Της μνήμης τ' αμαρτήματα, στρεβλώνουν αναμνήσεις





   Έχει παρατηρηθεί από διάφορες έρευνες ότι αποτελεί συχνό φαινόμενο οι άνθρωποι να παραποιούν τις αναμνήσεις τους, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που καθώς κάποιος αφηγείται ένα γεγονός που ποτέ δε συνέβη επαναλαμβάνοντας την ίδια αφήγηση να δημιουργεί στον εαυτό του την πεποίθηση ότι πράγματι συνέβη.

 Ο Schacter διατύπωσε την άποψη ότι τέτοιου είδους παραποιήσεις εκδηλώνονται με επτά συγκεκριμένους τρόπους, τους οποίους αποκάλεσε τα επτά αμαρτήματα της μνήμης. Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι αυτά τα αμαρτήματα:

Τα επτά αμαρτήματα της μνήμης






1. Η παροδικότητα (transcience). Όταν, δηλαδή, οι αναμνήσεις μας χάνονται γρήγορα. Για παράδειγμα, θυμόμαστε ότι ένας κατάδικος απαλλάχθηκε από την κατηγορία, αλλά δε θυμόμαστε πως μάθαμε για την αθώωσή του. Μέχρι κάποια στιγμή το θυμόμασταν, όχι όμως πια. 


2. Αφηρημάδα (absent-mindedness). Πρόκειται για ένα συχνό σε όλους μας φαινόμενο. Παραδείγματος χάριν, όταν μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο για να πάρουμε κάτι, αλλά τελικά ξεχνάμε τι είναι αυτό που αναζητάμε. 


3. Ματαίωση (blocking). Μας συμβαίνει όταν προσπαθούμε να θυμηθούμε κάτι που πρέπει να κάνουμε αλλά δεν μπορούμε να θυμηθούμε τι ήταν αυτό. Επίσης, όταν αισθανόμαστε πως γνωρίζουμε μια πληροφορία, αλλά δεν μπορούμε να την ανακαλέσουμε, λ.χ. όταν συναντήσουμε τυχαία κάποιον γνωστό μας, αλλά δεν μπορούμε να θυμηθούμε το όνομά του. 


4. Η λαθεμένη απόδοση (misattribution). Συνήθως, δεν μπορούμε να θυμηθούμε από πού αντλήσαμε μια πληροφορία ή νομίζουμε ότι ήταν λογικό να είδαμε ή να ακούσαμε κάτι που, όμως, δεν υπήρξε στην πραγματικότητα.




5. Επιδεικτικότητα (suggestibility). Όταν κάποιος μας υποδεικνύει λ.χ. ότι είδαμε κάτι και εμείς πιστεύουμε ότι θυμόμαστε πως πράγματι το είδαμε. Αυτό συμβαίνει διότι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στην υποβολή.


6. Η προκατάληψη (bias). Όταν παρουσιάζουμε κάποιου είδους προκατάληψη σε σχέση με τις αναμνήσεις μας. Λ.χ. εάν κάποιος υποφέρει από συνεχείς σωματικούς πόνους, τότε είναι πολύ πιθανό να θυμάται ότι υπέφερε από τους ίδιους πόνους και στο παρελθόν δίχως αυτό να είναι πράγματι αλήθεια. Από την άλλη, αν κάποιος δεν υποφέρει από πόνους στο παρόν, τότε είναι λιγότερο πιθανό να θυμηθεί ότι υπέφερε από οποιουδήποτε είδους πόνους στο παρελθόν ανεξαρτήτως από το αν υπέφερε ή όχι. 


7. Η επιμονή (persistence). Όταν κάποιος θυμάται ως αξιοσημείωτα γεγονότα κάποια που στην πραγματικότητα δεν είναι, βλέποντάς τα μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της ζωής του. Λ.χ. όταν κάποιος είχε στη ζωή του πολυάριθμες επιτυχίες και μια μεγάλη αποτυχία και δίνει έμφαση σ’ αυτή την αποτυχία ξεχνώντας ότι οι επιτυχίες του ήταν πολύ περισσότερες.




Όταν, λοιπόν, προσπαθούμε να θυμηθούμε πράγματα, δε θα πρέπει να ξεχνούμε αυτά τα επτά αμαρτήματα της μνήμης, για τα οποία δεν ευθυνόμαστε εμείς οι ίδιοι, απλά έτσι λειτουργεί η μνήμη του ανθρώπου. Συνεπώς, δε χρειάζεται να κατηγορούμε και να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας για τη νοημοσύνη μας, για την ηλικία μας ή για τις ικανότητές μας.


Βιβλιογραφία: 
Sternberg, R.J. (2011). Γνωστική Ψυχολογία. Αθήνα: Διάδραση, σελ. 263-264.

Ψυχολογικός πόλεμος





   Η ζήλια και ο φθόνος δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φυλή ή φύλο και δεν κάνουν διακρίσεις σε δικούς μας και σε ξένους ανθρώπους. Αυτά τα τοξικά συναισθήματα μπορούν να διακατέχουν τον οποιονδήποτε, όσο κοντινός ή όσο μακρινός κι αν είναι. Δε γνωρίζουν όλοι πώς να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους και πώς να τα τιθασεύσουν. Οπότε ο ψυχολογικός πόλεμος είναι αόρατος και μπορεί να κηρυχθεί σε διαπροσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό πλαίσιο.

 Η επίθεση δεν είναι άμεση και δε γίνεται ευθέως, αλλά έμμεσα και ύπουλα. Συνήθως, αυτοί που μας πολεμούν είναι άτομα που χαρακτηρίζονται από διπροσωπία, από συμπλέγματα κατωτερότητας, ενώ διαρκώς συγκρίνονται μαζί μας και απασχολούν το μυαλό τους καταστρώνοντας ραδιουργίες και δολοπλοκίες προκειμένου να μας βάζουν εμπόδια και να μεθοδεύσουν με τέτοιο τρόπο τις καταστάσεις ώστε να σαμποτάρουν την επιτυχία μας και να καταστρέψουν την ευτυχία μας. 



Η χειρότερη μορφή ψυχολογικού πολέμου είναι αυτή που γίνεται από τα κοντινότερα ή και τα προσφιλέστερα σε εμάς πρόσωπα, όπως λόγου χάρη φίλοι καρδιακοί, συνεργάτες, αδέρφια, γονείς κ.ο.κ. Αυτά τα κοντινά μας πρόσωπα μας γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και ξέρουν πώς ακριβώς πρέπει να μας χειριστούν σε λεκτικό, συναισθηματικό και συμπεριφορικό επίπεδο προκειμένου να μας κάνουν να πονέσουμε, να πληγωθούμε και να νιώσουμε τύψεις. 



Συνήθως οι τακτικές που εφαρμόζουν για να το επιτύχουν αυτό ακολουθούν κάποια στάδια, τα οποία αρκετές φορές αλληλεπικαλύπτονται. 


Το πρώτο στάδιο είναι το «ωφελιμιστικό» και περιλαμβάνει την εκμετάλλευση της διάθεσής μας να προσφέρουμε, όπως π.χ. όταν ένα ή περισσότερα άτομα μας ζητούν αρκετά τακτικά κάποιες χάρες και εξυπηρετήσεις, σε σημείο κατάχρησης της καλοσύνης μας ή και του χρόνου μας.

 Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν αποκλείεται και η οικονομική απάτη ή εκμετάλλευση, πάντα στο όνομα της αγάπης και της αλληλεγγύης που προκύπτει από αυτή. Από την άλλη, αν εμείς κάποια στιγμή χρειαστούμε κάτι δεν είναι ποτέ κανείς από αυτούς διαθέσιμος.



Το δεύτερο στάδιο είναι το «επικριτικό», το οποίο περιλαμβάνει αρνητική κριτική επιλογών και αποφάσεών μας δήθεν για το καλό μας, αποσκοπώντας, όμως, να μας προκαλέσουν ενοχές, υπογραμμίζοντας τα αδύνατα σημεία μας, άλλοτε με έμμεσο και άλλοτε με άμεσο, επιθετικό, δηκτικό ή ειρωνικό τρόπο.

 Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση και υπακοή στις επικριτικές συμβουλές και υποδείξεις τους, τότε δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί επίκληση και άλλων γνωστών σε εμάς ατόμων που εκφέρουν την ίδια με αυτούς άποψη και αντίθετη με τη δική μας, ούτως ώστε να μας αποδείξουν ότι η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο. 


Αν ανέβουν οι τόνοι και αυξηθεί η ένταση τότε περνάμε στο επόμενο στάδιο, αυτό της «κατά μέτωπον σύγκρουσης». Στο στάδιο αυτό έχει επέλθει σοβαρή ρήξη και έχουν ανταλλαγεί εκατέρωθεν σκληρά λόγια, κατηγορίες ακόμη και βωμολοχίες.

 Όσο λογική κι αν είναι η επιχειρηματολογία μας αντί να βοηθήσει να επιλυθεί το ζήτημα, επιτείνει την ένταση. Ο άλλος παρουσιάζεται ως δίκαιος και σωστός κι εμείς ως ο άδικος, ο φταίχτης, ο εκτός ορίων, ο αψύς, ο αγενής και ο παράλογος. 


Το επόμενο και τελευταίο στάδιο είναι αυτό της «συκοφάντησης», δηλαδή της λασπολογίας εις βάρος μας. Η ψευδής δυσφήμιση γίνεται με σκοπό να μας βλάψει κατηγορώντας μας σε κοινούς μας φίλους, κοινούς μας γνωστούς, συγγενείς, ακόμη και σε συνεργάτες μας ή και σε προϊσταμένους ή στον διευθυντή μας.

 Η προσπάθεια σπίλωσης του ονόματός μας και αποδόμησης του χαρακτήρα μας, της αξιοπρέπειας και του ήθους μας αποσκοπεί μεταξύ άλλων όχι τόσο στο να μας εκδικηθεί όσο στο να μας απομονώσει και να στρέψει τον περίγυρο εναντίον μας. Δεν είναι απίθανο να διαπιστώσουμε ότι όλα αυτά τα προσφιλή μας πρόσωπα ξαφνικά κρατούν αποστάσεις, είναι πιο ψυχρά και λιγότερο ευγενικά και αποφεύγουν να συζητήσουν ή να συναναστραφούν μαζί μας. 

Ενόσω συμβαίνουν όλα αυτά πίσω από την πλάτη μας είναι πολύ πιθανό να επιχειρηθούν κάποιες προσπάθειες επαναπροσέγγισης, σπανίως εξαιτίας κάποιας μεταμέλειας, αλλά το πιθανότερο για να ξανά αποκτήσουν τον ρόλο που έχασαν, δηλαδή να μας εκμεταλλεύονται, να μας χειρίζονται προς ιδίον τους όφελος και να συνεχίσουν να σαμποτάρουν τη ζωή μας. Για αυτούς πάντα φταίνε οι άλλοι, οπότε είναι δύσκολη μια ειλικρινής μεταμέλεια. 


Ωστόσο, μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από τέτοιου είδους ανθρώπους και σχέσεις, έτσι ώστε να μην γίνουμε το θύμα ενός ψυχολογικού πολέμου. Ήδη από την αρχή μιας σχέσης δε θα πρέπει να αφήνουμε να περνούν απαρατήρητα κάποια σημάδια, όπως αυτά της εκμετάλλευσης της καλοσύνης μας, της ειρωνείας, της αποκάλυψης των μυστικών μας, της αυστηρής κριτικής των επιλογών μας κοκ.

 Για να είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε αυτά τα σημάδια που αποτελούν ενδείξεις μιας νοσηρής σχέσης, θα πρέπει να καλλιεργήσουμε μια συνεχή διεργασία ανάλυσης και αξιολόγησης της κάθε σχέσης μας.

 Επιπλέον, να μάθουμε να οριοθετούμε τα θέλω μας, τις ανάγκες μας και κυρίως τον χώρο και τον χρόνο που θα δίνουμε στους άλλους δείχνοντας τα επιτρεπτά αυτά όρια και τις κόκκινές μας γραμμές. Αν λόγου χάρη δε θέλουμε να μας ασκήσουν κριτική, δε θα πρέπει να επιτρέπουμε να μας ασκούνε κριτική. Πολύ ευγενικά μπορούμε να τους ενημερώνουμε: ‘’δε σου ζήτησα να κρίνεις τις επιλογές μου, σε παρακαλώ ας αλλάξουμε συζήτηση’’.

 Αν επιμείνει ότι μας κρίνει για το καλό μας, τότε θα μπορούσαμε π.χ. να υπογραμμίσουμε με ένα πιο αυστηρό ύφος πως : ‘’όπως εγώ δεν κρίνω τις δικές σου επιλογές, έτσι δε θέλω να κρίνεις κι εσύ τις δικές μου’’. Αν διαπιστώνουμε ότι δεν πτοείται και συνεχίζει, τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να απομακρυνθούμε από τέτοιου είδους ανθρώπους. Η απομάκρυνση δεν αποτελεί μια προσωπική μας ήττα, αλλά σεβασμό προς τον εαυτό μας.

Θεωρία της επιλογής και ψυχαναγκαστικές εμμονές





   Τι μας μαθαίνει η Θεωρία της Επιλογής;





   «Αυτό που η Θεωρία της Επιλογής δείχνει ξεκάθαρα είναι ότι το 99% των ανθρώπων, όταν αντιμετωπίζουν κάποια δυσκολία με τον συνάνθρωπό τους, χρησιμοποιούν την απαρχαιωμένη μέθοδο που εγώ αποκαλώ Ψυχολογία Εξωτερικού Ελέγχου. Αυτή η ελεγκτική και τιμωρητική ψυχολογία, είναι η αιτία των μη- ικανοποιητικών σχέσεων που βασανίζουν τους ανθρώπους. Αυτή η ψυχολογία βλάπτει τις σχέσεις, και στο τέλος τις καταστρέφει- είναι μια μάστιγα για την ανθρωπότητα. 





Αυτό που προσπαθώ να διδάξω στους ανθρώπους είναι να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τον εξωτερικό έλεγχο και να τον αντικαταστήσουν με τη θεωρία της επιλογής. Μπορούν ακόμα να μάθουν να χρησιμοποιούν τη θεωρία της επιλογής για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από τον εξωτερικό έλεγχο που χρησιμοποιούν οι άλλοι απέναντί τους. Συνήθως, διδάσκω αυτές τις ιδέες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και οι πελάτες μου συχνά δε συνειδητοποιούν αυτό που κάνω. Δίνω όμως και μια ξεκάθαρη εξήγηση της θεωρίας, επειδή πιστεύω ότι βοηθάει» (Glasser, σελ. 21).



Οι ψυχαναγκαστικές εμμονές, και πού τον βοηθάνε…


… κάνεις αυτό που διαλέγεις σε μια σχέση, και όχι αυτό που διαλέγουν οι άλλοι να κάνεις. Αυτός είναι ο πυρήνας της θεωρίας της πραγματικότητας. 





Στην ταινία «Καλύτερα δεν γίνεται»,







online Greek subtitles

 ο ήρωας Μέλβιν Γιουντάλ, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα ψυχαναγκαστικής διαταραχής, την οποία ο ασθενής δεν μπορεί να ελέγξει. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της επιλογής, δε πιστεύω ότι ο Μέλβιν υποφέρει από μια ψυχική ασθένεια, ή ότι δεν έχει τον έλεγχο των πράξεών του. Πιστεύω ότι επιλέγει να επιδίδεται σε έμμονες ιδέες και να ψυχαναγκάζεται, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτό που είναι τόσο εμφανές από την αρχή της ταινίας: Το γεγονός ότι δεν έχει κοντινές και ικανοποιητικές σχέσεις. Για να καταφέρει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, χρειάζεται, όπως όλοι μας άλλωστε, τουλάχιστον μια σχέση που να τον γεμίζει. 





Όταν αποτυγχάνουμε στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε σχέσεις με άλλους ανθρώπους, όπως ο Μέλβιν έχει αποτύχει- υποφέρουμε. Κι αυτό επειδή αυτή η ανάγκη βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας, όπως και η ανάγκη επιβίωσης. Σχεδόν όλος ο πόνος και η αρρώστια που σχετίζονται με τις επιλογές μας –και αποκαλούνται ψυχικές ασθένειες- είναι μια γενετική προειδοποίηση: Σημαίνει ότι δεν έχουμε κάποια σχέση για να ικανοποιηθούν τα γονίδιά μας. 



Όταν υποφέρουμε από κάποιο πόνο, ψυχικό ή σωματικό, το μυαλό μας δεν μας αφήνει να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Νιώθουμε ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να μειώσουμε τον πόνο. Αυτό που αποκαλείται ψυχική ασθένεια, είναι μια περιγραφή του τρόπου που επιλέγει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, για να αντιμετωπίσει τον πόνο της μοναξιάς ή της απομόνωσής του. Στην περίπτωση του Μέλβιν, η επιλογή είναι κυρίως οι εμμονές και οι ψυχαναγκασμοί, μια επιλογή τόσο κοινή που της έχει δοθεί λανθασμένα η ταμπέλα της ‘ψυχικής ασθένειας’ εδώ και εκατό χρόνια, περίπου. 


Όσο όμως ακατάλληλες κι αν είναι οι εμμονές και οι ψυχαναγκασμοί για να μας βοηθήσουν να επανασυνδεθούμε, είναι πάντα η καλύτερη επιλογή για να ικανοποιήσουμε μία ή περισσότερες από τις πέντε ανάγκες που είναι ενσωματωμένες στη γενετική μας δομή: Η Επιβίωση, η Αγάπη και η Ανάγκη να ανήκουμε, η Δύναμη, η Ελευθερία και η Ψυχαγωγία. Από τη στιγμή που επιλέγουμε κάποια συμπεριφορά, πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν θα είναι τόσο αποτελεσματική. Αυτό που διαλέγουμε είναι η καλύτερη επιλογή για τη συγκεκριμένη στιγμή. Όταν λέμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε κάτι και τελικά το κάνουμε, αυτό σημαίνει ότι υποθέτουμε πώς δε θα φέρει αποτέλεσμα, και αυτό που υποθέτουμε, όμως, δεν είναι αρκετό για να μας σταματήσει από το να επιλέγουμε να το κάνουμε. 



Όπως βλέπουμε λοιπόν στην ταινία, ο Μέλβιν, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον πόνο της μοναξιάς του, επιλέγει μια ποικιλία εμμονών και ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών, μέσα στην προσπάθειά του –που συχνά είναι ανεπιτυχής- να συγκρατήσει τον θυμό που επιλέγει να νιώσει όταν έχει να κάνε με ανθρώπους που τους βρίσκει εκνευριστικούς. Στην αρχή της ταινίας, φαίνεται να μην αναγνωρίζει τον θυμό του, κι αυτό ενέχει κίνδυνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους. Όμως, σίγουρα γνωρίζει ότι χρειάζεται ν’ αγαπηθεί και να νιώσει ότι ανήκει –όπως όλοι μας άλλωστε. Κι αυτό είναι ολοφάνερο στο γεγονός ότι γράφει ρομαντικές νουβέλες. 


Τα συμπτώματά του είναι τα κλασσικά συμπτώματα που επιλέγει ένα ψυχαναγκαστικό άτομο: Φοβάται τόσο πολύ τα μικρόβια, ώστε χρησιμοποιεί καινούργιο σαπούνι κάθε φορά που πλένει τα χέρια του, και τα πλένει πολλές φορές την ημέρα. Άλλη μια ψυχαναγκαστική διαδικασία που βιώνει, είναι όταν κλειδώνει και ξεκλειδώνει τις τέσσερις κλειδαριές που ασφαλίζουν την είσοδο του διαμερίσματός του. Το πιο εμφανές από τα συμπτώματά του είναι η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει για να μην πατήσει τις γραμμές στις πλάκες του πεζοδρομίου, κάτι που σε μια πόλη σαν την Νέα Υόρκη του παρέχει μια πλήρη απασχόληση.


Με έναν αληθοφανή τρόπο, η ταινία τον δείχνει να προσπαθεί να δημιουργήσει μια σχέση με την Κάρεν, μια μοναχική μητέρα που σηκώνει τα βάρη ενός ασθματικού εφτάχρονου γιου. Η Κάρεν βαστάει γερά, αλλά βλέπει τον εαυτό της να στερεύει σε κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο. Πριν ακόμα ξεκινήσουν τη σχέση τους, η Κάρεν γνωρίζει αρκετά για τον Μέλβιν. Είναι η σερβιτόρα του σ’ ένα εστιατόριο δίπλα στο σπίτι του, όπου εκείνος τρώει κάθε μέρα. Τον βλέπει που είναι απεχθής και περίεργος κάθε φορά που εκνευρίζεται, πράγμα που συμβαίνει συνέχεια. 


Πολύ σύντομα, ο Μέλβιν και η Κάρεν ερωτεύονται. Η ταινία καταλήγει σε ευτυχισμένο τέλος, μιας και ο Μέλβιν και η Κάρεν γίνονται ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Η επιλογή του, να έχει εμμονές και ψυχαναγκασμούς έχει μειωθεί, μέχρι που υπονοείται ότι οι δυο τους έχουν την προοπτική να ζήσουν μαζί μια φυσιολογική ζωή» (σελ. 23-25).



Glasser, William (2002).
 Ιστορίες άμεσης θεραπείας. 
Εκδόσεις Θυμάρι.
via

Σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και ενήλικα παιδιά




   Πόσο «τριγωνικές» μπορούν να γίνουν οι σχέσεις ανάμεσα σε ενήλικα παιδιά και τους ηλικιωμένους γονείς; Πόσο μπορούν οι γονείς να παρεμβαίνουν στα παιδιά και πόσο τα παιδιά δέχονται ή ανέχονται αυτές τις παρεμβάσεις;



Είναι σημαντικό για τους ηλικιωμένους γονείς να μπορούν να εμπλέκονται σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την οικογένεια και να νιώθουν ότι μπορούν να πάρουν θέση σ’ αυτά, ότι συνεχίζει να μετράει η γνώμη τους και ότι έχουν έναν ακόμη ενεργητικό ρόλο στη ζωή. Στον κύκλο της ζωής, οι ηλικιωμένοι έχουν υπάρξει τα κύρια και βασικά πρόσωπα αναφοράς στη δική τους οικογένεια και σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούν να δεχτούν ότι δεν είναι ή και δεν μπορούν να είναι τα πρόσωπα αναφοράς για τις οικογένειες των παιδιών τους. 



Οι ικανοποιητικοί δεσμοί ανάμεσα στους γονείς και τα ενήλικα παιδιά τους εξαρτώνται από ένα σύνολο παραγόντων, όπως τα καλύτερα επίπεδα της υγείας, τις στάσεις των ίδιων των ηλικιωμένων απέναντι στο γήρας και η καλύτερη ποιότητα των σχέσεων που ήδη υπάρχουν. Όσο πιο ασφαλείς, σταθερούς και βαθιά θεμελιωμένους δεσμούς έχουν οι ηλικιωμένοι και όσο πιο απασχολημένοι είναι με δικές τους δραστηριότητες και αλληλεπιδράσεις τόσο καλύτερες σχέσεις έχουν με τα παιδιά τους. 


Ταυτόχρονα, οι ικανοποιητικοί δεσμοί ανάμεσα στους γονείς και τα ενήλικα παιδιά τους συμβάλλουν σε υψηλότερα επίπεδα ευημερίας των γονέων, καθώς και σε μειωμένα αρνητικά συναισθήματα, προβλήματα υγείας και ψυχολογικά προβλήματα. Οι κοινωνικές επαφές και αλληλεπιδράσεις συμβάλλουν στην ευημερία των ατόμων και μειώνουν την ένταση και το άγχος που βιώνουν. 




Πώς παρεμβαίνουν οι ηλικιωμένοι στην οικογένεια των παιδιών τους όταν εμφανίζονται συγκρούσεις και αρνητικές καταστάσεις; Στην περίπτωση των συγκρούσεων οι ηλικιωμένοι γονείς έχουν την τάση να παίρνουν τη μια από τις δύο πλευρές και να οξύνουν τις εντάσεις ή να προσπαθούν να αποφορτίσουν τα παιδιά από τα προβλήματα που βιώνουν. Ένα από τα προβλήματα που αναφέρονται συχνά είναι οι σχέσεις που συνεχίζουν να παραμένουν έντονες και δε χαλαρώνουν παρά την ηλικία των παιδιών. 


Ένα κύριο ερώτημα είναι ποια είναι τα θέματα που προκαλούν περισσότερες εντάσεις στη σχέση ανάμεσα στα παιδιά και στους ηλικιωμένους γονείς; Τα πιο βασικά θέματα είναι η συχνότητα και ο βαθμός της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης, οι συνήθειες και οι επιλογές ζωής που κάνουν τα παιδιά, οι πρακτικές που ακολουθούν στην ανατροφή των παιδιών τους και οι αξίες με τις οποίες γαλουχούν τα παιδιά τους, οι ιδεολογίες –θρησκευτικές και πολιτικές- που ακολουθούν, τα εργασιακά ζητήματα και οι επιλογές επαγγέλματος καθώς και οι συνήθειες στο νοικοκυριό και οι τρόποι συντονισμού και διατήρησης της καθημερινότητας. 


Όλα τα παραπάνω ζητήματα απασχολούν και τις δύο πλευρές και συχνά αποτελούν θέμα έντασης. Τα παιδιά ενδιαφέρονται περισσότερο για την επικοινωνία και τον τύπο της αλληλεπίδρασης, ενώ οι ηλικιωμένοι γονείς δίνουν πιο μεγάλη έμφαση στις συνήθειες και τις επιλογές που κάνουν τα παιδιά ως προς τον τρόπο ζωής. Οι παρεμβάσεις των ηλικιωμένων προς τα ενήλικα παιδιά συμβάλλει στην αίσθηση ότι ακόμη μπορούν να έχουν λόγο στη ζωή του παιδιού τους, προσπαθώντας να το προστατεύσουν από κακοτοπιές, να το συμβουλεύσουν, να το καθοδηγήσουν προς τον σωστό δρόμο. Πολλές φορές ξεχνούν την ηλικία του παιδιού τους αλλά και ότι μπορεί να στηριχθεί στα δικά του πόδια και στις δικές του δυνάμεις. 


Μέσα από τις διαρκείς παρεμβάσεις των ηλικιωμένων γονέων προς τα ενήλικα παιδιά, τα τελευταία δεν θα καταφέρουν ποτέ να μεγαλώσουν, να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες, να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις και να αναγνωρίσουν τα δικά τους λάθη. Από την άλλη μεριά, οι ηλικιωμένοι γονείς δεν απαλλάσσουν ποτέ τον εαυτό τους από την ευθύνη και τις υποχρεώσεις, από το βάρος που φέρουν για τις επιλογές των παιδιών τους. Πόσο παρεμβαίνουν οι γονείς και πόσο τα παιδιά αφήνονται σε αυτές τις παρεμβάσεις; Πόσο αυτή η αλληλεπίδραση εξελίσσεται σε μια σιωπηλή συμφωνία τριγωνοποίησης, όπου χάνονται τα όρια ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και ανάμεσα στην οικογένεια που έφτιαξε το παιδί και την πατρική του οικογένεια; 




Βιβλιογραφία
Clarke, E.J., Preston, M., Raskin,
 J. & Bengtson, V.L. (1999).
 Types of conflicts and tensions between
 older parents and adult children. 
Gerontologist, 39 (3), 261-270.
via

Γιοι «χαμένοι» στη μη αποδοχή του πατέρα τους




  Πατέρας και γιος: μια σχέση απαραίτητη, που μπορεί να είναι βοηθητική για την εξέλιξη και των δύο ή μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για μια ομαλή ανάπτυξη της μιας ή της άλλης πλευράς. Πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα μήκη κύματος τα οποία εκπέμπει ο καθένας; Τι ανάγκες προσδοκά να καλύψει ο καθένας μέσα σε αυτή τη σχέση; Πόσο έτοιμος είναι ο πατέρας να συμπεριφερθεί ως ο ενήλικας αυτής της σχέσης και να προσφέρει την αίσθηση ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης στον γιο; 



Τι λέει ο πατέρας στον γιο και τι ακούει ο γιος; Πώς μεταφράζει τα λόγια και τις συμπεριφορές του πατέρα ο γιος; Πώς αντιδρά ο πατέρας στην ανάπτυξη και εξέλιξη του γιου του και τι μνήμες ξυπνά από τη δική του παιδική και εφηβική ηλικία; Σε τι ελπίζει ο πατέρας και τι προσδοκίες έχει από αυτή τη σχέση ο γιος;



Για το αγόρι ο πατέρας αποτελεί το βασικό πρότυπο για τη διαμόρφωση της ταυτότητας, ακόμα και όταν ο γιος επαναστατεί και υποτίθεται ότι δεν έχει ανάγκη τον πατέρα του, τον χρειάζεται και προσδοκά να είναι εκεί, δίπλα του, κοντά του. Ο γιος πάντα έχει ανάγκη τη φιγούρα του πατέρα, αλλά και τη συναισθηματική του στήριξη, την αποδοχή και την αναγνώρισή του. Έχει ανάγκη να νιώθει ότι ο πατέρας βρίσκεται εκεί, δίπλα του, τον νοιάζεται αλλά και τον θαυμάζει, παρατηρεί κάθε στιγμή της ανάπτυξης.


Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απουσία ή η ελλιπής παρουσία του πατέρα ή η απουσία-παρουσία του πατέρα μπορεί να οδηγήσει σε μη δόμηση ή ελλιπής δόμηση της ταυτότητας του γιου. Πατέρας και γιος: ποτέ δεν κατάφεραν να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, ο γιος ποτέ δεν έλαβε την επιβεβαίωση, ασφάλεια και αναγνώριση που είχε ανάγκη. 


Ο γιος νιώθει χαμένος απέναντι στη συμπεριφορά του πατέρα, δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί, πώς να αντιδράσει, πώς να κινηθεί… ίσως νιώθει και να πνίγεται ή ο ίδιος να καταπίνεται από τον θυμό που εκδηλώνει ο πατέρας του, που δεν μπορεί να τον αιτιολογήσει ή να τον δικαιολογήσει, καθώς νιώθει τόσο μόνος και αδύναμος, μια μη δομημένη ύπαρξη χωρίς ταυτότητα και χωρίς σκοπό…


Μια διαρκής σύγχυση και μια απροσδιόριστη ταυτότητα που αναζητά την ολοκλήρωση ή έστω μια απάντηση. 




Κι έτσι καταλήγουμε σε θυμωμένους ή σε απογοητευμένους πατεράδες που ποτέ δεν κατόρθωσαν να δομήσουν μια σταθερή και στερεή, δυναμικά εξελισσόμενη σχέση με τον γιο τους και σε γιους που ποτέ δεν κατάφεραν να δομήσουν τη δική τους ταυτότητα, με αποτέλεσμα χαμένοι να περιπλανιούνται αναζητώντας λίγη επιβεβαίωση, αναγνώριση και αποδοχή από αυτή την ανώτερη φιγούρα που πάντα τον έχουν και τον είχαν ανάγκη…

Ερμηνεία από τον Erich From για το καλό και το κακό




   Σύμφωνα με τον Φρομ: 



   «Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη, και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι, η κακία δε θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό, δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του.

 Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να της επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του.

 Η ιδέα του Καλού και του Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. «Στο εξής επομένως», λέει, «θα εννοώ ως ‘καλό’ αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας. (…)




Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν.

 Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο πρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων. 



Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει, μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μας καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, 




και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μας καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας».



Φρομ, Ε. (2017).
 Η καρδιά του ανθρώπου. 
Αθήνα: Διόπτρα.
via

Απόρριψη: Αποστρέφομαι κάτι που ποθώ, αναζητώντας το αλλού




  «Ένας θεμελιακός μηχανισμός της ψυχολογικής μας εξέλιξης είναι να αποστρεφόμαστε σε ορισμένο βαθμό κάποιο πράγμα, που ποθούμε, με τον σκοπό να το βρούμε πιο εύκολα αλλού. Από ψυχική άποψη, κανένας μας δε θα είχε ποτέ μεγαλώσει, αν δεν είχαμε νιώσει μια κάποια δυσαρέσκεια για το γάλα της μητέρας μας, για τα στήθη της ή για τα μπιμπερό μας. Καθώς αποστρεφόμαστε αυτά τα πράγματα και καθώς μεταστρέφουμε τους σκοπούς μας σε άλλες κατευθύνσεις, οι ανάγκες που προέρχονται από την πείνα και τη γενετήσια ευχαρίστηση, αποκόβονται από τη μητέρα. Σιγά- σιγά βρίσκουμε αλλού την τροφή που αναζητούμε και για το σώμα και για την ευχαρίστηση να τρώμε και να πίνουμε, παράλληλα, η ερωτική ευχαρίστηση, που φεύγει από το στήθος ξαναβρίσκεται αλλού. 






Ασυνείδητα, σε όλη τη ζωή, αναζητούμε όλοι την ερωτική ευχαρίστηση: ικανοποίηση των γενετήσιων επιθυμιών του σώματος, οι πιο πολλοί από μας την πετυχαίνουμε συνειδητά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η γενετήσια ευχαρίστηση του ενήλικου είναι ο πιο εξελιγμένος τρόπος των ικανοποιήσεων παρόμοιας φύσης, που πετυχαίνουμε πιο νωρίς στη ζωή με διαφορετικά μέσα. Για παράδειγμα, ταυτόχρονα με τη λήψη της τροφής, που έχει ανάγκη, το μωρό στο στήθος νιώθει μια αισθησιακή ευχαρίστηση, καθώς ρουφάει τη ρόγα του στήθους. Για αυτό η ψυχανάλυση χαρακτηρίζει ‘σεξουαλικές’ όλες αυτές τις μορφές εξέλιξης της γενετήσιας ευχαρίστησης, πράγματι, όλα συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας τελικής σεξουαλικής στάσης και ορισμένες από αυτές τις μορφές (όπως ο θηλασμός ή ο θηλασμός, που μετατρέπεται σε φιλί) μπορούν και να συνεχίσουν να παίζουν άμεσο ρόλο στην ενήλικη γενετήσια δραστηριότητα.




Όλοι περνάμε από τον μηχανισμό αυτό, είτε σαν κοριτσάκια, που αναζητούμε (και τελικά το βρίσκουμε σαν γυναίκες) κάποιο πράγμα στο άλλο φύλο, που να μοιάζει με το στήθος και τη ρόγα αλλά που είναι καλύτερο, διότι δίνοντας και παίρνοντας ευχαρίστηση δημιουργούμε ζωή κι ευχαρίστηση, που τη δίνουμε στον άλλο με το μέσο εκείνο, που αρχικά το αναζητούσαμε μόνο για την άμεση ευχαρίστηση, ή, σαν αγοράκια, η δυσαρέσκεια προς τη μητέρα μας μας απομακρύνει από αυτήν και μας οδηγεί αν τη χωρίσουμε, θα λέγαμε, στα δύο, να την ξεχωρίζουμε από το βυζί της, από τη λειτουργία της να δίνει το γάλα. Το αγοράκι βρίσκεται γρήγορα στο σώμα του το όργανο, που μοιάζει με το στήθος και που παράγει υγρά, το κρατάει για να το χρησιμοποιεί, για να δημιουργήσει ζωή και να δώσει ευχαρίστηση, το υπόλοιπο της μητέρας του, το σώμα της, το αγαπητό της πρόσωπο, τα χέρια που το αγκαλιάζουν, τα γυρεύει πάλι αλλού. Κι έτσι ακριβώς, καθώς ξεμακραίνουμε από τη μάνα μας, μέσα από διαφορετικά μονοπάτια, γινόμαστε τελικά ενήλικοι άντρες και γυναίκες. Στην ομαλή κατάσταση αυτή η πορεία της απόσπασης από τη μητέρα είναι αργή και βαθμιαία, αλλά η υποκατάσταση της μητέρας και του στήθους της μπορεί να γίνει, ακόμα και σε μωρά, με τρόπο απότομο και παθολογικό. Δηλαδή, μπορεί να συμβεί μια απόρριψη της μητέρας πολύ πιο άμεση και γεμάτη απελπισία, καθώς κι ένα αποτράβηγμα και μια υποτίμηση, που μπορούν να έχουν μακρόχρονες συνέπειες και να προκαλέσουν απόρριψη των πιο αγαπητών και των πιο επιθυμητών πραγμάτων. 



Σε ορισμένα άτομα, αυτή η υποτίμηση μπορεί να έχει τη ρίζα της στην έλλειψη πίστης και εμπιστοσύνης σε κάθε τι καλό και τα οδηγεί να δυσπιστούν σε ότι βρίσκουν καλό και να αποφεύγουν τα καλά πράγματα. Εξάλλου, η απογοήτευση και ένα πνεύμα εκδίκησης σπρώχνουν τα άτομα αυτά να πληγώσουν και να καταστρέψουν αυτά τα πράγματα, διότι μπορεί το μίσος και η επιθυμία εκδίκησης να συνοδεύουν το γεγονός της απομάκρυνσης από ένα πράγμα, που το ποθούσαν ζωηρά. Ασφαλώς, ορισμένα άτομα, όπως ορισμένες αξιαγάπητες γεροντοκόρες ή γεροντοπαλίκαρα, μέσα στην αποστροφή τους για τις πολύ στενές επαφές, εκφορτίζουν με αξιοθαύμαστο τρόπο αυτό το στοιχείο του μίσους. Αντίθετα, στο άτομο που υποφέρει, στο άτομο που είναι απομονωμένο, παρατηρούμε ότι κάποια δυσαρέσκεια προς την πηγή της ζωής έχει δηλητηριάσει την ίδια του τη ζωή, τη στιγμή που είχε κάνει αυτή την απομάκρυνση, η μνησίκακη απογοήτευσή του εκτονώνεται συχνά στις κάποιες σχέσεις, που είναι αναγκασμένο να διατηρεί, αναπόφευκτα, με τον υπόλοιπο κόσμο» (σελ. 34-36). 



Klein, M. & Riviere, J. (2008).
 Η αγάπη και το μίσος.
 Η ανάγκη της επανόρθωσης.
 Αθήνα: Κονιδάρη.
via

Τα άγουρα σταφύλια της περιφρόνησης




  Η υποτίμηση του αγαπημένου προσώπου ή ενός θετικού στοιχείου, η απώλεια δηλαδή εμπιστοσύνης μας θυμίζει τον μύθο της αλεπούς και των άγουρων σταφυλιών. Ένας μηχανισμός που μας δίνει τη δυνατότητα να ανεχόμαστε τις απογοητεύσεις, χωρίς συναισθήματα οργής και θυμού. Στην καθημερινότητά μας μπορεί να φανεί πολύ βολικός ο μηχανισμός αυτός για ένα ζευγάρι, που θα μπορεί έτσι να γλιτώνει από τη γοητεία, που νιώθει για ένα αντικείμενο σε ένα κατάστημα πολυτελείας. «Τα άγουρα σταφύλια και η μέθοδος να αποστρεφόμαστε με περιφρόνηση αυτό που θαυμάζουμε κι επιθυμούμε πραγματικά, δεν καλυτερεύουν γενικά την ευτυχία μέσα στον κόσμο».



«Η απομάκρυνση με περιφρόνηση από ένα επιθυμητό αντικείμενο ή η απόρριψή του μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη ψυχολογική αντίδραση, αν δε χρησιμοποιείται μόνο και μόνο για τον έλεγχο της επιθυμίας κατοχής και κυρίως, όταν εμπνέεται από την εκδίκηση και το πνεύμα αντιποίνων. Η πιο εντυπωσιακή απόδειξη είναι η περίπτωση, όπου μια παρόμοια αντίδραση μπορεί να οδηγήσει ένα άνθρωπο στην αυτοκτονία, όταν η απογοήτευση και η μανιακή επιθυμία για εκδίκηση γεννούν ένα τέτοιο μίσος, μια τέτοια περιφρόνηση της ζωής και όλων όσων αυτή προσφέρει, ώστε το άτομο να απορρίπτει τελικά την ίδια τη ζωή και να την καταστρέφει. 



Αυτή η αντίδραση περιφρόνησης και απόρριψης είναι πιθανότητα η πιο μεγάλη αιτία, η πρωταρχική πηγή πάρα πολλών εκδηλώσεων παρανομίας, προδοσίας, εγκατάλειψης, απιστίας, δόλου, που συναντά κανείς τόσο συχνά στη ζωή, ιδιαίτερα σε ορισμένους τύπους ατόμων, όπου αυτός ο μηχανισμός είναι πολύ έντονος: στους τύπος Δον Ζουάν ή στις πόρνες (όσον αφορά το φύλο), στους ασταθείς, που δεν είναι ικανοί να διατηρήσουν μια κατάσταση ή να επιμείνουν προς μια κατεύθυνση (πράγμα που σχετίζεται με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης). 


Αυτοί οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους στο να ψάχνουν, να βρίσκουν και μετά να απογοητεύονται, διότι, είτε σε ποιότητα, είτε σε ένταση, οι επιθυμίες τους είναι έξω από το μέτρο και απραγματοποίητες. Και τελικά, αποχωρίζονται, περιφρονούν και απορρίπτουν, μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν αμέσως να αναζητούν».


Klein, M. & Riviere, J. (2008).
 Η αγάπη και το μίσος.
 Η ανάγκη της επανόρθωσης.
 Αθήνα: Κονιδάρη.
via

Ο δυσαρμονικός




  Κοιτάξτε… τους δυσαρμονικούς, εκείνους που κουβαλούν μέσα τους τη διάσταση, την αντίφαση, την ασυναρτησία.

 Για αλλού ξεκίνησαν, και αλλού βρέθηκαν. Καλώς ή κακώς πίστεψαν ότι ήσαν καμωμένοι για κάτι άλλο, ότι είχαν τις ικανότητες που χρειάζονται για να κερδίσουν χρήματα, ν’ αποκτήσουν υπόληψη, να διακριθούν στην τέχνη, στην επιστήμη, στην πολιτική, αλλά ο δρόμος που πήραν (αιτία ή ολιγωρία, ή ανάγκη ή και σύμπτωση) τους απομάκρυνε από τις επιθυμίες και τα όνειρά τους.






 Και τώρα, υποχρεωμένοι να βγάλουν το ψωμί τους ή να κρατήσουν μια δαπανηρή θέση κοινωνική που δεν μπορούν να την εγκαταλείψουν, αναγκάζονται να ασκούν ένα επάγγελμα που τους ενοχλεί, ή να παίζουν ένα ρόλο που δεν τους πάει, ή να διακηρύττουν πράγματα που δεν τα πιστεύουν.

 Αυτή η δυσαρμονία έχει σαν αποτέλεσμα να χάνουν τα αντιστύλια τους, τον άξονα της υπόστασής τους, και να γίνονται μεμψίμοιροι, βαρύθυμοι, κακεντρεχείς.

 Αρρωσταίνουν… όχι μόνο ψυχικά, αλλά και σωματικά… Και γι’ αυτό βαδίζουν με κεφάλι σκυφτό, με καρδιά κλειστή, σκοτεινή, δίχως χαρά, δίχως καλοσύνη…

 Θέλγητρα δεν έχει γι’ αυτούς η ζωή, κουράζονται εύκολα, γερνάνε γρήγορα. Γιατί μέσα τους δεν υπάρχει δύναμη, φως, αρμονία. Αλλά διχασμός, τύψεις, ερημία...




Γίνονται μίζεροι, βάναυσοι, μισαλλόδοξοι, κακοί. Έχουν χάσει μαζί με τη χαρά της ζωής και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όλοι τους φταίνε, επειδή είναι βαθιά δυσαρεστημένοι με τον εαυτό τους. 

Πικραμένοι, απογοητευμένοι, κουρασμένοι, επειδή δεν μπορούν να υπερνικήσουν την αντίφαση που τους φθείρει, τα βάζουν με τους άλλους (προπάντων με όσους έχουν πραγματοποιήσει στη ζωή τους εκείνο που αυτοί δεν κατορθώσανε), με μια επιθετικότητα, με μια κακεντρέχεια, με ένα μίσος που μένουν ανεξήγητα για τον κοινό παρατηρητή.


 Κατά βάθος αντιπαθούνε τον εαυτό τους. Τους έχει γίνει ανυπόφορος (με τη δειλία, τις προδοσίες, την υποκρισία του), και για τούτο δεν υποφέρουν κανένα. Όταν μάλιστα μας βλέπουν ακμαίους, αισιόδοξους, ευτυχείς, η δυστυχία τους πολλαπλασιάζεται. Καθώς και η κακότητά τους….


Ε.Π. Παπανούτσος. (1984).
 Πρακτική Φιλοσοφία.
 Αθήνα: Δωδώνη.
via

Το καλύτερο φυσικό φάρμακο για κάθε ασθένεια



   O έρωτας, λένε οι επιστημονικές έρευνες, που αγγίζει σώμα, πνεύμα, ψυχή είναι το καλύτερο φυσικό φάρμακο για κάθε ασθένεια.
Δεν μπορείς να τον προγραμματίσεις, αφού παρά την εξέλιξη της επιστήμης, η μαγεία της έλξης και της ερωτικής επαφής, οι λειτουργίες του εγκεφάλου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Σίγκμουντ Φρόυντ και Βίλχεμ Ράιχ, παραμένουν σχεδόν ανεξιχνίαστες.
Το πιο σπουδαίο με τις σεξουαλικές σχέσεις είναι πως δεν προσφέρουν μόνο τη χαρά της επαφής με ένα άλλο σώμα ή τη γοητεία μιας νίκης -της νίκης κατά της εγωπάθειας και εσωστρέφειας- δεν αποκαλύπτουν απλώς τον άλλο βαθιά-ουσιαστικά, αλλά και υγεία και δύναμη και θετική ψυχολογία.
Ο έρωτας, όταν είμαστε ερωτευμένοι, λειτουργεί θεραπευτικά σε όλα τα επίπεδα: στο πνευματικό, στο ψυχικό και στο σωματικό. Από αυτές ακριβώς τις διαπιστώσεις ο φιλόσοφος, σεξολόγος και επαναστάτης Βίλχεμ Ράιχ κατέληξε στο συμπέρασμα πως η εξουσία απαγορεύει το σεξ ή το πλημμυρίζει με ενοχές, επειδή αδυνατεί να συνυπάρξει με ανθρώπους ικανοποιημένους, δηλαδή ελεύθερους.

Γιατί, άραγε, να είναι απαγορευμένο να διακηρύσσει κάποιος την ευτυχία του, όταν δεν είναι νομίμως και νομότυπα δηλωμένη; Η σεξουαλική επαφή ακόμη και σήμερα χρειάζεται δικαιολογίες…
Στη «θεϊκή προέλευση» του έρωτα συνηγορούσε ο δάσκαλος της αυτογνωσίας, ο Όσσο, ο μεγάλος ψυχολόγος Νταίηβιτ Κούπερ και συνηγορεί ακόμη και σήμερα ένας Ορθόδοξος ιερέας, ο Πατέρας Φιλόθεος Φάρος.

Οι ωφέλειες του έρωτα
Ο υγιής έρωτας, αυτός που ενώνει δύο διαφορετικούς ανθρώπους που έχουν πλησιάσει και αγγίξει ο ένας τον άλλο συμβάλλει:
  • Στη μακροζωία
Σε κάνει να νιώθεις συνολική ευεξία, να είσαι ευδιάθετος και τρυφερός, να θέλεις χάδια και αγκαλιές, γεγονός που οφείλεται στην οξυτοκίνη που αυξάνεται κατά την ερωτική επαφή.
  • Στην καλή κυκλοφορία του αίματος

  • Βοηθά την αύξηση της ροής του αίματος στον εγκέφαλο αλλά και στα υπόλοιπα όργανα του σώματος και κυρίως στην καρδιά.
  • Στον καταπολέμηση της κατάθλιψης και του πόνου
Ο έρωτας λειτουργεί ως πραγματικό παυσίπονο, κάτι που εξηγείται επιστημονικά: πριν τον οργασμό αυξάνεται πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα η οξυτοκίνη, που προκαλεί έκκριση ενδορφινών, οι οποίες λειτουργούν ψυχοτρόπα. Το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε βαθιά αισιόδοξοι, να μειώνονται οι πονοκέφαλοί μας, οι ημικρανίες, οι πόνοι ακόμη και από τα αρθριτικά.
  • Στην πρόληψη της γρίπης και του κρυολογήματος

  • Η ερωτική επαφή αυξάνει κατά 30% την παραγωγή ανοσοσφαιρίνης Α, η οποία είναι υπεύθυνη για την προστασία διάφορων παθογόνων οργανισμών.
  • Στην παραγωγή τεστοστερόνης
Η συχνή σεξουαλική δραστηριότητα αυξάνει τα επίπεδα τεστοστερόνης και οιστρογόνων σε άνδρες και γυναίκες, με αποτέλεσμα να εκτοξεύεται η λίμπιντος και να ενισχύονται οστά και μυς.
  • Στην υγεία του προστάτη
Η συχνή εκσπερμάτιση συμβάλλει στη μείωση των πιθανοτήτων για καρκίνο του προστάτη, αφού αποφορτίζει την υπερβολική συγκέντρωση τεστοστερόνης.
  • Στην απώλεια βάρους
Προσφέρεται αντί της καθιερωμένης άσκησης: κατά την ερωτική επαφή καίγονται περίπου 200 θερμίδες που ισοδυναμούν με 15 λεπτά τρέξιμο σε διάδρομο γυμναστηρίου

  • Στη γενική ομορφιά
Στη διάρκεια της ερωτικής επαφής, ευνοείται η έκκριση οιστρογόνων στις γυναίκες τα οποία αυξάνουν την ποσότητα κολλαγόνου που είναι πολύτιμο συστατικό για μια τέλεια επιδερμίδα.
via

Έρωτας VS sex




  «Η μετάβαση από την επιθυμία στον έρωτα γίνεται με ένα είδος ενοφθαλμισμού: μπολιάζεται το άγριο δέντρο, η φυσική ορμή, με ένα ήμερο κλαδί, προϊόν μακράς και επίπονης καλλιέργειας, δηλαδή με την τρυφερότητα, τη στοργή, την εμπιστοσύνη, τον θαυμασμό. Και τα τρία θα τα έλεγα με μια λέξη: «αγάπη»






 (…) κι αν το μπόλι πιάσει (δυστυχώς πιάνει πολύ σπάνια), αναπτύσσεται ένα νέο φυτό, που δίνει θαυμάσια λουλούδια: ο έρωτας. Του άγριου δέντρου οι χυμοί από εδώ και πέρα τρέφουν αυτό το «άλλο», που είναι βέβαια συγγενές προς το βασικό, αλλά συνάμα και διαφορετικό –από την επιθυμία γεννιέται ο έρωτας».








«Πρέπει, λοιπόν, να προστεθεί στη φυσική ορμή κάτι το καθαρό και πολύ ανθρώπινο: αγάπη, να παρέμβει στον οργανικό αναπαλμό μια ευγενής ευαισθησία, μια βαθιά συγκίνηση, μια υψηλή ροπή (έξαρση), για να γίνει η μετατροπή της επιθυμίας σε έρωτα. (…) Η επιθυμία είναι κεντρομόλος, ο έρωτας φυγόκεντρος. Για τη φυσική ορμή ο «άλλος» είναι «αντικείμενο» που υπάρχει και λογαριάζεται μόνο ως μέσο για την ικανοποίηση μιας «δικής» μου ανάγκης. Ο άνθρωπος που επιθυμεί είναι γεμάτος από την επιθυμία του, αυτή μόνο τον ενδιαφέρει και τον απασχολεί, αυτή δεσπόζει στις σχέσεις του με τους άλλους. Ο ορίζοντας της ψυχής του είναι κλειστός. Στον έρωτα η ροπή αντιστρέφεται, η κίνηση διευθύνεται προς έναν αυθύπαρκτο «άλλο», που καλεί το «εγώ» να στραφεί προς αυτόν και να ενωθεί μαζί του».






«Η επιθυμία είναι για τον έρωτα αναγκαία αλλά όχι και επαρκής συνθήκη, υπάρχει χωρίς τον έρωτα, ο έρωτας όμως δεν υπάρχει χωρίς αυτήν».





«Όταν κατακτήσετε το μεγάλο αγαθό του έρωτα μην αναπαυτείτε στις δάφνες σας, είναι δυσκολότερο ακόμη να το διατηρήσετε (…) ο έρωτας μοιάζει με την ελευθερία σε τούτο: ότι είναι ένα προνόμιο, που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεις στην πράξη ότι το αξίζεις».


Ε.Π. Παπανούτσος. (1984). 
Πρακτική Φιλοσοφία. 
Αθήνα: Δωδώνη,
via

[full_width]




Scroll To Top