Ποιος βρήκε το νόημα της ζωής;




Λίγα έργα αγγίζουν το ζήτημα του Νοήματος της Ζωής όσο το (σχεδόν ομότιτλο) βιβλίο του Viktor Frankl.
Και αυτό είναι λογικό, αφού ο Frankl κατάφερε να επιζήσει τις απερίγραπτες σκληρότητες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης – μαθαίνοντας έτσι το πως ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει κάθε δυσκολία, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του προσωπικού του νοήματος.
Η ιστορία έχει ως εξής: Ο Viktor Frankl, ένας Εβραίος νευρολόγος και ψυχίατρος, με μεγάλο πάθος για τη δουλειά του, ζούσε ευτυχισμένα στη Βιέννη με την γυναίκα του, έχοντας ένα (πιθανότατα) λαμπρό μέλλον να τον περιμένει. Μα, εκείνη ήταν η χειρότερη εποχή για να είσαι Εβραίος στη Γερμανία.
Δεν αμφιβάλλω ότι ξέρετε ποιος ήταν ο Χίτλερ και το τι έκαναν οι ναζί, αλλά εκτός κι αν αφιερώσατε χρόνο για να διαβάσετε περισσότερα, τότε δεν έχετε καν ιδέα για το μέγεθος της αγριότητας που μπορεί να κρύβει ο άνθρωπος. Οπότε, αν δεν είστε σίγουροι, ψάξτε το.
Και όταν οι στρατιώτες του Χίτλερ πλησίαζαν στην πόρτα του Frankl, εκείνος είχε την επιλογή να σηκωθεί και να φύγει για την Αμερική, όπου θα ήταν ασφαλής να αφοσιωθεί στην επιστήμη του, ή να παραμείνει στην επικίνδυνη Αυστρία, δίπλα στους γονείς του, ρισκάροντας τη ζωή του.
Αλλά ο Frankl έμεινε εκεί, περνώντας κατά τη διάρκεια αρκετών μηνών, από τρία διαφορετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, ζώντας οτιδήποτε μπορεί να ζήσει κανείς χωρίς να πεθάνει – και χάνοντας κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του όλη του την οικογένεια.
Αυτές είναι βέρες από τα δάχτυλα των Εβραίων που οι ναζί έκαιγαν στους φούρνους των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Πίσω από κάθε δαχτυλίδι κρύβεται ένας άνθρωπος, μια προσωπικότητα με την δική της οικογένεια, τα δικά της όνειρα.
Στο βιβλίο του Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής, ο Frankl μας περιγράφει τη ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης – από την αρχή, μέχρι το τέλος της. Και αρκούν μερικά τυπωμένα λόγια σε ένα βιβλίο για να αισθανθούμε, ως αναγνώστες, την μανία της “τελικής λύσης”, της ονομασίας που είχαν δώσει οι Γερμανοί στο σχέδιο για τον αφανισμό των Εβραίων:
Το δεξί χέρι (του στρατιώτη) ήταν υψωμένο και με τον δείκτη του έδειχνε πολύ χαλαρά στα δεξιά ή στα αριστερά. Κανείς από εμάς δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το δυσοίωνο νόημα πίσω από αυτή την μικρή κίνηση του δαχτύλου ενός άνδρα, που έδειχνε μια δεξιά και μια αριστερά, αλλά περισσότερο αριστερά.
Ήταν η σειρά μου. Κάποιος μου ψιθύρισε ότι αν σε έστελναν δεξιά σήμαινε πως θα δούλευες, ενώ στα αριστερά ήταν για τους αρρώστους και τους ανίκανους να εργαστούν, οι οποίοι θα κατέληγαν σε ένα ειδικό στρατόπεδο. Εγώ απλώς άφησα να πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους, για την πρώτη από τις πολλές φορές που θα ακολουθούσαν.
Η σημασία του παιχνιδιού με το δάχτυλα μας εξηγήθηκε το απόγευμα. Ήταν η πρώτη επιλογή, η πρώτη ετυμηγορία για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μας. Για την πλειοψηφία της ομάδας μας, το 90 τοις εκατό περίπου, σήμαινε θάνατο.
Ρώτησα τους κρατούμενους που ήταν ήδη εκεί για κάμποσο καιρό για το που είχαν στείλει οι στρατιώτες τον συνάδελφο και φίλο μου Π.:
«Τον έστειλαν στην αριστερή πλευρά;» με ρώτησαν.

«Ναι», απάντησα.
«Τότε μπορείς να τον δεις εκεί», μου είπαν.
«Που;» Ένα χέρι έδειξε προς την καμινάδα, μερικές δεκάδες μέτρα παραπέρα, που έστελνε μια στήλη φωτιάς ψηλά στον γκρι ουρανό της Πολωνίας. Διαλυόταν σε ένα δυσοίωνο σύννεφο καπνού.
«Εκεί είναι ο φίλος σου, πετάει προς τον ουρανό» ήταν η απάντηση. Αλλά ακόμη δεν καταλάβαινα, μέχρι που μου εξήγησαν την αλήθεια με απλά λόγια.
Μετά από το αρχικό σοκ, ο Frankl, ως φυλακισμένος, μας περιγράφει την καθημερινότητα στο στρατόπεδο. Δούλευαν σχεδόν όλη τη μέρα, με ελάχιστο ύπνο σε ξύλινα κρεβάτια που μοιράζονταν οχτώ άτομα (ο ένας κολλημένος στον άλλον) και τρέφονταν με απειροελάχιστο φαγητό, συνήθως μια φέτα ψωμί και λίγη σούπα:
Οι πρώην φυλακισμένοι, όταν γράφουν ή συζητούν για τις εμπειρίες τους, συμφωνούν ότι η πιο καταπιεστική επιρροή από όλες ήταν πως ένας κρατούμενος δεν μπορούσε να ξέρει πόσο καιρό θα παρέμενε φυλακισμένος. Δεν του είχε δοθεί καμία ημερομηνία αποφυλάκισης. (Στο δικό μας στρατόπεδο ήταν άσκοπο ακόμη και να μιλάς γι’ αυτό.) Στην πραγματικότητα, ο χρόνος της θητείας στην φυλακή δεν ήταν μόνο αβέβαιος, αλλά και απεριόριστος.
Ένα πρωινό άκουσα κάποιον, τον οποίον ήξερα ως θαρραλέο και αξιοπρεπή, να κλαίει σαν μωρό γιατί έπρεπε να πάει για πορεία στους χιονισμένους δρόμους ξυπόλητος, επειδή τα παπούτσια του είχαν μαζέψει πολύ και δεν του χωρούσαν. Μέσα σε αυτά τα φρικτά λεπτά, βρήκα λίγη παρηγοριά: Ένα μικρό κομμάτι ψωμί που έβγαλα από την τσέπη μου και μασούλησα απορροφημένος στην απόλαυση.
Πέραν από τη σχέση του βιβλίου με το νόημα της ζωής, μια σύγκριση της δικής μας ζωής με τις ατυχίες των άμοιρων Εβραίων, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε “τι είναι σημαντικό” και το πόσο καλά είμαστε εξ’ αρχής. Αν ο Frankl άντεξε εκεί μέσα – και κατάφερε, τελικά, να ζήσει τη ζωή που ήθελε – τότε εμείς δεν έχουμε καμία δικαιολογία (σαν λαός) να κλαιγόμαστε και να αυτοκτονούμε.
Μετά από συγκλονιστικά δυνατές εικόνες από τις δυσκολίες που ζούσαν οι έγκλειστοι, ο Frankl μοιράζεται μαζί μας τα συμπεράσματα για την ψυχολογία του ανθρώπου και το νόημα, στις πιο δύσκολες στιγμές:



Η αναζήτηση του ανθρώπου για το νόημα είναι το πρωταρχικό κίνητρο στη ζωή του και όχι μια “δευτερεύουσα λογικοποίηση” των ενστίκτων.
Ο φυλακισμένος που είχε χάσει την πίστη του στο μέλλον – το δικό του μέλλον – ήταν καταδικασμένος. Με την απώλεια της πίστης του στο μέλλον, έχανε ταυτόχρονα και το πνευματικό του στήριγμα. Άφηνε τον εαυτό του να παρακμάσει και γινόταν αντικείμενο πνευματικής και σωματικής σαπίλας. Συνήθως αυτό συνέβαινε πολύ απότομα, στην μορφή μιας κρίσης, τα συμπτώματα της οποίας ήταν γνωστά στον έμπειρο έγκλειστο του στρατοπέδου.
Έχει ο άνθρωπος επιλογή δράσης μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις;
Μπορούμε να απαντήσουμε αυτές τις ερωτήσεις τόσο από την εμπειρία μας όσο και επί της αρχής. Οι εμπειρίες του στρατοπέδου συγκέντρωσης δείχνουν πως ο άνθρωπος έχει την επιλογή των πράξεών του. Υπήρχαν αρκετά παραδείγματα, συχνά ηρωικής φύσης, που αποδείκνυαν ότι η απάθεια μπορεί να ξεπεραστεί, η ενόχληση να καταπιεστεί.

Ο άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει ένα ίχνος πνευματικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας του μυαλού, ακόμη και σε τόσο απαίσιες συνθήκες πνευματικού και σωματικού στρες.
 
Εμείς που ζήσαμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μπορούμε να θυμηθούμε τους άντρες που περπάτησαν μέσα στις καλύβες παρηγορώντας τους άλλους, χαρίζοντας το τελευταίο τους κομμάτι ψωμί. Μπορεί να ήταν λίγοι σε αριθμό, αλλά παρέχουν αρκετή απόδειξη πως μπορείς να πάρεις τα πάντα από έναν άνθρωπο πέραν από ένα πράγμα: την τελευταία από τις ανθρώπινες ελευθερίες – την δυνατότητα να επιλέξει κανείς την στάση του σε μια δοσμένη σειρά από καταστάσεις, το να διαλέγει κανείς τον δικό του δρόμο.
Μια από τις πιο “ανθρώπινες” φωτογραφίες που μπόρεσα να βρω, δείχνει τα κρεβάτια όπου κοιμόντουσαν οι κρατούμενοι/σκλάβοι, στοιβαγμένοι σαν αντικείμενα.
Και μέσα από τις συνθήκες που, πέραν από το σώμα, καταστρέφουν την ψυχή, ο Frankl, σαν έξυπνος ψυχίατρος, έδενε κομμάτι-κομμάτι την μεγάλη εικόνα: Πως, τελικά, το νόημα ήταν αυτό που σε έκανε να επιζήσεις:
Τα λόγια του Νίτσε, «Αυτός που έχει ένα “γιατί” για το οποίο ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πως”» θα μπορούσαν να είναι το κατευθυντήριο μότο για όλες τις ψυχοθεραπευτικές προσπάθειες που σχετίζονται με φυλακισμένους. Όποτε υπήρχε μια ευκαιρία γι’ αυτό, έπρεπε να τους δώσεις ένα “γιατί” – έναν στόχο για τις ζωές τους, με σκοπό να τους δυναμώσεις ώστε να αντέξουν το απαίσιο “πως” της ύπαρξής τους.
Και δεν είναι τυχαίο που τα πιο συγκινητικά μέρη του βιβλίου είναι αυτά όπου ο Frankl πλησιάζει σε ένα από τα μεγαλύτερά του προσωπικά νοήματα. Σημεία που, ειδικά διαβάζοντας ολόκληρο το βιβλίο, σε κάνουν εύκολα να δακρύζεις από συγκίνηση:
Κρύβοντας το στόμα του πίσω από τον σηκωμένο γιακά του, ο άντρας που περπατούσε δίπλα μου μού ψιθύρισε απότομα: «Αν μας έβλεπαν οι γυναίκες μας τώρα! Ελπίζω να είναι καλύτερα στα δικά τους στρατόπεδα και να μην ξέρουν τι μας συμβαίνει εμάς.»
Αυτό έφερε σκέψεις της δικής μου γυναίκας στο μυαλό. Και όπως παραπατούσαμε για μίλια, γλιστρώντας σε παγωμένα κομμάτια, υποστηρίζοντας τον άλλον ξανά και ξανά, τραβώντας ο ένας τον άλλον όρθιο, δεν είπαμε τίποτα, αλλά και οι δυο μας ξέραμε: Ο καθένας μας σκέφτονταν την γυναίκα του.
Μερικές φορές κοιτούσα τον ουρανό, εκεί που τα αστέρια χάνονταν και το ροζ φως του πρωινού ξεκινούσε να απλώνεται πίσω από μια σκοτεινή σειρά σύννεφων. Αλλά το μυαλό μου είχε κολλήσει στην εικόνα της γυναίκας μου, να την φαντάζομαι με μια παράξενη καθαρότητα. Την άκουσα να μου μιλάει, είδα το χαμόγελό της, το ειλικρινές και εμψυχωτικό βλέμμα της. Αληθινή ή μη, η όψη της ήταν πιο φωτεινή από τον ήλιο που άρχιζε να ανατέλλει.
Μια σκέψη με διαπέρασε τότε: Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια όπως τραγουδιέται από τόσους ποιητές, όπως υποστηρίζεται ως η τελική σοφία από τόσους στοχαστές: Την αλήθεια πως η αγάπη είναι ο τελικός και απώτερος στόχος τον οποίο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος.
Τότε κατάλαβα το νόημα του μεγαλύτερου μυστικού που έχει να δώσει η ανθρώπινη ποίηση και η ανθρώπινη σκέψη: Η σωτηρία του ανθρώπου έρχεται μέσα από την αγάπη και μέσα στην αγάπη. Κατάλαβα πως ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα, μπορεί να νιώθει ευτυχία, ακόμη κι αν είναι για μια στιγμή, στην σκέψη του αγαπημένου του.
Και η αγάπη, όσο κι αν γύρω σου βλέπεις τα πτώματα των φίλων σου, όσο κι αν ξέρεις πως την επόμενη μέρα μπορεί να πεθάνεις, όσο κι αν δεν μοιάζεις πια με άνθρωπο από την ασιτία, συνεχίζει να υπάρχει, συνεχίζει να είναι εξωπραγματικά όμορφη – όπως και η φύση, που μέσα σε εκείνο το σκοτάδι της ανθρωπότητας, φαίνεται εκατομμύρια φορές πιο μαγευτική από πριν:
Ένα απόγευμα, ενώ ήδη ξεκουραζόμασταν στο πάτωμα της καλύβας μας, ψόφιοι από την κούραση, με τα μπολ της σούπας στο χέρι, ένας συγκρατούμενος πετάχτηκε μέσα και μας ζήτησε να τρέξουμε στον χώρο της συγκέντρωσης για να δούμε το υπέροχο ηλιοβασίλεμα.
Στεκόμενοι έξω είδαμε δυσοίωνα σύννεφα να φωτίζονται στη δύση και όλον τον ουρανό ζωντανό με σύννεφα διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, από μεταλλικό μπλε μέχρι κόκκινο του αίματος.



Οι έρημες γκρι καλύβες παρείχαν μια ισχυρή αντίθεση, ενώ οι λιμνούλες στο λασπωμένο έδαφος αντανακλούσαν τον φωτεινό ουρανό. Στη συνέχεια, μετά από ολόκληρα λεπτά συγκινητικής ησυχίας, ένας κρατούμενος είπε σε έναν άλλον, «Πόσο όμορφος μπορεί να είναι ο κόσμος!»

Μια άλλη φορά δουλεύαμε σε ένα χαράκωμα. Η αυγή ήταν γκρι γύρω μας. Γκρι κι ο ουρανός από πάνω. Γκρι τα κουρέλια που φορούσαν οι συγκρατούμενοί μου, γκρι και τα πρόσωπά τους. Μιλούσα και πάλι σιγανά με τη γυναίκα μου, ή καλύτερα, προσπαθούσα να βρω τον λόγο για τα βάσανά μου, για τον αργό μου θάνατο.
 
Σε μια τελευταία βίαιη διαδήλωση ενάντια μπρος στην απελπισία του επικείμενου θανάτου, ένιωσα το πνεύμα μου να τρυπάει το σκότος γύρω μου. Το ένιωσα να ξεπερνάει αυτόν τον απέλπιδο κόσμο δίχως νόημα και από κάπου άκουσα ένα νικηφόρο “Ναι” ως απάντηση στο ερώτημα μου για την ύπαρξη ενός απώτερου σκοπού. 
Εκείνη τη στιγμή ένα φως άναψε σε ένα μακρινό αγρόκτημα κι έμεινε στον ορίζοντα λες και το ζωγράφισαν εκεί, στο μέσο ενός μίζερου γκρι ενός ανατέλλοντος πρωινού στην Βαυαρία. “Et lux in tenebris lucet” – «
το φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει
» - και το φως έλαμψε στο σκοτάδι.
 
Για ώρες έμεινα να κομματιάζω το παγωμένο έδαφος. Ο φρουρός πέρασε από δίπλα μου, βρίζοντάς με, κι εγώ ξαναμίλησα με την αγαπημένη μου. Όλο και περισσότερο ένιωθα πως ήταν παρούσα, πως ήταν μαζί μου. Είχα την αίσθηση πως μπορούσα να την αγγίξω, να απλώσω το χέρι μου και να πιάσω το δικό της. Το αίσθημα ήταν πολύ δυνατό, ήταν εκεί. Κι εκείνη τη στιγμή, ένα πουλί ήρθε κάτω πετώντας και κάθισε εκεί, ακριβώς μπροστά μου, στην στοίβα του χώματος που είχα ξεθάψει από τον λάκκο, κι έμεινε να με κοιτάζει σταθερά.
Και, προς το τέλος του βιβλίου, αφού μαθαίνουμε την ιστορία με τα απίστευτα παιχνίδια που του έπαιξε η μοίρα, ο ψυχίατρος Frankl μας εξηγεί το δικό του συμπέρασμα για το νόημα της ζωής:
Αμφιβάλλω για το αν ένας γιατρός μπορεί να απαντήσει αυτή την ερώτηση σε γενικούς όρους. Γιατί, το νόημα της ζωής, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, από μέρα σε μέρα κι από ώρα σε ώρα.
Οπότε, αυτό που μετράει δεν είναι το νόημα της ζωής γενικά, αλλά το συγκεκριμένο νόημα της ζωής ενός ατόμου την συγκεκριμένη στιγμή. Το να θέσεις το ερώτημα γενικά μπορεί να συγκριθεί με το να ρωτάς έναν μεγάλο παίκτη του σκακιού: «Πες μου, master, ποια είναι η καλύτερη κίνηση στον κόσμο;» Πολύ απλά, δεν υπάρχει η καλύτερη κίνηση, ούτε καν μια απλά καλή, εκτός από μια συγκεκριμένη κατάσταση σε ένα παιχνίδι και η συγκεκριμένη προσωπικότητα του αντιπάλου.
Το ίδιο ισχύει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν θα πρέπει να ψάχνουμε για ένα αφηρημένο νόημα της ζωής. Ο καθένας έχει το δικό του κάλεσμα ή αποστολή στη ζωή για να φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη εντολή που απαιτεί εκπλήρωση.
Αυτό που πραγματικά χρειάζονταν (για τους φυλακισμένους) ήταν μια θεμελιώδης αλλαγή στην στάση μας απέναντι στη ζωή. Έπρεπε να μάθουμε τους εαυτούς μας και, παραπέρα, να διδάξουμε τους απελπισμένους ανθρώπους, πως πραγματικά δεν είχε σημασία τι περιμέναμε εμείς από τη ζωή, αλλά μονάχα το τι περίμενε η ζωή από εμάς.
Και ακόμη πιο συγκεκριμένα:
Έπρεπε να σταματήσουμε να ψάχνουμε το νόημα της ζωής και να δούμε εμάς σαν αυτούς που δέχονται ερωτήσεις από τη ζωή – καθημερινά, κάθε ώρα. Η απάντησή μας δεν θα πρέπει να είναι λόγια και διαλογισμός, αλλά σωστή δράση και συμπεριφορά.
Ζωή, στην τελική, σημαίνει να παίρνεις την ευθύνη για το να βρεις τη σωστή απάντηση στα προβλήματά της και να ολοκληρώνεις τα καθήκοντα τα οποία συνεχώς θέτει στο κάθε άτομο.
Αυτά τα καθήκοντα, και ως εκ τούτου το νόημα της ζωής, διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και από στιγμή σε στιγμή. Άρα, είναι αδύνατον να καθορίσεις το νόημα της ζωής με έναν γενικό τρόπο.
Για τον Viktor Frankl, έναν άνθρωπο που όχι μόνο έψαξε το νόημα θεωρητικά, αλλά έζησε κάθε δυσκολία και στην πράξη, το νόημα για κάθε άνθρωπο είναι διαφορετικό. Ο ίδιος κρατήθηκε από την θέλησή του να μοιραστεί τις εμπειρίες του στρατοπέδου με τον κόσμο και να αναπτύξει την δική του μεθοδολογία ψυχοθεραπείας. Και γι’ αυτό, άντεξε.
Αυτό, όμως, που παραμένει κοινό σε όλους μας είναι η ανάγκη να βρούμε το νόημα και να ανταποκριθούμε στην ευθύνη για να φέρουμε τον προσωπικό μας σκοπό εις πέρας. Η ζωή είναι μια ευθύνη – μια ευθύνη καλή – και όπως όλα τα καλά πράγματα, θέλει προσπάθεια.
«Με ρώτησες νωρίτερα αν σκέφτομαι ακόμη αυτά τα πράγματα (από το στρατόπεδο συγκέντρωσης). Ούτε μια μέρα δεν περνάει χωρίς να τα σκεφτώ! Και, κατά κάποιον τρόπο, λυπάμαι αυτούς τους νέους ανθρώπους που δεν γνώρισαν τα στρατόπεδα ή που δεν έζησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, που δεν έχουν τίποτε με το οποίο να μπορούν να συγκρίνουν τις δικές τους δυσκολίες. Ακόμη και σήμερα, που χάνω την όρασή μου ή με οποιοδήποτε μεγάλο πρόβλημα ή δυσμενή συνθήκη, αρκεί να σκεφτώ μονάχα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Και τι δεν θα έδινα τότε, αν μπορούσα, για να έχω ένα πρόβλημα το πολύ τόσο δύσκολο όσο αυτά που έχω σήμερα!»
~ από συνέντευξη που έδωσε ο Viktor Frankl το 1997, στα 90 του χρόνια.
via
Post A Comment
  • Blogger Comment using Blogger
  • Facebook Comment using Facebook
  • Disqus Comment using Disqus

Δεν υπάρχουν σχόλια :