Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (47/50) - Point of view

Εν τάχει

Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (47/50)




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15
Από την ειδική ερώτηση με την οποίαν ασχολήθηκε ο Παύλος, τώρα περνά σ” ένα πιο γενικό θέμα, εκείνο της τέλειας ένωσης η οποία, παρ” όλη την διαφορά μεταξύ των δύο στοιχείων απ” τα οποία συντίθεται, θα έπρεπε να ενώνη όλη την Εκκλησία σ” έναν κοινό ύμνο λατρείας προς τον Θεόν της σωτηρίας. Η αγάπη με την οποίαν όλοι, Ιουδαίοι και Εθνικοί, έχουν γίνει δεκτοί απ” τον Θεό, θα πρέπει να τους κάνη να μεγαλύνουν τον Κύριο με μια καρδιά και ένα στόμα, ενώ θα περιμένουν με υπομονή την ολοκλήρωση του έργου που Αυτός έχει αρχίσει. Αυτό είναι το περιεχόμενο αυτού του χωρίου, που στεφανώνει θαυμαστά το πρακτικό μέρος της επιστολής.

Ο Παύλος πρώτα προτρέπει, με το παράδειγμα του Χριστού, σε αμοιβαία καταδεκτικότητα, εδάφια 1-3. Καταδεικνύει, εδάφια 4-7, σαν ένα στόχο που πρέπει να φθασθή, την ομόψυχη λατρεία, στην οποία, μια τέτοια συμπεριφορά, θα φέρει την Εκκλησία. Τέλος, εδάφια 8-13, δείχνει το ειδικό μέρος που ανήκει στους Ιουδαίους και τους Εθνικούς σ” αυτήν την δοξολογία του όλου λυτρωμένου γένους.
Εδάφιο 1

«Οφείλομεν δε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν, και μη εαυτοίς αρέσκειν.»
«Εμείς οι δυνατοί πρέπει να βαστάζωμεν τας αδυναμίας των αδυνάτων και να μη περιοριζώμεθα εις όσα είναι αρεστά εις τον εαυτόν μας».
Εδώ ο Παύλος φεύγει από τα φαγητά, και πλαταίνοντας το θέμα του, δείχνει προς τον νόμο της αγάπης, στον οποίον θα πρέπει να ευρεθή η ψυχή της χριστιανικής ζωής.

«Δυνατοί» είναι αυτοί που έχουν φθάσει ψηλά στην χριστιανική πνευματικότητα. Μεταξύ των «αδυνάτων, απ” το άλλο μέρος, θα πρέπει να είναι, ειδικά στην Εκκλησία της Ρώμης, ένας αριθμός προηγουμένων προσηλύτων, που είχαν φέρει μαζί τους και την προσκόλληση τους στον νόμο.
«Τα ασθενήματα των αδυνάτων»: Είναι οι προκαταλήψεις, οι πλάνες και τα σφάλματα, που προκύπτουν απ” την αδυναμία της πίστης. Ο δυνατός θα πρέπει να δείχνη την δύναμη του, όχι ταπεινώνοντας τον αδύνατο και θριαμβεύοντας στο αίσθημα της υπεροχής του, αλλά βαστάζοντας το φορτίο της αδυναμίας του με αγάπη και στοργή. Η υπηρεσία είναι πάντα στο Ευαγγέλιο το αληθινό σημάδι της δύναμης (Γαλάτας ΣΤ2).
Αλλά για να είμαστε σε θέση να ενεργήσωμε έτσι, υπάρχει ένας εχθρός που θα πρέπει να εκδιωχθή απ” την καρδιά μας: Η αυταρέσκεια. Ο άνθρωπος που καυχιέται για την ανωτερότητα του στην αντίληψη των αληθειών του Ευαγγελίου και στην Χριστιανική ελευθερία, δεν είναι κατάλληλος να βοηθήση τον αδύνατο. Μάλλον τον απομακρύνει, και τον κάνει ν” αγανακτή.
Εδάφια 2,3

«Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομήν. Και γαρ ο Χριστός ουχ εαυτώ ήρεσεν, αλλά καθώς γέγραπται, «οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ” εμέ.»
«Ο καθένας από μας ας φροντίζη να είναι αρεστός εις τον πλησίον δια το καλόν του και την οικοδομήν του, διότι και ο Χριστός δεν εζήτησε εκείνα που ήσαν αρεστά εις τον εαυτόν του, αλλά, καθώς είναι γραμμένον, «Αι ύβρεις των υβριστών σου έπεσαν επάνω μου».
Το «γαρ» δεν θα πρέπει να είναι αυθεντικό.

Το «έκαστος» αναφέρεται και στους δυνατούς και στους αδυνάτους.
Υπάρχουν δύο τρόποι του να ζητάμε ν” αρέσωμε στον πλησίον μας. Στον έναν ζητάμε να ικανοποιήσωμε τα συμφέροντα μας, την φιλαυτία μας. Στον άλλον, ζητάμε το καλό του ιδίου του πλησίον μας. Είναι αυτόν τον τελευταίο τρόπο που ο Απόστολος συνιστά: «Εις το αγαθόν προς οικοδομήν», όχι από εγωισμό. Η ζωή όλη του Παύλου ήταν η πραγματοποίηση αυτής της αρχής, σύγκρινε Α” Κορινθίους Ι 33,34.
Εδάφιο 3

«Και γαρ ο Χριστός ουχ εαυτώ ήρεσεν, αλλά καθώς γέγραπται, «οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ” εμέ.»
Το παράδειγμα του Χριστού είναι για τον πιστό ο νέος νόμος που πρέπει να ακολουθηθή (Γαλάτας ΣΤ2). Εάν, σαν άνθρωπος, ο Χριστός επεδίωκε να ευχαριστήσει τον εαυτόν Του στην χρήση της ελευθερίας Του, ή στην απόλαυση των δικαιωμάτων και των προνομίων που είχε κερδίσει η δικαιοσύνη Του, τι θα είχε γίνει με την σωτηρία μας; Αυτός όμως είχε μόνον μια σκέψη: Να αγωνισθή για την καταστροφή της αμαρτίας, χωρίς να Τον ενδιαφέρει ο εαυτός Του, και χωρίς να Τον λυπηθή έστω και για μια στιγμή.

Σ” αυτή την θαρραλέα και επίμονη μάχη ενάντια στον εχθρό μας, το κακό, έσυρε επάνω Του το μίσος όλων των εναντίων του Θεού εδώ κάτω, έτσι που ο θρήνος του ψαλμωδού, ΞΘ9, έγινε το έμβλημα της ζωής Του. Εργαζόμενος κατ” αυτόν τον τρόπον για την δόξα του Θεού και την σωτηρία των ανθρώπων, δεν οπισθοχώρησε, όπως είχε προφητεύσει και ο Ησαϊας, «ούτε εμπρός στην ντροπή, ούτε εμπρός στους εμπαιγμούς», κάτι που θα είχε κάνει εάν ήθελε να ευχαριστήση τον εαυτόν Του.
Ο ψαλμός ΞΘ δεν έχει παρά έμμεση εφαρμογή στον Μεσσία, γιατί στο εδάφιο 5 αναφέρεται: «Οι αμαρτίες μου δεν είναι κρυμμένες». Περιγράφει τον δίκαιο Ισραηλίτη που υποφέρει για την υπόθεση του Θεού. Αλλά αυτός είναι ακριβώς ο τύπος του οποίου ο Ιησούς είναι η υψίστη πραγματοποίηση.
Χρειάζεται όμως θεία συμπαράσταση για να είμαστε σε θέση ν” ακολουθήσωμε άφοβα αυτή την γραμμή συμπεριφοράς. Και αυτή την συμπαράσταση ο πιστός την βρίσκει στην συνεχή μελέτη και υπακοή της Γραφής, και στην βοήθεια του Θεού που την συνοδεύει (εδάφια 4-6).
Εδάφια 4-6

«Όσα γαρ προεγράφη, εις την ημετέραν διδασκαλίαν προεγράφη, ίνα δια της υπομονής και της παρακλήσεως των γραφών την ελπίδα έχωμεν. Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη υμίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν, ίνα ομοθυμαδόν εν ενί στόματι δοξάζητε τον Θεόν και πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.»
«Διότι όσα προεγράφησαν, εγράφησαν για την διδασκαλίαν μας ώστε δια της υπομονής και της παρηγορίας που δίνουν αι γραφαί να διατηρούμεν την ελπίδα. Και είθε ο Θεός που είναι η πηγή της υπομονής και της παρηγορίας να σας αξιώση να έχετε το ίδιο φρόνημα μεταξύ σας κατά το υπόδειγμα του Ιησού Χριστού, ώστε όλοι μαζί με μια ψυχή και με ένα στόμα να δοξάζετε τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.»
Η μετάβαση από το εδάφιο 3 στο 4 είναι η εξής: «Εάν τα λόγια του ψαλμωδού έχουν αυτή την εφαρμογή στον Χριστό και σε μας, είναι διότι, γενικά, όλη η Γραφή είναι γραμμένη να μας οδηγήση και να μας δυναμώση».

Το νέο φως που η Γραφική αποκάλυψη ρίχνει πάνω σ” όλα τα πράγματα, και ειδικά στα γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, μεταδίδει στην καρδιά την δύναμη που μας κάνει να υπομένωμε («υπομονή»), και ακόμη να υπομένωμε παρηγορημένοι («παράκλησις»), με χαρά.
Και είναι μέσω αυτών των διαθέσεων της καρδιάς («υπομονή», «παράκλησις»), που διατηρούμεθα στο ύψος της χριστιανικής «ελπίδας», η οποία προσδοκά την χαρά της τέλειας σωτηρίας.
Αλλά ο Παύλος γνωρίζει καλά ότι η Γραφή δεν είναι αποτελεσματική χωρίς την άμεση βοήθεια του Θεού της Γραφής. Είναι λοιπόν σ” Αυτόν που υψώνει τα μάτια του στο εδάφιο 5.
Εδάφιο 5

«Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη υμίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν».
Με την διπλή περιγραφή του Θεού σαν Θεού της «υπομονής» και της «παρακλήσεως», Αυτός χαρακτηρίζεται σαν η αληθινή πηγή αυτών των δύο χαρίτων, που μεταδίδονται σε μας μέσω της Γραφής. Για να τις πάρωμε λοιπόν δεν πρέπει να πάμε μόνο στην Γραφή, αλλά και σ” Αυτόν τον Ίδιον.

Υπάρχει στενή σχέση σε μια Εκκλησία μεταξύ της «παρηγορίας» και της ενότητας των μελών της. Όταν είναι όλοι εσωτερικά παρηγορημένοι από επάνω, είναι στρωμένος και ο δρόμος για την επικοινωνία των καρδιών, μια και όλοι μαζί εμπνέονται με πάθος για το ίδιο ύψιστο αγαθό. Είναι αυτή η κοινή παρόρμηση που εκφράζεται με τον όρο «το αυτό φρονείν εν αλλήλοις» του Παύλου. Έτσι επιστρέφει στην βασική ιδέα του χωρίου, που την είχε για λίγο αφήσει, για να μιλήση για την Γραφή.
Εδάφιο 6

«Ίνα ομοθυμαδόν εν ενί στόματι δοξάζητε τον Θεόν και πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.»
Όταν στην Εκκλησία βασιλεύει μια κοινή επιδίωξη, οι καρδιές δεν χωρίζουν πλέον από δευτερεύουσες διαφορές. Και από την εσωτερική κοινωνία, εκεί προκύπτει ομόψυχη λατρεία, σαν καθαρή αρμονία από μια συναυλία καλοκουρδισμένων οργάνων. Όταν ενώνονται οι καρδιές, και τα στόματα γίνονται ένα. Και γιατί αυτό; Γιατί ένα ον μόνον εμφανίζεται από τούδε σε όλους, σαν άξιο να δοξασθή.

Η έκφραση, «Θεός του Ιησού Χριστού», δηλώνει την σχέση της πλήρους εξάρτησης. Και η έκφραση, «Πατέρας του Ιησού Χριστού», την σχέση της τέλειας οικειότητας.
Το ιδανικό που περιγράφεται εδώ απ” τον Απόστολο, και το οποίο είναι το αντικείμενο της προσευχής που μόλις έχει υψώσει, εδάφιο 5, είναι εκείνο της ένωσης της όλης Εκκλησίας, στην λατρεία του Θεού και Πατέρα, που την έχει λυτρώσει και αγιάσει δια του Ιησού Χριστού. Ανήκει λοιπόν σε κάθε πιστό να κάνη όλες τις προόδους και όλες τις θυσίες που απαιτεί η αγάπη, για να φθάση σ” ένα τόσο μεγαλειώδες αποτέλεσμα. Έτσι προστίθεται, σαν το συμπέρασμα όλων που προηγούνται (από το ΙΔ1 και μετά), το εδάφιο 7.
Εδάφιο 7

«Διό προσλαμβάνεσθε αλλήλους, καθώς και ο Χριστός προσελάβετο υμάς εις δόξαν Θεού».
«Δια τούτο ο ένας να δέχεται τον άλλον, όπως και ο Χριστός σας εδέχθηκε δια να δοξασθή ο Θεός».
Το στοργικό καλωσόρισμα που ο Χριστός έχει κάνει σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας ατομικά, θα πρέπει να επαναπαράγεται συνεχώς στο καλωσόρισμα καλωσύνης και στοργής που κάνει το ένα στο άλλο σ” όλες τις σχέσεις της ζωής. Και εάν υπάρχει κάποια παραχώρηση που πρέπει να κάνωμε, κάποια αντιπάθεια να υπερπηδήσωμε, κάποια διαφορά γνωμών να επιτρέψωμε, κάποια κατηγόρια να ξεχάσωμε, ένα πράγμα είναι που θα μας σηκώνη πάνω από όλες αυτές τις ενοχλήσεις: Η σκέψη ότι δι” αυτών εργαζόμαστε για την δόξα του Θεού, που μας δέχθηκε στην χάρη μέσω του Ιησού Χριστού. Η αμοιβαία αγάπη θα πρέπει να βασιλεύη, πάνω απ” όλα, σε μια Εκκλησία που συντίθεται εξ ολοκλήρου απ” τους αγαπημένους του Κυρίου.

Το «εις δόξαν Θεού» συνδέεται πιο πολύ με το «προσλαμβάνεσθε αλλήλους».
Εδώ θα φαινόταν ότι ο Απόστολος, με αυτό το συμπέρασμα, έχει φθάσει το τέλος της όλης ανάπτυξης που άρχισε στο ΙΔ1. Αλλά έχει ακόμα μια εξήγηση να προσθέση: Εάν ο Χριστός μας έχει δεχθεί με ίση καλωσύνη, έχουν υπάρξει διαφορές στον τρόπο αυτής της υποδοχής. Η ενότητα στο έργο του Θεού δεν είναι ποτέ ομοιομορφία. Μάλλον η αρμονία υπονοεί την ποικιλία. Αυτή η κοινή λατρεία, στην οποία όλες οι επί του παρόντος υπάρχουσες αντιθέσεις στην Εκκλησία θα πρέπει να συντηχθούν, δεν εμποδίζει την κάθε ομάδα, στον νέο λαό του Θεού, να φέρη μαζί της τις δικές της εμπειρίες, και να παίζη το δικό της ειδικό μέρος στην τελική συναυλία.
Εδάφια 8,9α

«Λέγω δε Χριστόν Ιησούν διάκονον γεγενήσθαι περιτομής υπέρ αληθείας Θεού, εις το βεβαιώσαι τας επαγγελίας των πατέρων, τα δε έθνη υπέρ ελέους δοξάσαι τον Θεόν.»
«Διότι ο Ιησούς Χριστός, λέγω, δια να φανή ότι ο Θεός είναι αληθής, έγινε υπηρέτης των Ισραηλιτών, ώστε να πραγματοποιηθούν αι υποσχέσεις που έγιναν εις τους πατέρας, τα δε έθνη να δοξάσουν τον Θεόν δια την ευσπλαγχνίαν του προς αυτά.»
Στην σχέση Του με τους Ιουδαίους, ο Θεός πάνω απ” όλα έδειξε την αλήθεια Του, την πιστότητα Του στις υποσχέσεις Του. Στην σχέση Του με τους Εθνικούς, έχει πιο ειδικά αποκαλύψει το έλεος Του. Διότι, χωρίς να τους έχει υποσχεθεί τίποτα κατ” ευθείαν, τους έχει δώσει το κάθε τι, όπως και εις τους Ιουδαίους. Και εξ αυτού έπεται, μαζί με την φωνή που υψώνεται από τον λαό Ισραήλ να εορτάση την πιστότητα του Θεού, εκεί θα πρέπει να ενώνεται από τούδε και εκείνη του Εθνικού κόσμου, που μεγαλύνει την χάρη Του. Αυτή είναι η έννοια αυτού του θαυμαστού χωρίου, που εκτείνεται έως το εδάφιο 13.

«Λέγω δε»: «Τώρα, να η όλη μου σκέψη αναφορικά μ” αυτή την υποδοχή εκ μέρους του Χριστού, και το καθήκον της ενότητας που εκπηγάζει απ” αυτήν.»
Εκείνο που ελκύει τον Ιουδαίο στον Χριστό δεν είναι ακριβώς το ίδιο μ” εκείνο που κερδίζει γι” Αυτόν την καρδιά του Εθνικού. Ο Ιουδαίος εντυπωσιάζεται με την εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο Του (ιδέ το Ευαγγέλιο του Ματθαίου). Η καρδιά του Εθνικού κερδίζεται απ” την θέα του ελέους Του (ιδέ το Ευαγγέλιο του Λουκά).
«Χριστόν Ιησούν διάκονον γεγενήσθαι περιτομής»: Όλα τα Ευαγγέλια αποδεικνύουν ότι ο Ιησούς υπετάγη στην πιο αυστηρή υπακοή του νόμου, και ότι από την περιτομή Του έως τον θάνατο Του ενέκλεισε τον εαυτόν Του στην εθνική μορφή της Ισραηλιτικής ζωής.
«Υπέρ της αληθείας του Θεού»: Την βεβαίωσε εκπληρώνοντας την, ιδέ Β” Κορινθίους Α19,20, ένα χωρίο το οποίο είναι η εξήγηση αυτού που μελετάμε εδώ.
Εδάφιο 9α

«Τα δε έθνη υπέρ ελέους δοξάσαι τον Θεόν.»
Οι Εθνικοί κατελάμβαναν ένα μέρος στις προφητείες που είχαν δοθεί στον Ισραήλ. Ο Θεός όμως ποτέ δεν τους είχε υποσχεθεί κάτι κατ” ευθείαν. Αυτό έδωσε στην σωτηρία που τους χορηγήθηκε, όπως επίσης και στους Ιουδαίους, έναν πιο έντονο χαρακτήρα ελευθερίας, δηλαδή, μια σωτηρία χωρίς καμμία προϋπόθεση.

Το «δοξάσαι» εξαρτάται από το «λέγω»: «Τώρα, λέγω ότι ο Ιησούς έγινε διάκονος… για την αλήθεια του Θεού… ώστε τα Έθνη να δοξάσουν (να έχουν εν Αυτώ μια αιτία για να δοξάσουν) τον Θεό για το έλεος Του.»
Προς υποστήριξη αυτής της σκέψης, ο Παύλος αναφέρει στην συνέχεια μια σειρά από χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, που ανήγγειλαν την μελλοντική συμμετοχή των Εθνικών στο αιώνιο αλληλούια.
Εδάφια 9β,10

«Καθώς γέγραπται, «Δια τούτο εξομολογήσομαι σοι εν έθνεσι, και τω ονόματι σου ψαλώ». Και πάλιν λέγει, «Ευφράνθητε έθνη μετά του λαού αυτού.»
«Καθώς είναι γραμμένον, «Δια τούτο θα σε δοξάζω, Κύριε, μεταξύ εθνών και θα ψάλλω εις το όνομα σου». Και πάλιν λέγει: «Ευφράνθητε έθνη μαζί με τον λαόν του».
Το πρώτο χωρίο που αναφέρεται είναι το εδάφιο 49 από τον ψαλμό ΙΗ: Ο Δαβίδ, νικητής πάνω σ” όλους τους εχθρούς του, δηλώνει ότι θα κάνη τον ύμνο τούτης της ευχαριστίας να ηχήση ακόμα και στις εθνικές χώρες, που είναι κάτω από το σκήπτρο του, για να συνδέση και αυτά τα έθνη στον εορτασμό του έργου του Ιεχοβά. Στην εφαρμογή, ο Παύλος ξεκινά από την ιδέα ότι, αυτό που έγινε με τον Δαβίδ, θα πρέπει να πραγματοποιηθή πιο μεγαλειωδώς μ” εκείνον, του οποίου ο Δαβίδ είναι προεικόνιση, με τον Μεσσία.

Τα λόγια του εδαφίου 10 βρίσκονται στο Δευτερονόμιο ΛΒ43. Ο Μωυσής, στον τελευταίο του ύμνο, περιγράφει την μελλοντική απελευθέρωση του Ισραήλ και την κρίση των εχθρών τους. Μετά προσκαλεί τα Έθνη που έχουν διαφύγει την τιμωρία, να ενώσουν τον ύμνο τους της χαράς με εκείνον του Ισραήλ δοξασμένου τώρα. Ο Απόστολος ακολουθεί την μετάφραση των Ο”.
Η κεντρική ιδέα αυτών των δύο αναφορών, καθώς και των άλλων δύο που ακολουθούν, είναι η αναγγελία του μεγάλου γεγονότος: Ότι θα έλθη μια μέρα, όταν οι Εθνικοί θα εορτάζουν τον Ιεχοβά μαζί με τον Ισραήλ.
Εδάφια 11,12

«Και πάλιν, «Αινείτε τον Κύριον πάντα τα έθνη, και επαινέσατε αυτόν πάντες οι λαοί». Και πάλιν Ησαϊας λέγει, «Έσται η ρίζα του Ιεσσαί, και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών. Επ” αυτώ έθνη ελπιούσιν».
«Και πάλιν: «Αινείτε τον Κύριον όλα τα έθνη και υμνήσατε αυτόν όλοι οι λαοί». Και πάλιν ο Ησαϊας λέγει: «Θα έλθη η ρίζα του Ιεσσαί και εκείνος που θα εμφανισθή δια να γίνη άρχων εθνών, εις αυτόν τα έθνη θα ελπίζουν.»
Το εδάφιο 11 είναι παρμένο από τον ψαλμό ΡΙΖ1. Αυτός ο ύμνος, προς τιμήν του Ιεχοβά, αποδιδόμενος στα Έθνη, υποθέτει φυσιολογικά την μεταστροφή τους και την είσοδο τους στην Βασιλεία του Θεού.

Το εδάφιο 12 είναι παρμένο από τον Ησαϊα ΙΑ10.
Όποιος διαβάζει αυτές τις αναφορές, καταλαβαίνει αυτό που είπε ο Παύλος στο εδάφιο 4, προφανώς απ” την δική του πείρα, για την υπομονή και την παρηγορία που συντηρούνται στον πιστό απ” την καθημερινή μελέτη της Γραφής, καθώς επίσης και για την διαρκώς ανανεουμένη ελπίδα που εμπνέουν. Αυτή η ιδέα της ελπίδας είναι που εκφράζεται στην προσευχή του εδαφίου 13, και τούτο διότι η λατρεία των Εθνών, στην οποία αναφέρονται τα 4 προηγούμενα εδάφια, είναι ο καρπός όχι μόνον της απόλαυσης των τωρινών ευλογιών, αλλά επίσης, και πάνω απ” όλα, της ελπίδας των μελλοντικών ευλογιών.
Εδάφιο 13

«Ο δε Θεός της ελπίδος πληρώσαι υμάς πάσης χαράς και ειρήνης εν τω πιστεύειν, εις το περισσεύειν υμάς εν τη ελπίδι εν δυνάμει Πνεύματος Αγίου.»
«Είθε ο Θεός της ελπίδος να σας γεμίση με κάθε χαράν και ειρήνην, που προέρχονται από την πίστιν, ώστε να έχετε άφθονη την ελπίδα δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος.»
Ο Θεός περιγράφεται εδώ σαν ο «Θεός της ελπίδας», προφανώς σε σχέση με τις τελευταίες λέξεις της προηγουμένης αναφοράς: «Επ” αυτώ έθνη ελπιούσιν».

Όσο πιο πλούσια είναι η κατοχή των παρουσών ευλογιών («ειρήνη» και «χαρά») την οποία ο πιστός αποκομίζει απ” την συνεχώς ανανεουμένη πράξη της πίστης («εν τω πιστεύειν»), τόσο πιο πολύ η ψυχή του υψώνεται στην ζωντανή θέα των μελλοντικών ευλογιών, και σύμφωνα με την έκφραση του Αποστόλου, «περισσεύει εν τη ελπίδι».
Οι τελευταίες λέξεις: «Εν δυνάμει Πνεύματος Αγίου», δείχνουν στον αναγνώστη, ακόμα μια φορά, όπως και στο ΙΔ17, την αληθινή δύναμη την οποία θα πρέπει να ζητήσει, σε αντίθεση μ” εκείνη, δια της οποίας κάποιος υψώνει τον εαυτόν του τόσο εύκολα πάνω από τους άλλους. Η πρώτη ενώνει, διότι αγωνίζεται να υπηρετήση (ΙΕ1), ενώ η δεύτερη χωρίζει.

Pages