Οι λόγοι των όντων





Εισαγωγή στην Οντολογία

Το εισαγωγικό αυτό άρθρο είναι το πρώτο μιας σειράς από τρία μέρη, στην οποία θα επιχειρήσω την έκθεση των βασικών νοημάτων της διδακτορικής διατριβής του π. Νικολάου Λουδοβίκου, η οποία εκυκλοφόρησε και ως βιβλίο με τον τίτλο «Η Ευχαριστιακή Οντολογία». Στόχος της παρουσίασης είναι να διαφανούν τα βασικά σημεία της θεολογίας του Αγίου Μαξίμου σχετικά με τους λεγόμενους «λόγους των όντων», ένα ζήτημα, όπως αποδεικνύεται, βαρύνουσας σημασίας για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογίας.


Επειδή εγώ δεν είμαι θεολόγος, δεν θα επιχειρήσω κανενός είδους θεολογική ερμηνευτική των λεγομένων, αλλά θα τα δεχθώ ως έχουν. Άλλωστε, οι λόγοι για τους οποίους παρακινήθηκα σε αυτήν την μελέτη και έκθεση είναι αφενός η γνωριμία με τον π. Νικόλαο και αφετέρου το εξαιρετικό φιλοσοφικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το εν λόγω ζήτημα. Στο τρίτο μέρος αυτής της σειράς θα προσθέσω κάποια στοιχεία από την αγγλική μετάφραση της εν λόγω διατριβής, τα οποία καταδεικνύουν τον ακαδημαϊκό διάλογο του π. Νικολάου με θεολόγους της Δύσεως.

Επειδή λοιπόν τα θεωρητικά μου ενδιαφέροντα είναι κυρίως φιλοσοφικά, αλλά και για να μην παραβιάσω το κείμενο λόγω ελλιπούς γνώσεως σε θεολογικό επίπεδο, συνέγραψα την παρούσα έκθεση με ένα κάπως ασύνηθη τρόπο, τον οποίο θέλω να εξηγήσω, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης να αποφύγει δυσκολίες κατά την ανάγνωση. Μέσα στην ίδια την έκθεση του κειμένου της διατριβής, την οποία προσπάθησα να πραγματοποιήσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πιστότητα, παρεμβάλλω μέσα σε αγκύλες [...] φιλοσοφικές παρατηρήσεις. Όταν λοιπόν ο αναγνώστης βλέπει κείμενο μέσα σε αγκύλες [...], πρέπει να γνωρίζει ότι είναι αποκλειστικώς δικά μου λόγια, μπορεί δε και να τα παρακάμψει. Μέσα σε εισαγωγικά περιέχεται κείμενο (μεταφρασμένο ή μη) του Άγιου Μάξιμου (όπου ο π. Νικόλαος δίνει την μετάφραση, την χρησιμοποιώ). Τέλος, τα υπόλοιπα είναι η μεταφορά, επιτυχημένη ελπίζω, των λόγων του π. Νικολάου, ο οποίος με το έργο αυτό παράσχει σημαντικές αφετηρίες για την σύνδεση του θεολογικού με τον φιλοσοφικό λόγο. Από θεολογική δε άποψη φαίνεται πώς εκθέτει ένα θέμα ύψιστης σημασίας.

Προσωπικά ανακάλυψα μέσα στο εν λόγω κείμενο μια θεολογία ακραιφνώς φιλοσοφική τόσο υπό την έννοια της χρήσεως της παραδοσιακής ορολογίας όσο και από την άποψη της συγκρότησης ενός συστήματος εννοιών από τον Άγιο Μάξιμο (γι’ αυτόν τον λόγο θεωρείται, όπως φαίνεται, ο φιλοσοφικότερος των Πατέρων). Το σημαντικότερο είναι, όμως, ότι η αναφερθείσα θεματική φανερώνει τη δυνατότητα θεωρητικής διαπραγμάτευσης της ορθόδοξης θεολογίας, ώστε να στραφούν επάνω της τα βλέμματα με ένα καινούριο και αντάξιο σε αυτή τρόπο. Ο π. Νικόλαος που καταπιάστηκε με το θέμα του σε νεαρή ηλικία, μπόρεσε να το διεκπεραιώσει επιτυχώς. Αυτή τη στιγμή είναι εκείνος ο θεωρητικός θεολόγος που είναι σε θέση να κοιτάζει και να παρουσιάζει την ορθόδοξη παράδοση μέσα από το πρίσμα ενός σύγχρονου ανθρώπου και με τον ανάλογο γνωσιακό εξοπλισμό.



Ευχαριστιακή οντολογία

Σύμφωνα με τον π. Νικόλαο υπάρχει μια αμφίδρομη ερμηνευτική συσχέτιση ανάμεσα στην θεολογία του Μαξίμου, η οποία είναι ευχαριστιακή, και στην «οντολογία» του, η οποία βασίζεται στην έννοια των «λόγων των όντων». (σελ.78) Ο Μάξιμος εξηγεί: «επιθυμώντας να ουσιωθεί ο υπερούσιος Λόγος και δημιουργός όλων των όντων, φέρει μαζί του (ενσαρκούμενος) … και όλους τους λόγους της ουσίας των φαινομένων και νοουμένων όντων … Ο Λόγος (ο Υιός του Θεού) είναι δάσκαλος των πνευματικών λόγων που είναι τόσο στα φαινόμενα όσο και στα νοούμενα … και παρέχει με τη μορφή της σάρκας Του τη γνώση που ενυπάρχει στους λόγους των ορωμένων και με το αίμα Του τη γνώση που ενυπάρχει στους λόγους των νοουμένων…» Η θεολογία των λόγων των όντων είναι κατά τον π. Νικόλαο το κλειδί για την ερμηνεία της Ευχαριστίας στον Άγιο Μάξιμο. (σελ. 83)



Τί είναι οι λόγοι των όντων

Οι λόγοι των όντων είναι το άρρητο και υπερφυές θείο πυρ που ενυπάρχει στην ουσία των όντων [αυτό που προσδίδει στα όντα την ουσία τους], και το οποίο [ενυπάρχον] δεν είναι άλλο από τον Θεό Λόγο. (σελ. 85) Πρόκειται για άκτιστη, προσωπική και δημιουργική παρέμβαση του Θεού-Λόγου η οποία συνιστά τους λόγους των όντων. Όποιος γνωρίζει τους λόγους των όντων, μανθάνει «τις ο λόγος της καθ’ εκάστου ουσίας, φύσεως, είδους, σχήματος, συνθέσεως, δυνάμεως, ενεργείας, πάθους». (σελ. 85-6) Ο π. Νικόλαος παραθέτει στη συνέχεια κάποιες ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε σχέση με τους λόγους των όντων, τις οποίες εν προκειμένω θα παραβλέψουμε, ακολουθώντας την αναλυτική παρουσίαση των κειμένων του Αγίου Μαξίμου από τον π. Νικόλαο.

Ο Θεός διατελεί μεν κρυπτόμενος στους λόγους των όντων αλλά δια αυτών πιστοποιεί την ύπαρξή Του∙ αυτό αποτελεί για τους ευσεβείς την πιο πειστική απόδειξη περί Θεού. (σελ. 90) Ο Θεός είναι «αυτολογιότητα» και ως εκ τούτου ουσιοποιός και υπερούσιος οντότης. [είναι ίδιον του υπερουσίου να ποιεί ουσίες, ενούσια όντα] Ο Θεός είναι ποιητική αιτία πάσης ουσίας και δυνάμεως και ενεργείας. (σελ 91) Οι συγκεκριμένες λογικές δράσεις [δημιουργικές πράξεις] καθιστούν δυνατή και πραγματική την ουσία, τη φύση, το είδος, το σχήμα, τη σύνθεση, τη δύναμη την ενέργεια, το πάθος, αλλά και την ατομική σύσταση των όντων, έτι δε περαιτέρω και την προνοιακή και οικονομική σχέση του Θεού προς το καθ’ έκαστον ον.

Όποιος εξετάζει με το θεωρητικό μέρος της ψυχής την απειρία και ποικιλία των δημιουργημάτων, «δεν θα θεωρήσει ως πολλούς λόγους τον ένα Λόγο, ο οποίος συνδιακρίνεται μέσα στην αδιαίρετη διαφορά των δημιουργημάτων, ενώ παραμένει ένας [ενικός], εξαιτίας του ότι παραμένουν τα όντα μεταξύ τους αλλά και με τον εαυτό τους ασύγχυτα… και θα γνωρίσει σαν έναν τους πολλούς [λόγους] εξαιτίας της αναφοράς όλων προς Αυτόν που υπάρχει ενούσιος και ενυπόστατος και ασύγχυτος του Θεού Πατρός Λόγος». (σελ. 92) [ο ένας Λόγος που υπάρχει στα όντα τα καθιστά λόγους, αλλά χωρίς να συγχέονται και χωρίς Αυτός να συγχέεται με αυτά – αυτή ακριβώς είναι η σημασία της δημιουργίας συγκεκριμένων και καθ’ έκαστον όντων].

Η πολλαπλότητα των πολλών λόγων παραπέμπει συνεχώς στον ένα Λόγο, στον οποίο οφείλεται ο επιμερισμός τους. Ο Μάξιμος αντιτίθεται στην νεοπλατωνική έννοια της «απορροής»: «έχοντας τους λόγους των δημιουργημάτων να υπάρχουν [υφεστώτας] πριν από τους αιώνες, δημιούργησε με αγαθό θέλημα σύμφωνα με αυτούς εκ του μη όντος την ορατή και την αόρατη κτίση με λογική και σοφία, τα πάντα στην ώρα που έπρεπε, αφού δημιούργησε αλλά και ακόμα δημιουργεί, τα καθόλου [γένη και είδη] αλλά και τα καθ’ έκαστον [ατομικά όντα]». Ο π. Νικόλαος υπογραμμίζει ότι οι λόγοι υπάρχουν προαιώνια, αποτελούν αντικείμενο της αγαθής βουλήσεως του Θεού, κτίζονται στον ορθό χρόνο, και διαχωρίζονται σε καθόλου και καθ’ έκαστον λόγους. (σελ. 93) Όλα τα δημιουργημένα νοερά και λογικά όντα [άγγελοι και άνθρωποι], «εξαιτίας αυτού του λόγου σύμφωνα με τον οποίο δημιουργήθηκαν, και ο οποίος υπάρχει στον Θεό, ονομάζονται και είναι μέρος του θεού (μοίρα λέγεται και έστι Θεού) [δική μου έμφαση]».[βλέπουμε εδώ τα όντα να ανακλούν μέρος του Θεού – επομένως η ουσία τους νοείται μόνο δια της αναφοράς της στον Θεό, τα όντα δεν νοούνται αληθώς χωρίς την ανάδειξη της σχέσεως τους προς τον Λόγο. Η εμπειρική επιστήμη ως εκ τούτου δεν ασχολείται καν με την ουσία των όντων].

Ο π. Νικόλαος τονίζει ότι σύμφωνα με την παραπάνω θέση οι λόγοι διακρίνονται σαφώς από το Θεό Λόγο, αλλά και από τα όντα, τα οποία Αυτός δημιούργησε σύμφωνα με τους λόγους τους. Περαιτέρω τονίζει την αγαθή βούληση, δια της οποίας ο Θεός βούλεται τα όντα κατά τους λόγους τους. [τα όντα είναι καλά, εφόσον είναι σύμφωνα με τους λόγους τους] Επομένως, ο Άγιος Μάξιμος αναιρεί την ωριγένεια αντίληψη της δημιουργίας ως πτώσεως (σελ. 93), αλλά κυρίως θέτει τον όρο της μετοχής στον Θεό: «Γιατί όλα, καθώς έχουν γίνει από τον Θεό, μετέχουν στον Θεό κατ’ αναλογία, ή κατά τον λόγον ή κατά την αίσθησιν και την ζωτικήν κίνησιν ή κατά την ιδιότητα της ουσίας και της έξης τους». (σελ. 93-4)

Ο λόγος του όντος νοείται λοιπόν ως μετοχή Θεού: Αυτός λοιπόν που «λόγω της αυτοδύναμης άπειρης υπεροχής Του είναι άρρητος και ακατανόητος και πέρα από κάθε δημιουργία … ο ίδιος παρουσιάζεται και πολλαπλασιάζεται σε όλα όσα προέρχονται από Αυτόν, ανάλογα στον καθένα, όπως αρμόζει στον Αγαθό, και ανακεφαλαιώνει τα πάντα στον εαυτό Του … ». [Εν προκειμένω η δημιουργία εκφέρεται ως πραξη του Θεού, δια της οποίας Αυτός θέτει τον εαυτό Του ως έτερον τι, καθιστάμενος αυτό που Εκείνος δεν είναι, αλλά παραμένοντας στον εαυτό Του]. Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι ο ίδιος ο Λόγος παρέχει στα όντα το Είναι, ώστε και αυτά δια της κίνησής τους να μπορούν να μετέχουν του Θεού με τη συνεχή ανακεφαλαίωσή τους στον Λόγο. (σελ. 94) Πρόκειται για διαπίστωση της βαθύτατης αυτής κοινωνίας Λόγου και κτίσεως «και μέχρι των εσχάτων».

Ακολουθούν οι εξής εκπληκτικές εκφράσεις του Αγίου Μαξίμου: «ει ουν νοών εαυτόν τα όντα νοεί, αυτός έστι τα όντα» και «αι τοίνυν νοήσεις αυτού εστι τα όντα» [τα όντα είναι τα νοήματα του Θεού Λόγου∙ ο υπερούσιος ουσιώνει τα όντα νοώντας τα, η νόηση του υπερουσίου όντος παράγει ον. Ο Θεός καθιστά ον αυτό που νοεί, ενώ στον νου του ανθρώπου το ον παρίσταται μόνο υποκειμενικά ως έλλειψη της παρουσίας του]. Γι’ αυτό ο Άγιος Μάξιμος ονομάζει τους λόγους «ιδέες» ή παραδείγματα [πρότυπα] των όντων, όχι όμως ως αυθύπαρκτες ουσίες [όπως στον Πλάτωνα], αλλά υπό την έννοια των «αϊδίων νοήσεων» του Λόγου σύμφωνα με την αγαθή βούλησή Του και σύμφωνα με τον θείο σκοπό Του. (σελ. 95) [δηλαδή, τα δημιουργημένα να κοινωνούν με Αυτόν]. Ο Άγιος Μάξιμος επικαλείται εν προκειμένω και τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος ονομάζει τους λόγους «προορισμούς» και «θεία θελήματα». Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι με αυτόν τον τρόπο αναιρείται η πλατωνική αποκοπή των ιδεών από το Θεό και η αυτονομία τους, το ενυπόστατό τους [Κατά τον Πλάτωνα οι ιδέες είναι ουσίες. Ο Πλάτων δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κοινωνίας τους με τα αισθητά όντα∙ ωστόσο θεωρεί ως υπέρτατη ιδέα το αγαθό, οι ιδέες εκφράζουν επομένως και στον Πλάτωνα αγαθή βούληση, αλλά χωρίς να είναι σαφής η προέλευσή τους, -καθώς δεν είναι σαφής και η προέλευση των ψυχών-, βασικά προβλήματα στον Πλάτωνα. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αληθής έννοια δημιουργίας].

Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι ο Άγιος Μάξιμος ενδιαφέρεται, σε αντιδιαστολή αφενός προς την αρχαιοελληνική φιλοσοφική παράδοση, και αφετέρου προς εκείνες τις φιλοσοφικές προσπάθειες που αφορμώνται από τον ιουδαϊσμό (Φίλων) και τον χριστιανισμό (Ωριγένης), να αναδείξει το ελεύθερον της δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό. [στους αρχαίους δεν υπάρχει ούτε δημιουργία ούτε ελεύθερη δημιουργία, αφού αυτές οι δύο έννοιες κατ’ ουσίαν ταυτίζονται] Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι τόσο οι ιδέες όσο και οι σπερματικοί λόγοι αδυνατούν να βοηθήσουν στην κατανόηση της εκ του μηδενός δημιουργίας του κόσμου και της ελευθερίας του Θεού κατά την δημιουργία. (σελ. 101) Το στοιχείο της αναγκαστικότητας είναι αυτονόητα εγγενές στην ελληνική σκέψη [βεβαίως, αλλά πιθανόν οι Έλληνες δεν το θεωρούσαν κατ’ ανάγκην πρόβλημα∙ πάντως στην τραγωδία ο άνθρωπος έρχεται σε σύγκρουση με το πεπρωμένο του, από το οποίο συντρίβεται] Η προκύπτουσα όμως συναιωνιότητα του κόσμου, όπως και το ότι ο κόσμος δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει, καθιστάμενος έτσι συνάναρχος του Θεού και προϋπόθεση της υπάρξεως και της ζωής του, είναι απόψεις απαράδεκτες για έναν Χριστιανό (σελ. 102-3) [αυτή είναι η ουσία του ζητήματος]

Ο Άγιος Μάξιμος ταυτίζει, όπως ειπώθηκε, λόγους και θελήματα, αποφεύγοντας έτσι την αναγκαιότητα της δημιουργίας. Ο κόσμος δημιουργείται εκ του μηδενός ως αποτέλεσμα της θελήσεως του Θεού: «την γνώση των όντων, η οποία προϋπήρχε αιδίως εντός του, ο δημιουργός, όταν θέλησε, την έφερε στην ουσία και την προέβαλε». (σελ. 103-4) Ο Άγιος Μάξιμος διαφοροποιείται από την φιλοσοφική παράδοση κατά το ότι σε αυτήν δεν απαντάται δημιουργία ουσιών [δημιουργία κατά κυριολεξία], αλλά ουσιαστικά μόνο δημιουργία ποιοτήτων, το οποίο συνεπάγεται ότι «εξ αϊδίου συνυπαρκτά τω θεω τα δημιουργήματα». [Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα. Στον Πλάτωνα, όπως είπαμε, δεν είναι σαφές πώς προκύπτουν οι ιδέες στο ον ή καλύτερα δεν τίθεται ζήτημα. Ο αισθητός κόσμος προκύπτει (Τίμαιος) με πρότυπα τις ιδέες από τον διακοσμητή νου, τον πλατωνικό δημιουργό]

Ο π. Νικόλαος ανευρίσκει την κλείδα της κατανοήσεως της διδασκαλίας του Μαξίμου, στο ότι βλέπει τον Λόγο ως πρόσωπο, υπό την έννοια ότι Αυτός προσωπικά έχει εντός Του τους λόγους ως αγαθά θελήματα και ως εκφέροντες τον θείο σκοπό Του σύμφωνα με την προαιώνια αγαθή προαίρεσή Του. (σελ 105) [Πολύ σημαντική παρατήρηση. Ο σκοπός της δημιουργίας είναι «σκοπός», επομένως αποτέλεσμα της αυτεξουσιότητας του Θεού ως Λόγου και ως προσώπου∙ περαιτέρω είναι αγαθός σκοπός, αποβλέπει στη μετάδοση του Είναι σε όντα, τα οποία δεν μπορούν να είναι αφ’ εαυτών] Ο π. Νικόλαος σχολιάζει εύστοχα ότι η δημιουργία των όντων δια των λόγων τους είναι ελεύθερη, εφόσον αυτοί αποτελούν το υλικό της ευχαριστιακής κοινωνίας του κτιστού με την ελεύθερη και προσωπική θεία αγάπη. (σελ 106) [με άλλα λόγια, αφού ο Θεός κοινωνεί με τα κτιστά όντα, όπως μαρτυρούν οι άγιοι, σημαίνει ότι τα έχει δημιουργήσει ούτως ώστε να είναι επιδεκτικά της κοινωνίας με Αυτόν, να είναι ικανά να μετέχουν σε Αυτόν.] Ο Θεός έχει ελεύθερα δημιουργήσει τον κόσμο, και αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία είναι εκ του μη όντος∙ επομένως δεν πρόκειται για αναγκαστική δημιουργία, αφού κανένα ον δεν προηγείται αυτής, το οποίο θα επέβαλλε περιορισμό δια της προϋπάρξεώς του στην απολυτότητα της προσωπικής αγαπητικής θείας ελευθερίας (σελ 106) [Εν τέλει δημιουργία και ελεύθερη δημιουργία ή εκ του μη όντος δημιουργία είναι το ίδιο. Αυτό μάλιστα συνεπάγεται ότι το δημιουργημένο είναι προϊόν της αγαθής θείας βούλησης, και υπάρχει, για να μετέχει του Θεού. Η ουσία του κτιστού όντος είναι εν Θεώ, είναι ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι ό,τι είναι και προκειμένου να δύναται, αφότου ο λόγος του καταστεί πραγματική εκτός Θεού ύπαρξη, δηλαδή κτιστό ον, να μετέχει και να κοινωνεί του Θεού].

Οι λόγοι των όντων είναι κατά τον Άγιο Μάξιμο κυρίως «λόγοι ουσιώσεως». «Η φύση των όντων έρχεται στην ύπαρξη μέσω μιας θείας τέχνης, η οποία συνιστά τα φυτά και τα ζώα και τις μεταστοιχειώσεις των στοιχείων, και εν γένει την ουσία των φυομένων, η οποία είναι αρχή κινήσεως και στάσεως [αυτών]». (σελ.107) [η ουσία των όντων έρχεται στην ύπαρξη (εις γένεσιν προϊούσα), και αυτή η ίδια συνεπάγεται κίνηση και στάση∙ τα όντα κινούνται κατά τη ουσία τους -όλα αυτά είναι αριστοτελικά. Περαιτέρω, η ουσίωση των όντων είναι θεία τέχνη, δηλαδή δημιουργική πράξη, ο Θεός πράττει δημιουργώντας, παράγοντας τα όντα εκ του μη όντος] Ακόμα, στα όντα αποτυπώνεται, όπως και στα ανθρώπινα έργα, η λογικότητα του Κτίστη τους, δηλαδή η βούληση και η διανόηση του Θεού. (σελ.107)

Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι ο κεφαλαιώδης ορισμός του λόγου στον Άγιο Μάξιμο είναι «θεία τέχνη ουσιώσεως», ο οποίος και εκφράζει τη ριζικότητα της δημιουργικής πράξεως του Θεού και τη φιλόκαλη αγαθότητά της. (σελ. 108) Σχολιάζει ακόμα ότι πρέπει να προσεχθεί και η έννοια του λόγου ως εικόνας στον Άγιο Μάξιμο: Οι λόγοι των όντων ως περιεχόμενο της θείας βουλής διατηρούν ένα είδος εικονισμού του Θεού, διάφορο από τη «φυσική εικόνα» Του, Τον Υιό, και την κατά «μίμησιν εικόνα» Του, τον άνθρωπο. Τα κτιστά είναι εικόνες των λόγων τους: «θεία παραδείγματα τους προορισμούς εκληπτέον, ων εικόνες τα της κτίσεως αποτελέσματα» (σελ. 109). Κατά τον Μάξιμο, όποιος απελευθερώνει τον νου από τις αισθητές εικόνες, θα μπορέσει να ιδεί γυμνούς τους λόγους των αισθητών, να αποκτήσει επίγνωση των τύπων των νοητών. Εκείνος που βρήκε την πνευματική καθαρότητα, «την εν τοις λόγοις των όντων εύρεν αλήθειαν». Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι η αλήθεια των λόγων είναι η εικονιστική τους υφή, αφού «οι λόγοι παρά τω Θεώ μένουσι», και αυτή καθιστά τα ομοιώματά τους, τα κτιστά, αληθή και καθαρά. (σελ. 109) Ο Θεός γνωρίζει τα όντα σύμφωνα με αυτή τους την καθαρότητα, κατά τον Μάξιμο. Ο Θεός δεν αντιλαμβάνεται τα όντα, όπως αυτά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, αλλά Αυτός γνωρίζει τα όντα σαν δικά του θελήματα (ως ίδια θελήματα Αυτόν γιγνώσκειν τα όντα φαμεν) [και ως δικά του ενεργήματα θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος, καθώς τα όντα κατόπιν της δημιουργίας τους υπάρχουν κατ’ ιδίαν]. Τα κτιστά λοιπόν όντα είναι απολύτως οντολογικά εξαρτημένα από το θείο θέλημα, και επειδή αυτό είναι ελεύθερο, τα κτιστά προέρχονται από την ελεύθερη θέληση του Θεού.

Επίσης, επειδή οι αιτίες των όντων, δηλαδή οι λόγοι της φύσεώς τους [με άλλα λόγια η αληθής ουσία τους], προέρχονται «παρά της θείας φύσεως», αυτή η τελευταία είναι η φύση «καθόλου», αφού «εξ αυτής έφυ τα όλα». Το μη ον, το μηδέν, δηλώνει την μη ύπαρξη σχετικού λόγου στον Θεό, είναι επομένως το μη δημιουργηθέν, το παρά την θέλησιν του Θεού. (σελ. 111) Γι’ αυτό οι λόγοι είναι λόγοι τελείων και όχι ατελών φύσεων [Πολύ σημαντική παρατήρηση. Το παρά Θεού δημιουργηθέν έχει τέλεια την φύση, διότι αντιστοιχεί σε κάποιο λόγο των όντων, ο οποίος με τη σειρά του είναι εικών του Θεού]. Επομένως, το κακό ούτε υπάρχει ούτε προέρχεται από τον Θεό, αλλά είναι αναίτιο, άσκοπο, αφού είναι ά-λογο [χωρίς λόγο]. «Αφού λοιπόν το κακό είναι παρά φύσιν, δεν θα υπάρχει για τη φύση του λόγος», μας λέει ο Μάξιμος.

Ο π. Νικόλαος εξάγει το συμπέρασμα ότι στο Θεό δεν υπάρχει το μηδέν, και Αυτός δεν ταλανίζεται από δυσαρμονία ανάμεσα στη βούλησή Του και στην ευδοκία Του, και γι’ Αυτόν δεν υπάρχει κάτι μη-θελητό ή αναγκαστικό. Αυτός λοιπόν θέλει, και ό,τι δημιουργεί και μόνον αυτό είναι αληθές ον. (σελ. 111) Επίσης και στα όντα δεν υπάρχει το μηδέν, αφού και αυτά είναι τέλεια κατά την αναφορά τους στη θεία καθολικότητα, και επομένως το κακό είναι παρά-λογο και παρά φύσιν. Είναι έτσι άσκοπο και ακατανόητο με κάποια θετική σημασία (σελ. 112) Στη συνέχεια ο π. Νικόλαος επιχειρεί κάποιες ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε σχέση με την κατανόηση του μη-όντος στην φιλοσοφία, τις οποίες, τουλάχιστον σε σχέση με τον Πλάτωνα και τον Χέγκελ, δηλαδή αναφορικά με την διαλεκτική, δεν μπορώ να ακολουθήσω. Παρόλαυτα συμφωνώ με την εξής διατύπωση: Επειδή ο άκτιστος Θεός είναι ελεύθερος, υποστασιάζοντας ελεύθερα το Είναι του, ό,τι είναι μη-Θεός ακριβώς δεν είναι, είναι απολύτως μηδέν. [Αυτή ακριβώς είναι η «έννοια» του Θεού, δηλαδή η ελευθερία Του να θέτει τον εαυτό Του, και ο,τιδήποτε θελήσει, στο Είναι]. Έτσι από τον Άγιο Μάξιμο διδασκόμαστε πως ο Θεός δεν διαθέτει εντός του τίποτε αθέλητο, τίποτε μη-ον. Επίσης ότι η γέννηση του όντος εκ του μηδενός, δεν έγινε, επειδή υπήρχε το μηδέν, αλλά λόγω της προσωπικής και αγαθής δημιουργικής βουλήσεως του Θεού. [όπως προαναφέρθηκε, οι έννοιες της δημιουργίας, της δημιουργίας «εκ του μηδενός» και της προσωπικής, δηλαδή ηθελημένης και επομένως ελεύθερης δημιουργίας συμπίπτουν].

Ο π. Νικόλαος εξηγεί μια ακόμα πλευρά της οντολογικής σημασίας των λόγων των όντων, καθώς σύμφωνα με τον Μάξιμο «όλα τα κτιστά κατά την ουσία και τη γένεσή τους βεβαιώνονται περιεχόμενα στους ιδικούς τους λόγους, όπως και σε αυτούς των όντων των ευρισκομένων έξω και γύρω τους». Επομένως οι λόγοι των κτιστών όντων εδραιώνουν και την διακοινωνία των κτιστών μεταξύ τους, καθώς αλληλοπεριέχονται και αλληλοπροσδιορίζονται. (σελ. 116) [Πολύ σημαντικό ζήτημα του οποίου την σημασία θα δούμε στο δεύτερο μέρος αυτής της παρουσίασης: τα όντα είναι αυτά που είναι δια της μεταξύ τους κοινωνίας, όχι απομονωμένα και χωριστά, και μόνον σε αυτήν επιτυγχάνουν το ουσιώδες είναι τους] Ο π. Νικόλαος εκθέτει και άλλες πολύ σημαντικές διακρίσεις που εισάγει ο Άγιος Μάξιμος: ο λόγος κάθε όντος αφορά τόσο την ουσία του, όσο και την συνεπαγόμενη δύναμη και ενέργεια [με βάση τις αντίστοιχες αριστοτελικές διακρίσεις]. Μία εξέχουσας σημασίας διάκριση είναι ότι έχουμε λόγους γενών, ειδών και καθ’ έκαστον όντων, αλλά και διάκριση των λόγων κατά την φύση [το καθόλου] και την υπόσταση [το ατομικό].

Με βάση την ερμηνευτική προσέγγιση του Florovsky, κατά τον οποίο η κεντρική ιδέα στον Άγιο Μάξιμο είναι ότι όλος ο κόσμος είναι μια αποκάλυψη του Θεού, θεμελιωμένη στη σκέψη και τη θέλησή Του, η οποία ολοκληρώνεται δια της ενσαρκώσεως, ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι ο Χριστός είναι για τον Άγιο Μάξιμο το κριτήριο δια του οποίου μπορούν να ερμηνευθούν τα πάντα. (σελ. 116-7) Μπορούμε να διακρίνουμε δηλαδή μια σειρά τριών σαρκώσεων ή «παχύνσεων» του Λόγου∙ πρώτον, την σάρκωσή Του δια των λόγων των όντων [ο Λόγος εξωτερικεύεται κρυπτόμενος στα όντα ως ο λόγος τους]∙ δεύτερον, την σάρκωσή Του μέσα στους πιστούς με τις αρετές∙ τρίτον, την σάρκωσή Του μέσα στις Γραφές. Σε αυτές φανερώνεται μέσω συμβόλων και περιγραφών και ιστοριών, καθώς οι άνθρωποι «δεν μπορούν με γυμνό τον νου να εννοήσουν τα νοητά, και έτσι συζητά μαζί τους με το συνήθη σε αυτούς τρόπο, με ιστορίες και αινίγματα και παραβολές». (σελ. 118) Αυτές οι τρεις ενσαρκώσεις σχετίζονται, όπως σχολιάζει ο π. Νικόλαος, με τους τρεις νόμους, τον φυσικό, τον γραπτό, και τον νόμο της χάριτος και αποσκοπούν στην τελική φανέρωση του καινού κόσμου της βασιλείας του Θεού. Αυτό που πρέπει πάντως να μην λησμονούμε είναι ότι η ταύτιση των λόγων με τα αναφερθέντα θελήματα και τον άγιο σκοπό του Θεού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευχαριστιακή ενσάρκωση του Λόγου, διότι αυτή φανερώνει σε εμάς την ιστορική Του ενσάρκωση, από την οποία μπορούμε να συμπεράνουμε την έσχατη και απροϋπόθετη βουλή του Θεού για την κτίση [Σημαντική παρατήρηση. Η θεία κοινωνία καταδεικνύει την αλήθεια των όντων ως κοινωνία, η οποία καθίσταται δυνατή και πραγματική δια των λόγων τους, του θεϊκού δηλαδή στοιχείου εντός τους].



Είναι, ευ είναι, αεί είναι

Μια πολύ σημαντική πλευρά της εκθέσεως της διδασκαλίας του Μαξίμου από τον π. Νικόλαο, αφορά στις τριάδες που σχηματίζονται με βάση την τριμερή διάκριση «είναι, ευ είναι, αεί είναι». Ο Άγιος Μάξιμος διακρίνει δηλαδή λόγο του είναι, λόγο του ευ είναι και λόγο του αεί είναι σε κάθε ον∙ και οι τρεις αυτές πλευρές του λόγου ενός όντος είναι εν Θεώ. Σε ένα πολύ όμορφο χωρίο αναφέρονται τα εξής: «και έστι ο άνθρωπος μοίρα Θεού, ως ων δια τον εν τω Θεω του είναι αυτού λόγον [ο άνθρωπος είναι μέρος του Θεού, αφού είναι εξαιτίας του λόγου που υπάρχει γι’ αυτόν μέσα στον Θεό] και ως αγαθός δια τον εν Θεώ του ευ είναι αυτού λόγον [και είναι αγαθός εξαιτίας του λόγου του ευ είναι που υπάρχει γι’ αυτόν μέσα στον Θεό] και ως Θεός δια τον εν Θεώ του αεί είναι αυτού λόγον [και είναι ως Θεός εξαιτίας του λόγου του αεί είναι που υπάρχει γι’ αυτόν μέσα στον Θεό]». (σελ. 121) [ο λόγος του όντος ενός ανθρώπου περιέχει επομένως αυτόκλητα και τις διαστάσεις του ευ είναι, αλλά και του αεί είναι∙ ο λόγος του καθ’ έκαστον ανθρώπου εμπεριέχει τη δυνατότητά του να θεωθεί δια της χάριτος].

Η παραπάνω τριάδα υπανίσσεται, όπως παρατηρεί και ο π. Νικόλαος, ότι κάθε ον κατά τον λόγο του περιέχει τις συνιστώσες της γενέσεως, της κίνησεως και της στάσεως (2η τριάδα, σελ. 122) Όπως εξηγεί ο Άγιος Μάξιμος, «γενητά υπάρχει τα λογικά και κινείται πάντως, ως εξ αρχής κατά φύσιν δια το είναι, προς τέλος κατά γνώμην δια το ευ είναι κινούμενα» [εν προκειμένω όλη η ορολογία είναι αριστοτελική: εμφανίζεται τόσο το ποιητικό όσο και το τελικό αίτιο ως αιτία της κινήσεως, μόνο που, όπως θα δούμε αργότερα, η τελολογία διαπλέκεται με το αυτεξούσιο]. «Τέλος γαρ των κινουμένων κινήσεως το εν τω αεί ευ είναι, όπερ και αρχή αυτό το είναι, όπερ εστι ο Θεός, ο και του είναι δοτήρ και του ευ είναι χαριστικός» [Πολύ σημαντικό στοιχείο. Στην αρχή και το τέλος της κινήσεως του όντος είναι ο λόγος του, ο οποίος είναι εν τέλει το θείο εντός του∙ ο Θεός που καθιστά τη φύση του όντος δυνατή, την καθιστά και κινητική, ώστε να τον προσεγγίζει].

Στα λογικά όντα η κίνηση που προσιδιάζει στη φύση τους, διαβαίνει μέσω της γνώμης προς το ευ είναι [θα δούμε αργότερα πώς αυτή συναρτάται με το γνωμικό θέλημα] και σταματά στην πλήρωση του αεί ευ είναι (3η τριάδα, σελ. 122) Η τέταρτη τριάδα μπορεί να νοηθεί ως τριπλή γέννηση του ανθρώπου: γέννηση, βάπτισμα, ανάσταση. (4η τριάδα, σελ. 122-3) Η τέταρτη τριάδα περιέχει τους όρους αγαθότης Θεού, αγάπη Θεού και πρόνοια Θεού∙ στην πρώτη οφείλεται το είναι, στην δεύτερη το ευ είναι και στην τρίτη το αεί ευ είναι, η θέωση (5η τριάδα, σελ. 123) Στην έκτη τριάδα ανήκουν οι όροι ουσία, προαίρεση, χάρις. Είναι προφανές ότι στην ουσία αντιστοιχεί το είναι, στην προαίρεση το ευ είναι, και στην χάρη το αεί ευ είναι. (6η τριάδα, σελ. 123) Η έβδομη τριάδα αποτελεί παραλλαγή της έκτης: ουσία, προαίρεση, χάρις. [εκτός της εννοίας της χάριτος, η υπόλοιπη ορολογία είναι αριστοτελική]. Όγδοη τριάδα: δύναμη, ενέργεια, αργία [επανάληψη της αριστοτελικής αντίληψης της κινήσεως με την χριστιανική συνιστώσα της πληρώσεως]. (8η τριάδα, σελ. 124) Το ίδιο μοτίβο θεωρημένο «χωρικά» μεταφράζεται σε παρών τόπος, μετά θάνατον τόπος, και μέλλων αιών. (9η τριάδα, σελ. 124) Από την άποψη της θεωρητικής πλευράς του ανθρώπου έχουμε τους όρους: πρακτική φιλοσοφία, φυσική θεωρία, θεολογική μυσταγωγία. (10η τριάδα, σελ. 125) Αξίζει να αναφέρουμε ότι με την πρακτική φιλοσοφία οι πιστοί καθαίρονται από το σαρκικό φρόνημα, ενώ ήδη με τη φυσική θεωρία, η οποία αντιστοιχεί στο ευ είναι, οι πιστοί θεωρούν τους πνευματικούς λόγους των όντων αφού έχουν απαλλαγεί από κάθε φανταστική ή αισθητική παράσταση. Στο ευ είναι αντιστοιχεί η αναφερθείσα θεολογική μυσταγωγία κατά την οποία οι πιστοί «αρρήτοις νοός κινήμασι μορφίζονται, τί το πλάτος και μήκος και βάθος και το υπερβάλλον εις ημάς μέγεθος της του Θεού σοφίας». [φαίνεται πώς οι άγιοι άνθρωποι σε αυτήν την κατάσταση ενότητας με το θείο αποκτούν με θεοειδή θεωρία, εντός της οποίας μπορούν να ορούν τα όντα ως προσδιορισμούς του Θεού] Στην δέκατη τριάδα παραλληλίζεται η ενδέκατη, όπου ως θεωρητικές δυνάμεις εμφανίζονται οι όροι, πρακτικόν της ψυχής, λόγος και νους (11η τριάδα, σελ. 125). [Φαίνεται πώς ο Άγιος Μάξιμος αποδίδει στην αναφερθείσα θεοειδή θεωρία τον όρο «νους»]

Ο π. Νικόλαος προχωρεί σε κάποιες συνοπτικές παρατηρήσεις: Ο λόγος του είναι των όντων τα οδηγεί στην εν χρόνω ύπαρξη, στη δημιουργία. Με αυτήν τους έχει δοθεί η φύση, η ουσία τους, η οποία περιέχει την πρωταρχική δύναμη προς πνευματική ανέλιξη μέσω της δράσεως στον παρόντα αιώνα δια της πρακτικής φιλοσοφίας. Ο λόγος του ευ είναι πραγματώνεται ως κατόρθωμα της κινήσεως των λογικών όντων με ορθή κατεύθυνση της γνώμης τους και είναι δώρο της αγάπης του Θεού. Αυτή η χάρη όμως τίθεται σε ενέργεια, εφόσον ο άνθρωπος έχει την αγαθή προαίρεση. Η πλήρης πράγματωση πάντως του ευ είναι καθίσταται δυνατή μετά θάνατον. Στον παρόντα κόσμο ο πιστός δια της νεκρώσεως του σαρκικού φρονήματος φτάνει στη «φυσική θεωρία» των ακτίστων λόγων των όντων, καθώς φωτίζεται η λογική δύναμη της ψυχής του. Τέλος, ο λόγος του αεί ευ είναι πραγματώνεται ως δωρεά Θεού στον μέλλοντα αιώνα και ως επιβράβευση της ορθής επιλογής και της αγαθής προαιρέσεως κατά το παρόν στάδιο. Αυτή η κατάσταση της πληρώσεως επέρχεται ως στάσις και αργία αεικίνητος εν μέσω της άπειρης αγαθότητας και δόξας του Θεού. Αυτή συνιστά θεολογική μυσταγωγία που έχει ως όργανό της την ακρότατη των δυνάμεων της ψυχής, τον «θεόπτη νου». (σελ. 126-7)

Η κακή εκδοχή της αναφερθείσης υπαρξιακής εξελίξεως οδηγεί δια της διεστραμμένης κινήσεως της προαιρέσεως στο αεί φευ είναι, η οποία προέρχεται από την παρά φύσιν χρήση των δυνάμεων της φύσεως [της ανθρώπινης]. Όπως σημειώνει ο Άγιος Μάξιμος, «ο Θεός θα αποκαταστήσει άπαντες αναφορικά με το είναι και το αεί είναι τους, αλλά αναφορικά με το αεί ευ είναι μόνο τους αγίους αγγέλους και ανθρώπους». (σελ. 127) Κατά τον Άγιο Μάξιμο η εκκλησία γνωρίζει τρεις αποκαταστάσεις: η πρώτη είναι αποκατάσταση του καθενός με την εκπλήρωση του λόγου της αρετής, η δεύτερη είναι η αποκατάσταση όλης της φύσεως στην αφθαρσία [μετά την Δευτέρα Παρουσία] και η τρίτη είναι η αποκατάσταση των δυνάμεων της ψυχής στην προπτωτική τους φυσική κατάσταση. [εδώ βλέπουμε ότι η αφθαρσία δεν συνεπάγεται παράδεισο, μπορεί να σημαίνει και κόλαση] Ο π. Νικόλαος επιστρατεύει εν προκειμένω και μια ερμηνεία του Florovsky, κατά την οποία στους αμαρτωλούς η αποκατάσταση των δυνάμεων της ψυχής θα σημαίνει την επίγνωση μεν του Θεού, αλλά όχι την μετοχή σε αυτόν, και η αυτή η συνείδηση της έλλειψης κοινωνίας με τη Ζωή δια της απορρίψεως της αγάπης του Θεού, θα οδηγεί αυτούς σε μια αυτοκόλαση που θα οφείλεται στην διεστραμμένη κίνηση της γνώμης τους [του γνωμικού θελήματός τους, όπως θα δούμε στο δεύτερο μέρος αυτή της παρουσιάσεως]. (σελ. 128)

Στην «όγδοη ημέρα» της κτίσεως «ο Θεός θα παράσχει το αεί ευ είναι σε εκείνους που χρησιμοποίησαν κατά φύσιν τον λόγο του είναι τους κατά την προαίρεσή τους, επιδημώντας ολόκληρος σε ολόκληρους αυτούς και προσφέροντας τους τη μέθεξή Του…» [εδώ συναντάμε την εξύψωση της ατομικότητας σε ολότητα βλ. «τι είναι έννοια» περί της ατομικής ολότητας] «σε εκείνους δε που χρησιμοποίησαν παρά φύσιν τον λόγο του είναι τους … θα τους παραχωρήσει το αεί φευ είναι, καθώς δεν μπορεί να χωρέσει σε αυτούς το ευ είναι, αφού διάκεινται ενάντια προς αυτό» (σελ. 129) [βλέπουμε εν προκειμένω την σημασία της ορθής γνώσης του όντος. Ο αμαρτωλός διαστρέφει το νόημα του όντος, εχθρεύεται την αλήθεια.] Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι ο Άγιος Μάξιμος θεωρεί το αεί ευ είναι ως το κατ’ εξοχήν είναι, η οντολογία του είναι επομένως εσχατολογική. Σημειώνει επίσης ότι πρόκειται για μια οντολογία μη-φιλοσοφική καθώς δεν θεμελιώνεται στις «αρχές» των όντων. Πρόκειται για οντολογία αποκαλυπτική και εσχατολογική.

Στην συνέχεια παρατίθεται ένα εξαίρετο χωρίο από τον Άγιο Μάξιμο: «διότι για αυτόν τον λόγο ο Θεός μας εδημιούργησε, για να γίνουμε κοινωνοί της θείας φύσεως και μέτοχοι της αϊδιότητάς Του∙ και να φανούμε όμοιοι με Αυτόν κατά την εκ της χάριτος θέωση… [ο Θεός δεν αποκλείει τα όντα από τον εαυτό του∙ τώρα, εάν θέλει κανείς να επιμένει ότι οι άγιοι εν τέλει δεν μετέχουν κατά την όγδοη ημέρα της θείας φύσεως –αφθαρτοποίηση-, τότε ο Άγιος Μάξιμος θα πρέπει να έχει κάνει λανθασμένη επιλογή λέξεων] … εξ αιτίας λοιπόν αυτής έχει συμβεί η όλη σύσταση των όντων και η συντήρησή τους, και η παραγωγή και η γένεση των μη όντων» [μάλλον εννοεί: των όντων εκ των μη όντων]. (σελ. 130)

Ο π. Νικόλαος συνδέει την έννοια της θεώσεως με αυτήν της ευχαριστίας, αφού, σύμφωνα τον Μάξιμο, κατά την θεία Μετάληψη έχουμε «κοινωνία τε και ταυτότητα [με τον Θεό], δι’ ης γενέσθει Θεός εξ ανθρώπου καταξιούται ο άνθρωπος». Η εμπειρία που παράσχει λοιπόν η θεία ευχαριστία αποτελεί και την εμβάθυνση στον έσχατο λόγο των όντων κατά τον Μάξιμο, όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος. Η εκπλήρωση των δυνατοτήτων του είναι τους λαμβάνει χώρα κατά την ευχαριστιακή ενσωμάτωση και προσκομιδή τους στον Θεό, η οποία αρχίζει από αυτόν τον κόσμο. (σελ. 131)



Λόγοι των όντων: Εξήγηση τής οντολογίας





Πώς τα όντα κοινωνούν δια των λόγων τους

Ο π. Νικόλαος στρέφει στην συνέχεια την προσοχή στο ότι οι λόγοι των όντων παίζουν κρίσιμο ρόλο στη υπαρξιακή πορεία του ανθρώπου, η οποία, όπως ελέχθη, μπορεί να είναι κατά φύσιν ή παρά φύσιν. Το τελευταίο αποφασίζεται από την ελεύθερη κίνηση του θελήματος των λογικών όντων [από το αυτεξούσιό τους], η οποία είτε συγκατανεύει στον λόγο της φύσεως [στο πώς θέλησε ο Θεός να είναι ο άνθρωπος] είτε είναι φθαρτική του λόγου της φύσεως. (σελ. 131) Στην κακή εκδοχή, αυτήν της παρά φύσιν προαιρέσεως, στον κατά φύσιν λόγο αντιτίθεται ο «παρά φύσιν τρόπος» ως απλή άρνηση του λόγου της φύσεως [όχι δηλαδή ως μια νέα θετική πραγματικότητα]. Πρόκειται για μια μηδενίζουσα φορά εκ μέρους της κτιστής φύσεως, εκδηλούμενη ως παρά φύσιν κίνησιν της προαιρέσεως. [αυτεξούσιο σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί μεν να θέτει τον εαυτό του, αλλά όχι απολύτως κατά το ον, αυτό είναι δουλειά του Θεού, αλλά κατά το βούλεσθαι] Ο Άγιος Μάξιμος βεβαιώνει ότι «πάθος και φύσις κατά τον λόγον του Είναι ουδαμώς αλλήλοις συνυπάρχουσιν».

Το πάθος μηδενίζει την φύση και δεν έχει θέση μέσα στον λόγο του όντος με κανέναν τρόπο. (σελ. 132) [αξιοσημείωτη έκφραση «το πάθος μηδενίζει την φύση»∙ κατ’ αντιδιαστολή οι σύγχρονοι άνθρωποι θέλουν να «ζούνε με πάθος»]

Στην καλή εκδοχή της ορθής προαιρέσεως ο Μάξιμος ομιλεί για «κατόρθωσιν των κατά φύσιν λόγων» [ο λόγος ενός όντος ως ουσία δεν δηλώνει μια άπαξ δεδομένη τελεία κατάσταση∙ η ουσία πρέπει να ενεργήσει, να καταστεί ο εαυτός της]. Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι οι λόγοι είναι ενδεχόμενα υπαρξιακά κατορθώματα ελεύθερης προαιρέσεως του λογικού όντος και όχι απλά οντολογικά δεδομένα. (σελ. 132) Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, και επομένως ο εκ Θεού παραχωρηθείς λόγος της φύσεως μπορεί να αποτελεί τόσο «κατόρθωμα» όσο και μηδενισμό. Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι οι λόγοι δεν είναι μόνο, αλλά και πράττονται, και ως εκ τούτου, όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, «ο λόγος της φύσεως, γίνεται και νόμος της φύσεως, λαμβάνοντας σε συμφωνία και την γνώμη κατά την ενεργοποίηση των κατά φύση δυνάμεων». Στην καλή περίπτωση «η γνώμη του ανθρώπου συμφωνεί κατά πάντα προς τον Θεό… [και έτσι και προς τον λόγο του είναι της] και αυτή (η σύμφωνη προς τον Θεό ενέργεια) έχει καταστεί έμπρακτος διάθεσις που αποσκοπεί στην γένεση της αρετής με τη χάρη του φύσει αγαθού Θεού» (σελ. 132-3) Επομένως, η κατά λόγον κίνηση της γνώμης καθιστά τον λόγο εσωτερικό νόμο του όντος [έξις του αγαθού, θα έλεγε ο Αριστοτέλης] και οδηγεί στην γένεση της αρετής.

Σε αυτό το σημείο ο π. Νικόλαος επιχειρεί μια παρουσίαση της έννοιας της ηθικής ως «εσωτερικευμένης οντολογίας» και έλλογης πράξης αρετής. Η πραγματοποίηση του εν Θεω λόγου του είναι του ανθρώπου απαιτεί ελεύθερη βουλητική διεργασία και εκούσια κίνηση της προαιρέσεως, και αυτό παραπέμπει σε μία οντολογική ηθική, όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος. (σελ. 133) Πρόκειται περαιτέρω για ηθική πράξη που οδηγεί σε όλο και βαθύτερη ευχαριστιακή ενσωμάτωση στο σώμα της εκκλησίας. Ο λόγος διαθέτει, κατά τον Άγιο Μάξιμο, κάποια ζωτική επίδραση στη λογική ύπαρξη και οδηγεί στην εμφύτευση της θείας ζωής στους ανθρώπους και τους αγγέλους, προωθώντας τους προς το αεί ευ είναι. Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο «αυτοί που με κάθε τρόπο κατέστησαν τη γνώμη τους σύμφωνη με τη φύση τους και την έκαναν δεκτική των λόγων της φύσεως, διασώζοντας καθ’ ολοκληρίαν τον λόγο του αεί ευ είναι, ένεκα της συμπαθείας της γνώμης τους προς την θεία βούληση, αυτοί θα μετάσχουν σε όλη την αγαθότητα [του Θεού] σύμφωνα με την θεία ζωή που λάμπει επάνω τους είτε ως άνθρωποι είτε ως άγγελοι». (σελ. 134) Η αντίθετη περίπτωση προκαλεί απόσταση από τον Θεό και καταστροφή των λόγων της φύσεως του ανθρώπου.

Ο λόγος της φύσεως του κάθε ανθρώπου συνιστά περαιτέρω και κριτήριο, κατά τον Άγιο Μάξιμο, σύμφωνα με το οποίο θα κριθεί το πώς κινήθηκε η προσωπική γνώμη του καθενός. Όπως σχολιάζει ο π. Νικόλαος, βλέπουμε ότι ο λόγος είναι ο δρόμος προς την ευχαριστιακή ενσωμάτωση του λογικού όντος. Ο λόγος είναι ο τόπος της φανερώσεως της θείας ζωής, της υπαρξιακής συναντήσεως ανθρώπου και Θεού. «Κατόρθωση» αυτού του λόγου είναι επομένως κατόρθωση της αναφερθείσας συναντήσεως. (σελ. 135) Αυτήν την συνάντηση διαμεσουργεί κατά τον Άγιο Μάξιμο το Άγιο Πνεύμα, το οποίο «συνέχει την γένεση καθενός και με τη δύναμη της πρόνοιας διέρχεται από όλους και ανακινεί τον λόγο της φύσεως μέσα στον καθένα» [επαναφορά της πρωταρχικής φύσεως του ανθρώπου μέτα την πτώση]. Όσοι έχουν αγαθή προαίρεση μπορούν τότε να έρθουν σε συναίσθηση όσων έχουν πραχθεί ελλιπώς και να αποδεχθούν τους κατά φύσιν λογισμούς. (σελ. 135-6) Το Πνεύμα ανακινεί λοιπόν την δραστικότητα των λόγων της αληθούς φύσεως του ανθρώπου και κατά δύναμη προνοητική, σε σχέση με όσους έχουν αγαθή προαίρεση, υποβοηθεί στην «προς τον λόγον ευθυπορία τους».

Ο π. Νικόλαος σημειώνει (λαμβάνοντας αφορμή από Αξελό και Κονδύλη) ότι στην ιστορία της φιλοσοφίας δεν κατορθώθηκε πραγματική ενότητα μεταξύ του θεωρητικού και του πρακτικού στοιχείου στον άνθρωπο. Η μεν θεωρία παρέμεινε ιδεαλιστική, η δε ηθική παρέμεινε ιδεατή [ανεφάρμοστη]. Το ανεφάρμοστο της φιλοσοφικής ηθικής κλονίζει και τα θεμέλια της οντολογίας που το υποβαστάζει. (σελ. 137) [Δεν νομίζουμε ότι είναι καλά τοποθετημένο το ζήτημα∙ το κρίσιμο ερώτημα είναι μάλλον ότι ακόμα και η εφαρμοσμένη εξ ανθρώπου ηθική δεν δύναται αφ’ εαυτής να υπερβεί τους όρους της πτώσεως] Γι’ αυτό, όπως δικαίως τονίζει ο π. Νικόλαος, ενώ η εξ ανθρώπου (φιλοσοφική) ηθική αφήνει τον άνθρωπο μόνο του να κοπιάσει για την εφαρμογή της στο πλαίσιο μιας εναντιούμενης πραγματικότητας, η εσωτερικευμένη οντολογία είναι και έργο του Χριστού μέσα στον άνθρωπο με όργανο τον υπάρχοντα «άκτιστο» (σελ. 137) λόγο της συγκεκριμένης ανθρώπινης υπάρξεως, έργο που ζητά μόνο την συγκατάθεση της προαιρέσεώς του. Πρόκειται για θεραπευτικό έργο και αποκατάσταση εν Αγίω Πνεύματι του «κατά φύσιν και λόγον» μέσα στον άνθρωπο. Πρόκειται για όντως «λογοποίηση» και αληθοποίηση του κόσμου.



Λόγοι πρόνοιας και λόγοι κρίσεως

Ο π. Νικόλαος εξηγεί στη συνέχεια ότι κατά τον Άγιο Μάξιμο η πρόνοια και η κρίση αποτελούν τρόπους μυστηριακής επισκέψεως του Θεού στα όντα, αμφότεροι αναγκαίοι για τη σύσταση του μυστηρίου της σωτηρίας μας. (σελ. 138) Αυτό το μυστήριο έχει συσταθεί ως «γενικωτάτη των όντων συνοχή» [σωτηρία είναι η συνοχή των όντων – η αποκατάσταση της κοινωνίας τους]. Η αναφερθείσα συνοχή, όπως ερμηνεύει χαρακτηριστικά ο π. Νικόλαος, αφορά την ενοποίηση μέσα στη διαφορά τους της παρούσας και της μέλλουσας ζωής. Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι οι ξένοι μελετητές δεν έχουν διακρίνει τη σχέση των λόγων της πρόνοιας και της κρίσεως προς τους λόγους των όντων και την οντολογική δυναμική τους. Κατά τον Άγιο Μάξιμο πρόνοια και κρίση γίνονται προσιτές στον πιστό∙ ο μεν λόγος της πρόνοιας με την φυσική θεωρία, ο δε λόγος της κρίσεως με την πρακτική φιλοσοφία. Και οι δύο αποσκοπούν στην τήρηση του κατά φύσιν των όντων, αποτελούν δε εκδήλωση, όπως και η ίδια η δημιουργία, της δημιουργικής αγάπης του Λόγου προς τα κτίσματα. (σελ. 142) Η κρίση επικουρεί στην πρόνοια, συμβάλλοντας στην ολοκλήρωση της προς τον λόγον ευθυπορίας των όντων. Και οι δύο αποτελούν έκφραση της ελευθερίας του Θεού ως δημιουργού, αφού «προνοεί κανείς μόνον για ό,τι ελεύθερα θέλει και τότε μόνο μεριμνά για την ολοκλήρωσή του στο κατά φύσιν», παρατηρεί ο π. Νικόλαος. Πρόνοια και κρίση αποδεικνύουν λοιπόν την ελευθερία της δημιουργικής δράσεως του Θεού, και αυτή περαιτέρω ότι τα κτιστά όντα προέρχονται εκ της εξ ουκ όντων παραγωγής στο Είναι.

Εάν η κτίση ήταν συναϊδία του Θεού, τότε η πρόνοιά Του και η κρίση Του θα εστερούντο νοήματος, και η δημιουργία θα υπήρχε εξ αρχής τέλεια, όπως ορθά παρατηρεί ο π. Νικόλαος. [αυτό θα αποτελούσε λογική αντίφαση, το κτιστό είναι εξ ορισμού ατελές, αν και μπορεί να δημιουργηθεί καλό, η δε φύση δεν μπορεί να είναι αϊδια]. Σε μία περαιτέρω σημαντική παρατήρηση ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι, καθώς ο Θεός νοεί τους λόγους των όντων αδιαχωρίστως από αυτούς της πρόνοιας και της κρίσεως, νοεί επομένως τα όντα σε μια διαδικασία βαθμιαίας ελεύθερης τελειοποιήσεως του κτίσματος μέσω ελεύθερης συνεργίας Θεού και ανθρώπου. [θα δούμε αργότερα ότι η τελειοποίηση στον άνθρωπο είναι δυνατή μόνο δια του αυτεξουσίου και υπό το πρίσμα ότι ο άνθρωπος πραγματοποιεί την κοινωνία των όντων] Επιπλέον, ο Θεός νοεί τα όντα στη διαδιακασία της ελεύθερης πραγματοποιήσεως της κατά φύσιν ολοκληρώσεώς τους [Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος μόνον δια του θελήματος του Θεού, αλλά πρέπει να καταστεί ελεύθερος οικεία βουλήσει. Το κατά φύσιν, η ουσία δεν επαρκεί, όταν πρόκειται για όντα με αυτεξούσιο]

Ο π. Νικόλαος προτείνει ερμηνευτικά να θεωρηθούν οι λόγοι των όντων όχι ως στατικά τέλεια πρότυπα των όντων στον Θεό, αλλά ως δυναμικές βουλητικές προσωπικές προτάσεις του Θεού προς τα όντα. (σελ. 143) Περαιτέρω, ότι τα συγκεκριμένα όντα μέλλουν να γίνουν ελευθέρως, όπως τα θέλει ο Θεός, ερειδόμενα στους άκτιστους λόγους προνοίας και κτίσεως που συνέχουν την κατά φύσιν πραγμάτωση του λόγου του είναι τους. Σε αυτό το σημείο (υποσημείωση 184) ο π. Νικόλαος λαμβάνει θέση ενάντια σε άλλες ερμηνείες της θεολογίας των λόγων κατά τις οποίες οι λόγοι παραλληλίζονται με τις πλατωνικές ιδέες. Εξηγεί ότι σε αντίθεση με την «κτιστοκεντρική» θεωρία των ιδεών ως αναζητήσεως κοσμολογικών αρχών ή προτύπων η θεολογία στον Άγιο Μάξιμο είναι εσχατολογική. [Ο Πλάτων βλέπει τις ιδέες ως πρότυπα των όντων, αλλά δεν κατορθώνει να εξηγήσει γιατί τα αισθητά δεν είναι σύμφωνα προς τις ιδέες τους. Σχετικά με το νόημα της τελεολογίας δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε απολύτως τον π. Νικόλαο, αν και δικαίως την διακρίνει από την εσχατολογία. Πάντως, επειδή θεωρούμε ότι στην τελεολογική θεώρηση καταδεικνύεται το θεϊκό στοιχείο ακόμα και στον μεταπτωτικό κόσμο, θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα και με άλλο κείμενο]



Λόγος φύσεως – τρόπος υπάρξεως

Ο π. Νικόλαος μεταβαίνει στο πολύ σημαντικό ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στον «λόγο της φύσεως» και στον «τρόπο της υπάρξεως», η οποία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την κατανόηση της έννοιας του ανθρώπινου προσώπου. Τα όντα δεν είναι δυνατά ούτε χωρίς τον άκτιστο λόγο τους αλλά ούτε και χωρίς τον τρόπο της υπάρξεώς τους. [Ο λόγος τους ως «άκτιστος» είναι, ας πούμε, το αιώνιο θέλημα του Θεού∙ ο λόγος όμως πρέπει επίσης να υπάρξει, αφού ο Θεός βούλεται τη δημιουργία του κόσμου. Η ύπαρξη του όντος, και ιδίως του αυτεξουσίου όντος, μπορεί ωστόσο να μην είναι σύμφωνη προς τον λόγο του]. Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι, ενώ η φύση όλων των όντων που μετέχουν στον ίδιο λόγο είναι κοινή, ο «τρόπος» αναφέρεται πάντοτε στη συγκεκριμένη υπόσταση του καθενός, αποτελώντας το ίδιον, το συγκεκριμένο ον, το πρόσωπο. Κατά τον Riou: «είναι ο προσωπικός τρόπος της υπάρξεως και πραγματοποιήσεως της κλήσεως που είναι εγγεγραμμένη στη φύση». (σελ. 146) Στο Άγιο Μάξιμο συναντάμε την διάκριση «τι εστιν – όπως έστιν» στην ριζική μορφή της ως λόγος της ουσίας [ή φύσεως] σε αντιδιαστολή προς τον τρόπο της υπάρξεως. (σελ. 148)

Σε σχέση με την Αγία Τριάδα ο Άγιος Μάξιμος λέγει: «Μονάς γαρ εστι ασύγχυτος τη ουσία… και Τριάς εστι ταις υποστάσεσι και τω τρόπω της υπάρξεως» Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι ο Άγιος Μάξιμος τονίζει ότι οι φύσεις υπάρχουν πάντοτε ως συγκεκριμένοι τρόποι υπάρξεως, και κάθε υπόνοια περί «γυμνής» υπάρξεώς τους [των φύσεων, των ουσιών] ανήκει στον χώρο των αφαιρέσεων και μόνο. [Δεν υπάρχουν γυμνές ουσίες∙ οι ουσίες ή οι λόγοι δεν «υπάρχουν» κατά κυριολεξία, υπαρκτά είναι τα ατομικά όντα] Ο π. Νικόλαος παραπέμπει εν προκειμένω στον Μάξιμο για να διαπιστώσει ότι «κάθε καινοτομία αφορά στον τρόπο της υπάρξεως και δεν μπορεί να αφορά τον λόγο της φύσεως, διότι τότε θα έφθειρε την φύση». (σελ. 148-9) Στο θαύμα μπορεί να θεωρηθεί ότι καινοτομείται ο τρόπος της υπάρξεως, και τότε η φύση εμφανίζεται να ενεργεί και να ενεργείται υπεράνω των ορίων της. [στο θαύμα η φύση παριστάνεται να υπερβαίνει τα όρια της, διότι το θαύμα, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η αληθής φύση, αποκαθιστά δια της χάριτος την κοινωνία των ουσιών και τις φανερώνει υπερβαίνουσες τον εαυτό τους. Στο θαύμα ένα ατομικό ον, ένας καθ’ έκαστον άνθρωπος, αλλάζει κατά την ατομικότητά του, δεν αλλάζει, δηλαδή, η ουσία του, αλλά αποκαθίσταται∙ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ουσία ενός ανθρώπου ενοικεί μεν στον καθ’ έκαστον άνθρωπο, αλλά όχι, όπως θα έπρεπε, δηλαδή κοινωνώντας προς τις άλλες ουσίες π.χ. των άλλων ζώων. Έτσι η κακή εξατομίκευση του ανθρώπου είναι και εξατομίκευση της ουσίας του, και αποκαθιστάμενος ο άνθρωπος, η ουσία του φαίνεται κατά την αλήθεια της] Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι η ενσάρκωση του Χριστού καινοτομεί τον τρόπο της υπάρξεως της ανθρώπινης φύσεως και όχι την ουσία της (σελ. 149) [βεβαίως, η κακή εξατομίκευση ως τρόπος υπάρξεως πρέπει να αναιρεθεί]

Οι αρετές είναι τρόποι αυθεντικής υποστάσεως των λόγων των όντων. (σελ. 149) Ο Άγιος Μάξιμος γράφει: «Όθεν εν μεν τω τρόπω το παρηλλαγμένον των προσώπων κατά την πράξιν γνωρίζεται, εν δε τω λόγω το της φυσικής ενεργείας απαράλλακτον» [ο τρόπος της υπάρξεως είναι το πώς υπάρχει ο καθ’ έκαστον άνθρωπος, η κάθε υπόσταση, και αυτό φαίνεται από το πώς πράττει, ενώ η φύση ενεργεί σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Η φύση όμως ως ουσία καθίσταται και άτομο, ή καλύτερα, υπάρχει ως άτομο. Αυτή η μετάβαση γίνεται δυνατή μόνο δια μιας δημιουργικής πράξεως, είναι έργο του ακτίστου όντος. Με άλλα λόγια το ότι τα ατομικά όντα παραπέμπουν σε μία ουσία αποτελεί απόδειξη ότι συνιστούν έργα του ακτίστου. Το αν συμφωνούν ή όχι με την ουσία τους είναι δικό τους έργο, τουλάχιστον στην περίπτωση του ανθρώπου, ο οποίος διαθέτει αυτεξούσιο] Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι ο Άγιος Μάξιμος ταυτίζει τρόπο υπάρξεως, υπόσταση και πρόσωπο με ευκρίνεια και αμεσότητα. (σελ. 150)

Οι λόγοι λαμβάνουν υπόσταση μόνο ως συγκεκριμένοι τρόποι υπάρξεως, και η προσωπική ετερότητα είναι η μόνη δυνατότητα υπαρξιακής φανερώσεώς τους. Το πρόσωπο είναι η κατάσταση στην οποία οι λόγοι των όντων λαμβάνουν την αυθεντική υπόστασή τους. [αληθής υπόσταση είναι το πρόσωπο, δηλαδή το άτομο που κοινωνεί] Οι λόγοι γνωρίζονται εν προσώπω … γνωρίζονται μέσα στη σχέση που συνιστά το πρόσωπο ως ετερότητα, σχέση πριν από όλα του ανθρώπου με το Θεό. Τα προηγούμενα συνιστούν οντολογική θεμελίωση του προσώπου (σελ. 150) Η εκπλήρωση των λόγων των όντων, η σφαίρα της κατά φύσιν υποστάσεώς τους, είναι το πρόσωπο. Ο Άγιος Μάξιμος εισάγει το πρόσωπο στην οντολογία του, καθιστώντας την ερμηνεία της αδιανόητη χωρίς αυτό. (σελ. 150) Όλα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με την ευχαριστιακή προσωπολογία ως κοινωνική αμοιβαιότητα ανθρώπου και Θεού μέσω των λόγων των όντων ως δώρων και δομάτων. Σε αυτήν την συνάφεια το πρόσωπο είναι το πνευματικό γεγονός κατά το οποίο οι λόγοι των όντων καθίστανται «δώρα» του ανθρώπου προς τον Θεό και δόματα του Θεού στον άνθρωπο, εκπληρώνοντας έτσι την κατά φύσιν λειτουργικότητά τους, τον αυθεντικό τρόπο της υπάρξεώς τους. (σελ. 151)



Λόγοι των όντων και άκτιστες ενέργειες

Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι οι δυτικοί μελετητές δεν μπορούν να δεχθούν τη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό. Παραπέμπει στους Μπούλοβιτς και Riou, σύμφωνα με τους οποίους ο ίδιος ο Άγιος Μάξιμος ονομάζει τους λόγους «θείες ενέργειες». (σελ. 152) Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι στο Μάξιμο η διάκριση ουσίας και ενέργειας είναι φανερή: «δεν είναι δυνατόν να γνωρίσει κάποιος ούτε καν αν υπάρχει η θεία ή η ανθρώπινη φύση ούτε ότι διαφέρει από κάποια άλλη χωρίς την ενέργεια της ουσίας τους» (σελ. 153) [βεβαίως, διότι η ουσία είναι το έμμεσο, η ενέργεια είναι το φανερώνεσθαι σε έτερον τι] Η ουσιώδης ενέργεια είναι έκφραση της ουσιώδους δυνάμεως του υποκειμένου, οριζόμενη από τον ίδιο τον λόγο της ουσίας του. [όλα αυτά είναι αριστοτελικά] Το αυτό συμβαίνει περί του θείου και ανθρώπινου υποκειμένου. Στον Θεό η σχέση δυνάμεως και ενεργείας διαμεσουργείται από την έννοια του θελήματος. Ο π. Νικόλαος εξηγεί: δια του θελήματος η δύναμη ενεργοποιείται, διότι, κατά τον Μάξιμο, «κυριώτερον και πρώτον ιδίωμα πάσης μάλιστα φύσεως λογικής η κατ’ έφεσιν αυτής κίνησις» [η κίνηση της λογικής φύσεως είναι η θέλησή της] που εκφράζει τον λόγο της ουσιώδους δυνάμεώς της. (σελ. 154) [Πολύ σημαντικό. Κάθε φύση κινείται, επειδή θέλει αυτό που ταιριάζει στη φύση της∙ αυτό δε το οποίο θέλει συμφωνεί με την δύναμη η οποία προκύπτει από τη φύση της. Κακό είναι επομένως να βούλεται κάποιος το παρά φύσιν, και αυτό δεν μπορεί να είναι παρά η ροπή προς την κακή εξατομίκευση, την έλλειψη κοινωνίας]

Κάθε φύση διαθέτει λοιπόν ενέργεια με βάση τον ουσιώδη της λόγο. Αυτή είναι η φυσική της ενέργεια. Σε αυτήν την συνάφεια ο Άγιος Μάξιμος γράφει περί Χριστού ότι «αφού διέθετε τους ουσιώδεις λόγους των φύσεων, των οποίων συνιστά υπόσταση, [της θεϊκής και της ανθρώπινης] θα είχε και την ενέργεια της φύσεως της έμψυχης σάρκας … και καθώς διέθετε φυσική ανθρώπινη ενέργεια, κατά τον λόγο της ανθρώπινης φύσεώς Του, θα διέθετε και ως Θεός φυσική ενέργεια, την οποία εξέφαινε ο λόγος της υπερούσιας θεότητάς Του». (σελ. 154) Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι ο λόγος συνιστά μέσα στην ουσία την ενέργειά της, είναι η βαθειά ενότητα ουσίας και ενέργειας … και ως εκ τούτου το εύ-λογο της διακρίσεως ουσίας και ενεργείας, εν τη ενότητι του ουσιώδους λόγου τους στον Θεό. [υπέροχο παράδειγμα διαλεκτικής]

Στην συνέχεια ο π. Νικόλαος αναφέρεται σε ένα σημαντικότατο απόσπασμα του Μαξίμου: «ο νους αντιλαμβανόμενος τους λόγους των όντων … εννοεί δι’ αυτών πολλές και άπειρες ενέργειες του Θεού … αλλά δεν μπορεί να εννοήσει πως σε κάθε έναν λόγο χωριστά και σε όλους μαζί τους λόγους κατά τους οποίους υπάρχουν όλα, υπάρχει ο Θεός … [ο Θεός υπάρχει σε κάθε ιδιαίτερο λόγο] … Αυτός που δεν είναι κανένα από τα όντα και ταυτόχρονα είναι όλα τα όντα και πάνω από όλα τα όντα. Εάν λοιπόν κάθε θεία ενέργεια φανερώνει αμερίστως τον Θεό ολόκληρο δι’ αυτής σε κάθε ον ανάλογα με τον ιδιαίτερο λόγο της ουσίας του, ποιος υπάρχει που μπορεί να εννοήσει … με ποιον τρόπο υπάρχει ο Θεός σε όλα ολόκληρος και σε καθένα των όντων ιδιαιτέρως, αμερώς και αμερίστως, χωρίς ούτε να συνδιαστέλλεται ποικίλως κατά τις άπειρες διαφορές που ενυπάρχουν στα όντα [χωρίς να ταυτίζεται με την ιδιαιτερότητά τους], ούτε να συστέλλεται στην ιδιαίτερη ύπαρξη του καθενός, ούτε όμως και να περιορίζει τις διαφορές των όντων σύμφωνα με την μία και ενοειδή ολότητα των πάντων [ούτε ταυτίζεται με το ιδιαίτερο ούτε και αναιρεί το ιδιαίτερο] αλλά είναι αληθώς τα πάντα μέσα σε όλα τα όντα, Αυτός ο οποίος ουδέποτε εξέρχεται από τη δική του αμέριστη απλότητα» (σελ. 155) [το απόσπασμα αυτό συνιστά αποθέωση της διαλεκτικής. Ο Θεός είναι κατά τον εαυτό του απλός, δεν παρουσιάζει δηλαδή διαφορά προς έτερον τι∙ στα κτιστά όντα ενυπάρχει όλος ο Θεός και ταυτόχρονα δεν είναι σε αυτά∙ γίνεται δηλαδή πέραν εαυτού, διότι μόνο έτσι μπορεί να υπάρχει το έτερον του Θεού ον]

Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι ο Θεός υπάρχει με τους λόγους Του σε καθένα από τα κτίσματα∙ αυτή δε η παρουσία υποβαστάζεται από την απειρία των θείων ενεργειών, κάθε μία εκ των οποίων υποσημαίνει, δηλώνει όλον τον Θεό μέσα σε κάθε ον (σελ. 155-6) [πολύ καλή έκφραση. Κάθε ον ως κτίσμα είναι δια του ενεργείν του Θεού, το οποίο ενεργείν δεν παράγει απλώς το εκάστοτε ιδιαίτερο κτίσμα, αλλά ο Θεός παραμένει επίσης μέσα σε αυτό ως όλος ο Θεός, διότι ο Θεός δεν μερίζεται] Ο άκτιστος λόγος λειτουργεί έτσι ως όριο και ορισμός της άκτιστης ενέργειας, όχι με την έννοια πώς είναι το περιέχον της, αλλά ως κατ’ επίνοια προηγούμενός της. (σελ. 156) Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι αδιανόητη χωρίς αναφορά στους ακτίστους λόγους∙ με αυτόν τον τρόπο προωθείται και η διάκριση ουσίας και θελήσεως που προέρχεται από τους Καππαδόκες Πατέρες.

Η προήγηση των λόγων των όντων σε σχέση με τις άκτιστες ενέργειες φανερώνει, όπως παρατηρεί ο π. Νικόλαος, τον προσωπικό χαρακτήρα του Θεού, και εμφαίνει τη διάκριση ουσίας και προσώπων σε Αυτόν. (σελ. 156-7) Υπόσταση ή πρόσωπο σημαίνει ελεύθερη θέληση και δύναμη προς δραστηριοποίηση της προσωπικής ουσίας [ουσία ως ατομικότητα], ενέργεια που ανήκει στην ουσία του εκάστοτε προσώπου. (156-7). Έτσι και στον Παλαμά, σε αντίθεση προς την ουσιοκρατική θεώρηση του Βαρλαάμ, οι άκτιστες ενέργειες ερείδονται επί του προσωπικού χαρακτήρα του ζώντος Θεού της Γραφής [Θεός ως δρων ιστορικό πρόσωπο] (σελ. 157) Επί τη βάσει της ευχαριστιακής κοινωνητικής αμοιβαιότητας ανθρώπου και Θεού, η οποία βασίζεται στους λόγους των όντων, μπορούμε να σκεφθούμε ότι η θεία Ευχαριστία είναι το πλαίσιο εντός του οποίου γίνονται φανερές οι άκτιστες ενέργειες ως βουλητικές, αγαπητικές δωρεές του Θεού στον άνθρωπο. (σελ. 157-8)



Οι λόγοι και οι δυνάμεις της ψυχής

Η υπαρξιακή σημασία των λόγων των όντων έχει αρχίσει να διαφαίνεται. Ο άνθρωπος σχετίζεται με τους λόγους των όντων δια της πληρότητας των ακτίστων ενεργειών του Θεού εν Πνεύματι αγίω. (σελ. 159) Σε ένα πολύ ενδιαφέρον χωρίο ο Άγιος Μάξιμος λέει ότι «το ίδιο το Πνεύμα το άγιο ζητεί εν ημίν την γνώσιν των όντων και ερευνά∙ αλλά ουκ εαυτώ ζητεί το ζητούμενον, ότι Θεός, και πάσης επέκεινα γνώσεως∙ αλλά ημίν τοις δεομένος της γνώσεως». Ο π. Νικόλαος ερμηνεύει εν προκειμένω την γνώση ως μέθεξη-μετοχή με αυτουργό το Πνεύμα του Θεού. Πρόκειται για μια διόδευση του κτιστού δια των πνευματικών λόγων, η οποία φανερώνει τους λόγους των όντων ως δυνάμεις της ψυχής: «αυτός που ευσεβώς δια της θεωρίας κατανόησε τα όντα και διαβουλεύθηκε τον ορθό σε σχέση με αυτά λόγο και εφύλαξε τον εαυτό του ως προς την κρίση απαρέγκλιτο, αυτός συνέλαβε όλη την αρετή και δεν κινείται παρά μόνο προς την αλήθεια … και έχει μέσα στην ψυχή του την πράξη μέσα στο λόγο χωρίς αντιμαχία και συγκεντρώνοντας τους απαθείς λόγους … καθώς αυτοί είναι δυνάμεις της λογικής ψυχής». (σελ. 160) Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι καθώς η ψυχή ευθυπορεί προς τους λόγους, οι δυνάμεις της καθίστανται λογικές, δρουν δηλαδή και κινούνται κατά τους λόγους του είναι [μετά λόγου και όχι παρά τον λόγον]∙ βαθμιαίως η ψυχή λογοποιείται εξ ολοκήρου καθιστάμενη εικόνα του μεγάλου Λόγου με την κατ’ αρετήν μετοχή στους λόγους. (σελ. 160) Πρόκειται για την υπαρξιακή διαδικασία του «καθ’ ομοίωσιν», δια της οποίας ο άνθρωπος αποκτά πρόσωπον. (σελ. 160) [Ωραία παρατήρηση, η απόκτηση της αρετής ως απόκτηση προσώπου, κοινωνητικού χαρακτήρα]

Εφόσον ο άνθρωπος φτάσει σε αυτό το σημείο γίνεται κατά τον Μάξιμο «ως Θεός με τη θέωση, και θα του επιτραπεί μαζί με το Θεό να διασκεφθεί [εννοήσει] τα κτίσματα και να αποκτήσει την γνώση που έχει ο Θεός γι’ αυτά, και θα έχει κατά χάριν την ίδια με τον Θεό σοφή γνώση των όντων εξαιτίας της μεταποιήσεως του νου και της αισθήσεώς του ώστε να γνωρίζει ως Θεός» [«νοητική εποπτεία»; Πιθανόν αυτό δηλώνει η Γένεση όταν λέει ότι ο Θεός εδίδασκε στον Αδάμ τα ονόματα των ζώων] (σελ. 161) Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι ουσιαστικά πρόκειται για πλήρωση των λογικών δυνάμεων της ψυχής, για εκπλήρωση του έργου τους μέσω της πραγματώσεως της κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, παραπέμπει δε στην έκφραση του Μαξίμου ότι ο άνθρωπος «εν τω λόγω τον Θεόν ευρίσκει». Οι δυνάμεις της ψυχής βρίσκουν λοιπόν την αλήθειά τους στην ταύτισή τους με τους λόγους των όντων [γνώση ως μέθεξη]. (σελ. 161)

Ο π. Νικόλαος σημειώνει εν τέλει ότι αυτή η θεώρηση δεν ταυτίζεται με φιλοσοφική ή ψυχολογική ανθρωπολογία. Ως κύριο άξονα της κριτικής του ο π. Νικόλαος θέτει το εσχατολογικό στοιχείο των δυνάμεων της ψυχής, οι οποίες φτάνουν στην αλήθεια τους στο «καθ’ ομοίωσιν». Το έσχατο πάντως κέρδος της εμπλοκής στην αναζήτηση των λόγων των όντων είναι η αποκάλυψη και θεωρία της αλήθειας του Θεού μέσα στα όντα. Πρόκειται για επαλήθευση δια της μετοχής του ανθρώπου στην έσχατη αλήθεια τους. Η θεολογία των λόγων των όντων αφορά λοιπόν την προσωπική μας αυθεντικότητα [αυτό που κατ’ εξοχήν και κατ’ αλήθειαν είμαστε], η οποία πραγματώνεται στον ύψιστο βαθμό μέσα από την οντογονική ενέργεια των λόγων, δια της οποίας τελείται και η κοινωνία των όντων. Η κοινωνία των όντων δια των λόγων τους και το γίγνεσθαι των όντων δια των λόγων τους, αλλά και η σημασία αυτών για τον βίο του ανθρώπου προς το αεί ευ είναι, αποτελούν το αντικείμενό μας εις το εξής.



Η κοινωνία των όντων δια των λόγων τους

Σύμφωνα με τον Μάξιμο «όταν λέγη ο Απόστολος ιδού γέγονε τα πάντα καινά, ουδέν έτερον λέγει ή ότι, ιδού γέγονε τα πάντα εν» [σωτηρία ως ενοποίηση του διασπασμένου κτιστού όντος]. Η άποψη αυτή του Μάξιμου βασίζεται, όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος, στην θεωρία του για τους λόγους των όντων. (σελ. 165) Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι οι λόγοι των όντων δεν είναι «κλειστές» οντότητες, [οι μονάδες του Leibniz δεν έχουν παράθυρα, ενώ οι αληθείς ατομικότητες, αυτές δηλαδή που είναι ολότητες, κοινωνούν], αλλά υπάρχουν μόνο σε κοινωνία ενοποιητική των διαιρέσεων που τυχόν εμφανίζονται να υπάρχουν στην κτίση. (σελ. 165) «Οι λόγοι των επιμέρους προσχωρώντας στους λόγους των καθολικοτέρων όντων, ενοποιούν τα διηρημένα. Διότι οι καθολικότεροι λόγοι περιλαμβάνουν ενοειδώς τους λόγους των επί μέρους» [στην φύση -την μεταπτωτική-η συμπερίληψη των όντων δεν είναι φανερή, είναι όμως στους λόγους της φύσεως, προς τους οποίους και με βάση τους οποίους το κτιστό πρέπει να αναμορφωθεί].

Η παραπάνω διατύπωση συνιστά μια πρώτη θεμελιώδη έκφραση της κοινωνίας των όντων μεταξύ τους. Ο Άγιος Μάξιμος σημειώνει περαιτέρω: «Αλλά και μεταξύ νου και αισθήσεως, ουρανού και γης, αισθητών και νοητών, φύσεως και λόγου, υπάρχει κάποιος σχετικός [συσχετίζων] λόγος εν πνεύματι, ο οποίος εκτελεί την προς άλληλα ένωση». (σελ. 166) Κατά τον Μάξιμο η διαίρεση πρέπει να εξεπερασθεί. (σελ. 166) Μέσα στα όντα ο Άγιος Μάξιμος διακρίνει την «φιλικήν συγγένειαν» η οποία πρόκειται να υπερβεί «τον μερισμόν και την διάστασιν» που απειλεί τα όντα. Ο Μάξιμος ομιλεί «περί της ενότητας εν αλλήλοις των όλων» [καλή διατύπωση], ενότητα που αυτή μόνη μπορεί να διασώσει την «φυσική ετερότητα» [Εξαιρετική παρατήρηση - στην αληθή ενότητα και μόνον εκεί διασώζεται η διαφορά των όντων. Η ενότητα των ανατολικών θρησκειών είναι απόπειρα καταστροφής της ατομικότητας]. Ο Θεός ενέσπειρε στα όντα «τον λόγο της ενοποιητικής δύναμης που δεν επιτρέπει να αγνοηθεί η υποστατική προς ένωση τους ταυτότητα εξαιτίας της φυσικής ετερότητάς τους∙ επίσης, για να μην υπερισχύει η ιδιαιτερότητα ενός όντος απέναντι στην συγγένειά του προς τα άλλα όντα. Και η ίδια δύναμη που τα διατηρεί ασύγχυτα, τα διατηρεί επίσης και αδιαίρετα [διαλεκτική ως αποτέλεσμα του ενεργείν του Θεού] (σελ. 167) Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ακόμα ότι τα όντα ανήκουν σε άλληλα περισσότερο από όσο ανήκουν στον εαυτό τους.

Τα αναφερθέντα σκιαγραφούν κατά τον Άγιο Μάξιμο τον τρόπο της υπάρξεως του Θεού μέσα στην κτίση «διότι ο Θεός που έχει απορρήτως κρυφθεί μέσα στα όντα, ανάλογα φανερώνεται με καθένα από τα βλεπόμενα, όλος σε όλα … και ανελάττωτος, στα διάφορα όντα ο μη διάφορος και παντοτινά ίδιος … για εμάς που έχουμε παχεία διάνοια, καταδέχθηκε να σωματοποιηθεί … για να μπορέσει με όλα αυτά να μας συγκεντρώσει γρήγορα στον εαυτό Του, ενοποιούμενους κατά το πνεύμα, και να μας οδηγήσει στην απλή και ελεύθερη γνώση Του, έχοντας τόσο πολύ συνενώσει εμάς (ημάς συστείλας) για να ενωθούμε κατόπιν μαζί Του [πολύ σημαντικό] όσο ο ίδιος διαφοροποίησε τον εαυτό Του (εαυτόν διέστειλε) χάριν ημών». (σελ. 168) [πολύ σημαντικό∙ η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό περνάει από την ένωση με τους συνανθρώπους Του] Η κενωτική συγκατάβαση του Θεού προς τα κτιστά αποσκοπεί στην ενοποιητική συναγωγή των όντων προς Αυτόν, ούτως ώστε στα έσχατα να ολοκληρωθεί η ενότης τους, «όπου θα υπάρχει σε κάθε έναν η εναργός παρουσία του Θεού, ανάλογα με την επιφαινόμενη στον καθένα θεία δύναμη, η οποία θα συντηρεί τον δεσμό των όντων αιωνίως άλυτον» [τι να προσθέσει κανείς;](σελ. 168)

Η συναγωγή όλης της δημιουργίας, είναι κατά τον Μάξιμο η ουσία της σωτηρίας ως αποκασταστάσεως της κτίσεως, σχολιάζει ο π. Νικόλαος, μνημονεύοντας εν προκειμένω τον Florovsky. Πρόκειται για συναγωγή των όντων: «έτσι ό,τι είναι ο Θεός για την ψυχή, πρέπει να γίνει και αυτή για το σώμα, ώστε να αποδειχθεί ένας ο δημιουργός των όλων … και ενώ είναι διαφορετικά τα πολλά κατά την φύση, να φθάσουν στο ένα συγκλίνοντας όλα μαζί γύρω από τη μία φύση του ανθρώπου, και να γίνει τα πάντα στα πάντα ο ίδιος ο Θεός … υποστασιοποιώντας τα πάντα μεσα Του». Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι εν προκειμένω ο Άγιος Μάξιμος υπερβαίνει τον πλατωνίζοντα ωριγενισμό, στον οποίο ο υλικός κόσμος νοείται αρνητικά. Η σωτηρία όλου του κόσμου, και του φυσικού, αναμένεται μέσα από την συμπερίληψη του στην ανθρώπινη φύση. (σελ. 169) [πολύ σημαντικό∙ ο φυσικός κόσμος σώζεται δια της συμπεριλήψεώς του και μόνον, και αυτή λαμβάνει χώρα στην ανθρώπινη φύση]. Ο τόπος της των πάντων ενώσεως είναι η ανθρώπινη φύση [πολύ σημαντικό: αυτό συμβαίνει επειδή η φύση πρωταρχικά υπήρξε δια των ενεργειών του Θεού (όχι από εξέλιξη οδηγούμενη από φυσική τυχαιότητα), της οποίας υπέρτατη στιγμή, κατά την οποία ο κτιστός κόσμος ετίθετο ως εικόνα Θεού, ήταν ο άνθρωπος∙ βλέπουμε εν προκειμένω, γιατί η νατουραλιστικά εννοούμενη εξέλιξη αποτελεί προσβολή ενάντια στην θεία βούληση!] Η Εκκλησία είναι τώρα μέσα στην ιστορία ο τόπος της υπερβάσεως των διαιρέσεων και των «αυτονομιών», και αυτή η υπέρβαση επιτελείται μέσα στο ανθρώπινο σώμα του Χριστού. (σελ. 169-70) Η ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν έκφανση αυτής της οντολογίας της καθολικοποιήσεως, στην οποία πραγματοποιείται η ενότητα των όντων, η οποία μάλιστα αποκαλύπτεται στους αγίους ως «εν τη Τριάδι νούμενη ενότητα». Κατά τον Μάξιμο, ο Θεός «άγει τους αγίους αγνώστως προς την άγνωστον μονάδα [ενότητα], ενώνοντας αυτούς δια της χάριτος, και ομοιώνοντας τους κατά μέθεξιν προς αυτήν την μονάδα και Τριάδα» (σελ. 171)

Ο π.Νικόλαος σχολιάζει στη συνέχεια την θεολογία του Μαξίμου σε αντιδιαστολή προς την αρχαία φιλοσοφία, κρίνοντας την πλατωνική ρήση: «φύσις προς φύσιν ουκ αν κοινωνήση κατά φύσιν ποτέ αν∙ αλλά αμέτοχος, παντή κατ’ ουσίαν προς πάσαν έστι διάφορος». Ο Πλάτωνας, ως γνωστόν, στον Σοφιστή επιλήφθη του θέματος της «κοινωνίας των ειδών», καταλήγοντας στο ότι κάποια είδη κοινωνούν με κάποια∙ αναζήτησε δε κάποια τέχνη [μέθοδο] που θα καταδείκνυε πώς τα είδη κοινωνούν (μεταλαμβάνουν) (σελ. 171) Πρόκειται για την διαλεκτική. Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι το εκπληκτικό τόλμημα του Μάξιμου συνίσταται στο ότι, ενώ συμμερίζεται το ακοινώνητον των ουσιών, τις καθιστά δια των λόγων και εν τοις λόγοις κοινωνήσιμες, θεωρώντας ότι το κατά φύσιν των όντων είναι να τελούν εν κοινωνία και να προοδεύουν σε αυτήν και στην κοινωνία τους με τον Θεό μέσω του ανθρώπου. (σελ. 172) Κατά τον Μάξιμο τα όντα δεν είναι χωρίς αυτήν την καθολική τους κοινωνία [την οποία ο Άγιος Μάξιμος ορά, και την βλέπει να συστήνει τα όντα]. Άρα, καταλήγει ο π. Νικόλαος, κατά τον Μάξιμο ο Θεός δεν νοεί τα όντα ως χωριστά αλλά μόνο εν τη κοινωνία των ουσιών τους και με Αυτόν τον ίδιο, και αυτή η αντίληψη κατοχυρώνεται από τη θεωρία των λόγων των όντων. Πρόκειται για μια «θεολογική διαλεκτική».



Η Πρόνοια ως το άκτιστο έρεισμα του κοινωνείν

Η πρόνοια παίζει κατά τον Μάξιμο καθοριστικό ρόλο στην διεξαγωγή της κοινωνικής ενοποιήσεως των όντων «… σκοπός της θείας πρόνοιας είναι η δια της ορθής πίστεως και της πνευματικής αγάπης ενοποίηση των ποικίλλως υπό της κακίας διεσχισμένων [διαχωρισμένων μεταξύ τους]. Άλλωστε γι' αυτό έπαθε ο Σωτήρ, για να συναγάγει στον εν τα διεσκορπισμένα». (σελ. 173) Ο π. Νικόλαος σχολιάζει τα αναφερθέντα, λέγοντας ότι η κακία προκαλεί διάσχιση, καταστροφή της κοινωνίας, ενώ ουσία της σωτηρίας είναι η συναγωγή, με οντολογικούς όρους, των διεσκορπισμένων όντων στην κοινωνική αγαθότητα της θείας αγάπης. Σε ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα ο Άγιος Μάξιμος λέγει: «Αφού εδημιούργησε ο Θεός τα πάντα με την άπειρη δύναμή Του και τα έφερε στην ύπαρξη, τα συγκρατεί, τα συνενώνει και χαράζει τα όριά τους. Συνδέει με την πρόνοιά Του το ένα με το άλλο και με τον εαυτό Του, και τα νοητά με τα αισθητά … (τα όντα) συμφύονται όλα μαζί χωρίς να συγχέονται, σύμφωνα με την ακατάλυτη σχέση και φύλαξη της μοναδικής αρχής και αιτίας … (τις ιδιαιτερότητες) δεν τις καταστρέφει και δεν τις αναιρεί και δεν τις κάνει να μην υπάρχουν, αλλά με το να τις νικά και να λάμπει επάνω τους, όπως το όλον στα μέρη του». (σελ. 174)

Η πράξη της δημιουργίας, παρατηρεί ο π. Νικόλαος, ολοκληρώνεται στην κοινωνική ενδιάσφιγξη όλων των όντων μεταξύ τους και με τον Δημιουργό ως έκφανση της προνοητικής Του δυνάμεως, η οποία συνέχει, συναγάγει και οριοθετεί τα κτιστά όντα και τα ασφαλίζει από την μετάπτωσή τους στο μη ον. Ο Θεός συναγάγει τα «κατά την φύσιν διεστηκότα αλλήλων» μέσω της ενοποιητικής ισχύς της νεύσεως, της τάσεως, των όντων προς τον Θεό [τα όντα είναι πρωταρχικώς καλά μεν, αλλά όχι τέλεια∙ επειδή περιέχουν το θεϊκό στοιχείο, ως ουσία τους, πρέπει να εξισωθούν προς αυτήν την ουσία τους] Η αναφερθείσα τάση είναι κατά τον Μάξιμο «αρχή σχέσεως», η οποία οφείλεται στην αναφορικότητα των όντων του ενός προς το άλλο δια των λόγων τους. Δια αυτής λοιπόν τα όντα προοδεύουν σε μία ταυτότητα υπάρξεως και κινήσεως, ακατάλυτη μεν, αλλά και σωστική της ετερότητας. Δηλαδή, κατά τον Μάξιμο, δεν φθείρονται και ούτε αναιρούνται οι επί μέρους ουσίες, αλλά η υπερφυής θεία αιτία όλων καλύπτει τις επιμέρους ατομικές υπάρξεις, φανερώνοντας πρωτίστως την κοινωνική αλήθεια του όλου. Αποτέλεσμα της πρόνοιας ανάμεσα στα όντα είναι η ανάδειξη της κοινωνικής τους ενότητας, ανάδειξη του όλου, όχι εις βάρος των μερών, αλλά αντιθέτως ως πλήρωση της ετερότητάς τους. Δια της προνοιακής κοινωνιοποιητικής πρόνοιάς Του ο Θεός φανερώνεται «πυθμήν αδιάστατος της περιοχής πάντων» (σελ. 175)

Η ζωή της κοινωνίας με τον Θεό και των όντων μεταξύ τους είναι περαιτέρω η ζωή της «ατρεψίας» και της χαρισματικής αφθαρσίας [σημαντικό: η σωτηρία ως κοινωνία είναι και ατρεψία, αλλά βέβαια εν μεταβολή]. Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι στο Προς Θαλάσσιον ο Άγιος Μάξιμος μάς λέει ότι ο Θεός, εκτός από την συντήρηση του κτιστού, απεργάζεται «μέσω της προνοίας την εξομοίωση των καθολικών προς τα μερικά∙ [ενδιαφέρουσα διατύπωση: τα επί μέρους, τα λιγότερο καθολικά, πρέπει να εξομοιωθούν με καθολικά –προφανώς, διότι μόνο έτσι μπορούν αληθώς να κοινωνήσουν] … (έτσι) κάμει τα επιμέρους όντα σύμφωνα μεταξύ τους και ομοίως κινούμενα, χωρίς να έχουν τα μερικά προς τα γενικά διαφορά γνώμης [τι θα μπορούσε, άραγε, να σημαίνει αυτό για τα όντα της φύσεως;] αλλά θα φανερωθεί ένας και ο αυτός λόγος για όλα τα όντα … και θα δείξει έτσι ενεργούμενος την χάρη που θεώνει τα πάντα … (με αυτήν την χάρη ενεργεί ο Θεός) για να καταστεί με όλα και σε όλα ένα ο Τριαδικός Θεός, φανερούμενος σε όλους ανάλογα με την χάρη για την οποία καθείς είναι άξιος». (σελ. 176) Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι η προς το ευ είναι, κίνηση των μερικών όντων οδηγεί στην καθολική ενοποίησή τους, στην οποία φανερώνεται σε όλα ο ένας και αυτός λόγος. (σελ. 177) [σωτηρία = κοινωνία = ενοποίηση εν διαφορά = καθολικοποίηση των μερικών = εμφάνιση του αυτού λόγου σε όλα, δηλαδή του Θεού∙ στην σωτηρία ο Θεός, ο κεκρυμμένος λόγος κάθε όντος, καθίσταται φανερός στο κάθε ον ή το κάθε ον παρουσιάζεται θεοποιημένο] Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι το όραμα του Μάξιμου είναι εκπληκτικό: η ποικιλία των κτιστών όντων φθάνει σε μία τέτοια κοινωνία, ώστε οι πολλοί λόγοι των όντων να καθίστανται δια της πρόνοιας ένας και ο αυτός λόγος [παρά τη διαφορά τους, η οποία εξίσου δεν αναιρείται∙ άρα, θέωση].

Η κοινωνία των όντων τα οδηγεί όλα προς την θέωση συμπεριλαμβάνοντας όλο το κτιστό ον στην ανθρώπινη φύση και κατευθύνοντάς το προς τον Θεό. Ο Θεός δρα προνοιακώς σημαίνει ότι δρα ζωοποιώντας, παρέχοντας προσβάσεις στην ενεργούμενη κοινωνία εν Χριστώ [ωραία έκφραση!]. Ο Άγιος Μάξιμος συσχετίζει την Πεντηκοστή με την πραγμάτωση της κοινωνίας ως «απαρχή και τέλος των όντων, και λόγος, ω τα πάντα φύσει συνέστηκε». (σελ 177) Η πρόνοια λοιπόν κορυφώνεται στην Πεντηκοστή, στην καθολική έκχυση του Πνεύματος. Κατά τον Μάξιμο η Πεντηκοστή είναι το εσχατολογικό γεγονός της πλήρους αποκαταστάσεως των όντων κατά την πρόνοια του Θεού, και επομένως η τέλεια ένωση της φύσεως τους με τον λόγο τους, η τέλεια λογοποίηση των όντων.



Ο Χριστός ως μυσταγωγός της εν κοινωνία ενότητας

Στην κορύφωση της αρχιερατικής προσευχής ο Χριστός παρακαλεί τον Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσι … ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν». Εν προκειμένω, όπως παρατηρεί ο π. Νικόλαος, ο Κύριος συνδέει την τελειότητα με την ενότητα, η οποία προκύπτει από την υιοθεσία των πιστών. Η ενότητα των πιστών είναι εικόνα της ενότητας του Υιού με τον Πατέρα∙ στην άλλη πλευρά έχουμε τον κόσμο [τον μεταπτωτικό] ο οποίος είναι βυθισμένος στην διαίρεση και τον διχασμό. Ο Χριστός φανερώνει την αλήθεια των όντων, η δε αλήθεια αυτή πραγματώνεται και στην κοινωνία που συγκροτεί ο Χριστός με τους φίλους και τους μαθητές του στον κόσμο. (σελ. 179)

Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι η θεολογία του Μαξίμου που αναπτύσσεται στο Περί διαφόρων αποριών εκθέτει τον κοινωνικό προορισμό του ανθρώπου και το ενοποιητικό έργο του Χριστού «ίνα την μεγάλη βουλή πληρώση του Θεού και Πατρός, εις Εαυτόν ανακεφαλαιώσας τα πάντα». (σελ. 180) Το αίτημα της ανακεφαλαιώσεως του παντός προκύπτει από τις πέντε μεγάλες διαιρέσεις που αφορούν την φύση των όντων: Πρώτη είναι η διαίρεση ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο∙ δεύτερη διαίρεση, που αφορά το κτιστό ον, είναι αυτή ανάμεσα σε αισθητά και νοητά όντα∙ τρίτη διαίρεση, που αφορά στα αισθητά, είναι η διάκριση ανάμεσα σε Γη και ουρανό∙ τέταρτη διαίρεση, που αφορά τη Γη, είναι αυτή ανάμεσα σε παράδεισο και οικουμένη, [η τέταρτη διαίρεση πρέπει μάλλον να νοηθεί υπό το πρίσμα προπτωτικών συνθηκών]∙ και τέλος πέμπτη είναι η διαίρεση που αφορά στον άνθρωπο, ο οποίος διαιρείται σε άρρεν και θήλυ. Κατά τον Μάξιμο ο άνθρωπος [προφανώς, στην προπτωτική κατάσταση] διαθέτει την «προς ένωσιν δύναμιν» των αναφερθέντων διχοτομήσεων, προοδεύοντας στην σταδιακήν «ανατατικήν» ενοποίηση «των προσεχών επί τα πόρρω και των ηττόνων επί τα κρείττονα», η οποία «αποπερατούται» στον Θεό. (σελ. 180)

Ο άνθρωπος εισάγεται τελευταίος στην δημιουργία «οιονεί σύνδεσμος τις φυσικός τοις καθόλου δια των οικείων μερών μεσιτεύων άκροις, εις εν άγων εν εαυτώ τα πολλά κατά την φύσιν αλλήλων διεστηκότα τω διαστήματι». [καταπληκτικά πράγματα∙ αυτή είναι η πραγματική έννοια της δημιουργίας, αλλά και της εξέλιξης, η οποία δεν είναι απλώς τυχαία φυσική διαδικασία -όπως θα το ήθελαν οι σύγχρονοι εξελικτιστές-, αλλά σκόπιμη εκ Θεού ηθελημένη δημιουργική ενέργεια∙ σε αυτήν δε ο άνθρωπος φανερώνεται ως εικών Θεού, ικανός να μεσιτεύσει ανάμεσα στα όντα, τα οποία είναι μεν καλά δια της παρουσίας του Θεού, αλλά όχι τέλεια] Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι προορισμός του ανθρώπου είναι η βαθμιαία άρση των οντολογικών διαιρέσεων «καθ’ ειρμόν και τάξιν», ξεκινώντας από την άρση της διαιρέσεως μεταξύ άρρενος και θήλεος, μεταβαίνοντας στην ενοποίηση παραδείσου και οικουμένης και στην ένωση ουρανού και γης (επιτυγχάνοντας ταυτότητα με τους αγγέλους κατά την αρετήν), ώστε κατόπιν να ενώσει τα αισθητά με τα νοητά, προκειμένου «ένεκα της ισότητας στη γνώση με τους αγγέλους, να ενοποιήσει την σύμπασα κτίση», και εντός του «να μην έχει καμία έλλειψη η γνωστική του ικανότητα η σχετική με τους λόγους». Όπως παρατηρεί ο π. Νικόλαος, στο αναφερθέν κείμενο η γνώση των λόγων των όντων καθιστά τον άνθρωπο ίσο με τους αγγέλους και είναι ο τρόπος αποκαταστάσεως της ενότητας της φύσεως, καθώς η τελευταία αυτή πλέον ως προς την δυνατότητα της γνώσεως γίνεται ολόκληρη, αισθητή και νοητή, διάφανη με τη γνώση των λόγων που την εμψυχώνουν. (σελ. 181)

Στο τέλος, ο άνθρωπος ενώνει την κτιστή με την άκτιστη φύση καθιστώντας τες «δι’ αγάπης» «εν και ταυτόν κατά την έξιν της χάριτος» «… προσχωρώντας όλος καθ’ ολοκληρίαν στον Θεό, και καθιστάμενος όλα όσα είναι ο Θεός χωρίς την κατ’ ουσίαν ταυτότητα μαζί Του». (σελ. 181) Ο άνθρωπος, όμως χρησιμοποίησε την δεδομένη σ’ αυτόν φυσική δύναμη προς ένωση των διαιρεμένων στην επίταση μάλλον της διαιρέσεως «και με αυτόν τον τρόπο κινδύνευσε ελεεινώς να μεταχωρήσει ξανά προς το μη ον».

Ο Θεός γίνεται λοιπόν άνθρωπος «για να σώσει τον άνθρωπο που χανόταν, ενώνοντας τα υπάρχοντα στη φύση της όλης κτίσεως ρήγματα δια του εαυτού Του, και φανερώνοντας τους καθολικούς λόγους των επι μέρους κτισμάτων, δια των οποίων είναι φυσικό να γίνεται η ένωση των διαιρεμένων όντων, ώστε να εκπληρώσει την μεγάλη βουλή του Θεού και Πατρός, ανακεφαλαιώνοντας στον εαυτό Του τα πάντα όσα είναι στον ουρανό και όσα είναι στην γη…» (σελ.182) [η έννοια του Χριστού ως Σωτήρος]. Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι στο χωρίο αυτό η σωτηρία του ανθρώπου ταυτίζεται με την άρση των ρηγμάτων της φύσεως και την ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ∙ αυτό όμως δια της συνδέσεως με το ζήτημα της συνάψεως των λόγων των όντων, δια των οποίων και μόνον μπορούν να ενωθούν τα διαιρεμένα. (σελ. 182) [εκεί όπου λέει ο Άγιος Μάξιμος «φανερώνοντας (δείξας) τους καθολικούς λόγους (προφερομένους) των επιμέρους κτισμάτων»∙ άρα η σωτηρία ως ανακεφαλαίωση της κτίσεως δια του Χριστού σημαίνει ότι οι επιμέρους λόγοι ενοποιούνται υπαγόμενοι στους καθολικότερούς τους∙ ενοποιούνται, θα λέγαμε καθολικοποιούμενοι.

Επομένως, στην προπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος ως ανακεφαλαιωτής της φύσεως είναι το καθολικότερο ον∙ αυτό όμως μόνον δια της ενότητας με τον Θεό, ο οποίος επενεργεί την ενότητα δια των λόγων των όντων –καθιστώντας τους δηλαδή ύπαρξη-. Μετά την πτώση προκύπτει κακή εξατομίκευση, αφού οι λόγοι παύουν να ενεργούνται από το Θεό και δεν διατηρούνται στην ενοποιητική τους συσχέτιση, αλλά αυτονομούνται] Όταν ο Άγιος Μάξιμος ομιλεί λοιπόν για κοινωνία και ένωση των όντων εννοεί την δια των λόγων τους κοινωνία και ένωση (σελ. 182) [τα όντα κοινωνούν δια των λόγων τους, διότι σε αυτούς εκφέρονται ως κοινωνία. Στο βαθμό που τα όντα υπάρχουν εκτός Θεού υπάρχει διαίρεση των λόγων αυτόκλητα, την οποία επομένως είτε την συγκρατεί και την συνέχει ο Θεός, όπως προπτωτικά είτε την επαναθέτει στο ον ο Χριστός, ο οποίος είναι και η πηγή των λόγων των όντων.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι λόγοι ως άκτιστοι συνιστούν ατομικές ολότητες και κοινωνούν ούτως ή άλλως. Εφόσον δια της δημιουργίας το περιεχόμενό τους τίθεται εκτός Θεού, ώστε να υπάρξουν τα κτιστά, οι λόγοι αυτόκλητα διασπώνται∙ αλλά όμως ο Θεός παρίσταται στο έτερον Αυτού ον και συγκρατεί με την ίδια δημιουργική ενέργεια τα όντα σε κοινωνία καθιστώντας τα λόγους. Λόγω του αυτεξουσίου του ανθρώπου είναι όμως δυνατόν να επιλεγεί η αντίθετη κατεύθυνση, η εξατομίκευση, η διάσπαση της κοινωνίας. Σε αυτήν την περίπτωση το κτιστό δεν μπορεί πλέον να ανεγερθεί ει μη μόνο δια του Χριστού, ο οποίος ως άνθρωπος -κτιστός- μετέχει μεν του διηρεμένου, αλλά ως Θεός μπορεί να το ενοποιεί]

Σύμφωνα με τον Μάξιμο ο Χριστός υπερβαίνει τη διάκριση των φύλων δια της γεννήσεώς του εκ της Παρθένου. Μετά την ανάσταση Του συνδιαιτώμενος με τους μαθητές φανερώνει την ένωση παραδείσου και οικουμένης, ενώ με την ανάληψη ενοποιεί γη και ουρανό. Ακολούθως, διερχόμενος με την ψυχή και το σώμα όλα τα αισθητά και τα νοητά ενοποιεί την σύμπασα κτιστή φύση «την προς το εν της όλης κτίσεως κατά τον εαυτής αρχικώτατον και καθολικότατον λόγον σύννευσιν δείξας εν εαυτώ παντελώς αδιαίρετον και αστασίαστον». Εν τέλει Ο Χριστός εμφανίζεται ενώπιον του Πατρός ως άνθρωπος, «έχοντας εκπληρώσει ως άνθρωπος αληθινά και έμπρακτα με απαράβατη υπακοή όσα προόρισε ο Θεός να γίνουν». (σελ. 182-3) Ο π. Νικόλαος σημειώνει ως έσχατο προορισμό και βουλή του Πατρός την καθολική ενοποίηση των πάντων, η οποία εκπληρώνεται από τον Χριστό. Το είναι συγκροτείται ως τέτοιο δια της κοινωνίας και εν τη κοινωνία των επί μέρους επί τα καθολικότερα και στην σύναψη των ρηγμάτων, ως πρόοδος της κοινωνικής ζωής των όντων μέχρι τον έναν «παντελώς αδιάκριτον λόγον» [τον καθολικότατον;] της κτίσεως. (σελ. 182)

Ο Άγιος Μάξιμος λέγει ακόμα ότι «πάντα γαρ κατά τον αληθή λόγον αλλήλοις συνεμπίπτει»∙ ταυτοποιούνται, δηλαδή όλα τα κτιστά «χωρίς ούτε το πιο ευτελές ανάμεσα στα όντα να εγκαταλείπεται … διότι όλα τα όντα τα οποία είναι διακεκριμένα μεταξύ τους με τις ιδιαίτερες διαφορές τους, ενώνονται και μέσω κάποιου γενικού λόγου της φύσεώς τους (γενικώ τινί λόγω της φύσεως) συνωθούνται προς το έν και ταυτόν» (σελ. 184) [ενοποίηση ως καθολικοποίηση και συνώθηση προς τον καθολικό λόγο, τον Χριστό] Στο επόμενο μέρος αυτής της σειράς θα δούμε πώς νοείται από τον Μάξιμο η κίνηση των όντων, το γιγνεσθαί τους κατά τους λόγους τους, ώστε να οδηγηθούν στην ενότητα με τον καθολικό Λόγο, τον Χριστό.

Λόγοι των όντων: Πώς τα όντα επιτυγχάνουν τον λόγο ύπαρξής τους





Το γίγνεσθαι των όντων δια των λόγων τους (3ο μέρος)


Σε αυτό το τρίτο μέρος θα ασχοληθούμε με την διδασκαλία του Μαξίμου σχετικά με το γίγνεσθαι των όντων δια των λόγων τους, ιδίως του ανθρώπου και βέβαια σε αναφορά προς την εσχατολογική προοπτική αυτού.



Πρώτα από όλα ο π. Νικόλαος εκθέτει την «φιλοσοφία της κινήσεως» του Μαξίμου. Σύμφωνα με τον ιερό συγγραφέα κανένα από τα κτιστά όντα δεν μπορεί να είναι ακίνητο και ατρεπές: «Διότι όλα τα εκ Θεού προερχόμενα όντα και υπάρχοντα μετά από Αυτόν, υπόκεινται στην κίνηση [και τη μεταβολή], καθώς δεν είναι αυτοκίνητα ή αυτοδύναμα∙ και μάλιστα όχι κατά αντιδιαστολή αλλά συμφώνως προς τον λόγον, τον οποίο εναπέθεσε δημιουργικά εντός τους η αιτία που τα συνέστησε» (σελ. 217).

Αυτό σημαίνει, όπως εξηγεί ο π. Νικόλαος, ότι τα όντα δεν κινούνται κατά αντιδιαστολή προς τον Θεό [και το θέλημά Του], αλλά σύμφωνα με το θέλημά Του, τον άκτιστο δηλαδή λόγο της φύσεως τους [οι λόγοι της φύσεως των όντων ως άκτιστοι είναι θέλημα Θεού και προϋπάρχουν σε Αυτόν, προτού υπάρξουν εκτός Θεού δια της δημιουργίας του κόσμου ως ουσίες των όντων].

Η κίνηση των όντων αφορά κατά τον Μάξιμο την σχετική με αυτά Οικονομία και όχι την ουσία τους, η οποία είναι βεβαίως αμετάβλητη, σταθερή: «Όλα τα όντα αναφορικά με τον λόγο κατά τον οποίο έλαβαν υπόσταση είναι εντελώς στάσιμα και ακίνητα, όσον αφορά όμως τον λόγο τον σχετικό με την κατάστασή τους, κατά τον οποίο συστήνεται και διεξάγεται όλη η σχετική με αυτά οικονομία, όλα κινούνται και δεν μένουν στάσιμα». [παρατηρούμε ότι τα όντα λαμβάνουν υπόσταση, η οποία είναι η ατομική τους ύπαρξη σύμφωνα με κάποιον άκτιστον λόγο, ο οποίος νοείται ως ουσία τους. Αυτή η ουσία τους είναι αμετάβλητη] Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι η αναφερθείσα από τον Μάξιμο κίνηση, η σχετική με την οικονομία των όντων, δεν αφορά στην αλλοίωση και φθορά των όντων, αλλά αποτελεί οντολογικό τους χαρακτηριστικό. (σελ. 218) [πρόκειται δηλαδή για μια κίνηση που τα αφορά με ουσιαστικό τρόπο, αν και δεν μεταβάλλει την ουσία τους, δηλαδή τον λόγο σύμφωνα με τον οποίο υπάρχουν. Περαιτέρω η ατομική τους ύπαρξη, και δη ως μεταπτωτική, υπόκειται σε αλλοίωση και φθορά, αλλά αυτή δεν είναι η κίνηση η κατά την ουσία τους] Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι ο Μάξιμος διακρίνει την «προς το μη ον παράλογον φοράν» [που είναι αποτέλεσμα της πτώσεως] από την «θετικήν κίνησιν» ως ιδιότητα του λόγου της φύσεως του κτιστού [τα κτιστά όντα έχουν κίνησιν και προπτωτικά, ο δε άνθρωπος έχει έργο και προ της πτώσεως]. Η θετική αυτή κίνηση είναι «άνοδος και αποκατάστασις» του κτιστού στον θείον σκοπόν του [μετά την πτώση, βέβαια, μόνο δια του Χριστού].

Ο Μάξιμος, παρατηρεί ο π. Νικόλαος, θεωρεί λοιπόν την κίνηση «δύναμιν φυσικήν» των όντων που επείγονται προς τον σκοπό τους [σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η κίνηση είναι έκφραση της δυνάμεως μιας ουσίας, η οποία ενεργεί προς ένα τέλος]. Πρόκειται ακόμα για «ενέργειαν δραστικήν» των όντων που τα κατευθύνει προς εκείνον τον απαθή, αυτοτελή, αγένητο, ακίνητο, τέλειο, πλήρη και άναρχο σκοπό που είναι ο Θεός. [ο Θεός είναι λοιπόν η αιτία της κινήσεως των όντων, αλλά ως σκοπός] Ο π. Νικόλαος αναφέρει εν προκειμένω τον Ωριγένη, ο οποίος θεωρούσε την κίνηση ως προηγούμενη της δημιουργίας, και την ίδια την δημιουργία ως προκύπτουσα δια του «κόρου», δια του χορτασμού των πνευμάτων όσο αναπαύονταν εντός του Θεού∙ αυτά λοιπόν, εξαιτίας κόρου, εκινήθηκαν και εξέπεσαν του Θεού, με αποτέλεσμα την γένεση του κόσμου, επίστευε ο Ωριγένης. Ορισμένα δε από τα πνεύματα φυλακίστηκαν σε σώματα δίκην τιμωρίας, οπότε η σωτηρία τους έγκειται στην απελευθέρωση των ψυχών από το σώμα και την επιστροφή τους στο Θεό [πρόκειται, θα λέγαμε για ένα χριστιανισμό κατά το πρότυπο του νεοπλατωνισμού] Στην ωριγενική τριάδα «κίνησις, γένεσις, στάσις» ο Μάξιμος αλλάζει τη σειρά των δύο πρώτων όρων∙ έχουμε λοπόν «γένεσις, κίνησις, στάσις». Καθώς η δημιουργία οφείλεται στην ελεύθερη θέληση του Θεού, η κίνηση των κτιστών όντων δεν μπορεί είναι καθ’ εαυτή κακή. [η κίνηση και η μεταβολή δεν είναι δηλαδή μόνο αλλοίωση και φθορά. Ο Θεός δεν μπορεί να δημιούργησε τα όντα για να μεταβαίνουν στο μη ον. Σε αυτό το σημείο βρίσκουμε τόσο θεολογικό όσο και φιλοσοφικό μίτο που μας οδηγεί εκτός της φρικτής πλάνης του νατουραλισμού που εκφράζεται όσον αφορά τα έμβια όντα μέσω της θεωρίας της δαρβινικά νοούμενης εξελίξεως] Τα κτιστά όντα είναι ανυπερθέτως κινητά, και η κίνησή τους είναι έκφραση της αναγκαιότητας της ίδιας της φύσεώς τους [έκφραση του λόγου της ουσίας τους]. (σελ. 220) Η κίνησή τους [σύμφωνα με τον λόγο τους] είναι μεν «πάθος», αλλά όχι εμπαθής, όπως συμβαίνει στην μεταπτωτικότητα.

Ο π. Νικόλαος αναφέρει τον Στανισλοάε, ο οποίος παρατηρεί ότι κατά τον Μάξιμο η ορθή κίνηση των όντων είναι εκείνη που είναι σύμφωνη με τον όρο και το μέτρο τους. Το μόνο δυνατό νόημα της κινήσεως των κτιστών είναι η κατεύθυνσή της προς τον άκτιστο Θεό. (σελ. 220) Η ελεύθερη αυτή κίνηση των κτιστών τελειώνει με τη στάση τους μετά την μετάβαση των πεπερασμένων στη θεία απειρότητα: «πάσης γενέσεως και κινήσεως των όντων αρχή και τέλος εστί ο Θεός, ως εξ αυτού γεγενημένων και δι’ αυτού κινουμένων, και εις αυτόν την στάσιν ποιησομένων». Εν προκειμένω ο π. Νικόλαος υπενθυμίζει όσα ειπώθηκαν σχετικά με τις υπόλοιπες δέκα τριάδες όρων, που ακολουθούν το πρότυπο «γένεσις, κίνησις, στάσις», και άγουν από το είναι δια μέσου του ευ είναι στο αεί ευ είναι ως τέλος του γίγνεσθαι των όντων. Αυτό το γίγνεσθαι ολοκληρώνει το «σχέδιο του Θεού» για την κτίση. (σελ. 221) Με βάση λοιπόν εκείνα τα αναφερθέντα και υπό το πρίσμα της κινήσεως του κτιστού προς τον ύψιστο σκοπό που είναι ο Θεός, μπορεί να λεχθεί ότι το γίγνεσθαι, η κίνηση που οδηγεί σε αυτόν τον σκοπό είναι η απαραίτητη υπαρξιακή προϋπόθεση για την εν Θεώ στάση των όντων και την κοινωνία με Εκείνον. Η κίνηση είναι, θα λέγαμε, το «μέσον» που καθιστά τα όντα κοινωνικά μεταξύ τους και με τον Θεό. (σελ. 222) [σημαντική παρατήρηση, που σημαίνει ότι τα όντα δεν προάγονται στην κοινωνία με τον Θεό μηχανικώ τω τρόπω, αλλά ως αποτέλεσμα της ιδίας ενέργειας τους, δια της οποίας θέτουν αυτό το οποίο δηλώνει ο λόγος τους, και το οποίο περαιτέρω υποδηλώνει το άκτιστο θέλημα του Θεού∙ ή, στην αντίθετη και κακή περίπτωση δεν θέτουν τον λόγο τους στην ύπαρξη, δεν πραγματώνουν δηλαδή το θέλημα του Θεού. Επομένως, η κίνηση άπτεται άμεσα του ζητήματος της θελήσεως].



Θέληση και κίνηση

Με βάση τη διάκριση ότι, ενώ μεν η δημιουργία των άλλων κτισμάτων έλαβε χώρα απλώς δια του θείου λόγου, η κατ’ εικόνα πλάση του ανθρώπου τον κάνει να διαθέτει ελεύθερη συνειδητή ζωή. Με αφετηρία λοιπόν την ελευθερία και την συνειδητότητα του ανθρώπου μπορεί να νοηθεί η καλούμενη από τον Μάξιμο «αυτεξούσιος κίνησις» του ανθρώπου προς την κοινωνία με τον Θεό∙ αυτεξούσιο, επομένως, και θέληση στον Μάξιμο ταυτίζονται (σελ. 222) Ακολουθούν κάποιοι πολύ ενδιαφέροντες ορισμοί του αυτεξουσίου από τον Μάξιμο: «κυριότης έννομος των εφ’ ημίν πρακτών ή κυριότης ακώλυτος της των εφ’ ημίν χρήσεως∙ ή όρεξις των εφ’ ημίν αδούλωτος» [εύκολα διακρίνει κανείς τις αριστοτελικές καταβολές αυτών των εκφράσεων∙ τα «εφ’ ημίν πρακτά» είναι το ερώτημα της αριστοτελικής ηθικής. Ο όρος «όρεξις» συσχετίζεται στον Αριστοτέλη και με το τμήμα της ψυχής που καλείται ορεκτικόν ή επιθυμητικόν] Ο π. Νικόλαος παραθέτει και άλλους ενδιαφέροντες ορισμούς του Μαξίμου, όπως της «διαβουλεύσεως» («βουλευόμεθα περί των εφ’ εμίν και δι’ ημών γίνεσθαι δυναμένων») και της «γνώμης» (γνώμην είναι φασίν όρεξιν ενδιάθετον των εφ’ ημίν) [δεν πρέπει να συγχέεται με την δόξα] Περαιτέρω, ο Μάξιμος σημειώνει ότι «κατ’ εξουσίαν βουλευόμεθα», επομένως η γνώμη μας είναι αυτεξούσια, δεν μας επιβάλλεται. [επί αυτού, το οποίο επιθυμούμε, έχουμε εξουσία]. Ο Μάξιμος ορίζει ακόμα το θέλημα ή την θέληση ως «δύναμιν του κατά φύσιν όντος ορεκτικήν και των ουσιωδώς τη φύσει προσόντων συνεκτική πάντων ιδιωμάτων». (σελ. 223) Λέγει ο Μάξιμος «Με το θέλημα συνέχεται [έχει συνοχή] φυσικώς η ουσία και επιθυμεί να ζει και να κινείται με αίσθηση και νου, ποθώντας την ίδια την πληρότητα της φυσικής της υπάρξεως. Διότι η φύση είναι θελητική του εαυτού της [σημαντικό] και όλων εκείνων τα οποία την συνιστούν ως τέτοια∙ και αυτό επειδή είναι ορεκτικά επηρτημένη προς τον λόγο σύμφωνα με το οποίο έγινε». [πολύ σημαντικά όλα αυτά: Ο Μάξιμος εξηγεί τι είναι η θέληση υπό την έννοια ότι κάθε φύση ορέγεται τον εαυτό της και ό,τι συνιστά τον εαυτό της, διότι είναι συναρτημένη προς τον λόγο της∙ επομένως, ορεγόμενη τον εαυτό της, ορέγεται τον λόγο της, με άλλα λόγια το κεκρυμμένο εντός της θεϊκό στοιχείο και επιδιώκοντας αυτά άγεται εν τέλει προς την κοινωνία με τα άλλα όντα και με τον Θεό]

Ο π. Νικόλαος σχολιάζει σε σχέση με τα αναφερθέντα ότι η φύσις ενός όντος ορέγεται τον λόγο της ουσίας της και μέσω αυτού όλα τα συστατικά του κατά φύσιν τρόπου της υπάρξεώς της. (σελ. 223) [αυτή η υπαρκτική πληρότητα είναι η κοινωνία με τα άλλα όντα και με τον Θεό] Η θέληση είναι λοιπόν έκφραση της ζωής της ουσίας και της κινήσεώς της προς επίτευξη της πληρότητας [ο Πλάτων, επειδή δεν μπορούσε να δει την προέλευση των ιδεών εν Θεώ ως άκτιστους λόγους δια των οποίων τα όντα είναι δυνατόν να κοινωνούν και να υπερβαίνουν επομένως την εξατομίκευση, θα έλεγε ότι δεν είναι δυνατόν στο καθ’ έκαστον, στο ατομικό ον να φθάσει στην ιδέα του] Σε σχέση με τον άνθρωπο το φυσικό θέλημα [το θέλημα επί τη βάσει της οικείας φύσεως] συγκεκριμενοποιείται επί τη βάσει της γνώμης του εκάστοτε ανθρώπου «η οποία, όπως αναφέρθηκε είναι όρεξις ενδιάθετος των εφ’ ημίν, εξ ης η προαίρεσις». (σελ 224) Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι η γνώμη γεννά την προαίρεση, εφόσον έχει προηγηθεί διαβούλευση σχετικά με τα εφ’ ημίν πρακτά, και ότι προαιρούμεθα αυτεξουσίως, έχοντας δηλαδή εξουσία επί του εαυτού μας [ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο «εκουσίως», ο οποίος τελικά τον οδηγεί στην αναίρεση του Σωκρατικού «ουδείς εκών κακός». Εξηγεί δε ότι «εκουσίως» σημαίνει χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά εφόσον εμείς οι ίδιοι είμαστε η αιτία αυτού που πράττουμε. Η προαίρεση λοιπόν δηλώνει ότι ο άνθρωπος έχει εξουσία επί της επιλογής του σχετικά με αυτό που θα πράξει]

Στην συνέχεια εισάγεται η σημαντικότατη διάκριση ανάμεσα στο φυσικό και το γνωμικό θέλημα. Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι το «θέλειν» είναι προσόν της φύσεως [αφού ο λόγος της ουσίας ενός όντος πρέπει να πραγματωθεί στο πλαίσιο μιας ατομικής ύπαρξης], ενώ το «πώς θέλειν», δηλαδή ο τρόπος ενεργοποιήσεως του θέλειν είναι χαρακτηριστικό της υποστάσεως, δηλαδή του προσώπου κατά τον Μάξιμο. (σελ. 224) [ο λόγος του όντος είναι άκτιστος, αλλά το ον ως ατομικό υπάρχει, έχοντας τον λόγο του ως ουσία του∙ ο λόγος ως το εντός του κτιστού κεκρυμμένο θείο είναι, καλεί το ατομικό κτιστό ον να κινηθεί, προκειμένου να εξομοιωθεί με τον λόγο του και εν τέλει με τον καθολικό λόγο, τον Θεό, μια κίνηση που περνάει μέσα από την αλληλοπεριχώρηση με τα άλλα κτιστά όντα. Η κίνηση αποτελεί έκφραση της κατά φύσιν θελήσεως του κτιστού όντος. Αλλά στον άνθρωπο λόγω της αυτεξουσιότητας ενδέχεται η θέληση να είναι παρά φύσιν] Χωρίς το φυσικό θέλημα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κίνηση, αφού αυτό είναι «η πρώτιστη φυσικών ιδιωμάτων και κινημάτων έμφυτος δύναμις» [ως θέληση εκφέρεται το δύνασθαι ενός λογικού κτιστού όντος να ενεργεί∙ η δύναμη εδώ προκύπτει από την ικανότητα του λογικού όντος να σχηματίζει μια έννοια σχετικά με το πρακτόν τέλος]. Η κίνηση εκφέρεται όχι γενικά και αφηρημένα αλλά δι’ ενός τρόπου [συγκεκριμένα], που είναι η αυτεξούσια προσωπική γνωμική ενεργοποίηση της κινήσεως. (σελ. 225) [ο άνθρωπος είναι ατομικός και πράττει, ενεργεί δραστηριοποιώντας της αυτεξουσιότητά του επί τη βάσει της γνώμης μου, της προσωπικής του πεποιθήσεως σχετικά με το αληθές] Το πράττειν είναι δηλαδή προσωπικό [εξατομικευμένο και έχον την αφετηρία του στην αυτεξουσιότητα του καθ’ έκαστον ανθρώπου] και για να υπάρξει χρειάζεται φυσική κινητικότητα, φυσικό θέλημα, και τρόπος κινήσεως (γνωμικό θέλημα).

Σε μία σημαντική σημείωση ο π. Νικόλαος εξηγεί περαιτέρω ότι το γνωμικό θέλημα παρέχει υπόσταση, τρόπο υπάρξεως στο φυσικό θέλημα [το φυσικό θέλημα λαμβάνει ατομική εκφορά ως γνωμικό θέλημα] και έτσι ελευθερώνει το φυσικό θέλημα από τους αναγκασμούς της φύσεως, ανοίγει το φυσικό θέλημα προς την ελευθερία της υποστάσεως. Έτσι στην Χριστολογία του ο Μάξιμος αντιδιαστέλλεται στον μονοθελητισμό, θεωρώντας ότι ο Χριστός έχει μεν δύο φυσικά θελήματα, αλλά ένα μόνο γνωμικό θέλημα. Ο π. Νικόλαος σχολιάζει περαιτέρω ότι ο Μάξιμος με την διάκριση φυσικού-γνωμικού θελήματος μπορεί να διανοίξει ορίζοντες στις φιλοσοφικές αλλά και σε επιστημονικές σπουδές, οι οποίες περιορίζονται από την αντιμετώπιση του ανθρώπου ως κλειστής ατομικής φύσεως στα όρια του κτιστού κόσμου (σελ 225) [δεν διαβλέπουν δηλαδή ότι ο άνθρωπος δεν είναι ον αποκλεισμένο στην ατομικότητά του, αλλά μπορεί να διανοιχθεί στην κοινωνία] Στην διάκριση φυσικού-γνωμικού θελήματος λανθάνει η δυνατότητα ανοίγματος προς έναν νέον τρόπο ύπαρξης που τον χαρακτηρίζει η υποστατική ελευθερία του ανθρώπινου είναι από τα αναγκαστικά δεδομένα της φύσεώς του [ο άνθρωπος μπορεί μέσω του γνωμικού του θελήματος, στο οποίο εκφέρεται η εξατομικευμένη του θέληση να θέσει τον εαυτό του κοινωνητικά, με άλλα λόγια σύμφωνα με τον λόγο του είναι του∙ αυτό σημαίνει να θέσει τον εαυτό του ως ανεξάρτητο από τους καταναγκασμούς της φύσεώς του, όπως αυτοί εμφανίζονται στους βιολογικούς και ψυχολογικούς όρους της ύπαρξης ενός ανθρώπου – βέβαια αυτό που πραγματικά ελευθερώνει είναι η χάρις, ο άνθρωπος μπορεί ωστόσο να επιλέξει τον κατά φύσιν τρόπο της υπάρξεως]

Προκειμένου η γνωμική ενεργοποίηση της φυσικής κινήσεως να μην αποτελεί εκτροπήν και ολίσθημα, πρέπει να είναι «κατά λόγον», σε συμφωνία προς τον λόγον της φύσεως, με άλλα λόγια, με το θέλημα του Θεού, και αυτό ο Μάξιμος το ονομάζει «σύμβασιν των θελήσεων Θεού και ανθρώπου» (σελ. 226) Αυτό λαμβάνει χώρα στους αγίους, οι οποίοι δεν αναιρούν την ιδίαν θέλησή τους, αλλά αυτή συμφωνεί [αυτεξουσίως, εννοείται] με την θέληση του Θεού. Οι άγιοι, όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος, αυτεξούσια προαιρούνται και κινούνται προσωπικά με το γνωμικό τους θέλημα προς την σωτηρία, η οποία είναι και το θέλημα του Θεού. Αυτή η σύμβαση των θελήσεων όχι μόνο δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει το αυτεξούσιο, είναι το αληθές αυτεξούσιο (σελ. 226) [διότι κατά την εκχώρηση της θελήσεως μας στην θέληση του Θεού πράττουμε σύμφωνα με τον λόγο της φύσεώς μας, δηλαδή κοινωνητικά] Αυτός ο τρόπος κινήσεως των αγίων συνιστά μίμηση της κινήσεως του αγαθού θελήματος του Θεού και ενεργοποιείται κυρίως δια της προσευχής. (σελ. 227) Η προσευχή αποτελεί κατά τον Μάξιμο τρόπο προσωπικής πληρώσεως του θείου θελήματος. Το δε θέλημα του Θεού, προς το οποίο πρέπει να συντονιστεί η προσωπική γνωμική κίνηση των πιστών, είναι η διηνεκής λατρεία [αυτά εκφράζουν την θέληση των αγίων προς κοινωνία με τον Θεό – λατρεύω κάποιον σημαίνει θέλω να κοινωνήσω μαζί του]. Περαιτέρω, όπως τονίζει ο π. Νικόλαος, όταν ο πιστός ζητά να γίνει το θέλημα του Θεού στη γη, λατρεύει το Θεό, όπως οι άγγελοι. (σελ. 227) [οι άγγελοι ορούν την θεϊκή δόξα και επιζητούν την κοινωνία με τον Θεό] Το δε θέλημα του Θεού δεν είναι άλλο από την σωτηρία του ανθρώπου [με άλλα λόγια, αυτό που και ο ίδιος ο άνθρωπος κανονικά θέλει]. Το θείο και το ανθρώπινο θέλημα συμβαδίζουν μοναδικώ τω τρόπω στην προσευχή, όπου ο άνθρωπος λατρευτικά ζητεί την πραγμάτωση του σωτηριώδους θελήματος του Θεού. Περαιτέρω, εξηγεί ο π. Νικόλαος, η προσευχή είναι η κινητήρια δύναμη με την οποία ο πιστός, εκείνος δηλαδή που γνώρισε τον Θεό και θέλχθηκε από την ωραιότητά Του και ζει ανυμνώντας Τον ασιγήτως, όπως οι άγγελοι, εισχωρεί και αναπαύεται στα άδυτα της θείας ενότητας. (σελ. 228) Στην προσευχή ο πιστός δηλώνει πώς «μη εαυτού είναι βούλεται», δεν θέλει να ανήκει στον εαυτό του, αλλά στον Θεό.



Η κίνηση ως έκσταση και αγάπη

Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι ο Θεός σχετίζεται με την κτίση ηθελημένα και αγαπητικά. Μία περαιτέρω λοιπόν συνέπεια της θεολογίας των ακτίστων λόγων διαφωτίζει το ερώτημα πώς ο Θεός, ο οποίος σχετίζεται με τα όντα κινούμενος, παραμένει ως άκτιστος ακίνητος. Ο Μάξιμος, εξηγεί ο π. Νικόλαος, αντιλαμβάνεται ότι ο Θεός κινείται προς τα όντα [και σχετίζεται με αυτά], καθώς κινεί τα όντα δια των φύσει κινητικών λόγων τους προς τον εαυτό Του: «έτσι και το θείο, ενώ είναι εντελώς ακίνητο κατά φύσιν και ουσίαν, καθώς είναι άπειρο και ασυσχέτιστο και ακαθόριστο, λέγεται ότι κινείται σαν λόγος ενυπάρχων στις ουσίες των όντων, καθώς κινεί δια της προνοίας κάθε ον σύμφωνα με τον λόγο κατά τον οποίο αυτό κινείται» (σελ. 229) [αφού ο λόγος κάθε όντος κέκρυπται εντός του, αυτό σημαίνει ότι η κίνηση των όντων κατά τον λόγον τους είναι και κίνηση του Θεού και συσχετισμός Του προνοητικός με κάθε ον] Η ακινησία [το άτρεπτον] λοιπόν της άκτιστης φύσεώς Του δεν συγκρούεται με την προσωπική ηθελημένη και αγαπητική σχέση του Θεού με τα όντα, η οποία αποτελεί συσχέτιση κατ’ ενέργειαν και όχι κατ’ ουσίαν. (230) Ο π. Νικόλαος υπενθυμίζει εν προκειμένω την αφετηρία αυτής της διδασκαλίας στον Αρεοπαγίτη, ο οποίος ονομάζει την κίνηση αυτήν του Θεού «έξω εαυτού κίνηση» και «εκστατικήν υπερούσιον δύναμιν» [εμείς στο Θεός και Κόσμος την ονομάσαμε αυτοετεροίωση του Θεού, δια της οποίας ο Θεός είναι, παρίσταται σε αυτό το οποίο ο ίδιος δεν είναι, εξηγώντας ότι αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του Θεού προκειμένου η δημιουργική του δύναμη να νοηθεί ως ελεύθερη προαγωγή των όντων στο είναι]

Ο Θεός λοιπόν ως υπερούσιος είναι εκστατική δύναμη και έτσι καλείται από τον Αρεοπαγίτη «εραστόν και αγαπητόν» αλλά και «έρως και αγάπη». Αντίστοιχα, ο Μάξιμος λέγει ότι «καθώς το θείο είναι έρως και αγάπη, κινείται, και καθώς είναι αντικείμενο έρωτος και αγάπης, κινεί προς τον εαυτό Του … κινείται μεν ποιών σχέση ενδιάθετης αγάπης και έρωτος μέσα στα όντα που είναι δεκτικά αυτών, και κινεί καθώς φυσιολογικά έλκει την έφεση των κινουμένων προς Αυτόν … κινεί και κινείται, καθώς διψά να διψάται και καθώς αγαπά να αγαπάται». (σελ. 230) Η κίνηση του Θεού κινεί την έφεση των ανθρώπων να Τον αγαπούν. Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι το θείον κινείται εντός των λογικών όντων και κινεί τα όντα δια των λόγων τους. [καθώς οι λόγοι είναι ο κεκρυμμένος εντός τους Θεός] Η κίνηση του Θεού προκαλεί την έκσταση των λογικών όντων προς Αυτόν «καθώς είναι συγκεντρωτικός προς τον εαυτόν Του και κινεί προς ερωτική συνάφεια πνευματική … ώστε κάθε δημιούργημά Του μέσω του ιδιαίτερου λόγου του να επιστρέφει σε Αυτόν» [επιστροφική κίνηση της δημιουργίας προς τον Θεό] Τα παραπάνω, παρατηρεί ο π. Νικόλαος δεν πρέπει να θεωρηθούν υπό το πρίσμα της ιδέας της απορροής, όπως στον Νεοπλατωνισμό, αλλά πρόκειται για μια σχέση που δημιουργεί ο Θεός προς μια συνειδητή ετερότητα, η οποία βρίσκεται εκτός του, και η οποία απαντά [ή όχι] στην κλήση της σχέσεως αυτής [με άλλα λόγια, η έξοδος του Θεού από τον εαυτό του ως δημιουργική ενέργεια και ως σχετισμός με το δημιουργημένο ον γίνεται υπό το πρίσμα της ελευθερίας∙ ο Θεός ελεύθερα δημιουργεί τον κόσμο, επειδή θέλει να θέσει τον εαυτό Του εκτός Του, ώστε να υπάρχει αυτό το οποίο αλλιώς δεν μπορεί να υπάρχει, δηλαδή το κτιστό. Επίσης ελεύθερα σχετίζεται με το δημιουργημένο ον, και αυτό σημαίνει ότι ο σχετισμός δεν προκύπτει μέσω κάποιας ανάγκης, αλλά ως αγαπητική σχέση. Στον Νεοπλατωνισμό η κίνηση του Ενός δεν μπορεί να νοηθεί ως αγαπητική κίνηση, διότι εν τέλει δεν είναι κίνηση προσωπική, το Εν δεν περιέχει εντός του τον χαρακτήρα της κοινωνίας, αλλά αντίθετα απορροφά τις διαφορές στην ενότητά του. Επομένως, η ύπαρξη του κόσμου δεν μπορεί να νοηθεί ως ελεύθερη πράξη, διότι δεν μπορεί να νοηθεί καν ως πράξη. Ο Νους που θα μπορούσε να νοηθεί ότι αποτελεί πηγή του πράττειν είναι στην πραγματικότητα η πρώτη έκπτωση από την απολυτότητα, την θεϊκότητα του Ενός. Επομένως, δεν υπάρχει και η δυνατότητα σχετισμού -καλύτερα, κοινωνίας- του εκτός του Ενός όντος με τον Εν, αλλά απλώς επιστροφή στην ενότητα με κατάργηση της διαφοράς. Αλλά αυτό δεν είναι σωτηρία.]

Ο π. Νικόλαος παρατηρεί ότι με τα αναφερθέντα τονίζεται ο προσωπικός χαρακτήρας της κινήσεως των λογικών όντων ως συνειδητής και ηθελημένης ανταποκρίσεως στην θεϊκή κλήση. Η ενδεχόμενη ανταπόκριση καθιστά το ίδιο το κτιστό ον εκστατικό [σημαντικό ζήτημα], κάτι που λαμβάνει χώρα βαθμιαία. Αρχικά, ως μεταποίηση του φυσικού θυμού και της επιθυμίας του ανθρώπου, η οποία μετασχηματίζεται από τον θεωρητικό νου σε «ακήρατον του θείου έρωτος ηδονήν», ενώ ο φυσικός θυμός μεταμορφώνεται σε «πνευματικήν ζέσιν και διάπυρον αεικινησίαν και σώφρονα μανίαν». (σελ 232) Πρόκειται, όπως εξηγεί ο π. Νικόλαος, για ένα πάθος ολόκληρης της υπάρξεως, όχι απλώς κίνηση του νου ή της επιθυμίας. Η κίνηση του νου οδηγεί στον έρωτα, και αυτός προξενεί την έκσταση προς το αντικείμενο του. Το πάθος της εκστάσεως καθιστά την κίνηση επείγουσα μέχρι τον τελικό εναγκαλισμό. Η έκσταση είναι ερωτική κίνηση κατά τον Μάξιμο, εξηγεί ο π. Νικόλαος. (σελ. 233) Αυτή η κίνηση θα οδηγήσει τελικά στο να λάβει η ύπαρξη την ποιότητα του αγαπημένου, ώστε να μην θέλει πλέον να γνωρίζεται από τον εαυτό της, αλλά από τον αγαπημένο στον οποίο περιέχεται. Αυτή η κατάσταση της «μετουσίας του αγαθού» Θεού είναι η κατάργηση του θανάτου κατά τον Μάξιμο. (σελ. 234) Ο π. Νικόλαος εξηγεί ότι η εισβολή του θανάτου έλαβε χώρα μέσω του αυτεξουσίου μας, και επομένως η εκούσια και ολοκληρωτική παραχώρηση του αυτεξουσίου μας στον Θεό, η οποία από τον Μάξιμο ονομάζεται «γνωμική εκχώρηση», μας κάνει να αποφεύγουμε αυτό το οποίο δεν θέλει ο Θεός. Πρόκειται για την κατάσταση της υπακοής, όπως του Χριστού στο θέλημα του Πατρός, ή όπως όταν λέει ο Παύλος «ουκέτι ζω δε εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». (σελ. 234) Επίσης είναι η κατάσταση της εικόνας η οποία έχει ανέλθει και προσαρμοσθεί στο πρωτότυπό της. Tότε πλέον υπάρχει «μια και μόνη δια πάντων ενέργεια» του Θεού, η αγάπη Του, δια της οποίας προσφέρει στους αγαπημένους Του την μετοχή στην άπειρη και θεία και απολαυστική γνώση των όντων και των θαυμασίων Του. Περιεχόμενο της άπειρης αγάπης είναι η άπειρη γνώση.

Όταν οι ψυχικές δυνάμεις, (θυμός, επιθυμία, λόγος, νους) συναχθούν και ενωθούν περί τα θεία, γεννιέται η αγάπη. Ο τρόπος δια του οποίου λαμβάνει χώρα η αναφερθείσα συναγωγή των ψυχικών δυνάμεων είναι οι αρετές. Οι αρχαιοελληνικές αρετές της φρόνησης, της ανδρείας, της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης συντιθέμενες αποδίδουν κατά τον Μάξιμο τις γενικότερες αρετές της σοφίας και της πραότητας, εκ των οποίων η πρώτη μεν είναι τελείωση της γνώσεως, ενώ η δεύτερη της πράξεως. Η γενικότατη όμως αρετή είναι η αγάπη «η οποία είναι εκστατική [οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού, στην κοινωνία] … και ενοποιητική αυτών που ξεκίνησαν από αυτήν και κινούμενοι δι’ αυτής, ετελείωσαν σε αυτήν, αλλά πάνω απ’ όλα θεοποιητική». (σελ. 235) Ο π. Νικόλαος σχολιάζει ότι, όπως η αγαπώσα θέληση του Θεού δημιουργεί τον κόσμο εκ του μηδενός, κινώντας δια των ακτίστων λόγων τις άκτιστες ενέργειές Του, έτσι και η ανθρώπινη κίνηση [το ανθρώπινο πράττειν] γίνεται εκστατική, όταν το γνωμικό θέλημα [η θέληση του ανθρώπου ως ατομικού] φτάσει δια των αρετών στην αγάπη. [η εξάσκηση των αρετών προετοιμάζει τον άνθρωπο στο να αποκτήσει αγάπη, εκείνη την αγάπη όμως που είναι ανάλογη με την θεϊκή, η οποία δηλαδή θέλει να είναι το έτερον του εαυτού της, όπως ο Άκτιστος θέλει να είναι το κτιστό∙ Σε αυτό το επίπεδο ο άνθρωπος μπορεί να δεχθεί την χάρη και να γίνει και οντολογικά εκστατικός, να ενωθεί δηλαδή με τον Θεό] Η έκσταση είναι συνεπώς, σχολιάζει περαιτέρω ο π. Νικόλαος, αδιανόητη χωρίς την εισαγωγή των ψυχικών δυνάμεων δια της κινήσεως του γνωμικού θελήματος στην αγάπη. Η αγάπη ως έκσταση καθιστά τον άνθρωπο πρόσωπο, δηλαδή θεοποιεί το λογικό πλάσμα. [πρόσωπο = το άτομο, το Εγώ που κοινωνεί, άρα αγαπά] Αυτή η θεοποίηση είναι, όπως λέγει ο Μάξιμος, η ταύτιση του λογικού πλάσματος με τον «καθ’ ον έστι και γεγένηται θεοτελή λόγον» (σελ. 236) [πολύ ενδιαφέρον: ο άνθρωπος δεν θεοποιείται γενικά και αφηρημένα, αλλά σύμφωνα με τον θεϊκό λόγο, κατά τον οποίον εδημιουργήθηκε, και ο οποίος τρόπον τινά αποτελεί την προσωπική ουσία του]

Η εκστατική αγάπη είναι περαιτέρω «ενοποιητική» αυτών που κινούνται δι’ αυτής, και αυτή η ενοποίηση εικονίζει την τριαδική ενότητα του Θεού [η αγάπη ποιεί κοινωνία]. Οδηγεί ακόμα στην κατά μετοχήν γνώση του κοινωνικού τρόπου της υπάρξεως των όντων. (σελ. 236) [πολύ σημαντικό: οι επιστήμες γνωρίζουν τα όντα μόνο κατ’ εκείνον τον τρόπο της υπάρξεως τους, στον οποίο υπάρχουν εξατομικευμένα] Αυτή η γνώση εμφανίζεται αποκλειστικά κατά την θέωση του ανθρώπου. Η εκστατική αγαπητική κίνηση είναι η «ευθυπορία προς τους λόγους των όντων» ως θελημάτων του Θεού και οδηγεί στην ανάδειξη του κατά φύσιν τρόπου υπάρξεως του σύμπαντος κόσμου δια του ανθρώπου. (σελ. 237) [με άλλα λόγια, ευθυπορία προς την κοινωνία των όντων] Η αγάπη είναι, όπως εξηγεί ο π. Νικόλαος, κίνηση υπερβάσεως της φιλαυτίας και προσχώρηση στην θυσιαστική ευχαριστιακή αγάπη του Χριστού. Η φιλαυτία υπερβαίνεται, επειδή η επίτευξη της αγάπης είναι ασκητική και κενωτική [η εν Χριστώ αγάπη δεν είναι άμεση, αλλά προκύπτει ασκητικά], προϋποθέτει δηλαδή αληθινή αυταπάρνηση κατά το πρότυπο του Χριστού [όποιος θέλει να κερδίσει την ψυχή του, πρέπει να την χάσει]. Ο π. Νικόλαος παρατηρεί εν προκειμένω ότι είναι αδύνατον να κατορθωθεί χωρίς την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος [το οποίο παρέχει την χάρη. Με άλλα λόγια, όσο κι αν ασκηθεί κανείς, δεν μπορεί να υπερβεί πραγματικά τον εγκλεισμό στην ατομικότητά του∙ το Άγιο Πνεύμα επενεργεί την αναίρεση των ορίων της ατομικότητας και την κοινωνία με τον Θεό]

Κατά τον Μάξιμο το Άγιο Πνεύμα είναι η ζωοποιός δύναμις των όντων, η οποία εκδηλώνεται, όταν Αυτό κινείται «κατά δύναμιν προνοητικώς δια πάντων χωρούν και τον εν εκάστω λόγον κατά φύσιν ανακινούν» [πολύ ενδιαφέρουσα διατύπωση: η χάρις ανακινεί στον καθ’ έκαστον άνθρωπο τον κατά φύσιν λόγον, ουσιαστικά επαναφέρει τον άνθρωπο στην φύση του]. Ο π. Νικόλαος σημειώνει ότι η ανακίνηση των λόγων προς τον κατά φύσιν τρόπο υπάρξεώς τους από το Άγιο Πνεύμα, δηλώνει ότι αυτό κατευθύνει την φυσική κίνηση των όντων, και όταν αυτή προσλαμβάνει σε έναν άνθρωπο την μορφή της προσωπικής εκστατικής αγάπης προς τον Θεό, τότε σε αυτόν έχει «εκνικήσει» η χάρις του Πνεύματος. Σε αυτήν την περίπτωση το Άγιο Πνεύμα έχει καταστρέψει την φιλαυτία και έχει οδηγήσει το ανθρώπινο θέλημα σε αγαπητική υποταγή στο θέλημα του Θεού. (σελ. 238) Το Άγιο Πνεύμα στηρίζει, συνέχει και κατευθύνει την εκστατική αγάπη των ανθρώπων ως πορεία προς την εσχατολογική καθολικότητα της αμοιβαίας αγαπητικής προσωπικής κοινωνίας Θεού και ανθρώπου εν Χριστώ [η κοινωνία Θεού και ανθρώπου είναι εν Χριστώ και επουδενί άνευ αυτού∙ ο Χριστός μεσολαβεί ανάμεσα σε Θεό και άνθρωπο, αλλά το Άγιο Πνεύμα αναιρεί τα όρια του εξατομικευμένου ανθρώπου∙ χωρίς την υπέρβαση των φυσικών ορίων του ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετάσχει στην από τον Χριστό πραγματωθείσα ενοποίηση κτιστού και ακτίστου].



Το ευχαριστιακό γίγνεσθαι

Σύμφωνα με τον π. Νικόλαο, το αληθινό πεπρωμένο του ανθρώπου είναι να κοινωνήσει ελεύθερα με τον Θεό, καθώς η κοινωνία με Αυτόν παρέχει το «όντως είναι». (σελ. 239) [σημαντικό. Στο ερώτημα τί είναι το αληθές, το «όντως ον» ο χριστιανισμός απαντάει εκείνο που παρέχεται δια του Χριστού] Κατά τον Μάξιμο η «παράλογη» κίνηση του ανθρώπου [στην αμαρτία] είναι «έρως του μηδενός» και καταστροφή της αγάπης και «εις το μη ον μετάπτωσις» και θάνατος. Αντιστοίχως, άρση του θανάτου είναι η «γνωμική εκχώρηση», δηλαδή η ελεύθερη παραχώρηση του αυτεξουσίου του ανθρώπου στον Θεό κατά μίμηση Χριστού και η συνακόλουθη αγαπητική έκσταση προς τον Θεό δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που προάγει την εν Χριστώ υιοθεσία του Ανθρώπου, η οποία είναι εν τέλει «ομοιότητα θεία και θέωση» με την «καθολική αναφορά και συνέλευσιν των πάντων μέσα στην Εκκλησία». (σελ. 240) Στην εκκλησία επιτελείται μια βαθμιαία υπέρβαση του θανάτου με την κοινωνία ανθρώπου και Θεού, εφόσον ο άνθρωπος ελεύθερα «εξίσταται» κινούμενος αγαπητικά προς τον Θεό. Πρόκειται για μια πορεία συνεχών προοδευτικών επαυξήσεων της κοινωνίας με τον Θεό∙ μια προοδευτική πρόσβαση σε μια όλο βαθύτερη κοινωνία των κτιστών όντων με τον δημιουργό τους, αλλά και μεταξύ τους.

Όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος, ο Μάξιμος εντάσσει στο αναφερθέν θεοποιητικό γίγνεσθαι σύμπασα την κτίση. Όπως ειπώθηκε στο 2ο μέρος αυτής της παρουσίασης, ο κόσμος ανακεφαλαιώνεται στο πρόσωπο του Χριστού μέσω της ανθρώπινης φύσεως Του. Έτσι ο Θεός εν Χριστώ συνέχει και συνάγει τα αισθητά και τα νοητά ως αιτία τους, αρχή και τέλος τους. Περαιτέρω, όλα αυτά που είναι σε διάσταση, τα κάνει να «συννεύουν» το ένα προς το άλλο, οδηγώντας τα σε «μια ταυτότητα κινήσεως και υπάρξεως αδιάφθορον και ασύγχυτον». (σελ. 241) Δια του Χριστού πραγματοποιείται δηλαδή μια ασύγχυτη και αδιαίρετη ενότητα φύσεων, μία «αδιάλυτος σχέσις των όντων» που συνιστά ταυτόχρονα γίγνεσθαι προς τον Θεό. [το να κοινωνούν τα όντα μεταξύ τους, σημαίνει να κοινωνούν με τον Θεό διότι η μεταξύ τους κοινωνία επέρχεται μόνο δια της κοινωνίας τους με τον Χριστό] Μόνον ο Θεός μπορεί να είναι «η αιτία της ολότητος, καθ’ ην η τε ολότης αυτή και τα της ολότητος μέρη φαίνεσθαι τε και είναι πέφυκεν» (σελ. 242)

Στον πλαίσιο του κτιστού όντος [και δη στον μεταπτωτικό κόσμο] η κίνηση είναι «αλλοιωτική» και οδηγεί στην φθορά. Τέλος στην κίνηση αυτή δίδεται με την παρουσία της «απεράντου στάσεως», την τελική δηλαδή σύναψη της φύσεως που κινείται κατά τον λόγον της με την έσχατη Πρόνοια ττου Θεού για το κτιστό, οπότε «η φύση εν τω Θεώ γινομένη … στάσιν αεικίνητον έξει και στάσιμον ταυτοκινησίαν περί το ταυτόν και έν και μόνον αϊδίως γινομένη». (σελ. 242) Όπως σημειώνει ο π. Νικόλαος, η έσχατη ολοκλήρωση του κατά φύσιν τρόπου υπάρξεως των όντων είναι η πληρότητα της κοινωνίας τους εν Θεώ∙ σε αυτό το σημείο ο πιστός έχει καταστήσει, θα λέγαμε, τον Θεό «ποιότητα» και «γνώρισμα» κατά χάριν της υπάρξεώς του, λέγει τολμηρά ο Μάξιμος. Θεώνεται «στάσιν αεικίνητον λαβών, απέραντον των θείων απόλαυσιν, και κίνησιν στάσιμον την επ’ αυτοίς ακόρεστον όρεξιν». (σελ. 242) Η θέωση ως κοινωνία Θεού και ανθρώπου χαρακτηρίζεται από αεικίνητο στάσιν και στάσιμη αυτοκινησία, όπου στην πρώτη μεν υπονοείται η ανάπαυση στο υπέρτατο ον, ενώ στην δεύτερη η διηνεκής απόλαυση του Θεού. Υπάρχει λοιπόν και στην κατάσταση της θέωσης ένα γίγνεσθαι, αλλά ένα μεταμορφωμένο θεωμένο γίγνεσθαι, το οποίο τηρεί την κοινωνία Θεού και ανθρώπου ζωντανή. (σελ. 243) Η εσχατολογική αυτή κοινωνία κινεί το γίγνεσθαι προς μία όλο και μεγαλύτερη εμβάθυνση και άπειρη πληρότητα [από δόξης εις δόξαν]

Το τέλος των όντων καλείται από τον Μάξιμο «αλήθεια». Τα όντα κινούνται προς την αλήθεια «συνελκόμενα» προς αυτήν «γενικώ τινι λόγω». Σύμφωνα με τον Μάξιμο, μετά την πτώση το νόημα και η αλήθεια των όντων κρύβονται στο τέλος τους, με άλλα λόγια, στον Χριστό, ο οποίος έλκει τους πάντες προς τον εαυτόν Του, προς την αλήθεια Του. Όπως επισημαίνει ο π. Νικόλαος, για να ευοδωθεί το προσωπικό γίγνεσθαι προς την αλήθεια του αρχιερέα Χριστού, πρέπει η κίνηση της εκστατικής αγάπης να ενσωματωθεί στο ευχαριστιακό γίγνεσθαι της Εκκλησίας, καθώς η θεία Ευχαριστία είναι η μόνη, η οποία οντολογικά [πραγματικά] ενσωματώνει τον πιστό στο κυριακό σώμα και στην κοινωνία με τον Θεό. Η Ευχαριστία είναι επομένως οντολογική προϋπόθεση κάθε ιδιαίτερου προσωπικού γίγνεσθαι, ώστε αυτό να οδηγήσει σε κοινωνία με τον Θεό. (σελ. 247)

Με το τρίτο αυτό μέρος ολοκληρώθηκε η παρουσίασή μας της διατριβής του π. Νικολάου σχετικά με τους λόγους των όντων. Επ' ουδενί όμως ολοκληρώθηκε η φιλοσοφική ενασχόλησή μας με αυτό το κρίσιμο θέμα, και εννοώ φιλοσοφικά κρίσιμο θέμα. Η διδασκαλία του Μάξιμου για τους λόγους των όντων μοιάζει να αποτελεί μια «ξεχασμένη φιλοσοφία» της Ορθοδοξίας, η οποία, καιρός είναι, να έρθει στο φως. Δεσμευόμεθα να επανέλθουμε στο θέμα μετά από ενδελεχέστερη κατευθείαν εξέταση των κειμένων του αγίου.









[full_width]




Scroll To Top