Το δέντρο και ο Θεός - Point of view

Εν τάχει

Το δέντρο και ο Θεός



Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα μικρό δεντράκι. Αυτό μεγάλωνε σε ένα  δάσος, μαζί με άλλα δέντρα. Hταν όμως  λίγο διαφορετικό.  Του άρεσε να ψάχνει,  να ρωτάει πράγματα και να μαθαίνει. Έτσι κάποια μέρα, έμαθε για τον Θεό και την δημιουργία της γης και ότι ζωντανό  είναι πάνω σε αυτήν.   Από τότε, του γεννήθηκε η επιθυμία να  γνωρίσει τον Θεό. Ήθελε να τον δει  και να τον ευχαριστήσει για την ύπαρξη του. Άρχισε λοιπόν να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.  Νόμιζε, πως όταν ψήλωνε αρκετά, θα έφτανε

στον ουρανό και θα τον έβλεπε. Κάθε μέρα ρουφούσε  τις  ακτίνες του ήλιου που έφταναν στα φύλλα του, ώστε να γίνεται  η φωτοσύνθεση και να μεγαλώσει γρηγορότερα. Έτσι  άρχισε να γίνεται σιγά  σιγά ένα πανύψηλο  δέντρο, όμως ο Θεός πουθενά δεν φαινόταν. Άρχισε τότε να ρωτάει τα πουλιά, γιατί αυτά πετάνε ψηλότερα από όσο μπορούσε να φτάσει εκείνο. Καλά μου πουλάκια, εσείς που πετάτε ψηλά, μήπως έχετε συναντήσει τον Θεό; Τα πουλιά τον κοιτούσαν παραξενεμένα και πότε τον κορόιδευαν και πότε του έλεγαν, όχι δεν τον είδαμε.
Το δέντρο πήγαινε να σκάσει από την στεναχώρια, η επιθυμία του να δει την Θεό ήταν μεγάλη. Άρχισε τότε, να βάζει μαύρες σκέψεις στο μυαλό του. Μήπως δεν είμαι άξιος να δω τον Θεό; αναρωτήθηκε.  Γιατί δεν γίνεται, Θεός είναι και θα γνωρίζει ότι τον ψάχνω, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Έτσι πέρασαν τα χρόνια και η επιθυμία του δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθεί. Άρχισε να μαραζώνει από στεναχώρια,  τα φύλλα του μαράθηκαν και έπεσαν κάτω στην γη, δεν ρωτούσε πια τα πουλιά. Ο κορμός του άρχισε να κυρτώνει και να γέρνει. Ένα βράδυ
ήρθε να καθίσει στο δέντρο και να ξεκουραστεί, μια κουκουβάγια. Γεια σου, είπε και  χαιρέτησε το δέντρο,  τι έπαθες; πριν λίγο καιρό που πέρασα ήσουν όλο ζωντάνια τι σου συνέβη έτσι ξαφνικά; Το δέντρο δεν είχε όρεξη να μιλήσει, έπαθε βαριά κατάθλιψη και έτσι δεν του απάντησε. Η κουκουβάγια όμως που ήταν σοφή,  κατάλαβε ότι κάτι το βασάνιζε.
Άρχισε τότε, να του μιλάει και να του λέει πολλές ιστορίες,  μήπως και της μιλήσει. Αυτό όμως, κουβέντα δεν έβγαλε. Τότε η κουκουβάγια του είπε. Αν μου πεις τι έχεις, σου δίνω τον λόγο μου ότι θα σε βοηθήσω, ότι και αν έχεις. Τότε άκουσε  το δέντρο, να λέει χαμηλόφωνα.  Δεν νομίζω να μπορείς να με βοηθήσεις. Τόσα πουλιά ρώτησα και κανένα δεν με βοήθησε. Πες μου εσύ και θα δεις, του είπε η κουκουβάγια. Να, ήθελα τόσο πολύ να συναντήσω τον Θεό και να τον ευχαριστήσω που με δημιούργησε. Έκανα πολλές προσπάθειες, αλλά τίποτα, πουθενά δεν τον είδα, είπε λυπημένο. Σκέφτηκα μήπως δεν με θεωρεί άξιο και δεν θέλει να μιλήσει μαζί μου, γιατί Θεός είναι και θα ξέρει πως τον ψάχνω χρόνια τώρα. Η κουκουβάγια αφού άκουσε προσεκτικά το παράπονο του δέντρου του είπε. Τον Θεό τον ψάχνεις σε λάθος μέρος για αυτό δεν μπορείς να τον δεις. Και που έπρεπε να ψάξω για να τον βρω; είπε απορημένο το δέντρο. Ο Θεός δεν έχει σπίτι στον κόσμο, δεν κατοικεί σύμπαν. Όμως θα σου πω που μένει για να τον βρεις σίγουρα. Ο Θεός λοιπόν μάθε πως κατοικεί, μέσα στην καρδιά και στην σκέψη μας. Αν υπάρχει καθαρότητα, αγνότητα και ξεχειλίζει η αγάπη   εκεί μέσα, τότε  θα μείνει για πάντα.

Το δέντρο προσπάθησε να καταλάβει το νόημα που ήθελε να δώσει  η κουκουβάγια.  Έμεινε αρκετή ώρα σκεφτικό και επιτέλους κατάλαβε τι ήθελε να πει. Σε ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια σου κουκουβάγια μου, εγώ θα φροντίσω να μην βγει ποτέ από εκεί μέσα. Από την άλλη μέρα κιόλας το δέντρο, άρχισε να βγάζει τα φύλλα του ξανά και σιγά, σιγά έγινε καταπράσινο πάλι. Φρόντιζε πάντα να έχει πυκνό φύλλωμα για να δίνει την σκιά του εκεί που θα την αναζητούσαν. Τα ζωάκια και κανένας περαστικός, όταν περνούσαν από αυτό το πλούσιο σε φύλλα δέντρο, καθόταν να ξαποστάσουν και να δροσιστούν και έτσι το δεντράκι ήταν ευτυχισμένο που μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του με αυτόν τον τρόπο. Και έτσι έζησε καλά το δέντρο βρίσκοντας τον Θεό και εμείς ακόμα καλύτερα που μάθαμε την κατοικία του.

Pages