοσύνη είναι υποχρεωτικά ενταγμένη σε μια κατάσταση, δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο του ανθρώπινου βίου. Η πεισματική απόρριψη αυτής της φαινομενικά προφανούς άποψης δεν μπορεί ωστόσο να αποδοθεί ολοκληρωτικά στην τεχνητή νοημοσύνη. Έχει ως αφετηρία τον διαχωρισμό που εισήγαγε ο Πλάτων μεταξύ της νόησης ή έλλογης ψυχής και του σώματος με τις δεξιότητες, τα αισθήματα και τις ορμές του. Ο Αριστοτέλης συνέχισε αυτή την άστοχη διχοτόμηση διαχωρίζοντας το θεωρητικό από το πρακτικό και ορίζοντας τον άνθρωπο ως έλλογο ζώο - λες και μπορεί κανείς να διαχωρίσει το λογικό του ανθρώπου από τις ζωώδεις ανάγκες και επιθυμίες του. Αν αναλογιστεί κανείς τη σπουδαιότητα των αισθησιοκινητικών δεξιοτήτων στην ανάπτυξη της ικανότητάς μας να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε τα αντικείμενα, τον ρόλο των αναγκών και των επιθυμιών στη δόμηση όλων των κοινωνικών καταστάσεων ή, τέλος, το όλο πολιτισμικό υπόβαθρο της ανθρώπινης αυτοερμηνείας που ενέχεται στην απλή πρακτική γνώση τού πώς να διακρίνουμε και να χρησιμοποιούμε τις καρέκλες, η άποψη ότι μπορούμε απλώς να αγνοήσουμε αυτές τις πρακτικές γνώσεις κατά την τυποποίηση της νοητικής μας ικανότητας σε ένα πολύπλοκο σύστημα γεγονότων και κανόνων εμφανίζεται ανεδαφική”. (Ηubert Dreyfus, Tι δεν μπορούν ακόμη να κάνουν οι υπολογιστές; Κριτική της τεχνητής νοημοσύνης, μτφρ. Π. Καρλέτσα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 3η έκδ., Ηράκλειο 1998, σ. 163-164)


2. “Σήμερα όχι μόνο η ψυχολογία αλλά και πολλοί συγγενείς επιστημονικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν την αγωνία της γέννησης μιας μεγάλης διανοητικής επανάστασης. Και η επιτομή του όλου δράματος είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη, η νέα συναρπαστική προσπάθεια κατασκευής σκεπτόμενων υπολογιστών. Ο θεμελιώδης στόχος αυτής της έρευνας δεν είναι η απλή μίμηση της νοημοσύνης ή η δημιουργία μιας έξυπνης μηχανής. Τίποτα απ’ αυτά. Η τεχνητή νοημοσύνη επιδιώκει το αυθεντικό: μηχανές προικισμένες με νόηση, με την πλήρη και κυριολεκτική σημασία. Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αλλά για πραγματική επιστήμη, βασισμένη σε μια θεωρητική αντίληψη που είναι τόσο βαθιά όσο και τολμηρή: στο ότι δηλαδή είμαστε κατά βάση και οι ίδιοι υπολογιστές. [...] Δεν υπάρχει καμιά αντίρρηση ότι οι μηχανές μπορούν να “αισθανθούν” το περιβάλλον τους, αν το μόνο που εννοούμε με αυτό είναι η ικανότητα διάκρισης - δηλαδή η παροχή διαφορετικών συμβολικών απαντήσεων σε διαφορετικές περιπτώσεις. Τα ηλεκτρονικά μάτια, τα ψηφιακά θερμόμετρα, οι αισθητήρες επαφής κ.ά. χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως όργανα εισόδου σε κάθε είδους συσκευές, από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ως τα βιομηχανικά ρομπότ. Πολύ δύσκολα ωστόσο θα πιστεύαμε ότι τα συστήματα αυτά αισθάνονται πραγματικά κάτι όταν αντιδρούν στα εισερχόμενα ερεθίσματα. Αν και το πρόβλημα είναι γενικό, η διαίσθηση αυτή είναι σαφέστερη στην περίπτωση του πόνου: πολλά εξελιγμένα συστήματα μπορούν να ανιχνεύσουν εσωτερικές βλάβες, ακόμη και να πάρουν διορθωτικά μέτρα. Αισθάνονται όμως πραγματικά πόνο; Φαίνεται απίθανο, αλλά τι ακριβώς τους λείπει; Όσο περισσότερο σκέφτομαι αυτή την ερώτηση, τόσο περισσότερο πείθομαι πως δεν ξέρω καν τι σημαίνει (αυτό δε σημαίνει ότι θεωρώ πως δεν έχει νόημα). […] Το να μιλάμε για τη μανία και την απόλαυση ενός ρομπότ, για να μην αναφέρουμε τη σεξουαλική επιθυμία και την οργή, είναι κάτι που δεν το αποδεχόμαστε το ίδιο εύκολα με τον ηλεκτρονικό πόνο ή την ηλεκτρονική όραση [...] ίσως τα πάθη είναι κατά βάση σύνθετες οντότητες, με ένα συστατικό που έχει τις ρίζες του στη φυσιολογία των θηλαστικών, ένα άλλο στην ικανότητα για αισθήματα […] και ένα τρίτο γνήσια γνωστικό”.
(John Haugeland, Τεχνητή νοημοσύνη, μτφρ. Σ. Ζαχαρίου, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1985, σ. 11, 320-321)









via

[full_width]




Scroll To Top