Η χειρότερη παγίδα, είναι η προσκόλληση στα κεκτημένα και στις επιθυμίες - Jorge Bucay





  Ο φτωχός στερείται πολλά πράγματα που ποτέ του δεν ονειρεύτηκε ν’ αποκτήσει. Ο φιλάργυρος, ο πλεονέκτης και ο μίζερος στερούνται όλα όσα κεντρίζουν τις ανικανοποίητες επιθυμίες τους.

Σενέκας

  Αυτή είναι για μένα – και για όλους σχεδόν – η δυσκολότερη πρόκληση.
  Και είναι φυσικό να είναι έτσι, με δεδομένο ότι για την πλειονότητα των πνευματικών δασκάλων, η δυσκολία αυτής της δοκιμασίας ισοδυναμεί με το βάρος που μας κρατά δεμένους μακριά από την οριστική γνώση της αλήθειας.
Είναι η χειρότερη παγίδα, αυτή της προσκόλλησης στα κεκτημένα και σε κάποια επιθυμία μας.
Άλλοι θέλουν ένα σπίτι λίγο πιο μεγάλο, έναν μεγαλύτερο λογαριασμό στην τράπεζα, λίγη παραπάνω φήμη, ένα καλύτερο όνομα ή ακόμα περισσότερη εξουσία. Άλλος θέλει να φτάσει να γίνει πρόεδρος, άλλος πρωθυπουργός κι άλλη Μις Κόσμος.
Αυτή η πρόκληση ξεπερνιέται μόνο αν βρούμε το κουράγιο να ξεφορτωθούμε ορισμένα απ’ αυτά τα πράγματα, και καταφέρουμε να παραιτηθούμε, αν χρειαστεί, από τα ματαιόδοξα σχέδιά μας.
Ο άνθρωπος που αναζητά πρέπει να μάθει ότι όλα όσα επιθυμεί – κι εκείνα ακόμα που δεν έχει σκεφτεί να επιθυμήσει – ίσως και να τα’ αποκτήσει μια μέρα. Δεν μπορεί, όμως, ν’ αλλάξει το γεγονός ότι αυτά τα πράγματα, οι τόποι ή οι δεσμοί φέρνουν χαρές τόσο κίβδηλες, όσο κι αυτά τα ίδια τα πράγματα.

Λένε οι σούφι:

Το μόνο πολύτιμο πράγμα που έχεις, είναι αυτό που δεν θα μπορούσες να χάσεις σ’ ένα ναυάγιο.





Αν το δεχτούμε ως αληθές, πρέπει να συμπεράνουμε ότι μόνο τα ελάχιστα που μπορούν να διασωθούν από μια ολοκληρωτική καταστροφή είναι αληθινά πολύτιμα. Αυτό, όμως, παρόλο που ακούγεται τραγικό ή δύσκολο, δεν αποτελεί απαραιτήτως πρόβλημα, διότι μια μεγάλη καρδιά ξέρει να γεμίζει με λίγα – όπως τονίζει ο Αντόνιο Πόρτσια.
Η αποδέσμευση από αγαπημένα πράγματα είναι, όπως είπα, η πιο περίπλοκη δοκιμασία για τον άνθρωπο που αναζητά.
Είναι ένα μάθημα που δεν διδάσκεται αλλά εξασκείται, δεν ορίζεται αλλά βιώνεται, δεν είναι αντικείμενο αδιαφορίας αλλά υπέρβασης, κατακτάται, όχι όμως από φόβο προς την εξάρτηση.


Από την άγνοια στη σοφία
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ
via

Η σχέση αυτή έχει τελειώσει - Jorge Bucay




  – Θα ήθελα να ξέρω πότε καταλαβαίνεις ότι μία σχέση έχει τελειώσει;
  -Αν μου επιτρέπεις θα σου απαντήσω με τον τρόπο που γνωρίζω, λέγοντάς σου μια ιστορία.
  -Μα, φυσικά.

  -Μία φορά και έναν καιρό, ήταν μια πριγκίπισσα η οποία έψαχνε έναν σύντροφο που να είναι αντάξιός της και να την αγαπάει πραγματικά. Έτσι λοιπόν, σκαρφίστηκε τον εξής τρόπο για να τον βρει. Εκείνος, ο οποίος θα κατάφερνε να σταθεί δίπλα στον τοίχο του παλατιού όπου ζούσε, για 365 μέρες χωρίς να μετακινηθεί ούτε για μία μέρα, θα κέρδιζε την καρδιά της.
Χιλιάδες άνδρες εμφανίστηκαν να διεκδικήσουν την αγάπη της πριγκίπισσας και κατ’ επέκταση τον θρόνο. Με την πρώτη χιονοθύελλα οι μισοί από αυτούς έφυγαν. Όταν ήρθε ο καύσωνας έφυγαν οι μισοί από αυτούς που είχαν μείνει και όταν τελείωσαν τα τρόφιμα και τα μαξιλάρια κουρέλιασαν εξαφανίστηκαν και οι μισοί από τους υπόλοιπους. Η «δοκιμασία» τους είχε ξεκινήσει την πρώτη μέρα του χρόνου και όταν έφτασε επιτέλους ο Δεκέμβριος και μαζί του ο χιονιάς, είχε μείνει μόνο ένας άνδρας. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλείψει την θέση τους σκεπτόμενοι ότι κανενός είδους αγάπη δεν αξίζει την κούραση και την πλήξη που πέρασαν. Μόνο ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος ανέκαθεν λάτρευε την πριγκίπισσα, είχε μείνει άγρυπνος φρουρός δίπλα στον τοίχο, υπομένοντας καρτερικά να περάσουν οι 365 μέρες. Η πριγκίπισσα, η οποία ένιωθε απέχθεια για όλους αυτούς που είχαν μπει στην «δοκιμασία» της, όταν είδε ότι αυτός ο νεαρός επέμενε και δεν παραιτούνταν τον είδε με διαφορετικά μάτια. Σκέφτηκε ότι μπορεί και να την αγαπά πραγματικά κι έτσι θέλησε να τον παρακολουθήσει κρυφά. Τον κοιτούσε από μακριά τον Οκτώβριο, πέρασε μυστικά από μπροστά του τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του προσέφερε λίγο νερό και λίγο φαγητό μεταμφιεσμένη σε χωριατοπούλα. Εκείνη τη στιγμή τον κοίταξε στα μάτια και είδε το καθαρό του βλέμμα. Μετά από όλα αυτά λοιπόν είπε στον πατέρα της: «Πατέρα, νομίζω ότι τελικά θα παντρευτώ. Επιτέλους θα δεις εγγόνια. Αυτός ο άνδρας με αγαπά πραγματικά.».



Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ από τα λόγια της κόρης του και ξεκίνησε να ετοιμάζει τον γάμο. Είχε φροντίσει να ενημερώσει και τον νεαρό μέσω των φρουρών του ότι τον περίμενε στο παλάτι να μιλήσουν την 1η Ιανουαρίου, αφού θα είχαν περάσει οι 365 μέρες. Όλα ήταν έτοιμα, ολόκληρη η πόλη χαιρόταν για την πριγκίπισσα και όλοι περίμεναν με αγωνία την πρώτη μέρα του νέου χρόνου. Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου ο νεαρός άνδρας μετακινήθηκε από τον τοίχο και έφυγε. Δεν έμεινε ώστε να ολοκληρωθεί η δοκιμασία ύστερα από όλο αυτό τον καιρό. Πήγε στο σπίτι του να δει την μητέρα του. Η μητέρα του, όταν τον είδε, του είπε: «Παιδί μου, αγαπούσες την πριγκίπισσα τόσο πολύ. Ήσουν εκεί 364 νύχτες. Έμεινες 365 ημέρες και την τελευταία νύχτα έφυγες. Γιατί; Τι έγινε; Δεν μπορούσες να κρατηθείς άλλη μια νύχτα;». Και ο νεαρός της απάντησε: « Μητέρα ξέρεις κάτι; Έμαθα ότι η πριγκίπισσα με είχε δει, με είχε διαλέξει και είχε πει και στον βασιλιά ότι θα με παντρευτεί. Παρ’ όλα αυτά δεν με λυπήθηκε που υπέφερα. Δεν μπορούσε να με γλυτώσει από μία νύχτα μαρτυρίου ενώ είχε την δυνατότητα να το κάνει; Γνώριζε ότι πονούσα και υπέφερα και μπορούσε να μου χαρίσει μια νύχτα αλλά δεν το έκανε. Αξίζει, μητέρα, την πραγματική μου αγάπη κάποιος που κάνει κάτι τέτοιο;».





Όταν είσαι σε μία σχέση και συνειδητοποιείς ότι ο άλλος δεν σε προστατεύει από τον πόνο και το μαρτύριο ενώ έχει την δυνατότητα να το κάνει, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό συμβαίνει επειδή η σχέση αυτή έχει τελειώσει.

Jorge Bucay
Απομαγνητοφώνηση συνέντευξης του Jorge Bucay



via

H επιβράβευση του χαραμοφάη


  Κι όμως! Εγώ με την οικονομική κρίση περνάω καλύτερα!
  Δεν είμαι ούτε πλούσιος, ούτε πολιτικός, ούτε έχω ενεχυροδανειστήριο χρυσού, ούτε είμαι Γερμανός, που ζω στην Ελλάδα. Απλά, δεν... ακολούθησα τις συμβουλές των γονιών μου.
  ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΚΑΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ, ποτέ δεν αγόρασα σπίτι ή εξοχικό για τα παιδιά μου, ποτέ δεν πήρα στεγαστικό δάνειο ούτε αγόρασα αξιοπρεπές αυτοκίνητο, για να παρέχω ασφάλεια και άνεση στην οικογένειά μου.
ΕΓΩ ΞΟΔΕΥΑ ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΛΕΦΤΑ στα μπαρ, στις ταβέρνες, στα εστιατόρια, στα μπουζούκια, στα ρούχα και στα ταξίδια. «Έφαγα» ακόμα και την κληρονομιά, που μου άφησαν οι γονείς μου, στη διασκέδαση και στην καλοπέραση.
Στο σχολείο, όταν οι συμμαθητές μου διάβαζαν, εγώ έκανα κοπάνες και τελικά, επειδή είχα μέσον (τότε δεν υπήρχε ο ΑΣΕΠ), διορίστηκα στο δημόσιο, δεν έφαγα άσκοπα τα χρόνια μου σε πτυχιακές και μεταπτυχιακά, δεν ξέρω τί σημαίνει η λέξη λειτουργικά έξοδα, βιωσιμότητα, ούτε ξέρω, τί είναι το ΣΔΟΕ, ούτε τί είναι το κλείσιμο βιβλίων. Αρκετοί από τους συμμαθητές μου δεν βρήκαν ποτέ καλύτερη δουλειά από μένα ή τελικά απολύθηκαν. Όσοι έγιναν ελεύθεροι επαγγελματίες, ζούν μ' ένα καθημερινό τρόμο ή φυτοζωούν ή φαλήρισαν.
Εγώ αντίθετα δεν ήμουν ποτέ, αυτό που λένε «νοικοκύρης» και τελικά, με την οικονομική κρίση και τα «δίκαια» μέτρα που έχουν ληφθεί, δικαιώθηκα! Μπορεί να έχω υποστεί μείωση στο μισθό μου, αλλά αν τα βάλεις κάτω, περνάω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους!
Έχουμε και λέμε λοιπόν: μένω σ' ένα καταπληκτικό σπίτι, το οποίο πριν την κρίση δεν θα μπορούσα με τίποτα να νοικιάσω, άσε που ο ιδιοκτήτης, όποτε του δίνω το ενοίκιο στην ώρα του, με κοιτάει στα μάτια, σαν να βλέπει τη Μόνικα Μπελούτσι με μαγιό! Έχω αγοράσει αυτοκίνητο με λίγα χρήματα, μεταχειρισμένο μεν (1600 cc), αλλά πολύ καλύτερο απ΄ αυτό που οδηγούσα προ κρίσης.
Και βέβαια, επειδή δεν έχω ακίνητη περιουσία και άρα τίποτα στο όνομα μου, δεν πληρώνω κανένα χαράτσι, ανήκω δηλαδή, στις λεγόμενες ευπαθείς ομάδες! ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ χαράτσια στη ΔΕΗ, δεν πληρώνω τέλος επιτηδεύματος, δεν πληρώνω εισφορά αλληλεγγύης, ούτε φόρο ακίνητης περιουσίας, αλλά πρακτικά, ούτε και φόρο εισοδήματος, γιατί μου τα κρατάει το κράτος από το μισθό μου. Ο,τι παίρνω, είναι καθαρά στο χέρι.
Άσε που και η διασκέδαση έχει γίνει πιο φθηνή σε κάποια καταστήματα και ξενοδοχεία. Από την άλλη πλευρά, βλέπω τους ταλαίπωρους φίλους και συγγενείς μου, που όλ' αυτά τα χρόνια έκαναν οικονομίες, πήραν δάνεια, για ν' αγοράσουν ένα σπίτι ή ένα οικόπεδο για την οικογένειά τους, ή δεν «έφαγαν» την κληρονομιά που τους άφησαν οι γονείς τους. ΤΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ;; Τώρα βρίσκονται σε απόγνωση και κινδυνεύουν να χάσουν σπίτια, αυτοκίνητα, εξοχικά, όλα!
Ενώ εγώ, όχι μόνον δεν στερήθηκα τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά γλέντησα με την ψυχή μου, πέρασα καλά και τώρα περνάω καλύτερα! Επειδή μάλιστα είμαι μεγαλόψυχος, δεν θα τους αποκαλέσω κορόϊδα, παρόλο που εκείνοι, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, με χαρακτήριζαν ως ανεπρόκοπο, χαραμοφάη και «χαμένο κορμί». Το μόνο που θα τους πω, είναι, ότι στην Ελλάδα της κρίσης, δεν ισχύει η γνωστή παροιμία «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν», γιατί εγώ «ούτε μαγείρεψα και βέβαια ούτε πείνασα» και ειδικά τα τελευταία χρόνια, περνάω μπεσαλίδικα!
Τό ότι δεν σπούδασα, με γλύτωσε από άσκοπα έτη σπουδών (χάσιμο χρόνου) και άσκοπα έξοδα. Εγώ αντιθέτως εργαζόμουν κι΄ έτσι σύντομα θα πάρω σύνταξη, και θα ξύνω τα «παπ...ρια» μου, περνώντας φίνα, ενώ αντίθετα, οι σπουδασμένοι συμμαθητές μου θα εργάζονται και θα πληρώνουν ΤΕΒΕ, κλπ. ασφαλιστικές εισφορές, μέχρι τα 67 τους.;
Ένας τέως αποτυχημένος και ΝΥΝ ΠΟΛΥΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΣ,
για να μαθαίνετε,... και να μη με ζηλεύετε !!!!
Πηγή: capital.gr

Το «παχύ πρωτεύον»




  Σε σύγκριση με τους πιο κοντινούς συγγενείς μας, ακόμη και οι άνθρωποι με έξι πακέτα κοιλιακών έχουν σημαντικά αποθέματα λίπους. Ενώ άλλα πρωτεύοντα έχουν λιγότερο από 9% σωματικό λίπος, ένα υγιές εύρος για τους ανθρώπους είναι οπουδήποτε μεταξύ 14% έως 31%.
Για να καταλάβουν πώς ο άνθρωπος έγινε το λιπαρό πρωτεύον, η Swain-Lenz, ο βιολόγος Greg Wray και άλλοι συνέκριναν δείγματα λίπους από ανθρώπους, χιμπατζήδες και ρέζους μακάκους. Χρησιμοποιώντας μια τεχνική που ονομάζεται ATAC-seq, σαρώθηκε το γονιδίωμα κάθε είδους για διαφορές ως προς τον τρόπο συσκευασίας του DNA των λιποκυττάρων.
Συνήθως το μεγαλύτερο μέρος του DNA εντός ενός κυττάρου συμπυκνώνεται σε πηνία και βρόχους και περιτυλίγεται σφιχτά γύρω από τις πρωτεΐνες, έτσι ώστε μόνο ορισμένες περιοχές DNA να είναι αρκετά χαλαρά συσκευασμένες για να είναι προσιτές στον κυτταρικό μηχανισμό που ενεργοποιεί και απενεργοποιεί τα γονίδια.
Οι ερευνητές εντόπισαν περίπου 780 περιοχές DNA που ήταν προσιτές στους χιμπατζήδες και τους μακάκους, αλλά ήταν αυξημένες στον άνθρωπο. Εξετάζοντας λεπτομερώς αυτές τις περιοχές, η ερευνητική ομάδα παρατήρησε ένα επαναλαμβανόμενο απόσπασμα DNA που βοηθάει στη μετατροπή του λίπους από έναν τύπο στον άλλο.
Το μεγαλύτερο μέρος του λίπους αποτελείται από άσπρο λίπος που αποθηκεύει θερμίδες. Είναι αυτό που συσσωρεύεται γύρω από τη μέσης μας. Από την άλλη πλευρά, εξειδικευμένα λιπώδη κύτταρα που ονομάζονται μπεζ και καστανό λίπος μπορούν να κάψουν θερμίδες αντί να το αποθηκεύσουν για να παράγουν θερμότητα και να μας κρατήσουν ζεστούς.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους είμαστε τόσο παχύ είδος, σύμφωνα με την έρευνα, είναι ότι οι περιοχές του γονιδιώματος που βοηθούν στη μετατροπή του λευκού λίπους σε καφέ ήταν ουσιαστικά κλειδωμένες στους ανθρώπους αλλά όχι στους χιμπατζήδες.
Οι άνθρωποι, όπως οι χιμπαντζήδες, χρειάζονται λίπος σε καταστάσεις πείνας. Αλλά οι πρώτοι άνθρωποι μπορεί να χρειάζονταν το λίπος και για άλλο λόγο, είπαν οι ερευνητές – ως μια πρόσθετη πηγή ενέργειας για να τροφοδοτήσουν τους αναπτυσσόμενους, πεινασμένους εγκεφάλους.
Στα 6 έως 8 εκατομμύρια χρόνια από τότε που οι άνθρωποι και οι χιμπατζήδες ξεχώρισαν, οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί σε μέγεθος. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος χρησιμοποιεί περισσότερη ενέργεια, -ανά μονάδα βάρους-, από οποιοδήποτε άλλο ιστό. Το να κατευθύνουν τα λιπώδη κύτταρα προς το άσπρο λίπος που αποθηκεύει θερμίδες αντί για το καφέ λίπος που καταναλώνει θερμίδες, έδινε στους προγόνους μας ένα πλεονέκτημα επιβίωσης.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Genome Biology and Evolution.
 via

Η ελαφρότητα του πιστεύειν




  Δυο λογικές αντιφάσεις για την έννοια “Θεός”






  Μια μέρα έκανα σε μια θρησκευόμενη φίλη-μου την εξής ερώτηση: «Τι θα σήμαινε για σένα», της είπα, «αν γινόταν μια μέρα κατανοητό — αδιαμφισβήτητα όμως — οτι ο Θεός δεν υπάρχει;» Η φίλη-μου, αφού σκέφτηκε για λίγο την ερώτησή μου, απάντησε: «Θα αισθανόμουν λύπη, γιατί αυτό θα σήμαινε οτι ο κόσμος δεν είναι και τόσο όμορφος όσο ήμουν πεπεισμένη οτι είναι, και απογοήτευση, γιατί επίσης θα σήμαινε οτι όλον αυτόν τον καιρό είχα πιστέψει σε ιδέες που ήταν λάθος. Θα αισθανόμουν επίσης λύπη για τα πρόσωπα που αγαπώ, κ’ ιδιαίτερα για τους γονείς-μου, γιατί κ’ εκείνοι έχουν ζήσει όλη τη ζωή-τους πιστεύοντας σε κάτι λανθασμένο. Αλλά πες-μου, εσύ τι θα έλεγες; Πώς θα αισθανόσουν εσύ αν μάθαινες μια μέρα οτι ο Θεός υπάρχει;»

Έτσι η φίλη-μου αναποδογύρισε την ερώτησή μου, και μου τη σέρβιρε για να την απαντήσω. Έκανα εκείνη την ώρα κάποια προσπάθεια να δώσω μια απάντηση, αλλά δεν έμεινα ικανοποιημένος. Θα ήθελα λοιπόν να επιχειρήσω να δώσω μια πιο εμπεριστατωμένη απάντηση στην ερώτηση της φίλης-μου, σε ότι ακολουθεί.

Ας σημειώσουμε πρώτα οτι ενώ είναι αδύνατο να μάθουμε τελειωτικά οτι ο Θεός δεν υπάρχει (γιατί πώς θα μπορούσαμε εμείς, οι κοινοί θνητοί, να πιστέψουμε ποτέ πως ξέρουμε αναμφισβήτητα οτι ο Θεός δεν υπάρχει, αν ένα παντοδύναμο ον σαν τον Θεό θέλει να παραμένει για πάντα κρυμένο από μας;), εντούτοις είναι δυνατό να φανταστούμε ένα σενάριο κατά το οποίο μαθαίνουμε χωρίς αμφιβολία οτι ο Θεός υπάρχει: απλούστατα, ο Θεός αποκαλύπτεται με κάποιον φυσικό τρόπο· για παράδειγμα, ανακαλύπτουμε πως όταν κοιτάζουμε το Γαλαξία-μας από μια ορισμένη οπτική γωνία (έξω από το Γαλαξία), βλέπουμε οτι μια ομάδα άστρων σχηματίζει τη λέξη «ΥΠΑΡΧΩ» (σε σκέτα ελληνικά!). Σαχλό, ε; Είμαι βέβαιος οτι ο αναγνώστης μπορεί να σκεφτεί τουλάχιστον εκατό πιο σοβαρά παραδείγματα κατά τα οποία ο Θεός αποκαλύπτεται στην ανθρωπότητα με κάποιον αδιαμφισβήτητο τρόπο. Ορίστε λοιπόν: τώρα όλοι ξέρουμε οτι ο Θεός πράγματι υπάρχει. Πώς θα αισθανόταν ένας άθεος μ’ αυτήν την εξέλιξη;

Η πρώτη-μου αντίδραση θα περιγραφόταν από ένα επίθετο σαν το αποσβολωμένος. Όχι, όχι ακριβώς απογοητευμένος σαν τη φίλη-μου, αλλά τελείως έκπληκτος. Κατάπληκτος. Εμβρόντητος. Άναυδος. Πώς μπορούσα να είμαι τόσο λάθος, και για τόσο πολύ καιρό! Δεν θα αισθανόμουν λυπημένος, γιατί, αντίθετα από τη φίλη-μου, δεν περιμένω να είναι καλύτερος ο κόσμος με ή χωρίς την ύπαρξη του Θεού· ούτε απογοητευμένος, γιατί για ν’ ακριβολογώ δεν “πιστεύω” σε ιδέες, απλώς προσπαθώ να επιλέγω την εξήγηση που ταιριάζει καλύτερα στα δεδομένα που μου είναι γνωστά ανά πάσα στιγμή. Έχω μια κάποια περιέργεια και θέλω να ξέρω τι είναι σωστό και τι λάθος, αυτό είναι όλο· εξ ου και η έκπληξή μου για τη βαρύτατή μου παρανόηση του κόσμου στον οποίο ζω. Λίγο θυμωμένος, μήπως, με την ανικανότητά μου να συμπεράνω μέσω συλλογισμών αυτό που εκατομμύρια άλλοι πριν από μένα έχουν πιστέψει χωρίς να καταφύγουν στη λογική; Ίσως, λίγο.

Μόλις ξεπερνούσα το πρώτο σοκ της νέας γνώσης, η αντίδρασή μου θα ήταν να θέλω να ρωτήσω τον Θεό ένα τσουβάλι ερωτήσεις. Στο κάτω-κάτω, αν ο Θεός ήταν τόσο ευγενικός ώστε να μπει στον κόπο να μας αποκαλυφθεί, δεν θα ήταν ανακόλουθο αν στη συνέχεια απέφευγε ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις-μας; Θα προσπαθήσω να αναπτύξω δυο μόνο από τις ερωτήσεις που θα με βασάνιζαν ιδιαίτερα, παρακάτω.



Η πιο σημαντική ερώτηση που θα ήθελα να ρωτήσω το Θεό, νομίζω, θα ήταν εκείνη που αφορά το χρόνο.Συγκεκριμένα, δεν θα μπορούσα να καταλάβω ποια είναι η σχέση του Θεού με το χρόνο.


Αγαπητέ Θεέ, υπάρχετε μέσα στο χρόνο, ή εκτός αυτού;


Γνωρίζω πολύ καλά το οτι αυτή είναι μια αρχαία ερώτηση — ο Θωμάς Ακινάτης (Thomas Aquinas) είναι γνωστός για το οτι την είχε διατυπώσει — αλλά δεν νομίζω οτι η ερώτηση έχει απαντηθεί ικανοποιητικά· τουλάχιστον όχι κατά τα δικά-μου γούστα, δοσμένης της τρέχουσας γνώσης-μας περί χρόνου, που είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της εποχής του Θωμά Ακινάτη (1224–1274).

Ας υποθέσουμε προσωρινά οτι ο χρόνος δεν είναι κάτι που αφορά τον Θεό, που σημαίνει οτι ο χρόνος είναι μια ιδιότητα του κόσμου-μας, άρρηκτα δεμένη με την ύπαρξη του χώρου, της ενέργειας, και της μάζας. Με άλλα λόγια, ο χρόνος δεν είναι κάποια απόλυτη και αφηρημένη έννοια που κυλάει ανεξάρτητα από το υλικό σύμπαν, και δεν υπάρχει κανένα παγκόσμιο (Νευτώνειο) ρολόι που μετρά τους χτύπους είτε το σύμπαν υπάρχει είτε όχι. Αντίθετα, για να μπορούμε να μιλήσουμε για χρόνο χρειαζόμαστε την ύπαρξη γεγονότων, και τα γεγονότα συνεπάγονται ένα κάποιο είδος υλικού, που κάνει το γεγονός πραγματικότητα. Η ανυπαρξία υλικών σωματιδίων σημαίνει οτι τίποτα δεν συμβαίνει, συνεπώς έτσι δεν νοείται χρόνος. Άρα, ο χρόνος είναι μια υλική οντότητα κατ’ αυτήν την άποψη, τόσο υλική όσο και ο χώρος, η μάζα, και η ενέργεια. (Αυτή είναι και η άποψη της συγχρονης φυσικής, παρεμπιπτόντως.) Υποθέτουμε, συνεπώς, οτι ο Θεός ζει έξω από τον υλικό χρόνο, και δεν περιορίζεται από τις φυσικές ιδιότητες του χρόνου, όπως αρμόζει εάν ο Θεός είναι μια μη-υλική οντότητα.

Πιο εύκολο να το λέει κανείς παρά να το φαντάζεται. Πώς μπορεί να είναι έτσι; Η έννοια “Θεός άνευ χρόνου” σημαίνει, πρώτα και κύρια, μια μη-νοήμονα οντότητα. Μιλάμε για έναν Θεό χωρίς μυαλό! Γιατί; Διότι μια από τις πιο σπουδαίες ιδιότητες που αποδίδουμε σ’ ένα νου είναι εκείνη της μνήμης: αισθανόμαστε οτι είμαστε τα ίδια άτομα με αυτά που ήμασταν και χθες επειδή διαθέτουμε μια μνήμη μακράς διάρκειας που αποθηκεύει γεγονότα όχι μόνο χθεσινά, αλλά επίσης και προηγουμένων μηνών και ετών, φτάνοντας μέχρι την παιδική-μας ηλικία. Αφαιρέστε αυτήν τη μνήμη από ένα νου, και αυτό που θα πάρετε θα είναι ένα άμυαλο αυτόματο, ένας μηχανισμός λιγότερο ενδιαφέρων από το νευρικό σύστημα ενός στρειδιού, ή ενός γαιοσκώληκα. Αυτό το οποίο μας φαίνεται σαν το οτι “ο χρόνος κυλάει” (ή σαν: “το βέλος του χρόνου”, που δείχνει από το παρελθόν στο μέλλον) είναι ένα παράγωγο του νου-μας, που διαθέτει μια μνήμη μακράς διάρκειας ικανή να συγκρίνει και να ταξινομεί γεγονότα σε χρονική σειρά. Έτσι λοιπόν, έχω την εξής αλληλουχία σκέψεων: ένας νους χρειάζεται την ύπαρξη μνήμης· η μνήμη δουλεύει υποχρεωτικά μέσα στο χρόνο· άρα, αν απαλείψουμε το χρόνο από την όλη εικόνα, δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια “νους”. Όμως τι άλλο είναι ο Θεός παρά ένας Υπερνούς; Ένας Θεός χωρίς μνήμη λοιπόν; Κάποιος ο οποίος πραγματικά δεν ξέρει τίποτα, γιατί η γνώση συνεπάγεται μνήμη; Κάποιος που δεν μπορεί να θυμηθεί πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, για να μην πούμε πως του ζητάμε να θυμηθεί τη χθεσινή προσευχή του θρησκευόμενου ανθρώπου που έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες-του στο Θεό; Πώς μπορεί ένας τέτοιος Θεός που πάσχει από αμνησία να απαντήσει σε μια προσευχή; Πώς μπορεί να ειπωθεί οτι ένας ά-μυαλος Θεός έχει μια οποιαδήποτε σχέση με τον κόσμο-μας; Και πώς μπορούμε εμείς, στο κάτω-κάτω, να δεχτούμε ένα Θεό χωρίς χρόνο, συνεπώς χωρίς μνήμη, συνεπώς χωρίς νου, σαν τον αποδέκτη της λατρείας και της αφοσίωσής μας;

Θα πρέπει να σημειώσω εδώ οτι πολύς κόσμος θεωρεί αυτές τις ερωτήσεις στερούμενες νοήματος. Κατ’ αυτούς, η αντίφαση της ταυτόχρονης αποδοχής ενός Θεού με νου, κ’ ενός που υπάρχει ανεξάρτητα απ’ το χρόνο (που δεν περιλαμβάνει το χρόνο σαν ιδιότητά του) δεν είναι παρά μια σοφιστεία· μια άσκοπη φιλοσοφική άσκηση που τίθεται από κάποιον άθεο, ο οποίος σκοπό έχει να κλονίσει την ακεραιότητα της πίστης-τους. Όμως όχι ο υπογράφων. Για μένα, αντιφάσεις σαν κι αυτές απαιτούν μια λύση, τις ρωτώ ανυστερόβουλα, δεν προσπαθώ να φοβίσω κανέναν, και δεν μπορώ να κάνω πως κλείνω τα μάτια-μου μπροστά-τους. Υποθέτω πως σ’ αυτό το σημείο, όλοι όσοι προτιμούν να κλείνουν τα μάτια-τους και τ’ αφτιά-τους σε τέτοιες ερωτήσεις έχουν ήδη βγει απ’ αυτήν τη σελίδα, συνεπώς δεν βλάπτω κανέναν. Αυτή η σελίδα γράφτηκε για κείνους που, σαν κ’ εμένα, αναγνωρίζουν μια αντίφαση όταν τη συναντούν μπροστά-τους, απεχθάνονται την τακτική της στρουθοκαμήλου, και είναι πρόθυμοι να συλλογιστούν αυτά τα ερωτήματα και να βρουν μια λύση.

Κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν οτι ο χρόνος του σύμπαντός μας ξεδιπλώνεται ολόκληρος μπροστά στον Θεό — όλα τα γεγονότα, καί παρελθόντα καί μέλλοντα — οπότε ο Θεός δεν χρειάζεται να δράσει εντός του χρόνου, γνωρίζοντας σε τελική ανάλυση όλα τα γεγονότα που συνέβησαν και όλα όσα πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Υποθέτω πως αυτοί που έχουν αυτή την άποψη δεν πολυκατάλαβαν ποιο είναι το προβλημα: η γνώση συνεπάγεται νου, συνεπάγεται μνήμη, συνεπάγεται γεγονότα που συμβαίνουν στο νου εκείνον προκειμένου να διατηρήσουν τη μνήμη, συνεπάγεται χρόνο που ρέει και που καταγράφεται από αυτά τα γεγονότα. Θα ήθελα να μου εξηγηθεί πώς είναι δυνατόν κανείς να γνωρίζει και ταυτόχρονα ο νους-του να μην έχει καμία σχέση με τη διάσταση του χρόνου.

Άλλοι μου απάντησαν, αφού διάβασαν τα παραπάνω, οτι μπορεί λέει ο Νους του Θεού να χρησιμοποιεί (ή να υπάρχει σε) κάποια άλλη χρονική διάσταση, όχι τη δική-μας (όχι του σύμπαντός μας). Μα το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται απλώς με το να εξοστρακίζουμε το Θεό από το χρόνο του σύμπαντός μας. Οι έννοιες μνήμη και χρόνος είναι σύμφυτες: αν έχεις μνήμη, τότε χρειάζεσαι χρόνο (οποιοδήποτε χρόνο, κάποια διάσταση με τις υλικές ιδιότητες του χρόνου), άρα χρειάζεσαι υλικά σωματίδια μέσω των οποίων ο χρόνος αυτός καταγράφεται.

Θα σας πω τι, κατά τη γνώμη-μου, συνέβει στην πραγματικότητα, γιατί υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση που αποφεύγει όλες τις παραπάνω κακοτοπιές και αντιφάσεις. Από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι, και κυρίως οι πιστοί των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, φαντάστηκαν τον Θεό σαν έναν Υπερνού. Αλλά, ξέροντας πολύ λίγα ή τίποτα σχετικά με τη νόηση, δεν μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν την ιδέα οτι ένας νους (Υπέρ- ή κοινός) δεν μπορεί να υπάρξει σε άυλη κατάσταση, άρα οτι η έννοια “άυλος νους” είναι εγγενώς αντιφατική. Αν δεν ξέρει κανείς και πολλά σχετικά με τη νόηση, δεν βλέπει και καμιά αντίφαση. Αλλά όποιος βλέπει την αντίφαση, θα πρέπει ν’ απορρίψει την περίπτωση ενός ά-χρονου Θεού, γιατί θέλει ο Θεός-του να έχει τις ιδιότητες ενός Υπερνού (να είναι παντογνώστης, κλπ.).

Άρα, μπορούμε στη συνέχεια να εξετάσουμε την αντίθετη υπόθεση:

Ας παραδεχτούμε τώρα οτι ο Θεός υπάρχει μέσα στο χρόνο, ο οποίος είναι τόσο χαρακτηριστικό του Θεού, όσο είναι και των ανθρώπων. Σ’ αυτή την περίπτωση το πρόβλημα της “ά-νοιας” του Θεού εξαφανίζεται. Ένα άλλο πρόβλημα όμως αναφύεται στη θέση-του.

Το πρόβλημα αφορά την “υλικότητα” του Θεού. Πρόκειται για ένα θέμα που ήδη έθιξα, παραπάνω: για να υπάρχει χρόνος, κάποια γεγονότα πρέπει να καταγραφούν, και ένα γεγονός βέβαια συμβαίνει όταν ένα υλικό σωμάτιο κάνει κάτι (π.χ., αλλάζει τη θέση-του στο χώρο), ή κάτι συμβαίνει σ’ αυτό (π.χ., απορροφά ένα άλλο σωμάτιο). Γεγονότα χωρίς τη συμμετοχή υλικών σωματιδίων είναι μη πραγματοποιήσιμα. Ασφαλώς, ο ανθρώπινος νους είναι σε θέση να φανταστεί μια πληθώρα μη πραγματοποιήσιμων ιδεών, όπως τετράγωνους κύκλους, ιπτάμενους ιπποπόταμους, και ακίνητα φωτόνια· όμως το οτι μπορούμε να φανταστούμε τέτοια πράγματα δεν σημαίνει οτι υπάρχουν, ή οτι είναι δυνατό να υπάρξουν. Ίδια είναι και η περίπτωση ενός άυλου γεγονότος. Απλώς και μόνο επειδή μπορούμε να φανταστούμε αφηρημένα το χρόνο να κυλάει χωρίς σύνδεση με το υλικό σύμπαν, δεν γίνεται αυτού του είδους ο αφηρημένος χρόνος πιο πραγματικός. Έτσι, ένας άυλος Θεός με Νου που δρα σε μια διάσταση με τις οικείες-μας χρονικές ιδιότητες αποτελεί σχήμα οξύμωρο, ένα αντιφατικό σύνολο ιδεών.

Μάλιστα, το γνωρίζω οτι η συλλογιστική των περισσότερων θρησκευόμενων ανθρώπων δεν περιορίζεται από τους κανόνες της λογικής. Αν θέλουν ο Θεός-τους να είναι καί πράσινος, καί αόρατος, τέτοιος και θα είναι: ένας αόρατος πράσινος Θεός. Αλλά με ενοχλεί όταν αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να πείσουν εμένα με παρόμοιες παράλογες σκέψεις, γιατί δεν συνειδητοποιούν τον παραλογισμό-τους. Υποθέστε πως κάποιος χτυπάει την πόρτα-σας, την ανοίγετε, και βλέπετε έναν εξαθλιωμένο, βρώμικο άνθρωπο, γεμάτο δερματικές παθήσεις, με τα περισσότερα δόντια-του να λείπουν, κλπ. Καθώς τον κοιτάτε με λύπηση, αρχίζει να σας μιλάει για το πόσο υπέροχη είναι η ζωή-του, πόσο πλήρης κ’ ευτυχής αισθάνεται ζώντας έτσι, και πόσο θα ήθελε να υιοθετήσετε κι εσείς τον τρόπο ζωής-του, γιατί τότε — σας διαβεβαιώνει — θ’ αποκτήσετε κ’ εσείς μια υπέροχη εμφάνιση σαν και τη δική-του — και μάλιστα, θα την αποκτήσετε σε αιώνια βάση. Θα τον ακολουθούσατε; Έτσι αισθάνομαι με τους πιστούς–κήρυκες δογμάτων. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους θρησκευόμενους φίλους-μου οι οποίοι δεν επιχειρούν να μου κάνουν κήρυγμα. Αυτό που μου φαίνεται σαν εγκατάλειψη της λογικής-τους, ή ίσως “ελαττώματα σκέψης”, τα κρατούν για τον εαυτό-τους, κι αυτό τους κάνει περίφημους φίλους στα μάτια-μου.



Έχω μια άλλη απορία: πρόκειται για την παντογνωσία του Θεού.


Αγαπητέ Θεέ, γνωρίζετε τι πρόκειται να σας ρωτήσω τώρα?


Ξέρει ο Θεός όλα τα γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον; Αυτή η ιδέα έχει το σοβαρό ελάττωμα οτι μετατρέπει τους ανθρώπους σε προβλέψιμα αυτόματα: ότι και να σκεφτώ στη συνέχεια, ο Θεός το ξέρει. Δεν υπάρχει τίποτε που μπορώ να κάνω που να κάνει το Θεό να εκπλαγεί (αλλιώς ο Θεός δεν θα ήξερε το μέλλον, το δικό-μας μέλλον). Επομένως, τα ανθρώπινα όντα στερούνται ελεύθερης βούλησης, και νά γιατί: ας υποθέσουμε οτι πρόκειται ν’ αποφασίσω αν θα παραγγείλω ένα σάντουϊτς ή μια μπουγάτσα. Νομίζετε μήπως οτι είμαι ελεύθερος να κάνω όποια επιλογή θέλω; Λάθος! Αν ο Θεός είναι παντογνώστης και γνωρίζει το μέλλον, αυτό που πρόκειται ν’ αποφασίσω είναι ήδη γνωστό στο Θεό. Ίσως μοιάζει με πράξη ελεύθερης βούλησης σε μένα λόγω της άγνοιάς μου, επειδή το μέλλον είναι άγνωστο σ’ εμένα, αλλά στην πραγματικότητα το μέλλον είναι γνωστό σε τουλάχιστον μία νοήμονα οντότητα (στον Θεό). Για κείνη την οντότητα, η απόφασή μου είναι ήδη γνωστή, προειλημμένη, επομένως πώς γίνεται εκείνη η οντότητα να “αναμένει” από μένα ν’ αποφασίσω το τάδε ή το δείνα βάσει της δικής-μου “ελεύθερης βούλησης”; Αν το θέμα με το σάντουϊτς και τη μπουγάτσα δεν σας ακούγεται αρκετά σοβαρό, τι θα λέγατε αν αυτό που πρόκειται ν’ αποφασίσω είναι το αν θα μετανοήσω για τις αμαρτίες-μου ή όχι; Πώς μπορεί ο Θεός να προσποιείται οτι “αναμένει” από μένα να μετανοήσω, όταν του είναι ήδη γνωστό τι θ’ αποφασίσω; Από την οπτική γωνία του Θεού είμαι ένα ανοιχτό βιβλίο, ένα προβλέψιμο αυτόματο· με άλλα λόγια, ένας μηχανισμός με την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.

Απ’ την άλλη μεριά, ένας Θεός που πραγματικά δεν γνωρίζει τι απόφαση πρόκειται να πάρω χάνει κάτι από το θεϊκό-του κύρος: είναι ένας Θεός που μπορεί να εκπλαγεί από τις ανθρώπινες πράξεις, κάποιος ο οποίος δεν έχει τον πλήρη έλεγχο του κόσμου· γιατί, στο κάτω-κάτω, μια απ’ αυτές τις ανθρώπινες πράξεις μπορεί να είναι εκείνη κατά την οποία πατιέται το παροιμιώδες “κόκκινο κουμπί” για την επίθεση με πυρηνικά όπλα, κάνοντας το ένα έθνος να επιτεθεί στο άλλο, προκαλώντας έτσι καθολικό πυρηνικό πόλεμο και το τέλος αυτού που γνωρίζουμε σαν ανθρώπινο είδος — και πιθανώς και ολόκληρης της βιόσφαιρας της Γης. Στ’ αλήθεια θέλει ο Θεός να είναι ο εν δυνάμει αποδέκτης αυτού του είδους της έκπληξης;

Ένας αναγνώστης απάντησε στα παραπάνω οτι μπορεί μεν ο Θεός να είναι σε θέση να μάθει αυτά που πρόκειται ν’ αποφασίσουμε εκ των προτέρων, αλλά επιλέγει να μην το κάνει, από διακριτικότητα. Πιθανώς για κάποιους αναγνώστες, αποφάσεις όπως “σάντουϊτς ή μπουγάτσα” να φαντάζουν αρκούντως αθώες, ώστε να νομίζουν οτι ο Θεός μπορεί να ξεγλιστρήσει επιλέγοντας να μη γνωρίζει για τέτοια τετριμμένα θέματα. Δυστυχώς όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τετριμμένων και σπουδαίων πράξεων, αλλά δεν υπάρχουν καν τετριμμένες πράξεις. Ο κόσμος-μας είναι ένα χαοτικό σύστημα, κι αυτό συνήθως εκφράζεται καλύτερα με την ιδέα: «το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στο Τόκιο προκαλεί μπουρίνι στην Αθήνα». Είναι μια τετριμένη άσκηση της φαντασίας να φτιάξει κανείς ένα σενάριο κατά το οποίο το να διαλέξουμε να φάμε μπουγάτσα αντί για σάντουϊτς σήμερα, καταλήγει σε πυρηνικό ολοκαύτωμα μερικές δεκαετίες αργότερα. Είστε βέβαιοι οτι ο Θεός-σας θα προτιμούσε να είναι διακριτικός;


Ένας άλλος αναγνώστης, αφού διάβασε την προηγούμενη παράγραφο, εξέφρασε σκεπτικισμό για το πώς η απόφαση να φάμε μπουγάτσα αντί για σάντουϊτς σήμερα θα μπορούσε να έχει σαν συνέπεια ένα πηρυνικό ολοκαύτωμα μερικές δεκαετίες αργότερα. Ίσως η έννοια της χαοτικής αλλαγής που διαδίδεται ολοένα μεγεθυνόμενη στο μέλλον να μην είναι τόσο ξεκάθαρη στον καθένα, συνεπώς πρέπει να γίνω πιο σαφής. Υποθέστε οτι διαλέξατε να φάτε μπουγάτσα αντί για σάντουϊτς το βραδάκι. Όμως αν είχατε διαλέξει το σάντουϊτς, θα διαπιστώνατε οτι θα είχατε σοβαρές στομαχικές διαταραχές αργότερα, εξαιτίας του χαλασμένου ζαμπόν. Λόγω των κοιλιακών-σας ανωμαλιών θα ακυρώνατε τα σχέδια για νυχτερινή διασκέδαση με τον/τη σύζυγό σας στο κρεβάτι. Δυστυχώς, έχοντας καταναλώσει τη μπουγάτσα, προχωράτε στα σχέδιά σας απαράλλαχτα, και εννιά μήνες αργότερα γεννιέται ένα μωράκι. Αυτό το μωράκι γίνεται πρόεδρος μιας χώρας–υπερδύναμης πέντε δεκαετίες αργότερα, και, λόγω μιας ιδιορρυθμίας του χαρακτήρα-του, αποφασίζει ν’ απαντήσει σε εχθρικές οχλήσεις εξαπολύοντας πυρηνική επίθεση· άρα δίνεται πυρηνική απάντηση από τον εχθρό και γίνεται πόλεμος, ο οποίος, λόγω της προχωρημένης τεχνολογίας του μέλλοντος, προκαλεί την εξάλειψη ολόκληρης της βιόσφαιρας της Γης. (Αγαπητέ Θεέ: φτου ξανά κι απ’ την αρχή.) Ένας διαφορετικός πρόεδρος θα έπαιρνε μια πιο ήπια απόφαση. Αν τρώγατε σάντουϊτς εκείνη τη μοιραία βραδιά, χάρη σ’ ένα μικρο-μαρτύριο στην τουαλέτα θα είχατε σώσει την οικουμένη.
Άσκηση για το σπίτι: Ας υποθέσουμε οτι θα υπάρξει κάποτε ένας τέτοιος πρόεδρος, ικανός να προκαλέσει πυρηνικό ολοκαύτωμα· σκεφτείτε τουλάχιστον 100 ασήμαντα μικρο-γεγονότα που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τη γέννησή του.

Υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα με το διακριτικό Θεό, πιο φιλοσοφικής υφής: δεν έχει σημασία αν ο Θεός επιλέγει να είναι διακριτικός με τις προσωπικές-σας αποφάσεις ή όχι. Το ζήτημα είναι οτι υπάρχει κάποιος τρόπος, κάποια δυνητική κατάσταση κατά την οποία ο Θεός μπορεί να ξέρει αυτό που νομίζετε πως θ’ αποφασίσετε — “ελεύθερα”, κατά τη μη πλήρως πληροφορημένη άποψή σας. Η απλή δυνατότητα του να μπορεί να το κάνει αυτό ο Θεός (ακόμα κι αν επιλέγει να μην το κάνει), ακυρώνει την ελευθερία-σας. Για να το δείτε αυτό, θεωρείστε τον εξής παραλληλισμό: είστε ένας θεός, και περπατάτε από τη μία πλευρά ενός λόφου. Από την άλλη πλευρά του λόφου ζουν οι υποτακτικοί-σας — συγγνώμη, εννοώ οι πιστοί-σας. Όλες οι πράξεις των πιστών-σας, οι αποφάσεις, επιθυμίες, ελπίδες, ιδέες, επιλογές-τους, κλπ., (που νομίζουν οτι ανήκουν στο μέλλον-τους) είναι καταγραμμένες στη δική-τους πλευρά του λόφου, προς την κορυφή. Δεν τις γνωρίζουν όμως γιατί δεν κοιτάζουν προς την κορυφή, αλλά καθώς ανεβαίνουν στο λόφο τις βρίσκουν μπροστά-τους. Από διακριτικότητα επιλέγετε να μην πάτε στη δική-τους πλευρά και δείτε τις προσωπικές υποθέσεις-τους, αυτό που εμφανίζεται σαν “μέλλον” γι’ αυτούς. Αν πηγαίνατε προς τα κει, θα βλέπατε το μέλλον-τους. Όμως γνωρίζετε οτι οι πιστοί-σας δεν επιλέγουν ελεύθερα, απλώς νομίζουν οτι το κάνουν αυτό, γιατί δεν ξέρουν το μέλλον-τους. Αλλά εσείς μπορείτε να το μάθετε αν θέλετε (είστε παντογνώστης, το θυμόσαστε αυτό;) εφόσον το μέλλον-τους αναγράφεται στην άλλη πλευρά του λόφου. Το να πάτε ή να μην πάτε εκεί να το μάθετε, ουδόλως αλλάζει το γεγονός οτι αυτό που εκείνοι αποκαλούν “ελευθερία βούλησης” είναι μια νοητική απάτη.

Ένας άλλος αναγνώστης, αφού διάβασε τα παραπάνω, αντιτάχθηκε στην ιδέα οτι το μέλλον είναι απλωμένο στην πλευρά του λόφου των πιστών. Ο χρόνος κυλάει, είπε αυτός ο αναγνώστης, άρα γιατί να είναι το μέλλον “απλωμένο” στη λοφοπλαγιά; Ωραία, ωραία, ας υποθέσουμε λοιπόν οτι ο χρόνος κυλάει (“ρέει”, παρόλο που δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη). Άρα το μέλλον δεν είναι “γραμμένο”, ούτε “απλωμένο” στη λοφοπλαγιά. Μα εσείς είστε ένας θεός, ένας παντογνώστης θεός. Έχετε λοιπόν κάποιον τρόπο να μάθετε (αν θέλετε) το μέλλον των πιστών-σας, έτσι δεν είναι; (Αλλιώς τι σόι παντογνώστης είστε τέλος πάντων;) Ίσως έχετε φτιάξει κάποια μηχανή, τελείως αόρατη για τους πιστούς, ένα κατασκεύασμα δικής-σας θεϊκής έμπνευσης, το οποίο όταν του πατήσετε ένα κουμπί ξερνάει τις μελλοντικές επιλογές των πιστών-σας. Ο τρόπος με τον οποίο οι επιλογές αυτές μπορούν να γίνουν γνωστές δεν έχει σημασία — αν είναι γραμμένες στη λοφοπλαγιά ή αν υπολογίζονται από μια μηχανή, αυτό είναι άσχετο. Εφόσον είστε εν δυνάμει σε θέση να μάθετε τις επιλογές των πιστών-σας, οι πιστοί δεν αποφασίζουν ελεύθερα, από μόνοι-τους. Αυτό που νομίζουν οτι αποφασίζουν από μόνοι-τους μπορεί να υπολογιστεί από τη μηχανή-σας, την οποία δεν μπορούν να ξεγελάσουν. (Αν μπορούν, κάνατε τσαπατσουλοδουλειά στην κατασκευή της μηχανής — επιστρέψτε στο εργαστήριο και ξαναφτιάξτε-την.) Αυτό που φαίνεται στους πιστούς σαν διακλάδωση επιλογών είναι στην πραγματικότητα ένας μονόδρομος που η μηχανή-σας ξέρει πώς να υπολογίσει. Το πρόβλημα δεν είναι η μέθοδος με την οποία μπορείτε εσείς, ο θεός, να μάθετε τις μελλοντικές αποφάσεις των πιστών-σας· το πρόβλημα είναι οτι το μέλλον-τους είναι τελικά γνωστοποιήσιμο (όχι γνωστό, αλλά γνωστοποιήσιμο). Οφείλει να είναι γνωστοποιήσιμο γιατί είστε παντογνώστης. Αν δεν είναι ούτε γνωστό, ούτε γνωστοποιήσιμο, δεν είστε παντογνώστης, αλλά ένας απλός τσαρλατάνος.

Κλείνω με ένα ρητό, που διατυπώθηκε περισσότερο από 2000 χρόνια πριν, από έναν από τους αρχαίους προγόνους-μας:

Είναι ο Θεός πρόθυμος να αποτρέψει το κακό, αλλά όχι ικανός; Τότε δεν είναι παντοδύναμος.Είναι ικανός αλλά απρόθυμος; Τότε είναι κακόβουλος.Είναι καί ικανός καί πρόθυμος; Τότε από πού πηγάζει το κακό;Είναι καί ανίκανος καί απρόθυμος; Τότε γιατί να τον λέμε Θεό;



— Επίκουρος (341 – 270 π.Χ.)
[full_width]

Η Έκθεση της Ελενίτσας




  Χθες η κυρία μάς έβαλε να γράψουμε έκθεση, και να τη γράψουμε στο σπίτι μας είπε. Το θέμα είναι «ο Πονόψυχος», είπε. Εμένα οι γονείς μου είναι πολύ ψυχοπονιάρηδες. Θα αλλάξω λοιπόν κι εγώ το θέμα, θα το κάνω “Οι ψυχοπονιάρηδες”, και θα γράψω τι έκαναν οι ψυχοπονιάρηδες γονείς μου το μήνα που μας πέρασε.

Στις αρχές του μήνα μάς χτύπησε την πόρτα ένας άνθρωπος κουρελής. Άνοιξε ο μπαμπάς λίγο την πόρτα, κι ο άνθρωπος την έσπρωξε διάπλατα και μπήκε μέσα. Εγώ πολύ φοβήθηκα. Μας ζήτησε λίγο ψωμάκι. Η μαμά, αφού κοίταξε ερωτηματικά το μπαμπά, κι αφού συμφώνησαν μεταξύ τους, πήγε στην κουζίνα να του φέρει ψωμί. Εγώ πολύ φοβήθηκα.

Ο άνθρωπος είχε μεγάλα μαύρα γένια, και κάτι είχε στην όψη του που ήταν πολύ περίεργο. Μετά από μέρες αφού σκέφτηκα, και σκέφτηκα κι άλλο, και ζούπησα πολύ το μυαλό μου, τελικά το βρήκα! Είχε γενειάδα αλλά δεν είχε μουστάκι! Χα χα, πολύ αστείο στυλ γενειάδας είχε αυτός ο άνθρωπος! 

Όταν τον έμπασαν στο σπίτι μας, εγώ φοβισμένη κρύφτηκα πίσω απ’ το μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μού είπε: «Ντροπή Ελενίτσα, έτσι υποδέχεσαι τον ξένο μας;» Αλλά εγώ δεν ντράπηκα καθόλου που κρυβόμουν, γιατί πολύ φοβόμουν.

Ο άνθρωπος είπε ότι ερχόταν από άλλο τόπο, μακρινό. Ήξερε τη γλώσσα μας, γιατί είχε ζήσει εδώ για πολλά χρόνια πριν φύγει πάλι. Για πανταλόνι φορούσε κάτι αστεία σαλβάρια, που μου θύμιζαν έναν κλόουν που είχα δει στο τσίρκο. Από πάνω φορούσε μια κελεμπία, σαν πουκάμισο που το είχε έξω απ’ τα σαλβάρια και του έφτανε ως κάτω απ’ το γόνατο. Μου ήρθε να γελάσω,  αλλά η μαμά με κοίταξε με ένα αυστηρό βλέμμα, και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Ελένη! Μην προσβάλλεις τον καλεσμένο μας!» Δεν ήξερα ότι ήταν καλεσμένος μας. Πήγα να πω της μαμάς: «Καλέ μαμά, γιατί είναι καλεσμένος μας, αφού μόνος του προσκαλέστηκε!» αλλά δεν πρόλαβα γιατί οι γονείς μου έπιασαν κουβέντα μαζί του.

Μας είπε ότι ήρθε με μια βάρκα σε ένα νησί του τόπου μας. Μέσα στη βάρκα είχε τη γυναίκα του λέει, και τρία παιδιά του, και πλήρωσαν πολλά λεφτά για να τους βάλουν στη βάρκα, όλη τους την περιουσία. Μαζί με άλλους 20 ήταν στη βάρκα, λέει. Αλλά πριν φτάσουν στο νησί, λίγο πριν από την ακτή, λέει, αναποδογύρισε η βάρκα και — μπλουμ! — πέσαν όλοι στη θάλασσα! Εκεί εγώ γέλασα πολύ,  αλλά ο μπαμπάς και η μαμά με κοίταξαν με ένα βλέμμα τόσο αγριωπό που μου κόπηκε το γέλιο στο λαιμό! Ο άνθρωπος μάς είπε πως ήξερε κολύμπι, αλλά η γυναίκα του και τα παιδιά του δεν ήξεραν. Η γυναίκα του πιάστηκε από την κελεμπία του, και τα παιδιά του πιάστηκαν από τα ρούχα της γυναίκας του, αλλά εκείνος ένιωσε ότι όλοι αυτοί τον τραβούσαν πίσω και δεν τον άφηναν να κολυμπήσει. Γιαυτό λέει ξε-αγκίστρωσε το χέρι της γυναίκας του κι ελευθερώθηκε από το βάρος τους. Μετά, λέει, δεν τους ξαναείδε. Ο μπαμπάς τού είπε: «Τουλάχιστον έσωσες τον εαυτό σου!» Η μαμά μού φάνηκε πως τον κοίταζε απορημένη, αλλά δεν είπε τίποτα. Εγώ σκεφτόμουν τα παιδιά του που φουντάρησαν στον πάτο της θάλασσας, και δεν κατάλαβα γιατί τον επιδοκίμασε ο μπαμπάς.  Αλλά δεν είπα τίποτα.

Μετά από μερικές μέρες λύθηκε η απορία μου. Στην κουλτούρα του ανθρώπου αυτού, λέει, οι άντρες έχουν τη μεγαλύτερη αξία. Μετά από τους άντρες είναι τα αρσενικά παιδιά, μετά από αυτά οι αρσενικοί δούλοι, μετά οι γυναίκες, μετά τα θηλυκά παιδιά, και τη μικρότερη αξία έχουν οι δούλες. Εγώ δεν ήξερα τι θα πει δούλοι και δούλες. Η μαμά μού εξήγησε ότι αυτοί είναι υπηρέτες. «Μαμά, εμείς γιατί δεν έχουμε δούλους;» τη ρώτησα. «Ωραία δεν θα ήτανε να μας υπηρετούν άλλοι άνθρωποι, οι δούλοι μας;» Η μαμά μού απάντησε: «Μα Ελενίτσα, δεν έχουν ψυχή οι δούλοι; Εσένα σ’ αρέσει να σε υπηρετούν, ε; Γιά βάλε όμως τον εαυτό σου στη θέση μιας δούλας! Θα σ’ άρεζε να ήσουν δούλα ενός άλλου ανθρώπου, και να σ’ έκανε εκείνος ότι ήθελε; Θα μπορούσε και να σε σκοτώσει ακόμα!» Εγώ είπα: «Τότε μαμά, γιατί ο άνθρωπος αυτός, ο καλεσμένος μας, θέλει να έχει δούλους και δούλες; Δεν έχουν ψυχή οι δούλοι;» «Σιωπή!»  μου είπε η μαμά, που όλα τα ξέρει. «Έτσι είναι η κουλτούρα τους!» Εγώ έμεινα με την απορία γιατί να είναι πιο σημαντική η κουλτούρα τους από την ψυχή των δούλων,  αλλά το προσπέρασα, γιατί έχω πολλές απορίες γενικά, και οι γονείς μου βαριούνται να μου απαντάνε σε όλες τις ερωτήσεις μου, που είναι τόσο πολλές.

Πάντως η απορία μου με τη βάρκα λύθηκε. Αφού οι άντρες έχουν τη μεγαλύτερη αξία, και αφού ήταν θέλημα Θεού, λέει, να σωθεί ένας μόνο, σώθηκε αυτός, ο πιο πολύτιμος. Βέβαια μου δημιουργήθηκε άλλη απορία: πώς ήξερε αυτός πως το θέλημα του Θεού ήταν: «Ας σωθεί μόνο ένας από την οικογένεια»; Αλλά έτσι είναι οι απορίες, Λερναία Ύδρα. Τη μια λύνεις, άλλη γεννιέται στη θέση της!

Η μαμά κι ο μπαμπάς έβαλαν τον καλεσμένο μας σε ένα δωμάτιο άδειο που έχει το σπίτι μας. Είναι ένα μικρούλι δωματιάκι, που κοιμόμουν εγώ όταν ήμουν μωράκι, αλλά όταν μεγάλωσα και πήγα στο Δημοτικό οι γονείς μου με έβαλαν στο μεγάλο δωμάτιο που είμαι τώρα. Ο καλεσμένος μας έκανε μια γκριμάτσα όταν είδε το μικρό δωμάτιο, σαν να μην του άρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα.

Μετά, την άλλη μέρα, ο μπαμπάς έφυγε για τη δουλειά. Εγώ έμεινα μόνη στο σπίτι με τη μαμά και τον καλεσμένο μας. Εκείνος ξύπνησε μετά από μας, και όταν η μαμά είδε ότι σηκώθηκε, του έφτιαξε καφέ και του έδωσε ψωμί με μαρμελάδα, κάτι κουλουράκια που είχαμε, μια φέτα τυρί, και μια φέτα ζαμπόν. Εκείνος τα έφαγε όλα εκτός απ’ το ζαμπόν, πλαταγιάζοντας τη γλώσσα του σε κάθε μπουκιά. Πολύ θόρυβο έκανε όταν έτρωγε. Εγώ κοίταξα ερωτηματικά τη μαμά, κι εκείνη μου ψιθύρισε «Σσσ!... Έτσι είναι η κουλτούρα τους!» Το ζαμπόν, εκείνος το κοίταξε υποτιμητικά και μας είπε: «Αυτό εδώ δεν πρέπει να το τρώτε! Είναι από ακάθαρτο ζώο!» Εγώ του είπα: «Εμείς το τρώμε! Εμένα μ’ αρέσει πολύ!» Αλλά εκείνος επέμεινε: «Είναι από ακάθαρτο ζώο! Είναι αμαρτία!» Η μαμά δεν είπε τίποτα. «Καλέ μαμά, είναι αμαρτία;» τη ρώτησα με χαμηλή φωνή. «Σσσ!... Είναι αμαρτία στη θρησκεία τους.» Πήγα να πω ότι ναι, αλλά εμείς έχουμε άλλη θρησκεία, αλλά η μαμά είχε φύγει από κοντά μου και πήγε στο ψυγείο, και έβγαλε φέτες γαλοπούλας, που ο καλεσμένος μας καταβρόχθισε σαν λιμασμένος. Η μαμά μού είπε: «Είδες; Πρέπει να πω στον πατέρα σου να μην αγοράζει ζαμπόν και χοιρινό κρέας πλέον.» Εγώ έμεινα με μια καινούργια απορία: οι γονείς μου τώρα αγαπούσαν τον καλεσμένο μας πιο πολύ από μένα; Αλλά σώπασα γιατί δεν ήθελα να φέρω τη μαμά σε δύσκολη θέση. 

Μετά ο καλεσμένος μας, που είχε τελειώσει αυτά που του έδωσε η μαμά, ρώτησε αν έχουμε μέλι. «Βεβαίως!» του είπε η μαμά, και πήγε ν’ ανοίξει το ντουλάπι, το πάνω-πάνω, όπου έχουμε το βάζο με το μέλι. Εγώ κοίταξα τον καλεσμένο μας, και με τρόμο διαπίστωσα ότι τα μάτια του είχαν γουρλώσει, είχαν ανοίξει διάπλατα καθώς κοίταζε τη μαμά. Κοίταξα κι εγώ προς τη μαμά, και είδα ότι είχε τεντωθεί λίγο για να φτάσει το βαζάκι με το μέλι ψηλά στο ντουλάπι. Ο καλεσμένος μας έμεινε να την κοιτάζει με τόση λαιμαργία όση είχε προηγουμένως που έτρωγε το πρωινό του. Αναρωτήθηκα γιατί. Μήπως του έκαναν εντύπωση τα μακριά άσπρα και λεπτά χέρια της μαμάς, που ήσαν ακάλυπτα καθώς ήταν Σεπτέμβριος και έκανε ακόμα ζέστη; Μήπως το στήθος της που ήταν αρκετά πλούσιο (αχ, τι ωραία να γινόταν και το δικό μου σαν της μαμάς σε καναδυό χρόνια!) και έμοιαζε σαν να ήθελε να ξεπεταχτεί απ’ το μπλουζάκι της; Καλέ, τι κοιτούσε έτσι αυτός;;;  Μα μόλις η μαμά βρήκε το μέλι και γύρισε προς το μέρος του για να του το δώσει, εκείνος με μιας άλλαξε έκφραση και πήρε ένα ύφος μειλίχιο (ελπίζω να έγραψα τη σωστή λέξη, γιατί καμιά φορά γράφω κοτσάνες, λέει η δασκάλα). Η μαμά τού έδωσε κι άλλο ψωμί, και βούτυρο να φάει με το μέλι, κι εκείνος τα καταβρόχθισε όλα πάλι (πλατς-πλατς, καθώς έτρωγε).

Εγώ άρχισα να χρησιμοποιώ το δεύτερο μπάνιο, το μικρό, γιατί στο μεγάλο πήγαινε ο καλεσμένος μας και το έκανε πολύ βρόμικο. Η μαμά καθάριζε πάντα μετά, αφού πήγαινε εκείνος, αλλά εγώ σιχαινόμουν, γιατί μια-δυο φορές που πήγα αμέσως μετά από εκείνον βρήκα κάτι περίεργα υγρά γύρω απ’ τη λεκάνη,  δεν μπορώ να περιγράψω με τι έμοιαζαν, και σταμάτησα να πηγαίνω εκεί. Κρίμα, γιατί στο μεγάλο μπάνιο είχαμε όλες τις ανέσεις, ενώ στο μικρό είναι κάπως στενάχωρα. Δεν ρώτησα τη μαμά τι υγρά ήσαν εκείνα, γιατί ήξερα την απάντηση: «Έτσι είναι η κουλτούρα τους!». Φαίνεται πως η κουλτούρα τους παράγει τέτοια υγρά, τι να κάνουμε.

Αυτός ο καλεσμένος μας δεν έκανε καμία δουλειά. Μόνο έτρωγε, κοιμόταν, και έβλεπε τηλεόραση. Α! Και έκανε προσευχή πολύ συχνά, πέντε φορές τη μέρα. Μας ρώτησε προς τα πού είναι η Μέκκα, και ο μπαμπάς τον κοίταξε σαν εξωγήινο. Ξαναρώτησε εκείνος: «Η Μέκκα, άνθρωπέ μου, όταν είστε εδώ στο σπίτι σας, δεν ξέρετε προς τα πού πέφτει;» και μας κοίταξε σαν να σκεφτόταν: «Τι σόι άνθρωποι είν’ τούτοι;;!» Ο μπαμπάς, αφού συνήλθε από την έκπληξη, του έδειξε προς το πάτωμα, κάπως διαγώνια: «Νά, προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να πέφτει, γιατί είναι προς τα νοτιο-ανατολικά από τη χώρα μας, και αν λάβουμε υπόψη την καμπυλότητα της Γης, πρέπει να είναι νοτιο-ανατολικά και προς τα κάτω…» «Ποια καμπυλότητα της γης!!» τον διέκοψε ο καλεσμένος. «Σαχλαμάρες!! Η γη είναι επίπεδη! Σαν χαλί, το λέει και το ιερό βιβλίο μας! Είστε με τα καλά σας, που σας ρωτάω προς τα πού είναι η Μέκκα και μου δείχνετε προς το Σατανά;;;» «Συγγνώμη,» ψέλλισε ο πατέρας μου, «δεν θέλαμε να σας θίξουμε!» «Εντάξει, δεν πειράζει,» είπε ο καλεσμένος. «Άλλη φορά όμως να προσέχετε. Γιατί εκεί κάτω, προς τα κει που δείξατε, είναι ο κάτω κόσμος, εφτά στρώματα γης το ένα κάτω από τ’ άλλο, και ο Σατανάς έχει εκεί το βασίλειό του. Η Μέκκα είναι προς τα κει!» — και έδειξε προς την κατεύθυνση που ο μπαμπάς είχε ονομάσει «νοτιο-ανατολικά», αλλά οριζόντια, όχι προς τα κάτω. Κοίταξα έντρομη τη μαμά, και από το βλέμμα της κατάλαβα την απάντηση: «Έτσι είναι η κουλτούρα τους!» 

Από τότε ο καλεσμένος μας προσευχόταν πέντε φορές τη μέρα, όπως είπα. Το έκανε με έναν τρόπο πολύ περίεργο. Είχε πάρει ένα χαλάκι μας που το είχαμε στο διάδρομο, γονάτιζε εκεί, έλεγε κάτι ακατάληπτες λέξεις στη γλώσσα του, ενώνοντας τις παλάμες του σε μια στάση που έδειχνε πως παρακαλούσε κάποιον, και προσκυνούσε προς την κατεύθυνση της Μέκκας, ακουμπώντας το μέτωπό του στο χαλάκι. Εντωμεταξύ, καθώς προσκυνούσε, ο πισινός του υψωνόταν προς τα πάνω, προς τον ουρανό, λες και έδειχνε τον πισινό του στο Θεό! Εγώ το βρήκα πολύ προσβλητικό αυτό, να τουρλώνει τον πισινό του προς το Θεό, αλλά είμαι μικρή και δεν μου πέφτει λόγος. Μια φορά μάλιστα, καθώς τούρλωνε τον πισινό του, του ξέφυγε και μια θορυβώδης!  Εγώ κοίταξα τη μαμά, κι ήμουν έτοιμη να σκάσω στα γέλια, αλλά η μαμά έφερε το δάχτυλο στα χείλη  και μου έκανε νόημα να σωπάσω. «Ξέρω, ξέρω μαμά!» της είπα ψιθυριστά. «Έτσι είναι η κουλτούρα τους!»

Εκτός λοιπόν από την προσευχή, το φαΐ, τον ύπνο, και την τηλεόραση, ο καλεσμένος μας δεν έκανε άλλο τίποτα. Α! Ναι, έκανε κάτι! Όταν η μαμά ετοίμαζε το φαγητό, εκείνος πήγαινε κοντά της, όλο από δίπλα της, και έλεγε πως του αρέσει να βλέπει πώς ετοιμάζει το φαΐ. Εμένα μου φαινόταν όμως ότι άλλο πράγμα κοιτούσε, και γιατί το λέω αυτό: γιατί η μαμά, όταν είναι στο σπίτι, δεν φοράει ποτέ στηθόδεσμο. Είχα λοιπόν την εντύπωση, καθώς τον κοιτούσα και έβλεπα πού έβλεπε, ότι κοιτούσε το στήθος της μαμάς, ανάμεσα από το χαλαρό μπλουζάκι της με το μεγάλο ντεκολτέ. Μια μέρα της είπα: «Καλέ μαμά, αυτός δεν κοιτάει το φαγητό που ετοιμάζεις, κοιτάει το στήθος σου!» Η μαμά έμεινε αποσβολωμένη. «Όχι, αδύνατον!» μου είπε. «Δεν τους το επιτρέπει η θρησκεία τους!» Μα μόλις το είπε αυτό, απόμεινε πάλι σαν σαστισμένη, σαν ν’ αμφέβαλλε γι’ αυτό που μόλις είπε. Πάντως από κείνη τη μέρα η μαμά φορούσε στηθόδεσμο και μέσ’ στο σπίτι. Και από τότε ο καλεσμένος έπαψε να ενδιαφέρεται για την προετοιμασία του φαγητού μας.

Όταν έφτασε η Πέμπτη εκείνης της εβδομάδας, ο καλεσμένος μάς είπε ότι θα ήθελε να φέρει καναδυό γνωστούς του στο σπίτι μας αύριο Παρασκευή, γιατί η Παρασκευή είναι λέει η μέρα της μεγάλης προσευχής στη θρησκεία τους, και οι καημένοι οι γνωστοί του δεν είχαν πού να πάνε να κάνουν την προσευχή τους. Ο μπαμπάς και η μαμά, ψυχοπονιάρηδες όπως πάντα, δέχτηκαν. Η μαμά στην αρχή τον ρώτησε πού θα έκαναν οι γνωστοί-του την προσευχή τους μέσα στο σπίτι, σε ποιο δωμάτιο, αλλά εκείνος μιλούσε μόνο προς το μπαμπά, σαν να μην υπήρχε η μαμά. Όταν ο μπαμπάς τον ρώτησε: «Μα γιατί μιλάτε σ’ εμένα, αφού η γυναίκα μου σας ρωτάει;» εκείνος απάντησε: «Αυτά είναι θέματα των αντρών! Όχι των γυναικών! Μόνο οι άντρες συζητούν γι’ αυτά!» Θυμηθήκαμε τότε όλοι ότι «έτσι είναι η κουλτούρα τους»,  και έκανε μόνο ο μπαμπάς τις διαπραγματεύσεις. Δέχτηκε λοιπόν ο μπαμπάς, εκ μέρους και της μαμάς, να έρθουν καναδυό φίλοι του καλεσμένου μας, «οι καημένοι, μωρέ!»

Έτσι έγινε λοιπόν, και την άλλη μέρα ήρθαν τέσσερις φίλοι του στο σπίτι μας. Έκαναν την πρωινή προσευχή τους, αλλά μετά δεν έφυγαν. Ο μπαμπάς ήταν στη δουλειά, και η μαμά μόνη της τους έφτιαξε καφέ και ήπιαν. Αλλά ζήτησαν και τσάι, και τους έφτιαξε και τσάι με βουτήματα. Μετά πέρασε η ώρα, και ήρθε η ώρα της δεύτερης προσευχής της ημέρας. Ε, πώς να φύγουν λοιπόν! Έκαναν και τη δεύτερη προσευχή τους, τουρλώνοντας τους πισινούς τους προς το Θεό (χωρίς θορυβώδη ατυχήματα αυτή τη φορά), και ήταν πια ώρα για μεσημεριανό. Η μαμά είχε ετοιμάσει ήδη μεγάλη ποσότητα, μοσχαράκι κοκκινιστό με πατάτες, γιατί έκανε και το φαγητό της Κυριακής κάθε Παρασκευή. Οπότε υπήρχε πολύ φαγητό, αρκετό για όλους. Πήγα να διαμαρτυρηθώ, ότι δεν θα είχαμε το φαγητό μας της Κυριακής, αλλά θυμήθηκα πόσο ψυχοπονιάρηδες είμαστε, και σώπασα. 

Αργότερα ήρθε ο μπαμπάς, έπιασε συζήτηση μαζί τους (μιλούσαν όλοι τη γλώσσα μας), και έφτασε η ώρα της τρίτης προσευχής. Με τα πολλά, έφτασε και η τέταρτη, και η πέμπτη προσευχή, ήταν πια βράδυ, και από ψυχοπονιά και μόνο ο μπαμπάς δεν τους άφησε να φύγουν, αλλά τους είπε πως μπορούν να κοιμηθούν στο σπίτι μας για το βράδυ εκείνο. Κι αφού το δωματιάκι του καλεσμένου μας ήταν πολύ μικρό, με έβγαλαν εμένα απ’ το δωμάτιό μου για να κοιμηθούν εκείνοι εκεί, και εμένα με έβαλαν στο δωματιάκι το μικρό. «Α στο καλό!» σκέφτηκα. «Μικρό το δωματιάκι, μικρό και το μπανάκι, όλα μίκρυναν σ’ αυτό το σπίτι!» Αλλά η μαμά και ο μπαμπάς σίγουρα θαύμαζαν τους εαυτούς τους για το πόσο ψυχοπονιάρηδες είναι, οπότε δεν είχα καμία ελπίδα να ξανακερδίσω το δωμάτιό μου εκείνη τη νύχτα.

Τελικά, όπως αποδείχτηκε, δεν είχα ελπίδα να το ξανακερδίσω ούτε τις επόμενες ημέρες και νύχτες, γιατί οι καλεσμένοι μας έμειναν εκεί, στο σπίτι μας. Δεν είχαν πού αλλού να πάνε, μας εξήγησε ο αρχικός καλεσμένος μας, και ήταν κρίμα να γυρίζουνε στους δρόμους. «Ε, βέβαια, κρίμα οι καημένοι!» συμφώνησε ο μπαμπάς, κι από κοντά κι η μαμά, που δεν ήθελε και πολύ για να ραγίσει απ’ την ψυχοπονιά η καρδιά της. Έτσι, πέντε εκείνοι, και τρεις εμείς, γίναμε «μια ωραία ατμόσφαιρα», που έλεγε κι ο Ηλιόπουλος στην παλιά ταινία.

Κάθε μέρα η μαμά τσακιζόταν να τους φτιάχνει τα φαγητά που τρώγανε — εννοείται, χωρίς ίχνος χοιρινού — κι εκείνοι καταβρόχθιζαν αυτά που τους έφτιαχνε και προσεύχονταν. Προσεύχονταν θορυβωδώς — δηλαδή εννοώ με το στόμα, όχι με την απόληξη του στόματος — γιατί τώρα που ήσαν πολλοί έλεγαν φωναχτά την προσευχή τους στη γλώσσα τους. Εμένα, αυτό το αργόσυρτο μοιρολόι τους, μου θύμιζε σκυλιά που αλυχτούν τη νύχτα. Αλλά του μπαμπά και της μαμάς τούς άρεζε «η διαφορετικότητα», όπως έλεγαν.

Εμένα δεν μου άρεσαν καθόλου όμως αυτοί οι τύποι. Πρώτα-πρώτα, με κοιτούσαν με μάτια γουρλωτά, σαν να ήθελαν να με φάνε! Γιαυτό δεν άφηνα ποτέ τα μπράτσα μου ακάλυπτα, ή το λαιμό μου, κι ας έκανε ζέστη. Έπειτα, κοιτούσαν με τον ίδιο τρόπο τη μαμά, αλλά εκείνη δεν κάλυπτε το σώμα της παραπάνω απ’ ότι ήταν συνηθισμένο για την εποχή, κι εκείνοι συνέχιζαν να την κοιτάνε! Και ο μπαμπάς ήταν στη δουλειά. Καθόλου δεν μ’ άρεζαν αυτά τα πράματα.

Τώρα θα γράψω για την καταστροφή που έγινε σήμερα το πρωί. Το πρωί λοιπόν αυτοί έπιασαν κουβέντα με τη μαμά, και ήμουν κι εγώ κοντά και άκουγα. «Εσείς οι Δυτικές γυναίκες», είπε ο ένας απ’ αυτούς, «δεν ντύνεστε σωστά. Φοράτε πολύ λίγα ρούχα.» Η μαμά τού είπε: «Μα, έτσι είναι η κουλτούρα μας!» «Δεν έχει σημασία η κουλτούρα!» απάντησε εκείνος. «Αυτό που είναι σωστό για τον Αλλάχ,» (έτσι είπε: «Αλλάχ») «είναι σωστό για όλες τις κουλτούρες. Πρέπει να ντύνεστε σωστά, να σκεπάζετε το σώμα σας!»

«Μα,» απάντησε η μαμά, «εδώ είναι το σπίτι μας! Εσείς θα μας πείτε πώς θα ντυνόμαστε;»

«Δεν το λέμε εμείς, το λέει ο Αλλάχ!» της είπε ένας άλλος. «Κι ό,τι λέει ο Αλλάχ, είναι νόμος! Αυτό πρέπει να γίνεται! Εσείς οι Δυτικές γυναίκες, έτσι που είστε σχεδόν γυμνές, είστε σαν πόρνες! Να το ξέρετε!»

Δεν ξέρω τι θα πει «πόρνες», πάντως θα είναι κάτι πολύ κακό, γιατί η μαμά άναψε και κόρωσε. «Πώς; Σαν πόρνες;! Πώς τολμάτε; Έξω γρήγορα! Έξω από το σπίτι μου, τώρα αμέσως!!»

Κανένας τους δεν κουνήθηκε. Εμένα με έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο πρώτος καλεσμένος μας τότε είπε: «Ποιο είναι σπίτι σας; Είναι και δικό μας σπίτι τώρα. Είμαστε εδώ τόσον καιρό, άρα έγινε και δικό μας σπίτι. Δεν πάμε πουθενά. Αν είναι κάποιος να φύγει, αυτοί είστε εσείς. Εσείς οι άπιστοι, με τις αμαρτωλές σας συνήθειες. Εμείς είμαστε οι αγαπητοί του Αλλάχ, εδώ θα μείνουμε.»

Η μαμά έμεινε άφωνη. Αλλά κι εγώ δεν πίστευα αυτό που άκουγα. «Να φύγουμε από το σπίτι μας; Μα γιατί;» τόλμησα και ρώτησα.

«Άκουσε να σου πω μικρή, που ντύνεσαι λίγο περισσότερο απ’ τη μαμά σου» μου απάντησε εκείνος, «αλλά μοιάζεις κι εσύ με μικρή πόρνη! Εμείς κάνουμε αυτό που έκανε κι ο Προφήτης μας, ας του δίνεται ειρήνη! Όταν ο Προφήτης (ας του δίνεται ειρήνη) διώχτηκε από τη Μέκκα και πήγε στη Μεδίνα, έφτασε εκεί σαν πρόσφυγας. Με τον καιρό όμως μάζεψε γύρω του πιστούς, αφοσιωμένους σ’ αυτόν. Και όταν οι πιστοί έγιναν πολλοί, περισσότεροι από τους απίστους κατοίκους της Μεδίνας, τότε ο Προφήτης (ας του δίνεται ειρήνη) κήρυξε τον πόλεμο στους απίστους, αφού δεν ήθελαν να πιστέψουν στον Αλλάχ. Και τους έδιωξε απ’ τη Μεδίνα, και έκανε την πόλη δικιά του. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς, γιατί έχουμε εντολή από το ιερό βιβλίο μας να ακολουθούμε το παράδειγμα του Προφήτη (ας του δίνεται ειρήνη).» Και κάθε φορά που έλεγε «ας του δίνεται ειρήνη» ύψωνε τα χέρια προς τον ουρανό.

«Έτσι είναι!» είπε ένας άλλος. «Όταν ο Προφήτης (ας του δίνεται ειρήνη) είδε πως έφτασε η ώρα για να κάνει δικιά του τη Μεδίνα, φώναξε: Τζιχάντ! Τζιχάντ! Και οι πιστοί του άντρες επιτέθηκαν στους απίστους, και τους σκότωναν όπου τους έβρισκαν! Έτσι τώρα κι εμείς: έφτασε ο καιρός να φωνάξουμε Τζιχάντ! Τζιχάντ!»

Ο αρχικός καλεσμένος μας τότε είπε:

«Σκοτωμούς όμως εμείς δεν θέλουμε. Υπάρχουν νόμοι, που δεν μπορούμε να τους παραβούμε. Γιαυτό σας λέμε: φύγετε! Γεμίστε μια βαλίτσα και φύγετε. Ρούχα βάλτε μέσα, σαπούνια, τέτοια πράματα. Αν θέλαμε να σας σκοτώσουμε, θα το κάναμε χωρίς δισταγμό. Φύγετε όμως! Έχετε το περιθώριο, σας αφήνουμε να πάρετε ό,τι είναι απαραίτητο, και να φύγετε από ’δώ!»

Αυτά είπε εκείνος, κι η μαμά μου τον άκουγε αποσβολωμένη, με μάτια γουρλωμένα,  μη μπορώντας να αρθρώσει λέξη. Στη συνέχεια, εκείνοι την πιάσαν απ’ τους ώμους και την οδήγησαν στο δωμάτιό της για να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγουμε. Χωρίς να βιάζονται, μας έδωσαν τρεις ώρες καιρό, μάλλον έτσι ώστε να μην προλάβει να γυρίσει ο μπαμπάς απ’ τη δουλειά. Άξεστα με πιάσαν κι εμένα απ’ το σβέρκο και με οδήγησαν στο δωματιάκι μου, αλλά δεν έχω τίποτα να πάρω μαζί μου, εκτός από τη τσάντα μου τη σχολική. Ρούχα, θα μου τα βάλει η μαμά στη βαλίτσα της. Η έκθεση αυτή όμως πρέπει να τελειώσει τώρα, πριν φύγουμε απ’ το σπίτι μας, γιατί αν φύγουμε, πότε και πού να τη γράψω καλέ κυρία!

Συνεχίζω λοιπόν, όμως αυτό που με τρομάζει τώρα είναι ότι εδώ και λίγη ώρα ακούω περίεργους θορύβους απ’ το σπίτι. Φωνές ακούγονται. Ομιλίες και κραυγές, που μοιάζουν με τη φωνή της μαμάς, όμως είναι πολύ πνιχτές, σαν να βογγάει αλλά να της έχουν κλείσει το στόμα. Υποθέτω, ή μάλλον ελπίζω, να μην είναι η φωνή της μαμάς αυτή! Ναι μωρέ, ίσως είναι η τηλεόραση. Τώρα, δεν ξέρω στα σίγουρα, απλώς παρακαλάω να είναι η τηλεόραση. Αλίμονο, δεν μπορεί η μανούλα μου να βογγάει έτσι, γιατί τι στην ευχή μπορεί να της κάνουν; 

Λοιπόν, τώρα όπου να ’ναι θα τελειώσω επιτέλους την έκθεση αυτή αλλά — ωχ! Ήχους ακούω έξω απ’ την πόρτα μου. Σαν να μου φαίνεται πως κάποιος γυρίζει σιγά-σιγά το πόμολο της πόρτ

 

2. Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΑΦΕΛΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗ ΝΑ ΥΠΟΔΟΥΛΩΘΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΥΣ

Το παρόν θέμα είναι μέρος των άρθρων του συγγραφέα επί θεμάτων θρησκείας, και αφιερώνεται στους τόσο, μα τόσο ψυχοπονιάρηδες Έλληνες.

[full_width]

De Te Fabula Narratur






Τεχνολογικές μελέτες και ανάπτυξη στην Κίνα

Andrew Feenberg,
 Πανεπιστήμιο Simon Fraser







  Ο συγγραφέας σημειώνει ότι δεν είναι ειδικός στην Κίνα και δεν έχει ζήσει ποτέ για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Κίνα. Όποιο και αν είναι το συμφέρον αυτό και τα επόμενα άρθρα μπορεί να έχει, πρέπει να οφείλεται την άποψή του ως παρατηρητή που κοιτάζει την Κίνα μέσω του φακού της Δυτικής έρευνας για την τεχνολογία και την ανάπτυξη.


Ο Μαρξ έγραψε το Das Capital στην Αγγλία, εμπνευσμένο από τη βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε αρχικά στη χώρα. Αλλά έγραψε το βιβλίο στα γερμανικά. Στον πρόλογο εξήγησε τη συνάφεια της αγγλικής εμπειρίας με την αγροτική Γερμανία με μια λατινική φράση: "De te fabula narratur", που μεταφράζει "Από εσάς η ιστορία λέγεται". Με αυτό τον Μαρξ σήμαινε ότι το μέλλον της Γερμανίας ήταν ήδη ορατό πέρα από το νερό στην Αγγλία. Και έτσι ήταν. Η Γερμανία εκβιομηχανίστηκε επίσης προς το τέλος του 19ου αιώνα.


Σύντομα, η Ρωσία και η Ιαπωνία μπήκαν στον αγώνα για την εκβιομηχάνιση και αργότερα οι κοινωνικοί θεωρητικοί υιοθέτησαν την προφητική εμπιστοσύνη του Μαρξ ότι οι καθυστερημένοι εκσυγχρονιστές θα ανακεφαλαιώσουν την εμπειρία των πρώιμων προδρόμων όπως η Αγγλία. Ωστόσο, οι εθνικές ιδιαιτερότητες και οι συνέπειες των προηγούμενων εξελίξεων κατέστησαν σημαντικές διαφορές στην «ιστορία» του εκσυγχρονισμού στη Ρωσία και την Ιαπωνία. Σήμερα είναι η Κίνα από την οποία πρόκειται να πει η παλιά ιστορία. Αλλά και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες αρχίζουν να υποχωρούν πριν από τις διαφορές.


Τα πρότυπα για την ταχεία οικονομική πρόοδο της Κίνας είναι οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ιαπωνία, και τα εμπόδια θεωρούνται συνήθως κληρονομιά από την κινεζική ιστορία και τον πολιτισμό. Αλλά υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουμε για την ιστορία της προόδου: ο μεγάλος και διαφορετικός πληθυσμός της Κίνας. Η Ρωσία είναι επίσης μεγάλη, αλλά έχει τους δικούς της τεράστιους πόρους. Όταν η Ιαπωνία εισήλθε σε αγορές παγκόσμιων πόρων, οι αγορές της αντιπροσώπευαν μικρή αύξηση της ζήτησης. Η εξερεύνηση και η εκμετάλλευση νέων πόρων θα μπορούσε εύκολα να ταιριάξει με οτιδήποτε απαιτείται από την Ιαπωνία.




Στην περίπτωση της Κίνας, η απομίμηση των πολύ σπάταλων μοντέλων κατανάλωσης των υφιστάμενων βιομηχανικών κοινωνιών απειλεί τεράστιες ανισορροπίες στις αγορές πόρων, ιδίως στην ενέργεια.



Ο ΠΑΞΙΜΑΔΟΚΛΕΦΤΗΣ Ήσουν αγαπητικός σε ζούσαν τα κορίτσια Τώρα που σε πήρα εγώ μου κάνεις τα καπρίτσια Ήσουνα στην αγορά μυξόμαγκας, συνάχης Τώρα που σε πήρα εγώ την είδες άρμα μάχης Σου μάθανε σωβινιστή πως είσαι και στρατάρχης Χωρίς τις ωοθήκες μου μαλάκα δεν υπάρχεις Σε ντάνευε η μάνα σου κι ήσουνα μια νούλα Στην Τήνο τάμα έκανες πως μ’ ήθελες για δούλα Κούνησες τα ζάρια σου και κάτσαν άσσοδυο Μάζεψε το συρφετό και άντε γειά κι αντίο Μου το παιξες πολλά βαρύς δε δίνω εξηγήσεις Τράβα στις καβάτζες σου καμμένε να βοσκήσεις Χίλια χρόνια φυλακή τιμώρησα το χάρο Θα είμαι πάντα λεύτερη μαζί σου δε γουστάρω



 Επιπλέον, τα απόβλητα φαίνεται να είναι ασυμβίβαστα με αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης των αυξανόμενων ανισοτήτων που απειλούν την κοινωνική τάξη.





Ο κόσμος δεν θα "εξαντληθεί" από το πετρέλαιο ξαφνικά επειδή εκατομμύρια Κινέζοι αγοράζουν Toyotas. Αλλά η τιμή της ενέργειας μπορεί να ανέλθει στο σημείο όπου ένα κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στα αυτοκίνητα είναι ανέφικτο, αφήνοντας την Κίνα χαμένη με τεράστιες επενδύσεις σε ένα ξεπερασμένο σύστημα μεταφορών. Παρόλο που τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά αναμφίβολα θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται όταν είναι καταλληλότερα, φαίνεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα οδηγήσουν στην εργασία ή στο κατάστημα για να ψωνίσουν σε ένα προβλέψιμο μέλλον.


Εκτός από το ερώτημα εάν, ή μάλλον, πόσο σύντομα μπορεί να συμβεί η απομάκρυνση από τα ιδιωτικά αυτοκίνητα, υπάρχει ένα μεγαλύτερο ζήτημα που έχει να κάνει με τη μιμητική βάση του κινεζικού εκσυγχρονισμού. Η απομίμηση των τεχνικών γνώσεων, της τεχνογνωσίας και του σχεδιασμού μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη τεράστια. Οι μεταφορές τεχνολογίας και οι γνώσεις πάνω στις οποίες βασίζεται συνεχίζονται εδώ και χιλιάδες χρόνια, συμπεριλαμβανομένων φυσικά μετακινήσεων από την Κίνα προς τη Δύση σε παλαιότερες εποχές. Χωρίς τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τους πνευματικούς πόρους ολόκληρου του πλανήτη, η ανάπτυξη θα επιβραδύνει την ανίχνευση.


Αλλά η απομίμηση των τεχνικών γνώσεων είναι εντελώς διαφορετική από τη μίμηση του μοντέλου κατανάλωσης των προηγμένων χωρών. Με ένα "μοντέλο κατανάλωσης" εννοώ ένα συγκεκριμένο καλάθι καταναλωτικών αγαθών και συναφών υποδομών που περιλαμβάνει τις ανάγκες και τις τυπικές πολυτέλειες που προσδιορίζονται με την ευημερία σε μια δεδομένη κοινωνία. Η τεχνική γνώση είναι ουσιαστικά η ίδια από τη μία θέση στην άλλη, αλλά αυτό που προτιμούν οι καταναλωτές ποικίλλει ευρέως και δεν υπάρχει κανένα κριτήριο με το οποίο να μπορεί να διακρίνεται ένα καλύτερο μοντέλο κατανάλωσης. Δεν πρόκειται για συσσωρευμένη γνώση της ανθρώπινης φυλής αλλά για τοπικό πολιτιστικό φαινόμενο. 


Αυτό που σημαίνει ότι είναι πλούσιος και επιτυχημένος σε οποιοδήποτε δεδομένο σημείο της ιστορίας είναι σε σχέση με τους πολιτιστικούς παράγοντες που δημιουργούν τις αντίστοιχες τεχνολογίες στο βαθμό που το επικρατούν επίπεδο τεχνικών γνώσεων και πόρων το επιτρέπουν. Διαφορετικοί χρόνοι και τόποι, διαφορετικές ιδέες για πλούτο. Αλλά η Κίνα εισάγει ένα μοντέλο κατανάλωσης μαζί με τις τεχνολογίες που προορίζονται για την εξυπηρέτησή της. Δεν εξετάζεται το βαθύ ερώτημα για το ποιο μοντέλο κατανάλωσης μπορεί να προκύψει από τις τοπικές πολιτιστικές ρίζες και τους τοπικούς πόρους.


Είναι όμως μια τέτοια γενετήσια διαφοροποίηση στα καταναλωτικά μοντέλα δυνατή όταν μια χώρα εκσυγχρονισμού όπως η Κίνα πρέπει να εξαρτάται από τις γνώσεις και την τεχνολογία που εισάγονται από το εξωτερικό; Οι δυτικοί λόγιοι δεν απαντούν όλοι σε αυτή την ερώτηση με τον τρόπο που χρησιμοποίησαν πριν από 30 χρόνια και οι Κινέζοι εμπειρογνώμονες ανάπτυξης πρέπει να γνωρίζουν αυτή την αλλαγή.


Η ιδέα του τεχνολογικού ντετερμινισμού είχε μεγάλη επιρροή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πιο δημοφιλείς εκθέσεις της θεωρίας εκσυγχρονισμού, όπως η θεωρία του Walt Rostow για τα πέντε στάδια ανάπτυξης, περιέγραψαν την πορεία των φτωχών γεωργικών κοινωνιών σε κάτι πολύ σαν τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Η θεωρητική βεβαιότητα ότι η Αμερική αντιπροσώπευε το μέλλον βασιζόταν στην υπόθεση ότι η τεχνολογία αναπτύχθηκε κατά μήκος μίας σταθερής τροχιάς από κατώτερα σε υψηλότερα στάδια, καθορίζοντας την κοινωνική ζωή σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σε κάθε στάδιο. Εάν αυτό είναι αλήθεια, τότε η πιο προηγμένη χώρα δείχνει πράγματι το μέλλον στους λιγότερο προηγμένους γείτονές της, όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ στον πρόλογο του Das Capital.


Από τη δεκαετία του 1980, αυτή η αιτιοκρατική κατανόηση της τεχνολογίας έχει καταλήξει σε όλο και πιο αποτελεσματική επίθεση από εναλλακτικές θεωρίες όπως ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός. Αυτές οι νέες θεωρίες υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένας απαραίτητος τομέας τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά πολλοί κλάδοι που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ενδιαφέροντα, πολιτισμούς και πολιτικές δυνάμεις. Φυσικά μπορεί να υπάρχουν εφευρέσεις τόσο θεμελιώδεις ώστε να αντλούνται από όλες τις γραμμές ανάπτυξης, όπως η ηλεκτρική ενέργεια ή ο τροχός, αλλά πολλές πολύ διαφορετικές συσκευές μπορούν να κάνουν χρήση αυτών των βασικών ανακαλύψεων. Δεν καθορίζουν μια περιορισμένη δέσμη συσκευών με ένα ενιαίο σύνολο επιπτώσεων σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να προσαρμόσουν την τεχνολογία στις δικές τους ανάγκες και όχι απλώς να παραμείνουν προς τα πίσω όπου δεν διαθέτουν ορισμένους πόρους ή δυνατότητες που χρησιμοποιούνται σε πιο προηγμένες χώρες.


Πρακτικά, ποια είναι η σημασία αυτών των νέων ιδεών; Η πρόσφατη υποτροφία σε τεχνολογικές μελέτες τονίζει ότι οι τεχνολογίες μετασχηματισμού υφίστανται καθώς μεταφέρονται και προσαρμόζονται από το ένα ίδρυμα στο άλλο και από το ένα έθνος στο άλλο. Η έκταση της αλλαγής ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχει κανένας κανόνας ή νόμος προσαρμογής από τον οποίο κανείς θα μπορούσε να προβλέψει τα αποτελέσματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, η πρόωρη γερμανική εκβιομηχάνιση, οι αλλαγές μπορεί να ήταν αρκετά μικρές για να πούμε ότι η Αγγλία αντιπροσώπευε πραγματικά το μέλλον. Σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα, οι ασιατικές "Τίγρεις" δεν είναι καθόλου σαφές ότι οι κοινωνίες γίνονται αμερικανικές. Στην περίπτωση του μέλλοντος της Κίνας, θα γίνουν ακόμη πιο ριζοσπαστικές αναχωρήσεις από τα υπάρχοντα μοντέλα, καθώς το πλήρες βάρος του τεράστιου πληθυσμού της επηρεάζει την αναπτυξιακή της πορεία.


Σημειώστε ότι τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η Κίνα θα πρέπει να παραμείνει φτωχή, αν από φτωχούς εννοούμε έλλειψη πρόσβασης σε βασικές ανάγκες, μεγάλη ποικιλία καταναλωτικών αγαθών, εκπαίδευση και ευκαιρίες για πολλά άτομα να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν τα ταλέντα τους. Το θέμα είναι μάλλον ότι αυτό που σημαίνει να είσαι πλούσιος εξαρτάται από τον κοινωνικό ορισμό και τον επαναπροσδιορισμό. Η Κορέα έχει ένα επίπεδο μηχανοργάνωσης και χρήσης υπολογιστών ασύγκριτα στον κόσμο σήμερα, αλλά λιγότερα αυτοκίνητα ανά κάτοικο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποια κοινωνία είναι πιο ευημερούσα; Οι Γάλλοι τρώνε πολύ καλύτερα τρόφιμα από τους Αμερικανούς, αλλά ζουν σε μικρότερα καταλύματα. Ποιος είναι καλύτερος; Δεν υπάρχουν τελικές απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις.


Επιπλέον, οι αντικειμενικοί περιορισμοί και οι υποκειμενικές επιθυμίες δεν είναι πάντα αντίθετοι. Αντίθετα, ο πολιτισμός μετατοπίζεται ως απάντηση στην πραγματικότητα με ενδιαφέροντα και σύνθετα μέσα. Αυτό που οι άνθρωποι θέλουν και τι μπορούν ρεαλιστικά να περιμένουν συχνά αλλάζουν μαζί. Για παράδειγμα, όταν στην πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση του ΟΠΕΚ πολλαπλασιάστηκε η τιμή της βενζίνης πολλές φορές, οι Αμερικανοί (προσωρινά) ανακάλυψαν τις χαρές της ιδιοκτησίας μικρότερων, πιο αποτελεσματικών και πιο ελκυστικών αυτοκινήτων. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι περιορισμοί στην κινεζική ανάπτυξη θα ενσωματωθούν ως μέρος των προτιμήσεων στον πολιτισμό και την επιρροή, και όχι απλώς ως εμπόδιο στην ευημερία.


Συμπερασματικά, εδώ είναι η εντύπωση ενός αλλοδαπού: μια κρίσιμη ιδιοποίηση των δυτικών ιδεών και τεχνολογιών υποδεικνύεται στην Κίνα με μια ρεαλιστική αίσθηση ότι οι κινεζικές παρεμβάσεις στις παγκόσμιες αγορές θα αλλάξουν βαθιά αυτές τις αγορές. Η Κίνα πρέπει να προβλέψει τις αλλαγές και να σχεδιάσει το μέλλον της αναλόγως. Δεν θα βρει το μέλλον της που λέγεται στην ιστορία των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, αλλά πρέπει να κάνει τη δική της ιστορία από το δικό της πολιτισμό, πόρους και όνειρα.




Το πρόβλημα με το Θεό είναι ότι: Δεν τον πιστεύεις επειδή υπάρχει, αλλά υπάρχει επειδή τον πιστεύεις





  Πραγματευόμαστε στο παρόν άρθρο τις ανησυχίες για το θάνατο και τη ζωή σε κάτι ανώτερο. Όχι όμως σε μία θρησκεία και στα όρια που εκείνη θέτει για το λεγόμενο ποίμνιο.


Σεβόμαστε την επιθυμία και την ανάγκη όσων επιλέγουν να προσκυνούν τις εικόνες, να πηγαίνουν σε μία εκκλησία με τρούλο και μανουάλια και να υμνούν τους αγίους.


Συγκλίνουμε στο ότι ο Θεός -εάν υπάρχει- είναι ένας. Δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα γεωγραφικά κριτήρια που "επιβάλλουν" σε έναν Έλληνα να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, σε έναν Τούρκο να είναι Μουσουλμάνος, σε έναν Αιγύπτιο να είναι Κόπτης Χριστιανός ή σε έναν Κινέζο να είναι Βουδιστής.


Είναι μεγάλη κουβέντα να πει κανείς ότι είναι άθρησκος. Κατά κάποιο τρόπο κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του μία θρησκεία. Είχα πάντοτε ως δεδομένο ότι ο άνθρωπος από τη στιγμή που έγινε ανώτερο ον και ξεχώρισε από το ζωικό βασίλειο, έχοντας αντίληψη της ύπαρξής του, ένιωθε την ανάγκη να πιστέψει σε κάτι ανώτερο. Ήταν αδύνατον να μην το κάνει αυτό.


Ο άνθρωπος αναζητά τη θρησκευτικότητα καθώς διαθέτει την αγωνία του θανάτου αλλά και την αγωνία του μεταφυσικού. Γι’ αυτό και από τα πρωτόγονα χρόνια έως και σήμερα ο άνθρωπος ξεκίνησε να πιστεύει στον Ήλιο, ενώ ακόμα και σήμερα πρωτόγονες φυλές πιστεύουν σε διάφορες πηγές θεϊκής έκφρασης.


Εάν όμως υποθέσουμε ότι η αρχή μου είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη, η θυσία, η συμπόνια, θα μπορούσα να χαρακτηριστώ Χριστιανός.


Η ανάγκη του ανθρώπου να ακουμπήσει την ψυχή του σε ένα ανώτερο πιστεύω, είναι μία καθαρά ψυχική και απόλυτα βιωματική εμπειρία. Δεν επιδέχεται καμίας διαπραγμάτευσης. Είναι αδιανόητο να χρησιμοποιούνται οι θρησκείες ως ιδιοκτησία.


Είναι επίσης αδιανόητο να ταυτίζεται κάποιος με μια θρησκεία, επειδή γεννήθηκε στην Ελλάδα, στο Ιράκ ή αλλού. Στην Ινδία για παράδειγμα υπάρχουν οικογένειες, η κάθε μία εκ των οποίων πιστεύει στη δική της θεά.

Πιστεύω ως ψυχίατρος ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει τη μεταφυσική αγωνία ότι υπάρχει κάτι πάνω από αυτόν στο σύμπαν. Ακόμα όμως και η επιλογή να δηλώνουν κάποιοι άθεοι, υποδηλώνει μία μορφή θρησκευτικότητας.


Το βίωμα του θανάτου ή της αντίληψης της ύπαρξης, δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχει στο μυαλό ακόμα και εκείνων που δηλώνουν άθεοι.


Θεωρώ ότι και οι άθεοι αυτό που κάνουν είναι ένα σόου. Εκτός και αν θεωρούν ότι ο Θεός είναι το σύμπαν και ότι αυτό που μας περιβάλλει είναι οι νόμοι της φυσικής και του τυχαίου και ότι εμείς δεν είμαστε παρά εντελώς ασήμαντοι μέσα σε αυτό.


Όλος ο πλανήτης έχει την ανάγκη να ακολουθεί μία θρησκευτικότητα, κάτι που είναι σεβαστό, αναμενόμενο και απαραίτητο. Σε ό,τι αφορά στη νηστεία είναι μία διαδικασία εξαιρετικά σημαντική καθώς ένας άνθρωπος έχει τη δυνατότητα της αυτοσυγκράτησης, κάτι που τον ανεβάζει πολύ ως άνθρωπο, είναι σημαντική επίσης για την υγεία του καθότι δεν τρώει όλες αυτές τις αμφιβόλου προελεύσεως τροφές που μας κατακλύζουν.


Ωστόσο δεν μπορώ να καταλάβω γιατί απαγορεύεται το λάδι, ενώ μπορούμε να τρώμε ελιές. Θυμάμαι τη γιαγιά μου όταν νήστευε, δεν έτρωγε τίποτα παρά μόνο ψωμί και νερό. 


Πιστεύω επίσης ότι ένα μεγάλο ποσοστό των αποκαλούμενων Χριστιανών, περιμένει το Πάσχα μόνο για να καθίσει στο πασχαλινό τραπέζι και να φάει το αρνί.


Το Άγιο Φως, είναι ένα σύμβολο για τη χριστιανοσύνη. Η φωτιά είναι δύναμη. Ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά και τιμωρήθηκε από τους Θεούς. Έτσι και το Πάσχα συμβολίζει την αναγέννηση. Πρώτα το θάνατο και μετά τη γέννηση.


Άλλωστε ακόμα και ένας καλόγερος μπορεί να ανάψει ένα κερί στο Άγιο Όρος και η δύναμή του να είναι η ίδια με εκείνη που έχει το Άγιο Φως.



Όλες οι θρησκείες μιλούν για αγάπη. Ακόμα και το Κοράνι. Κάποιοι όμως έχουν εκμεταλλευτεί αυτά τα κείμενα, παραφράζοντάς τα για να κάνουν θρησκευτικούς πολέμους.


Έτσι συνέβη και με τον Παΐσιο, τα λόγια του οποίου κάποιοι έχουν παραφράσει. Όσοι παραφράζουν το λόγο του και εκδίδουν βιβλία για τον Παΐσιο, έχουν εμπορευματοποιήσει τη θρησκευτικότητα. Επίσης η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Ρώτησαν ποτέ τον ίδιο αν θα ήθελε να γίνει άγιος;


Στη διαδρομή των θρησκειών εισχώρησε ο φανατισμός, ο οποίος εμπίπτει στα όρια της ψυχοπαθολογίας. Γι’ αυτό και ακούμε φανατισμένους και πύρινους λόγους από τα στόματα ιερέων και δεσποτάδων.


Η θρησκευτικότητα με τα χρόνια παρέκκλινε.


Στο Βυζάντιο για παράδειγμα οι αυτοκράτορες δεν σκότωναν στο όνομα του Χριστιανισμού;


Ο άγιος Κωνσταντίνος ήταν ένας από αυτούς.


Επίσης η Εκκλησία με τα χρόνια πολιτικοποιήθηκε. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Βατικανού, το οποίο παρά το γεγονός ότι είναι ανεξάρτητο, ασκεί τεράστια επιρροή στο ιταλικό κράτος.


Θα πάω σε μία εκκλησία όταν νιώσω ότι θέλω να προσευχηθώ. Θα περάσω από ένα ξωκλήσι και θα μπω μέσα, επιδιώκοντας να έχω μία σιωπηλή επικοινωνία με κάτι ανώτερο, το οποίο δεν μπορώ να εξηγήσω καθότι είναι εντελώς προσωπικό. Θα ανάψω ένα κερί. Είναι ένα σύμβολο για εμένα. 



Πολλοί είναι φανατικοί και μη σκεπτόμενοι επειδή είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και το έχουν καμάρι, χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει. Κι όταν φύγουν από την εκκλησία λένε ψέματα, κλέβουν, κάνουν οτιδήποτε είναι αντίθετο στο Ευαγγέλιο.


Δεν λέω για όλους, αλλά ισχύει για μία πολύ μεγάλη μερίδα. Ωστόσο δεν αποκηρύσσω το χριστιανισμό. Έχω ασθενείς ως ψυχίατρος, τους οποίους προτρέπω να πιστεύουν και ενισχύω το θρησκευτικό τους συναίσθημα, καθώς αυτό τους βοηθάει στη θεραπεία. 


Μιλώντας για το Θεό, μιλάω για το δικό τους Θεό για να τους βοηθήσω να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.


Η σύγχυση που δημιουργείται ανάμεσα στον άθρησκο και τον άθεο, προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είναι σαφής η έννοια του Θεού. Κάποιος θα απαντήσει ότι "Θεός μπορεί να είναι και η φύση". 



Από εκεί και ύστερα, δεδομένου ότι τα πράγματα είναι πολύ συγκεχυμένα και από πλευράς επιστημών, είναι καλό να κρατάμε μία επιφύλαξη. Η φυσική έχει προχωρήσει τόσο πολύ δίνοντας κάποιες διεξόδους, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει κανείς ακριβώς για την ύλη ή για κάποια επόμενη διάσταση.


Επειδή δεν γνωρίζουμε τι άλλο μπορεί να υπάρχει πέρα από τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας, γι’ αυτό και παραμένω επιφυλακτικός. Υπάρχουν πράγματα που παραμένουν κρυφά και δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε ακόμα και εάν εισχωρήσουμε βαθιά μέσα στην επιστήμη. Πιστεύω ότι η επιστήμη προχωράει πολύ γρήγορα.


Για παράδειγμα υπήρχε το πείραμα EPR που είχε πραγματοποιήσει ο Αϊνστάιν με σκοπό να εκθέσει την κβαντική φυσική. Ωστόσο έφτασε σε αδιέξοδο και αντί να εκθέσει την κβαντική φυσική, εκτέθηκε ο ίδιος. Μετά από 20 χρόνια όμως, ένας επιστήμονας κατάφερε και έστειλε μήνυμα στα 16 χιλιόμετρα με δίδυμα φωτόνια -αυτά που δημιουργούνται από την ίδια αιτία- το ένα αριστερά και το άλλο δεξιά, και αυθόρμητα το ένα από τα δύο αντέδρασε. 


Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πράγματα που δεν τα έχουμε ανακαλύψει στην επιστήμη.


Για το Άγιο Φως έχει λάβει θέση το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Υπάρχουν άνθρωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και έχουν διατηρήσει μια στάση κατανόησης απέναντι στο χριστεπώνυμο πλήθος, το οποίο θέλει να ξεγελιέται από τα θαύματα.


Δεν πιστεύω σε θαύματα. Πιστεύω ότι η πίστη δημιουργεί θαύματα και όχι ότι το θαύμα εμπνέει την πίστη. (Ελπιζομένων υπόστασις - Πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων= Βλέπω ότι ελπίζω να δω - Φανέρωση πραγμάτων που δεν είναι ορατά)


Ο μαθηματικός Μπέρτραντ Ράσελ είχε πει χαρακτηριστικά ότι: υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να πεθάνουν, παρά να σκεφτούν.


Με τα θαύματα άλλωστε υπάρχει το εξής πρόβλημα: ότι υπάρχουν γύρω στις 6.000 θρησκείες στον κόσμο. Η καθεμία από αυτές έχει τα δικά της θαύματα. Ωστόσο ο Θεός είναι ένας. Αυτό σημαίνει ότι από όλους αυτούς οι 5.999 λένε ψέματα. Εάν υπάρχει Θεός, αυτός θα είναι ένας και μόνο αυτός θα κάνει θαύματα. Το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να βγάλω λοιπόν, είναι η τάση του κόσμου να δημιουργεί και να δέχεται τις μυθοπλασίες.


Η αγιοσύνη μετουσιώνεται πρακτικά με τα εξής κριτήρια:


  Πολλοί από τους Aγίους διήγαν έκλυτο βίο. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα υπήρξε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος πριν τον καλέσει κοντά του ο Χριστός, ήταν ένας από τους φανατικότερους διώκτες των Χριστιανών. 


Αυτό που κάνει η Εκκλησία με τους άγιους, το κάνουν και οι κοινωνίες με τους επιφανείς. Όπως η Εκκλησία αγιοποιεί τους ανθρώπους που την εξυπηρετούν, έτσι και η πολιτεία αγιοποιεί τους ανθρώπους που την εξυπηρετούν.


Παρά το γεγονός ότι ο Καρλομάγνος σκότωσε τη μισή Ευρώπη, ονομάστηκε Μέγας Καρλομάγνος. Το ίδιο συνέβη και με τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος σκότωσε ανθρώπους για να διαχωρίσει τις δύο αυτοκρατορίες σε ανατολική και δυτική, σκότωσε τη γυναίκα του και το γιο του, Κρίσπο, ανίψια και ξαδέρφια. 


Παρά το γεγονός ότι η Εκκλησία θεωρεί μέγιστη αμαρτία τη δολοφονία, ο Κωνσταντίνος έγινε μέγας και άγιος.


Αλλά και η Αριστερά αγιοποίησε εγκληματίες.


Είναι ένα γενικό φαινόμενο, κατά το οποίο οποιαδήποτε ιδεολογία ή θρησκεία θα πρέπει να στηρίζονται σε ανθρώπους τους οποίους θα θαυμάσει ο πιστός, ούτως ώστε να μπορεί να τους ελέγχει.


Σέβομαι όσους πιστεύουν. Δεν ωφελεί σε τίποτα η γροθιά στον τοίχο. Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να ανατρέψει κανείς δομημένες αντιλήψεις. Αυτό σημαίνει ότι παρορμητικές κινήσεις όπως αυτή κάποιων, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν τη Μεγάλη Παρασκευή για να φάνε κρέας δημοσίως, σημαίνει ότι έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά και δεν έχουν άλλο μέσο για να πείσουν.


Όταν προκαλεί κανείς κάποιον, το μόνο που πετυχαίνει είναι να τον ωθήσει να αγκαλιάσει περισσότερο αυτό που υποστηρίζει, ενισχύοντας τον ψυχολογικό του παράγοντα.


Από την άλλη πλευρά όμως, κάποια από αυτά τα πράγματα μου αρέσουν. Είναι ωραίο πράγμα οι γιορτές και οι αργίες.


Θα πάω το Μεγάλο Σάββατο στην Ανάσταση με κάποιους ανθρώπους του περιβάλλοντός μου. Την Ανάσταση άλλωστε τη συνδυάζω και με κάποια άλλα πράγματα όπως η ανάσταση από την κρίση, η ανάσταση του μυαλού, η ανάσταση της υγείας. 


Πολλές φορές ένας άνθρωπος έχει την τάση να απευθύνεται σε κάτι γενικότερο. Όλοι έχουμε την τάση άλλωστε να απευθυνόμαστε σε κάτι ανώτερο (προσευχή).


Γι’ αυτό κι εγώ δεν μπορώ να απεμπλακώ από τα δύο πράγματα, στα οποία δίνει διέξοδο η θρησκεία. Το νόημα της ζωής και ο φόβος του θανάτου.


Είναι δύο προβλήματα που όλοι οι άνθρωποι τα αντιμετωπίζουμε. Δεν θα ήταν κακό να αφεθούν οι άνθρωποι στις μεταφυσικές αυτές ανησυχίες. Το πρόβλημα είναι ότι παρεμβάλλονται οι διάφορες εξουσίες που υπάρχουν και χρησιμοποιούν την ανάγκη των ανθρώπων, ούτως ώστε να επιβάλλουν σύμβολα και αγίους, και να ελέγχουν τους ανθρώπους.


Οι θρησκευόμενοι αποτείνονται στη θρησκεία για να λάβουν απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής και του θανάτου.


Σε ό,τι αφορά στη ζωή, πιστεύω ότι πρέπει να έχω έναν κοινωνικό ρόλο για να βελτιώσω τον κόσμο. Για το δεύτερο δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Διατηρώ το φόβο του θανάτου, προσπαθώ να συμβιβαστώ μαζί του, κάτι που είναι αρκετά δύσκολο.


Ο Θεός δεν είναι ό,τι μας έμαθαν στο σχολείο.





Όχι. Υπάρχουν δύο βιβλία στα οποία στηρίχτηκε ο Χριστιανισμός. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Επειδή και τα δύο πράγματα, τα είπε ο Θεός, θα ήταν πολύ εύκολο σε κάποιους να παραμερίσουν την Καινή Διαθήκη και να κρατήσουν την Παλαιά.


Κατά την άποψή μου όμως υπάρχει μία εγκληματική θρησκεία και μία αρκετά καλή Εκκλησία, η οποία προσπαθεί και κάνει ό,τι μπορεί. Στην Έξοδο στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να αφήσουν καμία μάγισσα να ζει. Οι καθολικοί έκαψαν 30.000 με 40.000 μάγισσες μόνο στη Γερμανία έως το 1788. Βέβαια γλίτωσαν αρκετές.


Εντολή του Θεού όμως είναι και ότι όλα τα ιδεοληπτικά μνημεία θα πρέπει να καταστραφούν εκ θεμελίων, όπως συνέβη με τον Παρθενώνα. Μάλιστα έστειλαν γι’ αυτό το σκοπό τον Ιλάριο, ένα Βησιγότθο Χριστιανό, ο οποίος προέβη σε καταστροφές στον Παρθενώνα. Παρόλ’ αυτά, η Εκκλησία που είχε εντολή από την Παλαιά Διαθήκη να καταστρέψει όλα τα κτίρια, έσωσε αρκετά.


Ιστορικά υπάρχουν και παραδείγματα στα οποία οι Χριστιανοί ήταν διώκτες άλλων δογμάτων και δεν υπήρξαν μόνο μάρτυρες…


Στο Βυζάντιο έγιναν πολύ μεγάλοι διωγμοί, για τους οποίους δεν μάθαμε ποτέ τίποτα. Μάλιστα, τους είχε περάσει η Εκκλησία μέσα στη νομοθεσία. Οι δύο μεγάλοι κώδικες του Βυζαντίου, ο Ιουστινιάνιος και ο Θεοδοσιανός, έδιναν εντολές που ήταν τρομερές για τους Έλληνες.

Κι τότε οι Έλληνες αναγκάστηκαν για πρώτη φορά να αποποιηθούν την εθνικότητά τους και δήλωσαν Ρωμαίοι πολίτες, δηλαδή Ρωμιοί. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να λέμε με τόση περηφάνια τη λέξη "Ρωμιός". Γιατί ο Έλληνας αποποιήθηκε τη χώρα του για να γλιτώσει από τους διωγμούς.


Η θρησκεία για εμένα είναι σαν μία πλάκα. Μου φαίνεται ότι όλος ο κόσμος γύρω μου κάνει πλάκα με το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε συζητήσεις που έχω με φίλους και τους ρωτάω σε ποιο θρήσκευμα πιστεύουν, τίθεται το εξής ερώτημα: πού έμαθαν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα και όχι από το Γιο;


Εάν κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα και τους το αποκάλυψε, τότε το δέχομαι.

Εάν όμως όχι, από πού πληροφορήθηκαν ότι εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα;


Το μόνο που μπορώ να καταλάβω είναι ότι εσείς για παράδειγμα, επειδή γεννηθήκατε στην Ελλάδα και όλοι πιστεύουν στο Χριστιανισμό, αυτό μάθατε να πιστεύετε κι εσείς. Αυτό όμως δεν είναι πίστη, αλλά γεωγραφικός προσδιορισμός. Όπως ακριβώς λέτε ότι είστε Έλληνας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο λέτε ότι είστε Χριστιανός.

Εάν όμως ο Γιώργος λεγόταν Giorgio και είχε γεννηθεί στην Ιταλία, το Άγιο Πνεύμα θα εκπορευόταν και από τον Υιό.


Είναι τρομερά εγωιστικό το γεγονός ότι το από πού εκπορεύεται το άγιο πνεύμα, εξαρτάται από το πού θα γεννηθεί ο Γιώργος ή ο Giorgio.

Και αν άλλαζε χώρα και ο Γιώργος γεννιόταν στην Τουρκία, θα άλλαζε και ο δημιουργός του κόσμου και θα γινόταν ο Αλλάχ.


Επίσης η θρησκεία προέρχεται από το λατινικό religare, το οποίο σημαίνει ‘δεσμεύω’. 

Οι θρησκείες δημιουργήθηκαν κατά τη γνώμη μου, κάτω από μία πίεση να δεσμεύσουν ομάδες πληθυσμού και να επιβουλεύονται γειτονικές χώρες, ούτως ώστε να κατακτήσουν ό,τι μπορούν.

Δεν είναι τυχαίο πως όταν χωρίστηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα δύο, δημιουργήθηκαν αμέσως δύο θρησκείες, η ορθόδοξη και η καθολική.

Έπρεπε να υπάρχουν οι δύο θρησκείες, για να διαθέτουν οι δύο αυτοκρατορίες φανατικούς στρατιώτες να πολεμούν η μία την άλλη.


[full_width]




Scroll To Top