Φως ή Σκοτάδι

  Ένοιωθα βαθιά μέσα μου την ανεπάρκεια του νου. Δεν μπορούσε ο νους να κρίνει γεγονότα που τον ξεπερνούσαν απείρως. Πως λοιπόν θ’ α...




  Ένοιωθα βαθιά μέσα μου την ανεπάρκεια του νου. Δεν μπορούσε ο νους να κρίνει γεγονότα που τον ξεπερνούσαν απείρως. Πως λοιπόν θ’ αποφάσιζα για το τι είναι τι; και με ποιους θα πάω και ποιους θ’ αφήσω; Κι όμως έπρεπε να κάνω κάποια κίνηση κι εγώ δεν ήξερα πως να κινηθώ... Οι άλλοι, αλλά και ο γέροντας, περίμεναν αυτή μου την κίνηση, αυτή μου την τοποθέτηση.

            Σήμερα ξέρω ότι αυτός που εκαλείτο να αποφασίσει δεν ήταν η διάνοια, αλλά η καρδιά. Κάτι δηλαδή πολύ βαθύτερο και δυνατότερο. Το κέντρο της ύπαρξης του ανθρώπου. Δε θα δημιουργούσε ο νους μια ιδεολογία, αλλά μια πίστη θα γεννιόταν μέσα στην καρδιά.

            Μια μέρα, αφού είχα πια γυρίσει από την Ινδία, ρώτησα το γέροντα για τους γιόγκι:

            - Δεν μπορώ να καταλάβω, γέροντα· είναι έξυπνοι, μορφωμένοι άνθρωποι, με πολλές δυνατότητες, γιατί να είναι κακοί;... Δεν έχουν κανένα λόγο!!.. Δεν μπορώ να καταλάβω!...

            Ο Γέροντας με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι του δε μου είπε τίποτα εκείνη τη στιγμή (το κείμενο που ακολουθεί το έγραψα τότε, όταν συνέβη το γεγονός).

            Λίγες μέρες μετά, και συγκεκριμένα πριν το Πάσχα του 1984 συνέβη το εξής:

            Στη Θεσσαλονίκη κάποιο απόγευμα, μόνος, κάτι διάβαζα, κάτι σκεφτόμουν, δεν ξέρω τι.

            Εντελώς ξαφνικά και απότομα· εντελώς ολοκληρωτικά, ο κόσμος εξαφανίστηκε γύρω μου. Δεν... υπήρχαν οπτικές παραστάσεις, δεν υπήρχε ήχος ούτε αφή. Οι πέντε αισθήσεις έπαψαν να λειτουργούν και να στέλνουν μηνύματα. Ο έξω κόσμος έσβησε απότομα και ολοκληρωτικά. Όπως όταν πατάμε το διακόπτη και το δωμάτιο από τη μια στιγμή στην άλλη βυθίζεται στο σκοτάδι.

            Ο νους μου δεν ασχολιόταν με τα μηνύματα που έστελναν οι πέντε αισθήσεις. Όλη η ενέργειά του, όλη η προσοχή του είχαν στραφεί αλλού. Είχε απορροφηθεί ολοκληρωτικά, είχε τραβηχθεί σ’ έναν πνευματικό χώρο. Ένα πνευματικό γεγονός τον είχε καθηλώσει.

            Είδα φως και σκοτάδι. Ένα λευκό φως, απαλό και γλυκό, εντονότατο και λαμπερό, από τη μια μεριά· ένα σκοτάδι βαθύ και πηχτό από την άλλη. Στην αρχή η προσοχή μου στράφηκε στο σκοτάδι. Μου δημιούργησε ένα αίσθημα φόβου αλλά και δέους. Μια ανατριχίλα, αλλά και μια περιέργεια με κατέλαβαν. Ήθελα να γνωρίσω τι ήταν αυτό.  Προχώρησε προς αυτό ο νους μου, και αντιλήφθηκα το μέγεθος της άρνησης. Όσο πιο βαθειά πήγαινε κανείς, τόσο πιο πηχτό γινόταν το σκοτάδι, τόσο πιο μεγάλη ήταν η άρνηση. Υπήρχε μια τεράστια δύναμη, ένα «μεγαλείο» τολμώ να πω. Ήταν η αρνητική όψη των πραγμάτων.

            Όσο τραβούσε το φως και υψωνόταν, τόσο τραβούσε το σκοτάδι και βυθιζόταν. Μέχρι τέρμα, χωρίς δισταγμό, απόλυτα. Μεγάλη αγάπη απ’ εδώ, μεγάλο μίσος από εκεί. Ο απόλυτος αλτρουισμός από το φως ξεχυνόταν... τραβούσε αντιμαχόμενο το σκοτάδι στον απόλυτο εγωισμό. Το σκοτάδι αρνιόταν το φως, το αποστρεφόταν, το έδιωχνε!... έτσι «δημιουργούσε» έναν άλλο χώρο.

            Ο κόσμος και τα όντα ήταν δημιούργημα του φωτός. Ο «υπαρξιακός χώρος» του κάθε προσώπου, το κάθε πρόσωπο καθ’ εαυτό, είναι δημιούργημα, κτίσμα, πλάσμα του φωτός. Το φως διαπερνούσε και πληρούσε όλους αυτούς τους «χώρους». Κάποια συνείδηση αποφάσισε να κρατήσει έξω από τον «υπαρξιακό της χώρο» το φως, που τη δημιούργησε. Αρνήθηκε το φως. Το φως σεβάσθηκε την ελεύθερη απόφαση του δημιουργήματός του και κρατήθηκε έξω. Έτσι παρουσιάσθηκε ένας σκοτεινός «υπαρξιακός χώρος». Έτσι έγινε πραγματικότητα το σκοτάδι. Με το ν’ αρνιέται το φως «δημιουργούσε» το σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν υπήρχε από μόνο του. Το φως υπήρχε από τον εαυτό του. Το σκοτάδι υπήρχε μόνο, όσο υπήρχε η άρνηση του φωτός. Το σκοτάδι χωρίς το φως δεν μπορεί να υπάρξει. Το φως δεν έχει ανάγκη το σκοτάδι, για να υπάρχει. Το φως μπορεί να υπάρχει από μόνο του.

            Το σκοτάδι ήταν αποτέλεσμα μιας προαίρεσης, μιας συνείδησης. Είναι ο τρόπος που διάλεξε να υπάρχει ένα ον, δηλαδή ο Διάβολος. Το σκοτάδι άρχισε να υπάρχει χωρίς λόγο· χωρίς αιτία, χωρίς αφορμή. Έτσι του ήρθε κάποιου. Κινούμενος μόνο από την προαίρεσή του αρνήθηκε το φως. Αυτή η άρνηση έκανε το σκοτάδι πραγματικότητα, το έφερε στην «ύπαρξη», το γέννησε». Ένας άλλος χώρος αντίθετος από το χώρο του φωτός.

            Αυτή η πράξη της άρνησης μοιάζει με «δημιουργία», αλλά δεν είναι. Μιμούνταν την πράξη δημιουργίας του Θεού από την... ανάποδη. Ήταν η πιστή απομίμηση από την αντίθετη μεριά. Προσπαθούσε να κλέψει το Θεό, προσπαθούσε να κλέψει τη δυνατότητα δημιουργίας. Ήθελε να είναι Θεός. Συμπεριφερόταν ως «Θεός». Επειδή δεν είχε τη δύναμη της δημιουργίας μέσα του, αρνούμενος όλη τη δημιουργία, όλο το φως, όλη την ενέργεια, όλη τη χάρη του Θεού, τραβώντας το πράγμα στα όριά του, έκανε πραγματικότητα... την ανυπαρξία... « δημιουργούσε» το θάνατο... το σκοτάδι. Πριν δεν υπήρχε ούτε θάνατος ούτε σκοτάδι, αλλά τα πάντα ήταν γεμάτα από φως και ζωή.

            Όπως η ένωση των πάντων, έτσι και ο διαχωρισμός τους. Όπως από την αγάπη ήρθε η ύπαρξη· έτσι από το μίσος γεννιέται το σκοτάδι της ανυπαρξίας. Όπως η δημιουργία έτσι και η καταστροφή. Άπειρα εκτείνεται το φως, άπειρα και το σκοτάδι. Δεν ένοιωσα πουθενά την ύπαρξη ορίου. Λάμπει περισσότερο το φως, σκοτεινιάζει περισσότερο το σκοτάδι, σε μια προσπάθεια να καταπιεί το φως. Ήταν απόλυτη η αντιστροφή.

            Υπήρχε ο Θεός· οι ιδιότητές του· οι ενέργειές του. Υπήρχε το φως· απέραντο... μεγάλο... απλό.

            Η άρνηση του σκοταδιού ήταν απέραντη· μεγάλη· απλή· σκέτη· απροσχημάτιστη· βαθειά· άγρια· πεισματική· καταστροφική· αυτοκαταστροφική· μανία· τρέλα· λύσσα.

            Δεν μπορούσα να βλέπω γύρω μου, μόνο ένοιωθα. Κάποιες ψυχές, μ’ έναν τρελό, στριγγλιό γέλιο πηδούσαν μέσα στο σκοτάδι, που τις τραβούσε βαθειά σαν τον ωκεανό και χάνονταν.

            Φοβισμένος τράβηξα τον εαυτό μου στη μεριά του φωτός. Ζήτησα την προστασία του. Φοβήθηκα το σκοτάδι, την αγριάδα και την τρέλα του. Δεν το ήθελα. Βρέθηκα... στις παρυφές του φωτός, ανακουφισμένος, σαν να είχα γλυτώσει από μεγάλο κίνδυνο.

            Είχα προχωρήσει πολύ λίγο μέσα στο σκοτάδι. Ίσα που έχωσα το κεφάλι μου κάτω από το νερό. Το βάθος του ωκεανού... το μάντευα, το ένοιωθα. Κατάλαβα όμως τη δύναμη της αμαρτίας, της γοητείας της, τον πειρασμό της, τον πυρήνα της, την ουσία της... μα κατάλαβα και την ανυπαρξία της· τη μέχρι γέλιου αδυναμία της... Δεν υπάρχει. Είναι απουσία... Δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της... Όσο φοβερή είναι, όταν σε κερδίσει, τόσο γελοία και ανίσχυρη είναι, όταν κρατιέσαι μακριά της. Ούτε ένα παιδάκι δεν μπορεί να νικήσει, αν αυτό δεν πέσει μόνο του.

            Ούτε στο φως προχώρησα πολύ. Ίσα-ίσα που πέρασα το σύνορο. βρισκόμουν πολύ κοντά στο μεταίχμιο. Όμως πόσο με παρηγόρησε... και τι σιγουριά μου έδωσε... Με πλημμύρισε ζωή. Ειρήνη... χαρά... γνώση... Με αγαπούσε πολύ και μου χάριζε πολύτιμα δώρα, που αγνοούσα την ύπαρξή τους, μου έδινε από τα δικά του και ας ήμουν ανάξιος.

            Ξαφνικά εικόνες, ήχοι από το σαλόνι πλημμύρισαν το νου μου. Ο διακόπτης γύρισε από την άλλη μεριά. Τελείωσε ξαφνικά, όπως άρχισε. Ένα βαθύ μάθημα, σε λίγα λεπτά. Όσα δεν μπορεί να εξηγήσει καμία κουβέντα. Λεπτές διαφορές και όμως πολύ βαθειές και σημαντικές έννοιες, που δεν υπάρχουν... σε λέξεις, που δε χωράν σε σκέψεις. Μια αποκάλυψη. Μια πιο πολύ ένα test. Μια δοκιμασία. Με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις. Δοκιμάσθηκε... κρίθηκε η βαθύτατη προαίρεσή μου. Φανερώθηκε η κλίση της καρδιάς μου.

            Ευτυχώς η καρδιά μου, αν και στην αρχή κινήθηκε προς το σκοτάδι... τελικά βρήκε ανάπαυση στο φως. Ευτυχώς που με δέχθηκε το φως.

            Τι ήταν το φως; Λέει ο Χριστός στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο: «εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη» (Ιωαν. ιβ΄ 46) και εξηγεί ο απόστολος «Γιατί εσείς είστε παιδιά του φωτός και σαν παιδιά του φωτός να περιπατείτε» (στη ζωή, στις αποφάσεις σας) (Α΄ Ιωαν. α΄ 5-7, β΄ 8-11).

            Το γεγονός αυτό βύθισε τη συνείδησή μου στο μυστήριο της προαίρεσης και της ελευθερίας των ανθρώπων και των αγγέλων.

            Η ελευθερία της προαίρεσης είναι θείο δώρο και είναι μυστήριο ακατανόητο, ανεξήγητο στο βάθος και στην ουσία του για την ανθρώπινη λογική.

            Όπως ο Θεός ξεπερνά τον ανθρώπινο νου, το ίδιο και οι πράξεις Του,  τα δημιουργήματά Του και τα δώρα Του. Μόνο σχετικά ο ανθρώπινος νους μπορεί να τα κατανοήσει και μόνο με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να εμβαθύνει.

            Δια της διανοητικής... εξεύρεσης, καταλήγουμε σε υποθέσεις, πιθανολογίες, απόψεις ή φαντασιακά ιδεολογήματα. Αυτά που ονομάζω «διανοητικές μπουρμπουλήθρες».

            Οι άνθρωποι και οι άγγελοι προικίσθηκαν από το Θεό με ελευθερία προαίρεσης. Είναι αυτοκινούμενοι. Δεν αναγκάζονται ηθικά από τίποτα. Μπορούν να κινηθούν όπως θέλουν στον ηθικό, πνευματικό χώρο, στο βαθμό και την ένταση που επιθυμούν.

            Κάπου βαθειά μέσα στο κέντρο της ύπαρξής τους λειτουργεί το μυστήριο αυτό της ελευθερίας. Τα όντα αυτά κλείνουν προς το καλό ή προς το κακό από μία δικιά τους εσωτερική διάθεση, από μία δικιά τους εσωτερική απόφαση. Γιατί έτσι θέλουν! Δεν υπάρχει λόγος ή αιτία στην πραγματικότητα, που να δικαιολογεί την απόφασή τους. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει τρόπος να επιβληθεί ή να αναιρεθεί αυτή η ελευθερία της προαίρεσης.

            Αυτή η απόφαση, αυτή η προαίρεση, αυτή η εκλογή,... είναι μυστήριο... Είναι καλοί ή κακοί, στο βάθος τους, γιατί έτσι θέλουν. Χωρίς δικαιολογία, χωρίς εξήγηση.

            Τα όντα αυτά πλάθουν τον εαυτό τους. Είναι αυτοδημιούργητα, αυτοκινούμενα. Αποφασίζουν για το πως θα είναι, για την οντολογία της ίδιας τους της φύσης, για τον τρόπο που θα υπάρχουν. Έχει κάτι το θεϊκό αυτή τους η ελευθερία, γιατί είναι δώρο του Θεού.

            Το πρώτο ον που έκανε κακή χρήση της ελευθερίας του, κάποια στιγμή του χρόνου, ήταν ο αρχάγγελος Εωσφόρος. Αυτός είναι ο μεγάλος αρνητής: Αυτός είναι «ο δημιουργός» του σκοταδιού. Αυτός είναι η πηγή του κακού, ο βασιλιάς του σκότους: Αυτός παρέσυρε και τους υπόλοιπους αγγέλους που γίνανε δαίμονες. Αυτός παρασέρνει και τους ανθρώπους στο δικό του χώρο, στο δικό του τρόπο ύπαρξης. Αυτός είναι ο εφευρέτης της κακίας.

            Δεν είχε κανένα λόγο να κινηθεί μ’ αυτό τον τρόπο. Είχε πολλούς λόγους και τα πάντα γύρω του τον προέτρεπαν να μένει κοντά στο Θεό, ν’ ανεβαίνει πνευματικά, να απολαμβάνει τη θεία μακαριότητα και να δικαιώνεται ως ύπαρξη.

            Όμως... ήταν ελεύθερος... και κάποια στιγμή διάλεξε την άρνηση, την απομάκρυνση από το Θεό, και επιμένει μέχρι σήμερα σ’ αυτήν. Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο χειρότερος γίνεται!!...

            Έτσι και οι άνθρωποι που τον ακολουθούν. Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία, επειδή έτσι θέλουν, στρέφονται εναντίον του Θεού, αν και γνωρίζουν ότι έτσι αυτοκαταστρέφονται. Υπάρχει κάποια τρέλα μέσα σ’ αυτά τα μυαλά. Δεν υπήρχε τίποτα το στραβό μέσα τους. Μόνα τους θέλησαν να γεννήσουν μέσα τους αυτό το πάθος, την τρέλα της υπερηφανείας.

            Ο Θεός σέβεται την ελευθερία με την οποία προίκισε τα όντα του, και δεν την καταργεί δυναστικώς, ακόμη κι όταν στρέφεται εναντίον Του. Με χίλιους τρόπους, προσπαθεί να τα ξαναελκύσει κοντά στην αγάπη Του. Δε θέλουν!!!

            Η αγάπη του Θεού είναι πολύ μεγαλύτερη από την αγάπη της μάνας, του πατέρα, που μηχανεύονται τα πάντα για να ελκύσουν τα τέκνα τους στο καλό και ν’ απομακρύνουν από κοντά τους κάθε θλίψη, πόνο, αρρώστια, δυστυχία.

            Όμως ο διάβολος, οι δαίμονες, οι μάγοι, οι κακοί άνθρωποι, δεν θέλουν ν’ αλλάξουν!!!... Τι διαστροφή! Τι ανοησία!... Να προτιμά κανείς το θάνατο από τη ζωή, το μίσος από την αγάπη, τον πόνο από τη μακαριότητα, τη θλίψη από τη χαρά, τον πόλεμο από την ειρήνη, την κακία από την καλοσύνη... Και όλα αυτά χωρίς λόγο... αιτία... αφορμή.

            Είναι ακατανόητο! Είναι τρέλα!

            Κι όμως υπάρχουν συνειδήσεις, (δαίμονες και άνθρωποι), που κάνουν αυτή την εκλογή. Νοιώθει κανείς το μυαλό του να σαλεύει από το μέγεθος του παραλογισμού. Μόνοι τους καταστρέφονται, ενώ θα μπορούσαν να ζήσουν, να «τη δουν» αλλοιώς. Μόνοι τους γεννούν μέσα στην ψυχή τους αυτή την τρέλα, που λέγεται πάθος της υπερηφανείας. Αυτή τη σκοτεινή μητέρα που γεννάει χιλιάδες αλλά σκοτεινά παιδιά – πάθη. Αυτό το σκοτεινό χταπόδι που σφίγγει και πνίγει την ψυχή. Είναι να τους λυπάται κανείς βαθειά, γιατί είναι άρρωστοι βαθειά.

             «Ένα ‘Κύριε, ελέησον’ να 'λεγε ο Διάβολος, ο Θεός θα τον συγχωρούσε» μου είπε κάποτε ο γέροντας.

            «Ένα γεροντάκι εδώ πιο κάτω, προσευχόταν για το Διάβολο. Τον πόνεσε. Πλάσμα του Θεού είναι και αυτός. Αρχάγγελος ήταν και κοίτα πως κατάντησε. Προσευχόταν λοιπόν γι’ αυτόν. Τότε παρουσιάσθηκε στη γωνία ο πονηρός και άρχισε να τον μουντζώνει και να τον κοροϊδεύει. Με κάτι κέρατα εκεί, βρωμούσε κιόλας. Να! Να! τον μούντζωνε με τα δύο του τα χέρια» και μου έδειχνε πως. «Ο Διάβολος είναι αμετανόητος».

            Ο ίδιος, ο π. Παΐσιος, ήταν το γεροντάκι, απλά δεν ήθελε να μου το πει φανερά... αλλά μου το είπε αργότερα, άλλη φορά.

            Ευχαριστώ το Θεό που μου χάρισε αυτό το βίωμα, γιατί μη πιστεύοντας ότι μπορεί να είναι κάποιος κακός, εξέθετα τον εαυτό μου σε θανάσιμους κινδύνους.

            Βέβαια ο Θεός γνωρίζει, αλλά μέσα μου υπάρχει η πεποίθηση ότι οι ευχές του γέροντα ενήργησαν και μου χαρίστηκε αυτό το πνευματικό δώρο, που έδωσε απάντηση, περίσσεια απάντηση, στις ερωτήσεις που είχα υποβάλει στο γέροντα σχετικά με τους γκουρού (γιατί να είναι κακοί; Δεν έχουν κανένα λόγο... κλπ.).

            • «εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν».

            • «εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη» (Ιωαν. 12,46).

            • «ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία» (Α’ Ιωαν. 1, 5).


            • «πας γαρ ο φαύλα πράσσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως, ίνα μη ελεγχθή τα έργα αυτού» (Ιωάννη 3,20).

Απόσπασμα από το βιβλίο: 
«Οι Γκουρού, Ο Νέος και ο Γέροντας Παϊσιος» 
Εκδόσεις Παναγόπουλος.
via