ΛΟΓΟΣ ΚΣΤ΄. ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΛΟΓΙΣΜΩΝ, ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΩΝ
ΚΛΙΜΑΞ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ὅσοι ἐργάζονται τὴν ἀρετὴν, ἐὰν δὲν προσέχωσι καλῶς νὰ βλέπωσιν ὅλα αὐτῶν τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ νὰ τὰ ἐξετάζωσι, δύνανται νὰ σφάλλωσι, καὶ νὰ ἀπατῶνται νὰ ἐργάζωνται τὸ κακὸν ἀντὶ τοῦ καλοῦ, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνωνται· οἷον τί λέγω;
Μὲ τὴν ξενοδοχίαν συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία· διατὶ ἐκεῖνος ὁποῦ ὑποδέχεταί τινα, βουλόμενος νὰ δείξῃ ἀγάπην εἰς αὐτὸν καὶ φιλοξενίαν, περιπίπτει εἰς τὴν γαστριμαργίαν.
Εἰς τὴν καθαρὰν ἀγάπην προσκολλᾶται ἡ μιαρὰ ἐπιθυμία, καὶ ἡ πολυλογία, καὶ ἡ πορνεία.
Μὲ τὴν διάκρισιν ἑνοῦται ἡ ὀκνηρία καὶ πανουργία καὶ ἐξουθένησις· διατὶ ὁ ὀκνηρὸς καὶ πανούργος γνωρίζει καὶ διακρίνει τὸ καλὸν, ὅμως τὸ ἐξουθενεῖ, καὶ τὸ βαρύνεται, καὶ δὲν τὸν ἀφήνει ἡ πανουργία του νὰ τὸ ἀρχίσῃ, ἀλλ᾿ ἐφευρίσκει πολλὰς ἀκαίρους ἀφορμὰς, πῶς δὲν δύναται νὰ τὸ ποιήσῃ, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιχειρισθῇ τέλεον.
Μὲ τὴν φρόνησιν μίγνυται ἡ πονηρία, ἡ θωπεία, καὶ ἡ κολακεία, καὶ διὰ τῆς τέχνης ταύτης σύρουσιν οἱ φρόνιμοι τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἰδίαν γνώμην καὶ θέλησιν.
Μὲ τὴν πραότητα συνοδεύεται ἡ ὑπουλότης, καὶ νωθρότης, καὶ ὀκνηρία, καὶ ἀντιλογία, καὶ ἰδιοῤῥυθμία, καὶ ἀνηκοΐα, καὶ ἄδεια, καὶ ἡ παρακοή· διατὶ ὅστις εἶναι πρᾷος καὶ ἥμερος δύναται νὰ πλανᾷ τοὺς ἄλλους ὡς καλὸς, νὰ μὴ ἐναντιοῦνται αὐτῷ, μήτε νὰ τὸν προστάζωσι νὰ ἐργάζεται· ἀλλὰ καὶ ὅταν εἴπωσιν αὐτῷ νὰ ποιήσῃ τι, συνειθίζει εὐκόλως νὰ ἀντιλογῆται, καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ πράξῃ· ποιεῖ δὲ τὸν πρᾷον, διὰ νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἄδειαν καὶ εὐκαιρίαν νὰ ποιῇ ἀνεξετάστως τὸ ἴδιον θέλημα, καὶ νὰ πολιτεύεται ἰδιοῤῥύθμως, καὶ νὰ μὴ ὑπακούῃ εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ προστάζεται, καθὼς ἀπαιτεῖ τὸ δίκαιον καὶ τὸ χρέος του.
Μὲ τὴν σιωπὴν συμφύρεται ὁ ὄγκος καὶ ἡ ὑπερηφανία τῆς διδασκαλίας· διατὶ ὁ διδάσκαλος βλέπων πῶς ἀκροάζονται τῶν λόγων αὐτοῦ ἅπαντες ὑπερηφανεύεται.
Μὲ τὴν χαρὰν συμπλέκεται ἡ οἴησις καὶ ἡ καύχησις τῆς ἀηθείας καὶ ἀταξίας.
Μὲ τὴν ἐλπίδα συνδεσμεῖται ἡ ὁκνηρία· διατὶ ἐλπίζων τις ὅτι δὲν παιδεύεται, ἁμαρτάνει, καὶ δὲν συντρίβεται νὰ μετανοήσῃ τὸ συντομώτερον.
Μὲ τὴν ἀγάπην συμφωνεῖ ἡ κατάκρισις· διατὶ συνομιλῶν πολ λάκις τις μὲ ἄλλους διὰ τὸν φίλον του, τὸν κατακρίνει, ἂν ἔχῃ τι πταῖσμα ἢ ἐλάττωμα.
Μὲ τὴν ἡσυχίαν καὶ μόνωσιν συγκατοικεῖ ἡ ὀκνηρία καὶ ἡ σκότωσις· διατὶ ὅστις κατοικεῖ μόνος ἄνευ ὑποταγῆς, κυριεύεται ὑπὸ τῆς ὀκνηρίας καὶ σκοτίζεται, καὶ δὲν ἠξεύρει τι πράττει.
Μὲ τὴν ἁγνείαν καὶ παρθενίαν συγκάθηται ἡ πικρία· διατὶ ὅστις θέλει νὰ φυλάττῃ παρθενίαν, καὶ καθαρὰν ψυχὴν, πρέπει νὰ νηστεύῃ καὶ νὰ κακοπαθῇ καὶ νὰ λυπῇ διηνεκῶς τὴν καρδίαν του.
Μὲ τὴν ταπείνωσιν ἀναπαύεται ἡ παρῥησία καὶ τὸ θάῤῥος· διατὶ ὁ ταπεινὸς θαῤῥεῖ εἰς ἑαυτὸν, καὶ εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα αὑτοῦ, καὶ ὑπολαμβάνει πῶς πολιτεύεται καλῶς, καὶ ὅτι δὲν πειράζει τινὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει νὰ τὸν πειράζωσιν· ὅμως ἂν τύχῃ ποτὲ νὰ τὸν σκανδαλίσωσιν, ὁμιλεῖ τολμηρῶς ὅλον τὸ ἑαυτοῦ δίκαιον καὶ λέγει ὅτι δὲν πειράζει τινὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ πειράζεται οὐδ᾽ αὐτὸς ὑπό τινος, καὶ θαῤῥῶν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ταπείνωσιν ὅτι σώζεται, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχύζηται καὶ νὰ ἐκταράττηται, οὔτε νὰ μεριμνᾷ τὸ παράπαν διὰ τὰ ἀλλότρια ἐπιτηδεύματα, σιωπᾷ καὶ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὰ χρειώδη καὶ ἀναγκαῖα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐδύναντο νὰ διορθωθῶσι μὲ τὸν λόγον του, ἀλλὰ τὰ ἀφήνει καὶ μένουσιν ἀδιόρθωτα, καὶ προξενοῦσι μεγάλην βλάβην καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ταπεινὸν ὁποῦ δὲν ὁμιλεῖ, καὶ εἰς ἐκείνους ὁποῦ δὲν διορθοῦνται. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ταπεινοῦται πάντοτε, καὶ νὰ ὁμιλῇ κατὰ τὴν χρείαν τὰ συντείνοντα πρὸς διόρθωσιν παντὸς πράγματος, διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ ἐκ τῶν δύω τούτων ἀρετῶν μισθὸν πλείονα καὶ θαυμασιώτερον.
Εἰς ὅλα δὲ ταῦτα ἔπεται καὶ ἀκολουθεῖ ἡ κενοδοξία, ὥσπερ εἰς τὸ μέλι ἡ μέλισσα· ἢ ὡσὰν εὔμοφη μὲν, ὅμως βρωμερὰ ἀλοιφὴ, καὶ φαρμάκι θανάσιμον, ἡ ὁποία ἀμαυροῖ καὶ και ταλύει ὅλα τὰ καλὰ, ἐὰν δὲν διωχθῇ μὲ τὴν ταπείνωσιν.




