43 - 47 Από πού γεννιέται ο θείος έρωτας μέσα στην ψυχή - Point of view

Εν τάχει

43 - 47 Από πού γεννιέται ο θείος έρωτας μέσα στην ψυχή



43. Ο θείος έρωτας γεννιέται μέσα στην ψυχή με την υπακοή στις εντολές και στα θεία δόγματα και με την πνευματική αναζωπύρωση που προξενεί το ζωοποιό Πνεύμα μέσα στην καρδιά, και φουντώνει σαν φλόγα. 



Αυτός είναι σαν κάποια ψυχή της καθαρής και αιώνιας και αέναης θείας προσευχής και η κίνηση, η ενέργεια, η ενότητα και η σύνοψή της, η έκσταση και η δράση και η ιερή πραγματικά απόλαυση από την έλλαμψη·
ο απλανής δρόμος της τέλειας και υπερφυσικής ενώσεως με το Θεό και το αναμφισβήτητο υπερφυσικό ξεκίνημα του ενυπόστατου νοερού φωτισμού, κατά τους Πατέρες, που είναι το δώρο της θεώσεως, ο αρραβώνας της μέλλουσας κληρονομιάς των Αγίων, το ενέχυρο της δόξας του Χριστού, το υπερουράνιο ένδυμα της υπερκόσμιας αγαλλιάσεως, η ιερή σφραγίδα της υιοθεσίας και, με λίγα λόγια, η λαμπρότητα εκείνη που αναδεικνύει τους μετόχους της σύμμορφους με το Χριστό(Ρωμ. 8, 29) και συμμέτοχους της άρρητης θεότητάς Του, ώστε και αδελφούς Του να τους ονομάσει και κληρονόμους Θεού και συγκληρονόμους δικούς Του, όπως και είναι, πράγμα υπερβολικά θαυμαστό.


Γι' αυτό λοιπόν είναι μακάριος εκείνος που με την κατάλληλη επιμέλεια όσων αναφέραμε, απέκτησε τον ανέκφραστο έρωτα του Θεού κι είναι προσηλωμένος με την αγία προσευχή και την ησυχαστική ζωή στο Θεό. Αυτός πράγματι θα είναι ενωμένος με το Θεό και θα υποστεί την υπέρνοη θεοποιό αλλοίωση, θεωρώντας πλέον χαρά τα υπέρ Χριστού παθήματα και επιθυμώντας με όλη του την ψυχή να εκτελεί τις εντολές Του(Ψαλμ. 111, 1). Σε Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
44. Συνέχεια για το θείο έρωτα

44. Από οποιαδήποτε θεωρία, και αυτήν ακόμα των Χερουβείμ, ο Θεός είναι άπειρες φορές απείρως ανώτερος εκ φύσεως. Ο έρωτας όμως που έχει από άπειρη αγαθότητα, οπωσδήποτε θεωρείται. Από αυτόν προήλθαν —ερωτικώς προφανώς— τα κτιστά και ορώμενα, τα οποία πάντως δημιουργήθηκαν για τα νοούμενα. Γι' αυτό κατά πρώτο λόγο ο θείος έρωτας φανερώνεται να περιβάλλει τα νοητά, Αγγέλους δηλαδή και ψυχές, ως πλησιέστερα στο Θεό και οικειότερα.



Γιατί είναι ίδιον της Θεότητας να έχει οικειότερες τις νοερές φύσεις, που φανερά για χάρη τους δημιουργεί ο Θεός αγαπητικώς και με την πρέπουσα, να πούμε, μεγαλοψυχία και μεγαλοφροσύνη και τα άλλα, τα αισθητά. Γι' αυτό βέβαια μπορούν και πολύ λαμπρά να θεωρούν κατά κάποιο τρόπο τον έρωτα τού τελείως καθ' εαυτόν αόρατου Θεού· μέσω δηλαδή των ορωμένων, σαν να είναι κάποιοι θρόνοι Του, να θεωρούν τον έρωτα το νοητό και υπερκόσμιο.

Γιατί μεταξύ του εραστή Θεού και του ερωμένου ανθρώπου προβάλλουν πολλά συμβάντα που κηρύττουν μεγαλόφωνα και από πολλά σημεία τον θείο έρωτα, και μάλιστα όταν μέσα σε καρδιά φωτισμένη ο νους αποκτήσει ακινησία και δύναμη να βλέπει δεχόμενος πνευματική ενέργεια και στη συνέχεια φέγγοντας σαν πυρσός, όταν η ψυχή δεχτεί από τη χάρη τον αρραβώνα της πνευματικής ζωής μέσα στην καρδιά με μία ευαίσθητη νοερή ενέργεια. 

Τότε πια μέσα σε θείο φωτισμό και υπερφυσικά αρχίζει απαραπλάνητα και με ασφάλεια να βλέπει η ψυχή τα γαμήλια, ας πούμε, δώρα του Εραστή της, και ανάλογα να ελκύεται από αυτά να τον θυμάται και να επιθυμεί ν' αναπολεί όσο γίνεται χωρίς παύση αυτά τα θεία δώρα. Από αυτά φαντάζεται στη συνέχεια και το πρόσωπο του Εραστή ευτυχισμένη με έκπληξη υπέρμετρη και γίνεται σαν παράλυτη από τον θείο έρωτα αφήνοντας πίσω της ολότελα την αίσθηση και τη νόηση οποιουδήποτε άλλου, κι απορεί και δε γνωρίζει τι θα γίνει από την υπερβολή της θεωρίας. 

Και ζώντας έτσι αυτά τα πράγματα, σκιρτά και χαίρεται και αδιαφορεί για το σώμα. Και στη συνέχεια ανεβαίνει κάπως κι αυτή ν' αγαπά το Θεό και φτάνει ευτυχισμένη σ' ερωτική φωτιά, γεμίζοντας από τα μυστήρια του Θεού κι έχοντας μέσα στη φλογισμένη καρδιά της την ενέργεια του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος.
Και τότε, κατά τρόπο θαυμαστό, σχηματίζεται ένας ιερός και εξαιρετικά γλυκύς κύκλος της αγάπης από αυτόν τον θεϊκό έρωτα, που προέρχεται από τη γνώση και φανέρωση των κτισμάτων, και ο οποίος κύκλος δείχνει περίλαμπρα το Θεό ως εραστή μας ν' ανεβάζει κι εμάς με τη σειρά μας σε έρωτες Θεού, κατά τους οποίους ερωτευόμαστε κι εμείς το Θεό, έτσι που από το Θεό να αρχίζει και στο Θεό να καταλήγει.

Οπότε βέβαια φθάνομε και σε ομοίωση της θείας εικόνας με το γλυκύ συναίσθημα και την απόλαυση του θείου έρωτα, και γινόμαστε αγαθοί με σοφία, δηλαδή πρακτικοί με θεωρία, του Θεού ερωμένοι και του Θεού εραστές, πάσχοντας τα μυστήρια της θείας και ζωοποιού ενώσεως και εκστάσεως και με μία λέξη τα μακάρια πάθη της γνώσεως του πάμφωτου φωτός, με τη χάρη του Χριστού, του Κυρίου μας.
45. Ο φόβος που περιέχει η αγάπη
45. Εσείς που υψώνεστε σε αγάπες Θεού και σε πνευματικές αναπαύσεις μυστικών ερώτων και γεύεστε με συναίσθηση από αυτό το θεϊκό οινοδοχείο και με άφραστο τρόπο χαίρεστε και γλυκαίνεστε ανάλογα, επειδή παρατηρείτε βάθη μυστηρίων υπερκοσμίων και απολαμβάνετε ανείπωτα και αναπαύεστε σε βαθιά ειρήνη, να φοβάστε ακόμη και, προσέχοντας στο Θεό, να προσεύχεστε και να ταπεινώνεστε με κάθε τρόπο, ακούγοντας τον αγιότατο Δαβίδ που φωνάζει φανερά στο Θεό: «Συ είσαι η αγαλλίασή μου· λύτρωσέ με από αυτούς που με περικύκλωσαν»(Ψαλμ. 31, 7), και που διδάσκει με μεγαλοσύνη, ή μάλλον εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα: «Να υπηρετείτε τον Κύριο με φόβο και να νιώθετε αγαλλίαση γι' Αυτόν με τρόμο»(Ψαλμ. 2, 11).


Βλέπετε επίσης τον Παύλο, το σκεύος της εκλογής(Πράξ. 9, 15), ο οποίος μεταφέρθηκε στον τρίτο ουρανό και εισήλθε στον ιερό παράδεισο και άκουσε τα απόρρητα, τα οποία δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να τα πει(Β΄ Κορ. 12, 2-4), ύστερα από αυτά τα μεγαλεία να φοβάται μήπως, ενώ κήρυξε σε άλλους, ο ίδιος φανεί άξιος αποδοκιμασίας(Α΄ Κορ. 9, 27). Και αν ο θείος διδάσκαλος της οικουμένης Δαβίδ λέει: «Όσοι αγαπάτε το Θεό να μισείτε τα φαύλα»(Ψαλμ. 96, 10), διδάσκει ακριβώς τούτο, όσοι δηλαδή αγαπούν τον Κύριο να φοβούνται. 

Επειδή δηλαδή ο Δαβίδ έβλεπε ότι και μετά την αγάπη στο Θεό, η κακία προσπαθεί να αντιπαραταχθεί και κατά κάποιο τρόπο να συμπλεχθεί με την ψυχή, παραγγέλλει πολύ εύλογα και κατάλληλα, εκείνοι που αγαπούν τον Κύριο και φτάνουν σ' αυτή την κατάσταση, να προσέχουν ακόμη και να μισούν την κακία. Και αν διδάσκεστε να τη μισείτε, άρα πρέπει ακόμη να τη φοβάστε· γιατί αν δεν ήταν άξια φόβου, δε θα παρήγγειλε επιτακτικά ο Προφήτης να τη μισούν όσοι αγαπούν το Χριστό.

Είναι βέβαια υψηλή και θεία και πραγματικά χαριτωμένη κατάσταση να νιώθομε ευφροσύνη και αγαλλίαση κοντά στο Θεό βλέποντας υπερφυσικά μυστήρια, η ψυχή ωστόσο υπόκειται στη μεταβολή και πολύ λίγο απέχει από τη γήινη ύλη και από το σώμα που την περιέχει, ίσως για να είναι και λίγο φοβισμένη στον αδιάκοπο αγώνα της μην τυχόν κλίνει ποτέ προς το σώμα. Κι είναι δεμένη θαυμαστά μαζί του και κατά κάποιο τρόπο συμφωνεί μαζί του θέλοντας μη θέλοντας, και συμπάσχει και σε μερικά έχει αλλοιωθεί από τη φύση της, ώστε μπορεί να πει κανείς ότι δεν έχει εξουσία. 

Κι είναι το σώμα για την ψυχή ανένδοτος αντίπαλος και της δίνει πολλές αφορμές που τη σπρώχνουν σε ολισθήματα. Άρα χρειάζεται αγωνία και προσευχή από το φόβο που ανακύπτει. Έχει μεγάλη ανάγκη φόβου και τρόμου η ψυχή που ανυψώνεται προς το Θεό. Kαι πόσο μεγάλη ανάγκη έχει από προσοχή και προσευχή αφήνω στους πιο στοχαστικούς από τους ακροατές να το σκεφτούν και να το διακρίνουν. Kαι αυτά βέβαια ενώ ήδη θα θεωρεί με τη φωτιστική χάρη του Πνεύματος και θα πάσχει ανάλογα τα της θείας αγάπης.

Aν ο Αδάμ είχε εύλογο φόβο παράλληλα με την υπερβολικά θεομίμητη και προφητική δωρεά που απολάμβανε, δε θα νικιόταν, αλοίμονο, με τόσο άσχημο τρόπο. Το ίδιο και ο Σαμψών που γεννήθηκε από θεία υπόσχεση και ο θεοφόρος Δαβίδ και πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο Σολομών, ο θαυμαστός σε όλα. 

Αν λοιπόν τέτοιοι άνθρωποι είχαν ανάγκη από φόβο και αγωνία και προσοχή παράλληλα με την προσευχή, τί πρέπει να σκεφτούμε για εκείνους που δεν έλαβαν ακόμη την υπερφυσική δωρεά και ενέργεια του Πνεύματος; Που ακόμη δεν ανέβηκαν στους θείους εκστατικούς έρωτες και στις μανικές, ας πούμε, βακχείες του βλεπομένου κάλλους του Θεού; Πόσο φόβο χρειάζονται και τρόμο, προσοχή δίκαιη και προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, αδιάκοπα και με φρόνημα ταπεινό;
46. Η αγάπη είναι τριών ειδών


46. Η πείρα γνωρίζει ότι η αρχή της αγάπης είναι τριπλή, και ανάλογα τριών είδών είναι τα πρώτα της, και βέβαια κι οι λόγοι της είναι τριών ειδών. Υπάρχει αγάπη αισθητική, δηλαδή των αισθήσεων, προς μερικά αισθητά. Πρόκειται για περιπαθή όρεξη κάποιου επιθυμητού· γι' αυτό πολλές φορές και τα άλογα ζώα αγαπούν. Υπάρχει και άλλη αγάπη, λογική έφεση της ψυχής για κάτι που νομίζεται αγαθό, με σκοπό να επιτευχθεί το αγαθό.



Η τρίτη είναι βέβαια νοερή, αλλά είναι από το ζωοποιό Πνεύμα. Είναι ένα υπερφυσικό θέλγητρο που ωθεί το καλό αθέλητα μέσα στην καρδιά και φλογίζει κι ενεργεί με τη θεωρία του άκρου Αγαθού, δηλαδή του Θεού. Γιατί όπως ο Θεός δε θεωρείται με τη θέληση της ψυχής ωραίος και άπειρες φορές πιο ωραίος απ' όλα, αλλά από τη φύση Του, έτσι ανάλογα και ο θείος έρωτάς Του δεν ανάβει με τη θέληση του ανθρώπου, γιατί είναι αεικίνητη φυσική ενέργεια του ζωοποιού Πνεύματος που ενεργεί μέσα στην καρδιά και απέχει τόσο πολύ από το να κινείται από τη θέληση της ψυχής, ώστε να συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή μάλλον αυτή η ενέργεια από τη φύση της κινεί τη θέληση. 

Γι' αυτό και είναι και λέγεται επιπλέον θεία παράκληση, γιατί από το ένα μέρος είναι ενέργεια του Θεού επάνω στην ψυχή με έμπνευση και επιφοίτηση του Πνεύματος, και από το άλλο είναι σχέση της ζωοποιού ψυχής με το Θεό, η μοναδική θαυμάσια ένωση και συμπάθεια, που έλκει και θέλγει ολόκληρο το νου μαζί με όλες τις δυνάμεις της ψυχής με όλη την ορμή προς την ένωση με το θείο κάλλος, μαζί με νοερή επιθυμία του καλού. 

Γι' αυτό και δε λέγεται παράκληση τίποτε από τα προλεχθέντα· ούτε η όρεξη κάποιου επιθυμητού αισθητού, ούτε η έφεση κάποιου αγαθού. Αλλά παράκληση λέγεται μόνο η αγάπη τού κατά τη θεωρία νοερού καλού, που κινείται ως επιθυμία με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος με συναίσθηση μέσα από την καρδιά. Και Παράκλητος ονομάζεται το Άγιο Πνεύμα, του οποίου ενέργεια είναι αυτή, η οποία είναι και πραγματικά αγάπη, και αυτής απεικονίσεις είναι οι άλλες δύο αγάπες. Ή μάλλον, η μία, δηλαδή η αγάπη της ψυχής, που με το λογισμό ζητεί το αγαθό για το αγαθό, είναι δικαιολογημένα απεικόνιση της θείας και πνευματικής αγάπης, ενώ η άλλη, η αισθητική, είναι απεικόνιση της ψυχικής. 

Επομένως, ελάχιστα γνωρίζει κανείς τα της αγάπης, τη γλυκιά διάθεση και την παράκληση, κι έχει πλήρη άγνοια της αγάπης προτού λάβει στην καρδιά του αέναα και φανερά την ενέργεια της ζωοποιού δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος. Γιατί ο λογισμός δεν μπορεί πάντως να κινήσει από μέσα την έδρα των ψυχικών δυνάμεων, δηλαδή την καρδιά, αλλά από έξω· πολύ λιγότερο μπορεί να την κινήσει η αίσθηση. Γι' αυτό και με αυτά μόνο επιφανειακά και εικονικά αγαπά κανείς ο,τιδήποτε. 

Η δύναμη όμως και η ενέργεια του αγίου και ζωοποιού Πνεύματος, όταν καταλάβει από μέσα όλο τον οίκο της ψυχής από τα βάθη της και στη συνέχεια κινεί με το θέλγητρό της, όπως είπα, ολόκληρες τις δυνάμεις της ψυχής στη νοερή θεωρία του άκρου Αγαθού, αρπάζει τελείως την ψυχή προς το θείο κάλλος με αγάπη ουσιαστική και γοητεία υπερκόσμια. Μόνο λοιπόν όποιος κινείται από το Θεό κι έχει μέσα του θεία ενεργήματα όπως αυτά που περιγράψαμε, μόνο αυτός έμαθε με βεβαιότητα, μέσα στο μυστικό βάθος της ψυχής του, τι είναι η ουσιαστική αγάπη και ποια είναι η απόλαυσή της. 

Και ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει ουσιαστικά τίποτε από τα μύρια όσα, ούτε και το Θεό τον ίδιο, πριν γίνει μέτοχος του ζωοποιού Πνεύματος, ακόμη κι αν αγαπά όσο μπορεί· αλλά ούτε και γνωρίζει ακριβώς τί είναι αγάπη και ποιά η ανέκφραστη ηδονή που απορρέει από αυτή με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σε Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.
47. Ο νους ανεβαίνει με τρεις τρόπους προς τη θεωρία του Θεού


47. Όπως η κίνηση του σώματος χρειάζεται και κάτι άλλο, έξω από την τάξη της, εννοώ τα μάτια, και κάτι άλλο πέρα από τη δική της φύση, δηλαδή το φως, έτσι και η κίνηση του νου χρειάζεται μάτια διαφορετικά από την τάξη του νου, και φως άλλο, πέρα από τη φύση του. 

Γι' αυτό δεν είναι και κάθε κίνηση του νου ευπρεπής, αλλά μόνο εκείνη που κινείται με τα μάτια και το φως της χάρης, όπως είπα. Μάτια του νου μέσα μου, όπως πιστεύω, είναι το άνοιγμα της καρδιάς· φως, ο ίδιος ο Θεός που ενεργεί μέσα στην καρδιά μέσω του Πνεύματός Του.

Κι όπως το αισθητό φως δεν κινεί ορθά τον αόμματο, εκτός αν τον οδηγεί κάποιος που βλέπει, έτσι και το νοητό φως, ο Θεός, δεν κινεί το νου εκείνου που δεν έχει άνοιγμα καρδιάς, παρά μόνο μέσω κάποιου που έχει. Αλλά τα αισθητά μάτια δεν ενεργούν, δηλαδή δε βλέπουν, χωρίς φως. Ούτε λοιπόν και το άνοιγμα της καρδιάς ενεργεί χωρίς το Θεό, ή μάλλον ούτε να ανοιχθεί καν η καρδιά υπάρχει πιθανότητα, αν ο Θεός δεν ενεργήσει και δε βλέπεται μέσα σ' αυτή.

--------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 163-168).

Pages