Θάνατος, το πιο συγκλονιστικό και μυστηριώδες γεγονός στη ζωή του ανθρώπου - Point of view

Εν τάχει

Θάνατος, το πιο συγκλονιστικό και μυστηριώδες γεγονός στη ζωή του ανθρώπου


Για τον άνθρωπο δύο είναι τα πιο συγκλονιστικά και μυστηριώδη γεγονότα στη ζωή του, η γέννηση και ο θάνατος. Ωστόσο, ο θάνατος του προξενεί πολύ δυνατότερο συγκλονισμό και βαθύτερα προβλήματα.


  Ο Χριστός μετατρέπει το θάνατο σε ύπνο, σε κοίμηση. Κατά το θάνατο των ανθρώπων, η ψυχή χωρίζεται προσωρινά από το σώμα. Το σώμα παραδίδεται στη φθορά, επιστρέφοντας στο χώμα της γης, από το οποίο δημιουργήθηκε. Από εκεί ο Θεός θα αναπλάσει και θα αναστήσει τα σώματα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία, τα οποία θα ενωθούν αρμονικά με τις ψυχές και θα συνιστούν τον αιώνιο ναό της ψυχής. Η ψυχή, μετά το θάνατο, ζει «αναμένοντας την τελική κρίση του Θεού για την αιώνια ανάπαυση ή την αιώνια κόλαση»[20].Συνεπώς, ο άνθρωπος, ως πρόσωπο, δεν εξαφανίζεται, αλλά απαλλαγμένος από τα προβλήματα της φθαρτής επίγειας ζωής, ζει την πραγματική ζωή, προγευόμενος την τελική του κατάσταση.



  Η θύμηση του θανάτου παιδαγωγεί τον άνθρωπο και καλλιεργεί την ταπείνωση


  Θάνατος για την ορθόδοξη πίστη είναι ο πνευματικός και όχι ο σωματικός. Η έλλειψη, δηλαδή, κοινωνίας με το ζωοδότη Χριστό. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία της αναστάσεως με το ευαγγελικό πνεύμα που διασώζει, το λειτουργικό χρόνο και τα μυστήριά της νοηματοδοτεί πνευματικά τη ζωή» των πιστών και τους φέρνει σε επαφή με την κεφαλή αυτής, τον Ιησού Χριστό[21].Η πνευματικά αναστημένη ψυχή επί γης, μετά θάνατο, δε χάνει το σύνδεσμο με το Χριστό. Με το βιολογικό θάνατο, ο άνθρωπος αποχωρίζεται τη «στρατευόμενη Εκκλησία» της γης και γεννιέται στη «θριαμβεύουσα Εκκλησία» της Θείας χάρις, Αγάπης και μακαριότητας.

  Μέσω του Χριστού υφίσταται η κοινωνία των δύο Εκκλησιών. Οι κεκοιμημένες ψυχές, σύμφωνα με τους πατέρες, διατηρούν κατά χάριν ιδιότητες, όπως μνήμη, λογική, αντίληψη, όραση, ακοή, αισθήματα και το αυτεξούσιο, υπό μία ιδιαίτερη, διαφορετική της επιγείου, μορφής[22]. 

   Έτσι, δύνανται να επικοινωνούν με τους ζωντανούς. 

  Μπορούν να βλέπουν και να ακούν τους ανθρώπους, γνωρίζοντας τα προβλήματά τους. Ανάλογα με την παρρησία που έχει η κάθε ψυχή στον Κύριο, είναι ικανή να μεσιτεύει για τους οικείους της και γενικότερα τους ανθρώπους επί γης. Από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι με τα μνημόσυνα, τις δεήσεις της Εκκλησίας και τις προσωπικές προσευχές τους υπέρ των κεκοιμημένων, ζητούν το έλεος του Θεού υπέρ αυτών, ανακουφίζοντας και βοηθώντας τις ψυχές.

  2.3 Η στάση του Χριστιανού απέναντι στο θάνατο

  Ωστόσο, ο θάνατος ενός προσώπου είναι αδιαμφισβήτητα ένα γεγονός που προκαλεί λύπη, στεναχώρια και βαθύ πόνο. Λογίζεται ως τραγωδία, παρά ως φυσική κατάληξη της ύπαρξης, καθώς καταστρέφει τον κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένο άνθρωπο. Χαρακτηριστικά, για το γέροντα Σωφρόνιο, ο θάνατος αξιολογείται ως «παράλογο» και παρά φύση φαινόμενο, αντίθετο του προορισμού του ανθρώπου. Η τραγικότητα του θανάτου είναι αυτή που οδηγεί τον ίδιο το Χριστό να δακρύσει μπροστά στο μνήμα του φίλου Του Λαζάρου.

  Όμως, η πλήρης βίωση της τραγωδίας του θανάτου είναι αυτή που συγχρόνως ωθεί τον άνθρωπο να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Χριστού και να οικειωθεί τη νίκη Του. Με αυτόν τον τρόπο, ο θάνατος αν και θεωρείται ο έσχατος και μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, συγχρόνως συνιστά και κέρδος γι’ αυτόν[23]. Ο άνθρωπος παιδαγωγείται με τη θύμηση του θανάτου, ταπεινώνεται, νιώθει την ευτέλειά του και του δίνεται η ευκαιρία να φιλοσοφήσει γύρω από το πραγματικό νόημα της ζωής. Οδηγείται σε πνευματική εγρήγορση, σε μια πιο ενεργητική πάλη με τα πάθη και την αμαρτία. Η παρούσα ζωή αξιολογείται ως προετοιμασία για τη μέλλουσα, την αιώνια και αληθινή ζωή.

  Κατά τον Αββά Ισαάκ, τη μνήμη θανάτου «ακολουθεί με φυσικό τρόπο η καταφρόνηση του κόσμου, και από το σημείο αυτό αρχίζει στον άνθρωπο κάθε αγαθή κίνηση που τον οδηγεί στην Ζωή»[24]. Η θύμηση του θανάτου φέρει τον άνθρωπο στη μετάνοια και στην ουσιαστική σχέση με το Θεό. Η ευχή της εκκλησίας «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά…» είναι μία άσκηση των πιστών στη μνήμη του θανάτου. Επίσης, η συμμετοχή στις νεκρώσιμες ακολουθίες, τα μνημόσυνα και η θέαση ακόμη των κοιμητηρίων ενισχύει τη μνήμη αυτή. Αν και για την κοσμική φιλοσοφία η μνήμη θανάτου συνδέεται με τη μιζέρια και τη κατάθλιψη, για την ορθόδοξη εκκλησία, είναι αυτή που εντείνει τη συγχώρηση και την αγάπη, τον αγαπητικό σύνδεσμο του ανθρώπου με όλους και με όλα[25].



Όταν αποφεύγουμε τη σκέψη του θανάτου

  Ο Χριστιανός μέσω της πίστης και της αγαπητικής ένωσής του με το Θεό στο πρόσωπο του Χριστού, αποκτά τα θεμελιώδη ψυχικά εφόδια για να υπερβεί το φόβο του θανάτου. Σώζεται από τον πνευματικό θάνατο και δε τρομάζει μπροστά στο βιολογικό. Συγκεκριμένα, η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου είναι αυτή που γεμίζει τις ψυχές με θάρρος, ελπίδα, αισιοδοξία και υπομονή. Το διαφορετικά ανυπέρβλητο πρόβλημα του θανάτου, αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται «σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού». Αντίστοιχα, «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι», είναι κίνηση προς την ανάσταση, προς την ολοφώτεινη αποκάλυψη[26].



   Συμπερασματικά, ο Χριστιανός είναι φυσιολογικό να θλίβεται και να κλαίει όταν αποχωρίζεται ένα πρόσωπο, αλλά η θλίψη του θα πρέπει να ισορροπείται και να καταπραΰνεται από την ελπίδα της αναστάσεως και επανασύνδεσης με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Θα πρέπει να ζει με μνήμη θανάτου για να είναι πνευματικά αναστημένος. Έτσι μόνο μπορεί να ξεπερνά το άγχος και το φόβο που προκαλεί το φαινόμενο του θανάτου και ιδιαίτερα του προσωπικού.

  Ακόμη, πολύ σημαντική είναι η αγαπητική σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με τους συνανθρώπους του. Είναι γεγονός πως η εκκλησιαστική ζωή καλλιεργεί τη δημιουργία στενών διαπροσωπικών σχέσεων στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι αυτή που μπορεί να λειτουργήσει ως παραμυθία κατά τις ώρες της οδύνης. Ο πιστός μιμούμενος τον Χριστό θα πρέπει να αγαπά, να συμπάσχει, να συγχωρεί και να προσεύχεται για όλους τους ανθρώπους. Βέβαια τόσο για αυτούς στην παρούσα ζωή όσο και για αυτούς που έχουν κοιμηθεί. Για τους κεκοιμημένους μάλιστα, σύμφωνα με τους πατέρες, η προσευχή, όπως και τα κόλλυβα, είναι η κυριότερη φροντίδα που οφείλουν να τους προσφέρουν οι άνθρωποι επί γης.

  Ωστόσο, την ώρα της δοκιμασίας και του θανάτου, το πιο οικείο πρόσωπο για τον πιστό είναι ο θεάνθρωπος Χριστός στην πορεία της σταυρικής Του θυσίας. Όπως αναφέρει ο π. Κάλλιστος Ware, o Κύριος με το Σταυρό δεν πρόσφερε την απαλλαγή των ανθρώπων από την οδύνη αλλά τη λυτρωτική συμπόρευση με τον πόνο και τις δοκιμασίες. Υπέφερε μέχρι θανάτου ώστε η οδύνη μας να είναι σαν και τη δική Του[27].


  Στον σύγχρονο κόσμο, κυριαρχεί η εικόνα του ανθρώπου, ο οποίος είναι ανίκανος να δεχτεί το ευαγγελικό μήνυμα της Αναστάσεως, καθώς αδυνατεί να υπερβεί το θάνατο με την πίστη και τη ζωηφόρο αγάπη. Έτσι, ακούγοντας για θάνατο, πολλές φορές αποφεύγει ακόμη και να τον ονομάσει, επειδή του προκαλεί φόβο και τρόμο. Η κύρια αιτία αυτής της στάσης είναι η επικρατούσα ανθρωποκεντρική θεώρηση της ζωής, κατά την οποία ο άνθρωπος «θέλει να αγνοεί την ύπαρξη κάθε μεταφυσικής και μεταθανάτιας προοπτικής», επηρεασμένος από τη σύγχρονη νιτσεϊκή θεωρία του «υπερανθρώπου» ή την αγνωστικιστική αντίληψη για την ύπαρξη και παρέμβαση του Θεού στα όσα μυστήρια συμβαίνουν»[28].

  Η αλματώδης ιατρική και τεχνολογική πρόοδος δίνει την ψευδαίσθηση πως ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει το θάνατο. Ο ίδιος, λόγω της έντονης επιθυμίας πίστωσης χρόνου επιβίωσης, καλλιεργεί τη σκέψη πως ο θάνατος είναι ένα γεγονός που δεν θα αγγίξει τους οικείους του, πόσο μάλλον τον εαυτό του. Τα μέσα ενημέρωσης προωθούν παραπλανητικά μηνύματα που επιβάλλουν έμμεσα στον άνθρωπο αυτή τη νοοτροπία άρνησης του πόνου, του θανάτου και κάθε τραγικού γεγονότος της ζωής και προσπαθούν να δημιουργήσουν μία ουτοπική περιρρέουσα ατμόσφαιρα αδιάκοπης ευτυχίας και ευχάριστων καταστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, παραμορφώνεται η αντίληψη για τη ζωή, την υγεία και τη μακροημέρευση. Αυτή η ψεύτικη ατμόσφαιρα χαρακτηρίζεται από μία υποκριτική αισιοδοξία που επιδιώκει να αποσιωπήσει την αλήθεια περί ζωής και θανάτου[29].


Πλήρης αρθρογραφία:






















Επισημάνσεις για τη διαχείριση του πένθους των παιδιών








[20]π.Γκίκας, Α.(2001). Το μυστήριο του θανάτου: ποιμαντική προσέγγιση. Θεσσαλονίκη: Δεδούσης, σελ.7

[21]πρωτοπρ. Καλλιακμάνη, Β., Το μυστήριο του θανάτου στην Ορθόδοξη Θεολογία, σελ 76

[22] Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. (2007), σελ. 73-74

[23] Κουφογιάννη, Π. (2014). Υπερβαίνοντας το φόβο του θανάτου. Οι απόψεις της υπαρξιακής ψυχολογίας του IrvinYalom υπό το φως της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ψυχής δρόμοι. 7. Αθήνα: Αρμός, σελ 66

[24]Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. (2007), σελ.

[25]Οπ. παραπ., σελ. 74-75

[26]π.Θερμός, Β. (2011). Θρησκείες και θάνατος: Η δοκιμασία του προσώπου. (http://o-nekros.blogspot.gr/2011/07/blog-post_04.html, τελευταία ανάκτηση 12/04/16)

[27]Κάλλιστου Ware(1984), οπ. αναφ.Κουφογιάννη, Π. (2014), σελ.71

[28]Αρχιμ. Καλογερόπουλου, Σ., Η ποιμαντική των θνησκόντων και η ακολουθία εις ψυχορραγούντα,, στο Θ’ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος-Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως, Βόλος, 5-7 Νοεμβρίου 2007, σελ. 547

[29] Οπ. παραπ.

Pages