Απριλίου 2019


  Θέλεις να είσαι ευτυχισμένος; Φυσικά και θέλεις! Τότε τι σε εμποδίζει; Η ευτυχία σου εξαρτάται μόνο από εσένα.

  Αυτό υποστήριζε ο Επίκουρος, ένας από τους πιο παρεξηγημένους Έλληνες φιλοσόφους. Το βασικό εμπόδιο για την ευτυχία έλεγε ότι είναι το άγχος.


  Το λεξικό μας λέει ότι άγχος είναι η συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται κυρίως από έντονη συνεχή δυσφορία και οφείλεται σε φόβο ή ανησυχία για κάτι. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ἄγχω που σημαίνει στραγγαλίζω, πνίγω (ότι δηλαδή κάνει το άγχος στην ευτυχία.)

  Η φιλοσοφία του Επίκουρου βασιζόταν σε τέσσερις βασικές αλήθειες. Ονομάζεται και "θεραπεία με τα τέσσερα μέρη", ένα γιατρικό για την επιδημική ασθένεια του ανθρώπινου άγχους: 

  "δεν υπάρχουν θεϊκά πλάσματα που μας απειλούν· δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή· αυτό που χρειαζόμαστε είναι εύκολο να το αποκτήσουμε· αυτό που μας κάνει να υποφέρουμε είναι εύκολο να το υπομείνουμε."

 όπως μας λέει και ο μεταγενέστερος επικουρικός Φιλόδημος στο απόσπασμα του ποιήματος που παρέθεσα στην αρχή της ανάρτησης.

  Ας δούμε αυτά τα τέσσερα μέρη λίγο πιο αναλυτικά:

Μην φοβάσαι το Θεό

  Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε μια κατάσταση σύγχυσης σχετικά με τους θεούς αφού πιστεύουν ότι διαρκώς ασχολούνται με το τι κάνουν οι άνθρωποι και ξοδεύουν όλο το χρόνο και την ενέργεια τους για να τιμωρήσουν τους θνητούς εχθρούς τους και να βοηθήσουν τους πιστούς τους.

Αυτό είναι αντίθετο καταρχήν με την ελευθερία τουανθρώπου (ντετερμινισμός). Επίσης δεν συμβαδίζει με την ιδέα της θεότητας να υπάρχουν θεοί οι οποίοι ανησυχούν και οι οποίοι καταβάλλουν δυνάμεις για να κάνουν κάτι. Ταιριάζει περισσότερο σε αυτούς να βρίσκονται σε μια κατάσταση ευτυχίας, χωρίς άγχη, ανησυχίες και ανάγκες να ζουν μια ζηλευτή ζωή.

Έτσι για τους Επικουρικούς αποτελούν τα πρότυπα στα οποία προσπαθούν να μοιάσουν μέσα στα όρια της ανθρώπινης φύσης.



Ο Επίκουρος έλεγε: "Είμαι έτοιμος να συναγωνιστώ τον Δία σε ευτυχία όσο έχω ψωμί και νερό." Φυσικά μια τέτοια άποψη έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κάθε θρησκεία αφού της αφαιρεί κάθε δύναμη επιβολής πάνω στις μάζες αφού δείχνει ότι δεν είναι θεόσταλτη. Δεν είναι να απορεί κανείς ότι η άποψη του πολεμήθηκε απ' όλες τις θρησκείες και η προπαγάνδα που στήθηκε τον παρουσίαζε ως άθεο.

Μην ανησυχείς για το θάνατο

Ίσως από τις πιο γνωστές ιδέες του. "Μην φοβάστε", έλεγε, "το θάνατο, γιατί όταν υπάρχουμε δεν είναι ο θάνατος παρόν και όταν είναι παρόν δεν υπάρχουμε εμείς". Προκαλεί σύγχυση το να ανησυχείς για την θνητότητά σου και είναι αχαριστία να απεχθάνεσαι τα όρια της ζωής.

Ό,τι είναι καλό είναι εύκολο να το αποκτήσεις

Οι βασικές μας ανάγκες είναι λίγες και εύκολες να αποκτηθούν: φαγητό, νερό, στέγη και ασφάλεια από τους εχθρούς μας. Δεν χρειάζονται για να αποκτηθούν πολύ προσπάθεια ή πολλά χρήματα. Όλες οι άλλες ανάγκες είναι επίπλαστες και απαιτούν κόπο και χρήμα για να αποκτηθούν. Αν μάλιστα καταφέρουμε και τις αποκτήσουμε μας στερούν την ελευθερία γιατί απαιτούν ακόμα περισσότερο κόπο και χρήμα για να τις κρατήσουμε δημιουργώντας φυσικά περισσότερο άγχος. Και ενώ τα σώματα μας χρειάζονται όλα τα παραπάνω, το μόνο που χρειάζονται οι ψυχές μας είναι να είναι πεπεισμένες ότι τα σώματα μας θα πάρουν όλα αυτά που χρειάζονται.

  Σώμα ικανοποιημένο και ψυχή σίγουρη μας κάνουν χαρούμενους και αυτό είναι το κλειδί για την ευτυχία.

 Η Επικούρεια φιλοσοφία μας βοηθάει να καταλάβουμε πόσο λίγα χρειαζόμαστε, να είμαστε ευτυχισμένοι που τα κατέχουμε και να έχουμε την σιγουριά ότι θα συνεχίσουμε να τα κατέχουμε. Από την άλλη δεν υπάρχει λόγος να μην χαιρόμαστε τις εκάστοτε πολυτέλειες αν τύχει να είναι εύκολα προσβάσιμες. Δεν υπάρχει κάτι κακό στην πολυτέλεια αυτή καθ' αυτή, αλλά κάθε εξάρτηση από αυτή είναι επιζήμια για την ευτυχία μας, όπως και κάθε επιθυμία για άχρηστα πράγματα.

Ό,τι είναι τρομερό είναι εύκολο να το υπομείνεις

Αυτή η διδασκαλία είναι ίσως η πιο δύσκολη να αποδεχτούμε. Η αρρώστια και ο πόνος δεν είναι ευχάριστα σε κανένα αλλά η φύση μας έχει κάνει έτσι ώστε να μην υποφέρουμε πολύ από αυτά. Η αρρώστια για παράδειγμα είναι είτε σύντομη, είτε χρόνια και είτε μέτρια ή βαριά, αλλά χρόνια και βαριά είναι εξαιρετικά σπάνιο· έτσι δεν χρειάζεται να ανησυχούμε με την προοπτική ότι θα υποφέρουμε.

Αυτό που έχει την μεγαλύτερη σημασία στη φιλοσοφία του Επίκουρου είναι η πεποίθηση ότι δεν ερχόμαστε στη γη δεμένοι με σχοινιά. Δεν είμαστε οι μαριονέτες ενός δημιουργού· δεν υπάρχει κάποιο σενάριο που πρέπει να ακολουθήσουμε ή από το οποίο περιοριζόμαστε. Από εμάς εξαρτάται να ανακαλύψουμε τους περιορισμούς που μας θέτει η ίδια η φύση μας. Όταν το κάνουμε αυτό βρίσκουμε κάτι ευχάριστο: η ζωή είναι ελεύθερη, η ζωή είναι καλή, η ευτυχία είναι πιθανή και μπορούμε να χαρούμε την ευτυχία των θεών αντί να ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας στις λάθος ιδέες μας γι' αυτούς.

Όταν λέμε ότι η ζωή είναι ελεύθερη δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε ηθικούς περιορισμούς. Είναι λάθος πρακτική να κλέψουμε τους φίλους μας ή να επιτεθούμε σε αγνώστους. Γιατί; Όχι επειδή είπε ο Θεός ότι αυτά είναι ανήθικα, αλλά επειδή είναι ηλίθιο να κάνουμε οτιδήποτε θα μας προκαλέσει ανησυχία. Οι φίλοι και η φιλοσοφία είναι τα δύο μέσα που έχουμε στη διάθεση μας για να μας βοηθήσουν να ζήσουμε τις ζωές μας με σιγουριά και χωρίς άγχος.

"Μην φοβάσαι το Θεό,Μην ανησυχείς για το θάνατο·Ό,τι είναι καλό είναι εύκολο να το αποκτήσεις, καιΌ,τι είναι τρομερό είναι εύκολο να το υπομείνεις."

- Φιλόδημος (Herculaneum Papyrus 1005, 4.9-14)



Πηγή: visaltis.net




  Δεν είναι λίγες οι φορές που διαπιστώνουμε, όχι χωρίς μία κάποια θλίψη και απογοήτευση, ότι ενώ γνωρίζουμε καλά τι πρέπει να κάνουμε, εντούτοις αδυνατούμε, εμποδιζόμαστε, για λόγους που δεν μας είναι ολότελα ξεκάθαροι, να το πράξουμε. Ακόμη χειρότερα: πράττουμε το ακριβώς αντίθετό του. Βρισκόμαστε τότε στην θέση κάποιου που ενώ γνωρίζει, π.χ., ότι το κάπνισμα τον βλάπτει, και μάλιστα ότι μπορεί να κινδυνεύσει η ίδια η υγεία του από αυτό, ωστόσο συνεχίζει να καπνίζει. Ή ακόμη στην θέση κάποιου που ενώ ξέρει καλά ότι η υπερβολική πρόσληψη τροφής βλάπτει το σώμα του, εντούτοις επιδεικνύει κάθε φορά την ίδια λαιμαργία μπροστά στο στρωμένο τραπέζι. Ή, τέλος, στην θέση εκείνου που ενώ γνωρίζει ότι μια απιστία μπορεί να καταστρέψει ανεπανόρθωτα την οικογενειακή του γαλήνη και ζωή, παρόλα αυτά δεν διστάζει μπροστά στο δέλεαρ της επικείμενης ηδονής να αγνοήσει τις κατά τα άλλα πολύ λογικές επιφυλάξεις του. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να κάνουμε αυτό που μας υπαγορεύει η λογική, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τι υπαγορεύει ο λόγος, κι αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο και το αινιγματικό: ενώ γνωρίζουμε ποια είναι η λογική συμπεριφορά και θέλουμε να συμμορφωθούμε με αυτήν, βρισκόμαστε ξαφνικά σε μία κατάσταση στην οποία έχουμε αψηφίσει εντελώς κάθε λογική παραίνεση. Η θέλησή μας εμφανίζεται αδύναμη!

  Πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό; Ή ακριβέστερα: πώς ακριβώς μάς συμβαίνει αυτό; Γιατί, σε μια τέτοια κατάσταση, παύουμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας και αισθανόμαστε ότι υφιστάμεθα, ως έναν βαθμό παθητικά, έναν καθορισμό της συμπεριφοράς μας που δεν προέρχεται αποκλειστικά από τη θέλησή μας, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που επιδρούν αποτελεσματικά πάνω σε εμάς. Για να κατανοήσουμε αυτήν την κατάσταση, θα πρέπει πρωτίστως να λάβουμε υπόψη ότι η γνώση του καλού και του κακού, αυτού που είναι πραγματικά καλό και κακό για εμάς, από μόνη της δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι αρκετή. Η εμφάνισή της και μόνο δεν σκορπίζει ως δια μαγείας τις επιθυμίες που μέσα μας αντιτίθενται στη λογική. Άλλωστε αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, τα πράγματα θα ήταν απλά μα πάρα πολύ απλά, και δεν θα χρειαζόμαστε καμία ηθική. Μάθημα πρώτο: τα πράγματα δεν είναι απλά. Η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας της λογικής είναι εξάλλου στενά συνυφασμένη με την ψευδαίσθηση μιας δήθεν απόλυτης κυριαρχίας της θέλησής μας πάνω στα πάθη και τις επιθυμίες μας. Και όποιος είναι θύμα αυτών των δύο αλληλένδετων ψευδαισθήσεων αδυνατεί, ακριβώς, να κατανοήσει για ποιον λόγο η θέλησή του δεν αρκεί για να καθορίσει την πράξη του. Και έτσι, ενώ «βλέπει το καλύτερο και το επικροτεί, πράττει το χειρότερο»!

  Δεν είναι όμως μοιραίο να πράττω πάντα το χειρότερο. Γιατί όσο αποτελεί ψευδαίσθηση η παντοδυναμία της θέλησης, άλλο τόσο ψευδαίσθηση αποτελεί η ολοσχερής αδυναμία της. Η θέληση δεν είναι ούτε πανίσχυρη, ούτε παντελώς ανίσχυρη. Η σύμφωνη με τη λογική θέλησή μας δεν είναι παρά ένας μόνο από τους παράγοντες που καθορίζουν τις πράξεις μας. Πλάι σε αυτήν, υπάρχει ένα πλήθος άλλων παραγόντων, όπως τα πάθη, τα ένστικτα και οι ενορμήσεις μας, ιδίως αυτές που γεννιούνται από την παρουσία εξωτερικών αιτίων, ανθρώπων ή αντικειμένων, που, χάρη στη λάμψη που αποκτούν στη φαντασία μας, ασκούν πάνω μας μία ακατανίκητη γοητεία. Χωρίς αμφιβολία, δημιουργείται συχνά μέσα μας η επιθυμία να πράξουμε σύμφωνα με τη λογική, όμως η επιθυμία αυτή δεν λειτουργεί στο κενό: εντάσσεται πλήρως στο παιχνίδι της συναισθηματικής μας ζωής και, αναπόφευκτα, βρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού με άλλες αντίθετες επιθυμίες, που αναδύονται συχνά μέσα μας παρά τη θέλησή μας.

  Αυτό που εν τέλει καθορίζει τον τρόπο που θα πράξουμε δεν είναι η ηθική ποιότητα ή η ποιότητα επιθυμίας μας, αν δηλαδή η επιθυμία μας είναι καλή ή κακή, αν προκύπτει από την λογική ή από ένα πάθος, αλλά η δύναμή και η ένταση της επιθυμίας μας και μόνο.

  Για αυτόν τον λόγο είναι στην πραγματικότητα παραπλανητική η φράση: «άλλα μου λέει η λογική μου και άλλα το συναίσθημά μου». Η μάχη δεν είναι ποτέ μεταξύ λογικής και συναισθήματος, μεταξύ θέλησης και πάθους, αλλά πάντα μεταξύ επιθυμιών. Και η έκβαση αυτής της μάχης εξαρτάται πάντα από έναν και μοναδικό κανόνα: τον κανόνα της σύγκρισης των δυνάμεων. Υπερισχύει πάντα η πιο δυνατή επιθυμία, αλλά αυτή, όπως όλοι, αλίμονο, γνωρίζουμε, δεν είναι πάντα η έλλογη επιθυμία.

  Συμβαίνει συχνά η λογική επιλογή να παραμερίζεται, μπροστά σε μία απόλαυση που προσφέρεται εδώ και τώρα. Για παράδειγμα, θα προτιμήσω ένα μικρότερο ποσό που μου προσφέρεται τώρα, από ένα μεγαλύτερο που μου προσφέρεται αργότερα, εξαιτίας της έξαψης που μου προκαλεί η ιδέα του άμεσου οφέλους. Ή ακόμη, προτιμώ να παραμένω σε μία κατά τα άλλα αδιέξοδη σχέση, που ωστόσο ικανοποιεί άμεσα ορισμένες ανάγκες μου, από το να έρθω σε ρήξη και να περάσω κατ’ ανάγκην μία περίοδο μοναξιάς, μέχρις ότου βρω μία σχέση που να με ικανοποιεί πραγματικά. 

  Το μακροπρόθεσμο όφελος μιας περιόδου μοναξιάς φαντάζει πολύ λιγότερο δελεαστικό από το άμεσο όφελος μιας προβληματικής αλλά υπαρκτής συντροφικότητας. Αυτό που χαρακτηρίζει το πάθος είναι η βιασύνη, η τάση για άμεση κατανάλωση του αντικειμένου του πάθους, ενώ η λογική δεν κυριαρχείται από το δέλεαρ του παρόντος, γιατί γνωρίζει ότι ο χρόνος δεν εξαντλείται στο παρόν. Κι όσο πιο ανεπτυγμένη η λογική μέσα μας, τόσο μεγαλύτερη η πικρία μας όταν τη βλέπουμε να εξουδετερώνεται από την επίδραση των παθών μας. Αυτό χωρίς αμφιβολία ήθελε να τονίσει ο Εκκλησιαστής, με την ακόλουθη φράση:

«Όποιος αυξάνει τη γνώση του, αυξάνει την οδύνη του».

  Θα πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι το αριστοτελικό έλλογο ον, που αρκείται στο να ακολουθεί τη μέση οδό, αρνείται την υπερβολή και οι πράξεις του τείνουν να διέπονται πάντα από τον χρυσό κανόνα της φρόνησης. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, τότε θα ήταν εντελώς ανεξήγητο γιατί πράττω κατ’ επανάληψη αυτό που με βλάπτει, ενώ γνωρίζω εκείνο που, αντίθετα, με ωφελεί. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι, στις συνήθεις συνθήκες της καθημερινής ζωής, για τους λόγους που εξηγήσαμε, βρισκόμαστε και θα βρισκόμαστε στην κατάσταση εκείνου που βλέπει το καλύτερο και πράττει το χειρότερο, χωρίς να είναι δυνατόν ποτέ να ξεφύγουμε εντελώς από την κατάσταση αυτή. Εξ ου και η ανάγκη ενός ρεαλιστικού αναπροσδιορισμού του βασικού μας στόχου: όχι να πράττουμε πάντα αυτό που γνωρίζουμε ότι είναι το καλύτερο για εμάς (πράγμα που ισοδυναμεί με μια ηθική ουτοπία), αλλά να μειώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τις περιπτώσεις στις οποίες καταλήγουμε να ενεργούμε με βάση μια επιθυμία που εν τέλει μας βλάπτει, καθώς αντιστρατεύεται εν γνώσει μας το αγαθό.

  Στο σημείο αυτό, η παρέμβαση της ψυχοθεραπείας μπορεί να καταστεί πολύ χρήσιμη: μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε τις αντιφάσεις της επιθυμίας μας, όχι τόσο για να τη μεταβάλουμε εδώ και τώρα, πράγμα δύσκολο αν όχι αδύνατο, αλλά για να αποκτήσουμε καλύτερη επίγνωση των πηγών της, των διαδρομών της και των παραγόντων που την επικαθορίζουν. Δεν πράττω πάντα το καλύτερο, ούτε είναι δυνατόν να το κάνω• αλλά μπορώ να το πράττω ορισμένες τουλάχιστον φορές, και ίσως όλο και περισσότερο, όχι τόσο για να επιβεβαιώσω, μαζί με τον Αριστοτέλη, ότι είμαι έλλογο ον, όσο για να δείξω ότι δεν είμαι ένα ον ολωσδιόλου παράλογο. Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας δεν είναι να δώσει ή να αυξήσει, για κάποιον, την γνώση του καλού και του κακού, που ούτως ή άλλως λίγο – πολύ όλοι την κατέχουμε. Αντίθετα, ο ρόλος της είναι να βρει τρόπους επανασύνδεσης αυτής της γνώσης με την ζωντανή ροή της επιθυμίας. Αυτές οι απόπειρες γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ γνώσης και επιθυμίας είναι τα πρώτα, αλλά ίσως τα πιο αποφασιστικά βήματα προς την ελευθερία.

Για περισσότερες από 11 δεκαετίες γνωρίζουμε ότι η ύλη και η ενέργεια είναι εναλλάξιμες. Η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας μας έδειξε ότι η ύλη μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια, αλλά η μετατροπή της ενέργειας σε ύλη έχει αποδειχθεί μέχρι τώρα πολύ πιο δύσκολη.



   Ακολουθώντας τη συμβατική εκδοχή της Φυσικής επιστήμης, αντιλαμβανόμαστε το ανθρώπινο σώμα ως μία μηχανή που απαρτίζεται σε μικροσκοπικό επίπεδο από άτομα και μόρια. Υπό το πρίσμα, όμως, της κβαντικής θεώρησης, αυτό που υπάρχει πέρα από την έκδηλη φυσική δομή των πραγμάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ενέργεια. Αυτό για μας προσωπικά σημαίνει ότι είμαστε ενεργειακά όντα και αλληλεπιδρούμε με ο,τιδήποτε στο πλαίσιο ενός ενεργειακού πεδίου. Σε έναν κβαντικό κόσμο γίνεται μετατόπιση της προσοχής από την ύλη στην ενέργεια. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την φύση της υγείας μας, καλούμαστε να αντικρίσουμε το αόρατο (ενέργεια), αυτό που υφίσταται πέρα από το προφανές (ύλη). Η μετατόπιση από την ύλη στην ενέργεια αναπόφευκτα φέρνει στο προσκήνιο την αβεβαιότητα, η οποία συγκαλύπτεται όταν κάποιος επικαλεστεί την Νευτώνια οπτική και τη σιγουριά που εμπνέει με τους ασφαλείς αιτιώδεις νόμους της.



  Ποια είναι όμως η σχέση των δικών μας σκέψεων με όλα αυτά;


  Οι σκέψεις είναι μέρος του ενεργειακού πεδίου που μας περιβάλλει. Στον κόσμο που ζούμε επιτελούμε νευρολογικές διεργασίες, στις όποιες συμπεριλαμβάνονται οι σκέψεις, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μαγνητικούς κραδασμούς που εκπορεύονται από τον εγκέφαλό μας προς το πεδίο. Επομένως, δεν είμαστε αποσυνδεδεμένα μικρά κομμάτια που απλώς κυκλοφορούν στο περιβάλλον, αλλά πομποί που δίνουν μορφή στο πεδίο και αυτή η μορφή εκδηλώνεται μέσα από τις εμπειρίες που βιώνουμε στη ζωή. Αν οι σκέψεις μας διαμορφώνουν σε κάποιο βαθμό τον υλικό κόσμο, τότε ίσως αξίζει να αναλογιστούμε για το είδος των σκέψεων που παράγουμε.

  Μία σχετικά πρόσφατη γνώση των φυσικών επιστημόνων που δύσκολα οι περισσότεροι αποδεχόμαστε είναι ότι όλοι σε συλλογικό επίπεδο δημιουργούμε τον κόσμο στον οποίο εμπεριεχόμαστε μέσα από τις παρατηρήσεις μας. Ο κόσμος που παρατηρούμε είναι ο κόσμος που δημιουργούμε. Όταν παρατηρούμε κάτι, το επηρεάζουμε και μόνο που το βλέπουμε, δεν πρόκειται για παθητική δραστηριότητα, αλλά για ενεργή συμμετοχή σε αυτό που παρατηρούμε ενώ εκτυλίσσεται μπροστά μας. Άνθρωποι προσανατολισμένοι στην ανατολική σκέψη, θα συμπλήρωναν ότι αυτό που θα σκεφτείς ή θα ζητήσεις είναι αυτό που θα πάρεις. Και δεν πρόκειται για σύμπτωση. Είμαστε ενεργοί και όχι ενεργούμενα στη φυσική διαμόρφωση του κόσμου που βιώνουμε.

  Βιολογικό υπόστρωμα

  Η Νευτώνια Βιολογία θεωρεί ότι τα σήματα που ελέγχουν τη βιολογία είναι ζήτημα χημείας. Σε αυτήν ακριβώς τη βάση οικοδομήθηκε η φαρμακευτική βιομηχανία, ώστε να κατασκευαστούν νέα σήματα ικανά να τροποποιήσουν την χημική αλληλουχία του οργανισμού. Και φυσικά αναφερόμαστε στα φάρμακα. Αρκεί να γίνει η κατάλληλη ρύθμιση των σημάτων του οργανισμού, ώστε να αποκατασταθεί η πολυπόθητη υγεία του. Στην Κβαντική Φυσική, από την άλλη, τα αόρατα σήματα ενέργειας, που ενυπάρχουν στη μηχανική του πεδίου, είναι πολύ πιο αποτελεσματικά σε σχέση με τα χημικά σήματα των φαρμάκων.

  Όταν κάποιος αρρωστήσει, τότε τί πραγματικά του συμβαίνει; 

  Είναι πιθανό «ελαττωματικά» γονίδια να τροποποιούν τη φυσική ροή των λειτουργιών του οργανισμού, με αποτέλεσμα να μεταπέσει στην ασθένεια. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα! Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων παρουσιάζουν γενετικές ατέλειες στο σκαρί τους και συγκεκριμένα πολύ μικρότερο και από το 5% του συνολικού πληθυσμού. Αυτό σημαίνει ότι το 95% από εμάς έχει φτάσει σε αυτό τον πλανήτη με γονίδια πολλά υποσχόμενα για μία υγιή ύπαρξη. Αν, λοιπόν, στη ζωή κάποιου παρουσιαστεί ένα ατόπημα στη φυσική τάξη του οργανισμού του δεν τίθεται ζήτημα γονιδίων, μάλλον κάτι γίνεται με τα σήματα του σώματός του.

Τι θα μπορούσε όμως να διαταράξει την ισορροπία των σημάτων;

 Ένας πρώτος παράγοντας είναι το τραύμα, η βλάβη που προκαλεί ένα ατύχημα με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η μετάδοση σημάτων από τον εγκέφαλο. Δεύτερο ενοχοποιητικό στοιχείο είναι χημικές ουσίες που διαταράσσουν την συνολική χημεία του σώματος. Τέλος, η τρίτη και πιο σημαντική πηγή για τη μετάδοση ακατάλληλων σημάτων είναι ο νους. Η σύγχρονη Φυσική και Βιολογία προτείνουν μία στροφή της παρατηρητικότητάς μας προς τα φυσικά και ενεργειακά σήματα που συμπεριλαμβάνουν τις σκέψεις. Δεν είμαστε θύματα των γονιδίων, αλλά ενεργητικοί δημιουργοί της ζωής που επιλέγουμε τα γονίδια που ελέγχουν το σύστημα μας με βάση πάντα την αντίληψη περί πραγματικότητας.

Ανάπτυξη vs προστασία: ζήτημα επιβίωσης

Η επιβίωση συνδέεται άμεσα με μηχανισμούς ανάπτυξης μέσω των οποίων αντικαθίστανται κύτταρα που χάνονται καθημερινά στο πλαίσιο της φυσιολογικής φθοράς του οργανισμού. Από την άλλη, ένα άλλο μέρος της επιβίωσης ενεργοποιεί διαφορετικό σύνολο μηχανισμών που είναι χρήσιμοι για την προστασία μας. Έτσι, τα αποθέματα της ενέργειας αξιοποιούνται ώστε να καταφέρουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων εν όψει μίας απειλητικής κατάστασης. Κοινός παρανομαστής και των δύο μηχανισμών είναι η ενέργεια. Κάθε λεπτό της ζωής μπαίνουμε στην τροχιά είτε της ανάπτυξης, είτε της προστασίας, καθώς τα κύτταρα δεν μπορούν να κινούνται σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Όταν ενεργοποιείται ο μηχανισμός της προστασίας κλείνουν οι διακόπτες της ανάπτυξης.





  Η φύση του ανθρώπινου οργανισμού είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να χρησιμοποιούμε την προστασία σε επείγουσες καταστάσεις, όπως στην προσπάθεια να ξεφύγουμε από τα σουβλερά δόντια ενός λιονταριού. Όταν η προστασία παρατείνεται, τότε η επιβίωση τίθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όσο πιο πολύ ζούμε σε φόβο, τόσο περισσότερο η ενέργεια κινείται υπό καθεστώς προστασίας. Στην ανάπτυξη ο οργανισμός είναι ανοιχτός στο περιβάλλον και αφομοιώνει ο,τιδήποτε συμβαίνει, ενώ στην προστασία εκδηλώνεται μία εσωστρέφεια, με την προσδοκία να ξεκαθαρίσει από μόνο του το τοπίο προκειμένου να εκφραστούν οι φυσιολογικές λειτουργίες. Το ερώτημα είναι: η ζυγαριά του καθημερινού βίου τείνει προς την πλευρά της ανάπτυξης ή της προστασίας;

Στον κόσμο που ζούμε η αντίδραση της προστασίας καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο και βιώνουμε φόβους από τους οποίους φαινομενικά δεν μπορούμε να αποδράσουμε. Οι περισσότεροι βιώνουμε στρες σε υψηλές εντάσεις, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να εξουθενώνεται παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη. Ο καθένας μέσα από την προσωπική του εμπειρία μπορεί να διαπιστώσει την σωματική αδυναμία που αισθάνεται, όταν νιώθει ότι πιέζεται από παντού. Και αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι το σημείο όπου τα χαμένα κύτταρα δεν αναπληρώνονται και εκφράζεται η ασθένεια. Γίνεται ηθικά επιβεβλημένο να αναγνωρίσουμε ότι η βιολογία μας δεν διακρίνει την διαφορά μεταξύ πραγματικού και φτιαχτού φόβου, είτε οι πεποιθήσεις μας είναι λάθος, είτε σωστές, το σίγουρο είναι ότι ελέγχουν τη βιολογία μας. Η αντίληψη είναι το στοιχείο εκείνο που δίνει αποχρώσεις στην όποια κατάσταση. Προς ποια κατεύθυνση στρέφεται η παρατήρηση, ενημερότητα και αντίληψη είναι από εκεί και πέρα θέμα επιλογής.

Πηγή: Bruce Lipton 
“How your beliefs control your biology”
via




  Ο φόβος ότι μπορεί να χάσουμε τ’ αποκτήματά μας είναι αναπόφευκτη συνέπεια ενός αισθήματος ασφάλειας που στηρίζεται σ’ αυτά που έχουμε. Θα ήθελα να προχωρήσω αυτή τη σκέψη λίγο περισσότερο.

   
   Μπορεί να καταφέρουμε να μη δεθούμε με την ιδιοκτησία κι έτσι να μη φοβόμαστε ότι θα τη χάσουμε. Αλλά τι γίνεται με το φόβο μήπως χάσουμε την ίδια τη ζωή —το φόβο του θανάτου; Αυτός ο φόβος υπάρχει μόνο στους γέρους ή τους άρρωστους; Ή όλοι φοβούνται το θάνατο; Μήπως το γεγονός ότι μια μέρα θα πεθάνουμε διαποτίζει ολόκληρη τη ζωή μας; Μήπως ο φόβος του θανάτου γίνεται πιο έντονος και πιο συνειδητός μονάχα όταν φτάνουμε στην άκρη της ζωής, είτε από γηρατειά είτε από αρρώστια;


  Χρειαζόμαστε πλατιές και συστηματικές μελέτες από ψυχαναλυτές που θα ερευνήσουν αυτό το φαινόμενο από την παιδική ηλικία ως τα γεράματα και θ’ αντιμετωπίσουν τόσο τις ασυνείδητες όσο και τις συνειδητές εκδηλώσεις του φόβου του θανάτου. Αυτές οι μελέτες δε χρειάζεται να περιοριστούν σε ατομικές περιπτώσεις: μπορούν να εξετάζουν μεγάλες ομάδες, χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες μεθόδους της κοινωνιοψυχανάλυσης. Μια και τέτοιες μελέτες δεν υπάρχουν τώρα, θα πρέπει να βγάλουμε μερικά δοκιμαστικά συμπεράσματα από πολλά σκόρπια στοιχεία.


  Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η βαθιά χαραγμένη επιθυμία για αθανασία, που εκδηλώνεται μέσα από τις πολλές τελετουργίες και δοξασίες που έχουν σαν σκοπό τη διατήρηση του ανθρώπινου σώματος. Από την άλλη μεριά, η σύγχρονη, ειδικά η αμερικανική, άρνηση του θανάτου με την «ωραιοποίηση» του σώματος φανερώνει το ίδιο καθαρά την καταπίεση του φόβου του θανάτου με το καμουφλάρισμά του.


  Υπάρχει μονάχα ένας τρόπος —αυτός που δίδαξαν ο Βούδας, ο Ιησούς, οι Στωικοί, ο Meister Eckhart— για να ξεπεράσουμε πραγματικά το φόβο του θανάτου: αυτός ο τρόπος είναι να μη γαντζωνόμαστε στη ζωή, να μην αισθανόμαστε τη ζωή σαν κτήμα μας.


  Ο φόβος του θανάτου δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που μοιάζει να είναι, ο φόβος δηλαδή ότι, θα πάψουμε να ζούμε. Ο θάνατος δε μας αφορά, είπε ο Επίκουρος, «γιατί όσο υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι ακόμα εδώ: αλλά όταν ο θάνατος είναι εδώ εμείς δεν υπάρχουμε πια» (Διογένης ο Λαέρτιος).


  Βέβαια, μπορεί να έχουμε το φόβο ότι θα υποφέρουμε και θα πονέσουμε πριν πεθάνουμε, αλλά αυτός ο φόβος είναι διαφορετικός από το φόβο του θανάτου. Γιατί ενώ έτσι ο φόβος του θανάτου μοιάζει παράλογος, αν η ζωή βιώνεται σαν απόκτημα δεν είναι καθόλου παράλογος. Τότε ο φόβος δεν είναι για το θάνατο, αλλά γιατί χάνω αυτό που έχω: είναι ο φόβος ότι χάνω το σώμα μου, το εγώ μου, την περιουσία μου και την ταυτότητά μου · είναι ο φόβος ν’ αντιμετωπίσω την άβυσσο της μη ταυτότητας, το να χαθώ.


  Στο μέτρο που ζούμε για να έχουμε, αναγκαστικά φοβόμαστε το θάνατο. Καμιά λογική εξήγηση δε θα μας απαλλάξει απ’ αυτό το φόβο. Αλλά μπορεί να ελαττωθεί, ακόμα και την ώρα του θανάτου, όταν διεκδικήσουμε ξανά το δεσμό μας με τη ζωή, όταν ανταποκριθούμε στην αγάπη των άλλων, που θα ξυπνήσει τη δική μας αγάπη.


  Η προσπάθεια ν’ αποβάλουμε το φόβο του θανάτου δεν πρέπει ν’ αρχίσει σαν προετοιμασία για τον ίδιο το θάνατο, αλλά σαν μια προσπάθεια να εξαφανίσουμε το έχει και ν’ αναπτύξουμε το είναι. Όπως λέει ο Spinoza, οι σοφοί σκέφτονται τη ζωή και όχι το θάνατο.





Οι οδηγίες για το πώς να πεθάνουμε είναι ακριβώς οι ίδιες για το πώς να ζήσουμε.

 Όσο πιο πολύ ελευθερωνόμαστε από την επιθυμία για κατοχή σε όλες της τις μορφές, και ειδικά από την εγωμανία μας, τόσο πιο αδύνατος γίνεται ο φόβος του θανάτου, αφού δεν υπάρχει πια τίποτα να χάσουμε.

************

  Από το βιβλίο του Έριχ Φρομ – Να έχεις ή να είσαι


  Έριχ Φρομ Γερμανός φιλόσοφος και ψυχαναλυτής (1900 – 1980). Γεννήθηκε στη Γερμανία και σπούδασε κοινωνιολογία και ψυχολογία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, της Φρανκφούρτης και του Μονάχου. Ο Έριχ Φρομ προσπάθησε με το έργο του να “συμφιλιώσει” τον Φρόιντ με τον Mαρξ, να συνδυάσει δηλαδή την ψυχανάλυση με τον “ουμανιστικό” μαρξισμό. Ως ψυχαναλυτής ο Φρομ υπέβαλε σε κριτική τον Mαρξ γιατί είχε υποτιμήσει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων παθών και τη σημασία του ψυχολογικού παράγοντα. Παράλληλα όμως επέκρινε τον Φρόιντ γιατί υπογραμμίζοντας τις βιολογικές εξαρτήσεις ­και επομένως το αμετάβλητο­ της ανθρώπινης φύσης δεν μπόρεσε να φτάσει σε μιαν ορθή ερμηνεία των ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων.

via




  Το παρακάτω κείμενο είναι το πρώτο μέρος της εισαγωγής στον πρώτο τόμο της σειράς Ιστορία της Φιλοσοφίας, σε επιστημονική επιμέλεια Ουμπέρτο Έκο και Ρικάρντο Φεντρίγκα. Η μετάφραση στα ελληνικά είναι της Βασιλικής Πατίκα, από την ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα.



Τι είναι η φιλοσοφία


του Ουμπέρτο Έκο


  Αν αφήσουμε στην άκρη την αρχική ετυμολογία, σύμφωνα με την οποία «φιλοσοφία» σημαίνει «αγάπη για τη σοφία», το να ορίσουμε τη φιλοσοφία είναι δύσκολο, δεδομένου ότι το νόημα της λέξης αλλάζει ανά τους αιώνες. Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι ο άνθρωπος ξεκίνησε να φιλοσοφεί (όπως έλεγε ο Αριστοτέλης) ως αντίδραση στα παράδοξα φαινόμενα, αλλά σε παράδοξα φαινόμενα απαντά η ερώτηση «ποιος έχει κάνει όλα όσα μας περιστοιχίζουν;» (ερώτηση οπωσδήποτε φιλοσοφική, αν και κοινή σε όλες τις θρησκείες), καθώς και η ερώτηση «πώς γίνεται όλα τα μηρυκαστικά να έχουν κέρατα, εκτός από την καμήλα;» – μία ερώτηση στην οποία ο Αριστοτέλης προσπάθησε να απαντήσει, αλλά σήμερα την απευθύνουμε προς την επιστήμη και όχι τη φιλοσοφία.


  Ακόμα κι αν η επιστήμη καλείται σήμερα να μας εξηγήσει την προέλευση και τη φύση των μηρυκαστικών και είναι σε θέση να μας εξηγήσει ότι αυτά αποτελούν προϊόντα της φυσικής εξέλιξης, απομένει μία ερώτηση καθαρά φιλοσοφική για την οποία ακόμα δεν υπάρχει σαφής απάντηση: «ακόμα κι αν τα μηρυκαστικά είναι προϊόντα της φυσικής εξέλιξης, υπάρχει ένα ανώτερο σχέδιο το οποίο όρισε τους νόμους της φύσης που καθόρισαν την εξέλιξή τους με αυτόν τον τρόπο (και λόγω αυτού κάθε βόδι σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο έχει κέρατα);» Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο πρόβλημα της ύπαρξης (ή όχι) του θεού. Η επιστήμη μάς λέει ότι δεν είναι απαραίτητο να υποθέτουμε την ύπαρξη ενός δημιουργού προκειμένου να εξηγήσουμε την προέλευση του σύμπαντος και της ζωής, αλλά δεν μπορεί να μας αποδείξει ότι ο θεός δεν υπάρχει – ακριβώς όπως δεν μπορεί να αποδείξει και ότι υπάρχει, παρόλο που κατά τον Μεσαίωνα ο Θωμάς Ακινάτης πίστευε ότι μπορούσε να αποδείξει την πίστη με τη λογική και διατύπωσε πέντε (φιλοσοφικές) αποδείξεις για την ύπαρξη του θεού. Έπειτα όμως ο Καντ υποστήριξε ότι αποδείξεις τέτοιου τύπου δεν ευσταθούν σύμφωνα με τη λογική και ότι η ύπαρξη του θεού θα μπορούσε να τεθεί ως αξίωμα μόνο για ηθικούς λόγους. Και κάπως έτσι, όσο κι αν η φιλοσοφία διευρύνει το έδαφος της επιστήμης, συνεχίζει (ας μας επιτραπεί η έκφραση) να χώνει τη μύτη της παντού.


  Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι, παρόλο που από την αρχαιότητα έως σήμερα η ανθρωπότητα έχει αναθέσει στην επιστήμη να βρει απαντήσεις για ορισμένα ερωτήματα, υπάρχουν άλλα για τα οποία η επιστήμη δεν έχει απαντήσεις (παραδείγματος χάριν, τι είναι το καλό και το δίκαιο, υπάρχει η ιδέα μίας Πολιτείας ανώτερης από τις άλλες, γιατί υπάρχει το κακό και ο θάνατος, και ούτω καθεξής) και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο της φιλοσοφικής έρευνας. Κάποιος, άλλωστε, είπε ότι η φιλοσοφία είναι η επιστήμη που ασχολείται με τα ερωτήματα για τα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις.


  Πρόκειται για μία υπερβολική διατύπωση. Πράγματι, υπάρχουν ερωτήματα για τα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις, αλλά το ίδιο συμβαίνει και στον χώρο των επιστημών, για παράδειγμα ποιος είναι ο μεγαλύτερος μονός αριθμός: με το πρόβλημα αυτό ασχολείται η επιστήμη των μαθηματικών ή, πιο σωστά, η επιστήμη της φιλοσοφίας των μαθηματικών. Η φιλοσοφία όμως ασχολείται με ερωτήματα για τα οποία οι άλλες επιστήμες δεν βρίσκουν απαντήσεις, όπως: Τι σημαίνει είναι; Έχει διαφορά να πούμε εγώ είμαι, με την έννοια του υπάρχειν, ή να πούμε ότι τα σκυλιά είναι θηλαστικά ή ότι είμαι γεννημένος το έτος τάδε ή ακόμα και να αναρωτηθούμε τι είναι ο χρόνος. Υπάρχουν διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους αποδεχόμαστε ότι μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες και ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί; Αν εγώ πιστεύω ότι είναι αλήθεια ότι τα σκυλιά είναι θηλαστικά, ότι τώρα βρέχει, ότι οι Τρεις Μάγοι επισκέφθηκαν τον Ιησού, ότι ο Ναπολέων πέθανε στην Αγία Ελένη και η ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες, όλες μου αυτές οι πεποιθήσεις είναι με την ίδια έννοια «αληθείς»; Και τι είναι η αλήθεια; Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, αλλά, αντίθετα, έχουν δοθεί υπερβολικά πολλές και υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί της αλήθειας.


  Ίσως το εξέχον φιλοσοφικό ερώτημα ήταν και είναι «γιατί να υπάρχει κάτι και όχι τίποτα;».


Αυτά τα ερωτήματα μπορεί να είναι δύσκολα, και ορισμένοι ίσως σκεφτούν ότι οι φιλόσοφοι δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και ασχολούνται με αυτά. Αλλά ας αναλογιστούμε έναν άνθρωπο κακορίζικο, τσακισμένο από τη δυστυχία ή την αρρώστια, που αναρωτιέται «Μα γιατί να γεννηθώ; Δεν γινόταν οι γονείς μου να μη με έφερναν στον κόσμο;». Ο ταλαίπωρος αναρωτιέται κάτι βασικό για τον ίδιο, κι όμως φιλοσοφεί, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει, ακριβώς όπως η γνωστή φιγούρα του Μολιέρου δεν κατάλαβε ποτέ ότι μιλούσε σε πρόζα.


Ιδού μερικά άλλα ερωτήματα, κατά βάση φιλοσοφικά, που ακόμα και οι φυσιολογικοί άνθρωποι θέτουν στον εαυτό τους: Υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί πρέπει να υποφέρουμε; Υπάρχει μετά θάνατον ζωή όπου θα αποζημιωθώ για τα βάσανά μου; Ο σύντροφός μου μού φαίνεται ο πιο όμορφος στον κόσμο, αλλά τι είναι η ομορφιά; Είναι καλύτερα να είμαστε όλοι ίδιοι ή να ανταμείβεται ο καθένας για τα προτερήματά του; Μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες, και το πιστεύω, αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, ή μήπως θα αρκούσε ένας αθάνατος για να καταρρίψει αυτή την πεποίθηση; Αν εξωγήινοι έρχονταν στη Γη με έναν ιπτάμενο δίσκο, θα πίστευαν και αυτοί ότι μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες; Τα ζώα έχουν ψυχή; Εγώ έχω; Και τι είναι η ψυχή; Και που βρίσκεται; Και τι είναι η μνήμη, δεδομένου ότι αν κάποιος χάσει εξ ολοκλήρου τη μνήμη του, μοιάζει να μην έχει πια ούτε ψυχή; Γιατί κλαίω με όσα συμβαίνουν σε πρόσωπα της μυθοπλασίας, παρόλο που ξέρω ότι είναι ψέματα; Είναι καλύτερα να πλουτίσει κανείς ξαποστέλνοντας όλους τους άλλους ή να ζει αλτρουιστικά; Λένε ότι ένας χοίρος είναι εξυπνότερος από ένα σκυλί· τότε εγώ γιατί προτιμώ να βγάζω βόλτα τον σκύλο; Έχει να κάνει με τη φιλία, την αγάπη, την ταύτιση; Και τι είναι η φιλία, η αγάπη, η ταύτιση; Γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος που αγαπώ είναι τέλειος, ο καλύτερος απ’ όλους· αν ήμουν σε άλλο γραφείο ή ζούσα σε άλλη πόλη θα είχα αγαπήσει κάποιον άλλον; Τι διαφορά έχει να αποδεικνύεις σε κάποιον με τεκμήρια μία μαθηματική αλήθεια (για παράδειγμα το Πυθαγόρειο θεώρημα) και να πείθεις κάποιον (για παράδειγμα να ψηφίσει ένα συγκεκριμένο κόμμα και όχι ένα άλλο); Αν η απόδειξη ενός θεωρήματος μας φαίνεται «λογική», το να πειστούμε για την ψήφο μας εξαρτάται από επιλογές «μη λογικές»; Ή από επιλογές απλώς «εύλογες»; Η απόδειξη του θεωρήματος δεν κάνει επίκληση στο συναίσθημα, ενώ η απόφαση της ψήφου βασίζεται πέρα απ’ όλα τα άλλα σε προτιμήσεις, αισθήματα, συναισθήματα, θα πρέπει άρα να έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους μαθηματικούς (στους τεχνικούς) απ’ ό,τι στους πολιτικούς; Τι διαφορές υπάρχουν μεταξύ της λογικής, της νόησης, του συναισθήματος, της πεποίθησης, των προτιμήσεων, των επιλογών από συνήθεια; Σε τι βαθμό το σώμα μας επεμβαίνει στον εγκέφαλό μας;


Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον: είναι όλα φιλοσοφικά ερωτήματα και δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής φιλοσοφίας για να τα διατυπώσει. Τα φιλοσοφικά ερωτήματα αφορούν τον καθένα από εμάς.


Φυσικά, μπορείτε να αποφασίσετε ότι όλα αυτά τα ερωτήματα είναι χάσιμο χρόνου και ότι μπορούμε να ζήσουμε μια χαρά διασκεδάζοντας, βγάζοντας χρήματα ή πεθαίνοντας της πείνας χωρίς αυτά να μας επηρεάσουν. Αλλά, πέραν του ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να αντισταθούν στην έλξη προς αυτά τα ερωτήματα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας αυτά τα «ασήμαντα» ερωτήματα καθόρισαν τον τρόπο ζωής μας, ώθησαν ομάδες σε θρησκευτικούς πολέμους, επηρέασαν ριζικά τις έρευνες των επιστημόνων, καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη ζωή, τη διασκέδαση, το κέρδος και τα βάσανά μας, ακόμα και αυτών που δεν το αντιλήφθηκαν ποτέ.






   Από τα πολλά που έχει η λατρεύουσα ορθόδοξη ψυχή, επιλέγουμε και σχολιάζουμε στη συνέχεια μια πανηγυρική σταυροαναστάσιμη ανύμνηση, η οποία απαγγέλλεται σεμνόπρεπα στον Όρθρο της Κυριακής μετά το πέρας του εωθινού Ευαγγελίου:


«Ανάστασιν Χριστού Θεασάμενοι, Προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν Τον Μόνον Αναμάρτητον. Τον Σταυρόν Σου Χριστέ Προσκυνούμεν, Και Την Αγίαν Σου Ανάστασιν, Υμνούμεν Και Δοξάζομεν· Συ Γαρ Ει Θεός Ημών, Εκτός Σου Άλλον Ουκ Οίδαμεν, Το Όνομά Σου Ονομάζομεν. Δεύτε Πάντες Οι Πιστοί Προσκυνήσωμεν Την Του Χριστού Αγίαν Ανάστασιν·ιδού Γαρ Ήλθε Διά Του Σταυρού, Χαρά Εν Όλω Τω Κόσμω. Διά Παντός Ευλογούντες Τον Κύριον, Υμνούμεν Την Ανάστασιν Αυτού. Σταυρόν Γαρ Υπομείνας Δι Ημάς, Θανάτω Θάνατον Ώλεσεν».



  Μιας και είδαμε την Ανάστασιν του Χριστού, ας προσκυνήσουμε με ευλάβεια τον άγιο Κύριο Ιησούν, που είναι ο μόνος αναμάρτητος. Το σταυρικό πάθος σου Χριστέ προσκυνούμε και την εκ νεκρών σου ανάσταση υμνούμε και δοξάζουμε· διότι συ είσαι ο Θεός μας, εκτός από εσένα δεν γνωρίζουμε άλλο (Θεό), το όνομά σου το άγιο ομολογούμε και επικαλούμαστε. Ελάτε όλοι οι πιστοί να προσκυνήσουμε ευλαβικά την αγία Ανάσταση του Χριστού· γιατί, να, με το σταυρικό πάθος του έγινε αιτία μεγάλης χαράς σε όλο τον κόσμο. Παντοτινά ευλογώντας τον Κύριο υμνούμε την ένδοξη Ανάστασή Του· διότι υπομείνας για χάρη μας το σταυρικό μαρτύριο, με το θάνατό του κατέστρεψε το θάνατο.



«Ανάστασιν Χριστού Θεασάμενοι»,



Η λειτουργική σύναξη, το εκκλησιαζόμενο σώμα του Χριστού, αξιώθηκε να δει την ανάσταση του Κυρίου. Αυτήν βλέπει κάθε Κυριακή στην ακολουθία του Όρθρου πριν από τη Θεία Λειτουργία και μετά την ανάγνωση του εωθινού Ευαγγελίου, που ως υπόθεσή του έχει το γεγονός της αναστάσεως του Σωτήρος. Δεν πρόκειται φυσικά για μια φυσιολογική όραση του υπερφυούς γεγονότος. Με τα φυσικά του μάτια κανένας αξιώθηκε να το δει. Ούτε οι ευσεβείς μυροφόρες που έσπευσαν πρωΐ στο σφραγισμένο μνημείο ούτε κανένας άλλος από τον κύκλο των μαθητών. Αυτοί μπόρεσαν να δούν σωματικά, τον αναστημένο Κύριο, να τον προσκυνήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του, όχι όμως να δουν αισθητά το γεγονός της θείας του εγέρσεως. Ο μόνος μάρτυρας ήταν ασφαλώς το λειτουργικό πνεύμα του Θεού.

Η δική μας θέαση του θαύματος του Θεού είναι απόκρυφη και μυστική. Με τα σωματικά μάτια μας δεν βλέπουμε ούτε το γεγονός ούτε και τον αναστάντα Κύριο της δόξης. Τον βλέπουμε μόνο μυστικά με τα νοερά μάτια της ψυχής μας. Τον προσεγγίζουμε με την πίστη μας θεώμενοι τη λαμπρότητα της θεανθρωπίνης δόξας του. Κι αυτό έχει μεγάλη αξία στην εκτίμηση του Κυρίου μας. Όταν ο Θωμάς, ο δύσκολος μαθητής, νικημένος από την εξωτερική φυσική του αίσθηση, μπόρεσε να προσεγγίσει τον εγηγερμένο Διδάσκαλο, αυτός του δήλωσε: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29).

Για μας η θέαση της Αναστάσεως είναι θέαση καρδιάς. Ο λόγος σ’ αυτήν έχει διπλωμένα τα φτερά του· είναι λίγος για την υπέρλογη θεία ανάβαση. Μόνο οι ταπεινές και πυρπολούμενες από αγάπη καρδιές, τα φτωχά πνεύματα του Θεού, μπορούν να χωρέσουν μέσα τους το άφθαρτο μυστήριο του Θεού, τον νικημένο και ολόφωτο τάφο, να δουν τον Κύριο ως νυμφίον εκ του μνημείου προερχόμενον, ν’ ανακραθούν με το άκτιστο φώς της αναστάσεως, να νοιώσουν τις ηδύτητες της θείας βασιλείας, να έχουν την αίσθηση ότι νίκησαν το θάνατο, και να πλημμυρίζουν από τη χαρά και την ελπίδα που χαρίζει στις άδολες ψυχές η αναστάσιμη δόξα του Θεού.



«Προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον, Ιησούν Τον Μόνον Αναμάρτητον».



Μετά τη μυστική θέαση της αναστάσεως και αφού, η ψυχή του γεμίσει από το άκτιστο φώς του Χριστού, το εκκλησίασμα, συνεπαρμένο από τη χάρη του λυτρωτικού θαύματος, νοιώθει βαθειά την ανάγκη να προσκυνήσει τον Κύριο και Λυτρωτή του. Η προσκύνηση που γίνεται με την κάμψη του γόνατος είναι σημείο δηλωτικό λατρείας, που ανήκει μόνο στον αληθινό Θεό. Οι όποιες άλλες λατρείες που επιβάλλονται σε άλλους από ανθρώπους εξουσιαστικούς, υπερφίαλους και αλαζόνες, είναι δαιμονικές. Αυτές μόνο ο Εωσφόρος και το σκοτεινό επιτελείο του μπορούν να επιζητήσουν. Τέτοια ήταν η απαίτηση του Ναβουχοδονόσορα, ηγεμόνα της Βαβυλώνας, ο οποίος ζήτησε επί ποινή από τους υπηκόους του να προσκυνήσουν τη χρυσή εικόνα του, απαίτηση που κόστισε τη ζωή στους τρεις ευσεβείς παίδες των Εβραίων. Η προσκύνηση των χριστιανών είναι εντελώς διαφορετική. Ο Θεός τους δεν είναι δύναμη της φύσεως ή ξόανο ή πρόσωπο ανθρώπινο, αλλ’ ο άφθαρτος και αιώνιος Θεός, ο δημιουργός του κόσμου, ο προνοητής και σωτήρας τους· είναι ο Πατέρας τους που κατοικεί στους ουρανούς, ο οποίος πραγματικά τους αγαπά και τους πνίγει στις δωρεές και τ’ αγαθά του.

Είναι Θεός προσωπικός, χωρίς πανθεϊστικές αναχύσεις και αναφορές· Θεός τριαδικός, ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα το άγιο, που τους συνάπτει η ίδια τριαδική βουλή και ενέργεια και η ίδια αγαπητική αλληλοπεριχώρηση. Ο ιδρυτής δε της χριστιανικής πίστεως, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, είναι ο αΐδιος Λόγος του Θεού, που είχε στο πρόσωπό του ενωμένες τη θεία και την ανθρώπινη φύση, που έζησε στη γη και έδωσε τη μάχη εναντίον της φθοράς και του θανάτου και ο οποίος νίκησε την αμαρτία και το διάβολο, γιατί ήταν άγιος, ο μόνος αναμάρτητος. Δεν υπήρχε στοιχείο αμαρτίας στην ολοκάθαρη φύση του, γιατί δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως, φλυαρούσαν οι αιρετικοί (στην αρχαιότητα οι Αρειανοί και σήμερα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά), αλλ’ άνθρωπος πραγματικός που βγήκε από την Παναγία Μητέρα του, ενωμένος όμως, από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς του, με τον αΐδιο Λόγο του Θεού. Ο Χριστός δεν αμάρτησε ποτέ κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, όπως μαρτυρούσαν οι μαθητές: «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Πετ. 2, 22). Αλλ’ ούτε είχε τη δυνατότητα να αμαρτήσει το θεανδρικό του πρόσωπο. Και η μικρή έστω υπόνοια ότι μπορούσε ν’ αμαρτήσει ο Χριστός, αφήνοντας εκτεθειμένη στην αμαρτία και τη συνημμένη με την ανθρώπινη φύση θεότητα, αμαυρώνει το υπερφυές μυστήριο της πίστεως, καταστρέφοντας τελικά και το λυτρωτικό έργο του Σωτήρα. Ο τονισμός της μεγάλης αυτής αλήθειας έχει μεγάλη σημασία για την ευαισθησία της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Μονάχα ο άγιος και παντοδύναμος Θεός μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο απα την πτώση του στην αμαρτία. Καμιά άλλη δύναμη, είτε άγγελοι είτε άνθρωποι, δεν είχαν τη δύναμη να λυτρώσουν τον άνθρωπο από τη δουλεία της φθοράς. Γι αυτό και η ορθόδοξη ψυχή, πλημμυρισμένη από το φως της αναστάσιμης θέας, σπεύδει να προσκυνήσει με ευλάβεια τον άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.



«Τον Σταυρόν Σου Χριστέ Προσκυνούμεν»,





Η λατρεία της Εκκλησίας εξειδικεύεται. Προσκυνούμε, Κύριε, το άγιο πρόσωπό σου, που δεν γνώρισε κανένα ίχνος αμαρτίας. Λατρεύουμε ευλαβικά το μυστήριο της λυτρωτικής θείας οικονομίας σου, την παρουσία σου στον κόσμο, τη ζωή τη γεμάτη κακοπάθεια και οδύνη που θεληματικά ανέλαβες, για να ζήσουμε εμείς τη ζωή του Θεού στα χαλάσματα της αποστατημένης μας φύσεως. Δοξάζομε το όλο σου λυτρωτικό θείο μυστήριο, το απερινόητο θαύμα της θείας σου ενανθρωπήσεως. Ειδικότερα όμως προσκυνούμε το σταυρό σου, το σεβάσμιο ξύλο στο οποίο εξέτεινες τις άχραντες παλάμες σου, επισυνάγοντας «τα το πριν διεστώτα», δηλαδή Θεόν και άνθρωπο που τόσο βαθιά εχώρισε η αμαρτία· το τίμιο ξύλο που πότισες με το άγιο αίμα σου, για να ξεπλύνεις τους ρύπους και τα αμαρτωλά αίσχη ολόκληρου του κόσμου και να κάνεις ν’ ανθίσει στην ερημιά του Γολγοθά το νέο δέντρο της ζωής, ο βλαστός της ουράνιας θείας βασιλείας. Προσκυνούμε το ξύλο του σταυρού στο οποίο εκάρφωσες και έσχισες το γραμμάτιο των αμαρτιών μας, που τόσο αλόγιστα υπέγραψε στην Εδέμ το πρωτόπλαστο ζεύγος, «δειγματίσας εν παρρησία» τις υπενάντιες αρχές και εξουσίες, τις οποίες εθριάμβευσες με τη φωτιά του λυτρωτικού πάθους σου (Κολ. 2, 15) το ξύλο, το οποίο μας εξιλέωσε μπροστά στον Άγιο Θεό, μας έκανε και πάλι παιδιά του Θεού αγαπητά, μας άνοιξε την κλειστή πύλη της Εδέμ, οδηγώντας μας στα φωτεινά σκηνώματα του ουρανού.

Στο δυτικό εκκλησιολογικό χώρο, κυρίως τον προτεσταντισμό, υπήρχε—και εξακολουθεί νά υπάρχει—μια πολύ μεγάλη προκατάληψη εναντίον της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Μεταξύ των πολλών που της καταμαρτυρούν, ότι τάχα είναι Εκκλησία χωρίς θεολογική κίνηση και ζωή, προσκολλημένη δουλικά σε μια στείρα παράδοση και τυπολατρεία, της εκτοξεύουν και τη συκοφαντία, ότι τόσο στην θεολογία όσο και στην πρακτική βίωση της πίστεώς της παραθεωρεί τη σημασία του σταυρικού πάθους του Χριστού, υπερτονίζοντας την αγία του ανάσταση. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι, ότι οι τόσο αρνητικές εκτιμήσεις αυτές προέρχονται από προκατάληψη οφειλόμενη σε οδυνηρή άγνοια της υποστάσεως, της ζωής και του θεολογικού δυναμισμού της Ορθοδοξίας, της οποίας κέντρο σε όλες τις εκφάνσεις της ατομικής και της συλλογικής της ευσέβειας και λατρείας είναι ο τίμιος σταυρός.



«Και Την Αγίαν Σου Ανάστασιν Υμνούμεν Και Δοξάζομεν»·



Μετά τον τίμιο Σταυρό, το ξύλο το σεπτό και σεβάσμιο, η ορθόδοξη ευσέβεια υμνεί και δοξάζει τη ζωηφόρο του Κυρίου ανάσταση. Στη συνείδησή της οι δύο αυτές στιγμές του λυτρωτικού έργου του Χριστού πάνε μαζί, στενότατα δεμένες και αδιαχώριστες. Πίσω από το σταυρό ροδίζει η ανάσταση. Ο Γολγοθάς εκβάλλει στο νικημένο μνήμα του εξ Αριμαθαίας Ιωσήφ. Η πίκρα του σταυρικού μαρτυρίου αναλύεται στη μεγάλη χαρά και τη φαιδρότητα της θείας εγέρσεως. Και τα δύο αυτά γεγονότα η Ορθοδοξία γιορτάζει συνδυασμένα, ως Πάσχα σταυροαναστάσιμο. Η λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση, απελευθέρωση. Στην Παλαιά Διαθήκη οι Εβραίοι γιόρταζαν το Πάσχα τους εις ανάμνηση της απελευθερώσεώς τους από τη στυγνή δουλεία των Αιγυπτίων και της διαπεραίωσής τους στη γη των υποσχέσεων του Θεού, τη γη την ρέουσα μέλι και γάλα. Εμείς οι χριστιανοί γιορτάζουμε το Πάσχα σαν απελευθέρωσή μας από τη σκοτεινή πνευματική δουλεία του νοητού Φαραώ, από την κακότητα και κακουργία των πονηρών πνευμάτων της αποστασίας, του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου (Ιω. 12, 31), συνημμένα με τη διαβίβασή μας στη γη του Θεού, στην ομορφιά και τη διαύγεια της θείας βασιλείας, στην ολοφώτεινη χώρα των αγίων και των αγγέλων. Το Πάσχα των πιστών κυριαρχείται από δύο κορυφαίες στιγμές της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού, το πάθος και την ανάσταση. Από όποια οπτική γωνία κι αν το δούμε, θα το δούμε ενιαίο και αδιάσπαστο, άσχετα αν η Ορθοδοξία τιμά την Ανάσταση με ιδιαίτερη λαμπρότητα και χαρά πανηγυρική ως την κατ’ εξοχήν εορτή της και πανήγυρη. Με το σταυρικό του θάνατο ο Σωτήρας κατήργησε «τον το κράτος έχοντα του θανάτου» (Εβρ. 2, 14), συνέτριψε την κεφαλή του νοητού δράκοντα (του διαβόλου), αφάνισε τη δύναμη της αμαρτίας, αποκατέστησε τη διαταραχθείσα σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων με τη δύναμη της υπέρτατης ιλαστικής θυσίας του, δώσας τη ζωή του «λύτρον αντί πολλών» (Μάρκ. 10, 45). Στο σταυρό έπεσαν οι διαχωριστικοί φραγμοί γκρεμίστηκαν τα εμπόδια που έφρασαν την είσοδο στη ζωή, ο αποστατημένος άνθρωπος βρήκε και πάλι τον πλάστη του που έχασε στο μοιραίο περιβόλι της Εδέμ, γέμισε από Θεό το σατανοκρατούμενο λογικό δημιούργημα ενώ με την ανάσταση η φύση ντύθηκε την ομορφάδα του Θεού, άστραψαν σ’ αυτήν οι φωτοειδείς χαρακτήρες της θείας ενέργειας, νικήθηκε ο θάνατος και καταπόθηκε η φθορά, όλα, άνθρωποι και κτίσματα, μπήκαν στη διάσταση της άφθορης θείας δόξης. Η νίκη κατά της φθοράς συντελέστηκε ήδη στους σκοτεινούς μυχούς του άδη, όπου η αστραπή της θεότητας ενέκρωσε το αμειδές (αγέλαστο) χωρίο του θανάτου, θραύοντας τα αιώνια δεσμά που κρατούσαν φυλακισμένα τα πνεύματα των απ’ αιώνος νεκρών. Με την ανάσταση του Χριστού γέμισε χαρά η πλάση. «Ώ Πάσχα λύτρον λύπης», αναφωνεί με ανακούφιση ο λυτρωμένος από την κατήφεια του θανάτου κόσμος.

«Συ Γαρ Ει Θεός Ημών, Εκτός Σου Άλλον Ουκ Οίδαμεν, Το Όνομα Σου Ονομάζομεν».



Υπάρχουν πολλοί θεοί στον κόσμο αυτό για τους ανθρώπους. Είναι οι ειδωλικοί αναπλασμοί των πραγμάτων και της φαντασίας, οι δυνάμεις και τα φαινόμενα της φύσεως, τα διάφορα δημιουργήματα, ανθρώπινα πρόσωπα και αξίες, ο πλούτος, η δύναμη και η εξουσία και πολλά άλλα που σαγηνεύουν και καθυποτάσσουν τον άνθρωπο, τα οποία ο Κύριος με μια λέξη χαρακτήρισε ως «μαμωνά» (Ματθ. 6, 24). Αυτά ο άνθρωπος τα απολυτοποιεί, τα θεοποιεί και τα λατρεύει και στην προσκόλησή του σ’ αυτά χάνει τη ψυχή του.

Αυτό φυσικά συμβαίνει σε ανθρώπους υλοκρατούμενους και χαμαιπετείς, οι οποίοι είναι νεκροί πνευματικά, των οποίων θεός είναι η κοιλία (Φιλιπ. 3, 19) και η αισθησιακή ηδονική απόλαυση («αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».(Λουκ. 12, 19). Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και στην ορθόδοξη ψυχή. Αυτή ένα και μόνο Θεό έχει, τον παθόντα και αναστάντα Κύριο. Μετά τη δοξολογική ανύμνηση του πάθους και της αναστάσεως, προβαίνει στη μεγάλη δήλωση. Κύριε, δοξάζουμε και ανυμνούμε τα σεπτά πάθη σου και την ανάστασή σου, στα οποία είναι εγκλωβισμένη η ψυχή μας, γιατί εσύ είσαι ο μοναδικός και αληθινός Θεός μας· έξω από εσένα δεν γνωρίζουμε άλλο Θεό, το όνομά σου το άγιο ονομάζουμε. Σ’ εσένα πιστεύουμε την τρισυπόστατη θεότητα, που μας έπλασε, μας συντηρεί, μας αγαπά και όταν πλησίασε ο χρόνος ήλθε κοντά μας στη γη για να μας σώσει από την κακότητα και την αλογιστία μας· που πέθανε κι αναστήθηκε για μας, μας δυναμώνει με τη χάρη του στη δυσκολία και την τραχύτητα της επίγειας ζωής μας και έχει ετοιμάσει για μας δείπνο στην απεραντοσύνη της θείας βασιλείας Του. Έξω από τη διάσταση του θείου σου ονόματος, το οποίο ανυμνούν οι άγγελοι στον ουρανό, υπάρχει η πνευματική νέκρωση και ο θάνατος, η αθλιότητα και η δυστυχία, η έσχατη εξαθλίωση της υπάρξεως, ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων (Ματθ. 8, 12, Λουκ. 13, 28). Το όνομά σου, λοιπόν, Κύριε, «το υπέρ παν όνομα» (Φιλιπ. 2, 9), το όνομα του νεκρωμένου και αναστημένου μας Θεού, που είναι ο μόνος αληθινός Κύριος του ουρανού και της γης, κρατάμε βαθιά μέσα στη ψυχή μας, το κρατάμε με ευλάβεια και το δοξολογούμε, ζητώντας του να μας κρατεί κάτω από τη χάρη του, να μας φωτίζει και να μας οδηγεί αδιάπτωτα στο μακάριο αγαθό του Θεού!



«Δεύτε Πάντες Οι Πιστοί Προσκυνήσωμεν Την Του Χριστού Αγίαν Ανάστασιν»·



Οι άπιστοι δεν μπορούν να έχουν αίσθηση της αναστάσεως του Χριστού. Πως μπορούν να γνωρίζουν –και λιγότερο βέβαια να δοξάζουν–κάτι για το οποίο τίποτε δεν άκουσαν και το οποίο είναι έξω από τον κύκλο των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων; Ή πώς μπορούν να τιμούν και να δοξάζουν την ανάσταση άνθρωποι, που βαπτίστηκαν μεν χριστιανοί όμως καμιά αίσθηση στη ψυχή τους, δεν διατηρούν για το συγκλονιστικό της πίστεως γεγονός, το οποίο συνδέουν εθιμοτυπικά με το κερί της Ανάστασης και τα κόκκινα αυγά;

Η ανάσταση είναι υπόθεση των πιστών, αυτών που, παρά τη δυσκολία του μυαλού, έχουν ολάνοικτες τις καρδιές τους στο φωτεινό θαύμα του Θεού, και με τα μάτια της ψυχής τους θεώνται μυστικά τον Κύριο να θραύει τις αλυσίδες της φθοράς και να βγαίνει νικητής από τις σκοτεινές σπηλιές του άδη και τα ψυχρά τοιχώματα του τάφου. Είναι υπόθεση αυτών που πιστεύουν στο Θεό και την υπόθεση της σωτηρίας· αυτών που είναι αιχμαλωτισμένοι στη λυτρωτική βούληση του Θεού, έχοντας κρυμμένο στη ψυχή τους το μαργαρίτη της θείας βασιλείας, όντας καλεσμένοι στο δείπνο της αιώνιας ζωής. Όλα αυτά τα πιστά τέκνα της καλεί η Εκκλησία να έλθουν από όλα τα σημεία του ορίζοντα, κρατώντας αναμμένες τις λαμπάδες της ψυχής τους, να προσκυνήσουν «την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν», τη Λαμπρή, την ημέρα «ην εποίησεν ο Κύριος», που έντυσε με φως την κτίση και τα πέρατα!



«Ιδού Γαρ Ήλθε Διά Του Σταυρού, Χαρά Εν Όλω Τω Κόσμω».



Μέσα στο τρισήλιο φως της Αναστάσεως η ορθόδοξη ψυχή δεν λησμονεί τον Τίμιο Σταυρό. Σταυρός και ανάσταση – όπως έχουμε ήδη τονίσει- πάνε αδιαχώριστα μαζί. Όπου είναι το ένα, εκεί είναι και το άλλο. Είναι τα δύο βάθρα στα οποία στηρίζεται το σταυροαναστάσιμο Πάσχα της ζωής. Αν δεν πέθαινε ο Χριστός στο σταυρό, δεν θα υπήρχε ο ανοικτός τάφος της Ιερουσαλήμ. Αν δεν προηγούνταν η ατίμωση του σταυρικού μαρτυρίου, δεν θ’ ακολουθούσε η δόξα της μεγάλης ημέρας του Κυρίου. Έπρεπε πρώτα να συντριβεί το κράτος της αμαρτίας, για ν’ ανθίσει στα ερείπιά της ο φωτεινός βλαστός της θείας ζωής. Έπρεπε προηγουμένως να καταβληθεί η θλίψη, για ν’ ακολουθήσει η υπέρτατη χαρά. Το Πάσχα των πιστών είναι «λύτρο λύπης». Πριν όμως από την ανάσταση ο Χριστός ήλθε «διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω.» Ω το γλυκύ και παράδοξο της πίστεως! Η λύπη συμπλεκόμενη με τη χαρά. Το πένθος το χαροποιό, η χαρμολύπη της Ορθοδοξίας! Ποιά λογική μπορεί να συμβιβάσει τα πράγματα αυτά; Μόνο ο χριστοποιημένος νους (1 Κορ. 2, 16) μπορεί να λύσει το αίνιγμα, ζώντας τη «λογική» της πίστεως.

Η χαρά, λοιπόν, πρωτοάνθισε στο ξύλο του σταυρού. Όπως το ξύλο της ζωής στα παλιά πότισε φαρμάκι και οδύνη τον κόσμο με το παράπτωμα του Αδάμ, έτσι και το ξύλο του σταυρού με τη λυτρωτική θυσία του Κυρίου κέρασε χαρά τον πονεμένο κόσμο. Σκόρπισε χαμόγελο στις ψυχές των ανθρώπων, που τις έσκιαζε η κατάρα και ο θάνατος. Την χαρά αυτή την ανάφλεξε κατόπιν το «χαίρετε», που ο αναστάς Κύριος απηύθυνε στις αμήχανες μυροφόρες, για να γίνει η χαρά το θερμοκήπιο της χριστιανικής ζωής στις προς Θεόν θείες αναβάσεις της. Η σταυροαναστάσιμη χαρά είναι χαρά «εν όλω τω κόσμω». Ο Χριστός δεν πέθανε επιλεκτικά για ορισμένους ανθρώπους, αλλά για όλους («εις υπέρ πάντων απέθανεν». 2 Κορ. 5, 14). Είναι δε τραγικά λυπηρό η μεγάλη αυτή χαρά, η πνευματική ευφορία της ψυχής να παραμένει απρόσιτη στους πολλούς, σε όλους εκείνους που σιτίζονται με τα οψώνια του θανάτου, με την πίκρα της αμαρτωλής ζωής!



«Διά Παντός Ευλογούντες Τον Κύριον, Υμνούμεν Την Ανάστασιν Αυτού».



Το συνεχές και παντοτινό της λατρείας του Θεού και της βιώσεως του λυτρωτικού αγαθού γενικότερα, αποτελεί τη χρυσή βάση της ορθόδοξης ευσέβειας και της αρετής της ψυχής. Αντίθετα, η ακηδία, όταν δηλαδή το πνεύμα δεν έχει ευστάθεια αλλά, χαυνωμένο, αλλάζει συνεχώς στάση, μετεωριζόμενο διαρκώς και παρασυρόμενο είναι μεγάλο κακό, που μπορεί να βλάψει την πνευματική ουσία του ανθρώπου, να την οδηγήσει στον αιώνιο θάνατο.

Οι πιστοί ευλογούν διά παντός τον Κύριο. Είναι το «νυν και αεί» της τριαδικής δοξολογίας. Πνιγμένοι στις δωρεές του, τον ευλογούν ακατάπαυστα «εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού», σε κάθε στιγμή και σε κάθε ώρα, ημέρα και νύκτα, στο φως και το σκοτάδι, στη δουλειά και το μόχθο τους, στις ευχάριστες στιγμές της ζωής και στις πικρές ώρες τους. Ιδιαίτερα τον υμνολογούν για το υπέρτατο αγαθό, τη μεγάλη δωρεά της θείας του ανάστασης. Γιατί βρίσκουν σ’ αυτήν το νόημα της ζωής τους, τους δυναμικούς στόχους της υπάρξεώς τους. Η ανύμνηση του Θεού είναι η μόνη δέουσα στάση του λογικού πλάσματος απέναντι στο δωρεοδότη Κύριο, η μόνη απόκριση του πλάσματος στον πλάστη του, στον αναστάντα Σωτήρα του. Όχι ότι ο Θεός έχει ανάγκη από τη δική μας δοξολογική ανύμνηση. Αλλά γιατί αυτό είναι δική μας υποχρέωση. Άλλο δεν έχουμε ν’ αντιπροσφέρουμε ισάξιο προς το μέγεθος της θείας δωρεάς. Αυτό που μπορούμε να του αποδώσουμε είναι η ταπείνωση, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη μας μαζί με την ευλογία του θείου του Ονόματος. «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος».



«Σταυρόν Γαρ Υπομείνας Δι Ημάς, Θανάτω Θάνατον Ώλεσεν».



Και πάλιν η υπόμνηση του σταυρικού πάθους του Χριστού. Η ανάσταση ποτέ δεν είναι μετέωρη και ξεκάρφωτη στην ορθόδοξη σωτηριολογία και ευσέβεια. Η ανάσταση είναι υπαρκτή, γιατί προηγήθηκε αυτής ο πόνος του σταυρικού μαρτυρίου. Ο Χριστός υπέμεινε το πάθος «δι ημάς». Όχι γι άλλο λόγο, αλλά γιατί θέλησε να μας σώσει από την αιώνια καταστροφή. Υπέστη δε το πάθος εκουσίως, επειδή έτσι θέλησε, και όχι αναγκαστικά, πιεζόμενος από όποιες άλλες σκοπιμότητες. Απέθανε στη σάρκα του («σαρκί»), γιατί έτσι έκρινε πρόσφορο η απειράγαθη βούληση του Θεού Πατέρα. Μόνο με τον εκούσιο θάνατο του αναμάρτητου, ο οποίος ουδέν ώφειλε στο θάνατο (το απόκριμα αυτό και το οψώνιο της αμαρτίας) μπόρεσε να πραγματοποιηθεί θυσία ιλαστήρια, να ικανοποιηθεί το αίτημα της θείας αγιότητας και δικαιοσύνης, να καταβληθεί δραστικό λύτρο εξαγοράς του αιχμαλωτισμένου στην αμαρτία κόσμου, να παραλύσει η σιδερένια λαβή του θανάτου που έσφιγγε το αποστατημένο γένος των ανθρώπων και να πεθάνει ο θάνατος. «Θανάτω θάνατον πατήσας»!

Μόνο έτσι μπορούσε να στηθεί η ανάσταση, ν’ ανοιχτεί ο Παράδεισος, να λουστεί με φώς ο κόσμος και ν’ ανθίσει η χαρά στις καρδιές των σεσωσμένων. Η ανάσταση περνά απαραίτητα από το τίμιο ξύλο του σταυρού.

Τελειώνουμε το σύντομο αυτό σχολιασμό μας με μια ολόθερμη ευχή: «ν’ απολαύσουμε πιο πραγματικά και σε όλη την έκταση του λυτρωτικού μυστηρίου του τον Κύριό μας στην ανέσπερη ημέρα της βασιλείας του:

 «δίδου ημίν εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου».
( Ανδρέα Θεοδώρου, 
τ. Καθηγητή Πανεπιστημίου)
via




  Το αθάνατο κρασί του ’21 δεν είχε μόνο την έντονη μυρωδιά του μπαρουτιού και του θανάτου, αλλά και εκείνη της ανθρώπινης σάρκας όταν γεύεται την ηδονή



  Οι πρωτεργάτες του ’21 ήταν άνθρωποι και η εικόνα της ακηλίδωτης ηθικής που προσπάθησε να τους προσδώσει η επίσημη ιστορία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε υπηρετεί την ιστοριογραφία.
Η επικρατούσα αντίληψη αμέσως μετά την απελευθέρωση, πλημμυρισμένη από πουριτανισμό, καθωσπρεπισμό και άφθονη υποκρισία, απαγόρευε κάθε προσπάθεια αναφοράς τολμηρών ιστορικών στιγμών των ηρώων.
Η μνημόνευση της ερωτικής ζωής των αγωνιστών, οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις και γενικά οι ερωτικές τους παρανομίες θα σκανδάλιζαν τα χρηστά ήθη της εποχής.
Η Επανάσταση του 1821 εκτός από στιγμές ηρωισμών και ανδραγαθημάτων είναι γεμάτη από ίντριγκες, δολοπλοκίες και ροζ ιστορίες.


Είκοσι πιάστρα αποζημίωση για αποπλάνηση


Οι σχέσεις του Ρήγα Βελεστινλή αποτελούν άγνωστο κεφάλαιο. Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν καταγράφονται πολλές πηγές για την ερωτική και κοινωνική του ζωή, εκτός από ένα ερωτικό παραστράτημα.
Οταν τον Ιανουάριο του 1791 ο ευκατάστατος πλέον Ρήγας επέστρεψε στο Βουκουρέστι από τη Βιέννη ήρθε αντιμέτωπος με την ιδιότυπη έκφραση εξουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αγκάλιαζε τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· τον περίμενε μια κλήση από τομητροπολιτικό δικαστήριο.
Το συγκεκριμένο έγγραφο (Acad. Pomana, χειρογ. 640, φ. 32) αναφέρεται σε καταγγελία κάποιας όμορφης Balasa, παραδουλεύτρας της μητέρας του, κόρης του Νίτσου και της Στάνιας από την Κραϊόβα. Ο μητροπολίτης, που δίκαζε τότε αυτές τις υποθέσεις, υποχρέωσε τον «βιαστή» να πληρώσει 20 πιάστρα αποζημίωση προς την ατιμασμένη κόρη.
Ο Ρήγας, που έπαιρνε μηνιαίο μισθό στη Βιέννη 120 πιάστρα, πλήρωσε γι’ αυτή την υπόθεση το 1/6 του μισθού του. Η μικρή ποινή που επέβαλε το δικαστήριο δηλώνει ότι επρόκειτο για υπόθεση αποπλάνησης παρά βιασμού.


Με τις ερωμένες τους στον πόλεμο


Πολλοί αρχηγοί του αγώνα εκτός από τη νόμιμη σύζυγό τους είχαν δίπλα τους μία ή περισσότερες ερωτικές συντρόφους, τις «παλλακίδες» τους κατά τους ιστορικούς.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε σύζυγο την Αικατερίνη, κόρη του προεστού του Ακοβου Δημήτριου Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους και δύο κόρες.

Η Αικατερίνη Καρούσου πέθανε στις 10 Αυγούστου 1820 στη Ζάκυνθο όπου βρισκόταν ο γέρος του Μόριά με την οικογένειά του. Ο Κολοκοτρώνης, ενώ έκανε τον τιμητή της ηθικής στους άλλους οπλαρχηγούς που είχαν εξωσυζυγικές σχέσεις, για πολλά χρόνια ο ίδιος συζούσε με τη Μαργαρίτα, κόρη του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, πρώην καλόγρια, την οποία είχε γνωρίσει το 1825 όταν ήταν φυλακισμένος στην Υδρα.
Το 1836 από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα απέκτησε ένα εξώγαμο τέκνο, στο οποίο έδωσε το όνομα του αγαπημένου και αδικοσκοτωμένου στους εμφύλιους γιου του Πάνου. Ο στρατηγός αναγνώρισε τον Παναγιωτάκη με τη διαθήκη του, την οποία συνέταξε στο Ναύπλιο στις 3 Μαΐου 1841 (αρ. συμβολαίου 12776) παρουσία του συμβολαιογράφου Χαραλάμπου Παπαδοπούλου και των μαρτύρων Αλεξίου Βλαχοποϋλου και Νικόλαου Σπηλιάδη: «Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου, τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και τον οποίον Παναγιωτάκην, τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου [...] και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του [Μαργαρίτα] μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της...». 
Η Μαργαρίτα ήταν αυτή που έκλεισε τα μάτια του πολέμαρχου όταν αυτός πέθανε το 1843.

Σε τίποτε δεν υστέρησε του γέρου του Μόριά ο άλλος μεγάλος του αγώνα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μεγαλώνοντας σε ξένα χέρια με πολύ ξύλο και περιφρόνηση. Οκτάχρονος ορφάνεψε και από μάνα - έτσι δίχως κάνα γονιό έπρεπε να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει. Μεγαλώνοντας βρέθηκε στα Γιάννενα, στο μεγάλο πολεμικό σχολείο για τη ρωμιοσύνη. Εκεί παντρεύτηκε με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου (ή Αλεξανδρογιαννάκη κατ’ άλλους). Μερικοί λένε πως η Γκόλφω στάθηκε μια από τις «τσούπρες»του πασά· ποιος να ξέρει; Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αλή Πασάς αφού γλένταγε για κάμποσο τις γυναίκες, φρόντιζε έπειτα ο ίδιος να τις παντρέψει. Ο Καραϊσκάκης ανεξάρτητα με τι ισχύει αγάπησε πολύ την Γκόλφω.

Αν και οικογενειάρχης, παντρεμένος με παιδιά, κουβαλούσε μαζί του στις μάχες, από τα μέσα περίπου της επανάστασης, μια όμορφη Τουρκοπούλα που είχε εκχριστιανιστεί, την περίφημη Μαριώ (ή Μαργιώ ή Μαριγώ). Η σχέση του αυτή έδωσε τροφή για κουτσομπολιά και
αμαύρωσε την ηθική του.
Ο Καραϊσκάκης συνάντησε τη Μαριώ το 1825 στην Πελοπόννησο και από τότε τον ακολουθούσε σε όλους τους πολέμους. Για να μην την ξεχωρίζουν οι εχθροί, η Μαριώ ήταν ντυμένη αντρικά με φέσι και φουστανέλα και τη φώναζαν Ζαφείρη. Ωρες ολόκληρες ξενυχτούσε δίπλα του όταν τον βασάνιζαν οι θέρμες της αρρώστιας του.

Στα τέλη του 1825 ο Καραϊσκάκης πήγε στον Κάλαμο όπου βρισκόταν η Γκόλφω με τις δυο ανήλικες κόρες του. Πήρε μαζί του και τον φύλακα-άγγελό του, τη Μαριώ. Ο Ζαφείρης (Μαριώ) μπήκε στο μαγειρείο και ρίχτηκε στις δούλες και άρχισε τις τσιμπιές, τα γαργαλητά, τα φιλιά. Εβαλαν τις φωνές εκείνες και έτρεξαν στην καπετάνισσα. Εξοργισμένη αυτή ζήτησε εξηγήσεις από τον άντρα της. Αυτός πρόσταξε να φέρουν μπροστά του τον «ερωτύλο» για να τον επιπλήξει. Βλέποντας να του κουβαλάνε τον Ζαφείρη ξέσπασε στα γέλια. Η Γκόλφω παραπονέθηκε στον Καραϊσκάκη γιατί κουβαλούσε μαζί του την Τουρκοπούλα. Αυτός για να ελαφρύνει τη στιγμή απάντησε με τη γνωστή αθυροστομία του; «Εγνοια σου μουρή, έχω και για σένα μπούτσο! Μη μου χολιάζεις [θυμώνεις]».

Ο Σουλιώτης αρχηγός Κίτσος Τζαβέλας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γυναικείο φύλο. Στην ιστορία, εκτός των άλλων, έμεινε ο έρωτάς του με τη Βασιλική, η οποία μπήκε στο Μεσολόγγι μετά τον Αύγουστο του 1825 συνοδευόμενη από τη μάνα του Κίτσου Δέσπω, καπετάνισσα του Φώτου Τζαβέλα.
Η Βασιλική έζησε από κοντά την πολιορκία της πόλης και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Ηταν «γενναία Αγρινιώτισσα, η οποία εις τας μάχας προήσπιζε πολλάκις με το υψηλόν της ανάστημα τον βραχύσωμον Κίτσον» γράφει γι’ αυτήν η Σωτηρία Αλιμπέρτη. Στην αγκαλιά της αναπαύτηκε για ώρες ο Κίτσος μετά την επιτυχημένη απόκρουση των εχθρών στο νησάκι της Κλείσοβας ανήμερα του Ευαγγελισμού το 1826. Για χάρη του έρωτά της παρεξηγήθηκε με τον Καραϊσκάκη. Ο Κίτσος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του πολέμαρχου και τον πείραξε που την εγκατέλειψε για τη Βασιλική.

Τη σχέση μεταξύ του Τζαβέλα και της Βασιλικής ανέδειξε ένα επεισόδιο που διαδραματίστηκε την κρίσιμη ώρα της εξόδου του Μεσολογγίου. Ο Σουλιώτης αρχηγός βγήκε έχοντας μαζί του την ερωμένη του ντυμένη αντρικά. Η Βασιλική ήταν έγκυος και στην αγκαλιά της είχε τον Δημήτρη, το παιδί που είχε κάνει με τον Τζαβέλα. Τα κουτσομπολιά της εποχής έλεγαν ότι στην προσπάθειά του ο Τζαβέλας να ξεφύγει με την ερωμένη του, «εγκατέλειψε το σχέδιο της εξόδου», άρπαξε το άλογο από τον ιπποκόμο άλλου οπλαρχηγού, έβαλε στη σέλα το παιδί και τη Βασιλική και σπιρούνισε το άλογο, το οποίο στον καλπασμό του έριξε κάτω το παιδί.
Αλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Βασιλική, σε μια στιγμή που κινδύνεψε ο Κίτσος, ως άλλη Μήδεια πέταξε το παιδί για να σώσει τον αγαπημένο της.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι έπιασαν τελικά τον μικρό Δημήτρη και για να τον πάρει ο Κίτσος πίσω χρειάστηκε γενναία εξαγορά. Λέγεται μάλιστα ότι αντάλλαξε το παιδί με σαράντα Τούρκους. Αργότερα, όταν το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, παντρεύτηκε για να σταματήσουν τα κουτσομπολιά και οι κακοήθειες σε βάρος τους.


Υπουργείο ή πορνοστάσιο;


Τα γλεντοκόπια και οι γυναίκες θόλωσαν πολλές φορές την επαναστατική πατίνα του πυρπολητή των ψυχών της Ελληνικής Επανάστασης Γρηγόριου Δικαίου ή Παπαφλέσσα (Γεώργιος Φλέσσας το πραγματικό του όνομα), ο οποίος είχε άστατη ερωτική ζωή. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της εποχής ο αγωνιστής ήταν «άσωτος, επιρρεπής στις ηδονές και μανιώδης γυναικάς».
Το 1817 έγινε η αιτία να διαλυθεί ένα επίσημο συνοικέσιο. Βγήκε η φήμη ότι το προξενιό χάλασε επειδή η υποψήφια νύφη ερωτεύτηκε τον Παπαφλέσσα. Ο καρδιοκατακτητής είχε βάλει το χεράκι του και ξελόγιασε την κοπέλα.

Οταν ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο έκλυτος βίος του δεν συμβάδιζε με το σχήμα του αρχιμανδρίτη. Τον συνέλαβε κάποτε η τουρκική αστυνομία, μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν, «διά την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του δίδοντας παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού». Ο Φωτάκος γράφει ότι οι Τούρκοι που τον συνέλαβαν τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν: «Ε, παπά, δεν ντρέπεσαι το σχήμα σου, να φέρνεις γυναίκες κάθε νύχτα στο σπίτι σου και να ταράζης την ησυχίαν των γειτόνων;».

Όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν ότι ο Παπαφλέσσας και κατά τη διάρκεια της επανάστασης συνέχισε την «ντόλτσε βίτα». Ο αρχιμανδρίτης προκαλούσε την κοινή γνώμη με τις ατασθαλίες στην προσωπική του ζωή και ας ήταν υπουργός. Ο Γ. Γαζής γράφει ότι «εγκαταλιπών την ιερωσύνην έζη ως σατράπης με τρυφάς και αναπαύσεις. [...] Ο Παπαφλέσσας ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον».

Τις μέρες του εμφυλίου τον Οκτώβριο του ’24 ο Παπαφλέσσας εκστράτευσε στην Αρκαδία για να επιβάλει τις απόψεις της κυβέρνησης στους αντιπάλους της Μοραΐτες αρχηγούς. Ο Μακρυγιάννης, όργανο τότε της κυβέρνησης, σύντροφος του αρχιμανδρίτη σε αυτή την ανθελληνική εκστρατεία, γράφει για τις ερωτικές του αναζητήσεις απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων: «Ο Παπαφλέσσας πήρε μιαν γυναίκα μ’ ένα ντέφι κι έναν με βιολί και πήγαμε εις Λιοντάρι. [...] Τότε στοχάστηκα [...] και τον γενναίον Πάπα Φλέσια, όπου γλεντάγει εις το Λιοντάρι με τις γυναίκες και τα λαλούμενα» και του καταμαρτυρεί ότι «γύρευε τις επιδέξες [πόρνες]».

Εντέλει, δίκαια ο Αλέξανδρος Σούτσος τον χαρακτήρισε «φιλογύναιον Πάρι και φιλοπόλεμον Αχιλλέα».


Μια πικρή ιστορία ηθικής παραζάλης


Τα χρόνια εκείνα τους απατημένους συζύγους τους αντιμετώπιζαν με μέγιστη δόση ειρωνείας, τις δε μοιχαλίδες τις αποδοκίμαζαν με τρόπο που πολλές φορές απειλούσε τη ζωή τους.

Οι ιστοριογράφοι ύμνησαν τις αρετές και το θάρρος του ανασκολοπισμένου μάρτυρα του ’21 Αθανάσιου Διάκου. Με λουλούδι σπάνιο τον παρομοιάζει ο Σπ. Μελάς στα «Ματωμένα ράσα»: «Στον Κόρακα, στη βορεινή πλαγιά των Βαρδουσιών φύτρωσε ένα λουλούδι σπάνιο της ελληνικής ομορφιάς, της παλληκαριάς και της αρετής, ο Αθανάσιος Διάκος». Ολοι σχεδόν που ασχολήθηκαν με τον βίο του συμφωνούν ότι η αιτία για να αφήσει το μοναχικό σχήμα ο ήρωας και να ακολουθήσει τον κλέφτικο βίο ήταν οι ασέλγειες κάποιου Τούρκου αγά που θαμπώθηκε από τη θρυλική ομορφιά του.

Από την άλλη, υπάρχουν κείμενα, προφορικές παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια που εξυμνούν τις επιτυχίες του ήρωα στον γυναικόκοσμο.

Ο έρωτας της όμορφης Κρυστάλλως, της μικρότερης κόρης του ισχυρού κοτζαμπάση της Κωσταρίτσας Αναγνώστη Μπάμπαλη, με τον Διάκο περί το 1812 είχε αποτέλεσμα να ψυχρανθούν οι σχέσεις του Ρουμελιώτη οπλαρχηγού Σκαλτσοδήμου με τον ήρωα.

Εκείνα τα χρόνια ένα άλλο ερωτικό περιστατικό με πρωταγωνιστές τον Διάκο, μια πανέμορφη γυναίκα, την Κατερίνη, και το άλλο πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσοδήμου, Γούλα, τάραξε τη Ρούμελη. Ηταν μια αισθηματική ιστορία που άγγιξε τα όρια του σκανδάλου, ένας δεσμός που μας παρουσιάζει με τον καλύτερο τρόπο τον ερωτισμό του ήρωα της Αλαμάνας και ταυτόχρονα μας πληροφορεί για τα ερωτικά ήθη των χρόνων εκείνων. Η Κατερίνη ήταν νέα, 18 Μαΐων, ξακουστή για την ομορφιά και τη σεμνότητά της σε όλη την περιοχή. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κατερίνη Σπύρου ή Ξυστρή και καταγόταν από τη Σέλιανη (τα σημερινά Μάρμαρα), χωριό της δυτικής Φθιώτιδας. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κατερίνη είχε ξετρελάνει τα παλικάρια της περιοχής. Μεταξύ αυτών που θαμπώθηκαν από την ομορφιά της ήταν ο Γούλας και ο Διάκος, τα πρωτοπαλίκαρα του Σκαλτσοδήμου.

Ο Γούλας της ζήτησε να τον παντρευτεί αλλά στάθηκε άτυχος, γιατί είχε για αντίζηλο το ομορφόπαιδο της περιοχής, τον Αθανάσιο Διάκο. Η Κατερίνη προτίμησε τον Διάκο και σύντομα έγινε ο αρραβώνας τους. Ο Γούλας δεν συγχώρεσε τους δυο ερωτευμένους και περισσότερο την Κατερίνη που τον πρόσβαλε με την απόρριψη.
Στο θολωμένο του μυαλό έκανε τη σκέψη να εκδικηθεί το ζευγάρι. Κάποια μέρα που λημέριαζαν οι ερωτικοί αντίζηλοι στη θέση Κούτσουρο έξω από τη Σέλιανη έπιασαν κουβέντα και η συζήτηση έφτασε στις γυναίκες. Ο Γούλας υποστήριζε ότι καμιά γυναίκα δεν είναι πιστή. Ο Διάκος είχε αντίθετη άποψη και την αιτιολογούσε φέρνοντας παράδειγμα την αρραβωνιαστικιά του Κατερίνη.

Ο Γούλας άρπαξε την ευκαιρία και αμφισβήτησε τα λεγάμενα του Διάκου. Τον προκάλεσε ότι μπορεί να ξελογιάσει την Κατερίνη. «Κι' αυτή είν’ σαν τις άλλες. Αν θες μπορώ να στ’ αποδείξω και να την φέρω δω στο λημέρι μας» του είπε. Ζήτησε μόνο από τον Διάκο να του δώσει το αργυρομάνικο λάζο του (σουγιά με αργυρή λαβή), να της το δείξει σαν σημάδι ότι έρχεται από τον αρραβωνιαστικό της. Ο Διάκος δέχτηκε την πρόκληση γιατί είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην Κατερίνη του. Ο Γούλας τελικά κατάφερε τον στόχο του. Η Κατερίνη, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ακολούθησε. Ο Διάκος βλέποντάς τη να ’ρχεται στο λημέρι με τον Γούλα του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Η Κατερίνη προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντάς του ότι ο Γούλας την ξεγέλασε. Της είπε ότι ο αρραβωνιαστικός της είναι άρρωστος και πως θέλει να τη δει. Για να την πείσει ότι λέει την αλήθεια της έδειξε το λάζο του ήρωα. Ο Διάκος δεν την πίστεψε, της ξέσκισε τα ρούχα, της έκοψε τα μαλλιά και την έδιωξε σχεδόν ολόγυμνη.

Η Κατερίνη ντροπιασμένη και χωρίς να έχει ελπίδα να ξαναδεί τον άνθρωπό της γύρισε στο χωριό της. Οταν έφτασε εκεί έζησε τη σκληράδα των συγχωριανών της. Την κάθισαν ανάποδα στον γάιδαρο γυμνή, της φόρεσαν στο κεφάλι για στεφάνι σπλάχνα και έντερα ζώων και την περιέφεραν σε όλο το χωριό. Η όμορφη Κατερίνη από τον καημό της τρελάθηκε. Οι συγχωριανοί της, «τιμητές» των ηθικών νόμων, της έδωσαν το παρατσούκλι «παλιοκατερίνη».

Ο Διάκος στις αρχές του 1821 αρραβωνιάστηκε με τη Ρωξάνη, κόρη του κοτζαμπάση της Λιβαδειάς Γιαννάκη Φίλωνα. Το 1824, μετά τον θάνατό του, η αρραβωνιαστικιά του παντρεύτηκε τον πλούσιο Αθηναίο Σπύρο Ζαχαρίτσα. Κι άλλους έρωτες αποδίδουν στον όμορφο Θανάση. Ο σύγχρονός του ποιητής Ιωάννης Ζαμπέλιος αποκαλύπτει ότι λίγο πριν από τον χαμό του στην Αλαμάνα παράλληλα με τη Ρωξάνη «είχε και ερωμένην την ωραιοτέραν της πόλεως Λεβαδειάς» που την έλεγαν Βενετσάνα.


Για μια ωραία Ελένη και μια ωραία Ασήμω



Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του γέρου του Μοριά, τον Φεβρουάριο του 1823 παντρεύτηκε στο Ναύπλιο την Ελένη του Δημήτρη Μπούμπουλη, την όμορφη κόρη της καπετάνισσας Μπουμπουλίνας. Οι κακές γλώσσες της εποχής ήθελαν τον γάμο αυτό απόρροια της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της καπετάνισσας.

Τον Αύγουστο του 1824, που ο Πάνος χρειάστηκε με εντολή της κυβέρνησης να πάει στην πολιορκία των Πατρών, εμπιστεύτηκε τη φύλαξη της οικογένειάς του, που κατοικούσε πλέον στην Τριπολιτσά, στον οπλαρχηγό Θεοδωράκη Γρίβα. Δηλαδή άφησε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Ο Γρίβας, ο οποίος ήταν γλεντζές και γυναικάς, σύναψε ερωτική σχέση με την Ελένη.

Ο Φωτάκος γράφει ότι και ο γέρος του Μόριά εκτιμούσε τον Γρίβα και μάλιστα «του έγραφε να προσέχη την οικίαν του, την μητέρα του και την νύμφην του, σύζυγον του Πάνου, ήτις ήτο εκεί».
Η εξωσυζυγική αυτή σχέση προκάλεσε πολλά κουτσομπολιά στην κοινωνία της Τριπολιτσάς. Το κολοκοτρωναίικο βούιξε από τις φήμες ότι η μητέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και γιαγιά του Πάνου, Ζαμπία, δεν είχε καλή σχέση με την Ελένη και τη συμπεθέρα Μπουμπουλίνα εξαιτίας των παραστρατημάτων της ωραίας μοιχαλίδας.

Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά ο Πάνος, μαθαίνοντας ότι η κυβέρνηση είχε σκοπό να καταδιώξει τον πατέρα του, άφησε την πολιορκία της Πάτρας κι έτρεξε για να τον βοηθήσει και να υπερασπιστεί την οικογένειά του, η οποία ήταν στην Τριπολιτσά. Η κατάληξη γνωστή. Ο Πάνος δολοφονήθηκε λίγο έξω από την Τριπολιτσά (μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι) από τους κυβερνητικούς.
Ποιοι ακριβώς ήταν οι δολοφόνοι του μέχρι και σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί. Πολλά ακούστηκαν τότε. Ο Σπύρος Μελάς ιστορεί μια ακραία εκδοχή της δολοφονίας. Υποστηρίζει ότι το κολοκοτρωναίικο ήταν ανάστατο γιατί πίστευε ότι η Ελένη πλήρωσε τους φονιάδες να σκοτώσουν τον Πάνο για να τον ξεφορτωθεί και να ζήσει ελεύθερα τον έρωτά της με τον Γρίβα.
Ο Κολοκοτρώνης το βράδυ που μαθεύτηκε η δολοφονία του Πάνου την προειδοποίησε ότι οι οικογένειά του την ψάχνει για να τη σκοτώσει. Κανείς δεν θα της συγχωρούσε την απιστία που έκανε στον Πάνο.

Ο οπλαρχηγός Γιάννης Γκούρας ήταν παντρεμένος από το 1823 με την Ασήμω, κόρη του προύχοντα της Αθήνας Αναγνώστη Λιδωρίκη. Στην όμορφη Γκούραινα ο στρατηγός Καραϊσκάκης είχε κολλήσει το παρατσούκλι «νταλιάνα», διότι όπως ήταν ψηλή γυναίκα και σπαθάτη θύμιζε το ιταλικό μακρύ ντουφέκι «νταλιάνι». Ο Γκούρας όσο ζούσε (σκοτώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1826 από τουρκικό βόλι που τον βρήκε στον κρόταφο) ήταν πολύ ερωτευμένος με την πανέμορφη γυναίκα του. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής η μοναδική του έννοια ήταν μην τον απατήσει.

Τη μεγάλη του περιουσία, φτιαγμένη κυρίως από λάφυρα, θέλησε να την αφήσει στην Ασήμω του, γι' αυτό συνέταξε δύο διαθήκες σε διαφορετικούς χρόνους, το ’24 και το ’26 (δεκατρείς ημέρες πριν από τον θάνατό του η δεύτερη).
Στο κείμενο της πρώτης διαθήκης, όπως καταγράφεται από τον Διονύσιο Κόκκινο, αναφέρεται: «Εάν αδελφή, φυλάξης την τιμήν του ανδρός σου μετά τον θάνατόν του, ο θεός να σε διαφυλάξη υγιή· και εξ όλης μου καρδίας σοι εύχομαι να απολαύσης με όλην την ανάπαυσί σου όσα σοι αφίνω εις την διαθήκην μου- ει δε και φανής άπιστος, και με αλησμονήσης, ογλίγωρα ο θεός να σε στείλη κατόπι μου».
Η Γκούραινα όμως ήταν νέα, το αίμα της έβραζε. Προτού σαραντίσει ο μακαρίτης Γκούρας έπεσε στο κρεβάτι με άλλον. Ο εραστής της ήταν ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζιώτης.

«Η ευχή [του Γκούρα] δε αύτη επληρώθη ούτω πως» μας εξηγεί ο Σουρμελής. Η όμορφη Γκούραινα δεν χάρη-κε πολύ την ελευθερία της και τον καινούργιο της έρωτα. Τρεις μήνες και κάτι μετά τον θάνατο του Γκούρα, στις αρχές Ιανουάριου του 1827, η νέμεση άπλωσε και πάλι το μακρύ χέρι της πάνω στο γκουραίικο. Η πολιορκία της Ακρόπολης συνεχιζόταν και οι οβίδες του Κιουταχή έπεφταν χωρίς σταματημό. Μια τουρκική οβίδα έπεσε πάνω στο Ερέχθειο όπου έμενε το γκουραίικο και σκότωσε την Ασήμω κι όλη της την οικογένεια.



Δεν είχαν τελειωμό οι έρωτές τους


Στα πολεμικά και παραδόξως ρομαντικά εκείνα χρόνια οι ραγιάδες έβρισκαν χώρο να τοποθετήσουν στην καθημερινή πάλη για επιβίωση και τις ερωτικές τους αναζητήσεις. Στην κοινωνία της εποχής υπήρχαν και οι ερωτομανείς και οι ομοφυλόφιλοι, αυτούς που τους έλεγαν στα στρατόπεδα «χαντζαρούλες», αλλά και παρουσίες με ερωτικές ιδιαιτερότητες. Στην πολεμική παραζάλη της εποχής βρίσκουν θέση τα συναισθήματα του έρωτα, της αγάπης και της συντροφικότητας της καπετάνισσας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, της αρχόντισσας της ΜυκόνουΜαντώς Μαυρογένους και της Κυρα-Φροσύνης, που τα ερωτικά της παραστρατήματα δίχασαν τα προεπαναστατικά Γιάννενα.

Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν οι ερωτικές ποιητικές αναζητήσεις του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τα ερωτικά ξεφαντώματα του Ανδρέα Λόντου, ο παθιασμένος έρωτας του αρχοντόπουλου της Μάνης Αναστάση Μαυρομιχάλη με τη γυναίκα του Χουρσίτ πασά και οι άρχοντες Νοταράδες που «αδερφοφαγώθηκαν» για τον έρωτα της Σοφίτσας Θεοχάρη Ρέντη κι έκαψαν το Σοφικό Κορινθίας.

Σίγουρα υπήρξαν και άλλα ερωτικά περιστατικά, των οποίων όμως το άκουσμα και τη δημοσίευση δεν επέτρεψε η πουριτανική νοοτροπία, γιατί έτσι θα κινδύνευαν τα χρηστά ήθη. Οι ίδιοι τα έκαναν, οι ίδιοι τα έκρυβαν και οι ίδιοι τα κατέκριναν.
Και αρρώσταιναν οι Νεοέλληνες από το μικρόβιο της υποκρισίας χωρίς ουσιαστικά να γιατρευτούν ποτέ από αυτό.

Κυριάκος Δ. Σκιαθάς: 
Συγγραφέας των ερευνών 
«Τα ερωτικά του ’21» 
(A + Β τόμος), 
Εκδόσεις Διαπολιτισμός
via