Ουρανοκατέβατοι Φιλομαθείς

Βαλέρια




Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας; Κάνεις σαν να μην είδες ήλιο, ούτε θάλασσα, σαν να μην άκουσες τραγούδια. Πού τα καταχώνιασες όλα!
Σαν βουρλισμένη κατηφόραγε για το πάρκο -κάνα δυο χιλιόμετρα, χώρος φυτεμένος, στενός, με λίγα παγκάκια, πλάι στη λεωφόρο. Φόραγε κοντό σκούρο σορτσάκι, απομίμηση δέρματος, και τα μπούτια τονίζονταν ολόασπρα, με χοντρούς κιρσούς κι αραιές μαύρες τρίχες. Από πάνω πουκαμίσα ινδική, θαμπή από τη λέρα.
Πίσω της έτρεχε ο γιος. Ένα ξανθό με παχιά χείλη κι άτονο βλέμμα. Όπου έβρισκε σωρούς σκουπίδια, τ’ ανακάτευε για να βρει κουτιά. Μεγάλα, μικρά, κιβώτια, σπιρτόκουτα.
Τα ’σερνε λιγάκι μέχρι τον άλλο σωρό. Κανένα παράξενο, το κράταγε περισσότερο.
«Άντε, ρε μαλακισμένο, προχώρα.»
Στο πάρκο είχε το «παγκάκι» της. Ξάπλωνε, παρά καθόταν, κι όποιος πέρναγε του ζήταγε τσιγάρο.
«Έλα και το βραδάκι, καλέ, να κάνουμε παρέα.» Έρχονταν οι συνταξιούχοι, έδιναν στο μικρό κάνα δεκάρικο να πάρει γκοφρέτες και τους άφηνε να πιάνουν, άλλος μπούτι, άλλος βυζί.
Τα βράδια έρχονταν κάτι αμίλητοι νέοι εξ επαρχίας - φουρναρόγατοι, σκουπιδιάρηδες του δήμου- και τους πήγαινε σε κάτι χαλάσματα. Γινόταν η δουλειά, στο άψε σβήσε, για εκατό φράγκα. Άλλοι ταχτικοί τής έδιναν πενήντα.
Ο γιος δίπλα. Κάνας ντροπαλός της έλεγε πως δεν μπορεί πλάι στο μικρό.





«Έλα, βρε μουνόχαυνε. Τι καταλαβαίνει! Νήπιο είναι.»
Στους φυλακές του πάρκου έκανε ιδιαίτερη περιποίηση. Πήγαινε αργά τη νύχτα στο σπιτάκι που ’χαν τα σύνεργα και τους άφηνε να την οργώνουν, σαν λυσσάρικα σκυλιά. Μέσα ο μικρός.
Στο δωμάτιο κοιμόταν μέχρι τη μία και μετά έπαιρνε πάλι τους δρόμους. Και να πεις πως ένιωθε κάτι! Ηδονή; Ευχαρίστηση; Τίποτα.
Της έφτανε που ’κονομούσε να τρώνε, γύρο με πίτα στα όρθια, και ν’ αγοράζει στο παιδί γαριδάκια. Έτσι το μεγάλωσε.
Φύτρα άγνωστου, περαστικού άντρα. Μπορεί και κανενός γέρου. Θα το ’ρίχνε, αλλά ο γιατρός τής είπε πως ήταν αργά. Προχωρημένη εγκυμοσύνη.
Δεν έχανε ευκαιρία, από τότε που γεννήθηκε, να το μουρλαίνει στο ξύλο. Τέτοιο άχτι του είχε.
Τα καλοκαίρια που ο δήμος έφερνε, στην άλλη την πλατεία, τη μεγάλη, λαϊκές ορχήστρες, καθόταν από νωρίς στην πρώτη σειρά κι όποιο τραγούδι έμοιαζε με τσιφτετέλι, σηκωνόταν απάνω και κούναγε τα βυζιά της πέρα δώθε, και της φώναζαν από κάτω κάτι νεαροί με παράξενα μοντέρνα ρούχα: «Δώσ’ τα όλα».
Κείνο το χαζό δεν μπόραγε να μιλήσει. Δώδεκα στα δεκατρία και συλλάβιζε ακόμα, κι όταν έβρισκε κάνα κουτί όμορφο, ιιιι, εεεεεε, του ξέφευγαν άναρθρες φωνούλες.
Ένα βράδυ, που οι γέροι πήγαιναν κι έρχονταν στο παγκάκι τρεμάμενοι και χλωμοί απ’ τ’ άσπρα κρέατά της, έγινε το κακό. Το παιδί ανάβλιαξε. Έπεσε χάμω, τίναζε χεράκια και πόδια κι έκλαιγε χωρίς δάκρυα.
Έπεσαν πάνω οι γέροι και του ’ριχναν δεκάρικα κι εικοσάρικα να πάρει γκοφρέτες.
Που να το συνεφέρουν. Τ’ άρχισε κι αυτή στις κλοτσιές.
«Σκατομοΰλικο, θα μας παν μέσα εξαιτίας σου.»
Του ’φερε κάποιος ένα ζωγραφιστό τενεκεδένιο κουτί με μπισκότα και σιγά σιγά λύθηκε το κορμάκι του, το πήρε και το περιεργαζόταν.
Με τον καιρό, ξεχείλωσε τελείως. Βρώμαγε από την απλυσιά. Οι νεότεροι έκοβαν κι οι γερόντοι έγιναν σφιχτότεροι στα δεκάρικα. Παράσταινε πως τάχα ευχαριστιόταν κι αυτή, τους έκανε το βράδυ στην παράγκα ό,τι μπορεί να βάλει ο νους τ’ ανθρώπου. Εις μάτην. Τη βάφτισαν και «ζιάπα», έτσι κατάντησε.
Μια νύχτα, ένας ολοκίτρινος μαδημένος -ούτε φρύδια είχε- κει που του μάλαζε το όργανο, βγάζει ένα πεντακοσάρικο. Άστραψε το μάτι της.
«Τον μικρό», της λέει. «Θέλω τον μικρό».
Αρπάζει το χαρτί και λέει:
«Έλα δω, μωρέ, ο θείος σ’ αγαπάει, θα σου πάρει μεγάλη μεγάλη σοκολάτα».
Το αγκάλιασε και το μικρό λούφαξε στην αγκαλιά του.
Ποιος ξέρει ποιο μακρινό όνειρο θαλπωρής το ’κάνε να τον αγκαλιάσει κι αυτό.
Την άλλη μέρα το ’πλύνε, το χτένισε, του ’βάλε άρωμα και το πήγε πάλι.
Ξαναμαζεύτηκε η πελατεία.
Του αγόρασε χρωματιστά κιλοτάκια, και μια γριά γνωστή της, απ’ το κουρμπέτι, της είπε να τους αφήσει τους παλιόγερους. Δίπλα είναι η Συγγρού. Εκεί είναι κοφτήριο.
Έδωσε μάχη με τους άλλους στη Δοϊράνης για να βρει θέση. Τη βοήθησε και μια σιτεμένη τραβεστί, που το μικρό τής άνοιξε ορέξεις πεθαμένες.
Της έδειξε τρόπο να του δίνει ορμόνη, να μεγαλώσουν τα βυζιά του. Του βρήκε κι όνομα: «Βαλέρια». Αριστοκρατικό. Τ’ άκουσε η μάνα και βάζει τα γέλια.
«Βαλέρια! Άκου Βαλέρια, άντες καλέ σύκα», και δώσ’ του τα χάχανα.
Το ξύριζε κόντρα. Άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν. Το ’βάφε. Κατέβαιναν τις νύχτες οι μικρομεσαίοι, με ντάτσουν και μερσεντές, επί τούτου, γι’ αυτό το κελεπούρι.
«Δυο χιλιάρικα. Και μαλακά ε, μη μου το χαλάσετε!»
Αγόρασε ρούχα, έγχρωμη τηλεόραση, νοίκιασε δυάρι κι έτρωγε τις μερίδες το παστίτσιο δυο δυο ατα εστιατόρια.
Έστρωσε η δουλειά, ώσπου έγινε πάλι το κακό.
Είχε σταματήσει το ποτάμι απ’ τ’ αυτοκίνητα στο παραπάνω φανάρι κι άναψε πράσινο.
«Άντε, ρε μούλο, κουνήσου κι άνοιξε τη γούνα σου.»
Του φόραγε μια ψευτογούνα κι από μέσα ένα ελάχιστο κόκκινο κιλοτάκι. Τα βυζιά απ’ την ορμόνη είχαν μεγαλώσει λίγο.
Τη στιγμή που τ’ αμάξια έφταναν, το μικρό ανάβλιαξε πάλι. Άφησε μια αλλόκοτη φωνή κι όρμησε στο ποτάμι που κατέβαινε.
Χτυπήθηκε και πετάχτηκε, χρωματιστό κουρελόχαρτο, από ’να ημιφορτηγό που ’γράφε στα πλάγια «Αγροτικό».
Το αυτοκίνητο κόλλησε, στριγκλίζοντας, στο προφυλαχτικό κιγκλίδωμα, κι απ’ τις ανοιχτές πόρτες του χύθηκε στον αέρα ήχος από βαρύ και λαγγερό κλαρίνο.
Έμεινε άλαλη, λουσμένη απ’ τους προβολείς των αυτοκινήτων, από κόρνες δαγκωτές κι από κίτρινα βλέμματα.
Μάτια λεπίδια, που κομμάτιαζαν το νεκρό κορμάκι, τα κατουρημένα πόδια της. Μερικοί άρχιζαν να βάζουν χέρι.
Όλα γύρω της πάγος, νέκρα, ερημιά.
Άνοιξε τα χέρια να πιάσει τη μουσική.
Να πιάσει κοτσύφια, νερόλακκους, θυμιατά και μανούσια, μολυβένια σύννεφα και στρακαστρούκες της Λαμπρής, πλαγίτσες, κουτσουπιές, κηδείες, τριφύλλια, μελίσσια και βασιλικούς.
Στο βουνό, μανίτσα. Βουνά, βουνά, φωνούλες του χιονού -αρέντα, μωρή Μηλιά, αρέντα, κόρη μου- χαμένες στην αντάρα της ψυχής της, πριν τα φώτα της πόλης.
Μόνο για μια στιγμή. Αμέσως κατόπι άρχισε να ανεβοκατεβάζει τα χέρια της σπαθιά, ανάμεσα στα μπούτια, σιη χειρονομία που κάνουν οι άντρες, όταν λεν «στ’ αρχίδια μου».
«Να, να! Να, πούστηδες», κραύγαζε μανιασμένη στον κλοιό, με τις σταχτιές και ωχρές φιγούρες.
Τους έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα.

ΣΩΤΗΡΗΣ Φ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΑΓΟΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ
ΑΘΗΝΑ 1995
via

Share this:

    Blogger Comment
    Facebook Comment
Point of view.
OddThemes