Η προς Ρωμαίους επιστολή - Αποστόλου Παύλου (κείμενο και ερμηνεία) κ.α.




  Η Επιστολή προς Ρωμαίους είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, γραμμένη από τον απόστολο Παύλο. Χρόνος συγγραφής θεωρείται το 56 μ.Χ.




  Η επιστολή απευθύνεται στην εκκλησία της Ρώμης. Οι μελετητές της Αγίας Γραφής συμφωνούν πως ο σημαντικότερος σκοπός για τον οποίο ο Παύλος την έγραψε, ήταν για να εξηγήσει ότι η σωτηρία προσφέρεται μέσω του ευαγγελίου και της χάρης του Ιησού Χριστού. 




  Είναι μακράν η μεγαλύτερη από τις επιστολές του Παύλου, και θεωρείται η πιο σημαντική θεολογική του κληρονομιά.



 



Ερμηνεία εις τας ΙΔ' Επιστολάς
 του Αποστόλου Παύλου
 και εις τας Ζ' Καθολικάς:

   Νυν πρώτον εκ παλαιού χειρογράφου εκδιδομένη μετά προλόγου και σημειώσεων. Περιέχων την ερμηνείαν της προς προς Εφεσίους Επιστολής της πρὸς Φιλιππησίους, της πρὸς Κολασσαεις, της Α ́ και Β ́ πρὸς Θεσσαλονικεις, της Α ́ και Β ́ προς Τιμόθεον, της πρὸς Τίτον, της πρὸς Φιλήμονα, της προὸς Εβραίους και των Ζ ́ Καθολικων. τόμος δεύτερος, Τόμος 2







[full_width]

Η γνώση του Θεού




  Θεογνωσία, θεοπτία, όραση του Θεού ή θέα του Θεού

  Κατά την Ορθόδοξη πατερική αντίληψη, η οποία πηγάζει μέσα από τη βιβλική θεώρηση (Ιω. 12, 41), η γνώση του Όντος (Θεού) δύναται να συμβεί με το λόγο και το νου, κατά τη θεωρία (όραση) Του. Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου δηλαδή, που με το λόγο ερευνά τη φύση, καλείται με τις ίδιες γνωστικές δυνάμεις να λάβει με μία φιλόπονη εξεταστική έρευνα, τη γνώση του Θεού. Απαραίτητη προϋπόθεση σε μία τέτοια περίπτωση είναι η κάθαρση της ψυχής από τα πάθη.

 Η γνώση των θείων πραγμάτων δε μπορεί να νοηθεί με άλλο μέσο παρά μόνο με το νου, ο οποίος συνεργεία της χάριτος του Θεού, καθαίρεται ανεβαίνοντας σε υψηλότερες βαθμίδες. Ο νους λοιπόν που είναι η πιο οξεία λειτουργία του λόγου, στην κατάσταση της κάθαρσης, γνωρίζει τόσο τα αισθητά (με την επιστημονική έρευνα), όσο όμως και τα νοητά (με την κάθαρση, τη χάρη και τη δεκτικότητα). Τα όρια όμως αυτής της δυνατότητας θεογνωσίας είναι πεπερασμένα, καθώς ο νους παραμένει κτιστός.

 Σύμφωνα με το Μέγα Βασίλειο η κατάκτηση της γνώσης εκκινά από τις αισθήσεις και ανέρχεται σε υψηλότερες βαθμίδες έως ότου ο χαριτωμένος νους σταματήσει στα κτιστά όριά του, που είναι η αδυναμία να προσπελάσει τη γνώση της θείας ουσίας.

  Ο λόγος και ο νους είναι τα μοναδικά όργανα που μπορούν νοήσουν το μυστήριο της φύσης του Θεού. Έτσι ο λόγος (για ορισμό της έννοιας του λόγου, βλ. υποσημείωση*), που κάνει επιστήμη και φιλοσοφία, φτάνει σε ένα σημείο θεογνωσίας δια μέσου της κτίσης και εν συνεχεία ανελίσσεται σε ψηλότερες βαθμίδες.

 Η ψυχή δηλαδή δια των αισθήσεων, του λόγου και του νου, μπορεί να οδηγηθεί στη γνώση του Θεού, στη μετοχή των θείων ενεργειών και όχι της ουσίας Του, με την προϋπόθεση της κάθαρσης από τα πάθη. Εδώ όμως τίθεται ένα ερώτημα. 

  Είναι δυνατόν να ψηλαφίσει ο νους, στο ίδιο επίπεδο, τα αισθητά όπως τα νοητά πράγματα;

  Κατά την πατερική θεολογία τα μυστήρια της θεογνωσίας ξεπερνούν τα μυστήρια των φυσικών δεδομένων, αλλά δεν δέχεται πως ο νους δε μπορεί να μετάσχει σε αυτή την υπαρξιακή εμπειρία. Αυτό διότι ύπαρξη δίχως νου και λόγο δε νοείται. Αυτή λοιπόν η γνώση επιτυγχάνεται με την ανάλογη δεκτικότητα-ικανότητα του ανθρώπου να δεχτεί τις θείες αλήθειες και φυσικά με ένα ξεδίπλωμα και άπλωμα του νου, πέρα από τα γνωστά όρια. Σε αυτή την περίπτωση ο άνθρωπος έχει ένα άλλο σημείο εκκίνησης, μία διαφορετική μέθοδο και δρόμο για να φτάσει στο σκοπό του σε σχέση με την προσπάθειά του να ερευνήσει το φυσικό και ιστορικό επιστητό. Βασική όμως σε κάθε περίπτωση είναι η υπαρξιακή ενότητα του ανθρώπου, όπως συνάμα απαραίτητη είναι η διευκρίνηση πως αυτή η βιωματική εμπειρία, αν οδηγηθεί σε μία διάσπαση της ύπαρξης, του σώματος, της ψυχής και των νοητικών λειτουργιών σε μια αυτονομημένη περιοχή, οδηγεί σε αρνητικές και φθοροποιητικές καταστάσεις. Τις αμαρτιτικές καταστάσεις και τελικά σε αδυναμία κάθαρσης και εύρεσης του Θείου.

  Η θεογνωσία είναι μετοχή του ανθρώπου στις θείες ενέργειες. Εδώ όμως δε συντελείται μόνο μια κίνηση του ανθρώπου προς το Θεό, αλλά πρώτιστα του Θεού προς τον άνθρωπο. Ενώ σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά κινήματα έχουμε μία προσπάθεια του ανθρώπου να προσπελάσει τη θεία πραγματικότητα, στην ορθόδοξη εμπειρία έχουμε τη φανέρωση του Θεού, στην οποία ο άνθρωπος καλείται να γίνει μέτοχος και τελικά να οδηγηθεί στη θεογνωσία.

 Η διαδικασία που αναφέρθηκε αποτελεί τη βουλητική διάθεση του ανθρώπου να ανέλθει στο θείο, αλλά όχι τον τρόπο πραγμάτωσής της. Ο Θεός λοιπόν, αποκαλύπτει τον εαυτό του στην κτίση και την ιστορία, όχι μέσω της ουσίας του, που είναι απροσπέλαστη από τον άνθρωπο, αλλά μέσω των ενεργειών του.




  Αυτό αποκαλείται θεοφάνεια. Η αποκάλυψη του Θεού, η Θεοφάνειά Του, παρέχεται διαρκώς στην κτίση για να τη συντηρεί και να την πλουτίζει, συνάμα όμως καλεί τον άνθρωπο σε μετοχή στη θεία δόξα για τη γνώση του αληθινού όντος. Αυτή η γνώση δεν πρέπει λοιπόν ποτέ να νοηθεί ως μία ηθική πραγμάτωση, αλλά ως μια οντολογική κατάσταση. Ο Θεός παρέχει και ο άνθρωπος λαμβάνει, σε μια ενεργειακή σχέση. Αυτή είναι η μυστηριακή σχέση ανθρώπου και Θεού. Αυτή η μυστηριακή σχέση όμως, δε συντελείται σε μία θεωρητική σφαίρα, αλλά μέσω των μυστηρίων.

 Τα μυστήρια λοιπόν αποτελούν τον ιστορικό καρπό της κοινότητας, ως απαραίτητες λειτουργίες του εκκλησιαστικού σώματος για να προκόψουν τα μέλη, να καθαρθούν, να τελειωθούν και να οδηγηθούν στη θεογνωσία, καθώς πρώτα η θεία φανέρωση (θεοφάνεια είναι και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας φερ ειπείν) γιατρεύει τη φυσική υποδομή και έπειτα παρέχει θεογνωσία. Γι αυτό και τα μυστήρια συντελούν στην διόρθωση της βούλησης και τη φύσης που είναι η απαραίτητη οδό της θεογνωσίας. Γι αυτό και στην ορθόδοξη πατερική διδασκαλία δεν υπάρχουν σχολαστικοί ορισμοί για τη γνώση του πράγματος ή θεωρητικές συλλήψεις του όντος (του Θεού), αλλά η μετοχή σε αυτό, που αποτελεί τη γνώση.

 Η διακοπή λοιπόν τη δυνατότητας του ανθρώπου να μετέχει σε αυτό που γι αυτόν είναι προορισμένος και είναι φυσιολογικό, να βλέπει το θείο Ον και να μετέχει της θείας γνώσης, προκύπτει από τη διασάλευση της σχέσης ανθρώπου-Θεού, δηλαδή την αμαρτία.

  Ο Θεός παραμένει να παρέχει τη γνώση του πάντοτε μέσω της παρουσίας του στην κτίση. Ο άνθρωπος όμως αποκόπτει αυτό το δεσμό, που για να επανέλθει απαιτεί θεραπεία της βούλησης και της ύπαρξης.

Η θεογνωσία στην Ορθόδοξη παράδοση επίσης, διατηρεί μια πολύ βασική διαφοροποίηση. Ως μετοχή στις θείες ενέργειες κι ως φωτισμός, που γίνεται μέσω του νου και του λόγου, που είναι λειτουργίες της ψυχής, δεν εννοείται ποτέ ξεκομμένη από τη ορθή φυσιολογία και ζωή του ανθρώπου. 

  Δεν εννοείται δηλαδή ως κάποια διατάραξη της ανθρώπινης αρμονίας ή παραμερισμό κάποια άλλης λειτουργίας.

 Εννοείται μόνο μέσα σε υγιή πλαίσια, δίχως άλογους συναισθηματισμούς, βουλησιαρχικές ορμές ή εκστατικές καταστάσεις. Εννοείται μόνο ως μια μεταμόρφωση των ανθρωπίνων λειτουργιών προς μια φυσιολογία, που η ψυχή νοεί κατά θεωρία και λογίζεται κατά πράξη, δίχως αποσπάσεις από το ιστορικό πεδίο, δίχως αποδράσεις από τη φυσική πραγματικότητα. Τελικά η θεογνωσία αυτή έχει ως άμεση συνέπεια την αύξηση και την τελείωση της ύπαρξης, μέσα σε φυσικά πλαίσια.




 * Λόγος αποκαλείται στη φιλοσοφική διάλεκτο μια λειτουργική ικανότητα του ανθρώπου, με την οποία μπορεί να πραγματώνει το στοχασμό ή τη σκέψη. Ο στοχασμός αυτός ξεχωρίζει τον άνθρωπο από την υπόλοιπη πραγματικότητα καθώς μπορεί να την εκτιμά, να τη μετρά, να τη γνωρίζει, όπως και να διακρίνει το ορθό από το σφάλμα ή το καλό ή το κακό.


 


 

Πόσο ανόητος γίνεται ο άνθρωπος!






Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα (Κεφ. 3, 1-9)



Πρωτότυπο ΚείμενοἙρμηνεία Ἰωάννου ΚολιτσάραἙρμηνεία Παναγιώτη Τρεμπέλα
ικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἄψητοι αὐτῶν βάσανος.ζωὴ ὅμως τῶν δικαίων εὑρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ παντοδύναμον προστατευτικὸν χέρι τοῦ Θεοῦ, καί καμμιὰ  θλῖψις καὶ βάσανος δὲν θὰ τοὺς ἐγγίσῃ, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ. ἱ ψυχαὶ ὅμως τῶν δικαίων, καὶ μετὰ τὸν χωρισμόν των ἀπὸ τοῦ σώματος, ὑπάρχουν εἰς τὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ ἀπολαύουσαι τῆς παντοδυνάμου προνοίας του, ἕνεκα τῆς ὁποίας οὐδὲ κἂν νὰ θίξῃ αὐτὰς εἶναι δυνατὸν οἰαδήποτε βάσανος ἢ βλάβη.

    Πολλοί δε θέλουν να αναγνωρίσουν την ύπαρξή του. Αυτή είναι η τέχνη του και η πονηριά του. Σπέρνει αμφιβολίες στο νου και τις ψυχές των ανθρώπων. Κλονίζει την πίστη τους στο Χριστό και την Αγία Γραφή. Εμπνέει λογικοφανή επιχειρήματα για να πείσει πως όσα περί αυτού λέγονται είναι μύθοι και φαντασιώσεις.

  Αποτέλεσμα να δέχεται και να προσπαθεί ο άνθρωπος να πιστέψει πως δεν υπάρχει διάβολος. Ότι είναι πλάσμα της ανθρώπινης σκέψεως και αδυναμίας ο σατανάς. Οι αμαρτωλές επιθυμίες, τα ατοπήματα, οι αδυναμίες, τα πάθη που αναστατώνουν την ψυχή συμμαχούν συνήθως μ’ αυτή την ιδέα.

  Η παραδοχή του Πονηρού δε συμφέρει γι’ αυτόν που θέλει όλα να τα δικαιολογεί και επιθυμεί να ικανοποιεί κάθε αμαρτωλή του διάθεση. Μαζί με το διάβολο διαγράφει την κόλαση και την πίστη στο Θεό και την Εκκλησία και την ηθική.

  Αν κρατά υποταγή στο νόμο, είναι γιατί δεν μπορεί να κάμει διαφορετικά. Ο νόμος, το κράτος επιβάλλεται. Αλλά αυτός που έχει κιόλας απαλλαγεί από την ιδέα του σατανά και της αμαρτίας, ελεύθερο πνεύμα πια, θεωρεί καταναγκασμό και καταπίεση κάθε κοινωνικό θεσμό. Θέλει να σπάσει τα δεσμά και πανελεύθερος να στήσει τον εαυτό του σαν είδωλο λατρευτικό. Να κάνει ό,τι θέλει, ό,τι τον παρορμούν τα ένστικτα και η κακία του, δίχως περιορισμούς. Χωρίς να υπολογίζει τους άλλους. Νομίζει πως τότε θα είναι παντοδύναμος και θα νιώσει απόλυτη ικανοποίηση.

  Για σκεφτείτε αν όλοι ξεσηκωνόντουσαν ν’ απαιτήσουν κάτι τέτοιο! Τι ζούγκλα θα γινόταν ο κόσμος μας! Μια πραγματική επίγεια κόλαση. Αν με συμβιβασμούς προς την ηθική και παρ’ όλο το φόβο του νόμου κινδυνεύουμε να δούμε σήμερα μερίδα της κοινωνίας μας να ξαναγυρίζει στην αγριότητα και στην έσχατη πνευματική κατάπτωση, τι θα γινόταν, αλήθεια, αν έλειπαν κι αυτά;

  Δεν είδατε με πόση δυσφορία απαντούν μερικοί σαν τους υποδείξεις πως υπάρχουν κι άλλοι γύρω τους, που πρέπει να τους υπολογίσουν ή ακόμη υπάρχουν κοινές αντιλήψεις και αρχές που πρέπει να τις σεβαστούν; «Μα τι, δεν είμαι ελεύθερος να κάμω ό,τι θέλω;»

  Γιατί το έργο του σατανά είναι τούτο ακριβώς. Να πείθει τον άνθρωπο πως δεν υπάρχει, για να κυβερνά τη ζωή του αυτός κατόπιν. Να τον βεβαιώνει πως είναι ελεύθερος από καθετί ιερό και όσιο, για να τον κάμει δούλο δικό του και να τον σύρει σε κακοτοπιές που θα τον κατεβάσουν στου άλογου ζώου το επίπεδο, στη φθορά και την καταστροφή.

  Ό,τι γίνεται με τις ταλαίπωρες εκείνες υπάρξεις, τους δαιμονιζομένους, συμβαίνει και σε κάθε περίπτωση που επικρατεί ο διάβολος. Αυτό είναι η επιδίωξη και το κατόρθωμά του. Να παρουσιάζει το κακό για καλό, το άσχημο για ωραίο, το πονηρό για αθώο, το ανήθικο για αγαθό, την παρανομία για δικαίωμα, τη δουλεία και την καταδυνάστευση για ελευθερία.

  Κλονίζει την πίστη για τη σημασία κάθε αξίας. Με συλλογισμούς και με πνευματικά μέσα πείθει πως πνεύμα δεν υπάρχει. Ότι το παν είναι η σάρκα, η ύλη. Μόνον ό,τι ικανοποιεί αυτά έχει αξία. «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Α’ Κορ. 15:32). Μηχανεύεται παντοίους τρόπους για να διαλύσει τους δισταγμούς, για να περιπαίξει τη σύνεση, για να διαστρεβλώσει την αλήθεια.

  Το περίεργο αλλά και τραγικό συγχρόνως είναι πως ο άνθρωπος ασυλλόγιστα παραδίνεται στις σκέψεις και τα τεχνάσματά του, σαν να του έλειπε ο νους. Πολλές φορές αμαχητί.

  Έτσι, αυτός που θεωρεί κάθε ιδανικό και κάθε πίστη για πρόληψη γίνεται δούλος σε παιδαριώδεις αντιλήψεις και υποτάσσεται στα κατώτερα ένστικτα. Ελεύθερος από το πνεύμα δουλώνεται στη σάρκα και τις απαιτήσεις της. Απογυμνωμένος από ιδανικά και ευγενείς επιδιώξεις καταντά υπηρέτης της ύλης και λάτρης του παραλογισμού και της ανοησίας. Επιδιώκοντας να γίνει κοινωνικός και κοσμικός, απομονώνεται από τον υπόλοιπο κόσμο και συντελεί στη σήψη και τη διάλυση της κοινωνίας, αρχίζοντας από την ίδια του την οικογένεια.

  Έχει στα χέρια του δυνατότητες εκπληκτικές για την υλική του ευμάρεια και την ευτυχία του. Τις χρησιμοποιεί όμως για τη φθορά και την καταστροφή του. Έχει όλη την ευχέρεια να ιδεί τη Βασιλεία του Θεού να εγκαθίσταται στη γη, να ζήσει σ’ έναν πραγματικό επίγειο παράδεισο, και προτιμά να βασιλεύει ο σατανάς στη ζωή του και να γίνεται η γη θέατρο πολέμων, διαφθοράς, πόνου και δυστυχίας.

  Και τούτο, γιατί, όταν κάμει τον πρώτο συμβιβασμό με το διάβολο, δε σκέφτεται τις συνέπειες. Όταν κάμει την πρώτη υποχώρηση στην αμαρτία δε λογαριάζει πως αναπόφευκτο επακόλουθο θα έρθει η φθορά. Ξέρει να υπολογίζει τους φυσικούς νόμους, αλλά αδιαφορεί για τη νομοτέλεια και τις συνέπειες των πνευματικών νόμων.

  Καταργεί το Θεό, σαν με την απόφασή του να πάψει πλέον να υπάρχει Εκείνος. Αγνοεί το διάβολο, σαν με το να μη δέχεται την ύπαρξή του να έχει κιόλας εξασφαλίσει την ανυπαρξία του. Πόσο ανόητος γίνεται ο άνθρωπος!

  Επηρεάζεται από το ψέμα και την απάτη, ξέροντας από την αρχή πως αυτός είναι πατέρας και δημιουργός του ψεύδους και της απάτης. Πέφτει θύμα της πανουργίας του. Καταλήγει να γίνει στα χέρια του σατανά παίγνιο τραγικό. Γιατί, όταν αντιληφθεί τι έπαθε, πού άφησε τον εαυτό του να οδηγηθεί, είναι πολλές φορές αργά. Έχει εκτεθεί, έχει ίσως χάσει την υγεία του, την περιουσία του, την υπόληψή του, την αξιοπρέπειά του, της οικογενείας του τη συνοχή, τις δυνάμεις τις ψυχικές για να φτιάξει κάτι καλό, κάτι καινούριο.

  Αν εξακολουθεί να δέχεται την κυριαρχία του σατανά, απογοητεύεται, χάνει κάθε ελπίδα, καταντά ράκος. Ο διάβολος είναι καλός και πρόθυμος σύμμαχος, έως ότου κάμψει την ανθρώπινη θέληση και σπρώξει τον άνθρωπο στο κακό. Από τη στιγμή που τον κάνει υποχείριό του, τον εγκαταλείπει. Έχει αρκετά διαφθαρεί, ώστε μόνος του να οδηγείται πλέον εκεί που εκείνος από την αρχή επιδίωξε. Στον κατήφορο και την καταστροφή.

  Κυβερνά αυτός τη ζωή μας δια μέσου των ανθρώπων που έχουν σ’ αυτόν παραδοθεί. Αναλογιζόμαστε άραγε ακόμη τι σημασία και τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτή η τρομερή φράση που τολμούν πολλοί να ξεστομίσουν στέλνοντας τον άλλον, το παιδί τους ίσως το ίδιο, στο σατανά;

  Αλλά ευτυχώς υπάρχει ο Θεός. Ο Θεός της αγάπης. Πατέρας στοργικός και ανεξίκακος. Ο Κύριος που «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι» (Α’ Τιμ. 2:4). Αυτός που καταδιώκει τον πλανώμενο άνθρωπο και στης αμαρτίας τα σοκάκια και στο χείλος του γκρεμού ακόμη για να τον σώσει.

  Σκοπός του η ευτυχία, η σωτηρία τού δημιουργήματός Του. Βασιλιά και κυρίαρχο της δημιουργίας τον θέλει. Έτοιμος σε κάθε στιγμή να γίνει υπηρέτης του ανθρώπου. Αυτός κατά την επίγεια ζωή Του «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος» (Πραξ. 10:38). «Ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Μαρκ. 10:45).

  «Ως ο διακονών» και τότε και τώρα και πάντοτε αντιμετωπίζει τον άνθρωπο. Κύριος και διάκονός του ταυτόχρονα. Ως Κύριος απαιτεί. Αλλά απαιτεί ό,τι είναι για το καλό μας, έστω κι αν εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε.

  Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια στην απέραντη αγάπη Του; Όπου κι αν βρίσκεται καθένας μας, όσο κι αν έχει υποχωρήσει στην αμαρτία, όσο κι αν έχει συμβιβαστεί με του κακού τον αίτιο, ας σηκώσουμε το βλέμμα προς το Χριστό. Είναι ο ελευθερωτής από του διαβόλου το κράτος, την τυραννία.

  Προς Θεού, λοιπόν! Ας πάψει αυτό το ολέθριο κακό να παραδίνει ο ένας τον άλλο στο διάβολο. Με πόνο, με πόθο και διάθεση ολόψυχη, με απόφαση να αλλάξουμε πορεία, με εμπιστοσύνη υιική, ας απευθύνουμε στον Κύριο τη σωστική επίκληση: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς… ρύσαι ημάς από του πονηρού».

Από το βιβλίο:  «Ελθέτω η βασιλεία σου»
[full_width]

Ίχνος Χριστού



  Ο Πνευματικός Διονύσιος († 19-2-1794), τύπος αγιορείτου ιερομονάχου, ίνα εννοήση τα των Αγίων Πατέρων συγγράματα, των Γεροντικών και Ασκητικών των Ισαάκ και Εφραίμ και των Νηπτικών βιβλίων, των ομοίων τη πολυτιμοτάτη Φιλοκαλία, κατήρτησεν βιβλίον καλούμενον «Ίχνος Χριστού», το οποίον εξεδόθη «πρώτον τύποις» το 1928 από το «βιβλιοπωλείον (της) Συνοδίας Σάββα ιερομονάχου, εν Καρυές Αγίου Όρους», με λόγια τόσον απλοϊκά όσον πολυδύναμα και δραστικά˙ δια των οποίων στηλιτεύονται τα πάθη, ελέγχονται αι κακίαι, επαινούνται αι αρεταί, στολίζονται τα ήθη, και η προς τον ουρανόν άνοδος κατορθούται.




 Θελήσας διά τούτου και ούτος, κατά μίμησιν ορθοδόξων ομογενών λογίων Μοναχών, να καταστή χρήσιμος και εις πάντα Χριστιανόν Ορθόδοξον… (επανέκδοσις υπό Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1992)


 


[full_width]




Scroll To Top