Επιστήμη και θρησκεία - Point of view

Breaking

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Επιστήμη και θρησκεία




Εξέλιξη
Η θεωρία του Δαρβίνου για την εξέλιξη μπορεί, όπως ο ίδιος ο Δαρβίνος παρατήρησε, να διαψευσθεί εύκολα. Θα αρκούσε η ανακάλυψη ενός χαρακτηριστικού που θα είχε σημάδια σχεδιασμού, αλλά το οποίο θα εμφανιζόταν κάπου αλλού και όχι στο τέλος μιας γενεαλογικής γραμμής αντιγραφέων που θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν ως αρωγό στην αναπαραγωγή. Ένα παράδειγμα θα ήταν η ύπαρξη ενός χαρακτηριστικού σχεδιασμένου μόνο για την ομορφιά της φύσης, όπως η ανάπτυξη της όμορφης αλλά άβολης ουράς του παγωνιού στους τυφλοπόντικες, των οποίων τα πιθανά ταίρια είναι αρκούντως τυφλά για να γοητευθούν απ’ αυτήν. ένα άλλο θα ήταν κάποιο πολύπλοκο όργανο που θα υπήρχε σε μια άχρηστη ημιτελή μορφή, όπως ένα μισό φτερό το οποίο δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει σε τίποτε αν δεν είχε πλήρως το τωρινό του μέγεθος και σχήμα. ένα τρίτο θα ήταν εκείνος ο οργανισμός που δεν θα είχε παραχθεί από μια οντότητα ικανή να αντιγράφει τον εαυτό της, για παράδειγμα κάποιο έντομο που θα αναπτυσσόταν αυτόματα από πετρώματα – όπως ένας κρύσταλλος. Ένα τέταρτο θα ήταν ένα χαρακτηριστικό σχεδιασμένο προς όφελος ενός οργανισμού διαφορετικού από αυτόν που προκάλεσε την εμφάνιση του χαρακτηριστικού, όπως λόγου χάρη άλογα που θα ανέπτυσσαν σέλες. (24/2/2007)
            Γράφει ο Ν. Ματσούκας: «Τόσο η μηχανιστική εξήγηση της εξέλιξης όσο και η βιταλιστική είναι φιλοσοφικές ερμηνείες του φαινομένου και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο. Αν δεν κατανοήσει κανείς αυτή την αλήθεια, τότε κάνοντας φιλοσοφία, είτε είναι οπαδός της μηχανιστικής ερμηνείας είτε της βιταλιστικής, έχει την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση ότι κάνει επιστήμη. Την επιστήμη βέβαια μπορεί να την επικαλεστεί και μάλιστα κατά άριστο τρόπο, αλλά όταν δεν την ξεχωρίσει από τη φιλοσοφική ερμηνεία, τότε δίχως να το συνειδητοποιεί παγιδεύεται στα ίδια του τα δημιουργήματα. Ο υλισμός, λόγου χάρη (ο μηχανιστικός ή ο ιστορικός), είναι βέβαια επακόλουθο μιας επιστημονικής έρευνας, αλλά τελικά δεν παύει να είναι μια ερμηνεία που θέλει να πολεμήσει ή να αντικαταστήσει τη μεταφυσική ερμηνεία. Έτσι είτε μηχανιστικά εξηγήσουμε την εξέλιξη είτε βιταλιστικά είτε θεολογικά ποτέ δεν έχουμε τρεις διαφοροποιημένες επιστήμες, γιατί θα έπρεπε να έχουμε και διαφοροποιημένο επιστητό και διαφοροποιημένη μέθοδο· έχουμε μια επιστήμη και διαφορετικές ερμηνείες. Το ότι ο υλιστής βλέπει τον κόσμο και τον άνθρωπο σαν μια μηχανή ή το ότι ο βιταλιστής βλέπει τα ίδια πράγματα σαν κάτι οργανικό και ζωντανό και συναρτημένο με "άυλες δυνάμεις", από άποψη επιστημονικής ακρίβειας, εγκυρότητας και εφαρμογής δεν λέει τίποτε· πρόκειται για φιλοσοφικές ερμηνείες που σχηματίζονται σύμφωνα με τα γυαλιά που φοράει ο καθένας. Γι’ αυτό πολλές φορές, ανάλογα με τη φιλοσοφική ερμηνεία του, ο κάθε επιστήμονας επιλέγει από το υλικό του εκείνα τα στοιχεία που τον εξυπηρετούν, αφήνοντας τα άλλα ή παραμερίζοντάς τα στο περιθώριο. Βέβαια θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η μηχανιστική εξήγηση είναι περισσότερο επιστημονική, γιατί τουλάχιστο περιορίζεται στο συγκεκριμένο επιστητό, από το οποίο έχει εξοβελίσει κάθε μεταφυσικό παράγοντα. Αλλά και αυτός ο σωστός καταρχήν ισχυρισμός δεν αντέχει σε μια επίμονη κριτική. Γιατί και ο βιταλιστής, εφόσον κάνει καθαρή επιστήμη, δεν μπορεί ποτέ στην έρευνά του να αναμίξει μεταφυσικές δυνάμεις· αν θα τις αναμίξει, αυτή θα είναι μια επιγενέστερη φιλοσοφική ερμηνεία. Έπειτα ποιος μπορεί να μας πείσει ότι μια μηχανιστική λειτουργία – και τι άραγε να είναι μια τέτοια λειτουργία – του κόσμου και της ζωής κατ’ ανάγκη αποκλείει κάθε μεταφυσική εξάρτηση; Γιατί, λόγου χάρη, ο μηχανιστής να αποδεικνύει την ανυπαρξία του Θεού και κάποιου σχεδίου και ο βιταλιστής την ύπαρξή τους; Και οι δυο αποδείξεις, κατά την άποψή μας, είναι αυθαίρετες και φυσικά αντιεπιστημονικές. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι τόσο η μηχανιστική εξήγηση της εξέλιξης όσο και η βιταλιστική ή ακόμη και η θεολογική αποτελούν φιλοσοφικές θεωρήσεις». (30/12/2006)  
            Στις μέρες μας υπάρχει, κυρίως στις ΗΠΑ η απαίτηση να διδάσκεται στα σχολεία η θεωρία του Ευφυούς Σχεδιασμού, ως αντιστάθμισμα της θεωρίας της εξέλιξης. Η θεωρία αυτή, σε μέσες άκρες, λέει ότι επειδή για να διευθετηθεί έτσι ο κόσμος ώστε να υπάρχει ζωή και δη νοήμονα απαιτείται, με βάση τις πιθανότητες, άπειρος χρόνος ή χρόνος πολύ μεγαλύτερος από την ηλικία του σύμπαντος, όλα τα δεδομένα μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κάποιος σχεδιαστής του σύμπαντος, ο οποίος διευθέτησε έτσι τις παγκόσμιες σταθερές και τις πιθανότητες, ώστε να υπάρξει ζωή και σύμπαν που δεν καταρρέει αυτόματα. Η θεωρία αυτή είναι λανθασμένη για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι εσφαλμένα οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η θεωρία της εξέλιξης οδηγεί απαραίτητα σε αθεϊστική κοσμοθεώρηση. Όμως η άποψη ότι η εξέλιξη συνεπάγεται ανυπαρξία Θεού δεν είναι λογικά αναπόδραστη, άλλο αν οι περισσότεροι κάνουν αυτή τη συνεπαγωγή με το νου τους κι άλλο αν ο Θεός καθίσταται ολοένα και πιο περιττός ως εξηγητική αρχή. Γιατί είναι άλλο το ερώτημα του τρόπου δημιουργίας του σύμπαντος από το ερώτημα του ποιητή (αν υπάρχει και ποιος είναι). Έτσι οι υποστηρικτές της θεωρίας του ευφυούς σχεδιασμού προσπαθούν να αντιπαραθέσουν σε μια επιστημονική θεώρηση (τη θεωρία της εξέλιξης) μία φιλοσοφική θεώρηση (την άποψη ότι υπάρχει Νοήμων Σχεδιαστής του σύμπαντος). Ο δεύτερος λόγος είναι η πίστη τους στην ανθρωπική αρχή, ότι δηλαδή το σύμπαν φτιάχτηκε ώστε να φιλοξενήσει έμβια όντα και δη νοήμονα. Όμως αυτή η πίστη είναι αβάσιμη. Ένας εξωσυμπαντικός παρατηρητής πριν 10 δισεκατομμύρια χρόνια δεν θα παρατηρούσε καμμία ύπαρξη ζωής στο σύμπαν και δεν θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία ζωής. Αν, μετά από 2 εκατομμύρια χρόνια, καταστραφεί η Γη και η ζωή ολοκληρωτικά, πάλι ένας εξωσυμπαντικός παρατηρητής θα παρατηρούσε ανυπαρξία ζωής και θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι το σύμπαν δεν σχεδιάστηκε προκειμένου να φιλοξενηθεί σ' αυτό η ζωή. Όπως και να 'χει, οι υποστηρικτές της θεωρίας του Ευφυούς Σχεδιασμού προσπαθούν να "καπαρώσουν" την θεωρία της εξέλιξης, ακριβώς όπως και οι αθεϊστές. Αλλά από τη θεωρία της Εξέλιξης, επειδή άλλο το πώς και άλλο το ποιος ή το για τι, λογικά εξάγονται και ντεϊστικά και αθεϊστικά συμπεράσματα κι έτσι το ζήτημα της μεταφυσικής αλήθειας παραμένει αδιευκρίνιστο υπό το φως της. (11/6/2007)
            Οι χριστιανοί εξελικτιστές αναπόφευκτα από τη μία αντιλαμβάνονται την σαθρότητα της παραδοσιακής χριστιανικής αντίληψης για την ανθρωπογένεση, από την άλλη δεν μπορούν παρά να υποπίπτουν σε λάθη αντιφάσεων προσπαθώντας να εναρμονίσουν ένα παλαιό κείμενο με μια νέα αντίληψη. Έτσι, αν το "κατ’ εικόνα", που αναφέρεται στη Γένεση,  σημαίνει τη λογικότητα, το αυτεξούσιο και την κοινωνικότητα, είναι γνωστό ότι η λογική ήταν ιδιότητα όχι από τον Αδάμ και πέρα (7,5 χιλιάδες χρόνια πριν - αν γίνουν δεκτοί οι γενεαλογικοί πίνακες της Γένεσης) αλλά 500 και 1000 χιλιάδες χρόνια πριν, με την κατασκευή εργαλείων, τη χρήση της φωτιάς. Και ασφαλώς η κοινωνικότητα υπήρξε εξανέκαθεν στα πρωτεύοντα. Άρα οι χριστιανοί εξελικτιστές υποστηρίζουν κάτι αντιφατικό: δε γίνεται στα 6000 π.Χ. να μην είχαν οι "προαδαμιαίοι" homo sapiens το κατ’ εικόνα, αλλά στο απόσπασμα της Γένεσης να φαίνεται σα να παρέχονται για πρώτη φορά στα 5500 π.Χ. στον Αδάμ. Η κοινωνικότητα είναι βέβαια υπαρκτή στα πρωτεύοντα, η λογικότητα και το αυτεξούσιο φαίνονται από πολλά ευρήματα (ταφές, φωτιά, εργαλεία) εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν τον Αδάμ. Αν, λοιπόν, το κατ’ εικόνα είναι όλα αυτά, δεν δόθηκε ειδικά, αρχικά, στον Αδάμ, όπως λέει η Γένεση. Έτσι η χριστιανική εξελικτιστική άποψη για προαδαμιαίους αναπόφευκτα εναντιώνεται στην άποψη της Γένεσης για απόδοση του κατ’ εικόνα για πρώτη φορά το 5500 π.Χ. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η προσπάθεια εναρμόνισης από τους χριστιανούς εξελικτιστές τού παλαιοδιαθηκικού "Θεός θάνατον ουκ εποίησεν" με τα πορίσματα της επιστήμης η οποία δείχνει ότι θάνατος και φθορά υπήρχε όχι πριν τον υπαρκτό κατά τους χριστιανούς Αδάμ (5500 π.Χ., αν γίνει δεκτή η παλαιοδιαθηκική χρονολόγηση). Αν (α) "η λέξη: «θάνατος» στην Αγία Γραφή, αναφέρεται μόνο στους ανθρώπους" (όχι στον θάνατο των ζώων), (β) "Οι πρώτοι άνθρωποι λοιπόν, οι προ-Αδαμιαίοι, εφόσον εξελίχθηκαν από τα ζώα, κληρονόμησαν και τον θάνατο, ως συστατικό της κτιστής βιολογικής τους φύσεως.", τότε το (γ), δηλαδή το "Θεός θάνατον ουκ εποίησεν" δεν μπορεί να ισχύει, αφού ο θάνατος ανθρώπων ήταν γεγονός πριν την πτώση του Αδάμ.
            Όμως επειδή (ή καλλίτερα: αν, υιοθετώντας την χριστιανική εξελικτιστική άποψη για ύπαρξη προαδαμιαίων,) οι άνθρωποι πριν από τον Αδάμ πέθαιναν, πράμα που αποδεικνύεται από τάφους, λείψανα ανθρώπων δεκάδες χιλάδες χρόνια πριν τον Αδάμ, τότε ο Θεός έφτιαξε το θάνατο, δηλαδή η υπόθεση των προαδαμιαίων (που αναπόφευκτα πέθαιναν και πριν την Πτώση) οδηγεί στο να προκύπτει εσφαλμένο το «Θεός θάνατο ουκ εποίησε».
            Έκτός κι αν με τη λέξη άνθρωπος οι χριστιανοί εξελικτιστές εννοούν όχι τον άνθρωπο homo sapiens αλλά τον "πραγματικό άνθρωπο", τον "θεωμένο άγιο". Αυτό μπορεί να γίνει δεκτό, μόνο που τότε δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια συνδυασμού βιβλικών κειμένων - επιστήμης, αφού αναφέρονται σε διαφορετικές "ανθρωπο"γενέσεις η κάθε μία. (25/1/2009)
Γενικότερα.
Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Ντόκινς η επιστήμη έχει δικαίωμα να ασχολείται με τον υπολογισμό της πιθανότητας να υπάρχει θεός, δηλαδή να εκφέρει λόγο για την ουσία της θρησκείας. Αυτό αιτιολογείται με βάση την άποψη ότι ένα σύμπαν με θεό είναι τελείως διαφορετικό από ένα σύμπαν χωρίς θεό, ότι κατά κάποιον τρόπο αν υπάρχει θεός, θα έπρεπε να βρεθούν τα αποτυπώματά του στο σύμπαν ή την ιστορία. «Πρέπει να παραδεχτούν ότι ένα σύμπαν με έναν υπερφυσικό, ευφυή δημιουργό αποτελεί πολύ διαφορετικό είδος σύμπαντος από εκείνο το οποίο δεν έχει τέτοιο δημιουργό. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο υποθετικά σύμπαντα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο θεμελιώδης, κατ’ αρχήν, έστω και αν δεν είναι εύκολο να την εξετάσει κανείς στην πράξη. Και αυτή η διαφορά υπονομεύει την αυτάρεσκη, θελκτική επιταγή ότι η επιστήμη οφείλει να σιωπά μπροστά στον κεντρικό ισχυρισμό της θρησκείας για την ύπαρξη του Θεού», γράφει (Η περί Θεού αυταπάτη, σ. 101). Κατ’ αρχήν το σύμπαν και στις δυο περιπτώσεις εξακολουθεί να έχει τους ίδιους νόμους, τα ίδια φυτά και ζώα, η γη έχει την ίδια ιστορία κοκ. Κατά δεύτερο, όπως μπορεί να φανεί από τις περιπτώσεις άθεων που έγιναν πιστοί και των πιστών που έγιναν άθεοι, δεν είναι το σύμπαν που άλλαξε ως φυσική πραγματικότητα, είναι απλώς οι ίδιοι αυτοί που άλλαξαν. Δεν άρχισαν ξαφνικά να ισχύουν άλλοι νόμοι, όταν ο πρώην πιστός ή ο πρώην άπιστος π.χ. κατέβαιναν τη σκάλα ή την ανέβαιναν ή οδηγούσαν μεθυσμένοι. Μπορεί κανείς να πει ότι ο Ντόκινς εννοεί με το «σύμπαν» το «σύμπαν όπως το αντιλαμβανόμαστε». Αυτό είναι ψυχολογίστικο και δεν αφορά την σύσταση ή την εξέλιξη του σύμπαντος. Μία πέτρα, ανεξάρτητα από το αν λατρεύεται από τους μουσουλμάνους ή θεωρείται σκέτη πέτρα από τους χριστιανούς έχει την ίδια σύσταση με κάθε πέτρα που έπεσε από τον ουρανό ή που βρέθηκε τυχαία. Μια φωτογραφία αγαπημένου πεθαμένου προσώπου ενός τυχαίου και ξένου σε εμάς ζωντανού ανθρώπου για τον τελευταίο συνιστά κάτι ιερό και φέρνει στη μνήμη πολλά, αλλά και για τους δύο είναι αδιαμφισβήτητο ότι η φωτογραφία είναι σκέτο χαρτί – το ίδιο ισχύει, ακόμη περισσότερο, στην περίπτωση μιας ζωγραφιάς που απεικονίζει ανύπαρκτο άτομα, και η οποία σε μας αρέσει, σε άλλους όμως δεν αρέσει καθόλου. Το σύμπαν, λοιπόν, εξεταζόμενο επιστημονικά, δεν αλλάζει, αν δεχτούμε ότι το δημιούργησε ένας θεός. Το σύμπαν, εξεταζόμενο ως φυσικομαθηματικές σχέσεις, είναι "αξιολογικά" ουδέτερο.
            Ο Ντώκινς εξειδικεύει την αιτιολόγησή του αναφερόμενος στους ισχυρισμούς της χριστιανικής θρησκείας. «Φανταστείτε ότι …. κάποιοι ιατροδικαστές αρχαιολόγοι φέρνουν κάποτε στο φως στοιχεία βασισμένα σε γενετικό υλικό, τα οποία δείχνουν ότι, όντως, ο Ιησούς δεν είχε βιολογικό πατέρα. Πιστεύετε μήπως ότι οι απολογητές της θρησκείας θα σήκωναν αδιάφορα τους ώμους και θα έλεγαν περίπου τα εξής: "Και ποιος νοιάζεται; Τα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία δεν έχουν καμία σχέση με τα θεολογικά ερωτήματα. Λάθος περιοχή δικαιοδοσίας! Εμάς μας απασχολούν μόνο τα εσχατολογικά ερωτήματα και οι ηθικές αξίες. Ούτε το DNA ούτε και καμία άλλη επιστημονική ένδειξη δεν θα μπορούσε ποτέ να αφορά τούτο το ζήτημα, ούτως ή άλλως". Η ιδέα και μόνο ακούγεται αστεία. Μπορείτε να στοιχηματίσετε με σιγουριά ότι οι απολογητές της θρησκείας θα άρπαζαν τέτοιες επιστημονικές αποδείξεις, αν ποτέ ανευρίσκονταν, και θα τις βροντοφώναζαν ώς τα ουράνια. Οι NOMA [ = Μη Επικαλυπτόμενες Αυθεντίες (ΜΕΑ) = η άποψη ότι οι περιοχές δικαιοδοσίας/αυθεντίας της θρησκείας δεν συμπίπτουν με τις περιοχές δικαιοδοσίας/αυθεντίας της επιστήμης, άρα κακώς ο Ντόκινς προσπαθεί επιστημονικά να αποδείξει ότι δεν υπάρχει θεός, διότι συγχέει τις περιοχές δικαιοδοσίας] αποτελούν προσφιλή σύλληψη, μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν την Υπόθεση για την Ύπαρξη του Θεού. Μόλις εμφανίζονταν έστω και η παραμικρή υπόνοια ενδείξεων υπέρ της θρησκευτικής πίστης, οι απολογητές της θρησκείας θα πετούσαν τις ΝΟΜΑ από το παράθυρο» (ό.π., σ. 102). Μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως οι επιστημονικές ενδείξεις δεν συνιστούν πλήρη απόδειξη, αλλά επιπλέον τεκμήρια για την αληθοφάνεια ορισμένων διατυπώσεων για την ύπαρξη του θεού. Για παράδειγμα, το ότι το σύμπαν δεν είναι άπειρης ηλικίας δεν αποδεικνύει, όπως νομίζουν οι θεϊστές αχυράνθρωποι που κατασκευάζει ο Ντόκινς, ότι υπάρχει (χριστιανικός) Θεός, αλλά προσδίδει περισσότερη αληθοφάνεια στην υπόθεση αυτήν, μια και μία από τις συνακόλουθες βασικές αντιλήψεις για την ύπαρξη χριστιανικού Θεού είναι το χρονικά πεπερασμένο του σύμπαντος (Βέβαια, ο Ντόκινς πάλι δε θα μπορούσε, ακόμη κι αν το σύμπαν αποδεικνυόταν χρονικά άπειρο, να αποκλείσει, εξαιτίας του επιστημονικού αυτού πορίσματος, την ανυπαρξία «υπερφυσικού» παράγοντα π.χ. «θεών», εκτός κι αν παραβιάζει την υπόσχεσή του ότι στόχο έχει κάθε υπερφυσικό θεό ή θεούς κι όχι μόνο τον μονοθεϊστικό θεό, βλέπε σ. 70 – παραβίαση την οποία συνεχώς συλλαμβάνεται να διαπράττει). Παρομοίως, το αν αποδεικνυόταν επιστημονικά ότι ο Ιησούς δεν είχε πατέρα βιολογικό ή ότι αναστήθηκε κ.λπ. δεν συνιστά αντικειμενική απόδειξη για όσους δε θα ήθελαν να πιστέψουν ότι είναι θεός - απλούστατα θα έβρισκαν κάποια δικαιολογία (π.χ. ότι πρόκειται για άγνωστο φυσικό νόμο ή φυσική ανωμαλία) για να συνεχίσουν να μην πιστεύουν. Θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αλλιώς τα γεγονότα αυτά. Συνεπώς η εικόνα των δημιουργιστών που φέρνει ο Ντώκινς να πετάν τη θεωρία των ΜΕΑ από το παράθυρο ώστε να αποδείξει (ο Ντόκινς) ότι ψεύδονται  επειδή δεν έχουν επιχειρήματα δεν έχει βάση. Η αληθοφάνεια μιας θέσης (της Γένεσης ή των Ευαγγελίων) μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται με την ανακάλυψη επιστημονικών δεδομένων, αλλά η πίστη στη θέση αυτήν είναι κάτι άλλο.
            Άλλωστε αυτό αποδεικνύεται, και μπορούμε να το δούμε αντιστρέφοντας την εικόνα των δημιουργιστών και δημιουργώντας αθεϊστές αχυρανθρώπους: Οι άθεοι για πολλά χρόνια κορόιδευαν την άποψη της Κ. Διαθήκης ότι υπάρχει πόλη Ναζαρέτ, αφού κανένα αρχαιολογικό εύρημα δεν αποδείκνυε ότι αυτή υπήρξε. Το ίδιο έπρατταν με την ύπαρξη Ρωμαίων αξιωματούχων της Αχαΐας τα οποία αναφέρονται στις διάφορες επιστολές του Παύλου. Όταν όμως η αρχαιολογία απέδειξε ότι τον 1ο μ.Χ. αι. υπήρχε πόλη Ναζαρέτ και ότι υπήρξαν οι κατονομαζόμενοι στις επιστολές του Παύλου Ρωμαίοι αξιωματούχοι, τότε οι, στηριζόμενοι και στην ανυπαρξία της πόλης και των αξιωματούχων, άθεοι ούτε έγιναν πιστοί ούτε ζήτησαν συγγνώμη για το ότι χρησιμοποιούσαν ένα επιχείρημα από τη σιωπή, αλλά ακολούθησαν συνεπέστατα το «ου με πείσεις καν με πείσοις». Άρα η αληθοφάνεια εξαιτίας επιστημονικών δεδομένων  και ανακαλύψεων δεν είναι αυτή η οποία συνιστά για τους θεϊστές την απόλυτη απόδειξη. Ας σκεφτούμε λοιπόν με το πόσο οι άθεοι υπολογίζουν την επιστήμη όταν αυτή αρχίζει να εναντιώνεται στις σε αυτήν θεμελιωμένες απόψεις τους. Για το λόγο αυτόν η επιστημονική ανακάλυψη πραγμάτων που ενισχύουν ή μειώνουν την αληθοφάνεια της πίστης στη χριστιανική (ή, γενικά, κάποια θρησκευτική) κοσμοεικόνα δεν συνιστά ακλόνητο επιχείρημα υπέρ ή κατά αυτής, και γι’ αυτό η αντιστροφή, εκ μέρους του Ντόκινς, της άποψης για τις ΜΕΑ, ότι δηλαδή οι υποστηρικτές των ΜΕΑ παύουν να είναι υποστηρικτές όταν η επιστήμη φέρνει επιχειρήματα υπέρ της θρησκείας, είναι όχι μόνο λανθασμένη αλλά και δεν ισχύει για όλους τους υποστηρικτές των ΜΕΑ και ειδικά των θρήσκων ΜΕΑ. Οι αθεϊστικές ή θεϊστικές πεποιθήσεις είναι, με άλλα λόγια, πέραν των επιστημονικών αποδείξεων.
            Ο Ντόκινς επίσης χρησιμοποιεί το επιχείρημα της εξέλιξης: «ένα σύμπαν μέσα στο οποίο είμαστε μόνοι διαφέρει πολύ από εκείνο όπου υπάρχει ένας αρχικός καθοδηγητικός παράγοντας, στο ευφυές σχέδιο του οποίου οφείλει την ύπαρξή του. Δέχομαι ότι, στην πράξη, μπορεί να μην είναι τόσο εύκολο να διακρίνουμε το ένα είδος σύμπαντος από το άλλο. Υπάρχει εντούτοις κάτι πολύ ιδιαίτερο στην υπόθεση του έσχατου σχεδίου και κάτι εξίσου ιδιαίτερο σχετικά με τη μόνη γνωστή εναλλακτική θεώρηση: τη βαθμιαία εξέλιξη, υπό την ευρεία έννοια. Είναι σχεδόν ασυμβίβαστα διαφορετικές. Όσο καμία άλλη θεωρία, η θεωρία της εξέλιξης πράγματι προσφέρει μια εξήγηση για την ύπαρξη οντοτήτων, οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση θα αποκλείονταν, για πρακτικούς σκοπούς, ως απίθανες» (σ. 104). Τίποτε δεν αποκλείει την βαθμιαία εξέλιξη ως συμβιβάσιμη με έναν θεό δημιουργό, εκτός κι αν υποτεθεί ο Ντόκινς ξέρει για ποιο λόγο ένας θεός (παντοδύναμος κ.ο.κ., ως δημιουργός) δε θα επέλεγε τον έναν τρόπο δημιουργίας αντί του άλλου. Αλλά κατ’ αρχάς τίποτε δεν αποκλείει αυτό. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να έγινε με διαφορετικούς τρόπους. Το περί οντοτήτων που διαφορετικά θα ήταν απίθανο να υπάρξουν είναι επίσης αυθαίρετο, για παρόμοιους λόγους. Τίποτε δεν αποκλείει όλη η εξέλιξη ώς τον άνθρωπο, δεδομένης της διακηρυγμένης ατέλειας του κόσμου εκ μέρους της Βίβλου, να συνιστά μέρος του σχεδίου.
            Ως ένα πιο καθημερινό παράδειγμα προκειμένου να πείσει ο Ντόκινς για το ότι η θεωρία των ΜΕΑ είναι όχι απλώς λανθασμένη αλλά και εξεπίτηδες αποδεκτή από τους θεϊστές και δεϊστές, το παράδειγμα της ισχύος της προσευχής. Σε αυτό αποδεικνύεται ότι οι προσευχές συγκεκριμένων ατόμων για συγκεκριμένους ασθενείς δεν τους οδηγούν σε καλύτερη ανάρρωση από ό,τι τους ασθενείς για τους οποίους δεν έγιναν προσευχές («Τα αποτελέσματα…ήταν ξεκάθαρα: Δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους ασθενείς για τους οποίους κάποιοι προσεύχονταν και τους ασθενείς για τους οποίους δεν γίνονταν προσευχές. Τι μεγάλη έκπληξη!», ό.π., σ. 108). Βασική προϋπόθεση για την αντίληψη ότι αν ο θεός υπάρχει, πρέπει να αποδίδει η προσευχή, είναι η αντιμετώπιση της προσευχής ως μαγεία, σαν ένα είδος επιστημονικής μαγείας: «αν προσευχηθείς για κάτι, θα συμβεί». Ο Ντόκινς έχει κατά νου τα μαγικά τελετουργικά των αρχαίων θεών, του βουδισμού κ.λπ., όπου προφέροντας μια μαγική φράση ή λέξη ο θεός ήταν υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει το επιζητούμενο. Αν βέβαια κανείς έφερνε αντίρρηση στον Ντόκινς ότι για διάφορους, και πολλούς, πιθανούς λόγους ο θεός δεν ήθελε να πετύχουν οι προσευχές, τότε ο Ντόκινς, ενώ (βλ. ό.π., σ. 65) κοροϊδεύει το θέμα της ουσίας του θεού, εδώ ως γνώστης της ουσίας του θεού θα απέρριπτε ως ανόητες και λανθασμένες τις δικαιολογίες. Αλλά και πάλι, αν ισχυριζόταν ότι ο θεός υποχρεούται να αντιδράσει θετικά στα μαγικά λόγια της προσευχής και συνεπώς μπορεί να αποδειχτεί επιστημονικά αν ένας τέτοιος θεός υπάρχει, επειδή έχει διακηρύξει ότι «Δεν επικρίνω κάποια συγκεκριμένη εκδοχή του Θεού ή των θεών. Στόχος μου είναι ο Θεός, όλοι οι «θεοί», οτιδήποτε και καθετί υπερφυσικό, οπουδήποτε και οποτεδήποτε επινοήθηκε ή πρόκειται να επινοηθεί» (ό.π., σ. 70), θα είχε αποδείξει ότι μόνο ο συγκεκριμένος θεός -που υποχρεούται να ακούει σε κάθε προσευχή καθενός για τον οποιονδήποτε- δεν υπάρχει και όχι ότι ο,τιδήποτε το υπερφυσικό/θεός (λ.χ. ένας θεός που διαλέγει άλλοτε να εισακούσει και άλλοτε όχι μια προσευχή) δεν υπάρχει. Ο Ντόκινς υποστηρίζει ότι το πείραμα με τις προσευχές αγνώστων υπέρ εγχειριζόμενων «θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε θετικά ευρήματα. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, πιστεύετε ότι θα βρισκόταν έστω και ένας απολογητής της θρησκείας που θα απέρριπτε τη μελέτη [ = το πείραμα με την προσευχή] , με την αιτιολογία πως η επιστημονική έρευνα δεν έχει καμία σχέση με τα ζητήματα πίστης; Φυσικά όχι» (ό.π., σ. 111) επαναλαμβάνοντας το ίδιο λάθος: Γιατί αληθεύει πως τα γεγονότα, ακόμη και αυτά που ενδυναμώνουν ή αποδυναμώνουν την αληθοφάνεια μιας θρησκείας, δεν συνιστούν απόλυτη απόδειξη για τους αθεϊστές ή θεϊστές αντίστοιχα. Κι αυτό επειδή δεν υπάρχουν γεγονότα παρά ερμηνείες. Θα μπορούσε κανείς αντιστρέφοντας τα πράγματα να ισχυριστεί: Αν το πείραμα με τις προσευχές αγνώστων υπέρ εγχειριζόμενων είχε καταλήξει σε θετικά ευρήματα, πιστεύετε ότι θα βρισκόταν έστω κι ένας άθεος τύπου Ντόκινς, που θα γινόταν χριστιανός ή δεϊστής; Φυσικά όχι. Θα παρέμενε άθεος: ακόμη κι αν κάθε φορά το πείραμα είχε θετικό αποτέλεσμα, ο άθεος τύπου Ντόκινς δε θα γινόταν χριστιανός, αλλά θα ισχυριζόταν ότι υπάρχει ένας φυσικός νόμος  ο οποίος προκαλεί την ανάρρωση, κι όχι Θεός ο οποίος ακούει τις προσευχές. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση (κανένα θετικό αποτέλεσμα, μερικά θετικά αποτελέσματα, πάντοτε θετικά αποτελέσματα) δε θα άλλαζαν την άποψή τους. Κι αυτό διότι υπάρχει πάντοτε μια άρρητα προαποφασισμένη κοσμοθεωρητική στάση η οποία δεν μεταβάλλεται, όσα πειράματα κι αν γίνουν, οποιοδήποτε αποτέλεσμα κι αν έχουν. Ώστε οι άθεοι τύπου Ντόκινς πάσχουν επίσης από αυτό από το οποίο κατηγορούν τους θεϊστές ότι πάσχουν:  προαποφασισμένη, επίμονη κοσμοθεωρητική στάση.
                Ασφαλώς ο Ντόκινς έχει κάποιο δίκαιο, αλλά μόνο εν μέρει: ένας θεός που θα δημιουργούσε το σύμπαν εξελικτικά αλλά ταυτόχρονα θα επέμβαινε (ως ενσαρκωμένος Λόγος, ως αποστολέας του Μωάμεθ κ.λπ.) θα έπρεπε να αφήσει ίχνη στην ιστορία. Αλλά αφενός τέτοια ίχνη δεν έχουν να κάνουν με το σύμπαν καθεαυτό, με το πώς είναι δομημένο, το λόγο για τον οποίο η υλοενέργεια είναι αυτή και όχι ετούτη, αλλά με ιστορικές αποκαλύψεις. Τέτοια ιστορικά γεγονότα είναι, όμως, ζητήματα προαποφασισμένης ερμηνείας, θεϊστικής ή αθεϊστικής, οπότε δεν λεν κάτι για το επιχείρημά του, όταν αυτό αναφέρεται σε "ιστορικά" και όχι απλώς σε "συμπαντικά" ίχνη. Θα μπορούσε επίσης να αντιτείνει στον Ντόκινς κανείς έναν δεϊστικό θεό που δημιούργησε εξελικτικά το σύμπαν δίχως να επεμβαίνει στην ιστορία. Ο Ντόκινς έχει έτοιμη την απάντηση: «Σε τι χρησιμεύει ένας Θεός που δεν κάνει θαύματα και δεν απαντά σε προσευχές;» (ό.π., σ. 103). Μια πολύ σοφιστική ερώτηση. Ένας τέτοιος θεός ή μάλλον θεοί ήταν αυτό που φαντάζονταν ο Επίκουρος κι οι πρώτοι οπαδοί του, αυτό καθόλου δεν τους εμπόδιζε να συμμετέχουν σε όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της αρχαίας θρησκείας, παρ’ όλο που διακήρυσσαν ότι οι θεοί δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα ζητήματα. Άρα η προσδοκία του Ντόκινς ότι ένας τέτοιος θεός θα οδηγούσε στην κατάρρευση των θρησκειών όσων θρησκευόμενων τον επικαλούνται ως έσχατη γραμμή άμυνας δεν είναι απαραίτητα λογική ούτε αναπόφευκτη. Και πάλι ο Ντόκινς αθετεί την υπόσχεσή του (βλ. ό.π., σ. 70). Θα μπορούσε κανείς να ανταπαντήσει στην παραπάνω ερώτηση ρωτώντας:  Και γιατί ένας Θεός που δημιούργησε το σύμπαν (όχι π.χ. σαν τους επικούρειους θεούς) να μην έκανε θαύματα ή να μην άκουγε σε προσευχές; Τι είναι πιο πιθανό, για να μιλήσει κανείς με τη γλώσσα του Ντόκινς; Ωστόσο το ερώτημα είναι καθαρά σοφιστικό: Εγκαταλείπει, προς στιγμήν, τις αποδείξεις για την ανυπαρξία του θεού, ώστε υποθέτοντας – προς στιγμή – ότι υπάρχει θεός να ασχοληθεί με την ουσία του θεού (αν απαντά ή δεν απαντά σε προσευχές) για την οποία κοροϊδευτικά απορούσε (βλ. ό.π., σ. 65) (24/3/2009)
               Στην πραγματικότητα πρέπει να έχει κανείς κατά νου δύο πράγματα. Το πρώτο αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ της δυνατότητας απόδειξης (τής ύπαρξης ή της ανυπαρξίας) ενός δημιουργού θεού γενικά και της δυνατότητας απόδειξης της αλήθειας των ιστορικών θρησκειών. Σχετικά με την απόδειξη της ανυπαρξίας ενός δημιουργού θεού όπως υποστηρίζουμε στο λήμμα ΘΕΟΣ (βλ. παρακάτω) απαιτείται η απόδειξη της αιωνιότητας της υλοενέργειας, δηλαδή κάτι το αδύνατο. Σχετικά με τη δυνατότητα να αποδειχτεί το ψευδές των ιστορικών θρησκειών, αυτή είναι σαφώς υπαρκτή, υπό προϋποθέσεις όμως. Εδώ υπεισέρχεται το δεύτερο πράγμα το οποίο πρέπει να έχει κανείς κατά νου, τα όρια της επιστήμης. Ασφαλώς, εάν η επιστήμη κάποτε εφεύρει την χρονομηχανή και κάποιοι επιστήμονες πηγαίνοντας στην Ιουδαία δεν ανακαλύψουν κανέναν Ιησού, Πέτρο, Αποστόλους κ.λπ. ή ανακαλύψουν ότι τίποτε δεν έγινε όπως περιγράφεται στα Κανονικά Ευαγγέλια, μπορεί να αποδειχτεί τελειωτικά η αβασιμότητα της χριστιανικής θρησκείας. Αλλά τίθεται το θέμα για ποια επιστήμη γίνεται λόγος, για την σημερινή ή για κάποια υποθετική και όχι σίγουρα μελλοντική επιστήμη (διότι δεν είναι σίγουρο αν κάποτε βρεθεί η χρονομηχανή). Επειδή διερώτηση μπορεί να γίνει μόνο με βάση τη σημερινή επιστήμη, οι προσπάθειες για την απόδειξη του ψευδούς της διήγησης των Ευαγγελίων μπορεί να κινηθούν μόνο στα πλαίσια της αρχαιολογίας και της φιλολογίας (κι όχι κάποιας φανταστικής επιστήμης, άλλωστε είναι λογικά αντιφατική η αναφορά σε δυνατότητα απόδειξης της έλλειψης βιολογικού πατέρα του Ιησού βασισμένης - της απόδειξης - σε γενετικό υλικό [τίνος;]). Εκεί που αδυνατίζει ο ισχυρισμός του Ντόκινς είναι στο ότι υποστηρίζει ότι οι θεϊστές είναι υποκριτές όταν ισχυρίζονται ότι τους ενδιαφέρει μόνο η αναζήτηση νοήματος και ταυτόχρονα πανηγυρίζουν για τις ανακαλύψεις υπέρ της θρησκείας εκ μέρους της επιστήμης. Γιατί, και οι άθεοι δεν αλλάζουν πεποίθηση: Λ.χ. δε θα τους ενδιέφερε η διερεύνηση της ανάστασης του Ιησού, αλλά απλώς εξαρχής θεωρούν ότι αυτή εξαντικειμένου είναι αδύνατη (ή μόνον αληθοφανής), ενώ όταν η επιστήμη καταρρίπτει τα δικά τους συμπεράσματα, διόλου δεν αλλάζουν άποψη και, συνεπώς, φαίνονται σα να αποδέχονται το διαχωρισμό πεποίθησης (αθεϊσμός) από την επιστήμη (πορίσματα αρχαιολογίας), δηλαδή αυτό το οποίο καταγγέλλουν, τις ΜΕΑ. Μπορεί να πει κανείς ότι και οι δύο πλευρές έχουν τις αντιφάσεις τους; Μπορεί.
               Οι ΜΕΑ έχουν νόημα όμως όταν αναφέρονται στη διάκριση του Νοήματος. Στο αν υπάρχει νόημα τόσο στο σύμπαν όσο και σε ιστορικά γεγονότα, μεταξύ αυτών και των γεγονότων που αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Διότι γεγονότα δεν υπάρχουν από μόνα τους. Για παράδειγμα, υπάρχουν αθεϊστές οι οποίοι αρνούνται τη χριστιανική θεϊστική άποψη όχι τόσο λόγω ιστορικών και λογικών κριτηρίων - εκεί δηλώνουν κατ' ουσίαν αγνωστικιστές - όσο λόγω ηθικών κριτηρίων (θεοδικία, εξουσιαστικότητα του θεού κ.λπ.). Τέτοια κριτήρια αναφέρονται στο πεδίο του Νοήματος. Η επιστήμη (φυσική, μαθηματικά, αρχαιολογία κ.ο.κ.) δεν μπορεί να αποδείξει αν ο κόσμος έχει νόημα, δεν μπορεί να μιλά για νόημα, πρέπει να υπάρχει ως επιστήμη ωσάν να μην υπάρχει νόημα και σκοπός. Σε τέτοιο πλαίσιο υπάρχει απόλυτη διάκριση - ισχύει η αρχή των ΜΕΑ - επιστήμης και θρησκείας. Τέτοια διάκριση ισχύει ακόμη και σε απλές περιπτώσεις, της διερεύνησης των πράξεων ενός ανθρώπου. Η επιστήμη έχει λόγο στο να αναλύει τις πράξεις και να ερευνά το σκοπό με τον οποίον έγιναν, αλλά δεν μπορεί να πει αν το έσχατο νόημα που έδινε ο δράστης στις πράξεις του αληθεύει ως φυσικό γεγονός, γιατί οι νοηματοδοτήσεις δεν είναι φυσικοχημικές διεργασίες και υλικά φαινόμενα, συνεπώς η διερεύνηση της αλήθειας τέτοιου νοήματος δε θα μπορούσε να είναι υπόθεση των θετικών επιστημών (και των ανθρωπιστικών). Η επιστήμη μόνο με τις υλικές προϋποθέσεις του νοήματος μπορεί να ασχοληθεί. Έτσι, αν αποδεικνυόταν επιστημονικά ότι τα Ευαγγέλια λεν ψέματα, το στηριζόμενο στα σε αυτά διηγούμενα γεγονότα νόημα θα αποδεικνυόταν ψευδές. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει λ.χ. μια επιστήμη η οποία λ.χ. έχει τοποθετήσει βιντεοκάμερα στον τάφο του Ιησού λίγο πριν σφραγιστεί ο λίθος και η οποία έχει αποστείλει πίσω στο χρόνο ιατροδικαστή ο οποίος έχει βεβαιωθεί πριν για το θάνατο του Ιησού κατά τη Σταύρωση ότι δεν πρόκειται για αναισθησία. Το να υποστηρίζεται ότι κάποτε η επιστήμη θα στείλει ιατροδικαστές πίσω στο χρόνο - όπως, κι επειδή, έστειλε αστροναύτες στη Σελήνη - δεν είναι ο πλέον λογικός τρόπος για να αποδειχτεί ότι δεν ισχύει η αρχή των ΜΕΑ κι ότι στο τέλος η επιστήμη οπωσδήποτε θα μάθει τα πάντα. Γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι επιστήμη, είναι εσχατολογία, είναι ένα θρησκευτικό "προσδοκώ ανάσταση νεκρών, επειδή αναστήθηκε ο Ιησούς" μεταφερμένο σε επιστημονική/θύραθεν γλώσσα και νοοτροπία ως "προσδοκώ αποστολή ανθρώπου πίσω στο χρόνο, επειδή πήγε άνθρωπος στο φεγγάρι". Τα όρια της επιστήμης είναι αποδεδειγμένα άπειρα μόνο εάν δεχτούμε ότι η επιστήμη ταυτίζεται με τη φαντασία μας. (12/4/2009)
              Χονδρικά υπάρχουν τρεις απόψεις για τη σχέση θρησκείας και επιστήμης, η πρώτη άποψη λέει ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών, ενώ η δεύτερη ότι δεν υπάρχει. Η πρώτη άποψη, της σύγκρουσης, λέει ότι η θρησκεία έχει εσφαλμένες και απλοϊκές αντιλήψεις για την προέλευση του σύμπαντος. Η επιστήμη συνεπώς δε μπορεί να αφήσει άθικτο το κύρος της θρησκείας, διότι τα πορίσματά της έρχονται σε αντίθεση με τους θεμελιώδεις μύθους της θρησκείας. Η δεύτερη άποψη, των διαφορετικών επιστητών, λέει ότι είναι άλλο το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται η θρησκεία και άλλο αυτό με το οποίο ασχολείται η επιστήμη. Η επιστήμη δηλαδή ασχολείται με τον καθορισμό των σχέσεων μεταξύ των διάφορων μεγεθών στο σύμπαν, καθώς και την γνώση όλων των φυσικών φαινομένων, ενώ η θρησκεία με την αναζήτηση της μεταφυσικής αιτίας της ύπαρξης του σύμπαντος. Δηλαδή η  θρησκεία ασχολείται με το «για τί;» ενώ η επιστήμη με το «πώς;», οπότε δεν υπάρχει σύγκρουση. Υπάρχει και η τρίτη άποψη, ότι επιστήμη και θρησκεία αλληλοεπιβεβαιώνονται και ότι η επιστήμη αποδεικνύει την ορθότητα της θρησκείας.
            Κατά την άποψή μου η άποψη ότι η θρησκεία ασχολείται με το «για τί», με τον σκοπό και την αιτία την μεταφυσική του σύμπαντος, άρα ότι η επιστήμη δεν μπορεί εξ ορισμού να ανακατευτεί σε χωράφια μεταφυσικά είναι σωστότερη. Η αναζήτηση σκοπού και μεταφυσικής αιτίας μέσα σε πράγματα και γεγονότα φυσικά είναι ούτε αυθαίρετη ούτε καλή. Αλλά δεν είναι επιστημονική. Ο επιστήμονας βλέπει ότι ισχύει η μεγάλη έκρηξη π.χ. αν είναι αντικειμενικός, θα αφήσει την πίστη ή την απιστία του κατά μέρους και δεν θα πει ότι η μεγάλη έκρηξη αποδεικνύει την ύπαρξη Θεού ή σχεδίου θεϊκού ή μεταφυσικών οντοτήτων. Επίσης, αν είναι αντικειμενικός, δεν πρόκειται να πει ότι «δεν υπάρχει Σκοπός και αρχική Αιτία» για το σύμπαν, διότι αν το πει αυτό, τότε δεν μιλάει ως επιστήμονας, αλλά ως φιλόσοφος και εκφέρει μια αυθαίρετη –εξ ίσου αυθαίρετη με την «υπάρχει Σκοπός» - μεταφυσική γνώμη.  Η επιστήμη δεν μπορεί να πει αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει Θεός, αν υπάρχει Σκοπός ή αν δεν υπάρχει Σκοπός στα πράγματα, ή πάλι, γιατί να είναι έτσι η υλοενέργεια και όχι αλλιώς. Η άρνηση μιας μεταφυσικής θέσεως δεν αποτελεί επιστημονική θέση, αλλά αντιθέτως, αποτελεί μεταφυσική θέση κι η ίδια. Δεν αποτελεί η άρνηση μιας μεταφυσικής θέσης "άρνηση της Μεταφυσικής" γενικότερα, διότι αυτή η γενικότερη άρνηση της Μεταφυσικής είναι εξωεπιστημονική, φιλοσοφική διαδικασία βασιζόμενη σε φιλοσοφικά πιστεύω -αθεϊσμός- κι όχι σε γνώση.
            Ο Ντόκινς φαίνεται να υποστηρίζει ότι τα ερωτήματα για το νόημα ή το σκοπό δεν έχουν απαραίτητα νόημα. «Έχει καταντήσει πλέον κουραστικό κλισέ (και, σε αντίθεση με πολλά άλλα κλισέ, δεν αληθεύει καν) ότι η επιστήμη ασχολείται με ερωτήματα για το πώς, αλλά μόνο η θεολογία είναι κατάλληλα εξοπλισμένη για να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με το γιατί (…) Τι χρώμα έχει η αφαίρεση; Τι μυρωδιά έχει η ελπίδα; Το γεγονός ότι μια ερώτηση μπορεί να εκφραστεί ως γραμματικώς ορθή πρόταση δεν σημαίνει ότι έχει νόημα, ή ότι δικαιούται την αμέριστη προσοχή μας. Και, ακόμη κι αν το ερώτημα είναι πραγματικό, το γεγονός ότι δεν μπορεί να η επιστήμη να το απαντήσει δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι μπορεί να το απαντήσει η θρησκεία» (ό.π., σ. 98). Το να λέγεται ότι το ερώτημα για το σκοπό έχει το τάδε ή το δείνα υπαρκτό αντικείμενο είναι παρόμοιο με το ερώτημα τι χρώμα έχει η ελπίδα, είναι καθαρά σοφιστικό. Συνεπάγεται, άλλωστε, ότι και οι φιλόσοφοι είναι απατεώνες, όταν αναρωτήθηκαν και αναρωτιούνται και δίνουν απαντήσεις για το νόημα του σύμπαντος και της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν, για οποιοδήποτε λόγο θεωρηθούν ανόητα κάποια ερωτήματα σχετικά με το νόημα του σύμπαντος επειδή τα θέτει και η θρησκεία, τότε πρέπει να θεωρηθεί ανόητη συλλήβδην όλη η φιλοσοφία, αφού και αυτή θέτει τα ίδια ή παρόμοια ερωτήματα. Υπό μία έννοια η προσπάθεια του Ντόκινς να παραγκωνιστούν οι θρησκείες οδηγεί λογικά και στην προσπάθεια παραγκωνισμού της φιλοσοφίας από τις φυσικές επιστήμες προκειμένου να επεκταθεί στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών η δικαιοδοσία τους, κι έτσι μάλλον πρέπει να ιδωθεί η απόπειρα του Ντόκινς.
            Ο Ντόκινς, βέβαια, προσπαθεί να υπεκφύγει από το ερώτημα για ποιο λόγο οι φυσικές επιστήμες θα έπρεπε να επεκταθούν στα πεδία της θρησκείας και της φιλοσοφίας: Αντί να απαντήσει σε αυτό, ρωτά για ποιο λόγο να εμπιστευτεί κανείς τη θρησκεία αν δεχτεί ότι η επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει σε θέματα μεταφυσικά. «Το γεγονός ότι δεν έχει τίποτε άλλο  [η θρησκεία] να συνεισφέρει στην ανθρώπινη γνώση δεν συνιστά λόγο να δώσουμε στη θρησκεία την άδεια να μας λέει τι να κάνουμε» (ό.π., σ. 99). Πιθανόν δε θα του άρεσε η εξής παραλλαγή της παραπάνω θέσης του: «Το γεγονός ότι η επιστήμη δεν έχει τίποτε άλλο πέρα από την ανάλυση των φυσικών δεδομένων να προσφέρει στην ανθρώπινη γνώση, δεν συνιστά λόγο να δώσουμε στην επιστήμη ή τους επιστήμονες την άδεια να μας λέει τι να κάνουμε στη ζωή μας και τι μεθόδους να χρησιμοποιούμε σε περιπτώσεις/ερωτήματα οι οποίες βρίσκονται έξω από το πεδίο της ανάλυσης των φυσικών δεδομένων». Αν οι θετικοί επιστήμονες δέχονται ότι κάποια ερωτήματα είναι έξω από το πεδίο της ικανότητάς τους, τότε δεν είναι αρμόδιοι - ως θετικοί επιστήμονες - να ελέγξουν την εγκυρότητα των απαντήσεων που σχετίζονται με τα ερωτήματα αυτά, τα ερωτήματα που βρίσκονται έξω από το πεδίο της ανάλυσης των φυσικών δεδομένων. Μπορούν να την ελέγξουν ως άνθρωποι, όχι ως φυσικοί επιστήμονες με το κύρος του επιστήμονα. Για παράδειγμα, αν ο τσαγκάρης αδυνατεί να εξηγήσει πώς δουλεύει μια μηχανή εσωτερικής καύσης, τότε κατ' ανάγκη αδυνατεί - ως τσαγκάρης, γνώστης της επιστήμης του τσαγκάρη - να κρίνει και κατά πόσο είναι ορθές ή λανθασμένες οι εξηγήσεις τις οποίες δίνουν άλλοι. (24/3/2009)
            Η ένσταση της θεωρίας για σύγκρουση επιστήμης θρησκείας, ότι η θρησκεία έχει εξηγήσει την δομή και δημιουργία του κόσμου με τρόπο αντιεπιστημονικό απορρίπτεται, επειδή οι εξηγήσεις αυτές ήταν μυθολογικού περιεχομένου (π.χ. δημιουργία σε εφτά ημέρες) με βαθύτερο νόημα. Υπάρχει μια σωστή ένσταση της πρώτης άποψης, ότι η θρησκεία τείνει να εξηγήσει κάθε τι φυσικό φαινόμενο και γεγονός το οποίο είναι άγνωστο ακόμη δημιουργώντας ένα μεταφυσικό ον, το θεό και αιτιολογώντας ότι «ο θεός έκανε τη βροχή». Δηλαδή σε κάθε κενό γνώσης τοποθετεί το θεό. Αυτό είναι σωστό κατά βάση, αλλά αν ο θεός/μεταφυσική της θρησκείας "αποτραβηχτεί" (όχι με την δεϊστική έννοια, αλλά με την έννοια ότι δεν είναι θεός-μάγος) στις απώτερες και αρχικές αιτίες, τότε η πολεμική κατά των εξηγήσεων της θρησκείας είναι εξίσου αβάσιμη με τις εξηγήσεις αυτές. Δηλαδή: αν η θρησκεία λέει ότι «χιόνισε επειδή ο θεός το θέλησε», τότε η άποψη περί σύγκρουσης επιστήμης-θρησκείας είναι σωστή, διότι χιόνισε επειδή υπάρχουν φυσικοί νόμοι. Αν η θρησκεία όμως πει «οι φυσικοί νόμοι είναι αυτοί που είναι, με ορισμένο σκοπό εξ αιτίας της θέλησης του θεού κλπ», η άποψη περί σύγκρουσης δεν ισχύει, διότι σε αυτή την περίπτωση η θρησκεία δεν αρνείται στην επιστήμη την έρευνα των φυσικών νόμων  και φυσικών αιτιών που προκάλεσαν τη βροχή˙ πάει σε φιλοσοφικό επίπεδο, όπου η επιστήμη δεν έχει λόγο.
            Άλλωστε στη θεολογία το λεγόμενο θαύμα έχει καθοριστεί με τελείως διαφορετικούς τρόπους, ορισμένοι εκ των οποίων είναι αντίθετοι και άλλοι συμβατοί με την επιστήμη. Η άποψη για το θαύμα ως στιγμιαία κατάργηση των φυσικών νόμων εκ μέρους του Θεού προσκρούει αφενός στην πιθανότητα το συγκεκριμένο γεγονός που χαρακτηρίστηκε θαύμα να μην είναι παρά ένας ακόμη, άγνωστος προς το παρόν, φυσικός νόμος (οπότε καθίσταται περιττός ο Θεός ο οποίος αποκαλύπτεται μέσω του θαύματος αυτού), αφετέρου στο ότι εμφανίζεται ένας Θεός που καταστρέφει τους ίδιους του τους νόμους που έθεσε. Η άποψη όμως για το θαύμα ως κατάργηση μιας συγκεκριμένης φυσικής τάξης/νόμων όχι γενικά αλλά για χάρη μιας άλλης, ανώτερης, αλλά φυσικής πάλι, τάξης/νόμων είναι συμβατή με την αντίληψη ότι ο Θεός θα μπορούσε να δημιουργήσει όχι μία αλλά πολλές φυσικές τάξεις, δηλαδή θα μπορούσε να δημιουργήσει το σύμπαν με διαφορετικό τρόπο καθώς και με τη χριστιανική θεϊστική άποψη ότι ο κόσμος, άρα και οι φυσικοί νόμοι/τάξη δημιουργήθηκε λίαν καλός αλλά όχι τέλειος.
            Επίσης η τρίτη άποψη, ότι η επιστήμη επιβεβαιώνει τα πορίσματα της θρησκείας δεν ισχύει. Η επιστήμη αποδεικνύει αν υπάρχει Μεγάλη Έκρηξη αλλά όχι αν υπήρξε σκοπός από ένα μεταφυσικό ον ή αν η Μ.Ε. ήταν ένα προϊόν αυτόματου μηχανισμού της ίδιας της ύλης, δίχως ανάγκη να υπάρχει εξωτερική μεταφυσική αιτία. Όσο αυταπατώνται οι αθεϊστές όταν επιδιώκουν ν’ αποδείξουν ότι δεν απαιτείται μεταφυσική αιτία ώστε το σύμπαν να υπάρχει και να έχει αυτή τη δομή, άλλο τόσο αυταπατώνται οι πιστοί όταν «βλέπουν» την επιστήμη να αποδεικνύει την ύπαρξη Θεού, ή ακόμη όταν ψάχνουν στις Γραφές να βρουν σημεία ταύτισης επιστήμης και θρησκείας. Γιατί οι πρώτοι δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση να μάς εξηγήσουν γιατί η δομή της ύλης και της ενέργειας να είναι έτσι κι όχι αλλιώς (όχι με την έννοια π.χ. ότι έτσι οδηγεί σε εμφάνιση ζωής ενώ αλλιώς όχι). Και οι δεύτεροι εν τέλει πέφτουν στα λάθη της Καθολικής εκκλησίας που προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τη Λογική για να αποδείξει την Πίστη. Με άλλα λόγια, είτε το σύμπαν έχει χρονική αρχή, είτε έχει αυτόματο μηχανισμό και δεν χρειάζεται θεό, δεν είναι απαραίτητο ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει, αντίστοιχα, θεός. Η επιστήμη βέβαια «δείχνει» κάποιες πιθανότητες για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία Θεού. Αν π.χ. ο χρόνος έχει αρχή, τότε η αληθοφάνεια της Παλαιάς Διαθήκης γίνεται μεγαλύτερη, δίχως όμως να σημαίνει ότι αποδείχθηκε επιστημονικά. Αν π.χ. το γεγονός που προκάλεσε την Μεγάλη Έκρηξη οφείλεται σε κάποιο αυτόματο μηχανισμό διέγερσης του σύμπαντος, τότε η «ανάγκη» για ύπαρξη Θεού που δημιουργεί το σύμπαν και προκαλεί τη Μ.Ε. πιθανολογικά μειώνεται –αλλά δεν εξαφανίζεται, αφού ερωτήματα όπως το «για τί να υπάρχει αυτός ο αυτόματος μηχανισμός;» παραμένουν ανεπίλυτα. Η μεγαλύτερη πιθανότητα δεν σημαίνει απόδειξη.
            Σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας μπορεί να υπάρξει σε καθημερινό και πρακτικό επίπεδο, όχι στο μεταφυσικό, π.χ. όταν η θρησκεία θεωρεί τον α’ τρόπο ζωής υγιεινό ενώ η επιστήμη τον β’. Αλλά και πάλι, οφείλεται σε κακή συνεννόηση μεταξύ τους κι όχι σε παρέμβαση της μίας στις αρμοδιότητες της άλλης. Αν για να βρέξει απαιτείται λιτανεία, δεν αποκλείεται η παρέμβαση επιστημονικών μεθόδων. Όχι ότι είναι και οι δύο εξίσου έγκυρες, αλλά ότι κάθε μια επεμβαίνει από τη δική της σκοπιά. Η σημαντική διαφορά –σχετικά με τα μεταφυσικά ζητήματα- είναι ότι κανείς πιστός δεν αμφισβητεί την ορθότητα της επιστήμης και την ικανότητά της να βοηθήσει ώστε να βρέξει, ενώ όλοι οι άπιστοι αμφισβητούν την ικανότητα της θρησκείας να επικαλεστεί κάποιο «ανύπαρκτο» ον ώστε να βρέξει. Στα πρακτικά ζητήματα συνεπώς υπάρχει σύγκρουση, κατά την οποία μπορεί να μην ζημιώνεται η θρησκεία, αλλά η επιστήμη θεωρείται κερδισμένη. Πάντως, είναι ιστορικά παρατηρημένο λ.χ. στις μεσαιωνικές κοινωνίες ότι το γεγονός πως οι τοτεινοί πιστοί έκαναν προσευχές προς το θεό για να πετύχουν καλή σοδειά δεν τους απέτρεπε από το να χρησιμοποιούν όλα τα γνωστά στην εποχή τους επιστημονικά μέσα για την επίτευξη καλής σοδειάς. Με άλλα λόγια η σύγκρουση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης δεν είναι απαραίτητη παρά μόνο όταν οι φορείς της μίας ή της άλλης εμποδίζουν την μία ή την άλλη με το αιτιολογικό ότι αρκεί η θρησκεία ή η επιστήμη.
            Είναι ενδιαφέρον ότι η επιλογή από τους ανθρώπους της άποψης περί σχέσης επιστήμης-θρησκείας έχει άμεσες συνέπειες για την παραπέρα κατανόηση του σύμπαντος και του καθημερινού κόσμου που έχουν αυτοί. Ένας πιστός που πιστεύει ότι ο Θεός άμεσα προκαλεί τον κάθε σεισμό, αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να απαγορεύσει ως ανούσιες τις γεωλογικές έρευνες. Ένας άπιστος επιστήμονας που (όπως ο Σοβιετικός αστροναύτης Γκαγκάριν δήλωσε ότι πήγε στον ουρανό και δεν βρήκε εκεί κανένα θεό) έχει αποδείξει στον εαυτό του επιστημονικά ότι δεν υπάρχει τελικός σκοπός  ή αρχική μεταφυσική αιτία κι ότι όλα είναι τυχαία (π.χ. εξέλιξη) και ταυτόχρονα δεδομένα (δομή υλοενέργειας), θα έπρεπε στο τέλος να ιδρύσει τη εκκλησία του αθεϊσμού. Ένας άθεος επιστήμονας που γνωρίζει ότι η απιστία του είναι συνειδητή πίστη και ξεχωριστή από την επιστήμη, ή ένας πιστός που δεν βασίζει την πίστη του στην επιστήμη και δεν αμφισβητεί την επιστήμη είναι ίσως ό,τι καλλίτερο μπορούμε να περιμένουμε από επιστήμονες και θρήσκους. (6/12/2003)
            Η προσπάθεια για εναρμόνιση της θρησκείας με την επιστήμη είναι λανθασμένη όχι επειδή συγκρούονται απαραίτητα αυτές μεταξύ τους, αλλά επειδή η επιστήμη ενδιαφέρεται για την ανάλυση των σχέσεων της υλοενέργειας και όχι για το λόγο ύπαρξης, για τον οποίο δεν έχει τίποτε να πει. Αλλά ούτε η θεϊστική-χριστιανική πλευρά έχει λόγο να αναφέρει ακριβώς πώς συνέβη η ανθρωπογένεση, τόσο γιατί αυτό είναι ζήτημα της επιστήμης όσο και γιατί δεν αφορά τον κύριο σκοπό της θρησκείας, τη σωτηρία του ανθρώπου. Για έναν θεϊστή δεν έχει διαφορά, σωτηριολογικώς ή δογματικώς, αν ο homo sapiens κατάγεται από τον άνθρωπο ή αν πλάστηκε ξαφνικά από το Θεό. Όταν οι θεϊστές προσπαθούν να εναρμονίσουν τη θρησκεία τους με τα πρόσφατα πορίσματα της επιστήμης λ.χ. για την Εξέλιξη, τότε όποτε αλλάζει η επιστήμη θα αλλάζει και η θεϊστική-χριστιανική θεωρία περί ανθρωπογένεσης (ωσάν να έπρεπε να υπάρχει τέτοια χριστιανική θεωρία περί ανθρωπογένεσης). Αλλά τέτοιες αλλεπάλληλες μετακινήσεις απλώς ισοδυναμούν με την προσπάθεια να βγει κανείς από το βούρκο πατώντας πάνω στο βούρκο: πράγμα που συνεπάγεται ότι βουλιάζει ακόμη περισσότερο. Δηλαδή: προκειμένου να διορθωθεί η αρχική ανάμιξη του Χριστιανισμού στην επιστημονική κοσμοεικόνα (ώστε να φαίνεται στους παλαιούς ως έγκυρος και επιστημονικά άρα ακόμη πιο πιστευτός ο Χριστιανισμός) – η οποία συνεπαγόταν την αποδοχή εκ μέρους των χριστιανών, όχι επίσημα αλλά ομόφωνα, λανθασμένων επιστημονικών απόψεων – επιδιώκεται η εκ νέου ανάμιξη στα επιστημονικά θέματα, μέσω της σύνταξης με την τωρινή κυριαρχούσα επιστημονική κοσμοεικόνα.
            Με τον τρόπο αυτό οι εξελικτιστές θεϊστές ανάγουν την επιστήμη κριτή της θεολογίας. Παρόμοιες αντιλήψεις, υποστηρίχτηκαν από πλήθος Διαφωτιστών και των Δυτικών χριστιανών, αναφορικά με την έννοια του Θεού και της επιστήμης, ώσπου στό τέλος, ενώ αρχικά όλοι υποστήριζαν την ύπαρξη του θεού, ο μεγάλος χαμένος ήταν ο Θεός, γιατί έγινε από όλους αποδεκτό ότι δεν μπορούσε να υπάρξει Θεός/θεολογία ο οποίος δεν σέβεται ή δεν εξαγγέλλει τους νόμους που οι επιστήμονες ανακαλύπτουν. Όπως γράφει ο Π. Κονδύλης «Η αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στην παλιά κα στη νέα πολεμική χρησιμοποίηση της ιδέας του Θεού έγκειται στο γεγονός ότι, η πριν από την οντολογική αποκατάσταση του αισθητού κόσμου, η μια αντίληψη για τον Θεό μπορούσε να διαδεχτεί την άλλη, χωρίς να μειώνεται απ’ αυτό η ιδέα του Θεού καθαυτή, αφού μάλιστα δεν υπήρχε άλλο οντολογικό-κοσμοθεωρητικό πλαίσιο αναφοράς. Από τότε που υπάρχει ένα τέτοιο (η Φύση) και συναγωνίζεται το παλιό, η πολεμική χρησιμοποίηση της ιδέας του Θεού αποδείχνεται μοιραία για τον Θεό τον ίδιο, εφόσον επιτελείται με κριτήριο το αντίμαχο νέο κοσμοθεωρητικό πλαίσιο. Η εκάστοτε αντίληψη για τον Θεό στέκει, δηλ. λίγο-πολύ υπό την αιγίδα της εκάστοτε αντίληψης για τη Φύση» (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τ. Β', σ. 38) και γι’ αυτό το λόγο, επειδή ο Θεός κρινόταν από την Επιστήμη, ή, για να το πούμε αλλιώς – σύμφωνα με τη φρασεολογία των τοτεινών Διαφωτιστών –, ο (φιλοσοφικός) Λόγος (των Διαφωτιστών) ήταν αυτός που έπρεπε να κρίνει την Αποκάλυψη ως αληθή ή ψευδή, η οποία κρινόταν αληθής μόνον εάν συμφωνούσε με τον Λόγο-Επιστήμη κι όχι το αντίθετο (η Αποκάλυψη να κρίνει τον διαφωτιστικό ορθό Λόγο-Επιστήμη)· γι’ αυτό λοιπόν στη Δύση, «μολονότι οι αθεϊστές στην εποχή του Διαφωτισμού αποτελούν μια μικρή μειονότητα καταπολεμούμενη εξίσου από “προοδευτικούς” και “συντηρητικούς”, όμως στο τέλος χαμένος βγαίνει ο Θεός» (ό.π., σ. 24). Αν δεν γίνεται αντιληπτό από τους θεϊστές υπέρμαχους της άμεσης αναδιατύπωσης των χριστιανικών απόψεων για την ανθρωπογένεση ότι οι διεργασίες αυτές στη Δύση του 18ου-19ου αι. επαναλαμβάνονται και τώρα ή ότι προωθείται άθελα η ίδια δυναμική (προς τον θετικισμό) μέσω του εναρμονισμού αυτού που «πραγματικά λέει η Γένεση» με αυτό που τώρα λέει η επιστήμη, αυτό είναι κάτι το οποίο επίσης δεν αντιλαμβάνονταν ούτε λ.χ. οι ειλικρινείς δυτικοί χριστιανοί και ειλικρινείς ντεϊστές Διαφωτιστές οι οποίοι ήθελαν να απαλλάξουν το Θεό από την αντιεπιστημονικότητα και τη «δεισιδαιμονία». Με άλλα λόγια οι θεϊστές εξελικτιστές από τη μία προσπαθούν να απαλλαγούν από την κατηγορία της αμάθειας και της οπισθοδρόμησης, η οποία οδηγεί στην ταύτιση του αθεϊσμού με την επιστήμη, από την άλλη όμως ενδεχομένως σκάβουν το λάκκο τους, γιατί καθιερώνουν την επιστήμη, κάτι εξωχριστιανικό/αχριστιανικό, ως κριτή για το ποια θα είναι η ορθή χριστιανική άποψη. Στα υπέρ τους έχουν βέβαια το ότι τον Χριστιανισμό ενδιαφέρει το δόγμα, που σχετίζεται με την θεολογική σωτηρία των ανθρώπων, και ότι απόψεις για τα επιστημονικά ζητήματα δεν καθιερώθηκαν μέσω εκκλησιαστικών Συνόδων ως δόγματα της (ΧΟ) Εκκλησίας, επομένως μπορούν να αλλάξουν. Όμως δεν μπορεί, μόνο για το λόγο ότι δεν ήταν επίσημα και υποχρεωτικά δόγματα, να θεωρηθεί ότι οι χριστιανικές απόψεις για τον Αδάμ, για τον Κατακλυσμό κλπ ήταν απλώς απόψεις άσχετες με την χριστιανική κοσμοθεώρηση. Για παράδειγμα ο Χρυσόστομος, επιχειρηματολογώντας υπέρ του μοναχισμού, αναφέρει ότι κάποτε επιτρεπόταν η ενδογαμία και δεν χρειαζόταν ο άνθρωπος να οδηγηθεί στο μοναχισμό/ασκητισμό επειδή οι Πρωτόπλαστοι ήταν δύο και οι άνθρωποι λιγοστοί, ενώ στην εποχή του Χρυσόστομου υπήρχε πλήθος ανθρώπων και δεν κινδύνευε η ανθρωπότητα από εξαφάνιση, ενώ αν οι θεϊστές εξελικτιστές αποδεχτούν την ύπαρξη προαδαμιαίων (και δη πολλών) ανθρώπων, τότε ούτε στον καιρό του Αδάμ θα έπρεπε να υπήρχε πρόβλημα. Ή πάλι, η ύπαρξη της ενδογαμίας μεταξύ των απογόνων του Αδάμ θεωρούνταν ως αποτέλεσμα της ανυπαρξίας άλλων ανθρώπων, ενώ, αν γίνει δεκτή η ύπαρξη πολλών "προαδαμιαίων" ανθρώπων, τότε η ενδογαμία γίνεται κατανοητή ως ένα μεσανατολίτικο έθιμο (που επιβιώνει ίσως και σήμερα).
            Όμως αξίζει να αναφερθεί ότι η χρήση, για απολογητικούς λόγους (είτε ότι η θρησκεία είναι συμβατή με την επιστήμη είτε ότι η επιστήμη αποδεικνύει ή δίνει ισχυρές ενδείξεις για την αλήθεια της θρησκείας) από τους εξελικτιστές χριστιανούς τής επιστήμης οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις, διότι είναι αναγκασμένοι, όποτε η επιστήμη αλλάζει πλήρως τις απόψεις τις, να ισχυρίζονται κάθε φορά ότι η επιστήμη επιβεβαιώνει τη θρησκεία. Έτσι, οι θεϊστές και δεϊστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ακλόνητων φυσικών νόμων είναι ισχυρή ένδειξη ενός Δημιουργού, όταν η επιστήμη από τον 17ο αιώνα και έπειτα αποδείκνυε τέτοιους νόμους ως πραγματικούς. Όταν η επιστήμη όμως, πρόσφατα, μίλησε για το χάος, για την απροσδιοριστία, δηλαδή για το ακριβώς αντίθετο των ακλόνητων και πάντοτε και παντού ισχύοντων φυσικών νόμων, οι θεϊστές και δεϊστές υποστήριξαν ξανά ότι έτσι η ύπαρξη του Θεού αποτελεί ισχυρή ένδειξη, γιατί απαιτείται ένας εξωκοσμικός παρατηρητής ο οποίος παρατηρώντας τον κόσμο τον κρατά στην ύπαρξη, όπως παρατηρώντας τα σωματίδια τα φέρνουμε στην ύπαρξη. Είχαμε δηλαδή πλήρη αντιστροφή τόσο των πορισμάτων της επιστήμης όσο και του τρόπου ερμηνείας των πορισμάτων αυτών από τους θεϊστές και τους δεϊστές. Κάτι τέτοιο όμως οδηγεί στην απαξίωση την άποψη για επιβεβαίωση της θρησκείας από την επιστήμη, αφού εμφανίζεται το ζητούμενο (η ύπαρξη του Θεού) να αποδεικνύεται τόσο με τον ντετερμινισμό όσο και με το αντίθετό τού ντετερμινισμού, την απροσδιοριστία (αξίζει να τονιστεί, βέβαια, ότι και οι αθεϊστές/αγνωστικιστές αντίστοιχα σκέπτονταν τόσο κατά την εποχή του ντετερμινισμού των φυσικών νόμων όσο και κατά την εποχή της αποδοχής της αρχής της απροσδιοριστίας.).
            Έτσι, χάρη στην διαπλοκή των προθέσεων των θεϊστών χριστιανών καθώς και στις εξελίξεις της επιστήμης, από τη μία επιδιώκεται, για απολογητικούς λόγους επιβεβαίωσης της θρησκείας, η υποβάθμιση της θρησκείας μέσω της ανάδειξης τής επιστήμης ως κριτή των "σωστών" χριστιανικών απόψεων, ενώ από την άλλη η ίδια η επιστήμη καθίσταται αναξιόπιστος "τελικός κριτής", αφού παλιότερα υποστήριζε τον ντετερμινισμό ενώ τώρα την απροσδιοριστία και αύριο Κύριος οίδε τι άλλο, αντίθετο από αυτό που υποστηρίζει σήμερα. (25/1/2009)
Porta Aurea