From GodMan to CyborgDeus




Κατά την όψιμη Ανθρωπόκαινο εποχή που διανύουμε, η προοδευτική απανθρωποποίησή μας προκύπτει από έναν συνδυασμό υψηλής τεχνολογίας και βιοπολιτικής ασυδοσίας. Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, διαφορετικές τεχνοεπιστήμες -από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη Ρομποτική μέχρι τη Βιοπληροφορική και την επεμβατική Γενετική- συνεργάζονται στενά όχι μόνο για την κατασκευή νοημόνων μηχανών αλλά και για τη δημιουργία χιμαιρικών βιοκυβερνητικών πλασμάτων με εμφανή μετα-ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Η πορεία προς τη «μετα-ανθρώπινη κατάσταση» θεωρείται μη αναστρέψιμη, επειδή είναι όντως τεχνολογικά εφικτή, ιστορικά προδιαγεγραμμένη και, ενδεχομένως, βιολογικά αναγκαία. 

Πάντως, ο δρόμος που οδηγεί στη μετεξέλιξη του Homo Sapiens σε Homo Cyborg, δηλαδή από τους βιολογικά «πεπερασμένους» ανθρώπους του χθες στα πιο «ελεύθερα» υπεράνθρωπα πλάσματα του αύριο, δεν είναι στρωμένος με τεχνολογικά ροδοπέταλα, ούτε άμοιρος προβλημάτων και τραγικών κοινωνικών επιπλοκών. 

Οι τεχνοεπιστημονικές προϋποθέσεις του εγχειρήματος δημιουργίας υπερανθρώπων

...Άρα και υπανθρώπων.

H κόκκινη γραμμή που, κάποτε, οριοθετούσε αυστηρά το φυσικό από το τεχνητό έχει από καιρό αρχίσει να ξεθωριάζει, αν δεν έχει σβήσει οριστικά.

Οι εντελώς αφύσικες και άκρως απειλητικές πλανητικές εξελίξεις, οι οποίες ουδέποτε θα είχαν εμφανιστεί χωρίς την επεμβατική τεχνολογία του Homo faber (του Ανθρώπου κατασκευαστή), είναι ήδη ορατές: από την καταστροφή των οικοσυστημάτων και την εξάλειψη αμέτρητων μορφών ζωής μέχρι τις επεμβατικές βιοτεχνολογικές επεμβάσεις για την ανάπλαση του ανθρώπινου σώματος.

Ο,τι μέχρι πρόσφατα διαφοροποιούσε την ανθρώπινη ιστορία από τη φυσική-βιολογική μας εξέλιξη ανήκει στο παρελθόν. Ο εργαστηριακός επανασχεδιασμός και η τεχνητή «διεύρυνση» ή «αναβάθμιση» της ανθρώπινης ζωής αποτελούν καθημερινές βιοϊατρικές πρακτικές και δεν θεωρούνται πλέον κοινωνικά ύποπτες ή ηθικά ανεπίτρεπτες επεμβάσεις στη φυσιολογική πορεία της ζωής.
Συνεπώς, η τεχνολογική ανάπλαση της ανθρώπινης φύσης δεν αποτελεί απλώς δυνατότητα αλλά μια εφικτή -αν και όχι πάντα ευκταία- βιοπολιτική πρακτική. Με ποια, όμως, τεχνολογικά μέσα υλοποιείται;

Τεχνολογικά υβρίδια ανθρώπου-μηχανής

 

Το μακρινό 1948 ο ιδιοφυής μαθηματικός Νόρμπερτ Βίνερ (Ν. Wiener) θα εκδώσει το περίφημο βιβλίο του «Κυβερνητική» (Cybernetics). Στις σελίδες αυτού του κλασικού επιστημονικού συγγράμματος -κυκλοφορεί από τις εκδ. Καστανιώτη- εκθέτει και κυρίως θεμελιώνει μαθηματικά τις θεωρητικές προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας ολότελα νέας επιστήμης και τεχνολογίας, της Κυβερνητικής, η οποία προγραμματικά εστιάζει το ενδιαφέρον της στον «έλεγχο και την επικοινωνία στα ζώα και στις μηχανές», όπως δηλώνεται απερίφραστα στον υπότιτλο του βιβλίου.

Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανάπτυξη των πρωτοποριακών ιδεών του Βίνερ και η «μετάφρασή» τους σε συγκεκριμένα τεχνολογικά προγράμματα οδήγησε στη γένεση της σύγχρονης Ρομποτικής. Ενώ όταν οι επαναστατικές ιδέες του Νόρμπερτ Βίνερ συνδυάστηκαν με τη νεόκοπη, τότε, υπολογιστική προσέγγιση του Αλαν Τιούρινγκ οδήγησαν στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, μάλιστα, οι εντυπωσιακές εξελίξεις στη Βιοπληροφορική, τη Βιοκυβερνητική και τη μικροηλεκτρονική Νανοτεχνολογία φαίνεται πως καθιστούν ρεαλιστικά ακόμη και τα πιο ακραία σενάρια επιστημονικής φαντασίας σχετικά με τη δυνατότητα κατασκευής υβριδίων ανθρώπου-μηχανής.

Έτσι, σήμερα, πολλές ερευνητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο εργάζονται πυρετωδώς για την υλοποίηση του «τεχνολογικού οράματος» της αναβάθμισης του ανθρώπου μέσω της δημιουργίας, αφενός, διεπαφών του ανθρώπινου εγκεφάλου με υπολογιστές και, αφετέρου, με την ενσωμάτωση στο ανθρώπινο σώμα διάφορων μικρο- και νανο- μηχανών.

Χάρη στην ανάπτυξη τέτοιων διεπαφών ανθρώπου-μηχανής, οι ερευνητές μπορούν πλέον να μεταφράζουν τα νευρικά σήματα που παράγονται από τους νευρώνες του εγκεφάλου μας σε ηλεκτρικά σήματα, τα οποία μπορούν μέσω ενός υπολογιστή να μετακινούν π.χ. τους μηχανικούς βραχίονες ενός ρομπότ.

Μολονότι αυτές οι νευροτεχνολογικές καινοτομίες βρίσκονται ακόμη σε εμβρυϊκό στάδιο, η ταχύτατη εξέλιξή τους στα αμέσως επόμενα χρόνια φαίνεται να οδηγεί αναπόφευκτα στην ευρύτερη μηχανοποίηση της ανθρώπινης ζωής και, γιατί όχι, στον εξανθρωπισμό των μηχανών.

Η υπολογιστική και η ρομποτική τεχνολογία έχουν διεισδύσει σχεδόν σε όλες τις πτυχές της ιδιωτικής, εργασιακής και κοινωνικής ζωής μας, μεταλλάσσοντας τον σύγχρονο άνθρωπο σε «ψηφιακό πολίτη».

Όμως η νέα εικονική πραγματικότητα που αναδύεται από τις ψηφιακές τεχνολογίες και την επιτηρούμενη διαδικτυακή μας ζωή γεννά ουκ ολίγα κοινωνικά, οικονομικά, ψυχοσωματικά και άρα ηθικοπολιτικά προβλήματα, όπως π.χ. η επιτακτική ανάγκη για προστασία της ιδιωτικότητας και της ατομικής ταυτότητάς μας.

Επομένως, σήμερα, είναι ζωτικής σημασίας να οριοθετήσουμε (νομοθετικά) αλλά και να αντιπαραθέσουμε (πολιτικά) την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα και αυτονομία στα -ήδη ορατά- βιοπολιτικά σενάρια για την απανθρωποποίησή μας.

Πάντως, όσο βαθαίνουν οι επιστημονικές μας γνώσεις και άρα οι τεχνολογικές μας δυνατότητες στο να επεμβαίνουμε στη βιολογική μας ταυτότητα και να τροποποιούμε κατά βούληση τις εξελικτικά διαμορφωμένες επί εκατομμύρια χρόνια βιολογικές λειτουργίες μας, τόσο περισσότερο διατρέχουμε τον κίνδυνο να παραβιάσουμε τη λεπτή -αλλά ακόμη υπαρκτή!- διαχωριστική γραμμή που διακρίνει το φυσικό από το τεχνητό και την επιστημονική κατανόηση από την αυθαίρετη-ιδιοτελή χειραγώγηση της ανθρώπινης φύσης με τεχνολογικά μέσα.

Το μέλλον μας ως κυβοργίων

Λόγω της άλογης δημογραφικής και βιομηχανικής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους, η ανθρωπόκαινη πλανητική κρίση είναι πλέον ορατή και στο μεσοβραχυπρόθεσμο μέλλον, ο πλανήτης Γη κινδυνεύει να καταστεί αφιλόξενος για το ανθρώπινο είδος, τουλάχιστον με τη σημερινή του μορφή.

 Ισως γι’ αυτό οι τεχνολάγνες κοινωνικές ελίτ έχουν εναποθέσει τις ελπίδες για την επιβίωση και την αναπαραγωγή της εξουσίας τους στη μετεξέλιξη των ανθρώπων σε χιμαιρικά βιο-κυβερνητικά πλάσματα, τα περιβόητα... «cyborgs».

Κυβόργιο (cyborg) είναι κάθε βιοκυβερνητικό χιμαιρικό πλάσμα που προκύπτει από την οργανική σύντηξη ενός βιολογικού σώματος με έναν ψηφιακό υπολογιστή. Η δημιουργία τέτοιων «υβριδικών» και οιονεί ανθρώπινων πλασμάτων δεν ανήκει πια στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αφού τέτοια ευφάνταστα τεχνουργήματα δημιουργούνται σχεδόν καθημερινά στα εργαστήρια Ρομποτικής και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Πρωτοποριακές σε αυτό το νέο ερευνητικό πεδίο υπήρξαν, μεταξύ πολλών άλλων, οι έρευνες του Kevin Warwick, διάσημου Βρετανού καθηγητή Βιοκυβερνητικής στο Πανεπιστήμιο Reading.

Ο Warwick κέρδισε τον τίτλο του πρώτου «Cyborg Man» από τα διεθνή ΜΜΕ, όταν αποφάσισε να εφαρμόσει στον ίδιο του τον εαυτό τις αλλόκοτες επιστημονικές ιδέες του.

Πράγματι, το 1998, ήταν ο πρώτος που εγκατέστησε ένα μικροτσίπ στο αριστερό του χέρι, ενώ το 2002, για τις ανάγκες ενός άλλου πειράματος, συνέδεσε καμιά εκατοστή μικροηλεκτρόδια στις νευρικές απολήξεις του ίδιου χεριού.

Επιπλέον, ήταν ο πρώτος ερευνητής-πειραματόζωο που συνέδεσε το νευρικό του σύστημα με έναν υπολογιστή ικανό να διοχετεύει στο διαδίκτυο τη νευρική δραστηριότητά του. Χάρη σ’ αυτόν τον εναλλακτικό τρόπο κατάφερνε να επικοινωνεί με τη σύζυγό του, να μετακινεί αντικείμενα που βρίσκονταν σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων και να βιώνει μέσω της τεχνολογίας ανοίκειες «ψηφιακές» εμπειρίες.

Υποβάλλοντας τον εαυτό του σε τέτοια εκκεντρικά και σχεδόν μαζοχιστικά πειράματα, ο Kevin Warwick κέρδισε δικαίως από τα ΜΜΕ τον τίτλο του πρώτου βιοκυβερνητικού ανθρώπινου πλάσματος. Και για να επιβεβαιώσει και να διατηρήσει τον τίτλο του ως ο πρώτος «Homo Cyborg», στα επόμενα 7 με 10 χρόνια πειραματίστηκε με μια συσκευή που θα επιτρέπει την απευθείας μη λεκτική επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ξεχωριστούς ανθρώπινους εγκεφάλους.

Ο Kevin Warwick, διάσημος Βρετανός βιοκυβερνητικός , κέρδισε με τις πρωτοποριακές έρευνές του τον τίτλο του πρώτου «Cyborg Man» από τα διεθνή ΜΜΕ. | 
 
«Αν ήμασταν cyborg, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου που μας περιβάλλει: θα άλλαζαν ριζικά τα εκπαιδευτικά και τα υγειονομικά μας συστήματα και όχι μόνο ο διαπροσωπικός τρόπος επικοινωνίας με τους άλλους». Κάπως έτσι περιέγραψε ο ίδιος σε συνέντευξη τις πρωτόγνωρες γνωστικές και επικοινωνιακές εμπειρίες του.

Και συνεχίζει: «Τι σημαίνει να είναι κανείς νυχτερίδα; Το ερώτημα αυτό είχε τεθεί πριν από 50 χρόνια από τον φιλόσοφο Thomas Nagel σε ένα διάσημο κείμενό του, το οποίο αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στη Φιλοσοφία του Νου. Σήμερα εγώ έχω την απάντηση! Εχω βιώσει προσωπικά την αντίληψη των υπερήχων. Και μολονότι τα μάτια μου ήταν καλυμμένα, ήμουν σε θέση να κινούμαι και να γνωρίζω την ακριβή απόσταση των αντικειμένων από εμένα, χάρη στις ηλεκτρικές ώσεις που διέγειραν τον εγκέφαλό μου εντονότερα όσο περισσότερο πλησίαζα στα αντικείμενα που υπήρχαν μπροστά μου χωρίς να τα βλέπω. Μετά την επιτυχία του πρώτου πειράματος, πίστευα ότι πολλά άλλα ανάλογα πειράματα θα πραγματοποιούνταν. Αυτό όμως δεν συνέβη: οι περισσότεροι επιστήμονες είναι εξαιρετικά συντηρητικοί».

Πολύ σύντομα όμως, οι εντυπωσιακές εξελίξεις στο πεδίο των αμφίδρομων διεπιφανειών επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής διέψευσαν αυτό το πικρόχολο σχόλιο.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακές σε αυτόν τον τομέα είναι οι βιοϊατρικές εφαρμογές της προσθετικής Βιοπληροφορικής και της Ρομποτικής. Πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις που, στο άμεσο μέλλον, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσουν τόσο στην ενανθρώπιση των μηχανών όσο και στην εκμηχάνιση του ανθρώπου. Όπως αναφέρεται σε αυτό το άρθρο: Από Τον Θεάνθρωπο Στον... Homo Deus

Παρά τις όψιμες τεχνοφοβικές ανησυχίες που διατυπώνουν ορισμένοι επιφανείς επιστήμονες και πολιτικοί στοχαστές, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι νέες δήθεν «πανέξυπνες» υπολογιστικές μηχανές ή τα «παντοδύναμα» κυβόργια, αλλά οι ιδιοτελείς οικονομικοί και πολιτικοί διαχειριστές τους, οι οποίοι αποφασίζουν (ανεξέλεγκτα!) για τις μελλοντικές εφαρμογές των συγκλονιστικών τεχνολογικών εξελίξεων.



 

Η βιοτεχνολογική ανάπλαση του ανθρώπινου είδους

Για τους περισσότερους ανθρώπους η προοπτική επιλεκτικής κλωνοποίησης ή γενετικής τροποποίησης (αναπρογραμματισμού) της ανθρώπινης ζωής θεωρείται ανεπίτρεπτη: μια βιοϊατρική πρακτική που, ενώ κερδίζει διαρκώς έδαφος, προσβάλλει την «αξιοπρέπεια» και την όποια «ιερότητα» έχει απομείνει στην ανθρώπινη ζωή, είτε πρόκειται για ενήλικα πρόσωπα είτε «απλώς» για αγέννητα έμβρυα. 
Ανεξάρτητα από τις επίμονες ιδεολογικές, ηθικές ή θρησκευτικές προκαταλήψεις του παρελθόντος, η ανθρώπινη κλωνοποίηση, η γονιδιακή θεραπεία και η δημιουργία στο εργαστήριο ανθρώπινων εμβρύων για πειραματικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς αποτελούν ήδη μια νέα βιοπολιτική πραγματικότητα: μια επιστημονικά εφικτή, αλλά όχι πάντοτε βιοηθικά αποδεκτή ή κοινωνικά επιθυμητή πρακτική.

Όσο για τις ορατές πια κοινωνικές επιπτώσεις, δηλαδή τις οικονομικές, ηθικές και ρατσιστικές ανακατατάξεις που επιφέρουν οι νέες βιοτεχνολογίες, αυτές, για την ώρα, δεν φαίνονται ικανές να διαταράξουν την εφησυχασμένη και κομφορμιστική συνείδηση των μεταμοντέρνων κοινωνιών μας.

Ο κορυφαίος ηθικός φιλόσοφος Χανς Γιόνας (Hans Jonas), ένας από τους πρωτοπόρους και πιο εμβριθείς στοχαστές της σύγχρονης Βιοηθικής, ήταν ο πρώτος που επισήμανε και ανέλυσε το γεγονός ότι ενώ, μέχρι πρόσφατα, ο άνθρωπος ήταν το υποκείμενο της τεχνολογίας και η φύση ήταν το αντικείμενο, μετά την επινόηση και την εφαρμογή της Γενετικής Μηχανικής και της σύγχρονης Βιοτεχνολογίας αυτή η βολική και λίγο-πολύ σαφής διάκριση έπαψε να ισχύει!

Η Βιοτεχνολογία ως απειλή
Πράγματι, ο άνθρωπος δεν είναι πλέον μόνο το υποκείμενο αλλά και το αντικείμενο των ίδιων του των βιοτεχνολογικών πρακτικών, οι οποίες μπορούν να επεμβαίνουν και να τροποποιούν ριζικά τα πιο ιδιαίτερα φυσιολογικά και γενετικά χαρακτηριστικά του. Ο,τι στην προσωπική μας ιστορία, καθώς και στην ιστορία του είδους μας, το αφήναμε μέχρι χθες στην τυχαιότητα και την αναγκαιότητα των εξελικτικών-ιστορικών διαδικασιών, σήμερα επιχειρούμε να το προσχεδιάσουμε επιστημονικά και να το χειραγωγήσουμε βιοτεχνολογικά!

Ποια, όμως, μέσα διαθέτουν οι σύγχρονες κοινωνίες για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρήση π.χ. των απόρρητων γενετικών δεδομένων ή την προοπτική γενετικού αναπρογραμματισμού των γονιδίων μας από την εξουσία; Πώς μπορούν να αποφύγουν την ορατή πλέον απειλή ενός όχι μόνο ατομικού αλλά μαζικού φακελώματος ή την κοινωνική ταυτοποίηση των πολιτών στη βάση κάποιων αυθαίρετων φυλετικών, ψυχοβιολογικών ή και πολιτικών «γενετικών» κριτηρίων;

Προφανώς, ο αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος των νέων τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων προϋποθέτει, εκτός από την ευρύτατη ενημέρωση των πολιτών, την επινόηση ενός ολότελα νέου νομοθετικού πλαισίου που π.χ. θα απαγορεύει ρητά την πρόσβαση των εργοδοτών, των ασφαλιστικών εταιρειών αλλά και των κρατικών υπηρεσιών (της αστυνομίας ή της δικαστικής εξουσίας) σε κάθε προσωπική γενετική ή βιοϊατρική πληροφορία.

Ένα τέτοιο στιβαρό νομικό πλαίσιο, δυστυχώς, δεν υπάρχει σε καμία χώρα της Δύσης· γεγονός που δικαίως γεννά έντονες ανησυχίες για τη συστηματική τεχνολογική απαξίωση των παραδοσιακών νεωτερικών αξιών της ανθρώπινης ελευθερίας.




* *