Ουρανοκατέβατοι Φιλομαθείς

Όταν η αγάπη εξατμίζεται...








Πόσο περίεργα και όμορφα πλάσματα οι άνθρωποι. Ένα ορμητικό ποτάμι από συναισθήματα που τρέχουν και σκάνε στις όχθες των άλλων. Μπλέκονται, συνδέονται, ενώνονται. Ύστερα λύνονται. Οι κόμποι πονούν όταν κόβονται. Πονάει πολύ κάθε μικρό κομμάτι που φεύγει και θρυμματίζεται. Μουσκεύουν τα δάκρυα την ψυχή. Κι αυτή κουρνιάζει στη γωνιά της αποκαμωμένη…



Είναι έντονη η συντριβή. Σε γεμίζει απ’ την αρχή ως το τέλος, απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Είναι σίγουρα πιο συγκλονιστική απ’ την αδιάφορη, μέτρια στασιμότητα.

Πόσο απίστευτο πράγμα το συναίσθημα! Αυτό που σε κινεί, σου δίνει αέρα και ενέργεια, αλλά κι αυτό που σε γκρεμίζει.

Πόσο απίστευτη είναι η επαφή! Εκείνη που σου επιτρέπει να αγγίξεις το μέσα του άλλου, εκείνο που κρύβει και σκεπάζει με την όψη…


Σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δε μένει τίποτα πια... Μόνο εκείνες οι οδυνηρές, ολοζώντανες αναμνήσεις που ουρλιάζουν κυρίως τις νύχτες και ταρακουνούν το μυαλό. Παγωμένες εικόνες που αναδύουν το άρωμα άλλων εποχών, που πέρασαν και δε θα ξαναρθούν.. Φωνές που δε θα ακουστούν ξανά. Ματιές που κάποτε ήταν βουτηγμένες σε μια θάλασσα συναισθημάτων, μα πλέον είναι άδειες. Λόγια που τα σάρωσε ο δυνατός άνεμος μιας θυελλώδους μέρας. Αγκαλιές που πάγωσαν…

Όταν η αγάπη εξατμίζεται και η αγκαλιά κρυώνει, φουρτουνιάζει τόσο η θάλασσα που πια δεν ταξιδεύεται. Μη σκοτεινιάζεις τότε. Να τον ευχαριστείς το βαρκάρη που ταξίδεψε την ψυχή σου σε μια άλλη ψυχόσφαιρα και της γνώρισε μέρη ξένα. Ακόμα κι αν η βαρκάδα διεκόπη βίαια και βούλιαξε η ψυχή, έμαθε τουλάχιστον να βρίσκει τρόπο να φτάνει στη στεριά μόνη της. Στο τέλος της ημέρας έγινε λίγο πιο πλούσια…


Θέ μου πόσο ήταν όμορφη




Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα

μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…

σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου

καλούσε βοήθεια.

O ουρανός αμίλητος και σταχτύς

το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές 

και για τους νικημένους.



Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιώτων
την πικρή θέληση να ζήσουν!

Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

οι φίλοι είχαν χαθεί

κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…

…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά

απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες

παιδικές ευπιστίες…

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών…



και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή

που βρίσκουν μια θέση

στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή

μπροστά στο θάνατο

ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…

Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους

οχετούς.

Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα

απ’ το βάθος των περασμένων.

…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη

σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…
Η πλατεία θα μείνει έρημη

σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή

λίγη επιείκεια

της την αρνήθηκαν.

Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά

να μας προδώσουν…

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

Ή

ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…


Τάσος Λειβαδίτης
via

Share this:

    Blogger Comment
    Facebook Comment
Point of view.
OddThemes