Ψυχοθεραπεία, σεξουαλικότητα και ενοχή - Point of view

Εν τάχει

Ψυχοθεραπεία, σεξουαλικότητα και ενοχή




Σήμερα η 26 χρονη Μαρία που αφηγήθηκε μια πρόσφατη εμπειρία της. Σχετίζεται με την σεξουαλική της ζωή:

«Μόλις το περασμένο καλοκαίρι επέτρεψα στον εαυτό μου να βιώσει τον οργασμό με τον τωρινό μου σύντροφο. 

Ήταν για μένα κάτι το πρωτόγνωρο. 

Φώναζα από έκσταση και χαρά. 

Πριν απ αυτό, θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου σφιγμένο και απρόθυμο να αδράξει ανένοχα την χαρά της ζωής.

Πριν από λίγες μέρες, καθώς ένιωσα την ώρα που διάβαζα σεξουαλικά ερεθισμένη, δοκίμασα για πρώτη φορά μόνη μου να αυνανιστώ. 

Την ώρα που αυνανιζόμουν πέρασαν από μπροστά μου πλήθος σχετικές κι άσχετες –φαινομενικά- εικόνες:

 προηγούμενες μου σχέσεις, τοπία της φύσης, σκηνές της καθημερινότητας, συγκεκριμένες ερωτικές σκηνές από πράξεις με τον παρόντα σύντροφο μου.

Απ’ τη μια, με έλκυε πολύ η προσμονή της ερωτικής ευχαρίστησης, κι απ’ την άλλη, έπιασα τον εαυτό μου να αντιστέκεται να αφεθεί στην μεστή μου επιθυμία. 

Μοιάζει παράδοξο: 

να ταλαντεύομαι ανάμεσα στην ανάγκη μου να ενδώσω στην αυτοερωτική ηδονή και στην τάση μου να ελέγχω τα συναισθήματά μου… 

Τελικά, έφτασα σε οργασμό. 

Ήταν παράξενο. 

Απ΄την μια, ένιωθα την ηρεμία της απόλαυσης, κι απ’ την άλλη, την μοναξιά που σου αφήνει η αίσθηση μιας απουσίας… 

λες και ήθελα η κορύφωση να με βρει στην αγκαλιά του συντρόφου μου…».


Η Μαρία μεγάλωσε –και ακόμα συμβιώνει- σε μια παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, με μια μητέρα, πιστή θρησκευόμενη χριστιανή, που αποφεύγει τις συναισθηματικές διαχύσεις προς τα παιδιά της και τον άντρα της. 

Η Μαρία ανακαλεί επανειλημμένα στις αφηγήσεις της την απουσία τρυφερών σωματικών στιγμών ανάμεσα σε κείνη και την μητέρα της. 

Μια σύζυγος «του καθήκοντος». 

Όλα τα κάνει από υποχρέωση. Υποτιμάει τον σύζυγό της και τις ανάγκες της μικρής της κόρης για εγγύτητα. 

Μια γυναίκα που –από πάντα- φοβάται να αφεθεί στις συναισθηματικές της παρορμήσεις. 

Ο έρωτας ως στάση και απόφαση ζωής απουσιάζει παντελώς από το ρεπερτόριο των επιλογών της. 

Ο ρόλος της ως μητέρας μοιάζει να πραγματώνεται μέσα από την εμφύσηση στα παιδιά της –κυρίως στην κόρης της- της «καθηκοντολαγνείας», της απαξίωσης της αυθόρμητης χαράς και των συναισθηματικών παρορμήσεων στην καθημερινότητα των σχέσεων.


Ο πατέρας της Μαρίας περιγράφεται ως ένας άντρας που, βιώνοντας τον εαυτό του σαν «παρακατιανό» κι ελλειμματικό συγκρινόμενος με την σύζυγό του, καταφεύγει στον ρόλο του «αδικημένου παιδιού» της οικογένειας, προκαλώντας στα παιδιά του θυμό, εντάσεις, και καταπίεση.


Είναι σύνηθες η ασυνείδητη αμφιθυμία & η επίκριση των γονέων απέναντι στον δικό τους ερωτισμό να μεταβιβάζεται ως ανεπεξέργαστη πληροφορία και στάση ζωής στα παιδιά τους. 




Τα παιδιά την εσωτερικεύουν και την αναπαράγουν ως ύστατη προσπάθεια -μοιάζοντας εσωτερικά με τους γονείς τους- να αναπληρώσουν το βαθύ ψυχικό κενό που μέσα τους έχει δημιουργήσει η απουσία συναισθηματικής εγγύτητας με τους γονείς στα πρώιμα χρόνια της σχέσης τους.


Πολύ συχνά επίσης μέσα σε ένα ζευγάρι η επιλογή της αυτοαπαξίωσης χρησιμοποιεί τον έτερο της σχέσης ως έναυσμα απενοχοποίησης της ασυνείδητης πρόθεσης για αυτοκαταστροφή. 

Κι αυτή προαποφασισμένη ασυνείδητα από σχεσιακές πληγές που ποτέ δεν έγιναν αντικείμενο ψυχοθεραπευτικής επεξεργασίας.


Όταν η ανάγκη για έλεγχο του εαυτού και των συναισθημάτων των άλλων δεν διοχετεύεται στην σεξουαλικότητα, πολύ συχνά μεταστρέφεται σε χρόνια δυσθυμία, επιθετικότητα και κατάθλιψη.


Κατάθλιψη κι ανηδονία που η επόμενη γενιά, έως ότου την αντιμετωπίσει ψυχοθεραπευτικά, την φέρει ως έμβλημα μιας συγγένειας στην ουσία της ανολοκλήρωτης, γι’ αυτό τραυματικής.


Σήμερα, στην περίπτωση της Μαρίας, η ψυχοθεραπεία, η αυτοαποδοχή και η ανένοχη χαρά πιάνονται χέρι χέρι. 

Ο εσωτερικός πειραματισμός της Μαρίας με στοίχημα την ψυχική της ολοκλήρωση αγγίζει τον πρώτο του σκαλοπάτι, που είναι η αποδοχή του δικαιώματος στην χαρά της ηδονής. 

Οι χορτασμένες από την οδύνη μνήμες δίνουν την σκυτάλη στο δικαίωμα της σωματικής ηδονής




Οι εφηβικές της ανάγκες σήμερα, μεταχρονολογημένα, αλλά ταυτόχρονα στην κατάλληλη στιγμή, αρχίζουν να βγαίνουν στο φως του ήλιου της επίγνωσης και να ικανοποιούνται.


Ο αυτοερωτισμός δεν είναι όνειδος, ούτε κατάρα, όπως λένε κάποιοι που έκαναν την ενοχικότητα τους καραμέλα αυτοδικαίωσης, τον τρόμο τους μπρος στην ευχαρίστηση ασπίδα ηθικής περιφρούρησης του εγώ τους.


Ο άνθρωπος είναι φύσει ερωτικό πλάσμα.

Χρειάζεται, ως αναγκαία προϋπόθεση ολοκλήρωσης, να συνδεθεί με την εσωτερική ερωτική του διάσταση για να βεβαιωθεί κι ενδοψυχικά πως έχει εκείνες τις προσλαμβάνουσες που του χρειάζονται για να διευρυνθεί ψυχικά και υπαρξιακά.


Ο αυνανισμός είναι μια αρχική απόπειρα να προσεγγίσει κανείς την σεξουαλικότητά του, να την ανιχνεύσει και να «κατοχυρώσει» την ταυτότητά του ως εν ενεργεία ερωτικό ον, κι αργότερα ως εταίρος της διαπροσωπικής σχέσης.


Η σεξουαλικότητα είναι βέβαια μόνο μια -αν και βασική και σημαντική- απ’ τις παραφυάδες των υπαρξιακών δυνατοτήτων του ερωτικού ανθρώπου. 

Η κυρίαρχη και πιο γειωμένη του διάσταση.


Ο αυνανισμός είναι μια αφορμή σύνδεσης με την πυρηνική ενέργεια της ψυχής που συνήθως στην πρώιμη φάση της εξέλιξής της θέλει να ανακαλύψει τις προοπτικές της.


Μόνο συναντώντας κανείς το σώμα του σαν πηγή ανένοχης ευχαρίστησης, θα μπορέσει -αν αυτό χρειάζεται ψυχικά- να το υπερβεί. 

Να το κάνει σκαλοπάτι μέσα από το οποίο, σε μεταγενέστερη φάση, θα κατεβεί στο υπόγειο της ψυχής για να συναντήσει σκιές, να αποκρυπτογραφήσει βιωματικά το δίπολο «ηδονή-οδύνη», να βρεθεί με το σύνολο του υπαρξιακά κομματιασμένου του εαυτού.


Η ανακάλυψη του αυτοερωτισμού και το ολόθερμο αγκάλιασμα της σεξουαλικότητας ως βασική πηγή ψυχοσωματικής ευχαρίστησης είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπέρβαση της ανάγκης να παραμείνει κανείς φοβικά εγκλεισμένος στον εαυτό του. 

Αφού ζήσει τις -φυσικά κι αναμενόμενα- μοναχικές εκδοχές της ερωτικής διάθεσης, να θελήσει να τις αφήσει πίσω για να προχωρήσει στο δημιουργικό και περίπλοκο αλισβερίσι των κατ’ ουσίαν σχέσεων.


Είναι η πύλη απ’ την οποία θα περάσει αυτός που θέλει να σχετισθεί πιο ουσιαστικά με τους άλλους και τελικά να χρησιμοποιήσει το σώμα και την ηδονή ως προγεύσεις της χωρίς τέλος ψυχοσυναισθηματικής διεύρυνσης του εαυτού, ως την βάση επίτευξης υπέρλογων επιθυμιών και βίωσης μεγαλύτερου βάθους αποκαλύψεων.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Βασιλειάδης Γρηγόρης, Το Ψυχοθεραπευτικό ταξίδι: από τον φόβο της σκιάς, στο φως της επίγνωσης


Pages