Τα άγνωστα χρόνια του Ιησού

Πιθανολογήσεις για τα άγνωστα νεανικά χρόνια του Ιησού -Εισήγηση στα φιλοσοφικά συμπόσια του Κέντρου Δικανικών Μελετών- ...



Πιθανολογήσεις για τα άγνωστα

νεανικά χρόνια του Ιησού


-Εισήγηση στα φιλοσοφικά συμπόσια του Κέντρου Δικανικών Μελετών-




1. Οι σκέψεις, που με απασχόλησαν και θα προσπαθήσω να θέσω υπο την κρίση σας για φιλικό διάλογο, αναφέρονται στην ανθρώπινη διάσταση του Ιησού. Οι λίγες ιστορικές πληροφορίες που έχουμε και οι πιθανολογήσεις, στις οποίες εκείνες ενδέχεται να παρακινούν τον εγγενή προβληματισμό του σκεπτόμενου ανθρώπου, έχουν ως απόλυτο και οπωσδήποτε σεβαστό όριο τον χώρο της θρησκευτικής πίστης. Εναν χὠρο, ο οποίος παραμένει άθικτος απο την ιστορική περιέργεια και ζήτηση, η οποία, πάντως, δέν έχει στη διάθεσή της ασφαλείς πληροφορίες, παρα μόνον αποσπασματικές, κάποτε και αντιφατικές διηγήσεις, έτσι που, σε ιστορική διάσταση, να κινείται περισσότερο στον χώρο των πιθανολογήσεων.

2. Οπωσδήποτε όμως η ιστορική μελέτη πειθαναγκάζει στην παραδοχή οτι με τον Ιησού συντελείται η μεγάλη ανατροπή στην κατανόηση των σχέσεων που μπορούν και ίσως πρέπει να συνδέουν τους ανθρώπους με τον Θεό, δηλαδή την παραδοχή εκείνου ως πνευματικού πατέρα αγάπης όλων των ανθρώπων, ανεξαιρέτως, δικαίων και αμαρτωλών, κάτω απο την πρόδηλη παραδοχή του οτι «ούκ έστιν άνθρωπος, ός ζήσεται και ούχ αμαρτήσει».    

3. Σ’ αυτόν τον χώρο λοιπόν των πιθανολογήσεων γίνεται δεκτό οτι ο Ιησούς γεννήθηκε την εποχή που ζούσε ο Ηρώδης, για τον οποίο δέν αμφισβητείται οτι πέθανε το 4 πρό Χριστού. Έτσι η γέννηση του Ιησού τοποθετείται απο τους ιστορικούς ανάμεσα στα έτη 5 και 4 π.Χ., και μάλιστα μάλλον στη Ναζαρέτ. Στο πλαίσιο των ίδιων ιστορικών πιθανολογήσεων φέρεται να είχε τέσσερις νεότερους αδελφούς, τον Ιάκωβο, τον Ιώσητο, τον Ιούδα και τον Σίμωνα, καθώς και άγνωστου αριθμού (μάλλον τρείς) αδελφές, των οποίων η μνήμη των ονομάτων δέν διατηρήθηκε. Εξ άλλου ενδέχεται ο Ιωσήφ να είχε έναν αδελφό, τον Κλωπά, συζυγο μιας άλλης Μαρίας, τον οποίο, καθώς βάδιζε προς Εμμαούς, φέρεται απο τον Λουκά να είχε συναντήσει ο ήδη αναστημένος Ιησούς. Γιός αυτής της άλλης Μαρίας και του Κλωπά φέρεται πως ήταν ο Συμεών, ο οποίος, μετά τη δολοφονία του Ιακώβου (νεότερου αδελφού του Ιησού) απο τους Σαδουκαίους είχε αναλάβει την ηγεσία της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ.

Τρία ευαγγελικά χωρία παρακινούν στην υπόνοια οτι, κατα τα νεανικά του χρόνια, οι σχέσεις του Ιησού με τη μητέρα του και τ' αδέρφια του δέν μπορεί να ήταν αρμονικές, καθώς, όταν κάποτε, δημοσίως και με σεβασμό, του μίλησαν γι’ αυτήν και εκείνους, ο Ιησούς δέν δίστασε να διαμαρτυρηθεί, επισημαίνοντας οτι δική του μάνα και δικά του αδέρφια είναι οι μαθητές του.





Ίσως να υπέφερε απο σκώματα κάποιων βάναυσων συντοπιτών του, με τη μομφή οτι η μητέρα του Μαρία δέν είχε αποκτήσει τον Ιησού απο τον Ιωσήφ. Μια τέτοια, οδυνηρή για τον Ιησού, μομφή, κατα τα παιδικά και νεανικά χρόνια του, ασφαλώς θα είχε επιβαρύνει τις σχέσεις του με τη μητέρα του.

Εξ άλλου, είναι άξιο προσοχής οτι, σε δεδομένη στιγμή, όταν επανήλθε στο χωριό του, τη Ναζαρέτ, κάποιοι συγχωριανοί του αναρωτήθηκαν δεικτικά άν αυτός δέν είναι ο γιός της Μαρίας (και όχι ο γιός του Ιωσήφ). Αλλ΄ ακριβώς αυτή η δεικτική παρατήρηση των συγχωριανών του στηρίζει την εκδοχή, οτι ο Ιησούς, προτού να επανέλθει στο χωριό του, τη Ναζαρέτ, θα πρέπει να είχε λείψει για περισσότερα χρόνια. Κάτι που αποκλείει τη βασιμότητα της εκδοχής οτι τάχα έμεινε σταθερά κοντά στην πατρική οικογένειά του έως την ηλικία περίπου των 30 ετών.





Στη Ναζαρέτ επέστρεψε μόνος, εκεί δε, το αμέσως επόμενο Σάββατο, επισκέφθηκε την τοπική Συναγωγή, η οποία, όπως κάθε ιουδαϊκή Συναγωγή, δέν είχε χαρακτήρα ναού. Για όλους τους Ιουδαίους ένας και μοναδικός ήταν ο Ναός, εκείνος της Ιερουσαλήμ. Η Συναγωγή ήταν το πνευματικό κέντρο κάθε τοπικής ιουδαϊκής κοινωνίας ή, προκειμένου για πόλεις, κάθε ευρύτερης συνοικίας. Εκεί, κάθε Σάββατο, συγκεντρώνονταν όλοι (άνδρες, γυναίκες και παιδιά). Ξεκινούσαν με κοινή προσευχή, ακολουθούσε ανάγνωση χωρίων απο τις Γραφές και, εφόσον παραβρισκόταν προς τούτο κατάλληλος δάσκαλος, εκείνος εξηγούσε το νόημα του κειμένου που είχε διαβαστεί, ενδεχομένως δε επακολουθούσε και σχετικός διάλογος. Όλη την ημέρα του Σαββάτου παρέμεναν στη Συναγωγή, με ψαλμωδίες, συζητήσεις, κοινό γεύμα και δείπνο, οπωσδήποτε δίχως καμιά χειρωνακτική απασχόληση, που απαγορευόταν αυστηρά, σε ανάμνηση του κατα τις Γραφές πρώτου Σαββάτου μετά τη δημιουργία του κόσμου απο τον Θεό.

Πήγε λοιπόν ο Ιησούς στη Συναγωγή του χωριού του (της Ναζαρέτ) και πήρε τον λόγο, ο οποίος, αρχικά είχε καλή απήχηση. Όμως απέτυχε να θεραπεύσει τους ασθενείς, που φαίνεται πως του έφεραν προς τούτο, καθώς είχε ήδη διαδοθεί οτι στην Καπερναούμ και στη γύρω περιοχή της είχε θεραπεύσει πολλούς με θαυματουργό τρόπο. Φυσικά, αυτή η αποτυχία του προκάλεσε αρχικώς δυσμενή σχόλια, που γρήγορα εξελίχθηκαν σε σκώματα και διαπληκτισμούς, οι οποίοι κορυφώθηκαν μ’ ένα άγριο κηνυγητό του έως την κορυφή του τοπικού βουνού, με στόχο να τον πετάξουν απο εκεί στον γκρεμό, και έτσι να τον θανατώσουν, ως βλάσφημο. [1] Έφυγε  λοιπόν απο τον γεννέθλιο τόπο του με τον έκτοτε επιγραμματικό καημό: «ουδείς προφήτης εν τη ιδία πατρίδι αυτού». Και έφυγε, καθώς τονίζει το σχετικό ευαγγελικό κείμενο του Λουκά, κυριολεκτικά κυνηγημένος. Κατόρθωσε δε να διασώσει τη ζωή του απο τους εξαγριωμένους διώκτες του, τρέχοντας δρομέως, μακριά απο το χωριό του, ώσπου βρήκε καταφύγιο στην Καπερναούμ, κάπου 40 χιλιόμετρα μακρύτερα, όπου έκτοτε είχε την αφετηρία των περιοδειών του. Δέν υπάρχει καμιά πληροφρία για δεύτερη επίσκεψή του στη Ναζαρέτ. Αντιθέτως φαίνεται πως η μητέρα του και τ' αδέρφια του εγκαταστάθηκαν εφεξής στην Καπερναούμ.





Απο τους ευαγγελιστές, ο Μάρκος δέν αναφέρει τίποτε για τα παιδικά, εφηβικά και τα πρώιμα ανδρικά χρόνια του Ιησού. Το ίδιο ισχύει και για το τέταρτο ευαγγέλιο. Το ευαγγελικό κείμενο του Ματθαίου περιορίζεται μόνο στη μνεία της μετά τον θάνατο του Ηρώδη μετοικεσίας του Ιωσήφ, της Μαρίας και του βρέφους Ιησού απο την Αίγυπτο στη Ναζαρέτ. Με σιωπή δε για τα τριάντα περίπου χρόνια που μεσολαβούν, ο Ματθαίος επανευρίσκει τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό, προκειμένου να βαπτιστεί απο τον Ιωάννη.

Στα βρεφικά και παιδικά χρόνια του Ιησού αναφέρεται αποκλειστικώς ο Λουκάς, και μόνο με τις ακόλουθες πέντε συνοπτιικές αναφορές:

- πρώτον, σχετικά με την παραδοσιακή πρώτη προσαγωγή του βρέφους Ιησού στον Ναό της Ιερουσαλήμ, όπου ο ιερέας Συμεών φέρεται να λέει για τον Ιησού τα προφητικά λόγια, με τα  οποία ο Λουκάς τον πιστώνει,

- δεύτερον, οτι ο Ιωσήφ, η Μαρία και ο Ιησούς, στη συνέχεια, «επέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν εις πόλιν εαυτών Ναζαρέθ. Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πληρούμενον σοφία, και χάρις θεού ήν επ’ αυτό»,

- τρίτον, οτι ο Ιησούς μαζί με τους γονείς του «επορεύοντο (…) κατ’ έτος εις Ιερουσαλήμ τη εορτή του πάσχα», 

- τέταρτον, όταν, σε ηλικία δώδεκα ετών, κατα την ετήσια ανάβαση στα Ιεροσόλυμα, οι γονείς του πήραν το δρόμο της επιστροφής, δίχως να προσέξουν, οτι δέν τους ακολουθούσε ο μικρός γυιός τους, κάτι που ανακάλυψαν την επόμενη ημέρα, καθ’ οδόν προς τη Ναζαρέτ, οπότε επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, αναζητώντας τον, τελικώς δε τον βρήκαν στον Ναό ν’ ακούει τους σοφούς δασκάλους και να τους θέτει ερωτήματα, προκαλώντας τον θαυμασμό εκείνων, τόσο για την κρισιμότητα των ερωτημάτων του μικρού Ιησού, όσο και για τη σύνεση των δικών του παρατηρήσεων, και

- πέμπτον, οτι η μητέρα του, καθώς ο Ιησούς αναπτυσσόταν μέσα στο φώς της θείας χάρης και σοφίας, τον παρακολουθούσε, συγκρατώντας με συγκίνηση στη μνήμη της όλα όσα εκείνος έλεγε, κάτι που η Μαρία ασφαλώς θα ανέφερε στις μετα την Σταύρωση διηγήσεις της προς τους δικούς της επισκέπτες και ακροατές.





Περιέργως, ούτε ο Λουκάς μήτε άλλος σύγχρονός του ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει την Μαρία, τί ακριβώς έλεγε ο Ιησούς, κατα τα παιδικά και νεανικά χρόνια του, που ασφαλώς εκείνη διατηρούσε μέσα στις συγκινήσεις της καρδιάς της.

Γενικώς, απο το επεισόδιο του Ναού, στην ηλικία των 12 ετών του Ιησού, έως την ιστορούμενη επανεμφάνισή του στον Ιορδάνη ποταμό, δέν υπάρχει καμιά πληροφορία, μήτε κάν υπαινιγμός, αναφορικά με τη ζωή, τα ενδιαφέροντα και τη δράση του.

Φυσικό λοιπόν είναι αυτή η σιωπή να παρακινεί σε απορία.

4. Κατα τις ιουδαϊκές παραδόσεις, κάθε πατέρας είχε υποχρέωση να διδάξει στ’ αγόρια του τα καθήκοντά τους, κατα τον νόμο της πεντατεύχου και, αφ’ ετέρου, να τα συνοδεύει τουλάχιστον το Πάσχα στον ναό της Ιερουσαλήμ. Συνεπώς ο Ιωσήφ θα πρέπει να υπήρξε ο πρώτος θρησκευτικός δάσκαλος, τόσον των άλλων (των νεότερων) παιδιών του, όσον και του πρωτότοκου Ιησού. Κάτι που στηρίζει την πιθανολόγηση οτι η παιδεία, την οποία γενικώς έλαβε ο Ιησούς απο τον πατέρα του Ιωσήφ, θα πρέπει να ήταν όντως άριστη για την εποχή και τον τόπο του, άν και δέν προκύπτει απο καμιά πηγή οτι ο Ιησούς επισκέφθηκε κάποια ραβινική σχολή. Βεβαίως στα ευαγγελικά κείμενα απαντά η προσφώνησή του ως ραβί (δασκάλου), όμως, καθώς παρατηρείται σχετικώς, επρόκειτο απλώς για προσφώνηση φιλοφροσύνης, και όχι για παραδοχή αποφοίτου ραβινικής σχολής.

5. Δέν συντρέχει κανένας λόγος αμιφιβολίας για την αξιοπιστία της παρατήρησης του Λουκά, οτι, ήδη απο μικρό παιδί, ο Ιησούς είχε μια ξεχωριστή στάση, η οποία έκανε φανερό πως του παραστεκόταν η θεία χάρη. Ακόμη δέν πρέπει να εκπλήσσει η διήγηση, κατα την οποία, ήδη σε ηλικία δώδεκα ετών, είχε διατυπώσει δημοσίως ερωτήσεις και παρατηρήσεις, απευθυνόμενες στους γέροντες σοφούς του ναού της Ιερουσαλήμ.

Οπωσδήποτε όμως, ως παιδί και έφηβος, στα μάτια των συγχωριανών του, στη Ναζαρέτ, δέν μπορούσε να ήταν τίποτ’ άλλο απο τον λιπόσαρκο οικοδόμο  χειρώνακτα εργάτη, που ασφαλώς κουρασμένον έβλεπαν να επιστρέφει κατα το δειλινό απο τη γειτονική Σέπφωρη, όπου καθημερινώς κέρδιζε το ψωμί της ημέρας – αυτό που αργότερα ο ίδιος προσδιόρισε ως «τον άρτον ημών τον επιούσιον». Και ακριβώς υπο το βάρος αυτών των αναμνήσεων οι συγχωριανοί του αργότερα, όταν επανήλθε στη Ναζαρέτ για σύντομη επίσκεψη, ευλόγως απορούσαν και αναρωτιώνταν, μήπως επρόκειτο για κάποιον άλλον, και όχι για τον γνωστό τους «τέκτονα». Η εκκλησιαστική παράδοση έχει φροντίσει ν’ αμβλύνει τη σκληρότητα της ουσίας του «τέκτονα», ερμηνεύοντας τη σχετική αρχαιοελληνική λέξη ως «ξυλουργός» ή «μαραγκός», ή ακόμη και «επιπλοποιός». 

Όμως, ανεξάρτητα απο το οτι στο μικρό και φτωχό χωριό της Ναζαρέτ δέν υπήρχε ανάγκη λειτουργίας επιπλοποιείου, η ορθή απόδοση του νοήματος πειθαναγκάζει στην παραδοχή οτι επρόκειτο για σκληρά εργαζόμενο ανειδίκευτο οικοδόμο εργάτη που, κυριολεκτικά, με τον ιδρώτα του προσώπου του προσπαθούσε να συμβάλλει στη συντήρηση της μητέρας και των νεότερων αδερφών του, ίσως δε και του ήδη ανίκανου προς εργασία πατέρα του Ιωσήφ. Και ναί μεν στο μικρό και φτωχό χωριό της Ναζαρέτ οι οικοδομικές εργασίες θα ήταν ελάχιστες, όμως στη γειτονική Σέπφωρη, που εκείνα τα χρόνια, λίγο μετά τον εμπρησμό της,  είχε αναδειχθεί σε νέα διοικητική πρωτεύουσα της Γαλιλαίας, και απείχε μόνον πέντε με έξι χιλιόμετρα απο τη Ναζαρέτ, ο κυβερνήτης της, ο Ηρώδης Αντίπας, χρηματοδοτούσε αφειδώς εκτεταμένο οικοδομικό οργασμό, απασχολώντας χιλιάδες οικοδόμους, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να εξελληνίσει πλήρως τη χώρα του με ανάκτορα, ελληνιστικούς ναούς, θέατρα, στάδια και εκπαιδευτήρια.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν οτι εκεί, στη Σέπφωρη, κατευθυνόταν ο Ιησούς νωρίς το πρωί, κατα τις έξι εργάσιμες για τους Ιουδαίους ημέρες της εβδομάδας, εκεί δε εργαζόμενος με όλον τον μόχθο και τον ιδρώτα των οικοδομικών εργασιών, και μάλιστα εκείνης της μακρινής εποχής, είχε αφορμές συνομιλιών, συνακόλουθα και ευκαιρίες για να μάθει στην πράξη και να μιλάει ελληνικά, ενδεχομένως δε και λατινικά. Μητρική του γλώσσα ήταν τα αραμαϊκά.





Μέσα σ’ αυτό το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον ο έφηβος Ιησούς θα  πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο οτι έγινε δέκτης της παραδοσιακής τοπικής παιδαγωγικής καλλιέργειας, σφραγισμένης απο την εβραϊκή βίβλο, την ιουδαϊκή λαϊκή σοφία και τα αποκαλυπτικά ρεύματα που κυριαρχούσαν στον ιουδαϊκό λαό.

6. Οπωσδήποτε, κατα την πορεία της μελέτης μου, συνάντησα και την μεμονωμένη εκδοχή του Klaus Berger, καθηγητή της Καινής Διαθήκης στο πανεπιστήμιο της Αϊδλβέργης, οτι ο Ιησούς έλαβε την επωνυμία «Ναζιανζηνός»,  όχι επειδή, ως παιδί, ανατράφηκε στη Ναζαρέτ, αλλ’  επειδή, στα νεανικά του χρόνια, φαίνεται πως υπήρξε «Ναζιραίος», δηλαδή οπαδός και μέλος μιας ομώνυμης μικρής ασκητικής ομάδας αγίων, που ζούσαν με εγκράτεια, κατα την επιταγή της Γραφής (Αριθμοι, ς’ 1 και Αμώς, β’ 12) για αποχή απο οίνο και άλλα προϊόντα της αμπέλου.

7. Κατά την κυρίαρχη γνώμη δέν επισκέφθηκε ραβινική σχολή και, μολονότι συχνά τον προσφωνούσαν ως ραβίνο, όμως δέν είχε επισήμως αυτόν τον διδασκαλικό τίτλο. Αλλ’ εξ ίσου βέβαιο θα πρέπει να θεωρηθεί οτι η φτώχια του χωριού του, αντάμα με τις χαρούμενες κραυγές και το αθώο γέλιο των μικρών παιδιών του, σε σταθερή βάση, του έδιναν αφορμές για να εμπεδώσει μέσα του την δια βίου ξέχωρη αγάπη του για τους φτωχούς, τους αρρώστους και τα παιδιά.

8. Κατα τον ιουδαϊκό νόμο, κάθε νέος, όταν συμπλήρωνε το 18ο έτος της ηλικίας του, και κάθε νέα, με τη συμπλήρωση του δωδέκατου έτους, όφειλαν να τελέσουν μνηστεία και, μετα εξάμηνο περίπου, γάμο, απο τον οποίο ν’ αποκτήσουν παιδιά. Εξαίρεση απαντά ίσως, και πάντως αποκλειστικά, στους μοναχούς Εσσαίους, και όχι μόνο σ’ εκείνους που είχαν αποτραβηχτεί στην έρημο του Κουμράν. Οπωσδήποτε είναι βέβαιο πως ο Ιησούς δέν συμμορφώθηκε με την πάγια ιουδαϊκή υποχρέωση για τέλεση γάμου.

Εξ αλλου, θα ήταν ανεδαφική η υποθετική σκέψη οτι ο Ιησούς πέρασε τα άγνωστα σ’ εμάς, όσο και  κρίσιμα χρόνια της ηλικίας των 18 έως 30 ετών, κλεισμένος σε κάποιο ήσυχο δωματιάκι στο χωριό του, προσευχόμενος και διαλογιζόμενος! Και ακριβώς αυτή η λογική παραδοχή είναι ικανή να στηρίξει την αβέβαιη εκδοχή οτι ο Ιησούς –άγαμος– διήλθε αυτά τα κρίσιμα, όσο και άγνωστα σ’ εμάς, έτη της ηλικίας του απο 18 έως 30 ετών, αποτραβηγμένος ενδεχομένως στους Εσσαίους, και ειδικότερα ίσως στο Κουμράν, στο βορειοδυτικό άκρο της Νεκράς Θάλασσας, δίπλα στις εκβολές του Ιορδάνη ποταμού.

9. Δέν γνωρίζουμε, πότε ο Ιησούς ένιωσε την ανάγκη να εγκαταλείψει την ήδη προδήλως χήρα μητέρα και τα ορφανά αδέρφια του, αποκοπτόμενος απο τη μιζέρια του χωριού του. Υποθέτω οτι διατελούσε υπο το κράτος έντονης νοσταλγίας για τον υπερβατικό πατέρα, που του ήταν αδύνατο να τον αναζητήσει μέσα στη βάναυση καθημερινότητα του χωριού του.

Με αφετηρία την παραδοχή τούτη, ο Jaspers προσπάθησε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Ιησού, όμως, κατα τη γνώμη μου, αυτή η σκιαγράφηση υπήρξε βιαστική και επιφανειακή. Και τούτο, γιατι υποστηρίζει μεν ο Jaspers οτι ο Ιησούς δέν υπήρξε ο φιλόσοφος, που βυθίζεται σε περισυλλογή και μεθοδικά βάζει τις σκέψεις του σε τάξη, όμως φοβάμαι πως διέφυγε της προσοχής του Jaspers οτι συχνά ο Ιησούς αποτραβιόταν μακριά απο τον κόσμο, ακόμη και απο τον στενό κύκλο των μαθητών του, και βυθιζόταν στη δική του περισυλλογή και στη μυστική ανάταση του νού του, προς αναζήτηση της ουσίας του Θεού, κάτι που οι ευαγγελιστές κατέγραψαν ως κατα μόνας προσευχές του.




Βεβαίως ο Jaspers ευστόχως γράφει οτι ο Ιησούς δέν υπήρξε κοινωνικός μεταρρυθμιστής, ούτε πολιτικός ηγέτης, μήτε ιδρυτής λατρείας, και πολύ περισσότερο δέν ενήργησε ως ο ιδρυτής μιας νέας θρησκείας, καθώς ούτε βάπτιζε μήτε κλήρο επιστράτευσε, ούτε εκκλησιαστικούς κανόνες καθιέρωσε. Αλλ’ αυτές οι παραδοχές δέν νομιμοποιούν, κατα τη γνώμη μου, τον Jaspers στο ερώτημα που θέτει: was war er denn? [Τι υπήρξε λοιπόν;] Και τούτο, γιατι, στη συνείδηση πρωτίστως του μή χριστιανού μελετητή, ο Ιησούς δέν μπορεί παρα να είναι ο βαθυστόχαστος ησυχαστής, ο  οποίος έψαξε βαθιά μέσα του και βρήκε την απάντηση στο ερώτημα, αναφορικά με την ουσία του Θεού και την πνευματική σχέση των ανθρώπων μ’ εκείνον. Και ακριβώς αυτό είναι που ξεχωρίζει τον Ιησού απέναντι στις άλλες τρείς επιβλητικές πνευματικές προσπωπικότητες (τον Σωκράτη, τον Βούδα και τον Κομφούκιο), δηλαδή η πεντακάθαρη, όσο και εντελώς πρωτότυπη εξαγγελία του οτι ο Θεός έχει πνευματική διάσταση και οτι, σ’ αυτήν την πνευματική διάστασή του, ενοικεί στον νού και στην καρδιά καθενός μας, δικαίου ή αμαρτωλού – αδιακρίτως.

10. Πώς όμως κατέληξε ο Ιησούς σ’ αυτόν τον ευαγγελισμό;

Κατα την εκδοχή του Hirschberg, ο Ιησούς, εγκαταλείποντας τη Ναζαρέτ, θα πρέπει να κατευθύνθηκε σε συνάντηση του βαπτιστή Ιωάννη, κάπου στην έρημο.

Δέν έχω συναντήσει αντίθετη εκδοχή άλλου συγγραφέα.

Όμως, στο πλαίσιο των δικών μου προβληματισμών, εμφανίζεται πιθανότερη η εκδοχή οτι, κατα το μεγαλύτερο μέρος των άγνωστων νεανικών χρόνων του, θα πρέπει να βρισκόταν κοντά στους Εσσαίους. Πιθανολογώ οτι ο Ιωσήφ είχε διατελέσει Εσσαίος, έτσι που ορισμένα ερεθίσματα για το εσσηνικό κίνημα να είχε ο Ιησούς ήδη απο τον πατέρα του Ιωσήφ. Αλλ΄ ακόμη και άν κάνω λάθος, σχετικά μ’ αυτήν την πιθανολόγηση, πάντως επικαλούμαι σχετικώς τη γνώμη που υποστηρίζεται, οτι οι Εσσαίοι ανέτρεφαν και εκπαίδευαν κοντά τους ορφανά παιδιά, με κορυφαίο παράδειγμα τον βαπτιστή Ιωάννη. Είναι λοιπόν πιθανόν οτι αρκετά απο τα άγνωστα χρόνια της νεότητάς του ο Ιησούς είχε διέλθει  κοντά στους Εσσαίους.





Αυτήν την πιθανολόγηση στηρίζω στα ακόλουθα τεκμήρια:

(α) Κατα πρώτον, οτι, κατά τον Ιώσηπο, οι Εσσαίοι συνήθιζαν να περιφέρονται απο πόλη σε πόλη, δίχως αποσκευές. Είναι λοιπόν πιθανόν, σε μιά, ή ίσως και σε περισσότερες, απ’ αυτές τις περιοδείες τους, να είχαν περάσει και απο τη Ναζαρέτ, όπου, στα νεανικά του χρόνια, ο Ιησούς ν’ άκουσε τη διδασκαλία τους, να εκτίμησε το ήθος τους και, κάποτε, να ένιωσε την επιθυμία να τους ακολουθήσει στις περαιτέρω περιοδείες τους – μια πρακτική, την οποία εξακολούθησε αργότερα και ο ίδιος, απο κοινού με τους δικούς του μαθητές· 

(β) οτι, στους κόλπους του λαού Ισραήλ, μόνον οι Εσσαίοι κατανοούσαν τη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό ως πνευματική σχέση, με την έννοια οτι αυτοί αποστρέφονταν τόσο τον Ναό της Ιερουσαλήμ, όσο και τις θυσίες σφαγίων που τελούνταν στο προαύλιό του, καθώς επίσης αποστρέφονταν και την φανατική τυπολατρία τους – μια πολυεπίπεδη αποστροφή, την οποία συναντάμε τόσο στο κήρυγμα, όσο και στην καθημερινή πρακτική του Ιησού· 

(γ) οτι μόνον οι Εσσαίοι, όμοια όπως αργότερα και ο Ιησούς, καταφρονούσαν τα δεινά, τους πόνους, ακόμη και τον θάνατο, πιστεύοντας οτι τα σώματα είναι φθαρτά, ενώ οι ψυχές αθάνατες – μια πίστη, που τους στήριζε στο να μή λυγίζουν κάτω απο οποιαδήποτε μαρτύρια· 

(δ) οτι μια αξιοπρόσεχτη ομοιότητα παρατηρούμε ανάμεσα στον Ιησού και στο κίνημα των Εσσαίων, αναφορικά  με πολλά εκφαστικά μέσα, ιδίως στον τρόπο της διδασκαλίας, κι ακόμη, αναφορικά με το πνεύμα αδελφότητας και αγάπης, που συνδέει την κοινότητα, περαιτέρω δε και την ενσυνείδητη επιδίωξη και καλλιέργεια της πενίας, την ταπεινοφροσύνη, καθώς και την απαγόρευση του όρκου και των κακολογιών για τους άλλους,

(ε) οτι στα εσσηνικά χειρόγραφα του Κουμράν απαντούν οι ίδιοι περίπου μακαρισμοί, τους οποίους αναφέρει το κατα Ματθαίον ευαγγέλιο πως εκφώνησε ο Ιησούς στην επι του Όρους Ομιλία του,

(ς) οτι τα κατα ένα αιώνα αρχαιότερα των ευαγγελικών κειμένων χειρόγραφα του Κουμράν αναφέρουν ιστορίες θαυμάτων, και ιδίως θεραπείες ασθενών, που συνοδεύονταν απο τη διαβεβαίωση του θεραπευτή προς τον δέκτη της θεραπείας οτι ήδη αφέθηκαν οι αμαρτίες του, έτσι όπως αναφέρει και ο Μάρκος για τον Ιησού, και 

(ζ) η περίεργη αποφυγή όλων των ευαγγελικών κειμένων να κάνουν αναφορά ή έστω υπαινιγμό για τους Εσσαίους, ενώ οι σελίδες τους είναι γεμάτες απο δριμύτατες αναφορές στους ιερείς και γραμματείς (δηλαδή τους Σαδουκαίους), κυρίως δε στους Φαρισαίους.

Ασφαλώς αυτά τα επτά τεκμήρια δέν συγκροτούν πλήρη απόδειξη για την εικασία που διατύπωσα, οτι ο Ιησούς, σε πρώιμη ανδρική ηλικία, κάπου γύρω στα 18 με 20 χρόνια της ηλικίας του, αντί να νυμφευθεί και να φέρει παιδιά στον κόσμο, όπως τον επέτασσε ο μωσαϊκός νόμος, εγκατέλειψε την πατρική του οικογένεια και το χωριό του, και ίσως ακολούθησε κάποια ομάδα απο περιοδεύοντες Εσσαίους, των οποίων το ήθος και η πνευματική συγκρότηση ανταποκρίνονταν στη δική του προσωπικότητα και στους δικούς του πνευματικούς προβληματισμούς και στοχασμούς.
Σχετικώς θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι ακόλουθες διαστάσεις αυτής της προβληματικής, δηλαδή:

- οτι ο Ιώσηπος χαρακτήριζε τους Εσσαίους ως φιλοσοφικό κίνημα, και μάλιστα περίπου ως παρακλάδι των Ελλήνων πυθαγορείων,

- οτι κατα τον Πυθαγόρα είναι «νούς ο θεός», μια θεωρία, την οποία ιδιαιτέρως καλλιέργησαν οι Στωϊκοί, για τους οποίους ο θεός είναι «πνεύμα νοερόν (…) ούκ έχον μορφήν», και

- οτι αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τον Θεό ευαγγελίστηκε ο Ιησούς στη Σαμαρείτιδα.


Όλ’ αυτά παρακινούν στην έλλογη εκδοχή οτι ο Ιησούς, τα πιό κρίσιμα χρόνια, πρίν απο τη συγκρότηση του κύκλου των δικών του μαθητών, είναι πολύ πιθανόν να μήν πέρασε στη Ναζαρέτ και στη Σέπφωρη, εργαζόμενος σκληρά ως οικοδόμος.

11. Κατα τα ευαγγελικά κείμενα, ο Ιησούς έμεινε κοντά στον βαπτιστή Ιωάννη για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έφυγε δε παίρνοντας μαζί του και μια (πολύ μικρή) ομάδα απο τους μαθητές εκείνου. Όμως και τα δύο τούτα συμβάντα προϋποθέτουν λογικώς οτι ο Ιησούς είχε ήδη ώριμες και ξεκάθαρες θεολογικές αντιλήψεις και σταθερούς  προσανατολισμούς, κάτι που ασφαλώς δέν θα μπορούσε να είχε συντελεστεί, δίχως την προηγούμενη και μακρόχρονη μαθητεία του σε κατάλληλο περιβάλλον.

Αυτό το αναγκαίο για πολύχρονη στοχαστική περισυλλογή περιβάλλον πιθανολογώ οτι αποκλείεται να ήταν η μικρή κοινότητα του βαπτιστή Ιωάννη στις όχθες του Ιορδάνη. Πολύ περισσότερο, άν συνεκτιμηθεί οτι ο Ιησούς, κατα τις ευαγγελικές αναφορές, παρέμεινε κοντά στον βαπτιστή ελάχιστες ημέρες, όταν ήταν περίπου 32 ετών.

12. Άν και δέν διαθέτουμε σχετικές ιστορικές μαρτυρίες, πάντως, για κάποιο, μάλλον μικρό, χρονικό διάστημα, πιθανολογώ ως ενδεχόμενο, κάπου στα πρώτα χρόνια μετά την εγκατάλειψη της Ναζαρέτ, να παρακολούθησε θεολογικά μαθήματα κοντά σε κάποιον επιφανή Φαρισαίο, ενδεχομένως κοντά στον διαπρεπή δάσκαλο Γαμαλιήλ (μετέπειτα δάσκαλο και του Παύλου).

Υπέρ της εκδοχής τούτης συνηγορεί η φήμη οτι ο Γαμαλιήλ υπήρξε αργότερα κρυφός χριστιανός, όμοια όπως υπήρξαν κρυφοί χριστιανοί και άλλοι καλλιεργημένοι Φαρισαίοι –μέλη του Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ– όπως ο Νικόδημος, ο απο Αριμαθαίας Ιωσήφ και μαθητής όν ηγάπα ο Ιησούς, σύμφωνα με το τέταρτο ευαγγέλιο.

Αδύνατο σημείο αυτής της υποθετικής εκδοχής είναι η απροκάλυπτη απέχθεια που φέρεται να είχε και να έδειχνε ο Ιησούς εναντίον των Φαρισαίων, εκτός άν όντως ξεκίνησε σε σχετικώς νεότερη ηλικία απο κάποια φαρισαϊκή σχολή, εκεί να έγινε δέκτης συγκροτημένης ιουδαϊκής παιδείας, με τον καιρό ν’ άρχισε να προβληματίζεται και να διατυπώνει αιχμηρές ερωτήσεις και διαφωνίες (ακατάλληλες για τη φαρισαϊκή ισχυρογνωμοσύνη), τελικώς δε δέν νομίζω οτι θα ήταν ιδιαιτέρως τολμηρή η υποθετική κρίση, πως η φοίτησή του κοντά σε Φαρισαίους θα τον αποκαρδίωσε, εξοθώντας τον να εγκαταλείψει τη σχολή τους, και να στραφεί αλλού.

- Πού αλλού;

Καμιά ένδειξη δέν έχουμε, η οποία να στηρίζει κάποια άλλη πειστική εκδοχή, παρα μόνον οτι θα  πρέπει αυτά τα άγνωστα χρόνια να τα βίωσε παραγωγικά, κάπου στην έρημο.

Αυτήν την εκδοχή βεβαιώνουν ακροθιγώς ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς, με τη επιφύλαξη οτι τη φυγή του Ιησού στην έρημο οι τρείς τούτοι ευαγγελιστές τοποθετούν μετά την επίσκεψη εκείνου στον βαπτιστή Ιωάννη, και πάντως μόνο για περίπου 40 ημέρες, ύστερα απο τις οποίες τον εμφανίζουν να επιστρέφει κατ' ευθείαν στη Γαλιλαία.

Αλλ’ αυτή η εκδοχή δέν εναρμονίζεται με την περικοπή (α’ 35-39) του τέταρτου ευαγγελίου, που θέλει τον Ιησού να εγκαταλείπει τον Ιωάννη, και να συνοδεύεται απο μικρή ομάδα μαθητών εκείνου, οι οποίοι έκτοτε συγκρότησαν τον πυρήνα των οπαδών και συνεργατών του.

13. Όλ’ αυτά πιθανολογούν, κατα τη γνώμη μου, οτι ο Ιησούς, εγκαταλείποντας το χωριό του, ακολούθησε κατ’ αρχάς κάποια ομάδα απο περιοδεύοντες Εσσαίους, απο τους οποίους ίσως κάποτε αποχώρησε και κατέφυγε σε κάποια φαρισαϊκή σχολή, μάλλον του Γαμαλιήλ, απο όπου και πάλι θα έφυγε, με κατεύθυνση, τούτη τη φορά, τον βαπτιστή Ιωάννη, στον Ιορδάνη ποταμό, όπου θα έμεινε για μικρό διάστημα. Ίσως και να βαπτίστηκε, αλλ’ όχι με τις συνθήκες των ευαγγελικών περιγραφών, και πάντως δίχως να διατηρήσει κάποια ανάμνηση απο το βίωμα της ενδεχόμενης βάπτισής του, αφού έκτοτε ποτέ δέν κάλεσε οποιονδήποτε να τον βαπτίσει, είτε ο ίδιος με τα χέρια του, είτε, ύστερα απο δική του εντολή, κάποιος απο τους παρόντες μαθητές του.

Οπωσδήποτε όμως, όταν ο Ιησούς είχε επισκεφθεί τον βαπτιστή Ιωάννη, ασφαλώς θα γνώριζε ήδη οτι εκεί κοντά, στη γειτονική έρημο του Κουμράν, βρισκόταν το ισχυρό και πολύ σοβαρό πνευματικό κέντρο των Εσσαίων. Είναι λοιπόν πιθανόν να παρακινήθηκε να μεταβεί και εκεί, όπου και να έμεινε για κάποιο, μάλλον μεγάλο, οπωσδήποτε όμως άγνωστης διάρκειας, χρονικό διάστημα – αλλ’ όχι μόνο για 40 ημέρες, όπως τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια αναφέρουν για την παραμονή του στην έρημο.

14. Κάποτε θα πρέπει να ένιωσε οτι είχε ήδη σχηματίσει ξεκάθαρες αντιλήψεις για τον Θεό και τη σχέση των ανθρώπων μ’ εκείνον, όπως επίσης για την αποστολή που τον ανέμενε κοντά στους ανθρώπους. Προ παντός, θα πρέπει να συνειδητοποίησε, τί ήταν εκείνο που τον διαφοροποιούσε απο τον κύκλο των Εσσαίων, και μάλιστα τόσο έντονα, ώστε ο αυτοσεβασμός του να τον πειθαναγκάζει σε φανερή αποστασιοποίηση απο εκείνους.

Σ’ αυτό το σημείιο αξίζει να θυμηθούμε οτι οι Εσσαίοι ήταν περισσότερο αδιάλλακτοι τυπολάτρες, κατα την πιστή εφαρμογή του ιουδαϊκού νόμου, απο όσο ήταν οι Φαρισαίοι, τους οποίους, ακριβώς γι’ αυτήν την ακρότητά τους (οπωσδήποτε χαλαρή σε σχέση με την αντίστοιχη ακρότητα των Εσσαίων) ο Ιησούς επανειλημμένως φέρεται να είχε καυτηριάσει.

15. Για πολύ καιρό με απασχολούσε το ερώτημα, σαν τί να ήταν το σοβαρό ζήτημα που –αυτό πρωτίστως– θα πρέπει να διαφοροποιούσε τον Ιησού απο τον κύκλο των Εσσαίων, και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να τους εγκαταλείψει.

Τελικώς νομίζω πως βρήκα την εξήγηση που αναζητούσα στον Sanders, ο οποίος υποστηρίζει οτι «η κοινότητα του Κουμράν δίδασκε στα μέλη της πως έπρεπε να μισούν τους εχθρούς τους». 

Ο Ιησούς ήταν κάθετα αντίθετος στο μίσος εναντίον των εχθρών. Όλη η διδασκαλία του επικεντρώνεται στην παραγγελία της ανεπιφύλαχτης αγάπης για οικείους και εχθρούς.

Έτσι, νομίζω, οτι κάποτε θα συνειδητοποίησε πως έπρεπε να φύγει απο την κοινότητα των Εσσαίων στην έρημο του Κουμράν.

Επιστρέφοντας, θα πρέπει να πέρασε απο τον Ιορδάνη και τον βαπτιστή Ιωάννη (άγνωστο αν για δεύτερη ή για πρώτη φορά), όπου δέν φαίνεται να έμεινε, αλλά, φεύγοντας, πήρε μαζί του δύο ή τρείς μαθητές του Ιωάννη.

Για την ενδεχόμενη βάπτισή του προβάλλονται στην εποχή μας αμφιβολίες. Τόσον εξαιτίας των μυθικών διαστάσεων των σχετικών ευαγγελικών περικοπών, όσον και –κυρίως:

- επειδή, πρώτον, στη Σχολή του Κουμράν θα είχε συμμεριστεί την ήδη γνωστή αρνητική στάση εκείνης για την πρακτική της βάπτισης· 

- δεύτερον, επειδή ο ίδιος –και προδήλως ενσυνειδήτως– ποτέ δέν βάπτισε κανέναν, ούτε επιχείρησε ή εν ζωή συνέστησε στους μαθητές του κάποια ανάλογη λατρευτική πράξη. Και ναι μεν, μετά τη Σταύρωση, ο Ματθαίος εμφανίζει τον Ιησού να καινοτομεί κατα το σημείο τούτο και να παραγγέλλει στους μαθητές του να τελούν βαπτίσεις (Ματθ κη’ 19), αλλά οι ερμηνευτές αποδίδουν αυτήν την παραγγελία στο κυρίαρχο πνεύμα της μεταπασχαλινής χριστιανικής κοινότητας.

- Τέλος, κατα τρίτον, δικαιολογούνται αμφιβολίες για την εκδοχή οτι ο Ιωάννης είχε βαπτίσει τον Ιησού, και μάλιστα με τις γνωστές περιστάσεις των τριών συνοπτικών ευαγγελίων, επειδή, άν αυτές οι περιστάσεις θα ήταν αληθινές, τότε ο Ιωάννης ασφαλώς θα θυμόταν τον Ιησού, και δέν θα έστελνε απο το δεσμωτήριο κάποιους μαθητές του να τον ρωτήσουν άν αυτός όντως ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Οπωσδήποτε, θεωρείται βέβαιο οτι ο βαπτιστής Ιωάννης είχε θητεύσει στους κόλπους των Εσσαίων στο Κουμράν, με την περαιτέρω όμως επιφύλαξη οτι υπάρχουν ριζικές διαφορές ανάμεσα στην ιδεολογία και στο κήρυγμα του βαπτιστή Ιωάννη και στη διδασκαλία των Εσσαίων.

Κατα τη γνώμη μου όμως, αυτή η παρατήρηση δέν αποκλείει το ενδεχόμενο να θήτευσε όντως ο βαπτιστής Ιωάννης στους Εσσαίους και, στη συνέχεια, να διαφοροποιήθηκε, επιλέγοντας τον δικό του δρόμο, όμοια όπως είναι πολύ πιθανό να συνέβη και με τον Ιησού, δηλαδή να ξεκίνησε κοντά στους Εσσαίους, να συνειδητοποίησε θέματα (όπως το μίσος εναντίον των εχθρών) που τον διαφοροποιούσαν απο εκείνους, να κατέφυγε στην ομάδα του Ιωάννη, στον Ιορδάνη ποταμό, απο τον οποίο τελικώς επίσης ένιωσε την ανάγκη να διαφοροποιηθεί και να βαδίσει τον δικό του δρόμο, ως δάσκαλος δικής του ομάδας μαθητών.

16. Κατα τον Theißen, καθηγητή της θεολογίας στο πανεπιστήμιο του Bayreuth, ο Ιησούς εμφανίζεται στα ευαγγελικά κείμενα άλλοτε να εναντιώνεται στους Φαρισαίους με επιχειρήματα απο το χώρο των Σαδδουκαίων, αλλά και αντιστρόφως να εναντιώνεται στους Σαδδουκαίους με φαρισαϊκή επιχειρηματολογία, ενώ εξ άλλου είναι προφανές οτι απο τους Εσσαίους είχε αντλήσει την αποστροφή του εναντίον του ναού και του ιερατείου του.

Μένει όμως να σταθούμε λίγο περισσότερο στο ερώτημα: 

γιατί ο Ιησούς έφυγε απο τους Εσσαίους, ακόμη και απο την ομάδα του βαπτιστή Ιωάννη;

Συμμερίζομαι την απάντηση που έχει δοθεί σχετικώς ως πειστική, δηλαδή οτι και οι δυό τούτες ομάδες της ερήμου είχαν αποτραβηχτεί απο τα εγκόσμια, θεωρώντας καμένο χαρτί τις κοινωνίες των πόλεων και των χωριών, και καταδικασμένες στον όλεθρο που τις ανέμενε μέσα στην οργή του Θεού.

Ο Ιησούς φαίνεται πως συμμεριζόταν αυτήν την αποστροφή των Εσσαίων και του βαπτιστή Ιωάννη προς τους ανθρώπους των πόλεων. Όχι όμως και προς τους φτωχούς και ταλαιπωρημένους των μικρών χωριών, όπως τους είχε γνωρίσει, αν όχι στο πατρικό χωριό του, σίγουρα όμως σε άλλα γειτονικά χωριά, με την έννοια οτι, ναί μεν ήταν κι εκείνοι εγωιστές και άδικοι, όμως με αρκετά περιθώρια να δεχτούν τον λόγο του Θεού και να μετανοήσουν, άν όχι με την πειστικότητα του θείου λόγου, σίγουρα όμως με την ενέργεια της θείας χάρης, μέσα απο θαύματα. Και πάντως, το κατα τους Εσσαίους ασυμβίβαστο μίσος εναντίον των εχθρών ήταν εντελώς αντίθετο στο κήρυγμα του Ιησού για την αγάπη προς τους εχθρούς. Ενα κήρυγμα που συναντάμε αποκλειστικώς και μόνο στον λόγο και στη στάση ζωής του Ιησού.

17. Θα ήθελα να κλείσω την εισήγησή μου, και ειδικότερα την αναφορά μου στην πολύ πιθανή μακρά παραμονή του Ιησού στην έρημο. Και τούτο, γιατι είναι εντυπωσιακά όσα με γνώση και εμπειρία αναφέρει ο Hirschberg, αναφορικά με τη γοητεία, αλλά και για τον τρόμο που, ακόμη και στις μέρες μας, ασκεί η έρημος, τουλάχιστον όπως ο ίδιος την βίωσε ως τακτικός συνοδός προσκυνητών στην Παλαιστήνη.

Λοιπόν, καθώς γράφει ο Hirschberg, η έρημος είναι ενας τόπος τεράστιας και απίθανης έκτασης και ελευθερίας. Ενας τόπος της απόλυτης ησυχίας, αυτοσυγκέντρωσης, ευαισθητοποίησης και ενδοσκόπησης. Ως τόπος μοναδικής αισθητκής βοηθάει να ξεχάσουμε ταχύτατα τις ασχήμιες της συμβίωσης στις πόλεις.

Παράλληλα όμως η έρημος είναι για τον σταθερό κάτοικό της ο κατ' εξοχήν εχθρικός και επικίνδυνος τόπος, κάτω απο τον αδυσώπητα καυτό ήλιο, την σχεδόν παντελώς απούσα σκιά, την έλλειψη νερού, την απουσία βλάστησης. Μ’ ένα λόγο: τόπος που αξιώνει δεξιότητες για να επιβιώσει ο επισκέπτης, για τον οποίο η φύση δέν είναι σύντροφος, αλλά ο αμείλικτος αντίπαλος, κάτω απο την απειλή του οποίου η επιβίωση δέν είναι καθόλου αυτονόητη, καθώς απαιτεί συνεχή εγρήγορση για την αντιμετώπιση αιφνιδιασμών απο δυνάμεις, έτοιμες να εξαφανίσουν κάθε ύπαρξη.

Κατ' εξοχήν στην έρημο συνειδητοποιεί ο άνθρωπος οδυνηρά οτι δέν έχει αποθέματα αντίστασης, μεγαλύτερα απο το άχρηστο άχυρο.

Αλλ’ ακριβώς αυτές οι εξουθενωτικές εμπειρίες στην έρημο, με επίγνωση της άκρας μοναξιάς και της συνακόλουθης εγγύτητας του θανάτου που καραδοκεί, είναι που παρακινούν τον άνθρωπο να ευαισθητοποιηθεί και ν’ αναζητήσει καταφυγή στους κόλπους της σιωπηλής θρησκευτικής εμβάθυνσης.

Μέσα σ’ αυτόν τον ψυχικό παροξυσμό, ο άνθρωπος της ερήμου συνειδητοποιεί πως η ζωή είναι ενα θαύμα, που οφείλεται σε κάποιον, ο οποίος όντως έχει τη δύναμη να κάνει θαύματα. Εκεί πιά ο άνθρωπος βιώνει και αναγνωρίζει τον Θεό ως εκείνον που όντως του δωρίζει την αναπνοή της ζωής.

Απ’ αυτές τις ασύλληπτες εμπειρίες της ζωής στην έρημο τροφοδοτείται η βιβλική πίστη στα θαύματα. Και ασφαλώς είναι ασυγχώρητη πλάνη η εντύπωση του ανίδεου ανθρώπου των σημερινών μεγαλουπόλεων, οτι αυτή η βιβλική πίστη στα θαύματα είναι τάχα ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Αντιθέτως, αυταπάτη συνιστά η εντύπωση πως ο άνθρωπος της ερήμου μπορεί τάχα να επιβιώσει, δίχως την ελπίδα στο θαύμα του Θεού. Συνακόλουθα, η έρημος διδάσκει οτι ο Θεός είναι η αρχέγονη πηγή της ζωής, και οτι, δίχως τον Θεό, ο άνθρωπος δέν μπορεί να επιβιώσει.

Εξ άλλου, εκεί, ο ερημίτης συνειδητοποιεί οτι ο περιβάλλων χώρος δέν είναι ο τελκός στόχος, ως τόπος διαβίωσης, αλλ’ απλώς σταθμός διέλευσης και προσωρινής διαμονής, όπου ο ταξιδιώτης πρέπει να βιώσει τη δική του κάθαρση απο την εγωιστική πλάνη, πως τάχα είναι σε θέση να επιβιώσει μόνο με τις προσωπικές του δυνάμεις.

Εκεί λοιπόν στην έρημο –αυτό το μοναδικό σχολείο της αυτογνωσίας και της παρουσίας της θείας χάρης– είναι εξαιρετικά πιθανόν οτι ο Ιησούς διήλθε τα δικά του κρίσιμα χρόνια αυτογνωσίας, αλλά και της στέρεης προσδοκίας της συντόμως επικείμενης κυριαρχίας της βασιλείας του Θεού, το όραμα της οποίας είχαν προδώσει οι ιερείς του Ναού της Ιερουσαλήμ.

18. Ο φωτισμένος βασιλέας της Πρωσίας Φρειδερίκος, ο δεύτερος, αναφέρεται ως ο χρονικά πρώτος που διατύπωσε την εκδοχή οτι ο Ιησούς θήτευσε στους Εσσαίους.

Στη δική μας εποχή, μετά την ανακάλυψη των χειρογράφων του Κουμράν, γνωρίζουμε οτι οι Εσσαίοι έτρεφαν αποστροφή εναντίον του Ναού της Ιερουσαλήμ και των ιερέων που τον υπηρετούσαν εκεί. Δέν έχουμε μαρτυρία οτι και ο Ιησούς αποστρεφόταν τον Ναό. Έχουμε όμως ευαγγελικά χωρία, σύμφωνα με τα οποία διακήρυσσε:

- πρώτον, οτι η επικοινωνία με τον Θεό πρέπει να γίνεται δίχως καμιά δημοσιότητα:

«Σύ δε, όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου (δηλαδή στο πιο απόκρυφο υπόγειο και σκοτεινό χώρο του σπιτιού σου) και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί του τω εν τω κρυπτώ» (Ματθ ς΄ 6), και

- δεύτερον, οτι «έρχεται ώρα, και νύν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Πνεύμα ο θεός, και τους προσκυνούντας αυτον εν πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείν» (Ιω δ’ 23-24).

Και ακριβώς επειδή ο Ιησούς εναντιώθηκε δυναμικά στην εμπορευματική πρακτική του Ναού και των εμπόρων, οι οποίοι δέν ήταν κάποιοι άλλοι, παρα οι ίδιοι οι ιερείς και οι λευίτες του Ναού, συνελήφθη και οδηγήθηκε στη μαρτυρική Σταύρωση.

19. Οπωσδήποτε, στο ξεκίνημά του, επιστρέφοντας ο Ιησούς απο την έρημο και τον βαπτιστή Ιωάννη, άρχισε τη δική του ενεργό δράση, περίπου όταν ο Ηρώδης Αντίπας συνέλαβε τον Ιωάννη, μάλλον το έτος 30, δηλαδη όταν ο Ιησούς  ήταν ήδη τουλάχιστον 34 ετών, ίσως και λίγο μεγαλύτερος (έως 37).

Κατα τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια αυτή η δημόσια ενεργός δράση του διήρκεσε μόνον ένα έτος, ενώ κατα το τέταρτο ευαγγέλιο διήρκεσε τρία έτη.6 Πιθανότερη είναι η πρώτη εκδοχή, στο πλαίσιο της οποίας ο Ιησούς, μετά την έναρξη της δράσης του, ανήλθε στην Ιερουσαλήμ μιά και μοναδική φορά, τότε που συνελήφθη και σταυρώθηκε.


[1] Λουκ δ’ 28-30:
   kai¤ e¦plh£suhsan pa£ntew uymoy° e¦n t‚° synagvg‚° a¦koy£ontew tay°ta, 29 kai¤ a¦nasta£ntew e¦je£balon ay¦to¤n e©jv th°w po£levw kai¤ h©gagon ay¦to¤n e¨vw o¦fry£ow toy° o©royw, e¦f' oy­ h¥ po£liw ay¦tv°n ƒ¦kodo£mhto, ei¦w to¤ katakrhmni£sai ay¦to£n. 30 ay¦to¤w de¤ dieluv¤n dia¤ me£soy ay¦tv°n e¦porey£eto.
Κώστας Ε. Μπέης