Πνεύμα. Γλώσσα, Νοηματοδότηση - Point of view

Breaking

Πνεύμα. Γλώσσα, Νοηματοδότηση





  Το πνεύμα είναι η αναπλήρωση των ελλείψεων του ενστίκτου. Στην καθημερινή ζωή είναι οι δυσκολίες (και όχι η κατοχή αγαθών ή η ανυπαρξία δυσκολιών, η οποία προάγει την μαλθακότητα) που συναντά κανείς, οι οποίες τον οδηγούν στο να οξύνει το πνεύμα του, να γίνει «πονηρός», επινοητικός, πολυμήχανος, αεικίνητος. Από τη διαπίστωση ότι ακριβώς όποιοι πολιτισμοί εξελίχθηκαν περισσότερο αυτό οφείλεται στις σκληρές δυσκολίες που αντιμετώπισαν, συνεπάγεται ότι η «εξυπνάδα», η επινοητικότητα κ.λπ. αναπτύσσονται από εμάς όταν τις χρειαζόμαστε και όχι όταν «όλα έχουν λυθεί». Αντίστοιχα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο άνθρωπος ανέπτυξε το πνεύμα του όχι επειδή τα είχε όλα έτοιμα και περνούσε ζωή χαρισάμενη, ως ζώον, και είπε «ας δημιουργήσω και πνεύμα τώρα», αλλά επειδή οι σκληρότατες συνθήκες της ζωής του απαιτούσαν τη δημιουργία ενός «εργαλείου» που να αναπληρώνει τις υπάρχουσες ελλείψεις τις βιοδομής του. Η «πενία τέχνας κατεργάζεται», δηλαδή κανείς, ποτέ δεν αναπτύσσει «τέχνας», αν δεν τις χρειάζεται· κατά τρόπο εντελώς αντίστοιχο, σε ασύλληπτα παλαιότατους καιρούς, η ελλιπής ανθρώπινη βιοδομή απεργάστηκε τη δημιουργία πνεύματος, δηλαδή το πνεύμα δε θα αναπτυσσόταν αν δεν χρειαζόταν να αναπτυχθεί για λόγους επιβίωσης. Ο άνθρωπος δε διαθέτει τίποτα που να τον κάνει να επιβιώσει συγκριτικά με τα άλλα ζώα. Ελάχιστα παραδείγματα: 1) Η βιοδομή του δεν παρέχει φτερά ούτε πόδια, για να τρέχει ξεφεύγοντας από τους θηρευτές του ή για να θηρεύει ευκολότερα εξασφαλίζοντας έτσι την τροφή του. 2) Η βιοδομή του δεν διαθέτει κοφτερά και μυτερά νύχια ή κυνόδοντες, για να σκοτώνει, να γδέρνει και να κομματιάζει τη ζωική τροφή του, ούτε για να χτίζει λαγούμια και φωλιές στο έδαφος. 3) Η βιοδομή του δεν του παρέχει ικανή προστασία από το κρύο ή τη ζέστη (όσο μαλλιαρός κι αν ήταν· μιλάμε για τον άνθρωπο). 4) Η βιοδομή του τον καθιστά απόλυτα ευάλωτο για παραπάνω από τα πρώτα 2-3 χρόνια της ζωής του. 5) Επιπλέον ως σώμα είναι εξαιρετικά ευάλωτος συγκριτικά με ένα λιοντάρι: με μια γρατζουνιά μπορεί να πεθάνει, όχι όμως και το λιοντάρι ή ο καρχαρίας. Οι διαφορές και ελλείψεις «ως προς τα υπόλοιπα ζώα» που προανέφερα είναι εμφανέστατες. Εάν δεν ανέπτυσσε έναν τρόπο που να αναπληρώνει τις ελλείψεις αυτές, το ανθρώπινο είδος θα εξαφανιζόταν αμέσως. Η αναπλήρωση αυτή δεν έγινε φυσικά ακαριαία, αλλά σταδιακά: δηλαδή όσο περισσότερες ελλείψεις είχε, τόσο πιο γρήγορα όξυνε ο άνθρωπος το πνεύμα του, αν και στην αρχή αυτό ήταν λίγο.

            Όπως τα ζώα επέλεξαν τα διάφορα όπλα (νύχια, φτερά, τρέξιμο), αντίστοιχα ο ανθρώπινος τρόπος του αγώνα για αυτοσυντήρηση είναι το πνεύμα. Το ότι εν μέσω του αγώνα για αυτοσυντήρηση ο προάνθρωπος εφευρίσκει το πνεύμα, το οποίο στη συνέχεια τον καθορίζει, συνιστά τον τρόπο αυτοσυντήρησής του. Το κρίσιμο λοιπόν σημείο είναι η διαφορετική επιλογή τρόπου για τον αγώνα υπέρ της αυτοσυντήρησης (ο οποίος ούτε έπαψε ούτε θα πάψει, ανεξαρτήτως της δευτερογενούς ελευθερίας). Το ότι αυτή η επιλογή, το πνεύμα, έγινε χάριν της αυτοσυντήρησης, συνεπάγεται ότι στο εξής ο αγώνας για την αυτοσυντήρηση θα γίνεται μέσω του πνεύματος κι αντίστροφα ότι το πνεύμα εξαρχής τέθηκε στην υπηρεσία του αγώνα αυτού. Μπορεί λοιπόν να υπάρχει διαφορά στην επιλογή του όπλου, όμως αυτή η επιλογή έγινε για τον ίδιο σκοπό και, μετά την επιλογή, διόλου δεν αμβλύνθηκε ή ξεπεράστηκε η επιδίωξη του σκοπού αυτού, ως σκοπού που καθορίζει όλες τις πράξεις του ζώου. Ο «τρόπος» είναι αυτονόητα εξαρτημένος και προκαθορισμένος από τον «σκοπό», χωρίς φυσικά ο ίδιος σκοπός σε όλα τα ζώα να συνεπάγεται ίδιο τρόπο. «Επίτευξη του ίδιου σκοπού με τον συγκεκριμένο τρόπο» είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο· αλλά αυτή η φράση δεν καταδεικνύει και πάρα πολλά για την ύπαρξη μιας ριζικής διαφοράς ανθρώπου ζώων, γιατί θα μπορούσαμε να πούμε και για το φίδι «Επίτευξη του ίδιου σκοπού με τον συγκεκριμένο τρόπο», δίχως το φίδι να γίνεται κάτι αξιοθαύμαστο ή να υποδηλώνει τομή.

Πνεύμα και ένστικτο επιτελούν την ίδια λειτουργία, δεν είναι «τελολογικά» ριζικώς διάφορα.

«Μπορούμε να προσθέσουμε και την ιδέα πως η κατεύθυνση της εξέλιξης του ανθρώπου έτεινε στην ομοιότητα προς τα νεαρά και όχι προς τα ώριμα Πρωτεύοντα – και πως η αναβολή αυτής της σωματικής ωρίμανσης του επέτρεψε την παράταση της περιόδου εκμάθησης και πείρας και τη μεγαλύτερη αύξηση σε όγκο του εγκεφάλου του» (Ιστορία της ανθρωπότητας, Unesco, τ. Α, κεφ. τέταρτο, «το πνεύμα», σ. 122). Με άλλα λόγια, ακριβώς το ότι σωματικά ήμασταν τόσο ανώριμοι, δηλαδή ατελείς και ευπρόσβλητοι, κατέστησε δυνατή την επί μακρόν σταδιακή εμφάνιση του πνεύματος. Ασφαλώς ρόλο στη δημιουργία του πνεύματος θα έπαιξαν διάφοροι παράγοντες: από την όξυνση της όρασης (λόγω της ζωής στα δέντρα ήταν αναγκασμένος να βλέπει σε συνθήκες ημιφωτός, άρα να οξύνει την όρασή του), την ευλυγισία του χεριού (λόγω γαντζώματος από τα δέντρα) η οποία επέτρεψε (σε συνδυασμό με την οξυμένη όραση) την παρατηρητικότητα (μάτια τα οποία βλέπουν και παρατηρούν τι κρατάν τα χέρια), την αλλαγή της διατροφής. Οι παράγοντες αυτοί πρωτοδημιουργούν μια εμβρυώδη πνευματική κατάσταση, η οποία – ακριβώς επειδή το πνεύμα είναι επινοητικό και «αεικίνητο» – ενέτεινε ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες για καλύτερο χειρισμό του χεριού, των φυσικών εργαλείων, οδηγώντας στην ανάπτυξη μεγαλύτερου εγκεφάλου όπου θα αποθηκεύονταν οι πληροφορίες. Αυτή η (λόγω εμφάνισης του πρώιμου πνεύματος) ανάπτυξη εγκεφάλου και δεξιοτήτων δίνει τη δυνατότητα εμβάθυνσης του πνεύματος (δλδ χάρη στον αυξημένο όγκο εγκεφάλου διευρύνονται οι ορίζοντες ανάπτυξης του πνεύματος, της συνείδησης)· έπειτα το πιο ανεπτυγμένο πνεύμα κατορθώνει και δημιουργεί εργαλεία, ελέγχει τα χέρια του, ασκεί τον εαυτό του ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να απαιτείται (και να επιτυγχάνεται) μεγαλύτερος όγκος εγκεφάλου  και ούτω καθεξής ώσπου να φτάσουμε στον σημερινό άνθρωπο.

Η ανθρώπινη βιοδομή είχε και τις δυνατότητες και την επιτακτική ανάγκη για δημιουργία πνεύματος, αντίθετα από τα άλλα ζώα, τα οποία «αρκούνταν» (ή, για να το πούμε σαφέστερα, μπορούσαν να επιβιώσουν εύκολα) στον συνδυασμό «ελάχιστο "πνεύμα" και πολλά σωματικά χαρίσματα (φτερά, πόδια, νύχια, δόντια κλπ)».

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν εξαφανίστηκε ο προάνθρωπος, αφού το ένστικτό του είχε αδυναμίες. Δεν φαίνεται να ισχύει ότι ο «άνθρωπος» «απώλεσε, άγνωστον πώς και γιατί, όλα εκείνα τα «ενστικτικά-λειτουργικά χαρίσματα», χάρη στα οποία εξακολουθούν να επιβιώνουν ως πίθηκοι τα γνωστά είδη πιθήκων έως και σήμερα». Πρώτον διότι ο κοινός πρόγονος δεν ήταν πίθηκος· και οι σημερινοί πίθηκοι εξελίχθηκαν, όπως εξελίχτηκαν κι οι άνθρωποι, μετά τον διαχωρισμό πιθήκων-ανθρώπου. Δεύτερον διότι δεν υπήρξε «κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο» απώλεια των ενστίκτων και των λειτουργιών κι όλων των χαρισμάτων του εν γένει· αυτά παρέμειναν τα ίδια, αλλά η μεταμόρφωση του περιβάλλοντος όπου ζούσαν οι προάνθρωποι τα κατέστησαν ανεπαρκή (εκείνα τα χαρίσματα που έδιναν πλεονέκτημα στη ζωή στο δάσος) τουλάχιστον για κάποιες ομάδες που δε μπορούσαν πλέον να ζουν στα δάση. Αυτές ανέπτυξαν άλλου είδους τεχνικές επιβίωσης. Γιατί υπήρξε διαχωρισμός; «Ο φλοιός της γης σχιζόταν κάτω από το ανατολικό τμήμα της ηπείρου, κατά μήκος της γραμμής που εκτείνεται από την Ερυθρά θάλασσα ώς τη σημερινή Αιθιοπία, την Κένυα, την Τανζανία και τη Μοζαμβίκη. Το αποτέλεσμα ήταν να διογκωθεί η ξηρά σαν φουσκάλα στην Αιθιοπία και την Κένυα, σχηματίζοντας μεγάλα υψίπεδα, άνω των 2.800 μέτρων. Αυτοί οι μεγάλοι θόλοι δεν μετασχημάτισαν μόνο την τοπογραφία της ηπείρου αλλά και το κλίμα της. Οι εν λόγω θόλοι, διαταράσσοντας τη ροή του αέρα από τα δυτικά προς τα ανατολικά, η οποία ώς τότε ήταν ομοιόμορφη, στέρησαν από τα δάση των ανατολικών περιοχών το βρόχινο νερό που τα συντηρούσε. Η συνεχής κάλυψη με δέντρα άρχισε να διασπάται· έτσι, απέμεινε ένα μωσαϊκό από δασώδεις εκτάσεις και θαμνοτόπους. Ωστόσο οι ανοιχτοί βοσκότοποι ήταν ακόμη σπάνιοι. Περίπου πριν από 12 εκατομμύρια χρόνια, μια αλληλουχία, μια αλληλουχία τεκτονικών δυνάμεων άλλαξε περαιτέρω το περιβάλλον, με το σχηματισμό μιας μεγάλης, κυματοειδούς κοιλάδας, που εκτείνεται από το βορρά ώς το νότο, και είναι γνωστή ως Κοιλάδα του Μεγάλου Ρήγματος. Η ύπαρξη τηςΚοιλάδας του Μεγάλου Ρήγματος είχε δύο βιολογικές συνέπειες: έθεσε ένα τεράστιο φράγμα μεταξύ ανατολής και δύσης στους πληθυσμούς των ζώων και προώθησε την περαιτέρω ανάπτυξη ενός πλούσιου μωσαϊκού οικολογικών συνθηκών. Ο γάλλος ανθρωπολόγς Yves Coppens πιστεύει ότι το φράγμα μεταξύ ανατολής και δύσης είχε κρίσιμη σημασία για τη χωριστή εξέλιξη των ανθρώπων και των ανθρωποειδών πιθήκων. "Λόγω των περιστάσεω, ο κοινός προγονικός πληθυσμός [ανθρώπων και ανθρωποειδών πιθήκων] βρέθηκε διαχωρισμένος", έγραψε πρόσφατα. "Οι δυτικοί απόγονοι εκείνων των κοινών προγόνων επιδίωξαν την προσαρμογή τους σ’ ένα υγρό, δασώδες περιβάλλον. Αυτοί είναι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι. Αντίθετα, οι ανατολικοί απόγονοι αυτών των κοινών προγόνων επινόησαν ένα εντελώς νέο ρεπερτόριο συμπεριφορών, ώστε να προσαρμόσουν τη ζωή τους σ’ ένα ανοιχτό περιβάλλον: αυτοί είναι οι άνθρωποι".» (R. Leakey, Η απαρχή του ανθρώπινου είδους, σ. 55-56). «Η υποχώρηση του τροπικού δάσους δημιούργησε πρόβλημα επιβίωσης για τους ανθρωπόμορφους πιθήκους που απομονώθηκαν απ’ αυτό. πιθανότερη είναι η εκδοχή ότι επέζησαν εκείνοι που κατόρθωσαν να διασχίσουν τη σαβάνα, στην προσπάθειά τους να ξαναβρούν το δάσος στο οποίο ήταν προσαρμοσμένοι. Όσοι το ξαναβρήκαν ή παρέμειναν σ’ αυτό αποτέλεσαν τους προγόνους των ανθρωποειδών. Από τους υπόλοιπους, άλλοι έσβησαν κι άλλοι προσαρμόστηκαν στη σαβάνα. Από τους τελευταίους κατάγεται ο αυστραλοπίθηκος. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα απολιθώματα βρέθηκαν σε συνθήκες σαβάνας, ποτέ σε περιοχή δασών. Οι ανθρωπόμορφοι αυτοί είναι εφοδιασμένοι από τη βιολογική κληρονομιά τους με πολλές ικανότητες: στερεοσκοπική όραση, αναπτυγμένο νευρικό σύστημα και ακοή, δυνατότητα δίποδης κίνησης, δυνατότητα χρήσης των χεριών για να τρώνε κτλ, ικανότητα να κρατούν κλαδιά και να πετούν πέτρες, μεγάλο αριθμό οπτικών και ακουστικών σινιάλων, στοιχειώδη οργάνωση αγέλης. Εξαιτίας του περιβάλλοντος που ήταν φτωχό σε τροφή και πλούσιο σε αρπαχτικά, είχαν αναπτύξει νευρικό σύστημα και μεγάλη πλαστικότητα συμπεριφορών. Για να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες χρειάζονταν μόνο δύο πράγματα: την κατάκτηση της όρθιας στάσης και την αλλαγή διατροφής. Από τη στιγμή αυτή οι προαυστραλοπίθηκοι βρέθηκαν σε πλεονεκτικότερη θέση από τα άλλα ζώα της σαβάνας και χώρισε ο δρόμος τους από τους άλλους πλευρικούς κλάδους των ανθρωπόμορφων» (Σωτήρη Δημητρίου, Η εξέλιξη, τ. I, σ. 449-450). Σε ένα περιβάλλον «ανοιχτό», δεν υπήρχε πλέον η σιγουριά του πηδήματος από κλαδί σε κλαδί για την αντιμετώπιση λιονταριών ή φιδιών ή αρπακτικών. Δεν υπήρχαν τα φρούτα που τόσο εύκολα έδρεπε. Οι συνθήκες ήταν επικίνδυνες. Η μη εξαφάνιση θα οφείλεται στις τεχνικές που ανέπτυξε σπασμωδικά. Λ.χ. η όρθια στάση είναι αποδοτικότερη ενεργειακά στα πρωτεύοντα. «Λίγα χρόνια νωρίτερα, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ είχαν δείξει ότι η βάδιση στα δύο πόδια είναι λιγότερο αποδοτική από τη βάδιση στα τέσσερα. Οι ερευνητές του Χάρβαρντ, ωστόσο, είχαν συγκρίνει την ενεργειακή αποδοτικότητα του διποδισμού των ανθρώπων με εκείνη της τετράποδης μετακίνησης των αλόγων και των σκύλων. Οι Rodman και McHenry τόνισαν ότι καταλληλότερη θα ήταν η σύγκριση μεταξύ ανθρώπων και χιμπατζήδων. Όταν πραγματοποιούνται οι εν λόγω συγκρίσεις, αποδεικνύεται ότι ο διποδισμός των ανθρώπων είναι πολύ πιο αποδοτικός από την τετράποδη μετακίνηση των χιμπατζήδων. Έτσι, συμπέραναν ότι είναι εύλογο το επιχείρημα το οποίο βασίζεται στην ενεργειακή αποδοτικότητα ως δύναμη της φυσικής επιλογής που ευνοεί το διποδισμό» (R. Leaky, Η απαρχή του ανθρώπινου είδους, σ. 60). Έπειτα ξέρουμε ότι οι πίθηκοι – άρα και πιθανόν ο κοινός πρόγονος – χρησιμοποιούν πέτρες  και κλαδιά: «Οι κατάρρινοι, οι μανδρίλοι, οι καπουτσίνοι, οι παβιανοί κι οι ανθρωποειδείς μπορούν να ρίχνουν πέτρες και να χρησιμοποιούν τα κλαριά σαν ραβδιά. Οι παβιανοί σκοτώνουν σκορπιούς με πέτρες» (Σ. Δημητρίου, Η Εξέλιξη, σ. 457). Έτσι λοιπόν η ανεπάρκεια των ενστίκτων δεν σημαίνει παν-αδυναμία ή αδυναμία που συνεπάγεται άμεση εξαφάνιση, αλλά οπωσδήποτε «πισωγύρισμα» σχετικά με τη ζωή που έκανε προηγουμένως. Κι αυτό οδήγησε στην ανάγκη για σπασμωδικές κινήσεις, οι οποίες οδήγησαν στο πνεύμα.

            Η θεωρία ότι το πνεύμα είναι συνέπεια της πλήρους κάλυψης των ενστικτικών ζωικών προανθρώπινων αναγκών, οπότε, μετά το κρίσιμο όριο, το πλεόνασμα ενέργειας  χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη του πνεύματος είναι εσφαλμένη. Ο άνθρωπος δεν κάλυψε πλήρως τις ενστικτικές του ανάγκες και ενορμήσεις ούτε ολοκλήρωσε εντελώς τη λειτουργικότητά τους, ώστε να κατορθώσει ένα πλεόνασμα ενέργειας, το οποίο ενστικτωδώς ελεύθερα οδήγησε στο πνεύμα. Δεν τις κάλυψε πλήρως, διότι αυτό αντίκειται στο παντού παρατηρούμενο γεγονός ότι γένεση στα ζώα (αλλά και στα άτομα) νέων συστημάτων, επινοήσεων κλπ γίνεται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη για γένεση τέτοιων συστημάτων και επινοήσεων. Αν υπάρχει τέτοια ανάγκη όμως, τότε δεν υπάρχει «πλήρης κάλυψη» των ενστικτικών του αναγκών. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, όταν έχουμε ένα ον απροστάτευτο, δίχως νύχια, δόντια, φτερά, πόδια, λέπια, σκληρό δέρμα, ευάλωτο σε κρύο και σε ζέστη, δίχως ικανότητα χτισίματος στέγης, εύκολα τραυματιζόμενο, τότε μόνο για πλήρη κάλυψη των αναγκών του δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο με την δεδομένη, άνευ πνεύματος, υποδομή. Αν δεν κάλυψε όμως τις ανάγκες του, ασφαλώς δεν θα είχε ούτε δυνατότητα για να εξασφαλίσει ένα πλεόνασμα ενέργειας. Αποθηκεύουμε κάτι μόνο όταν αυτό μας περισσεύει, όμως ο (προ)άνθρωπος δεν είχε τίποτα να του περισσέψει, αλλά αντίθετα αντιμετώπιζε τρομερούς κινδύνους λόγω της «ανώριμης» βιοδομής του. Μια αντίληψη του πνεύματος ως «υπερχειλίσματος ενέργειας» δεν εξηγεί γιατί μόνο ο άνθρωπος κι όχι λ.χ. το λιοντάρι κάλυψε πλήρως τις ενστικτικές του ανάγκες κι ενορμήσεις, ώστε να αναρωτηθούμε γιατί το λιοντάρι (ή το δελφίνι κοκ) δεν διέθεσε το «πλεόνασμα ενέργειας» για μια «ενστικτωδώς ελεύθερη ανάπτυξη».

            Παρουσιάζεται κι άλλο πρόβλημα σχετικά με τη θεωρία του πλεονάσματος ενέργειας. Αν εξαρχής ο (μόλις λίγο πριν μετατραπεί σε άνθρωπο) άνθρωπος είχε τόσο ογκώδη εγκέφαλο/κρανίο, είναι σα να λέμε ότι μέχρι να αναπτυχθεί το πνεύμα, αυτό το τόσο πλούσιο κεφάλι ήταν... κούφιο περιμένοντας να γεμίσει. Δηλαδή η εξέλιξη είχε δημιουργήσει έναν χαζό, ένα άχρηστο (αφού ικανοποιούνταν και δίχως πνεύμα και εγκέφαλο οι ανάγκες του) εργαλείο. Σα να λέμε ότι δίνουμε στο κουνέλι επιπλέον δύο χέρια ανθρώπου. Ωστόσο ακριβώς επειδή υπήρξε εξέλιξη, δηλαδή αλληλεπίδραση περιβάλλοντος, αναγκών και βιοδομής, αυτό το ανθρώπινο νευρικό σύστημα – και ο όγκος του κρανίου που απαιτείτο γι’ αυτό – δεν υπήρξε εξαρχής (δλδ πριν την εμφάνιση του πνεύματος), αλλά αλληλεπιδρούσε αυξανόμενο με την σταδιακή «εμβάθυνση»/αύξηση του πνεύματος. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε τα πριν τον άνθρωπο πρωτεύοντα είχαν μικρότερο όγκο εγκεφάλου, δηλαδή δυνατότητες «πνευματικές». Αν ήταν διαφορετικά, τότε από ένα δεδομένο και περίπου ισόποσο όγκο εγκεφάλου των διάφορων πρωτευόντων, θα είχαμε ξαφνικά ποσοτική «εκτίναξη» στον κατά πολύ υπέρτερο ανθρώπινο κρανιακό όγκο.

   Η θεωρία ότι λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα και γι’ αυτό γίναμε άνθρωποι είναι αβάσιμη. Λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα  και γι’ αυτό γίναμε, άθελα ή ηθελημένα, άνθρωποι και θέσαμε νέα προβλήματα προς επίλυση; Δεν λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα και γι’ αυτό θέσαμε στον εαυτό μας άλλου είδους προβλήματα, ώστε να έχουμε κάτι να ακονίζουμε την, χαμηλή τότε, ευφυΐα μας; Υπάρχει ένας τρίτος δρόμος: δεν λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα, γι’ αυτό γίναμε (δια του πνεύματος και, φυσικά, άθελά μας) άνθρωποι, με σκοπό να λύσουμε οριστικά τα ζωικά προβλήματά μας: ωστόσο απλώς – ακριβώς λόγω της προορατικής αδυναμίας ή της ατέλειας τής προνοητικότητας του πνεύματος – δημιουργήσαμε νέα προβλήματα, τα οποία είναι απλώς εποικοδόμημα των ζωικών προβλημάτων και τίποτε άλλο. Το πώς και τι θα φάμε είναι επιμέρους προβλήματα σύγχρονα, είναι όμως το ίδιο πρόβλημα που είχαμε παλιά. Η διαφορά μεταξύ προβιάς και πολυτελών ρούχων είναι ασήμαντη: και τα δυο αποτελούν απαντήσεις στο ίδιο πρόβλημα· το ζην ενυπάρχει στο ευ ζην, το οποίο δεν είναι παρά η προσπάθεια για τελειωτική (όπως στα ζώα) επίλυση των προβλημάτων του ζην. Δεν υπάρχει ευ ζην δίχως ζην. Αν τα προβλήματα του ευ ζην είναι «άλλου είδους προβλήματα και ανάγκες από εκείνα του ζώου», πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Οι «λύσεις» για το ζην απλώς δημιουργούν προβλήματα εξαιτίας της ανακρίβειας της προνοητικότητας του πνεύματος. Το γυναικείο λ.χ. δίλλημα «τι φούστα να ψωνίσω;» δεν συνεπάγεται (ως προϊόν του πνεύματος) ούτε πλήρη ικανοποίηση της ανάγκης «κρυώνω, αν δεν καλυφθώ με κάτι» ούτε υπέρβαση του «ενστίκτου» προς κάποια.. ελευθερία από το κρύο. Δεν έχουμε διαφορετικά προβλήματα από αυτά των ζώων· απλώς έχουμε πιο εκλεπτυσμένες, πιο δυσεπίλυτες (εξαιτίας του όπλου που επιλέξαμε) μορφές των αυτών προβλημάτων. Η φαινομενική συνεχής επινοητικότητα του πνεύματος, η οποία οδήγησε από τη σπηλιά στα σύγχρονα σπίτια, είναι προϊόν εσωτερικής διεργασίας του πνεύματος, της «μελλοντολογίας» του, κι όχι ανάπτυξης επιπλέον πνεύματος. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι διαμέσου της κατοχής της φωτιάς λύσαμε τα στοιχειώδη προβλήματα επιβίωσης και ασφάλειας κι έτσι το απόθεμα ενεργητικότητας μετετράπη σε πνεύμα οδηγώντας στην ανθρωπογένεση. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν μάς λέει κάτι για "πλήρη" επίλυση όλων των προβλημάτων μας ως ζώων. Επιπλέον η κατοχή της φωτιάς προϋποθέτει ήδη την ύπαρξη εργαλείων, δηλαδή ανθρώπων.

Ασφαλώς κάποια στιγμή το ένστικτο δεν ήταν ένστικτο. Ήταν ακόμη επίκτητη γνώση και όχι ένστικτο, αποτέλεσμα προσπαθειών. Αυτό δεν κάνει βέβαια τα πουλιά που χτίζουν τις φωλιές τους να έχουν πνεύμα. Εάν θεωρήσουμε ότι ο προάνθρωπος έκανε εξερευνητικές προσπάθειες αυτοεξέλιξης, αυτό δεν τον κάνει ανθρώπινο ούτε ξεχωριστό ούτε πνευματοφόρο, αφού και τα πουλιά, και οι βάτραχοι και οι σαύρες έκαναν αντίστοιχες εξερευνητικές προσπάθειες προκειμένου να γίνουν πουλιά, βάτραχοι και σαύρες (δε χρειάζεται να επισημανθεί εκτενώς την επίδραση της γλώσσας π.χ. στις λέξεις εξερεύνηση, αυτοεξέλιξη, η οποία μας κάνει να νομίζουμε ότι τα υποκείμενά τους είναι άνθρωποι ή έχουν συνείδηση κι αποφασίζουν πραγματώνοντας κάποιο λογικό σχέδιο, πράγμα φυσικά λανθασμένο). Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιου είδους ιδιαίτερη, (προ)ανθρώπινη μόνο, μάθηση ούτε βέβαια για κάποιες προσπάθειες βάσει σχεδίου, αλλά για μάλλον σπασμωδικές και τυχαίες, πλην όμως επίμονες, εκδηλώσεις του αγώνα για βιολογική αυτοσυντήρηση πάσει (εξ ού και η επιμονή) θυσία. Όπως τα πουλιά κατάφεραν να απομνημονεύσουν την ικανότητά τους να χτίζουν φωλιά, έτσι ο (προ)άνθρωπος κατάφερε (άθελα βέβαια) να αποκτήσει πνεύμα, το οποίο παγιώθηκε-ολοκληρώθηκε, σχεδόν όπως τα ένστικτα, ως ικανότητα, εντός του. Όπως και να ‘χει, η παραδοχή ότι ένα συγκεκριμένο ένστικτο δεν υπήρχε από πάντα δεν παύει να το κάνει ένστικτο από τη στιγμή της παγίωσής του. Αν μάλιστα δεχτούμε ότι, όπως και το πνεύμα, έτσι και τα ένστικτα του ανθρώπου, ο άνθρωπος τα απέκτησε εξ ανάγκης και με τον ίδιο τρόπο με τα ζώα, λ.χ. όπως τα πουλιά απέκτησαν το ένστικτο να χτίζουν φωλιές, αυτό είναι ένας ακόμα λόγος για να απορρίψουμε τη θεωρία της ασυνέχειας στην εξέλιξή του.

Ότι τα ζώα έχουν την ικανότητα να τη γλιτώνουν είναι άλλο πράγμα από την υπόθεση ότι δρούσαν λελογισμένα όταν προσπαθούσαν με σπασμωδικές ενέργειες να επιβιώσουν. Θα μπορούσαμε λοιπόν να δεχτούμε ότι έχουν ορισμένη, ελάχιστη, ικανότητα εκμάθησης, η οποία δεν συνεπάγεται συνείδηση ανθρώπινου επιπέδου. Για παράδειγμα, το σκουλήκι μπορεί έπειτα από πολλές φορές να διαλέξει το δρόμο του μέσα σε ένα «τρίστρατο» γυάλινων σωλήνων, στην άκρη του ενός από τους δύο (από τον τρίτο καταφθάνει) βρίσκεται μια μπαταρία που το «κεραυνοβολεί» ελαφρά. Τι είδους συνείδηση μπορούμε να πούμε για το σκουλήκι πως έχει; Γιατί να μην μιλήσουμε και για πνεύμα τότε ή για ελευθερία βούλησης (αφού τάχα ελεύθερα επιλέγει να μην οδεύσει στον επικίνδυνο σωλήνα) στα ζώα; Είναι προφανές γιατί, διότι αυτά τα έχει μόνο ο άνθρωπος. Πηγαίνοντας ολοένα και πιο πίσω, είναι αδύνατον να έχουμε έμβια ζωή η οποία να μην έχει εξαρχής αποτυπωμένα τα ένστικτα του πόνου και της αποστροφής προς αυτόν καθώς και μιας υποτυπώδους «γνώσης» για αποφυγή τους˙ αν δεν ήταν έτσι, τότε κανένα είδος δε θα επιβίωνε εξαρχής, γιατί μέχρι να ασκήσει την συνείδησή του και έπειτα να παγιωθεί η ανακάλυψή της σε ένστικτο, θα είχε εξαφανιστεί το ζώο. Επομένως είτε υπήρξε εξαρχής ένα ένστικτο «γνώσης» και αποφυγής του πόνου-κινδύνου είτε δεν υπήρξε λελογισμένος, με το πάσο του ζώου, τρόπος αποφυγής του κινδύνου, αλλά σπασμωδικές προσπάθειες, δίχως προνοητικότητα (αφού τα ζώα δεν είχαν πνεύμα), δίχως αρχή, μέση, τέλος, και μέσω αυτών επιβίωσε το έκαστο είδος. Οι σπασμωδικές προσπάθειες αυτές μπορεί να επαναλήφθηκαν, δεν ήταν όμως δυνατόν να γίνουν λελογισμένες, γιατί η λογική απαιτεί συλλογισμό. Άλλο η επανάληψη των προσπαθειών αυτών, μέχρι να μετατραπεί σε ένστικτο, κι άλλο η ύπαρξη απόφασης, συλλογισμού κ.λπ. το οποίο μετά μετατρέπεται σε ένστικτο, ύπαρξη η οποία δεν αποδεικνύεται από πουθενά. (6/8/2007)

Οι πρωταρχικές εξερευνητικές προσπάθειες όλων των ζώων (ώσπου αυτά να αποκτήσουν τα βιολογικά ή – στην περίπτωση του ανθρώπου – τα πνευματικά όπλα για την αυτοσυντήρησή τους) δεν συνιστούν θέληση για διεύρυνση της Ισχύος· πόσο μάλλον συνεχή, όπως στον άνθρωπο, θέληση για διεύρυνση της Ισχύος. Άλλωστε, όπως τα ζώα επαναπαύονται στα βιολογικά όπλα τους μη επιδιώκοντας να αποκτήσουν καινούργια λ.χ. «πνεύμα», έτσι κι ο άνθρωπος επαναπαύεται στο πνεύμα του μη επιδιώκοντας να αποκτήσει χαυλιόδοντες ή άλλα σωματικά όπλα.

Η αναζήτηση της διάκρισης ανθρώπου-ζώων βάσει του Νοήματος είναι σωστή αλλά εν μέρει μόνο. Γιατί τα Νοήματα εμφανίστηκαν πολύ μετά την ανάπτυξη του πνεύματος. Εάν βέβαια θεωρήσουμε ότι, ακριβώς επειδή – «τώρα πλέον» που ο άνθρωπος έχει πνεύμα – είναι αδύνατον να μην παράγονται χάριν αυτοσυντήρησης οι σημασίες/νοήματα, τα νοήματα έχουν καταστεί πλέον ανεκρίζωτα, δεν σφάλλουμε μεν, ωστόσο η αδυναμία να εκριζωθούν δεν οφείλεται στην πρωτογενή αυθυπαρξία τους, αλλά ότι αποτελούσαν/ούν τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιείται σε ορισμένο επίπεδο η θέληση για αυτοσυντήρηση. Δεν αρχίζει ο άνθρωπος με τα νοήματα, αλλά ο άνθρωπος δίνει τα νοήματα – αλλιώς θα χρειαζόμασταν κάποιον που να δώσει τα νοήματα στον «προάνθρωπο» καθιστώντας τον άνθρωπο. Ακόμη και τα Νοήματα-Αξίες είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να βοηθούν την αυτοσυντήρηση του ανθρώπου στον «χώρο» του πνεύματος.

Είναι άλλο πράγμα η (από ένα σημείο και ύστερα) ταύτιση αξιών-Νοημάτων και ανθρωποσύνης και άλλο πράγμα το ποιος και γιατί έδωσε τα νοήματα. Επειδή το πνεύμα προηγείται των αξιών (οι αξίες είναι πνευματικές, αλλά το πνεύμα δεν παράγει μόνο «ηθικές» αξίες ούτε ήταν αυτές η πρώτη εκδήλωσή του ούτε ήταν σκοπός δημιουργίας του πνεύματος η παραγωγή ηθικών αξιών-νοηματοδοτήσεων· κι όταν παρήχθησαν αυτές, ο σκοπός ήταν ιδιοτελής, η εξασφάλιση της αυτοσυντήρησης, η κατοχύρωση του υποκειμένου ως προς τους ανθρώπους και τη φύση), και χρονικά και αιτιακά, κι επειδή το πνεύμα καθιστά κάποιον άνθρωπο, δεν είναι τα νοήματα-αξίες αυτά που μετέτρεψαν κάποτε ένα ον σε άνθρωπο. Ο προάνθρωπος προσπαθώντας να επιβιώσει, να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση, «επέλεξε» να παράξει πνεύμα· επέλεξε να προσαρμοστεί κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο (όρθια στάση-απελευθέρωση του χεριού-συντονισμός χεριού/προσοχής/εγκεφάλου-αύξηση εγκεφάλου), ο οποίος οδήγησε στη δημιουργία του πνεύματος, δηλαδή στην ανθρωπογένεση, με πρώτα απτά σημεία ύπαρξης τα εργαλεία. Οι αξίες-νοήματα ακολουθούν πολύ αργότερα, είναι τα έσχατα παράγωγα του πνεύματος. Και είναι έσχατα, διότι αποτελούν κορύφωση της δημιουργικότητάς του.

Με άλλα λόγια το Πνεύμα είναι κάτι γενικότερο από το Νόημα. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο, όχι το αντίθετο. Το γεγονός ότι το πνεύμα παράγει τις αξίες-νόημα αποτελεί εξ ίσου λίγο απόδειξη κάποιας αντιστοιχίας της υφής του πνεύματος με την υφή των αξιών, όσο και το γεγονός της παραγωγής ιδεών από τον άνθρωπο αποδεικνύει ότι την καθαρά πνευματική του υπόσταση ως όντος. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος απέκτησε πνεύμα, λογική (με την ανθρώπινη σημασία και στο ανθρώπινο επίπεδο), άρχισε να βλέπει παντού, δηλαδή σε κάθε τι που παρατηρούσε στον κόσμο, αιτία, μέσα (μεθόδους) και σκοπούς-αποτελέσματα. Αναμενόμενο ήταν ότι αυτόν τον τρόπο μοντελοποίησης του κόσμου, των πραγμάτων και των συμβάντων, τον μετέφερε κάποιαν στιγμή σε ανώτερο επίπεδο, στο επίπεδο του Νοήματος της Ζωής. Ανακαλύπτοντας αιτίες και σκοπούς-αποτελέσματα για τα απλά πράγματα της ζωής πίστεψε ότι κάθε τι έχει αιτία λογική και σκοπό, άρα και η ίδια η Ζωή έχει σκοπό λογικό και επομένως Νόημα. (6/8/2007)

Ἐδῶ ἀνοίγουμε μιὰ παρένθεση σχετικὴ μὲ τὶς συνέπειες τῆς ὕπαρξης Νοηματοδότησης. Ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοήματα-Ἀξίες εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος (δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ) παράγει νοήματα-ἀξίες, δὲν συνεπάγεται τίποτε ἀναφορικὰ μὲ τὸ ποιὰ Νοήματα καὶ ποιὲς (ἠθικὲς) Ἀξίες εἶναι τὰ ἀληθινά, τὰ "ὀρθά", τὰ ἐξωανθρωπίνως ἀντικειμενικά. Γιατὶ ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νόημα εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα εἶναι ἡ μισὴ ἀλήθεια: ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος παράγει πολλὰ διαφορετικὰ καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενα ἀναμεταξύ τους νοήματα-ἀξίες, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν συμπεραίνεται ἡ ἀντικειμενικότητα-ἀλήθεια μίας συγκεκριμένης νοηματοδότησης (ἢ ὁρισμένων καὶ λίγων) καὶ ἑνὸς συγκεκριμένου συστήματος ἀξιῶν. Ἐπιπλέον ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοηματοδόση-Ἀξίες εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους δὲν συνιστᾶ ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς ἄποψης ὅτι τὸ Πνεῦμα, ἄρα καὶ οἱ Νοηματοδοτήσεις-Ἰδέες-Ἀξίες, συνιστοῦν ὅπλα στὸν ἀγώνα γιὰ αὐτοσυντήρηση τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τὸ γεγονὸς ("Ἄνθρωπος καὶ Νοηματοδότηση εἶναι ἀδιαχώριστα") κι ἄλλο πρᾶγμα ὁ ἰσχυρισμὸς "ἐπειδὴ εἶναι ἀδιαχώριστα, τὸ Πνεῦμα καὶ οἱ Νοηματοδοτήσεις δὲν εἶναι ὅπλα γιὰ τὴν αὐτοσυντήρηση τοῦ Ἀνθρώπου". Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοήματα εἶναι ἄρρηκτα δεμένα μεταξύ τους συνεπάγεται ὅτι οἱ διακηρύξεις γιὰ τἐλος τῶν ἰδεολογιῶν, γιὰ ἀνάγκη τοῦ σχετικισμοῦ ὡς ἠθικοῦ δέοντος (κι ὄχι ὡς ἠθικὰ καὶ δεοντολογικᾶ οὐδέτερης διαπίστωσης-παρατήρησης) συνιστοῦν στὴν καλλίτερη περίπτωση μάταιες προσδοκίες καὶ στὴν χειρότερη ἕναν πλάγιο τρόπο ἐπιβολῆς μιᾶς συγκεκριμένης ἰδεολογίας καὶ ἑνὸς συγκεκριμένου τύπου κοινωνικῆς κυριαρχίας, τοῦ σημερινοῦ. Λάθος λοιπὸν κάνουν τόσο ἐκεῖνοι ποὺ ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς δημιουργίας Νοήματος ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπο προσπαθοῦν νὰ ἀποκομίσουν ὀφέλη ὑπὲρ τῆς συγκεκριμένης, δικῆς τους Νοηματοδότησης, ὅσο καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀπὸ τὴν διαπίστωση τῆς πολλότητας τῶν Νοηματοδοτήσεων ὑποστηρίζουν τὴν κατάργηση τῶν ἐπὶ μέρους Νοηματοδοτήσεων ἀπαιτῶντας ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὲς τῶν τελευταίων νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν σχετικότητά τους. (10/8/2007)

Ο άνθρωπος ακόμη και να ήθελε δεν μπορεί να εξαφανίσει το πνεύμα του, όχι μόνο γιατί δεν τον συμφέρει αλλά διότι θα έπρεπε πρώτα να αναπτύξει άλλο όπλο για την αυτοσυντήρησή του, τη βιολογική και την κοινωνική καθώς και διότι δεν μπορεί λ.χ. να πάψει να σκέφτεται. Έτσι δεν υπάρχει καμμία προσπάθεια διατήρησης των ανθρώπινων τρόπων, διότι αυτοί είναι αδύνατο να εκλείψουν, τόσο  για βιολογικούς λόγους, δηλαδή επειδή θα έπρεπε, αν καταργούνταν το πνεύμα, να αποκτήσουμε τις σωματικές ικανότητες των συγγενικών μας ζώων, όσο και για κοινωνικούς λόγους, επειδή οι μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου δε θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο.

Ο υποτιθέμενος αγώνας του Ανθρώπου να παραμείνει Άνθρωπος συνεπάγεται ένα συλλογικό υποκείμενο «ανθρωπότητα», το οποίο όμως δεν είναι υποκείμενο, δεν αγωνίζεται να παραμείνει «άνθρωπος», διότι δεν δρα συλλογικά. Άπαξ κι ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος, δεν αγωνίζεται για να παραμείνει άνθρωπος, αλλά να παραμείνει ο συγκεκριμένος άνθρωπος, οι συγκεκριμένες, επιμέρους ομάδες ανθρώπων· δεν έχουμε την περίπτωση των πιθήκων ή των υπόλοιπων ζώων, διότι αυτά δεν έχουν πνεύμα που να τα κάνει άτομα. Επιμέρους ομάδες ανθρώπων, έθνη, τάξεις καθώς και άτομα επιδιώκουν την αυτοσυντήρησή τους (αγωνίζονται να παραμείνουν έθνη κλπ), τη διατήρηση της (ευνοϊκής γι’ αυτά) κατάστασης, μέσω του πνεύματος, το οποίο όμως ακριβώς επειδή «δουλεύει» χάρη στην πρόβλεψη, η οποία αναγκαστικά είναι ανακριβής, συνεπάγεται το να επιδιώκουν την αύξηση της ισχύος τους οι παραπάνω ομάδες. Δεν υπάρχει «άνθρωπος» ώστε να επιδιώξει να παραμείνει άνθρωπος, δηλαδή δεν υπάρχει ανθρωπότητα-πρόσωπο ώστε να επιδιώξει να παραμείνει ανθρωπότητα. Υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι, που δεν έχουν κοινούς σκοπούς ούτε κοινές πνευματικές αξίες (οι οποίες αιτιολογούν την επικράτηση των εκάστοτε υποστηρικτών τους). Για παράδειγμα οι Μουσουλμάνοι αγωνίζονται για τη διατήρηση και υπεράσπιση των «νοηματοδοτήσεων»-αξιών τους, αλλά η Δύση ή το Ισραήλ δεν ενδιαφέρεται για τη διατήρηση και υπεράσπιση των ισλαμικών αξιών κι ούτε η «Ανθρωπότητα» θα πάθει τίποτα αν αυτές εκλείψουν, δηλαδή οι εκάστοτε «αξίες» του «πνεύματος» και η υπεράσπισή τους αφορούν επιμέρους ομάδες κι όχι τον «Άνθρωπο» που «τις υπερασπίζεται (όλοι) ώστε να μείνει άνθρωπος». Άλλο το πνεύμα ως δημιουργός αξιών κι άλλο η μοίρα των εκάστοτε αξιών. Κλείνουμε τὴν παρένθεση καὶ συνεχίζουμε.

(24-11-2011)Tὸ ὅτι μέσα στὸν κόσμο τῶν σημασιῶν ὑπάρχουν (ὄχι κατ’ ἀνάγκη μειοψηφικά, φυσικά) καὶ σημασίες οἱ ὁποῖες ἐναντιώνονται στὴν πρωτοκαθεδρία τοῦ κόσμου τῶν σημασιν καὶ τοῦ "Νοήματος" καταρρίπτει ἀμέσως τὸ θέατρο ποὺ σκηνοθετεῖται ὡς "σημασία/νόημα vs μηδενισμός". Γιατὶ μόνο ἂν οἱ σημασίες καὶ τὰ νοήματα ἦταν ἀπὸ τὴ μία πλευρά, ὅλα τους (ἢ τὰ περισσότερα) «καλὰ» καὶ «ἀντιμηδενιστικά», καὶ μόνο ἂν ἡ ἄλλη πλευρὰ ἀποτελεῖτο ἀπὸ ἀδίστακτους ἀνηθικιστὲς (πέρα ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό) ποὺ δεκάρα δὲν ἔδιναν γιὰ τὸ νόημα καὶ τὴ σημασία (εἴτε ἦταν Χίτλερ εἴτε Λένιν κ.λπ.), θὰ εἶχε κάποιο νόημα ἡ σκηνοθεσία τῆς διαμάχης αὐτῆς. Καὶ ἀφοῦ ἡ θεατρικὴ αὐτὴ διαμάχη εἶναι ἀνούσια (ἐπιγραμματικά: Οἱ ἠθικιστὲς εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ χρησιμοποιήσουν «καλὴ» βία -ἐκτὸς κι ἂν ἔχουν τόσο μεγάλη ἰδέα γιὰ τὶς νοηματοδοτήσεις τους ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ πείσουν μὲ τὰ λόγια-νοήματά τους τοὺς πάντες- ἂν ἐπεδίωκαν τὴν κοινωνικὴ ἐπικράτηση τῶν σημασιῶν τους, ἐνῶ οἱ «κυνικοὶ μηδενιστὲς» πάντα -ἀκόμη καὶ οἱ Ναζί- ἐκλογίκευαν καὶ νοηματοδοτοῦσαν τὴν «ὠμὴ βία» τους ὥστε νὰ ἀποκτήσουν ὁπαδούς), ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ διαμάχη αὐτὴ στερεῖται τὴν καθαρότητα ποὺ οἱ ὑπέρμαχοι τῶν «σημασιῶν» καὶ τοῦ (γενικὰ καὶ ἀόριστα) "Νοήματος" τῆς δίνουν, μπορεῖ κανεὶς νὰ ψάξει γιὰ ἀντίστοιχα ἱστορικὰ παραδείγματα, στὰ ὁποία ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ νοήματος δὲν ἦταν, πρακτικά, περισσότερο ἐπιτυχὴς (ὅσον ἀφορᾶ στοὺς διακηρυγμένους σκοποὺς τῶν ἠθικιστῶν) ἀπὸ τὴν «μπρεχτικὴ» ἀντιστροφὴ τῆς παραπάνω πρωτοκαθεδρίας: Ἡ ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ δέχεται τὴν προτεραιότητα τοῦ νοήματος, δὲν ἔφερε τὴν κατάργηση τῆς δυστυχίας περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἐπικράτηση τοῦ «ὠφελιμιστικοῦ», «ἀντινοηματικοῦ» μαρξισμοῦ. Κι ἂν πιστέψουμε ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀξεῖς ἐπικριτὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ἐπικράτησή του ὀφειλόταν στὴν ἔμπρακτη φιλανθρωπία καὶ ἀλληλεγγύη, τότε ἡ σημασία τῶν σημασιῶν δὲν θὰ ἦταν τόσο μεγάλη, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὸν βαθμὸ κοινωνικῆς ἐπικράτησης τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. (24-11-2011). 

Κανείς δεν ισχυρίζεται ούτε πιθανολογεί, σήμερα τουλάχιστον, σοβαρά ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο (γίββωνα, χιμπατζή, ουρακοτάγκο κ.ά.). Άνθρωπος και πίθηκος προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο που προφανώς δεν ήταν άνθρωπος αλλά ούτε και πίθηκος. Αυτό το είδος, όταν άλλαξαν κάποιες συνθήκες, οι οποίες ώς τότε επέτρεπαν την επιβίωσή του, διαχωρίστηκε σε δύο ομάδες, από τη μια τους πιθήκους κι από την άλλη τους «προανθρώπους». Ώστε ο πίθηκος δεν συντηρήθηκε στην ίδια κατάσταση, είναι κι αυτός αποτέλεσμα εξέλιξης προς μια άλλη κατεύθυνση, του κοινού προγόνου. Ότι ο άνθρωπος κατάγεται από κάποιο ζώο δε σημαίνει ότι το ζώο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται. Αλλά κι αν ακόμη εξακολουθούσε (που δεν εξακολουθεί, γιατί και οι πίθηκοι είναι προϊόντα εξέλιξης) να υφίσταται το ζώο αυτό, ποιο είναι το πρόβλημα με την αυτοσυντήρηση και την σχέση της με την μετεξέλιξη; Εφόσον σε ορισμένες περιοχές η αυτοσυντήρηση του προκόνσουλ (κοινού πρόγονου) εξακολουθούσε να είναι δυνατή, αυτό διατηρήθηκε όπως ήταν (με τα εκατομμύρια χρόνια φυσικά, θα υπέστη κι αυτό μεταλλάξεις – δεν ισχύει ότι μόνο ο αγώνας υπέρ της αυτοσυντήρησης οδηγεί σε μετάλλαξη) και δε χρειάστηκε να προσαρμοστεί, όσο ο μετέπειτα άνθρωπος, σε κάποιες νέες συνθήκες αναπτύσσοντας επινοητικότητα, εργαλεία και πνεύμα, ενώ στις περιοχές όπου ζούσε ο κοινός πρόγονος οι οποίες δεν παρείχαν τις δυνατότητες για εξακολούθηση της αυτοσυντήρησης, για κάποιο λόγο οι συγκεκριμένες αυτές ομάδες αντί να ξανατρυπώσουν στα δάση (όταν αυτά περιορίστηκαν ή εξαφανίστηκαν από τις περιοχές τους) προσαρμόστηκαν στον νέο τρόπο ζωής· και για να το κάνουν αυτό χρειάζονταν επινοητικότητα, όχι απλώς την επινοητικότητα που είχαν οι πρόγονοι, δηλαδή έπρεπε να αναπτύξουν, σταδιακά, πνεύμα. Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι δεν υπάρχει καμμία ασυνέχεια στην εξέλιξη.

            Άπαξ και ο κοινός πρόγονος έγινε άνθρωπος επιλέγοντας (μέσω της εγκατάλειψης του δάσους, της όρθιας στάσης, της απελευθέρωσης του χεριού, της νοητικής εκγύμνασης/αυτοβελτίωσης του νου δια του χεριού και της οράσεως) να αποκτήσει πνεύμα, αυτό το πνεύμα κατέστησε λίγο-πολύ άχρηστη την σωματική βελτίωση (π.χ. να αναπτύξει στη σαβάνα ταχύτητα της τίγρης).

Η σημερινή διαφορά μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου δεν συνεπάγεται ούτε τομή ούτε ασυνέχεια. Άλλο «διαφορά» και άλλο «ασυνέχεια». Το πνεύμα ήταν ένας επιτυχημένος τρόπος για να επιβιώσει ένα ζώο· τέτοιος παραμένει. Ούτε ο άνθρωπος αγωνίζεται για να διατηρήσει το πνεύμα του ούτε ο ελέφαντας διεξάγει κάποιον συγκεκριμένο αγώνα για να διατηρήσει την προβοσκίδα του. Αγώνας για το πνεύμα ως πνεύμα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει αγώνας να διατηρηθούν τα γαϊδούρια ως μεταφορικά μέσα από τη στιγμή που εφευρέθηκαν τα φορτηγά αμάξια. Το πνεύμα ως πνεύμα δεν θα μας ενδιέφερε διόλου αν δεν γνωρίζαμε την πολύτιμη αξία του για την αυτοσυντήρησή μας/ αν δεν είχε τέτοια αξία. Θα ατροφούσε αμέσως, όπως ατρόφησε η ουρά μας, αν υπήρχαν άλλοι καλύτεροι τρόποι επιβίωσης. Συμπέρασμα: η όποια προσπάθεια για «αγώνα υπέρ του πνεύματος, της διαφύλαξής του» είναι απόλυτα ιδιοτελής, δηλαδή αποτέλεσμα της ανάγκης· ο φόβος για την εξαφάνιση του πνεύματος είναι απόλυτα αβάσιμος. Ο άνθρωπος πράγματι δε διεξάγει αγώνα ενστικτώδους επιβίωσης, διότι τον αγώνα για αυτοσυντήρηση τον έχει αναλάβει κατά βάση το πνεύμα του.

            Δεν κάνουν τα εργαλεία τον άνθρωπο, δεν κάνουν τα αξιακά νοήματα τον άνθρωπο, απλώς δείχνουν ότι έχει ήδη πνεύμα, άρα είναι άνθρωπος. Είναι αναπόφευκτο, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που κατασκεύαζε λίθινα εργαλεία κάποια στιγμή κάποτε θα αποφάσιζε, λόγω της τάσης του πνεύματος/της Λογικής να ψάχνει αιτίες και αποτελέσματα και να αναζητά (λόγω ανθρωπομορφικής σκέψης) «συνείδηση» πίσω από τα γεγονότα, ότι η ζωή έχει νόημα, ότι το νόημα της ζωής είναι αυτό ή το άλλο, ότι πρέπει να λατρεύουμε τον κεραυνό γιατί αλλιώς θα θυμώσει και θα κεραυνοβοληθούμε κοκ. Αλλά αυτά είναι μεταγενέστερα και χρησιμοθηρικά.

            Εάν το προγονικό μας πρωτεύον αυτό δεν είχε χέρια, αλλά φτερά ή αν δεν είχαν απελευθερώσει τα χέρια του από το περπάτημα, δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί η όρθια στάση, η εξέταση αντικειμένων και η επαύξηση της προσοχής, άρα εν τέλει και της νοητικής διεργασίας, που οδηγεί στο πολύπλοκο νευρικό σύστημα και στο πνεύμα. Δίχως τη σωματοδομή του κοινού προγόνου και τις δυνατότητες που δίνει αυτή, δε θα υπήρχε καμμία πιθανότητα να αναπτυχθεί το πνεύμα. Εν μέσω των ορίων που οι δυνατότητες του αμέσως προηγούμενου είδους θέτουν θα κινηθεί το εύρος των ικανοτήτων του απογόνου· όχι εν μέσω των ορίων των δυνατοτήτων του προπροηγούμενου είδους. Αν δεν δεχτούμε ότι το πνεύμα έπεσε από τον ουρανό άνευ αιτίας, τότε η συνάρτηση βιοδομής και πνεύματος είναι αναπόφευκτη και μόνο από τα πρωτεύοντα (από ζώα με δυνατότητα απελευθέρωσης του χεριού, λόγω της απόκτησης της όρθιας στάσης και αύξησης, λόγω του συστήματος μάτι-χέρι-εγκέφαλος, του νευρικού συστήματος) θα μπορούσε να παραχθεί τέτοια πολυπλοκότητα, αλλιώς όλα τα ζώα θα έπρεπε να αποκτούν πνεύμα άπαξ και ικανοποιούσαν (που τις ικανοποιούν άλλωστε) πλήρως τις ενστικτικές τους ανάγκες.

Η κοινωνικότητα ως επιχείρημα κατά της αναγωγής των πάντων στον αγώνα για αυτοσυντήρηση (χάρη στην επιτυχία του οποίου έχουμε ακριβώς αυτή τη βιοδομή, με ό,τι συνεπάγεται αυτή, το πνεύμα) δεν λέει πολλά. Διότι σκοπός της κοινωνίας, τόσο των προανθρώπων όσο και του ανθρώπου, ήταν η αυτοσυντήρησή της· το πέρασμα στην κοινωνία των ανθρώπων δεν συνεπάγεται κάποια υπέρβαση του αγώνα αυτού, ίσα-ίσα οφείλεται σε αυτόν τον αγώνα, κι επομένως δεν υπάρχει κάποιο προϊόν της πρώιμης ανθρώπινης κοινωνίας που να αντιβαίνει τον παραπάνω κανόνα και που σηματοδοτεί «την ενστικτική ελευθερία». Εάν μόνο (ανθρώπινη) κοινωνία έφτιαξε το πνεύμα, έχουμε κυκλική σκέψη, αφού οι άνθρωποι ήδη ήταν ανθρώπινοι και η κοινωνία επίσης, οπότε καταλήγουμε ότι ο άνθρωπος έφτιαξε τον άνθρωπο· είναι σα να λέμε ότι ο άνθρωπος έπεται του ανθρώπου και ταυτόχρονα ότι ο άνθρωπος προηγείται του ανθρώπου, δεν έχουμε δηλαδή ανθρωπογένεση, αφού πάντα θα πρέπει να υπάρχει μια κοινωνία (ανθρώπινη, πάντα!) που να φτιάχνει πνεύμα/τον Άνθρωπο. Άρα ο άνθρωπος υπήρξε ανέκαθεν. Εάν, για μια στιγμή δεχτούμε ότι και οι προάνθρωποι έχουν κοινωνία, έστω και πιο κατώτερης οργάνωσης. Τότε δεν μπορούμε να πούμε ότι η προανθρώπινη κοινωνία έγινε ανθρώπινη κοινωνία εξαιτίας της κοινωνίας. Κοινωνία είχαμε πριν, κοινωνία και μετά, άρα δεν είναι το αίτιο της αλλαγής η κοινωνικότητα, αλλά ο αγώνας για την αυτοσυντήρηση, ο οποίος διαπλάθει την βιοδομή. Δεν διαπλάθει η κοινωνία τη βιοδομή, όσο κι αν σήμερα ορισμένες δουλειές προκαλούν ορισμένες αρρώστιες. Αν υπάρχει κοινωνία μόνο από τον άνθρωπο, πώς γίνεται η κοινωνία έφτιαξε το πνεύμα; Η κοινωνία των προανθρώπων; Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Των ανθρώπων; Αυτοί ήδη είχαν πνεύμα. Το πρόβλημα λύνεται, εάν αντί να έχουμε τέτοιους φαύλους κύκλους, δεχτούμε ότι ναι μεν η ανθρώπινη, με πνεύμα πλέον, κοινωνία αναδιαπλάθει κι εμβαθύνει το πνεύμα, αλλά ότι η αιτία της γένεσης του πνεύματος δεν είναι η κοινωνικότητα και συνεπώς ότι το πνεύμα δημιούργησε την (ανθρώπινη) κοινωνία.

            Η απόδοση της ανθρωπογένεσης στη γλώσσα είναι λανθασμένη. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι και τα ζώα έχουν γλώσσα. Θα παρέθετε κανείς χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γλώσσας τα οποία δεν υπάρχουν στις «γλώσσες» των άλλων ζώων. Ωστόσο η παράθεση αυτή δεν καθιστά τη μια γλώσσα «αληθινή» και τις υπόλοιπες «ψεύτικες». Η διαμάχη αυτή θα είχε τόση σοβαρότητα όσο η διαμάχη για το αν η μύγα κι όχι ο άνθρωπος έχει Αληθινά Χέρια. Η πλάνη στην απόδειξη ότι η αληθινή γλώσσα-έναρθρος λόγος είναι μόνο η ανθρώπινη «είναι ότι θεωρείται πως πρέπει να χαραχθεί μια γραμμή που τέμνει την κλίμακα και ότι στα είδη που βρίσκονται στις βαθμίδες πάνω από αυτήν αναγνωρίζεται κάποιο λαμπρό χαρακτηριστικό, ενώ εκείνα που βρίσκονται κάτω από αυτήν το στερούνται. Στο δέντρο της ζωής, χαρακτηριστικά όπως μάτια ή χέρια ή άπειρες φωνήσεις μπορούν να εμφανίζονται σε κάθε κλάδο, ή περισσότερες φορές σε διαφορετικούς κλάδους, μερικοί από τους οποίους οδηγούν στον άνθρωπο, άλλοι όχι. Το σημαντικό επιστημονικό ζήτημα που διακυβεύεται δεν είναι αν μερικά είδη κατέχουν την αληθινή εκδοχή ενός χαρακτηριστικού ή κάποια ωχρή απομίμηση ή και μια ευτελή απάτη. Το ζήτημα είναι πια χαρακτηριστικά είναι ομόλογα με ποια άλλα. (...)Τα "ομόλογα" χαρακτηριστικά μπορεί να επιτελούν ή να μην επιτελούν κάποια κοινή λειτουργία, αλλά κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο και, συνεπώς, έχουν κάποια κοινή δομή που μαρτυρεί ότι είναι "το ίδιο" όργανο. Το φτερό μιας νυχτερίδας, το μπροστινό πόδι ενός αλόγου, το πτερύγιο μιας φώκιας, το νύχι ενός τυφλοπόντικα και το χέρι ενός ανθρώπου επιτελούν πολύ διαφορετικές λειτουργίες, αλλά είναι όλα τροποποιήσεις του μπροστινού άκρου του προγόνου όλων των θηλαστικών (....) Το ενδιαφέρον ερώτημα έγκειται στο αν η ανθρώπινη γλώσσα είναι ομόλογη – βιολογικά, "το ίδιο πράγμα" – με κάτι άλλο στο σύγχρονο ζωικό βασίλειο. (...)Για να ελέγξουμε αν υπάρχει ομολογία, πρέπει να βρούμε κάποιο σημαίνον χαρακτηριστικό που να αναδύεται τόσο στα συστήματα συμβόλων των ανθρωποειδών πιθήκων όσο και στην ανθρώπινη γλώσσα, και το οποίο να μην είναι τόσο απαραίτητο στην επικοινωνία ώστε να υπάρχει πιθανότητα να αναδύθηκε δύο φορές, μία κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εξέλιξης και μία στις εργαστηριακές συναντήσεις των ψυχολόγων, όταν αυτοί επινόησαν το σύστημα διδασκαλίας των πιθήκων τους. (...) αν και η φυσική επιλογή περιλαμβάνει αυξητικά στάδια τα οποία ενισχύουν τη λειτουργικότητα, οι ενισχύσεις δεν είναι ανάγκη να γίνονται σε έναν υπαρκτό γνωσιακό υπομηχανισμό. Μπορούν σιγά σιγά να σχηματίσουν έναν νέο από τμήμα της ανατομίας του σώματος το οποίο πρωτύτερα δεν είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή από τα μεταίχμια ανάμεσα στους υπάρχοντες υπομηχανισμούς, τους οποίους οι βιολόγοι Stephen Jay Gould και Richard Lewontin ονομάζουν "τύμπανα", από τον αρχιτεκτονικό όρο για το χώρο ανάμεσα σε δύο αψίδες. Ένα παράδειγμα νέου αυτόνομου υπομηχανισμού είναι το μάτι, που εμφανίστηκε εκ νέου περίπου σαράντα ανεξάρτητες φορές κατά την εξέλιξη των ζώων. Μπορεί να ξεκινήσει σ’ έναν τυφλό οργανισμό που έχει ένα μικρό κομμάτι δέρματος με κύτταρα ευαίσθητα στο φως. Αυτό μπορεί να βαθύνει και να γίνει λακκούβα, να ασφαλιστεί μέσα σε μια σφαίρα με ένα άνοιγμα στο μπροστινό μέρος, να αναπτύξει ένα διαφανές κάλυμμα πάνω από το άνοιγμα, και ούτω καθεξής, και κάθε στάδιο να επιτρέπει στον κάτοχο να διακρίνει λίγο καλύτερα τα γεγονότα. Παράδειγμα αυτόνομου υπομηχανισμού που δημιουργείται από τμήματα τα οποία αρχικά δεν αποτελούσαν υπομηχανισμό είναι η προβοσκίδα του ελέφαντα. Πρόκειται για ολοκαίνουργιο όργανο, αλλά οι ομολογίες που το χαρακτηρίζουν υποδεικνύουν ότι εξελίχθηκε από τη συγχώνευση των ρουθουνιών και μερικών μυών του άνω χείλους του εξαφανισμένου κοινού προγόνου του ελέφαντα και του ύρακα, συγχώνευση που ακολουθήθηκε από ριζικές περιπλοκές και βελτιώσεις. Η γλώσσα θα μπορούσε να εμφανιστεί, με τον ίδιο τρόπο: με τη χρησιμοποίηση εγκεφαλικών κυκλωμάτων των πρωτευόντων τα οποία αρχικά δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στη φωνητική επικοινωνία και με την προσθήκη μερικών καινούργιων. Οι νευροανατόμοι Al Galaburda και Terrence Deacon έχουν ανακαλύψει σε εγκεφάλους πιθήκων περιοχές οι οποίες, ως προς τη θέση, τις διασυνδέσεις εισόδου-εξόδου και την κυτταρική σύνθεση, αντιστοιχούν στις ανθρώπινες γλωσσικές περιοχές. Για παράδειγμα, υπάρχουν περιοχές ομόλογες των περιοχών του Broca και του Wernicke και μια δεσμίδα ινών που τις συνδέει – όπως και στους ανθρώπους. Οι περιοχές αυτές δεν εμπλέκονται στην παραγωγή των κραυγών των πιθήκων ούτε στην παραγωγή των χειρονομιών τους. Ο πίθηκος μοιάζει να χρησιμοποιεί τις περιοχές που αντιστοιχούν στην περιοχή του Wernicke και τις γειτονικές της για να αναγνωρίζει ακολουθίες ήχων και για να διακρίνει τις κραυγές άλλων πιθήκων από τις δικές του. Οι ομόλογες της περιοχής του Broca εμπλέκονται στον έλεγχο των μυών του προσώπου, του στόματος, της γλώσσας και του λάρυγγα, και διάφορες υποπεριοχές τους δέχονται δεδομένα από τα τμήματα του εγκεφάλου που είναι εξειδικευμένα στην ακοή, στην αίσθηση της αφής μέσα στο στόμα, τη γλώσσα και το λάρυγγα, και από τις περιοχές όπου συρρέουν πληροφορίες από όλες τις αισθήσεις. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια γιατί υπάρχει αυτή η διευθέτηση στους πιθήκους και, ενδεχομένως στον κοινό με τους ανθρώπους πρόγονό τους· ωστόσο η εν λόγω διευθέτηση θα μπορούσε να έχει δώσει τη δυνατότητα εξέλιξης σε κάποια τμήματα τα οποία θα τροποποιούσε για να παραγάγει τα κυκλώματα της ανθρώπινης γλώσσας, εκμεταλλευόμενη ίσως τη συρροή φωνητικών, ακουστικών και άλλων σημάτων σ’ αυτό το σημείο. Επίσης θα μπορούσε να αναπτυχθούν ολοκαίνουργια κυκλώματα σ’ αυτή τη γενική περιοχή. Οι νευροεπιστήμονες, καθώς χαρτογραφούν το φλοιό με τη βοήθεια ηλεκτροδίων, έχουν περιστασιακά βρει μεταλλαγμένους πιθήκους με έναν επιπλέον οπτικό χάρτη στον εγκέφαλό τους σε σύγκριση με τους κανονικούς πιθήκους. Μια αλληλουχία γενετικών αλλαγών που αντιγράφει έναν εγκεφαλικό χάρτη ή κύκλωμα, επαναδρομολογεί τις εισόδους και τις εξόδους του και "παίζει" άσκοπα με τις εσωτερικές του συνδέσεις, θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εγκέφαλο έναν αληθινά καινούργιο υπομηχανισμό. Οι εγκέφαλοι μπορούν να επανακαλωδιωθούν μόνο αν έχουν αλλάξει τα γονίδια που ελέγχουν την καλωδίωσή τους. (...) Ο προγονικός εγκέφαλος θα μπορούσε να επανακαλωδιωθεί μόνο αν τα νέα κυκλώματα είχαν κάποια επίδραση στην αντίληψη και τη συμπεριφορά. (...) Αν ήμουν αναγκασμένος να σκεφτώ ενδιάμεσα στάδια, θα συλλογιζόμουν τις κραυγές συναγερμού των κερκοπιθήκων που μελέτησαν οι Cheney και Seyfarth, μία από τις οποίες προειδοποιεί για αετούς, μία για φίδια και μία για λεοπαρδάλεις. Ίσως ένα σύνολο οιονεί αναφορικών κραυγών σαν αυτές περιήλθαν στον εκούσιο έλεγχο του εγκεφαλικού φλοιού, και κατέληξαν να παράγονται σε συνδυασμούς για πολύπλοκα γεγονότα· κατόπιν, η ικανότητα να αναλύονται συνδυασμοί κραυγών χρησιμοποιήθηκε στα τμήματα κάθε κραυγής» (Stephen Pinker, Το γλωσσικό ένστικτο, έκδ. Κάτοπτρο, σ. 390-396).

Άλλωστε «όπως οι κραυγές των πρωτεύοντων θηλαστικών ελέγχονται όχι από τον εγκεφαλικό φλοιό τους αλλά από φυλογενετικά παλαιότερες νευρωνικές δομές του εγκεφαλικού στελέχους και του μεταιχμιακού συστήματος, δομές που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στο συναίσθημα. Οι ανθρώπινες φωνήσεις που δεν σχετίζονται με τη γλώσσα, όπως ο λυγμός, το γέλιο, ο γογγυσμός και οι κραυγές πόνου, ελέγχονται επίσης υποφλοιικά. Υποφλοιικές δομές ελέγχουν και τη βωμολοχία που ακολουθεί το χτύπημα ενός δαχτύλου μ’ ένα σφυρί (...). Η γνήσια γλώσσα εδρεύει στον εγκεφαλικό φλοιό, κυρίως στην αριστερή περισυλουίεια περιοχή» (ό.π., σ. 375-6). Άν υπάρχει τέτοια ομοιότητα μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου, τότε η ανθρώπινη γλώσσα θα ξεκίνησε από τη γλώσσα των ζώων. Αύξηση εγκεφάλου (και εγκεφαλικού φλοιού), ανάγκη για συνεννόηση, όταν η κοινωνική πολυπλοκότητα σταδιακά αυξανόταν, μπορεί να είναι οι αιτίες της μετατροπής της ζωώδους γλώσσας σε ανθρώπινη. «Είπαν, βέβαια, μερικοί πως "η ομιλία εξαρτάται αμοιβαία από το εργαλείο" και πως "ο άνθρωπος άρχισε, όπως φαίνεται, να χρησιμοποιεί κάποια μορφή γλώσσας την ίδια ακριβώς εποχή που έμαθε να κατασκευάζει εργαλεία". Ο συσχετισμός αυτός, όμως, δεν είναι απόλυτα δικαιολογημένος· η μόνη του σχεδόν βάση είναι ότι η λογική χρήση του χεριού και του ματιού στην κατασκευή εργαλείων αποτελούσε ένα μέρος από τη γενική όξυνση των ικανοτήτων που έκανε δυνατή της ομιλία. (....) η ανάπτυξη του έναρθρου λόγου στον άνθρωπο ήταν αποτέλεσμα της βαθμιαίας αύξησης των εγκεφαλικών του ικανοτήτων και της ανάλογης χωρητικότητας του τεράστιοιυ πρόσθιου εγκεφάλου του. (...) Η πιο συνεπής θεωρία για την προέλευση του έναρθρου λόγου, που έχει διτυπωθεί ώς τώρα, υποστηρίζει πως οι πρώτοι συμβολικοί ήχοιι προφέρθηκαν ως συνοδεία εκφραστικών σημάτων, ιδίως χειρονομιών. Οι υποστηρικτές της θεωρίας τονίζουν την αντανακλαστική αμοιβαία εξάρτηση του χεριού και του στόματος, που διακρίνεται καθαρά στην περίπτωση που ένα παιδί κινεί τη γλώσσα του ενώ γράφει ή στην περίπτωση που η ομιλία ενός ανθρώπου  συνοδεύεται από χειρονομίες. Και οι πίθηκοι επίσης συγχρονίζουν συχνά τις κινήσεις των χεριών και των χειλιών τους. Είναι βέβαιο, εξάλλου, ότι πρωτόγονοι λαοί, όπως μερικές από τις ιθαγενείς φυλές της Αυστραλίας και της Βόρειας Αμερικής, διατηρούν ακόμη μιαν απολύτως ακριβή γλώσσα σημάτων, που μπορεί να εξελίχθηκε από έναν πρωτόγονο τρόπο συνεννοήσεως. Οι Αρούντα, λόγου χάρη, χρησιμοποιούν μια τέτοια γλώσσα με τετρακόσια πενήντα σήματα, που γίνονται από τα χέρια και τους βραχίονες. (....) Η ιστορία, λοιπόν, της πρώτης εμφάνισης της γλώσσας και της ομιλίας, επιβάλλει την ακόλουθη αλληλουχία γεγονότων. Πρώτο, ένα στάδιο γενικής παντομίμας με επικουρική συνοδεία άναρθρων ήχων από το στόμα (ψέλλισμα). Το ψέλλισμα μπορεί, μερικές φορές, να γεννά καθιερωμένες ολοφράσεις ή συμφύρματα συλλαβών, που δεν έχουν σημασία αυτές οι ίδιες, αλλά όλες μαζί εκφράζουν μιαν ιδιαίτερη κατάσταση ή ένα συμβάν. Δεύτερο, ένα στάδιο κατά το οποίο η παντομίμα και το ψέλλισμα αρχίζουν να παραχωρούν τη θέση τους σε χειρονομίες με ακριβέστερη σημασία, που σχετίζονται με αντιστοίχως ακριβέστερα ηχητικά σύμβολα ή λέξεις. Σ’ αυτό το στάδιο, μπορούμε να υποθέσουμε πως άρχισε η άμεση σκέψη. Στο τρίτο στάδιο επέρχεται η πλήρης αντικατάσταση της παντομίμας και του ψελλίσματος από συστηματοποιημένα σήματα και λέξεις. Ενώ στις πιο προοδευμένες κοινωνίες, οι συμβολικές χειρονομίες και οι λοφράσεις εγκαταλείφθηκαν, σε άλλες έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Οι σηματικές γλώσσες έχουν ήδη αρκετά ερευνηθεί· ένα γνωστό παράδειγμα ολοφράσεως που έχει διατηρηθεί ώς σήμερα μας έρχεται από τη Γη του Πυρός· οι Φουέγιοι χρησιμοποιούν την φράση μαμιλαπιναταπαϊ (mamilhapinatapai), που σημαίνει "την κατάσταση ή το συμβάν, κατά το οποίο δύο πρόσωπα αλληλοκοιτάζονται και το καθένα ελπίζει πως το άλλο θα κάνει κάτι που και τα δυο επιθυμούν, αλλά δεν είναι πρόθυμα να επιχειρήσουν". Μόλις έφθασε στο τρίτο στάδιο, η γλώσσα κατόρθωσε να ξεχωρίζει τα ατομικά είδη και τα αντικείμενα που ήταν γνωστά από πείρα, δίνοντας στο καθένα ένα ιδιαίτερο όνομα· έτσι έγινε δυνατή η αναλυτική σκέψη. Από τη στιγμή αυτή κι έπειτα, ήταν έυκολο για τη γλώσσα να προοδεύσει γρήγορα, αποκτώντας σύνταξη, λεξιλόγιο και ιδιαίτερες γλωσσικές κατηγορίες, όπως η αρίθμηση, και προχωρώντας, παράλληλα με τη γενική πολιτιστική ανάπτυξη, προς ολοένα μεγαλύτερο πλούτο λέξεων και σύνθεση φράσεων» (Ιστορία της Ανθρωπότητας, τ. Α’, σ. 127-129). Η σταδιακή ανάδυση της γλώσσας – κι όχι κάποια «έκρηξη ανθρωποσύνης» – διαφαίνεται κι από την ποιότητα εκλέπτυνσης των εργαλείων (και μόνο άνθρωποι κατασκευάζουν εργαλεία), η οποία ήταν χαμηλή για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και μόλις πρόσφατα αναβαθμίστηκε. Πρόσθετη απόδειξη για την σταδιακή ανάδυση είναι ότι τα βρέφη για ένα διάστημα έχουν το λάρυγγά τους διατεταγμένο όπως οι πίθηκοι, ψηλότερα. Μπορεί από κάποια εποχή και ύστερα η ανάπτυξη της γλώσσας να επιταχύνθηκε· αλλά αυτή η εποχή είναι σίγουρα πολύ μετά την εμφάνιση εργαλείων και Homo.

Για ποιο λόγο να εμφανίστηκε και να επικράτησε η γλώσσα; Αν εμφανίστηκε λόγω ανάγκης για καλλίτερη επικοινωνία κι αν συνεχίζει να συνιστά τον αμεσότερο τρόπο επικοινωνίας (γραπτός ή προφορικός λόγος), μπορεί να συνιστά η ίδια εναντίωση στην αυτοσυντήρηση; Είναι πολύ πιο λογική η αντίληψη που βλέπει τη γλώσσα ως προϊόν ανάγκης: ανάγκης για επικράτηση εντός της κοινωνίας και ανάγκης για αντιμετώπιση των εξωτερικών (από τη φύση) κινδύνων που θα επιτείνονταν, εάν δεν αντισταθμιζόταν η ολοένα και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα της κοινωνίας (η οποία προέκυψε λόγω π.χ. της ικανότητας να θρέφονται περισσότερα μέλη – με κρέας – και της ανάγκης να είναι οι ανθρώπινες ομάδες πολυάριθμες, ακριβώς για να μπορούν να συνεχίσουν να θρέφονται με κρέας: η μετατροπή της αυτοσυντήρησης σε επιδίωξη ισχύος). Ο πρώτος λόγος: όταν υπάρχει ανταγωνισμός για την κυριαρχία επί της «φυλής» (της ομάδας που περιπλανιόταν κυνηγώντας ζώα και συλλέγοντας καρπούς), για την επιβολή της θέλησης κάποιου σχετικά με τα εσωτερικά ζητήματα της ομάδας), ακόμη και για το ζευγάρωμα, όποιος κατέχει μηχανισμούς ή προτερήματα που τον ανεβάζουν αυτόματα σε ανώτερη θέση ισχύος, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι όσων δεν τους έχουν. «Μερικοί ανθρωπολόγοι πιστεύουν ότι η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου προωθήθηκε περισσότερο από έναν γνωστικό ανταγωνισμό εξοπλισμών μεταξύ κοινωνικών αντιπάλων παρά από την κατάκτηση της τεχνολογίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Στο κάτω κάτω, δεν χρειάζεται τόσο μεγάλη εγκεφαλική ισχύς για να γνωρίσει κανείς τα μέσα και τα έξω ενός πετρώματος ή για να επωφεληθεί με τον καλύτερο τρόπο από ένα μούρο. Το να ξεπεράσει όμως σε ευφυΐα και να προβλέψει τις κινήσεις ενός οργανισμού με τις ίδιες περίπου νοητικές ικανότητες αλλά με συμφέροντα που δεν συμπίπτουν, στην καλύτερη περίπτωση, και με κακόβουλες προθέσεις, στη χειρότερη, προβάλλει τρομακτικές συνεχώς κλιμακούμενες απαιτήσεις από τη τη γνωστική λειτουργία. Και ένας γνωστικός ανταγωνισμός εξοπλισμών θα μπορούσε σαφώς να δώσει ώθηση σ’ έναν αντίστοιχο γλωσσικό. Σε όλους τους πολιτισμούς οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις διαμεσολαβούνται από την πειθώ και την επιχειρηματολογία. Το πλαίσιο στο οποίο τίθεται  μια επιλογή παίζει  σπουδαίο ρόλο στον καθορισμό της εναλλακτικής λύσης που διαλέγουν οι άνθρωποι. οπότε, για κάθε πλευρά, θα μπορούσε εύκολα να έχει γίνει επιλογή στην ικανότητα να διατυπωθεί μια προσφορά έτσι που να φαίνεται ότι παρουσιάζει μέγιστα οφέλη και ελάχιστο κόστος για τον διαπραγματευόμενο εταίρο, και στην ικανότητα να διαβλέπει κανείς τέτοιες προσπάθειες και να διατυπώσει ελκυστικές αντιπροτάσεις. Τέλος, οι ανθρωπολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι συχνά οι αρχηγοί των φυλών και είναι προικισμένοι ομιλητές και έχουν πολλές γυναίκες – αυτό θα μπορούσε να κεντρίσει θαυμάσια τη φαντασία όσων αδυνατούν να διανοηθούν πώς είναι δυνατόν οι γλωσσικές δεξιότητες να έχουν από δαρβινική άποψη κάποια σημασία.» (Pinker, Το γλωσσικό ένστικτο, σ. 415).

Μήπως όμως και η γλώσσα δεν ήταν απαραίτητη, όταν η πολυπλοκότητα της κοινωνίας απαιτούσε συνεργασία και καλύτερη αξιοποίηση-συντονισμό των προσπαθειών; Μια πολυάνθρωπη ομάδα θα διαλυόταν ευκολότερα χωρίς την ύπαρξη ενός τρόπου επικοινωνίας. Ήταν ανάγκη να δημιουργηθεί/εξελιχθεί η γλώσσα, όπως είναι ανάγκη κάθε κοινωνία να έχει τη γλώσσα που ταιριάζει στο πολιτισμικό επίπεδό της· αυτό καθορίζει τη γλώσσα, όχι η γλώσσα αυτό, π.χ. σε μια αγροτική κοινότητα είναι άχρηστες οι φιλοσοφικές έννοιες. Συνεπώς δεν ήταν η γλώσσα η πρώτιστη εμφάνιση του πνεύματος, παρά μάλλον εμφανίστηκε εξ ανάγκης, όταν ήδη το πνεύμα είχε κάνει την εμφάνισή του. Το γεγονός ότι είναι η ύψιστη κατάκτηση του πνεύματος δείχνει κι ότι είναι η πιο πρόσφατη – όχι λοιπόν η αιτία ή η πρώτη εκδήλωση της ύπαρξής του. Αν εμφανίστηκε εξ ανάγκης η γλώσσα, έχουμε ακόμη μια επιβεβαίωση της πολεμικότητας του πνεύματος, ότι αυτό δεν δημιουργήθηκε δίχως λόγο, αλλά για την υπεράσπιση των κτητόρων του.

    Το ότι κανένα άλλο είδος δεν κατόρθωσε να αναπτύξει τη γλώσσα δεν λέει απολύτως τίποτε. Κανένα άλλο είδος δεν δημιούργησε μια προβοσκίδα, όπως ο ελέφαντας ή σόναρ όπως η νυχτερίδα. Με βάση ποια κριτήρια θα κριθεί η ανωτερότητα της γλώσσας επί της προβοσκίδας; Είναι περισσότερο χρήσιμη σε έναν ελέφαντα η γλώσσα απ’ ό,τι σε έναν άνθρωπο η προβοσκίδα;

            Υπάρχει το επιχείρημα της ανθρωπογένεσης και μέσω της κατοχής της φωτιάς. Ωστόσο δεν είναι αρκετό. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη φωτιά, ήταν ο προάνθρωπος ή ο άνθρωπος αυτός που κατείχε τη φωτιά; Εάν πρόκειται για τον άνθρωπο, τότε πρέπει να τονιστεί ότι η ανθρωπογένεση είχε συμβεί πιο πριν και η φωτιά δεν έπαιξε ρόλο σε αυτήν, απλώς ενέτεινε την διαφορά ισχύος μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου. Άλλο όμως η δημιουργία της διαφοράς (η στιγμή και η αιτία της) και άλλο η διεύρυνση της διαφοράς. Εάν πρόκειται για τον προάνθρωπο που «δια της κατοχής της πυράς τρομοκράτησε τα υπόλοιπα ζώα», τότε βρισκόμαστε σε μία αντίφαση: ούτε η διατήρηση ούτε η παραγωγή της φωτιάς μπορούν να γίνουν από ένα ζώο, για τον απλούστατο λόγο ότι απαιτείται, και για τις δύο διαδικασίες, χρήση εργαλείων.  Γιατί η μεν παραγωγή της φωτιάς απαιτεί χρήση ξύλων ή λίθων, η δε διατήρηση-μεταφορά στον καταυλισμό απαιτεί χτίσιμο «φωλιών». Χρήση εργαλείων, όμως, γίνεται μόνο από τον άνθρωπο.

Συγκεκριμένα: «Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Köhler: 1) Ο χιμπατζής χρησιμοποιεί το ραβδί σαν εργαλείο· π.χ. για να πιάσει μια μπανάνα που βρίσκεται έξω από τα κάγκελα του κλουβιού του. χρησιμοποιεί, επίσης, και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο μοιάζει με ραβδί, αδιαφορώντας για τις διαφορές τους. Επομένως το ραβδί είναι γι’ αυτόν εργαλείο πολλαπλής χρήσης, δηλαδή μοναδικό εργαλείο. 2) Χρησιμοποιεί το ραβδί, ή και άλλα αντικείμενα, ως εργαλεία, μόνο εφόσον αυτά βρίσκονται σε οπτική σύνδεση με την μπανάνα που θέλει να πιάσει. Αν πετύχει τη λύσει σ’ ένα πείραμα – π.χ. να φτάσει κρεμασμένη μπανάνα χρησιμοποιώντας ένα κουτί για ν’ ανέβει κι ένα ραβδί για να την πιάσει – όταν ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συνθήκες, δε θα ψάξει να βρει το κουτί και το ραβδί, εφόσον δε βρίσκονται μπροστά του. Επομένως δεν έχει μνήμη ούτε παρελθόν. Εάν κατακτήσει τη χρήση του κουτιού, δεν το χρησιμοποιεί κάθε φορά που το έχει ανάγκη. 3) Οι χειρισμοί χρήσης του εργαλείου είναι ασαφείς και αδέξιοι. (....) Κανένα άλλο ζώο δεν κατασκευάζει εργαλείο. Στους πιθήκους τα εργαλεία δίνονται βιολογικά κι έχουν παθητικό χαρακτήρα. Δεν τα κατασκευάζουν, δε διατηρούν τη μνήμη τους, τα πετάνε μετά τη χρήση τους και τα αντιμετωπίζουν όλα σαν ραβδί, χωρίς να τα διαφορίζουν σύμφωνα με το αντικείμενο της δραστηριότητας. Από τη στιγμή που ο χιμπατζής τροποποιεί τα "φυσικά" εργαλεία (κλαδί, φύλλο) για να τα κάνει πιο αποτελεσματικά, εμφανίζεται η δυνατότητα της κατασκευής εργαλείου. Δεν έχουμε φτάσει, όμως, ακόμα στο κρίσιμο σημείο της ασυνέχειας που προσδιορίζει η εμφάνιση της εργασίας. Το σημείο της ασυνέχειας είναι η κατασκευή εργαλείου για να φτιαχτεί ένα άλλο εργαλείο, π.χ. η κατασκευή πέτρινου κόπτη για να φτιαχτεί ένα ξύλινο μπαστούνι με μυτερή άκρη για το ξερίζωμα βολβών. (...) Τα εργαλεία που τροποποιεί ο χιμπατζής συνίστανται από μαλακό υλικό, κλαδιά και φύλλα, και τα επεξεργάζεται μόνο με τα χέρια και τα δόντια, χωρίς τη βοήθεια άλλου εργαλείου. Κατά τα πειράματα του G. Khrustov (1970), ο χιμπατζής δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει άλλο εργαλείο ούτε να μιμηθεί παρόμοια κατασκευή που του την έδειξαν. Αν κρίνουμε αό τα πρώτα πέτρινα εργαλεία του αυστραλοπιθήκου, τα ολδόβια, και ξέχωρα από εκείνα που δε διασώθηκαν (τα ξύλινα κ.ά.), παρουσιάζεται μια μεγάλη ποικιλία από εργαλεία κι από τρόπους κατασκευής με 19 τουλάχιστον λειτουργίες χρήσης. Έχει εξακριβωθεί ότι η ολδόβια τεχνολογία [σημ.: 2,9-2,5 εκατομμύρια χρόνια πριν] περικλείει εργαλεία για την κατασκευή άλλων εργαλείων, π.χ. τα λιθοπελέκια. Η κατασκευή εργαλείου για να φτιαχτεί άλλο εργαλείο συνεπάγεται το σχεδιασμό, αυτό ακριβώς που ξεχωρίζει τον άνθρωπο. Το συμπέρασμα του R. Wright (1972), από πειράματα που έκανε, ότι μια τέτοια κατασκευή ανήκει στις δυνατότητες του ουραγκουτάγκου, αναιρέθηκε από την ανάλυση του K. Hall· σχετικές αναφορές στον Woolfson. Νεότερες έρευνες έδειξαν ότι λείπει ο σχεδιασμός από τον χιμπατζή όταν "ψαρεύει" με το κλαδί τερμίτες, ενώ άλλες επιβεβαίωσαν ότι οι πίθηκοι εγκαταλείπουν πάντα το εργαλείο μετά τη χρήση. (...) Ένας τρόπος διατήρησης του εργαλείου είναι η επισκευή του, που είναι, επίσης, άγνωστη στον πίθηκο». (Σ. Δημητρίου, Η Εξέλιξη, Ι, σ. 458-460). Όμως, αν ο χιμπατζής, που ως εξελιγμένος πίθηκος θα διάνυσε κι αυτός κάποια στάδια εξέλιξης συγκριτικά με τον κοινό μας πρόγονο, δεν μπορεί να κατασκευάσει εργαλεία, γιατί να μπορούσε ο «προάνθρωπος»-κοινός μας πρόγονος; Στο κάτω-κάτω, τα αρχαιότερα ευρήματα φωτιάς ανάγονται μεταξύ 1-0,7 εκατομμύρια χρόνια, ενώ τα αρχαιότερα εργαλεία μεταξύ 2,9-2,5 εκ. χρόνια.

            Υπάρχει το θέμα της γνώσης της θνητότητας (υπάρχουν τάφοι εδώ και 100 χλδ χρόνια). Γεγονός επίσης ήταν και είναι ότι η προσπάθεια για καλλίτερη οργάνωση και αξιοποίηση των ικανοτήτων του εαυτού και της κοινωνίας υπήρξε από τη στιγμή που δημιουργούνται τα εργαλεία. Ο άνθρωπος που κατασκεύαζε εργαλεία ήδη αναρωτιόταν πώς μπορεί να γίνει καλλίτερος κυνηγός ή καλλίτερος κατασκευαστής. Πάντως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την συνειδητοποίηση του θανάτου, όπως και την ανακάλυψη της φωτιάς (πολύ περισσότερο δεν μπορούμε αυτήν), αιτίες της παροχής αποθέματος ενέργειας που κατέστησε εφικτή την εμφάνιση του πνεύματος, για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι ότι η συνειδητοποίηση του θανάτου πρέπει να έγινε «πρόσφατα». Κι αυτό διότι, ενώ υπήρχε η λογική ήδη από το –2900 χιλιάδες, αφενός η εμβάθυνση-διεύρυνσή της απαιτούσε χρόνο, αφετέρου, λογικά, πρώτα υπήρξε η λογική διασύνδεση εργαλείου-χρήσης του κ.ά. παρόμοιων σχέσεων αίτιου-αποτελέσματος, οι οποίες αναφέρονται μόνο στη «βιωμένη πραγματικότητα», κι έπειτα, πολύ ύστερα,  η «προέκταση» της λογικής (το σφάλμα τού να βλέπουμε απαραίτητα νόημα και σχέδιο εκεί όπου απλώς υπάρχει αίτιο-α και αποτέλεσμα-τα) που έκανε δυνατά τα ερωτήματα «γιατί δε ζω για πάντα;». Υπάρχει και το γνωστό ερώτημα: Ο άνθρωπος ή ο προάνθρωπος συνειδητοποίησε ότι ήταν θνητός; Εάν ήταν ο προάνθρωπος (γινόμενος έτσι, χάρη και σε άλλες, διαδικασίες, άνθρωπος), τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ανθρωπογένεση από το –100 χιλιάδες τουλάχιστον. Ωστόσο έχουμε ανθρώπους ήδη από το –2900 ώς –2500 χιλιάδες, και δεδομένου ότι η κατασκευή εργαλείων ναι μεν δεν αποκλείει αλλά ούτε κι απαιτεί την συνείδηση της θνητότητας, δεν είναι η συνειδητοποίηση της θνητότητας παράγοντας που προκάλεσε το πλούσιο απόθεμα ενέργειας το οποίο οδήγησε στο πνεύμα, δηλαδή στον άνθρωπο. Εάν πάλι ήταν ο άνθρωπος αυτός που συνειδητοποίησε την θνητότητά του, τότε δεν έχουμε δημιουργία του χάσματος μεταξύ ανθρώπου-υπόλοιπων ζώων, αλλά διεύρυνσή του μόνον. Πάντως δε φαίνεται να ισχύει η αρχή ότι το είδος μας είχε εξαρχής («από τη στιγμή της γενέσεώς του») ούτε τις πηγές για το απόθεμα ενέργειας ούτε και το απόθεμα ενέργειας. Όταν η φωτιά γίνεται αντικείμενο διαχείρισης από το 1 έως 0,7 εκ χρόνια, όταν ταφικά μνημεία έχουμε όχι πριν το 0,1 εκ. χρόνια, όταν εργαλεία έχουμε μεταξύ 2,9 και 2,5 εκ. χρόνια, τότε τέτοια υπόθεση δεν ευσταθεί. (27/2/2007)

            Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ συνεπάγονται τὴν ἀνυπαρξία Θεοῦ; Καὶ ναὶ καὶ ὄχι, δηλαδή ὄχι απαραίτητα. Γιατὶ οὔτε μπορεῖ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ προέλευση τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη δὲν ἦταν τμῆμα ἑνὸς θεϊκοῦ σχεδίου ἀλλὰ ταυτόχρονα οὔτε συνεπάγεται ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος κάποιος Θεός. Ἔτσι, μπορεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἴδια διαπίστωση, ὅτι το πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου προῆλθε μεταβατικᾶ, λόγῳ τῆς Ἀνάγκης, νὰ ὁδηγηθῇ ἐξίσου λογικᾶ σὲ ντεϊστικὰ ἢ ἀθεϊστικὰ συμπεράσματα.

Ὁ συκοφαντημένος πρωτόγονος (15-2-2012)

Στὸ βιβλίο τοῦ G.K. Chesterton, The Everlasting Man, διαβάζει κανεὶς μεταξὺ ἄλλων μιὰ ἁγιογραφία τοῦ ἀνθρώπου τῶν σπηλαίων βασιζόμενη στὶς σπηλαιογραφίες: Ὁ ἄνθρωπος τῶν σπηλαίων εἶναι ἕνας πραγματικὸς καλλιτέχνης, "δεν έχουμε κανένα απολύτως τεκμήριο ότι αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν η ωμή βία και η αμείλικτη βαναυσότητα. Κοντολογίς, ο άνθρωπος των σπηλαίων που συνήθως μας παρουσιάζουν, είναι απλώς μια μυθοπλασία ή μάλλον μια μουτζούρα", "η χαραυγή της ιστορίας αποκαλύπτει μια ήδη πολιτισμένη ανθρωπότητα. Ίσως μάλιστα ν’ αποκαλύπτει έναν ήδη αρχαίο πολιτισμό. […] Ταυτίζουν την προϊστορία με τη βαρβαρότητα. Σύμφωνα όμως με τα γραπτά τεκμήρια που έχουμε στα χέρια μας, η βαρβαρότητα και ο πολιτισμός δεν ήταν διαδοχικά στάδια σε μια προοδευτική πορεία της ανθρωπότητας. Ήταν καταστάσεις που συνυπήρξαν και εξακολουθούν να συνυπάρχουν. Υπήρχαν και τότε πολιτισμοί, όπως υπάρχουν και σήμερα. Υπήρχαν και τότε βαρβαρότητες όπως υπάρχουν και σήμερα" κ.ο.κ.  Βέβαια, ἡ ὑπόθεση πὼς ἡ κουλτούρα ἐναντιώνεται στὴ βαρβαρότητα καὶ τὴ βία εἶναι ἐσφαλμένη, εἰδάλλως ὁ Χίτλερ δὲν θὰ ἄκουγε κλασσικὴ μουσική. Δηλαδή, τὸ ὅτι ἀπὸ τὴν χαραυγὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους βλέπουμε τὴν  ὕπαρξη πολιτισμοῦ, πράγμα αὐτονόητο μιὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος δίχως πολιτισμό, δὲν σημαίνει ὅτι ὁ πολιτισμὸς ἔχει τὰ ἴδια περιεχόμενα καὶ τὶς ἴδιες ποιότητες. Μὲ βάση τὶς πιὸ πρόσφατες ἔρευνες μπορεῖ νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι ὁ Χόμο Σάπιενς ἀντιμετώπισε τὸν Χόμο Νεάντερταλ ὡς φαγητό. Ὅτι, δηλαδή, κατὰ τὴν ἐπαφὴ τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπινων εἰδῶν ὁ κανιβαλισμὸς καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἦταν, πέρα ἀπὸ τὴ σφαγὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιμιξία, συνήθης. Καὶ βέβαια, εἶναι γεγονὸς ὁ κανιβαλισμὸς μεταξὺ ἀνθρώπων ὄχι μόνο σὲ μακρινοὺς ὠκεάνιους λαοὺς ἀλλὰ σὲ εὐρωπαϊκοὺς λαούς. Φυσικά, μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξει ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται πὼς ὁ Ναζὶ εἶναι πιὸ βάρβαρος ἀπὸ τὸν Οὔννο καὶ τὸν πρωτόγονο ἐπειδὴ οἱ τεχνικὲς ἐξόντωσης τοῦ καθενὸς διαφέρουν καὶ ἐπειδὴ τὸ τεχνικὸ ἐπίπεδο καὶ ἡ δυνατότητα γιὰ καταστροφικὲς πράξεις ἦταν στὸν ἕνα χαμηλότερο ἀπὸ ὅ,τι στὸν ἄλλον. Ἂν ὑπῆρχε "κακ(ι)όμετρο", αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν οἱ τεχνικὰ ἀνώτεροι ἢ κατώτεροι μηχανισμοὶ ἐξόντωσης καὶ καταπίεσης τῶν συνανθρώπων. Ὁπωσδήποτε, τὸ τί ἦταν ὁ ἄνθρωπος δὲν μᾶς λέει κάτι γιὰ τὶς αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ προάνθρωπος ἔγινε ἄνθρωπος, δηλαδὴ δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη γιὰ μιὰ θεωρία ἀνθρωπογένεσης ἐνάντια στὴν ἀνάγκη καὶ στὴν αὐτοσυντήρηση. (15-2-2012)
Porta Aurea