27. Το θαύμα της Βηθεσδά - Point of view

Εν τάχει

27. Το θαύμα της Βηθεσδά

Η κολυμβήθρα Βηθεσδά — Ίασις του Παραλύτου — Ζηλότυποι ερωτήσεις — Αθέτησις του Σαββάτου — Η αχαριστία του θεραπευθέντος — Οργή των αρχόντων — Απόκρισις του Ιησού — Επικίνδυνα αποτελέσματα



Υπήρχεν εις Ιεροσόλυμα, πλησίον της Προβατικής Πύλης, μία δεξαμενή ήτις επιστεύετο ότι είχεν εκτάκτως ιαματικάς ιδιότητας. Αύτη εκαλείτο η κολυμβήθρα Βηθεσδά, ήτις δεν πρέπει να συγχέηται με την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, εκείνην εις ην ο Χριστός έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν όπως νιφθή. Εις το πεντάγωνον οικοδόμημα το περιβάλλον κύκλω την Βηθεσδά υπήρχον πέντε στοαί, και εις ταύτας κατέκειτο πλήθος ασθενών, οίτινες επερίμενον πότε να κινηθή το ύδωρ. «Άγγελος γαρ του Θεού κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάραττε το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο».

Εναντίον των δύο τούτων εδαφίων του κατά Ιωάννην επέπεσε πλήθος πολύ κριτικών, συζητητών και απίστων, ως άλλο «πλήθος πολύ τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Αλλ' ημείς μη έχοντες την εξουσίαν να τους ρίψωμεν άκοντας εις την κολυμβήθραν, αντιπαρερχόμεθα, και παρακολουθούμεν απλώς τον Σωτήρα επισκεπτόμενον την Βηθεσδά. Εις τοιούτον τόπον, εις μέρος όπου υπήρχον κακοπάθειαι όπως ανακουφισθώσι, εκεί κατηύθυνε τα βήματά Του ο Αγαθός Ιατρός, και μάλιστα αφού ήτο Σάββατον. Ο Φαρισαϊσμός εφρόντιζε μόνον περί τελετών και προσφορών και λεπτολογίας τύπων· αλλ' ο Ιησούς εγνώριζεν ότι το αγαθοποιείν ήτο η θυσία εις ην ηρέσκετο ο Ουράνιος Πατήρ.

Μεταξύ των ασθενών έκειτο είς επί τριακονταοκτώ έτη παράλυτος. Ο Ιησούς προσέβλεψε τον άνθρωπον μετά βαθυτάτης ευσπλαγχνίας. Ήτο προφανές ότι και η θέλησίς του ασθενούς ήτο τόσον παραλυτική όσον σχεδόν και το σώμα του. Ο Ιησούς αποταθείς προς αυτόν είπε:

— «Θέλεις υγιής γενέσθαι;»

Ο ασθενής απεκρίθη: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω ίνα, όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει και λαμβάνει την ίασιν».

Ο Ιησούς τότε είπεν αυτώ:

— «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον και περιπάτει».

Τούτο επροφέρθη με τόνον εις ον ουδείς και ουδέν ηδύνατο να παρακούση. Ο τρόπος του Λαλούντος, η φωνή Του, η εντολή Του, εδόνησαν ως ηλεκτρικός σπινθήρ όλον το σώμα του παραλυτικού, το εξησθενημένον διά πολλών κακοπαθειών και αμαρτιών. Μετά τριακονταοκτώ έτη καταπτώσεως, ο άνθρωπος εν ακαρεί ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατόν του, και ήρχισε να περιπατή. Εν χαρμοσύνω εκπλήξει εκύτταξε κύκλω διά να ίδη και ευχαριστήση τον άγνωστον ευεργέτην του· αλλά το πλήθος ήτο πυκνόν, και ο Ιησούς θέλων να διαφύγη την ανωφελή έξαψιν της περιεργείας, ήτις τον εθεώρει ως θαυματουργόν μόνον, έφυγεν απαρατήρητος, «εξένευσεν, όχλου όντος».

Και όμως πολλά ζηλότυπα όμματα ερρίφθησαν τάχιστα επί του ανθρώπου. Όσον η εσωτερική δύναμις μιας θρησκείας είνε νεκρά, τόσω μεγαλειτέρα σπουδαιότης αποδίδεται εις τους εξωτερικούς τύπους της. Προσκόλλησις εις τους τύπους και αδιαφορία, σχολαστική λεπτολογία και απόλυτος απιστία, είνε συσχετικά, και πάντοτε ακμάζουσιν εκ παραλλήλου. Ούτω συνέβαινεν ως προς τον Ιουδαϊσμόν εις τας ημέρας του Χριστού. Ο ζων ενθουσιασμός του ήχε σβύσει· η υψηλή πίστις είχεν εκπέσει· οι προφήται είχον παύσει να προφητεύουν· οι ποιηταί είχον παύσει να ψάλλουν· οι ιερείς δεν ενεδύοντο πλέον δικαιοσύνην· οι όσιοί του ήσαν σπάνιοι. Η αξίνη έκειτο προς την ρίζαν του δένδρου, και ο οπός του εχρησίμευε μόνον να τρέφη μυκητοειδή παραφυάδα τελετών και παραδόσεων.

Και ούτω συνέβη η τήρησις του Σαββάτου, ήτις σκοπόν είχε να εξασφαλίση διά τους κεκμηκότας ανθρώπους ανάπαυσιν πλήρη αγάπης και ευσπλαγχνίας, είχε, καταστή εθνικόν ξόανον, γυμνόν έθιμον περιβεβλημένον με ματαίους και ανοήτους περιορισμούς. Σήμερον ακόμη, οι Εβραίοι της Γερμανίας, φέρ' ειπείν, το έχουσιν ως αμαρτίαν να κρατώσι ράβδον εν ημέρα Σαββάτου. (6)

Όταν μία θρησκεία εκπέση εις δεισιδαιμονίαν, χωρίς να έχη χάσει την πολιτικήν της ισχύν, τότε γίνεται τυραννικωτέρα και πλέον φιλύποπτος εις την καταδίωξιν και την ιχνηλασίαν της αιρέσεως. Τον θεραπευθέντα παραλυτικόν τάχιστα περιεκύκλωσε πλήθος εξεταστών. Τον εκύτταζον μετ' εκπλήξεως και αγανακτήσεως.

«Είνε Σάββατον δεν είνε νόμιμον να σηκώνης τον κράββατόν σου».

Ιδού μία επ' αυτοφώρω παράβασις του Νόμου των! Μήπως είς άνθρωπος κατά τας περιπλανήσεις εις την έρημον δεν ελιθοβολήθη διότι συνέλεγε ράβδους εν Σαββάτω; Μήπως ο προφήτης Ιερεμίας δεν είπε ρητώς: «Προσέχετε εαυτοίς, και μη βαστάζετε φορτίον εν Σαββάτω;»

Ναι, αλλά διατί; Διότι το Σάββατον ήτο διάταξις φιλάνθρωπος, σκοπόν έχουσα να σώση τους εργάτας και τους καταπιεζομένους από βίον ακαταπαύστου εργασίας· διότι ήτο ουσιώδες να σωθώσιν οι γεωργοί από την υπέρογκον εργασίαν, ήτις θ' απητείτο επ' αυτών εν έθνει κατατρυχομένω από το βαρύ αμάρτημα της πλεονεξίας· διότι η εξαίρεσις μιας ημέρας εκ των επτά προς ιεράν ανάπαυσιν ήτο απείρου αξίας διά τον πνευματικόν βίον καθόλου. Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής. Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις, επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας, και της τυραννικής ατοπίας των.

«Ο ποιήσας με υγιή (απήντησεν ο άνθρωπος), Εκείνος μοι είπεν, Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

«Τις ούτος;» τον ηρώτησαν. Παρατηρήσατε την μοχθηρίαν των Ιουδαίων εκείνων· δεν τον ερωτώσι «τις ο ποιήσας σε υγιή», αλλά, «τις ο ειπών σοι, Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει;» Τούτο είνε πολύ κακόν πρόσταγμα το οποίον σοι έδωκε. Δεν σηκώνουν κράββατον εν ημέρα Σαββάτου.

Τόσω ολίγον, κατά τα φαινόμενα, μέχρι του καιρού εκείνου, ήτο το πρόσωπον του Ιησού εν γένει γνωστόν εις τα προάστεια της Ιερουσαλήμ, ή άλλως τόσον αμβλεία υπήρξεν η προσοχή του ανθρώπου ενώ ο Ιησούς ωμίλει αυτώ, ώστε πράγματι δεν είξευρε τις ήτο ο ευεργέτης του! Αλλά το επληροφορήθη ολίγω, ύστερον. Μετέβη εις το ιερόν, ίσως διά να ευχαριστήση τον Θεόν ότι ανέκτησε την υγείαν του, κ' εκεί ο Ιησούς τον είδε και έδωκεν αυτώ μίαν απλήν νουθεσίαν: «Ίδε, υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».

Ίσως η νουθεσία εδόθη επειδή ο Χριστός έβλεπε την αναξίαν φύσιν του ανθρώπου· όπως και αν έχη, υπάρχει τι το αποτρόπαιον εις το 15ον εδάφιον. «Απήλθεν ο άνθρωπος και είπε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς ην ο ποιήσας αυτόν υγιή». Δυνατόν, καίτοι όχι πολύ πιθανόν, ότι ενόει να μεγαλύνη το όνομα Εκείνου όστις είχεν επιτελέσει τοιούτο κραταιόν έργον· αλλ' επειδή πρέπει να εγνώριζε κάλλιστα την οργίλην διάθεσιν των Ιουδαίων, καθόσον δεν ακούομεν λέξιν περί της ευγνωμοσύνης του, ούτε αν εδόξασε τον Θεόν — και καθότι μάλιστα πρέπει να ήτο σαφές προς αυτόν ότι ο Ιησούς υπ' ευσπλαγχνίας μόνον παρεκινήθη να πράξη το θαύμα, και έσπευσε ν' αποφύγη την δημοσιότητα — πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι εκ πρώτης όψεως η διαγωγή του ανθρώπου φαίνεται ότι υπήρξεν ευτελής και τείνουσα προς καταγγελίαν του ευεργέτου του διά να σωθή αυτός από την καταφοράν ότι έλυσε το Σάββατον, σχεδόν ακατονόμαστων κράμα ευτελούς συκοφαντίας και χαμερπούς αχαριστίας. Προφανώς η νουθεσία του Ιησού ήτο αναγκαιοτάτη, αν δε ορθώς κρίνομεν τον άνθρωπον, υπήρξεν όλως αλυσιτελής.

Διότι αι συνέπειαι υπήρξαν δυσάρεστοι, επλήρωσαν δε πικρίας το υπόλοιπον της επιγείου ζωής του Χριστού. Χωρίς να κατασυγώσιν από τας αποδείξεις της τρυφεράς συμπαθείας Του, μήτε να συγκινηθώσιν από την θαυματουργόν Του δύναμιν, οι Ιουδαίοι εξετασταί εκήρυξαν αληθή πόλεμον προς υπεράσπισιν όλων των λεπτολογιών των εθίμων των. «Ήρξαντο καταδιώκειν τον Ιησούν ότι τοιαύτα εποίει εν τω Σαββάτω».

Απαντών δε εις την κατηγορίαν ταύτην απήγγειλε την υψηλήν διδαχήν την οποίαν ευρίσκομεν εν τω πέμπτω κεφαλαίω του κατά Ιωάννην. Αν αύτη απηγγέλθη εν τω ναώ, ή ενώπιον επιτροπής τινος του Συνεδρίου, δεν γνωρίζομεν αλλ' όπως και αν έχη, οι μεγάλοι Ραββίνοι και οι αρχιερείς οίτινες Τον εκάλεσαν ενώπιόν των διά να Τον τιμωρήσωσιν επί αθετήσει του Σαββάτου κατεπλάγησαν και ετρόμαξαν, αν και πικρώς εξεμάνησαν, προς τους λόγους ους ήκουσαν.

Τον είχον φέρει ενώπιον των διά να Τον νουθετήσωσι, και αι νουθεσίαι έπεσαν επ' αυτούς. Επεθύμουν ίσως να διδάξωσι και να επιπλήξωσι, και είτα μετά συγκαταβάσεως εφάπαξ να συγχωρήσωσι, και ιδού! Εκείνος, συγκιρνά δι' αυτούς το μεγαλείον της διδασκαλίας με την αυστηρότητα της συμπαθούς επιτιμήσεως.

Εκάθισαν περί Αυτόν μεθ' όλων των πομπών του αξιώματός των, διά να Τον τρομάξουν ως υποδεέστερον, και ιδού! τρέμουσι και τρίζουσι τους οδόντας, καίτοι δεν τολμώσι να ενεργήσωσιν, ενώ Εκείνος με λέξεις ως φλόγα πυρός εισερχομένας εις τους αρμούς και τον μυελόν, με λέξεις εμπλεωτέρας σοφίας και μεγαλειότητος ή εκείναι αίτινες κατήλθον εν μέσω των κεραυνών του Σινά, διεκδικεί το φοβερόν αξίωμα του Υιού του Θεού.

Και ούτω η απόπειρα όπως εντυπώσωσιν επ' Αυτόν τους μικρολόγους κανόνας των και τας τετριμμένας τελετάς των, όπως Τον διδάξωσι περί του απηγορευμένου του ποιείν θαύματα εν ημέρα Σαββάτου — ίσως όπως Τον τιμωρήσωσι διά το μέγα τόλμημα του να διατάξη ένα άνθρωπον να σηκώση τον κράββατον του, εντελώς απέτυχε. Διά των πρώτων λέξεων Του εκθέτει την υλοφροσύνην των και την αμάθειάν των. Εκείνοι εν τη αδυναμία των είχον νομίσει περί του Σαββάτου ως εάν ο Θεός έπαυσε να εργάζηται κατ' αυτό επειδή είχε κουρασθή. Εκείνος τους λέγει ότι η αγία εκείνη ανάπαυσις είνε ευεργετική ενεργητικότης. Εφρόνουν προφανώς, όπως φρονούσι πολλοί και σήμερον, ότι ο Θεός παρητήθη και μετέδωκεν είς τινας αφώνους δυνάμεις την δημιουργόν ενέργειάν Του. Εκείνος τους λέγει, ότι ο Πατήρ Του έως άρτι εργάζεται· και Αυτός, γινώσκων τον Πατέρα Του, και αγαπώμενος υπ' Αυτού, εργάζεται μετ' Αυτού, και μέλλει να ποιήση μεγαλείτερα έργα ή εκείνα όσα είχε ποιήσει μέχρι τούδε. Ήδη εζωοποίει το πνευματικώς νεκρόν, και ημέρα θα έλθη εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις θ' ακούσωσι την φωνήν Του. Ήδη εχαρίζετο αιωνίαν ζωήν εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν· μετέπειτα η φωνή Του θ' ακουσθή εις την τελευταίαν εκείνην κρίσιν των ζώντων και των νεκρών, την οποίαν ο Πατήρ Του παρέδωκεν εις χείρας Του.

Αξιοσημείωτος είνε εν τη περικοπή ταύτη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (ήτις αναγινώσκεται συνήθως εν τη ακολουθία των νεκρών), η διάκρισις η γενομένη μεταξύ του «οι τα αγαθά ποιήσαντες» και του «οι τα φαύλα πράξαντες». Οι πρώτοι είνε οι αυτουργοί των αγαθών εκείνων πράξεων αίτινες δεν δύνανται ν' αποθάνουν, οι δεύτεροι είνε δούλοι και θύματα παντός του απατηλού και του παροδικού εν τω προσκαίρω κόσμω.

Αυτός εμαρτύρει απλώς περί Εαυτού; Ήσαν τρεις ισχυροί μάρτυρες οίτινες είχον μαρτυρήσει και εμαρτύρουν περί Αυτού· ο Ιωάννης, τον οποίον, αφού επί βραχύ τον εθαύμασαν, ύστερον απέρριψαν· ο Μωυσής, τον οποίον εκαυχώντο ότι ακολουθούσι, και δεν τον ενόουν· ο Θεός αυτός, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι λατρεύουσιν, αλλ' ουδέποτε είδον ούτε εγνώρισαν. Αυτοί ούτοι έστειλαν προς τον Ιωάννην και ήκουσαν την μαρτυρίαν του· αλλ' Αυτός δεν είχε ανάγκην της μαρτυρίας ανθρώπου, την μνημονεύει δε μόνον προς χάριν των, επειδή προς καιρόν ηθέλησαν να εγκαλλωπισθώσιν εις τον λύχνον του θείου φωτός, τον μέγαν εκείνον προφήτην. Αλλ' είχε πολύ υψηλοτέραν μαρτυρίαν από την του Ιωάννου, την μαρτυρίαν θαυματουργού δυνάμεως, εξασκουμένης όχι καθώς οι προφήται είχον εξασκήσει αυτήν, εν τω ονόματι του Θεού, αλλ' εν τω ιδίω Αυτού ονόματι, επειδή ο Πατήρ Του τοιαύτην εξουσίαν είχε δώσει εις την χείρα Του. Τον Πατέρα εκείνον αυτοί δεν τον εγνώριζον· το φως Του το είχον εγκαταλείψει χάριν του σκότους· τον λόγον Του χάριν της ιδίας των νοθείας και αμαθείας· και απέριπτον Εκείνον τον οποίον απέστειλεν. Αλλ' υπήρχε και τρίτη μαρτυρία. Εάν δεν εγνώριζον τίποτε περί του Πατρός, τουλάχιστον εγνώριζον, ή ενόμιζον ότι γνωρίζουν τας Γραφάς. Αι Γραφαί ήσαν εις τας χείρας των· είχον αριθμήσει αυτά τα γράμματα τούτων· και όμως απέρριπταν Αυτόν, περί ου αι Γραφαί εμαρτύρουν. Δεν ήτο πρόδηλον ότι αυτοί, οι δίκαιοι, οι ευσεβείς, οι μικρολόγοι, οι ιερείς, οι θρησκευτικοί άρχοντες του έθνους των, δεν είχον την αγάπην του Θεού εν εαυτοίς, αφού ούτως απέρριπτον τον προφήτην Του, τον λόγον Του, τα έργα Του, τον Υιόν Του;

Και ποίος ο πυρήν της πικρίας ο εν αυτοίς, όστις παρήγεν όλον τούτον τον πικρόν καρπόν; Δεν ήτο η έπαρσις; Πώς ηδύναντο να πιστεύσωσιν οι ζητούντες τιμήν παρ' αλλήλων, και όχι την τιμήν την παρά του Θεού μόνον; Εντεύθεν συνέβη ν' απορρίπτουν τον Ελθόντα επ' ονόματι του Πατρός Του, ενώ ήσαν και θα είνε πρόθυμοι να γίνωνται θύματα παντός ψευδομεσσίου, όπως του Ιούδα και του Θευδά και του Βαρ-Κοχεβά (εις την Ιουδαϊκήν ιστορίαν υπήρξαν υπέρ τους εξήκοντα τοιούτοι), όστις ήλθεν επί τω ιδίω αυτού ονόματι.

Και όμως δεν ήθελε να κατηγορήση αυτούς προς τον Πατέρα· είχον άλλον κατήγορον, τον Μωυσήν, εις ον επίστευον. Ναι, τον Μωυσήν, εις του οποίου τα σμικρότατα ρήματα επηγγέλλοντο ότι υπακούουν — επί των μάλλον τετριμμένων εντολών του Νόμου, του οποίου είχον σωρεύσει όρη όλα φορτίων παραδόσεως και σχολίων, και εις αυτόν ηπίστουν και παρήκουον. Εάν επίστευον τον Μωυσήν θα επίστευον τον Λαλούντα μετ' αυτών, διότι ο Μωυσής περί Αυτού έγραψεν, αλλ' εάν ούτως ηπείθουν εις τα γράμματα, τα οποία επετήδευον ότι τιμώσι, πώς θα ηδύναντο να πιστεύσουν εις τα ρήματα, τα οποία ήκουον μετά λύσσης και μίσους.

Γνωρίζομεν μετά πόσης θανασίμου αδημονίας ηκούσθησαν οι λόγοι ούτοι. Ουδέποτε πρότερον ο Χριστός είχεν ομιλήσει τόσον εναργώς. Φαίνεται ως εάν εν τη Γαλιλαία είχε θελήσει ίνα, η αλήθεια η αφορώσα Αυτόν ανατείλη ως βαθμιαία ηώς επί τας ψυχάς εκείνων οίτινες ήκουον την διδασκαλίαν Του και έβλεπον τα έργα Του· αλλ' ωσανεί εν Ιερουσαλήμ, όπου το κήρυγμά Του υπήρξε βραχύτερον, και οι οπαδοί Του ολιγαριθμότεροι, και οι πολέμιοι Του ισχυρότεροι, και τα έργα της δυνάμεώς Του σπανιώτερα, είχεν αποφασίσει να καταστήση αναπολογήτους τους προκρίτους και άρχοντας του λαού, αποκαλύπτων παραχρήμα εις τας εκπλήκτους ακοάς των την φύσιν της υποστάσεώς Του. Ευκρινέστερον τούτου δεν ηδύνατο να ομιλήση. Εκείνοι Τον είχον καλέσει ενώπιόν των, όπως εξηγήση διατί ηθέτει το Σάββατον· αντί να δικαιολογήση την πράξιν Του, καθώς έπραξεν ενίοτε εν Γαλιλαία, δεικνύων ότι ο υψηλότερος και ηθικός νόμος της αγάπης υπερέχει και μηδενίζει τον χθαμαλώτερον νόμον της εις το γράμμα προσηλώσεως και υποταγής· αντί να δείξη ότι είχε πράξει εν τω πνεύματι εν ώ οι μέγιστοι των αγίων ανδρών είχον πράξει προ Αυτού, και οι μέγιστοι των προφητών εδίδασκον, κηρύττει ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου», ως Υιός και διερμηνευτής Εκείνου όστις είχε ποιήσει το Σάββατον, και όστις καθ' όλην την κραταιάν πορείαν της Φύσεως και της Προνοίας εξηκολούθει να εργάζηται κατ' αυτό.

Εδώ άρα υπήρχον δύο θανάσιμοι κατηγορίαι κατά του Προφήτου τούτου της Ναζαρέτ· ήτο βεβηλωτής του Σαββάτου· ήτο και βλάσφημος κατά του Θεού των. Το πρώτον έγκλημα ήτο αρκούσα αιτία πολέμου και διωγμού· το δεύτερον ήτο υπεραρκούσα δικαιολογία επιμόνων προσπαθειών, όπως επιφέρωσι τον θάνατον Του. «Εδίωκον... και εζήτουν αποκτείναι Αυτόν».

Αλλά προς το παρόν δεν ίχυον να πράξωσι τίποτε· ηδύναντο μόνον να λυσσώσιν εν οργή ματαία, να τρίζωσιν οδόντας και να τήκωνται. Οιαδήποτε αν ήτο η αφορμή, άχρι τούδε δεν ετόλμων να ενεργήσωσι. Δύναμις ανωτέρα της ιδικής των τους περιέστελλεν. Η ώρα του θριάμβου των δεν είχεν έλθη ακόμη· μόνον από της στιγμής ταύτης εξήλθεν εναντίον Του από των καρδιών των ιερέων εκείνων και Φαρισαίων ανέκκλητος απόφασις θανάτου.

Τούτων ούτως εχόντων, ήτο ανωφελές και επιζήμιον δι' Αυτόν να μένη εν Ιουδαία, όπου πάσα ημέρα ήτο ημέρα κινδύνου από τους ισχυρούς τούτους συνωμότας. Δεν ηδύνατο πλέον να μένη εν Ιερουσαλήμ διά το εγγίζον Πάσχα, αλλ' ώφειλε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν. Επέστρεψε δε μετά εναργούς προβλέψεως του αφεύκτου τέλους· εν πλήρει γνώσει ότι αι ώραι του φωτός, εν αις ηδύνατο έτι να εργάζεται έφθινον ολονέν, επερχομένης σκοτίας, και ότι το λοιπόν του έργου Του έμελλε να τελεσθή με το αίσθημα, ότι ο θάνατος επεκρέματο επί της θείας κεφαλής Του.

Pages