Ω, γλυκιά Μοίρα! - Point of view

Εν τάχει

Ω, γλυκιά Μοίρα!




Απασχολούσε το νου του τουλάχιστον είκοσι χρόνια, από την εφηβεία του, αλλά ποτέ δεν είχε επιχειρήσει ούτε ένα προσχέδιο, τώρα όμως ένιωθε έτοιμος να ξεκινήσει.

Ωστόσο είχε κάνει πολλές δοκιμές σκιτσάροντας μορφές ανθρώπινων και υπανθρώπινων όντων στα κόμικς του. Το σύνολο του έργου του ως κομίστα ήταν, ασυναίσθητα, μια μακρόχρονη προετοιμασία γι’ αυτή τη σειρά. Το συνειδητοποίησε τώρα και μούγκρισε ελαφρά με ικανοποίηση. Δε μίλησε, ήταν μόνος στο ατελιέ του.

Έφτιαξε τσάι από κινέζικα βότανα. Όχι ετοιματζίδικο του εμπορίου, διαλεγμένο στ’ αλήθεια από ειδικούς, εκείνο το αφέψημα που κλείνει μέσα του τα μυστικά της αυτοσυγκέντρωσης και της γαλήνης. Τό ’βαλε σ’ ένα πανέμορφο κινέζικο κύπελλο από χειροποίητη πορσελάνη, διακοσμημένο στο χέρι με εικόνες και ιδεογράμματα. Ανάμεσά τους μια μινιατούρα του Ταό Τε Κινγκ, γραμμένη με τόσο μικρά σύμβολα που είχε χρειαστεί μικροσκόπιο για να τη διαβάσει. Ήταν το πιο ακριβό απόχτημα που κληρονόμησε απ’ το δάσκαλό του, όταν ζούσε στην Κίνα.

Ετοίμασε εφτά σανιδένιους καμβάδες και τους κρέμασε στον τοίχο. Έστησε στο καβαλέτο ένα όγδοο μικρό σανίδι, το χρωμάτισε με υποκίτρινη ώχρα κι έγραψε με χρυσά βυζαντινά ψηφία οροθετημένα με πορφυρά περιγράμματα:


Η πρώτη μορφή είναι το σκοτάδι, η δεύτερη η επιθυμία, η τρίτη η άγνοια, η τέταρτη η έξαψη του θανάτου, η πέμπτη η εξουσία της σάρκας, η έκτη η ανόητη σαρκική σοφία και η έβδομη η οργισμένη γνώση. Αυτές είναι οι εφτά μορφές του Κακού.

Απόκρυφο της Μαγδαληνής

Άφησε στην άκρη το μικρό σανίδι και κοίταξε τα μεγάλα. Είχε επιλέξει το ξύλο, για να δεθεί με τις μυστικές φυτικές ρίζες του ανθρώπου.

Τα εφτά πρόσωπα του Φόβου ανέτειλαν στη φαντασία του σαν ήλιοι. Θα τα ζωγράφιζε, διακινδυνεύοντας ακόμα και τη λογική του.

Το πρώτο απ’ αυτά θα ήταν το πρόσωπο της θεάς λεοπάρδαλης, το εχθρικό τοτέμ (σχήμα οξύμωρο) που αναδύεται από τα έγκατα της ψυχής, μόλις που ο άνθρωπος, ασυναίσθητα ακόμα, έχει ξεχωρίσει από τα ζώα, το τρομερό αρχέτυπο, το στόμα που κατασπαράζει, που βρίσκεται στη φαντασία και τους εφιάλτες! Και, για να το εξευμενίσουμε, θυσιάζουμε τα μικρά κορίτσια στις λεοπαρδάλεις που περιφέρονται πεινασμένες και ανυποψίαστες στη ζούγκλα. Η θεά θα ήταν έτοιμη να γλείψει το θύμα της, με μάτια γεμάτα προσμονή, πριν το κατασπαράξει, μόνο που το θύμα της (που δε θα φαινόταν, αλλά θα συμβολιζόταν στη συνείδηση του θεατή) θα ήταν ένα ολόκληρο χωριό που αθέτησε τις υποχρεώσεις του. Η λεοπάρδαλη, η κιτρινόμαυρη Νέμεση με τα λεπτά και αιχμηρά νύχια, τιμωρεί.

Για το δεύτερο πρόσωπο είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δυο θεές, την ινδική Κάλι, σύζυγο του Σίβα, του καταστροφέα χορευτή, του πρώτου μεγάλου γιόγκι, και την Ανάθ, σύζυγο του ηλιακού Βάαλ, από τη μεσοποταμιακή Χαναάν.

Η Κάλι, η Μαύρη, η Μεγάλη Νύχτα, η θανάσιμη ερωτική ορμή, φοράει περιδέραιο από μικρά κεφάλια και ζώνη από κομμένα χέρια που στάζουν αίμα. Κολυμπάει ολόγυμνη και πανέμορφη, με πολλά χέρια που κρατούν ματωμένα όπλα, σε μια λίμνη αίματος, όπου είναι βυθισμένη ώς τη μέση. Και χορεύει! Χορεύει έξαλλα, μεθυσμένη, μαινόμενη, με τη γλώσσα έξω, πίνοντας ζεστό αίμα, απολαμβάνοντας την ανοησία των πιστών της και τον απερίγραπτο πόνο και σπαραγμό των θυμάτων της.

Η Ανάθ κατασπαράζει τα κοπάδια στις ακρογιαλιές και τους ανθρώπους στα φτωχικά χωριά τους, κατασπαράζει και το Μοτ, το θεό του θανάτου, όταν τολμά να αιχμαλωτίσει τον άντρα της. Τ’ όνομά της προέρχεται απ’ το ασσυριακό ettu και το αραμαϊκό enet, που σημαίνει μοίρα, δηλώνοντας πως είναι η αδίσταχτη Μοίρα που καταδιώκει σαν όρνιο την αβάσταχτη και ασήμαντη ζωή του ανθρώπου! Ω, γλυκιά Μοίρα!… Όπως και η Κάλι, εικονίζεται χωμένη στο αίμα μέχρι το λαιμό, μ’ ένα λόφο κεφάλια κάτω απ’ τα πόδια της και κοπάδια ανθρώπινα χέρια να στριφογυρίζουν γύρω της σαν ακρίδες.

Ήξερε εκ των προτέρων ότι θα προτιμούσε την Ανάθ. Ήθελε μ’ αυτό τον τρόπο να κατανοήσει, αλλά και να κάνει κατανοητή, τη γενοκτονία των Χαναναίων, στην οποία προέβησαν οι Ισραηλίτες του Μωυσή, όταν γύρισαν από την Αίγυπτο μετά από περιπλάνηση στην έρημο σαράντα χρόνια. Έπεσαν σα γεράκια στις πόλεις της Χαναάν διεκδικώντας τη γη που ο Θεός τους πριν από αιώνες είχε παραχωρήσει στον Αβραάμ (τον οποίο οι Χαναναίοι δεν είχαν ούτε ακουστά), κατέσκαψαν τις πόλεις και σκότωσαν λυσσαλέα ανθρώπους και ζώα! Γιατί; Για να μην επιβιώσει το πνεύμα της Ανάθ μέσα στο σπέρμα των ανθρώπων, που είχαν ποτιστεί με την αιματηρή παραφροσύνη της. Κι όμως ο Βάαλ δεν άργησε να επιστρέψει και οι Φιλισταίοι να κατακυριεύσουν την Παλαιστίνη –την πατρίδα τους– που φέρει και σήμερα τ’ όνομά τους.

Το τρίτο πρόσωπο του Φόβου ήταν το πρόσωπο της Λιλίθ. Ο ζωγράφος ήπιε μια γουλιά απ’ το μυρωδάτο φλιτζάνι αναλογιζόμενος την όψη της, που προκαλούσε σάλεμα του νου, δηλαδή έκανε τον άνθρωπο να πάψει νά ’ναι άνθρωπος. Κακό χειρότερο απ’ το θάνατο, γιατί ακόμα κι εκεί κάποια σπίθα μπορεί να επιβιώνει, σε μια τρελή ψυχή όμως;

Η Λιλίθ, ο θηλυκός δαίμονας της τρέλας. Ανατρίχιασε στη σκέψη. Ανασηκώθηκε κι έκανε μια νευρική βόλτα γύρω απ’ την καρέκλα. Κατοικούσε στην καρδιά ενός πρωταρχικού δέντρου, που το κατέστρεψε ο Γιλγαμές στο ομώνυμο ασσυροβαβυλωνιακό έπος. Από τότε περιφέρεται άστεγη τις νύχτες στα χωματένια στενά των χωριών και τρελαίνει τις γυναίκες, με ιδιαίτερη προτίμηση στις εγκύους, που τις κάνει ν’ αποβάλουν και δημιουργεί το στρατό της από τα παιδιά που πεθαίνουν πριν γεννηθούν. Ένα απίστευτα αιμοβόρο θηλυκό βαμπίρ, η βασίλισσα των ζόμπι, εφιάλτης που κατοικεί στο υποσυνείδητο και διαμορφώνει το στρατό του για να κυριαρχήσει τον κόσμο! Είναι το αντίθετο της Μάνας φυλάξτε τα μωρά σας!

Δεν εικονιζόταν μέσα στο αίμα, όπως οι άλλες δυο, αλλά τα μάτια της, κίτρινα με γκριζόμαυρες κόρες, ηλέκτριζαν προκαλώντας το σάλεμα σ’ ό,τι πιο πολύτιμο διέθετε το ανθρώπινο γένος. Αυτά τα μάτια έπρεπε να τα πετύχει.

Ιδού λοιπόν, ψυχή μου, τα τρία πρόσωπα του Φόβου στην πρώτη εποχή της ανθρωπότητας, την εποχή του μύθου. Τρεις Γυναίκες. Οι δυο –που ενώνονται σε μία– σύζυγοι ενός μεγάλου θεού, μήπως τελικά οι δαίμονες είχαν περπατήσει στον πλανήτη;

Θα μπορούσε να βρει και δεκάδες άλλα, σ’ όλους τους λαούς, μα δε θα πρόσθεταν τίποτα καινούργιο, σ’ αυτά τα τρία συνοψιζόταν πλήρως η αγωνία του ανθρώπου για τη σκοτεινή μοίρα που του είχε επιφυλάξει η έξοδός του από το βασίλειο των πιθήκων. Η ζωή είναι Γυναίκα – η τρέλα, η ανυπαρξία, ο θάνατος, η σκοτεινή μήτρα, υπάκουε επίσης σε γυναικείο αρχέτυπο. Τι εφιάλτης!…

Μα με τα επόμενα τρία πρόσωπα ο άνθρωπος έμπαινε στην ιστορική του εποχή, όπου η μητριαρχία δεν υπάρχει.

Το τέταρτο θα ήταν το πρόσωπο του ιεροεξεταστή, που απειλεί τον αιρετικό ή τη μάγισσα με αποτρόπαια βασανιστήρια και τελικά με τη φωτιά, παίρνοντας εκδίκηση απ’ όλες τις Λιλίθ που είχαν απομείνει ως κατάλοιπα στη φαντασία του, ανθρώπινο αλλά απάνθρωπο, σκληρό, απόλυτο, εκπρόσωπος μιας αβάσταχτης δυναστικής δικαιοσύνης, καθρεφτίζει τη φωτιά της κόλασης, τον απίστευτο τόπο των φρικτών τιμωριών, των ετοιμασμένων από τους αγγέλους για να υποβάλλονται αιώνια οι αμαρτωλοί, στους οποίους δεν καταριθμεί τον εαυτό του.

Το πέμπτο πρόσωπο, χυδαία γελαστό, θα ήταν το πρόσωπο του χθαμαλού βασανιστή, που ετοιμάζεται να γλεντήσει τη μεθοδική υποβολή του θύματός του σε ανατριχιαστικά βασανιστήρια, που θα διαρκέσουν πολλές ώρες ή μέρες! Σκοπός του είναι να προκαλέσει όχι μόνο πόνο (αβάσταχτο και αδιάλειπτο, πέρα από κάθε εφιάλτη) αλλά και τρόμο, από τον οποίο τρέφεται, γεύεται το τρομαγμένο βλέμμα του θύματός του –άντρα ή γυναίκας, ασχημάτιστου αγοριού ή κοριτσιού– και απολαμβάνει μέχρι εκσπερμάτωσης τα ουρλιαχτά και τα τραντάγματα του ακινητοποιημένου με αλυσίδες και λουριά κορμιού του, που αποδομείται σταδιακά, κι όσο το διαμελίζει τόσο εκείνος χαίρεται! Είναι στον παράδεισό του, χοροπηδάει από ευχαρίστηση, μεθάει από ηδονή, καθώς βυθίζει αργά και μεθοδικά τον αδελφό ή την αδελφή του στην κόλαση.

Ζαλίστηκε στην ιδέα, έπιασε το κεφάλι του, το τίναξε για να φύγει η φαντασίωση της αποδόμησης ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπινου θύματος αλυσοδεμένου σ’ έναν τροχό ή σ’ ένα τραπέζι. Τι δεν έχει κάνει ο άνθρωπος στον άλλο άνθρωπο –Θεέ μου! Ήπιε τσάι.

“Αυτά τα πέντε πρόσωπα του φόβου είναι στην πραγματικότητα ένα πρόσωπο”, σκέφτηκε. “Οι πολλές μορφές του είναι όλες ίδιες, ο άνθρωπος τεμαχίζει τον άνθρωπο, ζωντανό, ενώ το θύμα ουρλιάζει και το αίμα χύνεται από παντού σαν πίδακας, είτε για να προσφέρει τα κομμάτια του στο αχόρταγο στόμα του θεοποιημένου σκοταδιού, είτε για ν’ απαλλάξει το Θεό από την παρουσία των κακών, όπως τολμά να πιστεύει μέσα στην παραφροσύνη του (μπορεί να προσεύχεται κιόλας δίπλα στο θύμα του, που καίγεται αργά αλειμμένο με παχύ στρώμα λίπους, για να ομολογήσει την υποτιθέμενη σύμπραξή του ή την ερωτική του συνεύρεση με τις δυνάμεις του σκότους), είτε για να φτυαρίσει στη δική του ψυχή τόνους κακίας, που διογκώνουν μέσα του τη φωτιά που θα τον κάψει”. Έτριψε το σαγόνι του. “Αλλά υπάρχουν κι άλλα δυο πρόσωπα, που ξεπηδάνε κι αυτά από την ίδια ρίζα, τα έγκατα του ανθρώπου”.

Το έκτο πρόσωπο θα ήταν το πρόσωπο της φτώχειας. Ένας άνθρωπος τουμπανιασμένος από ασιτία, στα πρόθυρα του θανάτου. Σε τριτοκοσμική χώρα ή στη βαθύπλουτη και αποχαυνωμένη από την πολυφαγία πατρίδα μας με τα χρυσά δόντια; Μικρή σημασία, οι ένοχοι είμαστε ίδιοι –είμαστε οι ίδιοι. Η μορφή του θα είναι αρκετή για να καταλάβεις τι του συμβαίνει, σε ποιο χαλύβδινο σταυρό τον έχει σταυρώσει η απληστία η δική σου, αγαπητέ θεατή μου –η δική σου, αγαπητέ ζωγράφε μου! Η δική μου.

Τέλος, το έβδομο πρόσωπο θα ήταν το πιο δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να το πετύχει. Ίσως και να το παλεύει χρόνια χωρίς να καταφέρει να το τελειώσει. Το πιο απόλυτο, το πιο σύγχρονο, το πιο αρχέγονο, το πιο αποφατικό, το πιο απτό, το πιο ανύπαρκτο, το πιο υπαρκτό, το πιο άσπλαχνο, το πιο ανίκητο, το πιο ζεστό, το πιο ψυχρό, το πιο γοητευτικό, το πιο τρομαχτικό, το σκοτάδι.




via

Pages