Τουριστικά - Point of view

Εν τάχει

Τουριστικά


Περιηγηθείτε


Ο Ηρόδοτος διηγείται στο πρώτο βιβλίο της ιστορίας του πως ο Σόλων, αφού υποχρέωσε τους Αθηναίους με όρκο να κρατήσουν για δέκα χρόνια τους περίφημους νόμους του χωρίς να τους μετατρέψουν, έφυγε από την Αθήνα για δέκα χρόνια και έκανε ταξίδια σε μακρινές χώρες. Πήγε στην Αίγυπτο στο βασιλιά Άμασι και ύστερα έφτασε στις Σάρδεις, όπου τον φιλοξένησε ο περιλάλητος βασιλιάς της Λυδίας, ο Κροίσος. Στη συνέχεια μάς ιστορεί μια περίφημη συνομιλία του σοφού Αθηναίου με τον ασιάτη βασιλιά· ο Κροίσος άρχισε τη συζήτηση μ' αυτά τα λόγια: «Ξένε Αθηναίε, μεγάλη είναι η φήμη που έφτασε ως εμάς και για τη σοφία σου και για τα ταξίδια σου, πως αγαπώντας τη μάθηση γύρισες χώρες πολλές μόνο και μόνο για να τις δεις».

Τα ίδια λόγια θα μπορούσε ν' απευθύνει κανείς στον Ηρόδοτο τον ίδιο που γύρισε «θεωρίης είνεκεν» χώρες και χώρες. Από το ίδιο το έργο (του Ηρόδοτου) πιστοποιούμε ότι ο συγγραφέας του είδε και ξέρει: τη Μίλητο, ένα μέρος της Ασίας, τη φοινικική και συριακή ακτή μαζί με την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Κυρήνη, τον Πόντο, τις ακτές της Θράκης, τη Μακεδονία, τα περισσότερα από τα νησιά του Αιγαίου, την Πελοπόννησο, τη Στερεά και μέρος της βορείου και βορειοδυτικής Ελλάδος, την κάτω Ιταλία και τη Σικελία. Και δεν ήταν ο μόνος· πριν απ' αυτόν ο Εκαταίος είχε γυρίσει πολλές χώρες για να δει και να γνωρίσει λαούς και τόπους.

Αυτή η περιήγηση του κόσμου με στόχο την άδολη γνώση, σε αντίθεση προς την «εμπορία», το ταξίδι για κέρδος, συνεχίστηκε και στάθηκε ακένωτη πηγή πνευματικών καταχτήσεων του ανθρώπου που «ορέγεται φύσει του ειδέναι» (επιθυμεί από τη φύση του να γνωρίζει). Άνθρωποι με δυνατή παρόρμηση και τόλμη, αποφασισμένοι να ταλαιπωρηθούν, ακόμα και να κινδυνέψουν, ξεκινούσαν από την πατρίδα τους για χώρες μακρινές, φημισμένες για την παράξενη φύση τους, τα ιδιόρρυθμα έθιμα τους ή τα θαυμαστά δημιουργήματα του πολιτισμού τους. Οι δυο τόμοι του Κυριάκου Σιμόπουλου που έχουν τον τίτλο «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα» προσφέρουν συναρπαστικές πληροφορίες για το θέμα και συνθέτουν μια πλουσιότατην εικόνα της περιηγητικής έλξης που άσκησε η Ελλάδα ύστερα από τα ρωμαϊκά κιόλας χρόνια ως το 18ο μεταχριστιανικό αιώνα. Από τους πιο γνωστούς περιηγητές της αρχαιότητας είναι ο Παυσανίας, που περιηγήθηκε την Ελλάδα ύστερα από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα και μας άφησε την πολύτιμη Ελλάδος περιήγησιν, όπου μέσα σε 10 βιβλία ιστορεί τα ταξίδια του και περιγράφει τα μνημεία που είδε με γεωγραφική τάξη, αρχίζοντας από την Αττική (1ο βιβλίο) και τελειώνοντας στη Φωκίδα (10ο βιβλίο). [...]

Αυτούς τους παλαιότερους και νεότερους περιηγητές διαδέχτηκαν στα νεότερα χρόνια ταξιδιώτες με καλλιέργεια πνευματική και άνεση οικονομική, που τους επέτρεπε να επισκέπτονται και να παραμένουν σε τόπους με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα τέτοια, που πρόσφεραν άφθονα η Ιταλία λ.χ. και η Ελλάδα. Η Αθήνα, η Δήλος, η Ολυμπία και οι Δελφοί ήταν για όλους αυτούς ένα όνειρο και μια πνευματική Ιερουσαλήμ, που ήθελαν να αξιωθούν να προσκυνήσουν μια φορά στη ζωή τους. Η «Προσευχή στην Ακρόπολη» του ορθολογιστή Ρενάν (Ζοζέφ-Ερνέστ Ρενάν (Ernest Renan, 1823 - 1892): Γάλλος φιλόλογος, φιλόσοφος και θρησκειολόγος) μαρτυρεί τον ψυχικό και ιδεολογικό κόσμο εκείνων των προσκυνητών. Την ίδια στάση πρέπει να έχουν πολλοί από τους επισκέπτες των ιερών αυτών χώρων ακόμα και σήμερα, μολονότι δεν είναι πια εύκολο να τους διακρίνεις μέσα στον αμέτρητον «όχλο» που τους κατακλύζει, αυτόν που ονομάζονται με τον ξενόφωνον όρο: τουρίστες.

Οι τουρίστες και ο τουρισμός είναι ουσιαστικά μεταπολεμικό φαινόμενο και δεν αποτελούν ποσοτική διαφοροποίηση του παλαιού ταξιδιώτη, ούτε μπορεί να θεωρηθούν μεταγλωττισμός του «περιηγητής» και «περιήγηση», που έχουν εντελώς διαφορετικό νόημα. Η διαφορά του τουρίστα από τον παλαιό ταξιδιώτη δεν είναι μονάχα ότι ανήκει σε μεγάλες ομάδες που κινούνται «οργανωμένα» και άβουλα· η διαφορά βρίσκεται στη στάση του απέναντι στον τόπο που επισκέπτεται και στο λαό που κατοικεί την περιοχή με το τουριστικό ενδιαφέρον.

Ο σύγχρονος τουρίστας θεάται τους χώρους και τους ανθρώπους της ξένης χώρας που επισκέπτεται με την όραση του θεατή μιας θεατρικής σκηνής, άλλοτε θαμπωμένος, άλλοτε αδιάφορος, άλλοτε γοητευμένος και άλλοτε αγανακτημένος, ποτέ όμως με την πνευματική εκείνη μέθεξη (ψυχική συμμετοχή) που θα του επέτρεπε να ζήσει μέσα σ' αυτούς τους χώρους αληθινά και να συζητήσει με τους γηγενείς (Ντόπιος) κατοίκους που θα μπορούσαν να του μεταδώσουν το πνεύμα και των κτισμάτων αλλά και των φυσικών ακόμα πραγμάτων, μιας ρεματιάς λ.χ. ή μιας ακρογιαλιάς.

Δεν είχα την τύχη να ζήσω από μικρός στην Αττική, όταν το τοπίο και οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμα υποστεί τις τρομαχτικές αλλοιώσεις του τεχνολογικού μας κόσμου. Ωστόσο και σήμερα ακόμη μπορεί ένας άνθρωπος που άκουσε τη φωνή του Αισχύλου και του Σοφοκλή και που φωτίστηκε από τη μαγεία της παρθενώνιας ζωφόρου (διακοσμητική ζώνη με ανάγλυφες συνήθως παραστάσεις ανάμεσα στο επιστύλιο και στο γείσο των κλασικών ιωνικών ναών), μπορεί, αν το θέλει, να ξαναβρεί την αττική γη και την αττική θάλασσα, την ελληνική γραμμή και το ελληνικό χρώμα εκείνου του Περικλή Γιαννόπουλου (1869 - 1910): μεταφραστής και δοκιμιογράφος, ο οποίος αυτοκτόνησε με τον τρόπο που περιγράφεται στο κείμενο), που χάθηκε μέσα στη θάλασσα καβάλα στ' άλογο. «Παρατηρήσατε το φαληρικόν πεδίον [...]. Παρατηρήσατε τα... βουνά ελαφρότατα, ελαστικότατα, συστέλλονται, διαστέλλονται, υψώνονται, χαμηλώνουν, μεγαλώνουν, μικραίνουν, κινούνται, περιπατούν, πηγαινοέρχονται. Τα βουνά της Αιγίνης έρχονται ενίοτε εις το Φάληρον. Ο Υμηττός το πρωί φεύγει μακράν συνήθως φαίνεται απέχων δύο βήματα˙ περί τα βασιλεύματα καταφθάνει εις το Ζάππειον το χέρι μας ασυναισθήτως σηκώνεται να του θωπεύσει (χαϊδεύσει)την πλάτην». Είναι φυσικά εντελώς αδύνατο να δει ο τουρίστας τα βουνά μ' αυτόν τον τρόπο (αλλά και πόσοι γηγενείς τα βλέπουν;), είναι αμφίβολο αν βλέπει καν τα βουνά και τη θάλασσα.

Ο τουρίστας ταξιδεύει από τόπο σε τόπο με την απληστία να κορέσει το κενό που του προκαλεί η καθημερινή του ζωή, άμοιρη τις πιο πολλές φορές από μόνιμα και ουσιαστικά ενδιαφέροντα. Θέλει να δει αξιοθέατα και να βρεθεί σε χώρες εξωτικές ή να απολαύσει σε μιαν άλλη βαθμίδα ή έστω και σε μιαν άλλη ποιότητα τις αισθησιακές ηδονές που μπορεί να του προσφέρει η οικονομική του δυνατότητα. Ο βόρειος κατεβαίνει στη Μεσόγειο να χαρεί τον ήλιο που τον στερείται και ο νότιος ανεβαίνει προς τον βορρά για να ζήσει μέσα στην «πολιτισμένη» ζωή της ευρωπαϊκής πόλης. Και ο ένας και ο άλλος όμως βρίσκονται, κατά κανόνα, μέσα σ' ένα περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους, στα ξενοδοχεία τα γεμάτα από τουρίστες, στα εστιατόρια που ξεφυτρώνουν με στόχο τους τουρίστες, στα θεάματα που προσφέρονται για τους τουρίστες, σιγά σιγά δημιουργούνται και οι καταυλισμοί οι ειδικοί για τους τουρίστες, αυτοί που δεν κατόρθωσαν ούτε να βαφτιστούν με όνομα του τόπου και κρατούν την ξένη τους φωνή: camping.

Η τελευταία εμπειρία μιας τέτοιας τουριστικής σύναξης μου έτυχε στην Capella Sistina (παρεκκλήσι του Βατικανού, περίφημο για τις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Αγγέλου) του Βατικανού. Ένα αμέτρητο πλήθος που έσπρωχνε, που φλυαρούσε, που έβλεπε βιαστικά και σχεδόν αδιάφορα τα φοβερά τοιχογραφήματα του Μιχαήλ Αγγέλου, αυτά που οραματίστηκε και εκτέλεσε με επίπονη δουλειά χρόνων και χρόνων. Εκεί που αισθανόσουν την επιτακτική ανάγκη να σταθείς με άκρα σιωπή και κατάνυξη, «ενώπιος ενωπίω» στη συντριπτική μορφή του Κριτή Χριστού, κάτω από το βλέμμα του Θεού που δημιουργεί τον κόσμο, βρισκόσουν μέσα σ' ένα πολύβουο συρφετό (όχλος, πλήθος ανθρώπων χαμηλής στάθμης) της Βαβέλ, το ίδιο ασεβή και αυθάδη.

Κάποτε σε πιάνει απελπισία όταν βλέπεις το πνεύμα να μετατρέπεται σε εμπόρευμα, οι ιδέες να διαφημίζονται από μεταπράτες (έμπορος, μεσάζοντας), τα άγια να έχουν μιανθεί. Προσωπικά ωστόσο διατηρώ μια μόνο αισιοδοξία: ότι όλα αυτά τα ανθρώπινα καμώματα είναι εφήμερα, ότι η αλήθεια είναι πιο δυνατή από το ψέμα και ότι ο άνθρωπος ύστερα από κάθε καταστροφική περιπέτεια κατορθώνει να βρει το αληθινό του πρόσωπο. Και το πρόσωπο αυτό πρέπει να κρύβεται ακόμα και κάτω από το προσωπείο του τουρίστα!
Μανόλης Ανδρόνικος  

Από το βιβλίο «Παιδεία ή Υπνοπαιδεία;»
Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1976
e-keimena.gr

Pages