Το πληγωμένο παιδί - Point of view

Εν τάχει

Το πληγωμένο παιδί




  Σύμφωνα με τον Harvey Jackins, «Το άτομο.. αιχμάλωτο ενός παλιού πόνου λέει πράγματα που δεν έχουν σχέση, κάνει πράγματα που δεν έχουν  αποτέλεσμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μία κατάσταση, και υπομένει τρομερά αισθήματα που δεν έχουν σχέση με το παρόν».
Αρκετοί από εμάς έχουμε έρθει κάποια στιγμή στη ζωή μας αντιμέτωποι με μικρότερα ή μεγαλύτερα συναισθηματικά ξεσπάσματα, που μας κάνουν να αισθανόμαστε όπως όταν ήμαστε παιδιά. Πρόκειται για συναισθηματικές εκρήξεις που μοιάζουν καθόλα άκαιρες, μας κάνουν να αισθανόμαστε μοναξιά ή/και ντροπή. Τι μπορεί να μας συμβαίνει, όμως, ώστε να μεταπηδάμε ξαφνικά σε μια τόσο διαφορετική συναισθηματική κατάσταση;
Οι αντιδράσεις μας απέναντι στις διάφορες καταστάσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στην καθημερινότητά μας, σχετίζονται με τη διαπαιδαγώγηση και τα βιώματά μας. Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει μάθει ως παιδί πως ο θυμός είναι ένα άσχημο συναίσθημα που πρέπει να καταπιέζεται και να μην εκφράζεται, τότε και ως ενήλικας θα συμπεριφέρεται ανάλογα. Ένας ενήλικας με παρεμφερή διαπαιδαγώγηση είναι πολύ πιθανό να ελέγχει διαρκώς τον θυμό του, συσσωρεύοντας έτσι τη συναισθηματική φόρτιση που θα τον οδηγήσει αργότερα σε αναίτια ξεσπάσματα, όσον αφορά τον χώρο και τον χρόνο.
Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το φαινόμενο ως μία αναίτια χρονικά παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία, καθώς είθισται η συμπεριφορά που προκύπτει να είναι αντίστοιχη με αυτή που εφάρμοζε το άτομο ως παιδί. Βέβαια, μαζί με τη συμπεριφορά που αναδύεται από την παιδική ηλικία, έρχονται στην επιφάνεια και τα συνακόλουθα αρνητικά συναισθήματα, όπως ντροπή, μοναξιά και θλίψη. Από αυτό θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι αν τα συναισθήματα ενός παιδιού καταπιεστούν, και κυρίως συναισθήματα όπως ο θυμός και ο πόνος, τότε ο ενήλικας θα κρύβει μέσα του ένα θυμωμένο, πληγωμένο παιδί. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, αυτό το παιδί θα δυσχεραίνει την ενήλικη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς το άτομο καθίσταται δυσλειτουργικό, γεγονός που δεν του επιτρέπει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ευτυχίσει.
Το πληγωμένο παιδί μέσα μας παρεμβαίνει στην ενήλικη ζωή μας και την επηρεάζει με διάφορους τρόπους. Πιο επιγραμματικά, οι τρόποι αυτοί, όπως ορίζονται από τον John Bradshaw στο βιβλίο του «Ο γυρισμός στο μέσα μας παιδί», είναι οι ακόλουθοι: συνεξάρτηση, βάναυση συμπεριφορά, ναρκισσιστική διαταραχή, θέματα εμπιστοσύνης, συμπεριφορά ρόλων, μαγική πίστη, δυσλειτουργία της οικειότητας, απείθαρχη συμπεριφορά, εξαρτημένη / καταναγκαστική συμπεριφορά, διαστροφές της σκέψης, το κενό.
Συνεξάρτηση
Η συνεξάρτηση χαρακτηρίζεται από μία τρόπο τινά απώλεια της ταυτότητας. Στην περίπτωση αυτή, το άτομο μοιάζει να εξαρτάται από κάτι έξω από τον εαυτό του για να μπορεί να έχει ταυτότητα. Ένα άτομο συνεξαρτημένο δεν βρίσκεται σε επαφή με τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Συνήθως τα συνεξαρτημένα άτομα δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στα συναισθήματα των άλλων, ενώ μπορούν εύκολα να ταυτιστούν με τα προβλήματα που βιώνουν οι σημαντικοί άλλοι και να επηρεάζονται σα να ήταν δικά τους. Ουσιαστικά, μέσω αυτής της συμπεριφοράς προκύπτει ότι οι ανάγκες του ατόμου ως παιδί δεν ικανοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αναγνωρίσει ποιος είναι.
Βάναυση Συμπεριφορά
Η βάναυση συμπεριφορά συνήθως προκύπτει από δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές πηγές. Αφενός παρουσιάζεται σε άτομα που κατά την παιδική ηλικία έχουν βιώσει κάποια μορφή κακοποίησης. Το παιδί βιώνει με τέτοιο τρόπο τις τόσο τρομακτικές γι’αυτό καταστάσεις βίας, που κατά τη διάρκεια τους αδυνατεί να παραμείνει μέσα στο εαυτό του, χάνει την επαφή με την ταυτότητα του και τείνει να ταυτίζεται με το άτομο που του προκαλεί πόνο. Πρόκειται γι’ αυτό που ο Bruno Bettelheim ονόμασε «ταύτιση με τον βασανιστή». Εκτός από τις περιπτώσεις που η βάναυση συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα κάποιας μορφής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία, υπάρχει άλλη μια πηγή της. Πρόκειται για περιπτώσεις γονέων που με τη συμπεριφορά τους μαθαίνουν στα παιδιά τους να πιστεύουν ότι είναι ανώτερα από τους άλλους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εκείνη η κατηγορία «κακομαθημένων» παιδιών που απαιτούν ειδική μεταχείριση, θεωρούν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει στη ζωή τους. Αυτά τα άτομα στην ενήλικη ζωή τους αποποιούνται τις ευθύνες για οτιδήποτε τους συμβαίνει, κατηγορούν τους άλλους και θεωρούν τους εαυτούς τους «εξέχουσες» προσωπικότητες, υιοθετώντας αντίστοιχες συμπεριφορές.
Ναρκισσιστική Προσωπικότητα
Η διαμόρφωση τη προσωπικότητας συνδέεται άμεσα με τα βιώματα του ατόμου κατά την παιδική ηλικία και το καθορίζει στην ενήλικη ζωή του. Στην προκειμένη περίπτωση θα αναφερθούμε στη Ναρκισσιστική Προσωπικότητα σε επίπεδο Διαταραχής, που ουσιαστικά συνδέεται με την μη ικανοποίηση της ανάγκης που έχει το κάθε άτομο κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του για αγάπη άνευ όρων. Πρόκειται για ένα είδος αγάπης αναγκαίο, ώστε να μπορέσει το παιδί να κατανοήσει τον πραγματικό του εαυτό, να αισθανθεί ότι το αποδέχονται και το φροντίζουν. Με πιο απλά λόγια, πρόκειται για την κάλυψη των υγιών ναρκισσιστικών μας αναγκών, που συμβάλλουν στο να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε τον εαυτό μας.
Ως ενήλικας, το άτομο που έχει στερηθεί αυτή την άνευ όρων αγάπη, καθορίζεται στην προσωπική του ζωή από μια ασίγαστη μανία για αγάπη, φροντίδα και στοργή. Κατ’ επέκταση, προσπαθεί απεγνωσμένα να υπερκαλύψει αυτές τις ανάγκες μέσα από δυσλειτουργικές σχέσεις χωρίς επιτυχία, καθώς πρόκειται για ανάγκες παιδιού. Ένα παιδί έχει ανάγκη για ορισμένα πράγματα όχι από προσωπική απαίτηση, αλλά γιατί έτσι η φύση ορίζει. Πιο απλά, λοιπόν, πρόκειται για ορισμένες ανάγκες που είναι απαραίτητη η συμβολή των σημαντικών άλλων. Έτσι, ένα στερημένο ναρκισιστικά άτομο αναζητά διακαώς την προσοχή και την αγάπη που δεν εισέπραξε ως παιδί.
Οι ανάγκες των στερημένων ναρκισσιστικά ενηλίκων ποικίλουν, ενώ πάντοτε καθορίζουν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και καθιστούν το άτομο δυσλειτουργικό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ενήλικη ζωή των ατόμων αυτών καθορίζεται από τα ακόλουθα: (Α) απογοήτευση από τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, (Β) αναζήτηση της ιδανικής αγάπης, με σκοπό την ικανοποίηση όλων των συναισθηματικών τους αναγκών, (Γ) ανάπτυξη εξαρτήσεων, με σκοπό την κάλυψη των συναισθηματικών τους κενών, (Δ)αναζήτηση υλικών αγαθών, με σκοπό την αίσθηση προσωπικής αξίας, (Ε) αναζήτηση θαυμασμού, με σκοπό την επιβεβαίωση, (ΣΤ) ικανοποίηση των ναρκισσιστικών τους αναγκών μέσω των παιδιών τους, προσπαθώντας να αντισταθμίσουν έτσι τα κενά από τη σχέση με τους δικούς τους γονείς.
Έλλειψη Εμπιστοσύνης
Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι συχνό χαρακτηριστικό παιδιών που έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα ανασφαλές περιβάλλον. Το άτομο βλέπει τον κόσμο ως ένα αναξιόπιστο και επικίνδυνο περιβάλλον, και πρέπει να είναι σε μία διαρκή επαγρύπνηση, προκειμένου να μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Η κυρίαρχη πεποίθηση του είναι ότι αν ελέγχει τα πάντα, τότε δεν θα πληγωθεί. Συχνά, στις περιπτώσεις ατόμων με έλλειψη εμπιστοσύνης, ο έλεγχος αποκτά την μορφή εξάρτησης σε βαθμό εμμονής. Ως αποτέλεσμα το άτομο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, καθώς αδυνατεί να αναπτύξει την απαραίτητη οικειότητα.
Τα άτομα με έλλειψη εμπιστοσύνης συχνά οδηγούνται σε ακραίες συμπεριφορές. Αυτό σημαίνει ότι είτε παραδίδονται άνευ όρων και γίνονται άτομα εξαρτώμενα από τους άλλους, είτε απομονώνονται και ζουν κρατώντας τους άλλους σε απόσταση ασφαλείας. Αυτές οι ακρότητες στην συμπεριφορά θα μπορούσαν τρόπο τινά να συνδέονται με την παρατήρηση του Patric Carnes, ότι αυτά τα άτομα αδυνατούν να διαχωρίσουν χαρακτηριστικά συμπεριφοράς, όπως η καταπίεση και η φροντίδα, ο έλεγχος και η ασφάλεια κ.ο.κ.. Είναι πολύ σημαντικό για ένα παιδί για την μετέπειτα ζωή του να εδραιώσει μέσα του μια βασική αίσθηση εμπιστοσύνης, προκειμένου να μάθει να εμπιστεύεται τον κόσμο και κατ’ επέκταση τον ίδιο του τον εαυτό.
Εκδραμάτιση
Το πληγωμένο παιδί συνδέεται με ανικανοποίητες ανάγκες και παιδικά τραύματα. Για να κατανοήσει κανείς πώς προβάλλεται αυτό το πληγωμένο παιδί στην ενήλικη ζωή του, θα πρέπει να κατανοήσει την εξέχουσα σημασία του συναισθήματος στη ζωή μας. Το κάθε συναίσθημα αποτελεί την κινητήρια δύναμη, που μας ωθεί να ικανοποιήσουμε βασικές μας ανάγκες. Για παράδειγμα, ο θυμός μας ωθεί να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, ο φόβος να προφυλαχθούμε, η θλίψη να θρηνήσουμε και να ανακουφιστούμε κ.ο.κ..
Η εκδραμάτιση είναι ένα είδος συμπεριφοράς που σχετίζεται με την υιοθέτηση ρόλων από το άτομο, γνώριμων από την παιδική του ηλικία. Αυτό συμβαίνει γιατί το άτομο δεν έχει καταφέρει να απαλλαγεί από το παρελθόν. Τα δυσάρεστα συναισθηματικά βιώματα έχουν παγιωθεί κι έτσι το άτομο δεν μπορεί να εκτονωθεί με τρόπο υγιή και εκφράζεται μέσω δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν την εκδραμάτιση του παιδικού τραύματος.
Η εκδραμάτιση, δηλαδή η αναπαράσταση των παιδικών τραυμάτων μέσω ρόλων συμπεριφοράς, λειτουργεί καταστροφικά για το άτομο. Πρόκειται για μία μορφή καταναγκασμού επανάληψης του παρελθόντος, που σε τίποτα δεν μοιάζει με λογικό συλλογισμό ενηλίκου.
Συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή τη μορφή συμπεριφοράς εκδραμάτισης είναι και: (Α) αναπαράσταση της βίας σε άλλους, (Β) αναίτια χρονική παλινδρόμηση, (Γ) επαναστάτης χωρίς αιτία, (Δ) εφαρμογή εξιδανικευμένων γονεϊκών κανόνων, κ.α.. Επιπλέον, όσον αφορά τις συμπεριφορές εκδραμάτισης, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την εκδραμάτιση της κακοποίησης από το παρελθόν στον εαυτό μας. Στην προκείμενη περίπτωση το άτομο τιμωρεί τον εαυτό του, όπως το τιμωρούσαν οι άλλοι στην παιδική του ηλικία. Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που όταν κάνουν κάποιο λάθος βρίζουν τον εαυτό τους, απαγορεύουν στον εαυτό τους ευχάριστες δραστηριότητες, προκαλούν στον εαυτό τους σωματικό πόνο κ.ο.κ., αναπαράγοντας έτσι τα πρότυπα τιμωρητικής συμπεριφοράς που τους εφάρμοζαν οι άλλοι όταν ήταν παιδιά. Έτσι, τα παγιωμένα συναισθήματα που έχει το άτομο από το παρελθόν, στρέφονται ουσιαστικά εναντίον του εαυτού του.
Μαγική Σκέψη
Με τον όρο «μαγική πίστη» αναφερόμαστε στην πεποίθηση ότι ορισμένες λέξεις, χειρονομίες ή μορφές συμπεριφοράς έχουν την δύναμη να αλλάξουν την πραγματικότητα. Δεν είναι σπάνιο, παιδιά που μεγαλώνουν με δυσλειτουργικούς κηδεμόνες να έχουν έντονη μαγική σκέψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που οδηγεί ένα παιδί να υιοθετήσει μαγική σκέψη, ή μαγική λογική, είναι όταν οι γονείς του το κατηγορούν πως η συμπεριφορά του είναι άμεσα υπεύθυνη για τα συναισθήματα κάποιου άλλου. Σύμφωνα με τον JBradshaw, μερικές κοινές φράσεις που ενισχύουν τη μαγική σκέψη ενός παιδιού είναι «Σκοτώνεις τη μάνα σου!», «Ικανοποιήθηκες – Θύμωσες τον πατέρα σου!», ακόμα και η φράση «Ξέρω τι σκέφτεσαι!».
Όλοι γνωρίζουμε ότι τα παιδιά πιστεύουν στη μαγεία με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Ένα παιδί, λοιπόν, είναι λογικό να σκέφτεται με μαγικό τρόπο. Ωστόσο ένας ενήλικας με ανικανοποίητες τις παιδικές του ανάγκες, δεν παύει να κουβαλάει μέσα του το πληγωμένο παιδί από την παιδική του ηλικία. Έτσι, συχνά υιοθετεί τη μαγική λογική ενός παιδιού, γεγονός που τον καθιστά δυσλειτουργικό στην καθημερινότητα του. Χαρακτηριστική συμπεριφορά ενήλικα με μαγική λογική είναι να έχει την πεποίθηση ότι κάποιο γεγονός ή πρόσωπο θα μπορούσε να μεταβάλλει την καθημερινότητα του, χωρίς το ίδιο το άτομο να τροποποιήσει την συμπεριφορά του. Αυτό μπορεί να υπονοεί την πίστη ότι τα χρήματα μπορούν να λύσουν όλα του τα προβλήματα, ότι ένα πτυχίο ή η αναγνώριση του κόσμου καθορίζουν την αξία του κ.ο.κ..
Τα παιδιά γαλουχούνται με ιστορίες γεμάτες μαγεία, τα γνωστά σε όλους μας παραμύθια. Τα παραμύθια είναι ιστορίες με μαγικές προσδοκίες και συμβολισμούς σε μυθικά πλαίσια, ενώ οι εικόνες που ταυτίζονται με το κάθε φύλο διαφοροποιούνται μέσα στο ίδιο παραμύθι. Όπως και τα όνειρα, έτσι και τα παραμύθια μιλούν μέσα από τις εικόνες και πολλά παραπέμπουν σε συμβολικές καταστάσεις για την ανακάλυψη της ταυτότητας του φύλου μας. Ένα παιδί αδυνατεί να κατανοήσει την συμβολική σημασία ενός παραμυθιού και αντιλαμβάνεται τα στοιχεία του σε πραγματικό επίπεδο. Ωστόσο μεγαλώνοντας ένας υγιής ενήλικας έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τους συμβολισμούς που περιλαμβάνει. Ένας ενήλικας που κουβαλά ένα πληγωμένο παιδί μέσα του εξακολουθεί να λαμβάνει τους συμβολισμούς κυριολεκτικά, με αποτέλεσμα να προσδοκά το μαγικό τέλος του «..Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!».
Δυσλειτουργία της Οικειότητας

Ο καθένας μας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα όρια που τίθενται στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο μεγάλωσε και ζει, ωστόσο από κοινωνιολογικής σκοπιάς στον Δυτικό Κόσμο υπάρχουν ορισμένοι ευρύτεροι κανόνες. Οι αποστάσεις που κρατούνται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους σε μία κοινωνική εκδήλωση, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες συχνά μπορούν να αφήσουν κάποιον τρίτο να αντιληφθεί τη σχέση μας με κάποιο άτομο, ακόμα και χωρίς να μας γνωρίζει. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι ζουν μόνιμα μέσα στην απομόνωση, γιατί φοβούνται να βιώσουν εκδηλώσεις οικειότητας και αγάπης. Πολλοί ενήλικες καθορίζονται από το πληγωμένο παιδί μέσα τους και αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους φόβους, τον φόβο τους για εγκατάλειψη και τον φόβο της απόλυτης καταπάτησης της προσωπικότητας τους.

Τα άτομα με προβλήματα οικειότητας συνήθως έχουν βιώσει την απόρριψη κατά την παιδική ηλικία, και πιο συγκεκριμένα την απόρριψη του «αυθεντικού εαυτού». Με τον όρο «αυθεντικός εαυτός» αναφερόμαστε στα αισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού, που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τους γονείς. Αυτή τη γονεϊκή συμπεριφορά το παιδί την εκλαμβάνει ως απόρριψη και καταφεύγει στην δημιουργία ενός ψεύτικου εαυτού. Αυτό σημαίνει ότι υιοθετεί συμπεριφορές που θεωρεί ότι είναι αποδεκτές, σύμφωνα με τα μηνύματα που λαμβάνει. Πρόκειται για έναν εαυτό που σταδιακά αναπτύσσεται και καθορίζεται από το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, και διευρύνεται σε όλους τους τομείς τη ζωής του ατόμου. Από ένα σημείο και έπειτα το άτομο αδυνατεί να διαχωρίσει ποιο πραγματικά είναι, με αποτέλεσμα η αρχική διέξοδος να αποτελεί μια αόρατη φυλακή.

Ο ψεύτικος εαυτός κρατά το άτομο κλειδωμένο σε μία φοβική κατάσταση τόσο όσον αφορά τον εαυτό του όσο και ως προς τους άλλους. Καθώς το άτομο δεν έχει πραγματική αίσθηση του εαυτού του, πώς θα μπορέσει να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλους, να ανοιχτεί για να το αποδεχτούν και να τους αποδεχτεί; Η σταθερή αίσθηση του εαυτού βασίζεται στη δημιουργία ασφαλών ορίων σε ένα ευρύτερο φάσμα, που αφορά όρια σωματικά, σεξουαλικά, συναισθηματικά, ακόμα και διανοητικά, θρησκευτικά κ.α.. Στην περίπτωση ενός παιδιού που έχει πληγωθεί και παραμεληθεί, τα όρια του έχουν παραβιαστεί, χωρίς μάλιστα να έχει την ικανότητα λόγω ηλικίας να το αντιληφθεί και να τα επανα – ορίσει. Έτσι, προκύπτει ο φόβος της εγκατάλειψης ή του καταποντισμού της προσωπικότητας. Ένα άτομο που γνωρίζει καλά τον εαυτό του, του έχει εμπιστοσύνη και τον εκτιμά, τότε δεν καθορίζεται από αυτούς τους φόβους. Ένα άτομο που δεν έχει χτίσει ασφαλή όρια, δεν μπορεί να αντιληφθεί που τελειώνει το ίδιο και που ξεκινούν οι άλλοι. Πιο απλά, δεν έχει την ικανότητα προς συμπεριφορές που σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη οικειότητας.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι η δυσλειτουργία της οικειότητας σχετίζεται συχνά με την σεξουαλική δυσλειτουργία. Αυτό μπορεί να συνδέεται με την έλλειψη υγιών προτύπων, με την έκδηλη απογοήτευση του γονέα για το φύλο του παιδιού και κυρίως με την συνολική παραμέληση των αναπτυξιακών αναγκών του. Αυτή η γονεϊκή συμπεριφορά δύναται να οδηγήσει το άτομο σε διάφορες συμπεριφορές σεξουαλικής εκδραμάτισης, σε σαδομαζοχιστική σεξουαλική συμπεριφορά, στην προσήλωση σε ένα σεξουαλικό μοτίβο βάσει του σταδίου ανάπτυξης που δεν ικανοποιήθηκε κατά την παιδική ηλικία, στον υποβιβασμό των άλλων σε σεξουαλικά αντικείμενα κ.ο.κ.. Άλλωστε  η σεξουαλική επαφή είναι συχνά η μόνη μορφή σχέσεων οικειότητας που αναπτύσσουν αυτά τα άτομα

Απείθαρχη Συμπεριφορά

Ο JBradshaw συνδέει την αγγλική λέξη “discipline”, που σημαίνει «πειθαρχία», με την λατινική λέξη “disciplina” που σημαίνει «διδασκαλία». Μέσω της διδασκαλίας της πειθαρχίας, λοιπόν, υποστηρίζει ότι τα παιδιά μαθαίνουν να είναι πιο δημιουργικά και να καλλιεργούν φιλικές σχέσεις. Ωστόσο η διδασκαλία της πειθαρχίας προϋποθέτει και αξιόπιστα γονεϊκά πρότυπα, γονείς που κάνουν πράξη αυτό που υποστηρίζουν στα λόγια. Καθώς τα παιδιά εμπνέονται από τους γονείς, όταν εκείνοι δεν αποτελούν πρότυπα πειθαρχημένης συμπεριφοράς, το παιδί γίνεται απείθαρχο, ενώ όταν τιμωρείται αυστηρά, επειδή μιμείται την απείθαρχη γονεϊκή συμπεριφορά, μπορεί να γίνεται υπερ – πειθαρχικό.

Ο ενήλικας που κουβαλάει το απείθαρχο παιδί μέσα του συνήθως είναι φυγόπονος, αναβλητικός ως προς τον εαυτό του, επαναστάτης χωρίς αιτία, ισχυρογνώμων και αδιάλλακτος, παρορμητικός. Στον αντίποδα, το υπερπείθαρχο παιδί μέσα στον ενήλικα τον κάνει να είναι άκαμπτος, δουλικός, έμμονος, ενοχικός. Βέβαια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας από εμάς κουβαλάει μέσα του ένα παιδί που ταλαντεύεται ανάμεσα στην απείθαρχη και υπερ – πειθαρχική συμπεριφορά.

Εξαρτημένη/Καταναγκαστική Συμπεριφορά

Το πληγωμένο παιδί μέσα μας είναι αυτό που μας ωθεί σε εξαρτημένες και καταναγκαστικές συμπεριφορές, προκειμένου να καλύψει τις ανικανοποίητες συναισθηματικές του ανάγκες. Ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα σε μία δυσλειτουργική οικογένεια είναι συναισθηματικά ανικανοποίητο, καθώς έχει βιώσει συναισθηματική εγκατάλειψη, πράγμα που σε μία παιδική ψυχή θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισοδυναμεί με ένα είδος θανάτου. Γενικότερα πρόκειται για μία κατάσταση που ενδέχεται να συνδέεται με διάφορα γεγονότα, ωστόσο επί τις ουσίας σημαίνει ότι το παιδί έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ρόλο  του παιδιού στην οικογένεια και έχει κληθεί να προσαρμοστεί στις υπάρχουσες συνθήκες αναλαμβάνοντας κάποιον άλλο ρόλο, όπως αυτόν του γονεϊκού παιδιού. Το παιδί κατορθώνει να επιβιώσει από την παιδική του ηλικία, αλλά στην ενήλικη ζωή του ο ίδιος ρόλος που παλαιότερα το βοήθησε, το καθιστά πλέον δυσλειτουργικό.

Το πληγωμένο μέσα μας παιδί είναι η ρίζα της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς μας και η αποδοχή αυτής της παραδοχής είναι το πρώτο βήμα για να κατορθώσουμε να αντιληφθούμε τις εξαρτήσεις μας υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τον όρο «εξάρτηση» ως μία εμμονική ανάγκη αλλαγής της διάθεσης, μέσω οποιασδήποτε μορφής και διαδικασίας, με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή μας. Υπάρχουν διάφορα είδη εξαρτήσεων συσχετιζόμενων με την αλλαγή της διάθεσης. Ο JBradshaw κάνει λόγο για στοματικές, γνωστικές, συναισθηματικές εξαρτήσεις, αλλά και εξαρτήσεις δράσης και από πράγματα.

Παρόλο που μιλάμε για τις γνωστικές εξαρτήσεις ως ένα από τα είδη εξαρτήσεων, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι όλες οι εξαρτήσεις εμπεριέχουν ένα στοιχείο σκέψης, που στον χώρο της Ψυχολογίας ονομάζεται «ψυχαναγκασμός». Τα ανθρώπινα συναισθήματα είναι κατά κάποιο τρόπο εθιστικά. Το άτομο μπορεί να εθιστεί σε συναισθήματα, όπως ο φόβος, ο θυμός, η λύπη, ακόμα και η χαρά, με εποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί συναισθηματικά με τον αναμενόμενο τρόπο στις διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητας του. Εθιστικά μπορεί να είναι και υλικά αγαθά, όπως χαρακτηριστικά λειτουργεί το χρήμα στη ζωή αρκετών ατόμων, ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία.

Διαστροφές της σκέψης

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα παιδιά δεν σκέφτονται και δεν λειτουργούν όπως οι ενήλικες. Ο Piaget χαρακτήρισε τα παιδιά «ξένους στη λογική». Αναλυτικότερα, τα παιδιά χαρακτηρίζονται από μία διπολικότητα στη σκέψη, από μία απολυτότητα που καθορίζεται από το «όλα ή τίποτα». Είναι μη λογικά, καθώς διακατέχονται από αυτό που λέγεται «συναισθηματική λογική». Είναι πολύ σημαντικό να έχουν υγιή πρότυπα, προκειμένου να μάθουν να αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στη σκέψη και το συναίσθημα. Επίσης, τα παιδιά είναι εγωκεντρικά, καθώς προσωποποιούν τα πάντα, χωρίς αυτό να παραπέμπει στην ιδιοτέλεια με τον τρόπο που την ερμηνεύουμε ως ενήλικες.

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το πληγωμένο παιδί μέσα μας δημιουργείται και συντηρείται από τις ανικανοποίητες ανάγκες μας. Έτσι, αυτός ο παιδικός τρόπος σκέψης συνεχίζει να υπάρχει και να διαιωνίζεται στην ενήλικη ζωή μας, και να μας επηρεάζει στην καθημερινότητα μας. Συχνά αυτό το πληγωμένο παιδί μας ωθεί να διαχωρίζουμε τη σκέψη από το συναίσθημα, χρησιμοποιώντας τη σκέψη έτσι ώστε να αποφεύγουμε συναισθήματα που μας κάνουν να πονάμε. Πρόκειται για την τάση να διαχωρίζουμε το μυαλό μας από την καρδιά μας, για συμπεριφορές διαστρέβλωσης της σκέψης. Υπάρχουν διάφορες μορφές διαστρέβλωσης της σκέψης, όπως η γενίκευση, η λεπτολογία, η διπολική σκέψη, τα αυθαίρετα συμπεράσματα, η προσωποποίηση, η ετικετοποίηση, η μεγαλοποίηση ή ελαχιστοποίηση κ.α..

Κενό

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το πληγωμένο παιδί μέσα μας είναι υπεύθυνο για την κενότητα που συχνά αισθανόμαστε, την οποία θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και ως  μία ήπια μορφή κατάθλιψης. Αυτό οφείλεται στην διαρκή προσπάθεια του ατόμου να προσποιείται, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να χάνει σταδιακά τον πραγματικό του εαυτό και να αισθάνεται ένα κενό. Η απώλεια του εαυτού έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του ατόμου από τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις ανάγκες του, καθώς καλείται να βιώνει όσα προϋποθέτει ο ψεύτικος εαυτός. Η «ετικέτα» του «καλού παιδιού» είναι συνηθισμένο χαρακτηριστικό ενός ψεύτικου εαυτού, που συνεπάγεται σκέψεις όπως : «..άρα δεν πρέπει να θυμώνω», «..άρα πρέπει να ανταπεξέλθω στις επιθυμίες των γονιών μου», «..άρα πρέπει να είμαι υπάκουος» κ.ο.κ.. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να υποδυόμαστε διαρκώς ένα ρόλο; Ουσιαστικά καταλήγουμε να είμαστε θεατές της ίδιας μας της ζωής.

Αυτή η χρόνια αίσθηση κενού θα μπορούσε να σηματοδοτεί και μία μορφή χρόνια κατάθλιψης, που συνήθως εκφράζεται και με την μορφή απάθειας απέναντι στα όσα διαδραμματίζονται στη ζωή του ατόμου. Άτομα που βιώνουν αυτή την κενότητα συχνά αναρωτιούνται πως γίνεται άνθρωποι γύρω τους να συναρπάζονται με απλά πράγματα που συμβαίνουν, καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν τη σημασία μιας καθημερινής εμπειρίας. Το πληγωμένο παιδί που κουβαλούν δεν τους επιτρέπει να είναι πραγματικά ενεργοί στη ζωή τους, αισθάνονται τόσο αμέτοχοι όσο και μόνοι. Ο χρόνιος πόνος που βιώνουν δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν τη ζωή τους, αλλά και τους ανθρώπους που έχουν πραγματικά δίπλα τους, αλλά ακόμα περισσότερο δεν τους επιτρέπει να βιώσουν τον ίδιο αυτό διαρκή πόνο που τους καθορίζει ήδη από την εποχή που ήταν παιδιά.

Ίσως φανεί ακραία η άποψη, αλλά όλοι μας κουβαλάμε κατά κάποιο τρόπο ένα πληγωμένο παιδί μέσα μας, άλλοι σε μικρό και άλλοι σε μεγάλο βαθμό, που παρεμβαίνει και μας επηρεάζει στη ζωή μας. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι οφείλεται περισσότερο στο ότι όλοι οι γονείς είναι ερασιτέχνες, αλλά και στο ότι η ίδια η κοινωνία τελικά συμβάλλει σε αυτό, ή τουλάχιστον δεν δύναται να μας προστατέψει. Ο ρόλος των ειδικών Ψυχικής Υγείας μπορεί να είναι καθοριστικός. Ένας καταρτισμένος ειδικός μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε τρόπους να αγαπήσουμε και να φροντίσουμε το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας. Με το να ανακαλύψουμε και να αποδεχτούμε το μικρό παιδί που κρύβουμε μέσα μας, να εντοπίσουμε και να διαχειριστούμε τα τραύματα που κουβαλάμε από την παιδική ηλικία, μπορούμε να αποδεχτούμε τον πραγματικό μας εαυτό και να πορευτούμε στην ενήλικη ζωή μας με λειτουργικότερο τρόπο.



Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:


Bradshaw, J. (1992), Ο γυρισμός στο μέσα μας παιδί, Αθήνα, Εκδόσεις Λύχνος
Miller, A. (2003), Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας, Εκδόσεις Ροές
Μπουκάι, Χ. (2008), Ιστορίες να σκεφτείς, Αθήνα, Εκδόσεις Opera
Μπουκάι, Χ. (2006), Να σου πω μια ιστορία, Αθήνα, Εκδόσεις Opera
Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής (2006), Αθήνα, Εκδόσεις Lector

Από τη Δικαία Ροδίτη, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας -Κοινωνιολόγο
[full_width]

Pages