Η μέριμνα της ανάδειξης του «εγώ» σου - Point of view

Εν τάχει

Η μέριμνα της ανάδειξης του «εγώ» σου






   “Kαθόταν μια φορά κοντά στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή, η Μέριμνα.

Η Μέριμνα εσύμπαιζε στα δάχτυλά της τον πηλό.

Και με το χάζι και παίζοντας το έπλασε ένα αγαλματάκι. Εστέκονταν και το θωρούσε.

Περνάει τότε από μπροστά της ο Δίας, ο Jupiter. Και τη νε βλέπει με το παιχνίδι της.

–Καλώς τα πολεμάς, βασσιλαρχόντισσα, τη χαιρετάει.

–Καλό να’ χεις, κι η αφεντιά σου, τον αντιχαιρετάει.

–Και σαν τι τάχατες καμώματα σκαρώνεις αυτού δα;

–Να! του λέει η Μέριμνα. Επιάστηκα να κάμω ένα πλασματάκι. Αλλά το καημενούλι μου είναι ξερό και άλαλο. Εσύ, που ’σαι ο άρχος κι ο ταγός σε ούλα, κάμε να το φυσήξεις. Να ψυχωθεί και να μιλήσει. Για να σε προσκυνάει ύστερα.

–Μετά χαράς, αρχοντοπούλα μου, της απαντάει ο Δίας.

 Πιάνει, φυσάει τη λάσπη. Κι αμέσως το πλάσμα ζωντάνεψε.

Καθότανε κι οι δύο, και χαίρονταν το έργο τους.

–Και πώς να το βαφτίσουμε; ρωτά η Μέριμνα. Λέω να του δώσω τ’ όνομά μου. Εγώ δεν το έπλασα;

–Όχι, και να σου λείπει η χάρη! της κραίνει ο Δίας. Το δικό μου τ’ όνομα θα δώσουμε. Γιατί εγώ του φύσηξα ζωή.

Έτσι, πιάστηκαν οι δυο θεοί, και τράβαγαν, ο ένας από δω ο άλλος από κει. Δεν έβρισκαν την άκρη. Τότε σηκώνεται από τα χώματα η Γη, η Humus, και με το στόμα του Κρόνου, του Saturnus, δικάζει, και δίνει τη λύση.


–Ούτε το δικό σου, ούτε το δικό σου. Το δικό μου όνομα θα λάβει, εδίκασε. Εσύ, Μέριμνα, που το έπλασες, θα το δυναστεύεις και θα το κατέχεις σε όλη του τη ζωή. Εσύ, Δία, που του έδωκες ζωή και γνώση, θα το οδηγάς και θα πλουτίζεις το μυαλό του. Για να σε δοξολογεί και να σε σέβεται. Κι όταν θα πεθαίνει, η πνοή του θα γυρίζει σε σένα. Το όνομα όμως θα το λάβει από μένα. Γιατί από δικά μου στοιχεία συντελέστηκε. Εξ ων συνετέθη. Έτσι θα λένε. Και σαν στερέψει ο χρόνος που του ορίστηκε, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίζει. Και εις γην απελεύσει. Έτσι θα λένε. Από μένα λοιπόν, τη Humus, θα το φωνάξουμε homo, που πάει να πει άνθρωπος”[1]

Τον αρχαίο αυτόν μύθο*, τον έχει μεταγράψει ο Ρωμαίος ποιητής Υγίνος (22ος μύθος).





Από Υπερηφάνεια και Όχι Από Θείο Ζήλο Ασχολείσαι Με Τα Πνευματικά Θέματα 





Γιατί πέφτεις σε μέριμνα ακόμα και στα πνευματικά ζητήματα;

Ενώ δηλαδή νομίζεις ότι τάχα ασχολείσαι με πνευματικά θέματα και έχεις πνευματικά ενδιαφέροντα και έχεις πνευματικά ερωτήματα και έχεις πνευματικές απορίες και θέλεις να σου εξηγούν και θέλεις να σου πουν και να μάθεις, τελικά περιπλέκεσαι, τελικά μπαίνεις σε μέριμνα και σε φροντίδα.

Εγώ θα έλεγα και περισσότερο και από αυτό. Δεν είναι απλώς ότι μπαίνει κανείς σε κάποιες φροντίδες, αλλά παγιδεύεται από τον ίδιο τον εαυτό του, από τον εγωισμό του.

Ο άνθρωπος παιδεύεται συνέχεια από αυτήν την τάση που έχει, να θέλει να είναι κάτι. Και σε όποιο σκαλοπάτι κι αν βρεθεί πάλι εκεί ξαναγυρίζει..

Ας πούμε, πρόκοψε κανείς κάπως πνευματικά και επομένως έχει επικοινωνία με πνευματικούς ανθρώπους και ρωτάει κτλ.

Αλλά και εκεί πάλι θέλει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι κάτι είναι. Γι’ αυτό και ασχολείται τόσο πολύ και απασχολείται μ ‘αυτά. Όχι από θείο ζήλο, αλλά από υπερηφάνεια.

Παγιδεύεται από την ιδέα που έχει για τον εαυτό του, επειδή έμαθε τάχα πολλά, και το παίζει πλέον παράγων εκκλησιαστικός και αρχίζει να λέγει αδιακρίτως την άποψή του, να μιλά με θράσος, να πράττει αυτόβουλα και αλαζονικά.

Παγιδεύεται μέσα στην φιλαυτία του και εκεί μέσα χάνει πλέον τον βαθύ νόημα των γνώσεων που έχει αποκομίσει από τους γέροντες που συζήτησε, τα βιβλία που διάβασε, τις απαντήσεις που έλαβε.


Όλα λοιπόν εκείνα τα πνευματικά ζητήματα που σε απασχολούσαν έχουν μπει πλέον στην άκρη και τώρα απλά τα χρησιμοποιείς για να δεσπόζει στο κέντρο η μέριμνα της ανάδειξης του «εγώ» σου.



Γιατί λοιπόν πέφτεις σε μέριμνα ακόμα και στα πνευματικά ζητήματα;

Ο Θεός σε έφερε εκεί που σε έφερε, ο Θεός σε φωτίζει, σε καθοδηγεί.

Γνωρίζει ο Θεός αυτά τα οποία έχεις ανάγκη και φροντίζει για σένα.



*Η παραπάνω απόδοση του μύθου της Μέριμνας προέρχεται από το βιβλίο "Γκέμμα" του Δημήτρη Λιαντίνη. Ο Heidegger συνάντησε το μύθο της μέριμνας στο άρθρο του Κ. Burdach, "O Φάουστ και η μέριμνα". Ο Burdach δείχνει ότι ο Γκαίτε παρέλαβε από τον Herder αυτό το μύθο της Cura και τον διασκεύασε για το δεύτερο μέρος του Φάουστ.



Από το βιβλίο:
 Αββάς Βαρσανούφιος 
Ερμηνεία Πατερικών κειμένων 
via

Pages