2019

  
  Σύμφωνα με τη θεωρία του Freud, ο ανθρώπινος ψυχισμός, η προσωπικότητα, αποτελείται από τρία αλληλεξαρτώμενα στρώματα:Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.
 Το Εκείνο (Ιd) είναι το ασυνείδητο μέρος της ψυχικής ζωής και περιλαμβάνει τα ένστικτα, τις πρωτόγονες ορμές και τις απωθημένες επιθυμίες. Γνωρίζουμε το Εκείνο μόνο έμμεσα με τα όνειρα, τις παραδρομές της γλώσσας και με τον ελεύθερο συνειρμό. Το Εκείνο είναι το πρωτογενές, το πρωτόγονο μέρος της ψυχικής συσκευής- δεν έχει όρια, είναι άχρονο και άλογο, χωρίς συνέπεια. Κυρίαρχο κίνητρο στην περιοχή του είναι η libido.

Κατά τον Freud η libido είναι η γενετήσια ορμή

με την ευρύτερη έννοια του όρου, η ορμή για ευχαρίστηση που έχει σεξουαλικό χαρακτήρα, η ορμή για ηδονή. Αργότερα ο Freud πρόσθεσε στο Εκείνο ένα ακόμη κίνητρο, το ένστικτο της καταστροφής, εξηγώντας έτσι τη μανία αλληλοεξόντωσης που έδειξαν οι άνθρωποι στον παγκόσμιο πόλεμο. Το ένστικτο αυτό παράγει παρορμήσεις σκληρότητας, επιθετικότητας, καταστροφικότητας, ακόμη καιαυτοκαταστροφής και αυτοτιμωρίας. Τα δύο αυτά αντιθετικά ένστικτα – το ένστικτο της ζωής και το ένστικτο του θανάτου – συνυπάρχουν στο Εκείνο και το καθένα απαιτεί άμεση ικανοποίηση. Το Εκείνο, για να ικανοποιήσει την ερωτική ορμή, επιδιώκει την απόλυτη κατοχή (κάθεξη) καθετί που ορέγεται και αγαπά. Ομοίως, για να ικανοποιήσει την επιθετικότητα, θέλει να βασανίζει και να καταστρέφει ό,τι βρει πρόσφορο. Η ικανοποίηση της libido ρυθμίζεται από το Εγώ. Το Εκείνο λειτουργεί με βάση την αρχή της ευχαρίστησης. Μοναδικός του σκοπός είναι να εκτονώνει ψυχική ενέργεια με την αχαλίνωτη ικανοποίηση των στιγμιαίων του παρωθήσεων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις περιοριστικές συνθήκες της εξωτερικής πραγματικότητας.
Το Εγώ (Ego) είναι ο «πραγματικός» εαυτός μας, το συνειδητό μέρος της ψυχικής μας συσκευής, το οποίο αναπτύσσεται καθώς το άτομο μεγαλώνει και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο γύρω του. Περιλαμβάνει τις διάφορες ικανότητες – αντιληπτικές, γνωστικές – με τις οποίες το άτομο γνωρίζει τον κόσμο γύρω του, σκέπτεται και ενεργεί.
Το Εγώ λειτουργεί με βάση την αρχή της πραγματικότητας και είναι ο ρυθμιστής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Προσπαθεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Εκείνο, αλλά με πραγματιστικούς και αποτελεσματικούς τρόπους. Το Εγώ διαδραματίζει ρόλο διαιτητή ανάμεσα στο Εκείνο και στο Υπερεγώ. Όταν οι απαιτήσεις του Εκείνο είναι εξωπραγματικές, το Εγώ είτε προσπαθεί να τις διοχετεύσει σε υποκατάστατες ενέργειες που είναι κοινωνικά αποδεκτές (π.χ. τη θέση μιας ανοικτής έκφρασης της ερωτικής ορμής παίρνει η καλλιτεχνική ενασχόληση και δημιουργία) είτε τις απωθεί στο ασυνείδητο (βλέπε σχήμα). Στις απωθημένες αυτές ανεκπλήρωτες επιθυμίες βρίσκεται ο πυρήνας των νευρώσεων.
Το Υπερεγώ (Superego) είναι η συνείδηση «περί του πρακτέου», των ηθικών επιταγών, του κοινωνικά αποδεκτού. Είναι το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις πράξεις του ανθρώπου, όπως τους ορίζει η κοινωνία. Κατά τον Freud, το Υπερεγώ δημιουργείται κατά την παιδική ηλικία, τότε που το παιδί συναισθάνεται την αδυναμία του έναντι των μεγαλυτέρων και προσπαθεί να γίνει σαν αυτούς, υιοθετώντας τους τρόπους συμπεριφοράς τους. Η ψυχολογική αυτή διαδικασία, με την οποία το παιδί επιτυγχάνει να εξομοιώνεται με διάφορα πρότυπα συμπεριφοράς λέγεται ταύτιση.
Η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου βοηθάει το παιδί να ξεπεράσει, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.Τα τρία μέρη της προσωπικότητας – Εκείνο, Εγώ, Υπερεγώ – αντιστοιχούν στις τρεις πτυχές της ψυχικής ζωής: τη βιολογική, την ψυχολογική και την κοινωνική. Για να υπάρξει ψυχική ηρεμία και υγεία, θα πρέπει τα τρία αυτά στοιχεία να βρίσκονται σε αρμονική ισορροπία: το Εγώ να ικανοποιεί τις ανάγκες του Εκείνο με τρόπο λογικό και ηθικό, αποδεκτό από το Υπερεγώ (βλέπε σχήμα). Συχνά όμως οι πρωτόγονες ενστικτώδεις επιθυμίες και απαιτήσεις του Εκείνο συγκρούονται με τις επιταγές του Υπερεγώ ή/και με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Πιστεύεται δηλαδή ότι τα στοιχεία της ψυχής συγκρούονται μεταξύ τους, ότι υπάρχει ενδοψυχική σύγκρουση.





 Η λύση που δίνει το Εγώ στις συγκρούσεις αυτές αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχικής υγείας. Οι νευρώσεις και οι άλλες ψυχικές διαταραχές έχουν τις ρίζες τους στην αδυναμία του ατόμου να δώσει ικανοποιητική λύση στις συγκρούσεις αυτές.


  Μια επίσκεψη κορυφώθηκε. Δεν πρόκειται για κάποιον αρχηγό κράτους, ούτε κάποιον πρόεδρο ενός παγκόσμιου οργανισμού.
Κάποιο ανώτερο πρόσωπο δήλωσε την παρουσία του. Το πρόσωπο αυτό ήρθε από τον ουρανό. Κι αυτό το πρόσωπο είναι ο Χριστός που έγινε άνθρωπος.
Είναι ο Θεός ο οποίος έρχεται στον κόσμο, με έναν και μοναδικό σκοπό. Να υπογράψει μία συμφωνία μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Μία συμφωνία διαφορετική, από τις συμφωνίες που εμείς γνωρίζουμε. Μια συμφωνία, η οποία έχει τρεις παραγράφους.
Η πρώτη παράγραφος είναι οι όροι, οι ανταλλαγές. Η δεύτερη έχει περίεργο περιεχόμενο, αφού είναι παρακλητικό. Και η τρίτη παράγραφος έχει κι αυτή κάτι διαφορετικό, αναφέρεται στην ονομασία αυτής της συμφωνίας.
Η συμφωνία αυτή δεν συντάχθηκε μέσα σε μία αίθουσα, σε κάποιο παλάτι, σε κάποιο ανάκτορο, αλλά επάνω στον Γολγοθά. Και μάλιστα επάνω στον Τίμιο Σταυρό. Και το πιο σπουδαίο είναι ότι δεν υπεγράφη με κάποια πένα και με μελάνι, αλλά με το αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Είναι μία συμφωνία η οποία περιέχει τους εξής όρους. Λέει ο Θεός, θα μου δώσετε το πιο ακριβό για μένα πράγμα, το πιο φθηνό για εσάς, που είναι οι αμαρτίες σας, κι εγώ θα σας δώσω το πιο ακριβό, που είναι η χάρις μου και το έλεος μου.

  Εσείς θα μου δώσετε αυτό που δεν σας χρειάζεται κι εγώ θα σας δώσω αυτό που σας είναι απαραίτητο. Εσείς θα μου δώσετε τον θάνατο κι εγώ θα σας δώσω τη ζωή.

Αν το βάλουμε στην λογική του ανθρώπου, βλέπουμε ότι δεν είναι παράλογο, αλλά είναι υπέρλογο. Να του δώσουμε εμείς ότι πιο άχρηστο κι Εκείνος να μας δώσει ότι πιο πολύτιμο.
Αυτό το κάνει ο Θεός, αυτοί είναι οι όροι τους οποίους θέτει ερχόμενος στον κόσμο.
Η δεύτερη παράγραφος αυτής της συμφωνίας, έχει παρακλητικό περιεχόμενο. Το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δεν έρχεται να απαιτήσει κάτι, αλλά να επαιτήσει κάτι.
Δεν έρχεται ως το πρόσωπο που κυριαρχικά θα μας πάρει κάτι, αλλά έρχεται ως επαίτης, ζητιάνος που μας ζητάει κάτι τριπλό.
Είναι η αγάπη μας στο πρόσωπο Του, η εμπιστοσύνη μας στο πρόσωπο Του και η δυνατότητα να του προσφέρουμε να δώσει στη ζωή μας, το παρόν Του, να δώσει μια άλλη διάσταση που δεν είναι πτωτική, αλλά είναι ανορθωτική. Να μας οδηγήσει εκεί ψηλά όπου ζει Εκείνος.
Έρχεται στον κόσμο ο Χριστός να γίνει άνθρωπος, για να μετατρέψει τον άνθρωπο σε δοχείο της χάριτός Του και να τον κάνει κατά χάριν Θεό.
Αυτό είναι το υπέρλογο, που γεμίζει χαρά στις καρδιές των ανθρώπων. Έρχεται, όχι για να μας δώσει κάτι από αυτό που έχει, αλλά να μας δώσει όλο αυτό που είναι, το Σώμα Του και το Αίμα Του. Και σε αντάλλαγμα όλων αυτών, εμείς να του δώσουμε την αμαρτία μας.
Και η τρίτη παράγραφος αυτής της ιδιαίτερης συμφωνίας έχει σαν τίτλο, το όνομα. Στην ουσία δεν είναι συμφωνία, αλλά είναι κληρονομιά, είναι μια διαθήκη που έρχεται να συνάψει με τον άνθρωπο, διαθήκη καινή την οποία υπέγραψε με το αίμα Του.
Ποιος συμμετέχει σε μία διαθήκη; Ο συγγενής, αυτός ο οποίος χωρίς να κοπιάσει, κληρονομεί τον κόπο εκείνου που κοπίασε.
Κι αυτός που κοπιάζει, είναι ο Θεός, ο οποίος φθάνει μέχρι σημείου θυσίας, για να μας προσφέρει εμάς, αυτό που είναι ο ίδιος και να μας μετατρέψει σε κληρονόμους της βασιλείας Του.
Και για να γίνει αυτό, μας έχει κάνει κατά χάριν, υιούς Του. Γιατί την βασιλεία των ουρανών την κληρονομούν οι συγγενείς του Χριστού. Και συγγενής είναι αυτός που έχει το ίδιο αίμα με Εκείνον που κληρονομεί.
Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, είναι ότι έχουμε ένα Θεό, ο οποίος δεν στέκεται σε συμβατικές σχέσεις, αλλά θέλει να ορίσει μία καινούργια κατάσταση, ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο.
Ο Θεάνθρωπος Χριστός έρχεται για να γίνει η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Όχι απλώς να έχουμε ζωή, αλλά να συμμετάσχουμε στην άκτιστη δόξα Του, στην απερίγραπτη μακαριότητα Του, στην ζωή της Παναγίας Τριάδος.

π. Ματθαίος Χάλαρης


  Ο όρος «ηθική» απαντάται στα αρχαιοελληνικά ακόμη χρόνια. Ο Αριστοτέλης μιλά για την ηθική αρετή και για τη σχέση της με το «έθος», τη συνήθεια δηλαδή[2] και αποσαφηνίζει τις καλές από τις κακές συνήθειες-έξεις, με βάση την κοινωνία[3]. Αργότερα, στα πρώτα Χριστιανικά χρόνια, αλλά και πιο μετά οι Πατέρες μιλούν για μια ηθική, η οποία μυεί τον άνθρωπο στην κατά Θεό ζωή[4].
Το γεγονός της υπέρβασης της ηθικής συναντάται στο ίδιο το Ευαγγέλιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το περιστατικό της γυναίκας που είχε μοιχεύσει. Εκεί βλέπουμε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους να θέλουν τον λιθοβολισμό της, με τον Χριστό να απαντάει τη γνωστή φράση: «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν»[5]. Με τα λόγια αυτά ο Χριστός δεν παραβλέπει την αμαρτία της γυναίκας, αλλά την σχετικοποιεί συγκριτικά με τα αμαρτήματα των άλλων.
Ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει το Μωσαϊκό Νόμο, αλλά να του δώσει νέο περιεχόμενο και να κάνει τους ανθρώπους να μην σκέπτονται νομικά-φαρισαϊκά, αλλά να ζουν μέσα στη Χάρη του Θεού. Έτσι, σε πολλά περιστατικά του Ευαγγελίου βλέπουμε τον Χριστό να συναναστρέφεται με κοινωνικά περιθωριοποιημένα πρόσωπα, με σκοπό την πνευματική κατά βάση θεραπεία τους, χωρίς να επικροτεί την εμμονή στα λάθη. Γι’ αυτό άλλωστε μετά από κάθε θεραπεία και άφεση αμαρτιών, προσέθετε το: «πορεύου εἰς εἰρήνην»[6] ή το: «μηκέτι ἁμάρτανε»[7]. Για τους Φαρισαίους, η τιμωρία των εν λόγω ανθρώπων ήταν ηθική, διότι αυτό αντιλαμβάνονταν ως πρέπον βάσει του Νόμου. Άλλωστε όπως προείπαμε, η ηθική διαμορφώνεται από το κοινωνικό σύνολο σε όποια εποχή κι αν ζει ο άνθρωπος με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Βέβαια, η ιστορία μαρτυρεί πως όπου αυξήθηκε ο ηθικισμός, η αθεΐα κάλπασε.
Ο Χριστός όμως κάνει την υπέρβαση και σπάει το ηθικό κατεστημένο! Η υπέρβαση της Θεϊκής Του αγάπης, η οποία δεν περιορίζεται και δεν μπαίνει σε ηθικιστικά καλούπια, αλλά κορυφώνεται, όταν συγχωρεί έναν ληστή ενώ είναι πάνω στον Σταυρό, και εγκαινιάζει με την Σταυρική Του θυσία τη Βασιλεία του Θεού[8]. Μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης Του δεν θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο από το να συγχωρέσει έναν ληστή (όχι απλά κλέφτη, αλλά μάλλον και φονιά) και να τον διαβεβαιώσει για την θέση του στον Παράδεισο! Η μετάνοια του ληστή και η επίγνωσή του ήταν και το «εισιτήριο» του Παραδείσου. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει και επιβράβευση των έως τότε ανήθικων πράξεων του ληστή, και αυτό διότι ο Χριστός δεν τον κρίνει με κριτήρια ηθικά, αλλά ως Θεός αγάπης, τον συγχωρεί για την επίγνωσή του έστω και την έσχατη στιγμή.
Άραγε η πράξη συγχώρησης του ληστή απ’ τον Χριστό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ηθική με κοινωνικά κριτήρια περί δικαίου; Ίσως όχι, και αυτό διότι πολύ απλά η κρίση του Θεού δεν έχει τιμωρητική διάθεση, αλλά σωτηριολογική. Επαλήθευση του συλλογισμού αυτού, τα ίδια τα λόγια του Χριστού: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον»[9]. Η δικαιοσύνη του Θεού είναι ανώτερη από των ανθρώπων, διότι ο Θεός κρίνει με αγάπη. Άλλωστε, η εμπειρία της Εκκλησίας, καταθέτει αναρίθμητα ανάλογα περιστατικά ηθικής κατάπτωσης ανθρώπων, οι οποίοι όμως από μεγάλοι αμαρτωλοί, έγιναν μεγάλοι άγιοι.
Το συμπέρασμα το οποίο γεννάται είναι πως όπου υπάρχει επίγνωση και αγάπη ανιδιοτελής και απροϋπόθετη όπως ο Χριστός τη δίδαξε, τότε η ηθική, πολλώ δε μάλλον ο ηθικισμός, παραμερίζονται για να ενωθεί ο άνθρωπος με τον Θεό[10]. Η Εκκλησία λοιπόν, είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα «ηθικό κλαμπ», ίσως αν τολμούσαμε, θα λέγαμε πως είναι μία: «αμαρτωλών Εκκλησία»[11] που δεν εμμένει στην κοσμική ηθική, αλλά προσβλέπει σε κάτι πολύ ανώτερο από απλές κοινωνικές αξίες.



  Η Κόλαση για τους χριστιανούς είναι μια πραγματικότητα1, παρά τις πεποιθήσεις που κατά καιρούς έχουν παρουσιαστεί ότι κάτι τέτοιο είναι ασυμβίβαστο με την πίστη σ’ ένα Θεό που αγαπά.
Αντίθετα, μια τέτοια αντίληψη θα αποτελούσε σύγχυση, αφού έτσι παραβλέπεται η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και το δικαίωμά του να απορρίψει τον θεό. Αρνούμενοι την Κόλαση, οι άνθρωποι αρνούνται την ελευθερία τους και το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός δεν μας υποχρεώνει να Τον αγαπάμε, επειδή η αγάπη δεν είναι αγάπη αν δεν είναι ελεύθερη.






Για τον λόγο αυτό, η κόλαση δεν είναι ένας “τόπος” όπου ο Θεός φυλακίζει τους ανθρώπους, αλλά μια βιωματική κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι επιλέγουν ελεύθερα να “φυλακίσουν” τον εαυτό τους. Η “φυλακή” αυτή, είναι το βίωμα το οποίο απορρέει από την άρνηση προς τον Θεό.
   Είναι λοιπόν αιρετικό να διδάσκουμε ότι όλοι είναι υποχρεωμένοι να σωθούν, 





επειδή με κάτι τέτοιο αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση που διαθέτει ο άνθρωπος. Θεμιτό όμως είναι να ελπίζουμε πως όλοι ίσως σωθούν καθώς αυτό είναι και το θέλημα του Θεού: “πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” (Α΄ Τιμ. 2,4).
Σε αυτό συμφωνούν και οι Πατέρες της Εκκλησίας· Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός ερμηνεύει: “Ου μόνον Χριστιανούς, αλλά και Έλληνας και αιρετικούς. Μη τοίνυν φοβηθής υπερεύξασθαι των απίστων τω γαρ Θεω τούτο δοκεί, ος θέλει και τούτους σωθήναι”. Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: “”Ει πάντας Αυτός ηθέλησε σωθήναι, θέλε και σύ”2.
Κάποιοι σημαντικοί πατέρες της Εκκλησίας, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις αναφέρθηκαν στην τελική δυνατότητα όλων να συμφιλιωθούν με τον Θεό. Πρόκειται, σύμφωνα με τον δογματολόγο Νικόλαο Ματσούκα, για ένα θεολογούμενο (διδασκαλία χωρίς ομοφωνία και χωρίς ισχύ δόγματος) το οποίο ονομάστηκε “Αποκατάσταση των πάντων”, μια διδασκαλία που την εκπροσωπούν ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Μάξιμος Ομολογητής3.
Είναι μια διδασκαλία “αξιοπρόσεχτη, από ορθόδοξη άποψη, μόνο για τις θεολογικές και σωτηριολογικές προϋποθέσεις, και όχι για την ίδια την άποψη του θεολογουμένου” 





αφού σε αντίθεση με το νομικό πνεύμα της Δύσης, παρουσιάζει με τρόπο εμφαντικό την ορθόδοξη αντίληψη περί ιαματικής σωτηρίας4.
*****
1  Για τα εισαγωγικά αυτά στοιχεία, βλ.: Ware Κάλλιστος (επίσκ. Διοκλείας), Η Ορθόδοξη Εκκλησία (μτφρ. Ροηλίδης Ι.), 4η έκδ., Ακρίτας, Αθήνα 2007, σελ. 413-415.
2 Παρατίθενται στο: Τρεμπέλας Ν. Παν., Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης, τόμ. Β’, 4η έκδ., ‘Ο Σωτήρ’, Αθήνα 1993, σελ. 353.
3 Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Β΄,2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 549.
4 Ματσούκας, Δογματική…, Β΄, ό.π.


  Ο Θεός θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και γι’ αυτό προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, για να την ανυψώσει και να την θεώσει. Η σάρκωση Του, που σηματοδοτεί το πιο σημαντικό γεγονός στην ιστορία του ανθρώπου, έγινε για όλες τις γενεές.
Μπορούμε να θυμηθούμε το πρώτο ευχάριστο μήνυμα που άκουσαν οι πρωτόπλαστοι μετά την πτώση και το οποίο αφορούσε τη λύτρωση και σωτηρία του ανθρώπου από τη φθορά και το θάνατο. Ανέφερε συγκεκριμένα: «το σπέρμα της γυναικός θα συντρίψει την κεφαλή του όφεως και το σπέρμα αυτού θα τραυματίσει την πτέρνα εκείνου». Προανήγγειλε, δηλαδή, από  τότε, την έλευση και το έργο του Λυτρωτή και Σωτήρα Χριστού.
Το μήνυμα αυτό δεν ήταν δυνατό να παραμείνει κρυφό, αλλά έφθασε στα πέρατα της οικουμένης. Έτσι, στις καρδίες των ανθρώπων δημιουργήθηκε μια ελπιδοφόρα προσδοκία. Οι λαοί άρχισαν να προσμένουν την έλευση του Μεσσία και Λυτρωτή τους. Η προσμονή αυτή καλλιεργήθηκε πρώτα σε όσους φλέγονταν από την επιθυμία να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό. Έγινε ακόμα πιο φλογερή, όταν αργότερα οι Προφήτες λάμβαναν μηνύματα, που προσδιόριζαν τον Μεσσία ως απόγονο των Ιουδαίων και των Πατριαρχών.
Η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης είναι ουσιαστικά μια περιγραφή της εξέλιξης του σχεδίου της θείας οικονομίας, από τότε που ανακοινώθηκε στους πρωτοπλάστους, μέχρι την ώρα της πραγματοποίησής του, με τη γέννηση του Θεανθρώπου. Οι άνθρωποι, τα ονόματα των οποίων ακούσαμε από τον κατάλογο που διέσωσε ο ευαγγελιστής Ματθαίος,  υπήρξαν πρόσωπα που ανταποκρίθηκαν θετικά στο κάλεσμα του Θεού για συνεργασία και αξιώθηκαν να γίνουν κατά σάρκα πρόγονοι του Χριστού.
Αν κάτι έκανε τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τους υπόλοιπους απογόνους τους να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, στο  κάλεσμα του Θεού.  δεν ήταν η επίσημη καταγωγή τους. Από τη ζωή τους δεν έλειψαν τα προβλήματα και ούτε  ήταν απαλλαγμένοι από ανθρώπινες αδυναμίες. Η αγάπη και η παντοδυναμία του Θεού, ωστόσο, τους ανέδειξαν σε προγόνους του Υιού του Ανθρώπου. Είναι η τρανότερη απόδειξη πως ο υιός του Θεού έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου και πως οι φράσεις «επί γης ειρήνη» και «εν ανθρώποις ευδoκία» δεν είναι απλές χριστουγεννιάτικες ευχές, αλλά έχουν οικουμενική και σωτηριολογική σημασία.
Στο απολυτίκιο των Χριστουγέννων ψάλλουμε  πως η γέννηση του Θεανθρώπου «ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως». Και πραγματικά, με την έλευση του Θεού η ανθρωπότητα γνώρισε τον αληθινό Θεό, αλλά και τον χωρίς αμαρτίες τέλειο άνθρωπο. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή  ο κατάλληλος καιρός, η Θεοτόκος γέννησε τον Εμμανουήλ, όνομα που ερμηνεύεται « ο Θεός είναι μαζί μας». Ο Θεός έλαβε τη φύση μας και την έσωσε και ο καθένας έχει το δικαίωμα και την ευκαιρία να λυτρωθεί, αρκεί να πιστεύει στον συγκεκριμένο και μοναδικό Θεό, τον Ιησού Χριστό που είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού γεννηθείς, εκ  Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου.
Η σύλληψη του Υιού του Θεού στα παρθενικά σπλάχνα της Θεοτόκου είναι μέγα μυστήριο. Και τα μυστήρια, όπως δηλώνεται στην ορθόδοξη υμνολογία, δεν επιδέχονται  έρευνα, όχι γιατί είναι έξω από την ανθρώπινη λογική, αλλά γιατί είναι πάνω από αυτήν. Ωστόσο ο ευαγγελιστής Ματθαίος αισθάνεται την ανάγκη να αναφερθεί σε αυτό το μυστήριο, για να τονίσει την ιερότητα του γεγονότος και των προσώπων που σχετίζονται με αυτό. Όταν, δηλαδή, ο ευαγγελιστής μας περιγράφει τον τρόπο γέννησης του Θείου Βρέφους, δεν έχει άλλο σκοπό, παρά να καταγράψει την πίστη της Εκκλησίας ότι ο Υιός του Θεού έγινε Υιός της Παρθένου για τη δική μας σωτηρία.
Αυτό που απομένει είναι η δική μας κίνηση για συνάντηση του Θείου Βρέφους. 
 Με την ελεύθερη επιλογή μας μπορούμε να προχωρήσουμε και να μείνουμε στη γενεά των ζητούντων τον Κύριο.  Τότε η χάρις και οι ευλογίες Του θα μας συνοδεύουν σε κάθε μας βήμα.
 Αντίθετα, 
 για όσους επιμένουν να παραμένουν στη άπιστη γενεά, η ενανθρώπηση του Χριστού δεν έχει κανένα νόημα και κανένα ευεργέτημα.
 Για όσους εντάσσονται στη γενεά των ζητούντων τον Κύριο, η ενανθρώπιση αποτελεί γεγονός αναγεννήσεως και σωτηρίας. Ας αξιοποιήσουμε το γεγονός της γέννησης του Χριστού, για να αναγεννηθούμε κι εμείς και ως αναγεννημένοι άνθρωποι να συνεχίσουμε να ζούμε με τον γεννημένο Υιό του Θεού μέσα στην ψυχή μας.
via

  
  Είναι γνωστό ότι η Αγία Γραφή αποτελεί το κεντρικό ανάγνωσμα σε όλες τις λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας μας. Οι ευαγγελικές και οι αποστολικές περικοπές από την Κ.Δ., οι Ψαλμοί και τα αναγνώσματα από προφητικά και ιστορικά βιβλία της Π.Δ. καλύπτουν τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας σε όλη τη διάρκεια του λειτουργικού έτους. Πέρα όμως από όλα αυτά, η Αγία Γραφή είναι παρούσα στους ύμνους και στις ευχές της Εκκλησίας μας με τη συχνή χρήση αγιογραφικών χωρίων, φράσεων και ορολογίας. Δηλαδή, μπορεί να λεχθεί ότι η Αγία Γραφή μέσω της λατρείας διαποτίζει, εμπνέει και καθοδηγεί τη ζωή των χριστιανών.
Αγία Γραφή και Εκκλησία είναι δύο μεγέθη αναπόσπαστα ενωμένα μεταξύ τους. Η Εκκλησία μαρτυρεί για τη θεία προέλευση των ιερών βιβλίων, αναγνωρίζει σ’ αυτά την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο και την ιστορία, αποφαίνεται για τη γνησιότητά τους και είναι ο αυθεντικός και αλάθητος ερμηνευτής τους διά του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία Γραφή είναι η πηγή της πίστεως της Εκκλησίας μας, είναι η αφετηρία της, ο οδηγός της, η ταυτότητά της, το περιεχόμενά της. Αυτό το περιεχόμενο η Εκκλησία το εκφράζει και το ερμηνεύει με τη θεία λατρεία και γενικά με κάθε λατρευτική της ενέργεια χρησιμοποιώντας εκτός από τη γλώσσα της Αγίας Γραφής και τη Θεολογία της.
Όλα αυτά για πολλούς φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με τον τίτλο της εισήγησης μου «Η κατ’ ιδίαν χρήση της Αγίας Γραφής…» ή «Η κατ’ ιδίαν μελέτη της Αγίας Γραφής…» ή «Η κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής…» κλπ., γιατί μια τέτοια χρήση, η οποία είναι πολύ συνηθισμένη και σήμερα, φαίνεται να τοποθετεί την Αγία Γραφή έξω από την Εκκλησία, έξω από το περιβάλλον της. Λέγεται ότι αυτό δημιουργεί κινδύνους παραποίησης και παρερμηνείας της Γραφής. Παλαιότερα μάλιστα, το 1672, μια τοπική Σύνοδος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων έλαβε μια απόφαση, μοναδική στην ιστορία της ορθόδοξης Εκκλησίας, με την οποία απαγόρευε την «υπό πάντων» ανάγνωσιν «της θείας Γραφής, αλλ’ υπό μόνον των μετά της πρεπούσης επί τοις βάθεσιν εγκυπτόντων του πνεύματος, και ειδότων οις τρόποις η θεία Γραφή ερευνάται και διδάσκεται και όλως αναγινώσκεται…». Η απόφαση αυτή αποτελεί αντίδραση στην ιεραποστολική δράση των Καλβινιστών στην περιοχή (Βλ. I. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμ. Β,’ Αθήναι 1953, σελ. 768.)
Οι πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ουδέποτε απαγόρευσαν την κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής. Απαγόρευσαν μόνο την ανάγνωση των απόκρυφων κειμένων. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων π.χ. γράφει: «όσα μεν εν εκκλησίας μη αναγινώσκεται, ταύτα μηδέ κατά σαυτόν αναγίνωσκε» (ΡG 33,501 Α). Την ίδια υπόδειξη κάνει και ο Μ. Βασίλειος προς τους μοναχούς γράφοντάς τους: «τα ενδιάθετα βιβλία αναγινώσκειν, αποκρύφοις όλως μη εντυγχάνειν» (ΡG 31,649Β).
Την κατ’ ιδίαν χρήση ή ανάγνωση ή μελέτη της Αγίας Γραφής τη συνιστά και μάλιστα πολύ συχνά και επίμονα ο μεγάλος Ιεράρχης και ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην ίδια την Αγία Γραφή και προπαντός στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου.
Κατά την ερμηνεία του χωρίου Εφεσ 6,4: «και οι πατέρες μη παροργίζετε τα τέκνα υμών αλλ’ εκτρέφεται αυτά εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» συνιστά μεταξύ των άλλων και τα εξής: «Πρέπει να δίνουμε καλό παράδειγμα στα παιδιά και να τα μαθαίνουμε από μικρή ηλικία να διαβάζουν την Αγία Γραφή. Αλίμονο! Αυτό το λέω συνέχεια και θα με θεωρήσετε ανόητο, αλλά εγώ δε θα σταματήσω να το λέω» (ΡG 62,151). Κάτι παραπλήσιο λέγει σε άλλη ομιλία του: «… Πάντοτε σας παρακαλώ και δε θα πάψω να σας παρακαλώ να μην προσέχετε μόνο αυτά που ακούτε εδώ, αλλά και όταν είστε στα σπίτια σας να διαβάζετε συνέχεια την Αγία Γραφή» (ΡG 48,991).
Χαρακτηριστική περίπτωση ιδιωτικής μελέτης ή ανάγνωσης της Αγίας Γραφής, στην οποία συχνά αναφέρεται ο Χρυσόστομος, είναι η διήγηση του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων για τη συνάντηση του Φιλίππου με έναν Αιθίοπα, ευνούχο αξιωματικό, διαχειριστή των οικονομικών της βασίλισσας των Αιθιόπων Κανδάκης (Πρξ. 8,26-40).






 Επέστρεφε στην πατρίδα του από την Ιερουσαλήμ, όπου είχε πάει για να προσκυνήσει. Καθόταν στο αμάξι του και διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Ο Φίλιππος τον ρώτησε: «άραγε γινώσκεις α αναγινώσκεις;» Δηλαδή καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις; Ο Αιθίοπας του απάντησε: «πώς γαρ αν δυναίμην, εάν μη τις οδηγήσει με:». Τα στοιχεία που περιέχει αυτός ο διάλογος είναι τα ακόλουθα: α) η ιδιωτική ανάγνωση της Γραφής, β) η δυσκολία κατανόησης του κειμένου και γ) η παράκληση προς τον Φίλιππο να τον βοηθήσει στην κατανόηση. Τα σημεία αυτά ο ιερός Χρυσόστομος τα επισημαίνει συχνά, κατά την ερμηνεία των επιστολών του Παύλου. Στις περισσότερες από αυτές βρίσκει πολλά στηρίγματα και αφορμές, για να προτείνει την κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να τονίσει το πόσο αναγκαία είναι αυτή.
Χαρακτηρίζει την ανάγνωση της Αγίας Γραφής ως «πνευματικόν λειμώνα» και «παράδεισον τρυφής» πολύ ανώτερο από τον παράδεισο της Εδέμ, γιατί, όπως λέγει, το νέο παράδεισο ο Θεός δεν τον φύτεψε στη γη αλλά «στις ψυχές αυτών που πιστεύουν» (ΡG 51,87). Τον άπλωσε σε κάθε μέρος της γης και στα πέρατα της οικουμένης (ΡG 51,87), γιατί η Γραφή απλώθηκε παντού. Ο νέος παράδεισος είναι, κατά τον Χρυσόστομο, απαλλαγμένος από τα θηρία και προπαντός από τον όφι. Έχει και αυτός πηγή, από την οποία όμως δεν πηγάζει μόνον ένας ποταμός αλλά μύριοι. Το περιεχόμενο τους δεν είναι νερό αλλά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Συμπεραίνει ότι η συνεχής ανάγνωση των Γραφών έχει τόση δύναμη ώστε να μπορεί να αρπάζει τη ψυχή μέσα από τη φωτιά και να την απαλλάσσει από πονηρούς λογισμούς (ΡG 51,87 εξ).





Η ανάγνωση της Γραφής, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, είναι υποχρέωση όλων και όχι μόνον ορισμένων. Στην παρατήρηση πολλών, ότι τη Γραφή πρέπει να τη μελετούν μόνον όσοι ανήκουν στην Εκκλησία και προπαντός οι μοναχοί, απαντά: «Μη μου λέτε τέτοιες ανούσιες δικαιολογίες, οι οποίες είναι άξιες έντονης αποδοκιμασίας και καταδίκης. Μη λέτε: εγώ ασχολούμαι με δικαστικές υποθέσεις ή ότι είμαι κρατικός λειτουργός και ασχολούμαι με τα δημόσια πράγματα. Μη μου λέτε: εγώ έχω κάποιο επάγγελμα για να μπορώ να ζήσω, έχω γυναίκα, μεγαλώνω παιδιά, ασκώ κάποια τέχνη, είμαι ο αρχηγός της οικογένειας, είμαι άνθρωπος βιοπαλαιστής. Δεν είναι επομένως δική μου υποχρέωση να διαβάζω τις Γραφές. Αυτό είναι δουλειά εκείνων που εγκατέλειψαν τον κόσμο και πήγαν και κατέλα¬βαν τις κορυφές των βουνών και ζουν διαρκώς εκεί». Και ο Χρυσόστομος συνεχίζει: «Τί λες άνθρωπε μου; δεν είναι δική σου δουλειά να διαβάζεις τις Γραφές, επειδή σε καταπνίγουν οι πολλές φροντίδες; Δική σου υποχρέωση είναι και μάλιστα περισσότερο από εκείνους. Εκείνοι δεν έχουν τόση μεγάλη ανάγκη τη βοήθεια των θείων Γραφών όση έχουν εκείνοι που διαρκώς υποφέρουν από τις καθημερινές δυσκολίες και τα προβλήματα. Οι Μοναχοί μόνοι τους θέλησαν να απαλλαγούν από τους θορύβους του κόσμου γι’ αυτό έκτισαν τις καλύβες τους στις ερημιές και δεν έχουν καμιά επικοινωνία με τον κόσμο, αλλά στοχάζονται και φιλοσοφούν μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη. Είναι σαν εκείνους που κάθονται στο λιμάνι και απολαμβάνουν την ασφάλειά τους. Εμείς όμως (συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του) μοιάζουμε με εκείνους που κλυδωνίζονται καταμεσής του πελάγους γι’ αυτό και έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη να διαβάζουμε συνέχεια τις Γραφές και να αντλούμε από αυτές παρηγοριά, θάρρος και δύναμη. Εκείνοι ζουν μακριά από τη μάχη γι’ αυτό και δεν δέχονται τραύματα. Εσύ αντίθετα είσαι διαρκώς στρατευμένος και μαχόμενος γι’ αυτό και δέχεσαι πολλές πληγές και τραύματα και γι’ αυτό χρειάζεσαι πολλά φάρμακα. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζεις είναι πολλές. Η γυναίκα σου σε εκνευρίζει, ο γιός σου σε στενοχωρεί, ο δούλος σου σε εξοργίζει, ο εχθρός σου σε επιβουλεύεται, ο φίλος σου σε βλάπτει, ο γείτονας σε περιφρονεί και σε προσβάλλει, ο συστρατιώτης σου σε υποτιμά, ο δικαστής σε απειλεί, η φτώχεια σε στενοχωρεί. Πολλές αφορμές και ανάγκες μας περιστοιχίζουν και δεχόμαστε βέλη από όλες τις πλευρές. Γι αυτό χρειαζόμαστε συνέχεια την πανοπλία, την οποία θα πάρουμε μόνο από τις άγιες Γραφές» (ΡG 48,992).
Σε κάποιο σημείο της ομιλίας του για τον πλούσιο και το φτωχό Λάζαρο αναφέρεται και στο χωρίο Β’ Τιμ. 2,20: «… εν μεγάλη δε οικία ουκ έστιν μόνον σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και ξύλινα και οστράκινα…». Από αυτό παίρνει αφορμή, για να συγκρίνει τα εργαλεία των αργυροκόπων, των χρυσοχόων, των χαλκοτύπων κλπ, με τα βιβλία της Γραφής και να πει τα ακόλουθα για την σπουδαιότητα της κατ’ ιδίαν ανάγνωσης της Αγίας Γραφής: «Έχουμε ανάγκη από τα θεία φάρμακα για να θεραπεύουμε τις πληγές που προκάλεσε ο διάβολος και να μπορούμε να προλαβαίνουμε αυτές που δεν εκδηλώθηκαν ακόμη (ΡG 62,361). Να μπορούμε να σβήνουμε από μακριά τα βέλη του διαβόλου και να τα αποκρούομε με τη συνεχή ανάγνωση των Γραφών. Δεν μπορεί να σωθεί κανείς, αν δεν απολαμβάνει την πνευματική ωφέλεια από τη συνεχή ανάγνωση της Γραφής. Θα μπορέσουμε να σωθούμε μόνο με τη συνεχή θεραπεία της ανάγνωσης. Γιατί, αν κάθε μέρα δεχόμαστε πλήγματα αλλά δεν έχουμε ιατρική βοήθεια, τότε ποια ελπίδα σωτηρίας έχουμε;» (ΡG 48,993).
Λίγο πιο κάτω και στην ίδια συνάφεια γράφει: «όπως οι διάφοροι τεχνίτες έχουν τα σχετικά με την τέχνη τους εργαλεία, όπως είναι η σφύρα, το αμόνι, η πυράγρα κλπ, έτσι και εμείς έχουμε ως εργαλεία τα αποστολικά και τα προφητικά βιβλία και γενικά κάθε θεόπνευστο και ωφέλιμο βιβλίο της Γραφής. Όπως εκείνοι με τα εργαλεία τους κατασκευάζουν και διαπλάθουν διάφορα σκεύη, έτσι και εμείς με τα δικά μας εργαλεία χαλκεύουμε τη ψυχή μας και όταν είναι αμαρτωλή και παλαιωμένη τη διορθώνουμε και την ανακαινίζουμε. …Οι τεχνίτες με τα εργαλεία τους δεν μπορούν να μεταβάλουν την ύλη των κατασκευασμάτων τους. Δεν μπορούν δηλαδή να κάνουν το ασήμι χρυσάφι. Μπορούν να μεταρρυθμίσουν μόνο τη μορφή τους. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με εσένα, γιατί εσύ έχεις κάτι περισσότερο από εκείνους. Εσύ μπορείς (εννοεί με την ανάγνωση της Γραφής) το ξύλινο σκεύος να το κάνεις χρυσό. Για όλα αυτά μάρτυρας είναι ο Παύλος» (ΡG 48,993) (παραθέτει το χωρίο Β’ Τιμ. 2,20).
Στο χωρίο Α’ Κορ 10,11 «ταύτα δε πάντα εγράφη προς νουθεσίαν υμών, εις ους τα τέλη των αιώνων κατήντησε» στηρίζει τα ακόλουθα: «Αν κάποιος δεν κατανοεί όσα διαβάζει στη Γραφή, να πάρει και να διαβάσει το βιβλίο της Γραφής. Και αφού διαβάσει όλη την ιστορία, να κρατήσει αυτά που κατανοεί και να αφήσει τα υπόλοιπα. Αν εξακολουθεί να δυσκολεύεται στην κατανόηση, να επισκεφτεί το σοφότερο και να ζητήσει τη βοήθεια του. Αν και πάλι δε βρει την απαιτούμενη βοήθεια, ο Θεός θα του αποκαλύψει την αλήθεια βλέποντας την προθυμία του…» (ΡG 48,995). Μετά φέρει το παράδειγμα του Ευνούχου της Κανδάκης.
Σε άλλο σημείο αλλά στην ίδια συνάφεια χρησιμοποιεί τα χωρία Α’ Κορ 2,1 «καγώ ελθών προς υμάς, αδελφοί, ήλθον ου καθ υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων το μυστήριον του Θεού» και το Α’ Κορ. 2,4 «ο λόγος μου και το κήρυγμα μου ουκ εν πειθοίς σοφίας αλλ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως». Τα χρησιμοποιεί για να συγκρίνει τους φιλοσόφους με τους αποστόλους και να πει «Οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι συγγραφείς δεν επιδιώκουν το κοινό συμφέρον αλλά ο σκοπός τους είναι πως θα προκαλέσουν το θαυμασμό για τους εαυτούς τους. Αν συμβεί να πουν κάτι χρήσιμο, το κρύβουν με θολούρα και ασάφεια. Οι απόστολοι όμως και οι προφήτες ως διδάσκαλοι της οικουμένης όλα τα έκαναν φανερά και σαφή, για να μπορεί ο καθένας να κατανοεί τα λεγόμενα από την ανάγνωση και μόνο» (ΡG 48,994). Ο ιερός Χρυσόστομος θεωρεί κατανοητά από όλους πολλά σημεία της Γραφής, γι αυτό και διερωτάται: «Σε ποιόν δεν είναι κατανοητά όσα γράφουν τα ευαγγέλια; Ποιός, όταν ακούει ότι «μακάριοι οι πραείς», «μακάριοι οι ελεήμονες», «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία» κλπ, χρειάζεται δάσκαλο να του τα εξηγήσει;» (ΡG 48,995).
Στα ίδια πλαίσια ο Χρυσόστομος διαπιστώνει ότι «Η ανάγνωση των Γραφών είναι μεγάλη ασφάλεια στο να μην αμαρτάνει κάποιος… Η άγνοια των Γραφών είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ βάραθρο… Αυτό γέννησε αιρέσεις και δημιούργησε διεφθαρμένη ζωή. Αυτό έφερε τα άνω κάτω» (ΡG 48,995). Αιρέσεις όμως δεν δημιούργησε μόνον η άγνοια των Γραφών, αλλά και η μη ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους. Αναφερόμενος στις επιστολές του Παύλου π.χ. χαρακτηρίζει ως επιπολαιότητα το να μην προσέχει κανείς όλο το περιεχόμενό τους αλλά να κάνει επιλογές κρατώντας τα σαφή και απορρίπτοντας τα ασαφή. Η αντίληψη αυτή, δηλαδή το να νομίζει κανείς ότι στις θείες Γραφές υπάρχουν περιττά οδήγησε σε αιρέσεις. «Στις θείες Γραφές», λέγει, «δεν υπάρχει τίποτα το περιττό, ούτε ένα ιώτα ή μία κεραία. Ακόμη και αυτές οι προσρήσεις στις επιστολές περιέχουν πολύ υψηλά νοήματα..» (ΡG 51,18). Την ίδια άποψη την επαναλαμβάνει και σε άλλη ομιλία του λέγοντας: «Η ανάγνωση των θείων Γραφών μοιάζει με θησαυρό. Αν κάποιος κατορθώσει να βρει ένα μικρό ψήγμα προσφέρει στον εαυτό του πολύ πλούτο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία Γραφή. Ακόμη και σε μια μικρή λέξη μπορεί κανείς να βρει σημαντικά νοήματα, πολλή δύναμη και άφατο πλούτο. Όχι μόνο θησαυρό αλλά και διαρκή πηγή που αναβλύζει θεία νάματα (ΡG 53,32).
Στην ίδια συνάφεια με το προηγούμενο χρησιμοποιεί δύο παραπλήσιες εικόνες για την αξία της ανάγνωσης της Γραφής. Η πρώτη εικόνα είναι η ακόλουθη: «Μια ραγδαία βροχή κατακλύζει την επιφάνεια του εδάφους χωρίς να εισχωρεί βαθιά σ’ αυτό και επομένως να μην το ωφελεί. Όταν όμως η βροχή είναι ήρεμη και σιγανή, μπορεί μέσα από κάποιες φλέβες να εισχωρήσει στο βάθος του εδάφους και να το κάνει κατάλληλο να δώσει καρπούς… Οι θείες Γραφές μοιάζουν με πνευματικές νεφέλες και τα νοήματα τους με βροχή. Πρέπει τα λόγια της Γραφής να τα αφήνουμε να εισχωρούν σιγά-σιγά στη ψυχή μας» (ΡG 51,90).
Στη δεύτερη εικόνα ο ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τη Γραφή με δέντρο που είναι φυτρωμένο κοντά σε ρυάκι. «Το δέντρο αυτό», λέγει, «δεν επικοινωνεί μόνο δύο και τρεις ώρες την ημέρα με το νερό αλλά ολόκληρη την ημέρα και ολόκληρη τη νύχτα…, γι’ αυτό, χωρίς κανένας να το ποτίζει, έχει ωραία φύλλα και πλούσιους καρπούς…. Έτσι και αυτός που διαβάζει συνέχεια τη Γραφή είναι σα να βρίσκεται κοντά στα ρυάκια της και με τη συνεχή ανάγνωση να αποκομίζει μεγάλη ωφέλεια» (ΡG 51,90).
Σε άλλη ομιλία του γράφει «Σε ένα λιβάδι υπάρχουν πολλά άνθη, τριαντάφυλλα, κρίνα, ρόδα κλπ με πολλή ευωδιά. Η ανάγνωση των θείων Γραφών δεν έχει μόνο τα αρώματα των ανθέων, αλλά και καρπούς που τρέφουν την ψυχή» (ΡG 49,17). Έτσι «η ανάγνωση των Γραφών βοηθάει να βρουν παρηγοριά οι πονεμένοι, όσοι βαρύνονται με αμαρτίες και όσοι κυριεύονται από αμαρτωλές σκέψεις» (ΡG 49,299).
Στην ίδια συνάφεια λέγει ότι «δεν είναι αρκετή η ανάγνωση των Γραφών για να φανερώσει το θησαυρό των αγαθών που περιέχει. Χρειάζεται να εξεταστεί και το βάθος τους…» (ΡG 51,148).
Η κατ’ ιδίαν ανάγνωση της Γραφής οδηγούσε συχνά σε υπερβολές, τις οποίες ο ιερός Χρυσόστομος κατακρίνει. Υπήρχε η συνήθεια π.χ. σε πολλούς πλούσιους να προμηθεύονται χρυσοποίκιλτες Γραφές, για να στολίζουν τις πολυτελείς βιβλιοθήκες τους. Επικρατέστερη όμως ήταν η συνήθεια οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά να κρεμούν ευαγγέλια από το λαιμό τους και να τα περιφέρουν όπου πήγαιναν. Ο Χρυσόστομος τους συμβουλεύει να εγγράφουν τα παραγγέλματα του ευαγγελίου στη σκέψη τους.
Παρουσίασα πολύ λίγες από τις πολλές προτροπές του ιερού Χρυσοστόμου για συχνή κατ ιδίαν ανάγνωση και μελέτη της Αγίας Γραφής.
Σήμερα η Αγία Γραφή είναι προσιτή σε όλους, γιατί διδάσκεται στα Σχολεία, αναπτύσσεται σε κύκλους «μελέτης της Αγίας Γραφής», μελετάται ατομικά και ομαδικά και προκαλεί συζητήσεις. Παράλληλα η Εκκλησία μας καταβάλλει διαρκείς προσπάθειες για την ευρεία διάδοση της. Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες εκπληρώνουν το σκοπό τους μόνον, όταν συνδέονται με τη θεία λατρεία. Δηλαδή η Αγία Γραφή μπορεί και πρέπει να μελετάται και να κατανοείται κατ’ ιδίαν αλλά παράλληλα πρέπει να βιώνεται μέσα στην Εκκλησία με τη συμμετοχή του πιστού στη λατρευτική και μυστηριακή ζωή της.
Ιωάννη ΛΓαλάνη



  Από πού προέρχεται η πίστη στον Θεό; Γιατί υπάρχουν ηθικές αξίες; Γιατί κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν και άλλοι όχι; 


  Γεφυρώνοντας την επιστήμη, την ψυχολογία και τη θρησκεία οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου αποκαλύπτουν, για πρώτη φορά, πώς τα πιστεύω, αναδύονται μέσα από τις νευρωνικές δραστηριότητες του εγκεφάλου μας. Με απλά λόγια, εξηγούν πώς ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και την μεταμορφώνει σε ένα φάσμα από προσωπικούς, ηθικούς και δημιουργικούς συλλογισμούς που τους χρησιμοποιούμε για να προσδώσουμε νόημα, αξία, πνευματικότητα και αλήθεια στη ζωή.


Στηριγμένοι σε νέες, επαναστατικές έρευνες της επιστήμης του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων εγκεφαλικών απεικονίσεων ανθρώπων που προσεύχονται και διαλογίζονται, οι Νιούμπεργκ και Γουόλντμαν προτείνουν ένα νέο μοντέλο για το πώς προκύπτουν τα πιο βαθιά πιστεύω και πώς αυτά επηρεάζουν τη ζωή. Μέσα από προσωπικές ιστορίες, ηθικά παράδοξα και οπτικές ψευδαισθήσεις, οι συγγραφείς δείχνουν πώς ο εγκέφαλός κατασκευάζει τις υποθέσεις που κάνουμε για την πραγματικότητα και προσφέρουν τρόπους για να αναπτύξουμε μια θετικότερη και περισσότερο ανεκτική στάση ζωής. Ένα βιβλίο που θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο και τον εαυτό σας.


Η κατανόηση της ΜΗ ύπαρξης αντικειμενικής αλήθειας και πραγματικότητας.


Η κάθε «αλήθεια» ΣΑΣ έχει χτιστεί με ερμηνείες που επηρεάζονται και περιορίζονται από τις προκαταλήψεις ΣΑΣ (κι ας αγαπάτε να πιστεύετε ότι εσείς είσαστε πιο ανοιχτά μυαλά ή πιο δίκαια ή πιο σωστά ή πιο λογικά ή ότι άλλο). Όσο κι αν θεωρείτε ότι αφού πιστεύετε στο «λογικό» και στο «σωστό» είναι αντικειμενική η γνώμη μας ή η άποψη που σχηματίζουμε.


Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, όσο και αν είναι (ελαφρώς έως πολύ) οδυνηρό να το αποδεχτείτε. Όσο πιο τετραγωνισμένα βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε ανθρώπους και καταστάσεις τόσο πιο εύκολα και γρήγορα οδηγούμαστε σε αδιέξοδα. Χρειάζεται να «λειανθεί» η οπτική, να επιτρέψουμε να γίνει πιο «στρογγυλή», είναι αναγκαία η διεύρυνση και η ανοιχτότητα αυτής της οπτικής για να συνυπάρξουμε. Το αυτονόητο το δικό μας, δεν είναι το δεδομένο και για τον άλλον και όσο κι αν είναι ανάγκη μας να το υποστηρίζουμε, τίποτα δεν μας επιβεβαιώνει ότι το δικό μας είναι το «σωστό». [Διαβάστε και τον μάστερ της μεταφυσικής τον Τσαρλς Φορτ]





Το πιο πιθανό είναι ότι πολλές από τις παρακάτω προκαταλήψεις αφορούν πολλούς από εσάς, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ανθρώπινο ον που δεν τον αφορά, είναι ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, να βλέπει με «προσωπικά κριτήρια» για να επιλέγει το καταλληλότερο για τον εαυτό του. Επιβεβαιώστε, πιθανά, κάποιες από τις δικές σας, γιατί φυσικά υπάρχουν και άλλες (πολλές) προκαταλήψεις, αλλά τουλάχιστον να γνωρίζουμε ότι τις έχουμε, σαν ένα μικρό βήμα προς την αυτογνωσία. Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη.


Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς. Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στη συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο.


Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί. Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι τυποποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων.





 Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.


Η προκατάληψη της οικογένειας.


 Όλοι έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας περιγράφουν, χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.


Η προκατάληψη της εξουσίας.


 Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.


Η προκατάληψη της γοητείας.


 Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.


Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης.


 Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.


Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης.


 Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.


Η προκατάληψη της ομάδας. 


Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.


Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας.


 Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.


Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης.


 Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.


Η προκατάληψη του πλήθους.


 Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.


Η προκατάληψη της προβολής. 


Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες) δεν σκέφτονται όπως εμείς.


Η προκατάληψη της προσμονής.


 Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.


Η προκατάληψη των «μαγικών αριθμών».


 Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά. [δηλ. 2 δις άνθρωποι είναι χριστιανοί, ή αυτή η ομάδα, ιδέα, ιστοσελίδα, έχει την υποστήριξη 100.000 ανθρώπων, κλπ]


Η προκατάληψη της πιθανότητας.


 Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου. Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα. Επίσης, όλοι κουβαλάμε «μαγικές» προκαταλήψεις από την παιδική ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.

Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος.


 Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.


Η προκατάληψη της ευχαρίστησης.


 Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.


Η προκατάληψη της προσωποποίησης.


 Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης, συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.


Η προκατάληψη της αντίληψης.


 Ο εγκέφαλός υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση «Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω».


Η προκατάληψη της επιμονής.


 Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.


Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης.


 Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.


Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. 


Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.


Η προκατάληψη της λογικής.


 Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: «Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες». [όπως η θεωρία του Θεού- Δημιουργού φαίνεται και είναι χρήσιμη και βολική]


Η προκατάληψη της πειθούς.


 Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.


Η προκατάληψη του πρώτου. 


Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.


Η προκατάληψη της αβεβαιότητας.


 Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε, είτε να μην πιστεύουμε. [δηλ. είτε ένθεος είτε άθεος, είτε πιστός, είτε άπιστος, λες και δεν υπάρχουν μύριες άλλες επιλογές]


Η προκατάληψη των συναισθημάτων.


 Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.


Η προκατάληψη της δημοσιότητας.


 Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου. [Το αυτό κάνουν και ο κινηματογράφος αλλά και κάθε μορφή τέχνης. Μόνον έργα με αίσιο τέλος έχουν πιθανότητες επιτυχίας κι αποδοχής]


Η προκατάληψη του τυφλού σημείου.


 Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν «προκατάληψη του τυφλού σημείου». Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων. Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές σας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα και τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω. Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.






Τελικά, υπάρχει λύση στα προβλήματά μας! 


«Για να διατηρήσετε το πνεύμα σας ανοιχτό και να νιώσετε απόλυτα εναρμονισμένοι με τους γύρω σας», γράφει ο διακεκριμένος νευροεπιστήμονας Αντριου Νιούμπεργκ, «το μόνο που απαιτείται σε νευρολογικό επίπεδο είναι η συνειδητή μείωση της δραστηριότητας στους δύο μετωπιαίους και στους δύο βρεγματικούς λοβούς, καθώς και η αναστολή της στεφανιαίας δραστηριότητας του εγκεφάλου, η οποία σχετίζεται με τον θυμό και τον φόβο». Το πράγμα, δηλαδή, ακούγεται σχετικά απλό!


Ο Αντριου Νιούμπεργκ είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ραδιολογίας και Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια και λέκτορας στο τμήμα Θεολογίας, έγραψε δε –σε συνεργασία με τον Μαρκ Ρόμπερτ Γουόλντμαν, θεραπευτή και επιστημονικό συνεργάτη στο Κέντρο Πνευματικότητας και Νου του ίδιου πανεπιστημίου– το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο:

 «Γιατί πιστεύουμε - Πώς η επιστήμη του εγκεφάλου εξηγεί την ανάγκη μας για τον Θεό»,

 το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αβγό. Και αντικείμενό του δεν είναι μόνον η θρησκευτική πίστη, αλλά το πώς συγκροτούνται οι πεποιθήσεις μας μέσα από τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Φυσικά, κάπου εδώ εγείρεται η πρώτη απορία μας, την οποία απευθύναμε στον διακεκριμένο ερευνητή:


– Μήπως η «μέτρηση» της θρησκευτικότητας και η ερμηνεία της, από την οπτική της νευρολογίας, οδηγήσει σε εκ νέου αποδόμηση της θρησκείας, η οποία θα συμπαρασύρει και το ηθικό αξιολογικό μας σύστημα; Ή για να το θέσουμε αλλιώς: είναι η επιστήμη σε θέση να κατασκευάσει μια νέα ηθική στη θέση εκείνης που θα καταβαραθρωθεί, αν αποδειχθεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένα παιχνίδι που απλώς συμβαίνει στον εγκέφαλό μας;

«Η επιστήμη συνέβαλε στην αποδυνάμωση κάθε ηθικού συστήματος που βασιζόταν στη θρησκεία. Πολλοί στρέφονται στην επιστήμη επειδή νομίζουν ότι παρέχει μια πιο αντικειμενική και λογική προσέγγιση του κόσμου, επομένως και ένα πιο λογικό και αντικειμενικό σύστημα ηθικών αξιών. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για το αν η επιστήμη παρέχει όντως κάποιο ηθικό σύστημα αξιών. Στην ουσία, αποτελεί ένα εργαλείο μελέτης του κόσμου και ο ρόλος της δεν είναι να κρίνει τι είναι σωστό και τι λάθος. Στην ιδανική της μορφή, η επιστήμη θα έπρεπε να αξιολογεί, αν μια ιδέα λειτουργεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εν λόγω ιδέα είναι και ηθικά σωστή». απαντά ο καθηγητής – ερευνητής.


Στο βιβλίο του ο καθηγητής Νιούμπεργκ υποστηρίζει, χρησιμοποιώντας εκλαϊκευμένη γλώσσα, ότι η αρχιτεκτονική του μυαλού μας είναι τέτοια που «εκ φύσεως» κατασκευάζουμε και πρεσβεύουμε πνευματικές αντιλήψεις. Και η κάθε λογής θρησκευτικότητα είναι η παλαιότερη και πιο κοινή έκφανσή τους. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να πιστεύουμε» και η πίστη μας συνδέεται πρακτικά με την ηθικότητα, οι λειτουργίες της οποίας εδράζονται στους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου. Ομως, παραδέχεται ότι τελικά αυτό που βιώνουμε ως ηθικό σύστημα αποτελεί συνδυασμό διδαγμένων πιστεύω, νευρολογικής ανάπτυξης και ομαδικής συναίνεσης.


Η λειτουργία της πίστης δηλαδή, μπορεί μόνο εν μέρει να αποκρυπτογραφηθεί από τη νευροεπιστήμη. Αλλωστε, όπως αναφέρει στη συνομιλία που είχαμε μαζί του: «Ενα άλλο ζήτημα είναι ότι οι επιστήμονες συνήθως αντιμετωπίζουν κι αυτοί τα ηθικά διλήμματα που στοιχειώνουν κάθε απλό άνθρωπο. Συχνά είναι μικροπρεπείς, ανταγωνιστικοί κι εκδικητικοί. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να βρούμε τρόπους να συνδυάσουμε ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η επιστήμη με ό, τι καλύτερο προσφέρουν οι θρησκευτικές και πνευματικές παραδόσεις».


Η προσευχή του άθεου



Πως όμως του ήρθε να αναζητήσει το Θεό; «Δεν θα έλεγα ότι προσπαθώ να προσεγγίσω τον Θεό! Παρ’ όλα αυτά, η έννοια του θείου, της θρησκείας και της πνευματικότητας αγγίζει βαθιά όλα τα ανθρώπινα όντα. Κάθε πολιτισμός, από την εποχή του Νεάντερταλ έως τους Ελληνες φιλοσόφους και τον σύγχρονο άνθρωπο, έχει αναρωτηθεί, Γιατί είμαστε εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής μας; Είναι φυσικό να καταφεύγουμε σε όλες τις δυνατές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιστημονικής».


Ο καθηγητής Νιούμπεργκ, λοιπόν, απεικόνισε, χρησιμοποιώντας τομογραφία απλού φωτονίου (SPECT), την εγκεφαλική λειτουργία βουδιστών μοναχών πριν και μετά τον διαλογισμό, την προσευχή μιας ομάδας Φραγκισκανών μοναχών, Πεντηκοστιανές γυναίκες σε φάση «πολυγλωσσίας», ακόμα κι έναν δηλωμένο άθεο (ο οποίος πίστευε στις δυνατότητες του εγκεφάλου) που συνήθιζε να αυτοσυγκεντρώνεται χρησιμοποιώντας ασκήσεις αναπνοής. 

Σε όλους κατέγραψε αυξημένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό και μείωση στους βρεγματικούς λοβούς, όπου βρίσκεται το «κέντρο προσανατολισμού» του εγκεφάλου.


Συνέβαινε δηλαδή κάτι παρόμοιο με αυτό που στη νευροεπιστήμη ονομάζουν «απώλεια προσαγωγών αισθητικών ερεθισμάτων». Είτε την κατάσταση αυτή την ονομάσουμε σύνδεση με το θείο είτε νευρική παραίσθηση, το σίγουρο είναι πως η πολύχρονη «προπόνηση» του εγκεφάλου μας σε ένα τέτοιο φαινόμενο δημιουργεί μια νέα δομή ενώ, γενικά, συνοδεύεται από αύξηση του επιπέδου σεροτονίνης, η οποία δρα σαν φυσικό αγχολυτικό.

 Ο εγκέφαλος έχει την προδιάθεση να απορρίπτει κάθε πιστεύω που έρχεται σε αντίθεση με την ήδη δομημένη κοσμοθεωρία του, γράφει στο βιβλίο του ο δρ Νιούμπεργκ.


– Ομως, ο άνθρωπος έχει τη βιολογική δύναμη να επιβάλλεται στα καταστροφικά πιστεύω του και να παράγει νέες ιδέες, οι οποίες άλλωστε είναι σε θέση να αλλοιώνουν το νευρικό δίκτυο. Τελικά, είναι οι νευροεπιστήμονες οι φιλόσοφοι της μεταμοντέρνας εποχής;


«Είναι δύσκολο να μελετήσεις τον εγκέφαλο, χωρίς να επηρεάζεσαι από το ποιος είσαι, πώς βλέπεις τον κόσμο και το πώς αντιλαμβάνεσαι τη φύση της πραγματικότητας. Γι’ αυτό πολλοί νευροεπιστήμονες επηρεάζονται από τις φιλοσοφικές ιδέες. Στην ουσία όμως, όλες οι επιστήμες έχουν κάτι να προσφέρουν στα μεγάλα ερωτήματα».


– Τα μεγάλα ερωτήματα! Ποιο είναι το δικό σας υπέρτατο ερώτημα, κύριε καθηγητά;

«Για μένα το υπέρτατο ερώτημα είναι το εξής:

 Πώς ξέρουμε τι είναι αλήθεια; Από εκεί πηγάζουν όλα τα υπόλοιπα»!


 Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην τεθεί και το ερώτημα των ορίων της ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς από μια τέτοια οπτική. Ποια είναι δηλαδή η επόμενη πρόκληση για τον δρα Νιούμπεργκ; «Θα συνεχίσω να εξερευνώ τις διαφορετικές μορφές θρησκευτικών και πνευματικών πρακτικών και εμπειριών. Σκοπός μου είναι να δημιουργήσω έναν πλήρη χάρτη του γονιδιώματος της θρησκείας (religionomes), ανάλογο με το σύνολο των χρωμοσωμάτων του ανθρώπου. Ετσι θα είχα την ευκαιρία να κατηγοριοποιήσω και να αξιολογήσω τις θρησκευτικές παραδόσεις με βάση τα δεδομένα του τομέα μου, χωρίς να εξαιρέσω, βέβαια, τις φιλοσοφικές απόψεις που υπάρχουν».


Ο ζωντανός τρισδιάστατος κόσμος που αντιλαμβανόμαστε (μέσω των αισθήσεων) είναι στην πραγματικότητα φτιαγμένος από νευροχημικές και νευροηλεκτρικές διεγέρσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τον «έξω κόσμο» για να κατασκευάσουν μια εικόνα μέσα στο ανθρώπινο μυαλό. Αυτή είναι η βασική αρχή της επιστήμης του εγκεφάλου και αντικείμενό της το πως εφάπτονται όλα αυτά στον εγκέφαλο.

Εκεί όπου όλα είναι έννοιες – κάτι τέτοιο είναι και ο Θεός.

– Τελικά, δρ Νιούμπεργκ, είστε πιστός – κι αν ναι, σε τι;


«Πιστεύω ότι το σύμπαν (άσχετα με το αν περιλαμβάνει τον Θεό ή όχι) θα μας αποκαλυφθεί αν είμαστε προσεκτικοί και επίμονοι όταν το εξερευνούμε. Η παρατήρησή μας, όμως, θα πρέπει είναι πολύμορφη: επιστημονική, φιλοσοφική, πνευματική»!


***


«Γιατί Πιστεύουμε» Άντριου Νιούμπεργκ και Μ.Ρ. Γουόλντμαν, εκδόσεις ΑΒΓΟ
Ο αγγλικός τίτλος: «Why We Believe What We Believe: Uncovering Our Biological Need for Meaning, Spirituality, and Truth»
Αναζητήστε το σε ένα bazaar βιβλίων και θα το πληρώσετε μόλις 5 ευρώ από τα 25 αρχική τιμή στον εκδότη.
via