Ο Έλληνας επί της προκρούστειας κλίνης ή ο Έλληνας πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά - Point of view

Εν τάχει

Ο Έλληνας επί της προκρούστειας κλίνης ή ο Έλληνας πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά



Σκηνή πρώτη: περίπου μια δεκαπενταετία πίσω σε ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, καλοκαίρι. Μόλις είχε τελειώσει το απόδειπνο, και εγώ με έναν φίλο καθίσαμε σε έναν πάγκο και μέσα στη σιγαλιά του δειλινού παρακολουθούσαμε σιωπηλοί τη δύση του ήλιου. Καθώς βυθιζόταν ο λαμπρός του δίσκος στη θάλασσα, βυθιζόμουν κι εγώ σε μια βαθιά θάλασσα συγκίνησης που στον πυθμένα της υποψιαζόμουν έναν χαμένο θησαυρό ευγνωμοσύνης, θησαυρό που σπάνια και δύσκολα κανείς εντοπίζει στην καρδιά κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής. Γύρισα και κοίταξα τον φίλο που σιωπούσε δίπλα μου, προσπαθώντας να διακρίνω εάν συμμεριζόταν τη συγκίνηση μου. Δεν προλάβαμε όμως να μιλήσουμε, γιατί ένας μοναχός που περνούσε βιαστικά από μπροστά μας, στάθηκε και μας ρώτησε τι κάναμε εκεί. Χωρίς να κρύψω τη συγκίνηση μου, απάντησα πως θαυμάζαμε το φως του ηλιοβασιλέματος. Ο μοναχός κούνησε επιτιμητικά το κεφάλι του και μας είπε περίπου τα εξής: «Ο ήλιος δεν είναι παρά ένα άστρο, θα περάσει, θα χαθεί. Το φως του είναι κτιστό και θα παρέλθει. Το άλλο το φως, το άκτιστο θα έπρεπε να αναζητείτε, το αιώνιο και άφθαρτο», και έσπευσε να χαθεί μέσα στα σκοτάδια της μονής, αφήνοντάς μας με κάποια γεύση ενοχής στην ψυχή και σύγχυση στο νου.

Σκηνή δεύτερη: Το Κ.Κ.Ε. βέβαια δεν έχει μοναστήρια· έχει; Από την άλλη, εγώ δεν ανήκα ποτέ στο Κόμμα, άρα οι μόνες προσλαμβάνουσες μου ήταν οι ειδήσεις και ένας-δυο αριστεροί φίλοι. Διάλεξα τη δεύτερη σκηνή μου από ένα σχετικά πρόσφατο δελτίο ειδήσεων. Η Γ.Γ. Αλέκα Παπαρήγα, σε ερώτηση δημοσιογράφων για τη δια βίου μάθηση, κάνει κάποιες δηλώσεις στις κάμερες των οποίων το νόημα είναι περίπου το ακόλουθο: Η δια βίου μάθηση δεν είναι παρά ένα από τα κόλπα του καπιταλισμού για να ελέγχει τις παραγωγικές τάξεις, να τις διαμορφώνει όπως αυτή θέλει έτσι ώστε να έχει τον εργαζόμενο όπως τον θέλει αυτή για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου και της πλουτοκρατίας. (Ξανά, αυτή η ίδια αίσθηση ενοχής και σύγχυσης.)

Δυο σκηνές που αντιπροσωπεύουν δυο πνεύματα, για των οποίων τις επιστημονικές παραμέτρους δεν είμαι «καθ’ ύλιν» αρμόδιος να μιλήσω. Υπάρχουν άλλοι, ειδικοί (ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, θεολόγοι…), στους οποίους ο φιλόπονος και φιλομαθής αναγνώστης καλό είναι να προστρέξει για να διαφωτιστεί, ασχέτως εάν συνεχίσει ή όχι την ανάγνωση αυτού του ταπεινού πονήματος. Θα επιχειρήσω όμως, να δώσω την άποψη μου για αυτά, αφού αποφάσισα να μιλήσω, ελπίζοντας να επαληθεύσω το: «από τρελό κι από παιδί μαθαίνεις την αλήθεια.»
                                                     
Το πρώτο πνεύμα -αυτό του μοναχού- είναι το πνεύμα της μεταφυσικής απαξίωσης των πάντων. Εφόσον όλα αυτά είναι γνωστό (;) πως είναι υπαρξιακά παροδικά (μιας και ένας καινούργιος ουρανός θα έρθει, όπου η γη θα υποκατασταθεί από μια καινούργια, όπου το λιοντάρι θα βόσκει μαζί με τ’ αρνί, κ.ο.κ.), δεν αξίζει να ασχολούμαστε μαζί τους. Κάθε άλλο! Θα πρέπει να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε όσο περισσότερο γίνεται από αυτά, και με τις προσευχές μας να προ-γευόμαστε τη βασιλεία των ουρανών, την  Civitas Dei -και όχι την Civitas Humanorum-, ευχόμενοι να έρθει το τέλος αυτής της διάστασης και η έναρξη της άλλης, το ταχύτερο δυνατόν.

Το δεύτερο -αυτό της Γ.Γ.- είναι το πνεύμα της πολιτικής απαξίωσης των πάντων. Εφόσον όλα αυτά είναι εξ ίσου γνωστό (;) πως είναι παροδικά (όλα αυτά θα υποκατασταθούν από την δικτατορία του προλεταριάτου και τελικά από την αταξική κοινωνία, όπου -κατ’ αναλογία με το λιοντάρι και το αρνί- ο καπιταλιστής θα εργάζεται στο εργοστάσιο δίπλα-δίπλα με τον εργάτη (;), και όλοι τέλος πάντων θα εργαζόμαστε πανευτυχείς μέσα σε φάμπρικες σοβιετικού τύπου κ.ο.κ.), όχι απλώς δεν αξίζει να ασχολούμαστε ενεργά και να συμμετέχουμε σε αποφάσεις, να αναλαμβάνουμε συγκεκριμένες ευθύνες απέναντι στα πράγματα και τους ανθρώπους εδώ και τώρα, αλλά οποιαδήποτε προσπάθεια καταβάλλεται θα πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση της κατάρρευσης αυτής της πολιτείας και επίσπευσης της έλευσης της άλλης, της αταξικής, της ιδανικής.

Και εξηγούμαι σαφέστερα: αυτές οι δυο σκηνές αποκαλύπτουν για μένα τις δυο προκρούστειες δυνάμεις που επενεργούν πάνω στο πνεύμα του Έλληνα. Διαμορφώνουν τις πνευματικές προϋποθέσεις της ύπαρξης αυτού του λαού, ο οποίος σέρνεται εκών-άκων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η μια, η Εκκλησία, είναι η πνευματική-μεταφυσική, και η άλλη, η Αριστερά, είναι η πνευματική-πολιτική. Και οι δυο για να υπάρξουν, απαιτούν πλήρη υποταγή. Είναι δυο δυνάμεις των άκρων, των απόλυτων άκρων, της αβύσσου. Ο Έλληνας είναι ίσως το μοναδικό ον πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, που σηκώνει δυο τέτοια αβυσσαλέα όντα και... να! δεν έχει εκλείψει ακόμα. Η πρώτη απαιτεί τυφλή υπακοή (και ότι αυτή συνεπάγεται) από τα βυζαντινά χρόνια σε θεολογικές αυθεντίες, «ελέω Θεού» πάσης φύσεως δεσπότες και σε καλόγερους. Υπακοή κατά την Τουρκοκρατία (μέσω της Εκκλησίας προς τους Τούρκους δεσπότες και τανάπαλιν), υπακοή ακόμη κατά τις διάφορες επαναστάσεις του. Υπακοή προς την Αριστερά, όταν φαντάστηκε πως αυτή θα τον απελευθέρωνε, αλλά επειδή ξέμαθε να αγαπά ελεύθερα και δεν ξέρει πια να νιώθει αγάπη παρά μόνο με τον τρόπο που του δίδαξε η Εκκλησία, δόθηκε σε αυτήν (την Αριστερά) με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή όπως η γυναίκα που δίνεται σε έναν δυνατό άνδρα, σα σκλάβα κι όχι σαν ελεύθερη γυναίκα με προσωπικότητα. Αυτή η γυναίκα είναι μοιραίο να μισεί τον άνδρα που αγαπά και ταυτόχρονα να της είναι αδύνατο να τον αποχωριστεί, έστω κι αν ξέρει πως αυτός θα την οδηγήσει στο χαμό της. Όσοι επέλεξαν να αγαπήσουν εν ελευθερία την Αριστερά τσακίστηκαν -κατά κανόνα- χωρίς έλεος είτε από την ίδια την Αριστερά, είτε από το κράτος (ή το παρακράτος), με τις ευλογίες της Αριστεράς. Παρεμπιπτόντως, νομίζω πως όταν η Αριστερά διέψευσε τις ελπίδες για δικαιοσύνη και ελευθερία που είχε ευαγγελιστεί, η Εκκλησία, και μάλιστα στην πιο ακραία μορφή της, το μοναχισμό, φάνηκε ξανά ποθητή λίαν. Αυτή άλλωστε είναι πάντα στο απυρόβλητο μιας τελεσίδικης κριτικής, αφού δεν υπόσχεται παραδείσους σε αυτή τη διάσταση. Τα πνευματικά θέλγητρα της ελληνικής αριστεράς δεν έσβησαν ωστόσο όλως διόλου, για δυο βασικούς λόγους: πρώτον, διότι κι αυτή συνάδει με τη λογική της «α-προσπάθειας», στην οποία εθίστηκε ο Έλληνας αφού ταπεινώθηκε το πνεύμα του (της οποίας κύριος εκφραστής είναι ο μοναχισμός), και δεύτερον, γιατί απαλλάσσεται και αυτή κατά κάποιο τρόπο από την ευθύνη της, καθώς ένα μόνο -πολύ μικρό- ποσοστό των Ελλήνων ψηφίζει αριστερά στις μέρες μας!

Αυτά τα δυο πνεύματα συγκρούονται πάντα συνθλίβοντας τον Έλληνα στη μέση, κάθε φορά που η τράπουλα μοιράζεται εκ νέου, διεκδικώντας την ψυχή του και το σώμα του. Αυτά συγκρούστηκαν κατά τον εμφύλιο -αλέθοντας ανάμεσα στις αδηφάγες μυλόπετρες τους τον ακριβότερο σπόρο της φυλής-, αυτά στη δικτατορία-ταπεινώνοντας ακόμη πιο περισσότερο το πνεύμα μας-, αυτά και στη μεταπολίτευση… Αυτά θα συγκρουστούν και τώρα, εάν η κατάσταση βγει εκτός ελέγχου, με σφοδρότητα ανάλογη του αδιεξόδου. Στο μεταξύ, μέσα στην αντάρα, οι παντός είδους λύκοι λυμαίνονται το κοπάδι, που προσπαθεί να επιβιώσει όπως-όπως.

Διέξοδος δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Η μία δύναμη υπερκαλύπτει την άλλη, καθιστώντας κάθε απόπειρα διαφυγής απολύτως αδύνατη. Έτσι, μόλις ο Έλληνας θελήσει να αντιδράσει στην τυραννία της Εκκλησίας και της συντήρησης, σπεύδει η Αριστερά να ηγηθεί του αγώνα, με αντάλλαγμα βέβαια την πλήρη ποδηγέτηση του και, μόλις θελήσει να αντιταχθεί σ’ αυτήν της Αριστεράς, σπεύδει η Εκκλησία να δεχθεί το απολωλός πίσω στη μητρική της αγκαλιά. Αυτοί που γλιτώνουν από την επιρροή και των δυο πνευμάτων των άκρων, είτε αριστεροί είτε δεξιοί, μένουν συνήθως στο περιθώριο, εξ ίσου καταδικασμένοι από αμφότερα τα ποίμνια! Το γόητρο και των δυο στον ψυχισμό του λαού είναι τόσο ισχυρό, που οποιαδήποτε άλλη πρόταση θεωρείται σκύβαλο, ακόμα και οι σοβαρότερες, για να μην πω ακριβώς αυτές! Άλλοι πάλι, κυρίως οι νέοι, γυρίζουν τις πλάτες σε όλους. Αυτοί διαφεύγουν συνήθως στις λίγες ήσυχες γωνιές νεωτερικότητας της πολιτείας μας, όπως σε νήσους λωτοφάγων.

Οι δυο αυτές δυνάμεις είναι επόμενο να μισούν η μια την άλλη βαθιά και ανυποχώρητα, γιατί είναι βαθύτατα ίδιες. Δυο πνευματικής αξίας εξουσίες που διεκδικούν πλήρη υποταγή από τους ίδιους υπηκόους, υποσχόμενες κι οι δυο παραδείσους, δε μπορούν παρά να μισούνται εξ ίσου τυφλά. Ενώ, αν ανοίγανε λίγο τα μάτια τους και κοιταζόταν με ειλικρίνεια, θα βλέπανε πως -στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι- η μια οφείλει την ύπαρξη της στην άλλη και πως η μια είναι προϋπόθεση της άλλης για τη διαιώνιση αμφοτέρων. Ασκούν εξουσία υπαγορεύοντας στάση ζωής στους πολίτες ευθέως μέσω των «ινστρουχτόρων» τους (ο νοών νοείτω) και πλαγίως -αλλά ίσως πιο καταλυτικά- μέσω των πανίσχυρων συμβόλων τους. Αίφνης, ποιο σπίτι, γραφείο ή μαγαζί δεν έχει μια εικόνα; Δε σπανίζουν επίσης φωτογραφίες, βιογραφίες ή προφητείες «γερόντων» που η λαϊκή ευλάβεια θεωρεί αγίους. Από την άλλη μεριά βέβαια, δε θα βρεις παντού προτομές και βιογραφίες του Λένιν ή του Στάλιν ούτε τα έργα τους σε κάθε σπίτι -όπως κάποτε σε άλλες ορθόδοξες χώρες· αλλά θα βρεις σχεδόν σε κάθε ελληνική πόλη τον τόπο του μαρτυρίου κάποιων αριστερών αγωνιστών, των οποίων το αίμα -νωπό ακόμα- μεθάει ομοϊδεάτες και μη -με ό,τι συνέπειες μπορεί να έχει μια τέτοια μέθη. Έτσι λοιπόν, διαμορφώνουν αντίληψη ζωής και άρα πολιτική στάση σε πολίτες και πολιτικούς, άνδρες και γυναίκες. Στο βαθμό δε, που η Δημοκρατία το επιτρέπει, οι διάφορες συσσωματώσεις των πνευμάτων αυτών (κόμματα, συνδικάτα, αυτοδιοίκηση, σωματεία, οργανώσεις, κ.λπ.) επιβάλουν άμεσα νοοτροπίες στη διαμόρφωση πολιτικών και στη λήψη αποφάσεων.

Οι περισσότεροι πολιτικοί του τόπου είναι συνήθως είτε αφελείς που πιστεύουν ότι έχουν μια πνευματική-ιδεολογική άποψη και «όραμα» για τον τόπο -ασχέτως εάν προέρχονται από αριστερά ή δεξιά-, είτε πρόκειται για απολύτως ασυνείδητους αριβίστες  -κακέκτυπης μακιαβελικής νοοτροπίας τύπους-, είτε… για όλα αυτά μαζί! Και οι μεν και οι δε, υπηρετούν το όραμα του κυρίου τους -έστω και υποσυνείδητα- που είναι και στις δυο περιπτώσεις το απόλυτο μηδέν: ΌΧΙ ΣΕ ΌΛΑ· όχι μόνο σε αυτά που πιστεύουν οι άλλοι, αλλά -στην πράξη- και σε αυτά που πιστεύουμε κι εμείς! Ναι στο Όχι, ναι στο Τίποτα. Πράγμα που οδηγεί επίσης σε όλο και ευτελέστερης στόφας ανθρώπους που καλούνται να διαχειριστούν τα κοινά. Οι μεν της δεξιάς -πολύ πιο φθαρμένοι αυτοί-, στηρίζονται περισσότερο στους στιβαρούς ώμους του ιδεολογικού τους αφέντη, της Εκκλησίας, ακόμη κι αν πολλοί από αυτούς -ως άτομα- τη μισούν κατά βάθος σα χολέρα. Οι δε της αριστεράς -όχι και τόσο άφθαρτοι πλέον-, κινούνται πιο άνετα και κάνουν τσαλιμάκια. αλλά Όλοι όμως, αργά ή γρήγορα, υποκύπτουν στο τέλος στην Αυθεντία, όπως εκείνοι η δύσμοιροι καλόγεροι στο «Όνομα του Ρόδου», που μπορούσαν να θεωρητικολογούν ή να χαίρονται και να γελούν δειλά πότε-πότε, μέχρι που ο τρομερός γέροντας Χόρχε ύψωνε το κοκαλιάρικο χέρι του -χέρι ασκητικό, χέρι μάρτυρα- και επέβαλε τη σιωπή. Ναι, είναι και οι δυο φθαρμένοι, όχι απλώς διεφθαρμένοι. Αν ήταν απλά διεφθαρμένοι, ίσως κάτι θα μπορούσε να γίνει. Η διαφθορά είναι μια κατάσταση σχέσης, που έχει ένα αντικείμενο ως σημείο επαφής: το σημείο διαπλοκής. Βγάλε το αντικείμενο ή κλείσε τους διαύλους επαφής και σταμάτησες τη διαφθορά. Με τη φθορά όμως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είναι υπαρξιακής αξίας μέγεθος. Η φθορά οδηγεί αναπόδραστα σε ένα και μόνο πράγμα: το θάνατο.

Ιωάννης Βούλγαρις
via

Pages