Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (24/50)








ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΔΙΚΑΙΩΘΕΝΤΑ ΠΙΣΤΟ. Κεφ. Η1-39.
Ο Παύλος εδώ περιγράφει την κατάσταση του αναγεννημένου χριστιανού, και το έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα του.
Τούτη η Θεία πηγή δεν επιθέτει το καλό απ” έξω. Το εμπνέει. Το κάνει να διεισδύσει μέσα στην θέληση, αλλάζοντας ριζικά την κατεύθυνσή της.
Οι συνέπειες αυτής της ζωής του Πνεύματος εξηγούνται στην συνέχεια από στάδιο σε στάδιο, έως την τέλεια ολοκλήρωση του σχεδίου του Θεού για την λυτρωθείσα ανθρωπότητα. Αυτό είναι το θέμα που αναπτύσσεται σ” αυτό το θαυμαστό κεφάλαιο, που έχει ονομασθεί, «Το κεφάλαιο που αρχίζει με «όχι καταδίκη» και τελειώνει με «όχι χωρισμό». Κάποιος είπε ότι, εάν η Αγία Γραφή ήταν ένα δακτυλίδι, και η Επιστολή προς Ρωμαίους ο πολύτιμος του λίθος, το κεφάλαιο Η θα ήταν το σημείο στο οποίο ακτινοβολεί το κόσμημα.
Τούτο το κεφάλαιο μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερα κομμάτια:
Στο πρώτο, εδάφια 1-11, το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται σαν η αρχή της ηθικής και σωματικής ανάστασης των πιστών.
Στο δεύτερο, εδάφια 12-17, η νέα κατάσταση στην οποία το Άγιο Πνεύμα έχει φέρει τον πιστό, παρουσιάζεται σαν η κατάσταση της υιοθεσίας, η οποία του δίνει την θέση του κληρονόμου.
Το τρίτο, εδάφια 18-30, αντιπαραθέτει στην δυστυχία που είναι ακόμα πάνω στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, την βεβαιομένη πραγματοποίηση της δόξας, για την οποία οι πιστοί έχουν αιώνια προορισθεί.
Τέλος, στο τέταρτο τμήμα, εδάφια 31-39, αυτή την ανάπτυξη του θέματος του αγιασμού, της υιοθεσίας, και του δοξασμού δια του Πνεύματος, την στεφανώνει ο ύμνος της βεβαιότητας της σωτηρίας.
Πριν αρχίσομε την μελέτη αυτού του θαυμαστού κεφαλαίου, πρέπει πάλι να θυμηθούμε την σύνδεση του με τα προηγούμενα. Στο κεφάλαιο ΣΤ ο Απόστολος είχε δείξει πως το αντικείμενο της δικαιώνουσας πίστης, ο Χριστός πεθαμένος και αναστημένος, γίνεται στον πιστό που Τον οικειοποιείται, μια αρχή θανάτου ως προς την αμαρτία, και ζωής ως προς τον Θεό. Αλλά εκεί δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια θέση της θέλησης, περιεχομένη σιωπηρώς στην πράξη της πίστης. Για να έχη αυτή η νέα θέληση την δύναμη να πραγματοποιήση τις επιθυμίες της στην πρακτική ζωή, χρειάζεται μια δύναμη από πάνω, για να της μεταδώση την δημιουργική αποτελεσματικότητα, και ν” ανατρέψη τα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που της αντιτίθενται. Αυτή η δύναμη, καθώς θα μας αποκαλύψη τώρα ο Απόστολος, είναι το Άγιο Πνεύμα, δια του οποίου ο Χριστός, σταυρωμένος και αναστημένος, αναπαράγει τον εαυτόν Του μέσα στον πιστό (ιδέ και Φιλιππ. Γ10).
Η Νίκη του Αγίου Πνεύματος Πάνω στην Αμαρτία και τον Θάνατο. Η1-11.
Τα εδάφια 1-4 περιγράφουν την αποκατάσταση της αγιότητας δια του Αγίου Πνεύματος, και τα εδάφια 5-11 δείχνουν πως απ” αυτή την καταστροφή της αμαρτίας, εκεί έπεται και εκείνη του θανάτου. Έτσι καταστρέφονται οι δύο εχθροί της σωτηρίας.

Εδάφια 1-2
«Ουδέν άρα νυν κατάκριμα τοις εν Χριστώ Ιησού μη κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά πνεύμα. Ο γαρ νόμος του πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσε με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου.»
«Δεν υπάρχει λοιπόν τώρα καμμία καταδίκη δι” εκείνους που ανήκουν εις τον Χριστόν Ιησούν (που η ζωή τους δεν είναι υπό την εξουσίαν της σαρκός αλλά υπό την οδηγίαν του Πνεύματος). Διότι εν Χριστώ Ιησού ο νόμος του Πνεύματος, που δίνει ζωήν, με ελευθέρωσε από τον νόμον της αμαρτίας και του θανάτου.»

«Νυν»: Με αυτή την λέξη ο Παύλος αντιπαραθέτει την νέα κατάσταση στην παλαιά που έχει πλέον περάσει.
Με το «άρα» ξαναρχίζει το θέμα του χριστιανικού αγιασμού, που είχε για λίγο αφήσει, παρεμβάλοντας σαν παρένθεση το Ζ7-25, όπου έριξε μια αναδρομική ματιά στα ηθικά αποτελέσματα του νόμου πάνω στον πεσμένο άνθρωπο. Ξανασυνεχίζει λοιπόν απ” το Ζ6, και υψώνει την ανωδομή, το θεμέλιο της οποίας είχε βάλει στο ΣΤ1-Ζ6. Εξ αυτού το «άρα»: «Μια και είσθε νεκροί ως προς την αμαρτία και ζώντες ως προς τον Θεό, και έτσι κάτω από χάρη, και ελευθερωμένοι απ” τον νόμο, (άρα) όλη η καταδίκη έχει απαλειφθεί».
«Ουδέν κατάκριμμα»: Μετά που ο πιστός έχει συμφιλιωθεί με τον Θεό, και δι” αυτής της πράξης θανατωθεί ως προς την αμαρτία, αυτός μπορεί πράγματι ν” αναφωνήση: «Δεν υπάρχει τώρα πλέον καμμία καταδίκη».
Μόνο που η αμαρτία δεν πρέπει ν” ανακτήση την εξουσία της. Διαφορετικά η καταδίκη σίγουρα θα ξαναέλθη, διότι έχομε δει ότι η αμαρτία θα φέρει τον θάνατο στον δικαιωθέντα, στον οποίον ξαναπαίρνει το πάνω χέρι, όπως ακριβώς το κάνει και στον μη δικαιωθέντα (Η12,13). Άρα μόνον ένας τρόπος υπάρχει να εμποδίσωμε την αμαρτία να μας οδηγήση στην καταστροφή. Αυτός ο τρόπος είναι η δική της καταστροφή. Η χάρη δεν σώνει πατρονάροντας την αμαρτία, αλλά καταστρέφοντας την. Και εξ αυτού ο Απόστολος μπορεί να εξάγει, απ” ότι έχει δειχθεί στο κεφάλαιο ΣΤ, το συμπέρασμα: Ότι δεν υπάρχει καμμία καταδίκη. Και έτσι έπρεπε να είναι μετά που η αμαρτία συγχωρήθηκε σαν ενοχή, και καταστράφηκε σαν δύναμη, εάν αυτή η δύναμη βέβαια παραμένει συνέχεια χωρίς δύναμη.
Η άποψη του Παύλου (ότι δεν υπάρχει καμμία καταδίκη) φαίνεται πως επεκτείνεται και σε μια τρίτη καταδίκη, για την οποία δεν έχει ακόμα μιλήσει, εκείνη που έχει καταλάβει το σώμα, δηλαδή τον θάνατο του σώματος, την κατάργηση της οποίας θα εξηγήση στο εδάφιο 11.
Είναι παράξενο που ο Παύλος μιλά για «νόμο του Πνεύματος». Είναι δυο λέξεις (νόμος, Πνεύμα) αντιφατικές η μία ως προς την άλλην. Για να το αντιληφθούμε θα πρέπει να φέρωμε στον νου τι έχει λεχθεί (Γ27, Ζ21 κ.λ.π.) για την γενική έννοια που η λέξη «νόμος» συχνά παίρνει στα γραπτά του Παύλου: Μια δύναμη που κυβερνά την θέληση, ή, όπως στην περίπτωση που έχομε εμπρός μας, που οικειοποιείται ακριβώς την θέληση.
Το συμπλήρωμα «της ζωής» μπορεί να γίνη αντιληπτό σαν η γενική της αιτίας, «Το Πνεύμα που προέρχεται απ” την ζωή (εκείνη του Ιδίου του Ιησού)», ή σαν η γενική του αποτελέσματος, «Το Πνεύμα που παράγει ζωή (στον πιστό)». Αλλά είναι σωστό να διαχωρίσωμε αυτές τις δύο σχέσεις; Εάν το Πνεύμα παράγει πνευματική ζωή στην καρδιά του πιστού, δεν είναι διότι Αυτός είναι η «πνοή» του ζώντος και δοξασθέντος Χριστού; Αυτός παίρνει εκείνο που ανήκει στον Ιησού, Ιωάννης ΙΣΤ15, και το μεταδίδει σε μας.
«Εν Χριστώ Ιησού»: Συνδέεται με το «ο νόμος του Πνεύματος της ζωής». Ο Απόστολος μας θυμίζει, σε αντίθεση με την βασιλεία του «γράμματος» που μας έκανε σκλάβους, η βασιλεία του Πνεύματος της ζωής που μας ελευθερώνει, εγκαινιάστηκε εν Ιησού Χριστώ.
Το εδάφιο 2 («Διότι εν Χριστώ Ιησού ο νόμος του Πνεύματος, που δίνει ζωήν, με ελευθέρωσε από τον νόμον της αμαρτίας και του θανάτου.») είναι η απάντηση στην κραυγή απελπισίας, εδάφιο 24 («Ποιός θα με ελευθερώσει από το σώμα τούτο το καταδικασμένο σε θάνατο»). Είναι η πνοή ζωής που μεταδίδεται στην ένωση του με τον Ιησού στον δικαιωθέντα πιστό, η οποία κάνει τις αλυσσίδες της αμαρτίας και του θανάτου να πέσουν απ” αυτόν.
«Ο νόμος της αμαρτίας και του θανάτου». Εδώ δεν μιλά για τον Μωσαϊκό νόμο. Ο Παύλος αυτόν τον τελευταίο τον έχει ονομάσει «νόμο Θεού», και έχει δηλώσει ότι «ηδύνετο (ευχαριστιόταν) εις αυτόν κατά τον εσωτερικό άνθρωπο». Η αληθινή ερμηνεία βγαίνει απ” το εδάφιο 23, όπου αυτός έχει μιλήσει για τον «νόμο που είναι στα μέλη του», και που τον καθιστά δούλο της αμαρτίας. Άρα η λέξη «νόμος» χρησιμοποιείται ακόμα εδώ στην γενική έννοια στην οποία την είδαμε να χρησιμοποιείται στην αρχή του εδαφίου. Ο Απόστολος σκόπιμα αντιπαραθέτει νόμο με νόμο, δηλαδή εδώ, δύναμη με δύναμη.
Οι δύο όροι «αμαρτία» και «θάνατος» σχηματίζουν την αντίθεση στον όρο «ζωή», καθ” όσον αυτή περιλαμβάνει την ιδέα της αγιότητας και της ανάστασης. «Θάνατος» είναι η κατάσταση χωρισμού απ” τον Θεό, στην οποία μας εμπλέκει η αμαρτία, λαμβάνοντας βέβαια υπ” όψιν ότι ο φυσικός θάνατος είναι η μετάβαση στον αιώνιο θάνατο.

Εδάφια 3,4
«Το γαρ αδύνατον του νόμου, εν ω ησθένει δια της σαρκός, ο Θεός τον εαυτού υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί, ίνα το δικαίωμα του νόμου πληρωθή εν ημίν τοις μη κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά το πνεύμα.»
«Εκείνο που δεν μπορούσε να κάνη ο νόμος, επειδή του έλειπε η δύναμις ένεκα της αντιστάσεως της σαρκός, το έκανε ο Θεός με το να στείλη τον Υιόν του με σώμα που έμοιαζε με το δικό μας αμαρτωλό σώμα και ως θυσίαν δια την αμαρτίαν, και κατεδίκασε την αμαρτίαν εν τη σαρκί, δια να εκπληρωθή η απαίτησις του νόμου σ” εμάς, εις τους οποίους η ζωή δεν είναι υπό την εξουσίαν της σαρκός αλλά υπό την οδηγίαν του Πνεύματος».

Το γεγονός της απελευθέρωσης, και ο παράγοντας που την εργάστηκε, έχει μόλις αναφερθεί στο εδάφιο 2. Τα εδάφια 3 και 4 περιγράφουν τον τρόπο που αυτή πραγματοποιήθηκε.
Το «γαρ» του εδαφίου 3 καλύπτει έως το τέλος του εδαφίου 4.
«Το γαρ αδύνατον του νόμου»: Η αδυναμία του νόμου να καταδικάσει την αμαρτία, δεν προήλθε από κάποια ενυπάρχουσα ατέλεια σ” αυτόν, αλλά απ” το ότι βρήκε αντίσταση απ” την αμαρτωλή φύση του ανθρώπου: «Δια της σαρκός».
Ο νόμος θα μπορούσε σίγουρα να καταδικάση την αμαρτία γραπτά, χαράσσοντας την καταδίκη της πάνω στον βράχο, αλλά όχι επιδεικνύοντας αυτή την καταδίκη σε μια πραγματική ανθρώπινη ζωή. Δεν έχει, δηλαδή, την δύναμη να οδηγήσει έναν άνθρωπο να την δει και να την καταδικάσει στη συνείδηση του όπως την βλέπει και την καταδικάζει ο Θεός. Αυτό θα ήταν και η αναγκαία προϋπόθεση της καταστροφής της αμαρτωλής τάσης στο ανθρώπινο γένος, και της επανόρθωσης της αγιότητας σ” αυτό.
«Εν ω»: Εις το ότι. Εδώ δίνεται η εξήγηση αυτής της αδυναμίας. Το διεστραμμένο ένστικτο που ο νόμος συναντά στον άνθρωπο, η σάρκα, τον εμποδίζει από του να επιτύχει την από καρδιάς υπακοή που αυτός ζητά από τον άνθρωπο. Η «σάρκα» εδώ, όπως τόσο συχνά, παίρνεται στην ηθική έννοια του όρου, (είναι το πνεύμα της αυτοϊκανοποίησης στον άνθρωπο).
Τούτα τα εδάφια δείχνουν καθαρά και την προϋπαρξη του Κυρίου μας πριν ενσαρκωθεί («πέμψας»).
«Εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας». Η αμαρτία δεν είναι ενυπάρχουσα στην σάρκα. Εδώ σαν σάρκα εννοείται το υλικό μας σώμα. Έχομε ήδη δει, ΣΤ6, ότι εάν το σώμα είναι για την ψυχή η αιτία της πτώσης της, αυτό συμβαίνει μόνο διότι η θέληση δεν είναι πλέον στην φυσιολογική της κατάσταση. Εάν, στην ένωση της με τον Θεό, αυτή ήταν εσωτερικά ακεραία και σταθερή, θα κυβερνούσε πλήρως το σώμα. Αλλά μια και η ίδια, απ” την εποχή της πτώσης, κυβερνιέται απ” τον ατομισμό, ζητά ένα μέσον ικανοποίησης στο σώμα, και το σώμα το εκμεταλεύεται αυτό για ν” ασκήση μια επιβλαβή εξουσία επάνω της. Έτσι, και μόνο έτσι, μπορεί ο Παύλος να συνδέση την ιδέα της αμαρτίας τόσο στενά μ” εκείνη του σώματος ή της σάρκας. Διαφορετικά, εάν δεχόταν ότι η αμαρτία ενυπήρχε στο σώμα, θα ήταν υποχρεωμένος να θεωρήση τον Ίδιο τον Θεό δημιουργό και της αμαρτίας, μια και Αυτός εδημιούργησε το σώμα.
Εκείνο που αποδεικνύει ακριβώς στο χωρίο μας, ότι αυτός δεν θεωρεί κατά κανέναν τρόπο την αμαρτία σαν μια ιδιότητα αδιαχώριστη απ” την σάρκα, είναι η έκφραση που χρησιμοποιεί, ομιλόντας για τον Ιησού, «Εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας». Δεν λέγει «εν σαρκί αμαρτίας», δηλαδή, σε αμαρτωλή σάρκα σαν την δική μας. Ενώ βεβαιώνει την ομοιότητα ουσίας μεταξύ της σάρκας του Ιησού και της δικής μας, εκείνο που επιθυμεί είναι ακριβώς να θέση στην άκρη την ιδέα της ομοιότητας όσον αφορά την ποιότητα (αναφορικά με την αμαρτία). Αυτό φαίνεται καθαρά από την έκφραση που έχει επιλέξει. Η σάρκα του Ιησού ήταν σάρκα σαν τη δική μας, με μια διαφορά, δεν την κυβερνούσε η αμαρτία. Οπότε βγαίνει από δω, σαν έμμεσο συμπέρασμα, ότι υπήρξε σάρκα που δεν την κυβερνούσε η αμαρτία, άρα η αμαρτία δεν ενυπάρχει αναγκαστικά μέσα στη σάρκα, δεν είναι η σάρκα η αιτία της.
Αλλά δεν θα μπορούσε να έχει πει πιο συνοπτικά, «εν ομοιώματι σαρκός», ή «της σαρκός μας»; Δεν το κάνει όμως, και λέγει «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας», για να μην ευνοήσει την ιδέα ότι το σώμα του Ιησού δεν ήταν παρά μια απλή εμφάνιση, μια οπτασία.
Η έννοια της φράσης, «Ο Θεός τον εαυτού Υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας» είναι: Ο Θεός, στέλνοντας τον Υιόν Του, σκόπευε να δώση μια ανθρώπινη ζωή σε κείνη την ίδια την σάρκα, κάτω απ” την επίδραση της οποίας εμείς αμαρτάνομε καθ” έξιν, τέτοια ώστε, αυτή να μπορέση να ολοκληρώση αυτή την επικίνδυνη σταδιοδρομία χωρίς αμαρτία («χωρίς αμαρτίας», Εβραίους Δ15). Σύγκρινε και Β” Κορινθίους Ε21: «Αυτόν που δεν εγνώρισε αμαρτία…».
Εάν ο άνθρωπος ήταν ακόμη στην φυσιολογική του κατάσταση, η εμφάνιση του Υιού εδώ κάτω θα είχε και αυτή έναν φυσιολογικό χαρακτήρα. Θα εμφανιζόταν ως Θεός, που είναι η πραγματική Του κατάσταση. Αλλά υπήρχε ένα ιδιόμορφο πράγμα που έπρεπε να καταστραφή, η αμαρτία. Από εδώ προέκυψε η αναγκαιότητα για τον ερχομό του Υιού μέσα σε μια σάρκα σαν την δική μας αμαρτωλή σάρκα.
Καθώς η έκφραση, «περί αμαρτίας», μερικές φορές λαμβάνεται στην Παλαιά Διαθήκη στην έννοια, «θυσία για την αμαρτία» (π.χ. Ψαλμός Μ6), και από εκεί έχει περάσει στην Καινή Διαθήκη (π.χ. Εβραίους Ι 6-18), μερικοί σχολιαστές έχουν νομίσει ότι ο Παύλος υιοθετεί εδώ αυτή την ιδέα. Αλλά υπάρχουν δύο λόγοι που μας οδηγούν στο αντίθετο:
1) Αυτή η πολύ φυσική έννοια, που μπορεί να παρουσιάζεται φυσιολογικά στον νου των αναγνωστών ενός βιβλίου όπως η επιστολή προς Εβραίους, γεμάτο, από την αρχή έως το τέλος, με υπαινιγμούς σε τελετές της Λευιτικής λατρείας, δύσκολα θα μπορούσε να έχει γίνει αντιληπτό, χωρίς εξήγηση, απ” τους χριστιανούς της Ρώμης, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν Εθνικοί.
2) Το κείμενο δεν απαιτεί την ιδέα της θυσίας, διότι το υπό συζήτηση θέμα εδώ δεν είναι η ενοχή που πρέπει να εξιλεωθή, αλλά μόνον η κακή τάση μέσα μας που πρέπει να ξεριζωθή. Όχι βέβαια ότι η ιδέα της εξιλέωσης εξαιρείται ολοκληρωτικά απ” το περιεχόμενο μιας τόσο γενικής έκφρασης όπως η «περί αμαρτίας». Ο Παύλος εδώ εννοεί, σε μια πλατιά έννοια, ότι είναι το γεγονός της αμαρτίας, και ειδικά το σχέδιο να καταστραφή (με κάθε μέσον, με εξιλέωση και αγιασμό), που απαίτησαν τον ερχομό του Χριστού εδώ κάτω, σ” αυτή την μορφή, τόσο αντίθετη προς την ένδοξη Του φύση. Ήλθε για να καταδικάση την αμαρτία, και το να την καταδικάση σημαίνει, να την διακηρύξη σαν κάτι κακό, και να την καταστρέψη.
«Κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί». Ο Παύλος δεν έχει εδώ κατά νουν ούτε την καταστροφή της αμαρτίας δια του Αγίου Πνεύματος, εδάφιο 4, ούτε την καταδίκη της στον σταυρό. Εδώ θεωρεί την άγια ζωή του Χριστού σαν μια ζωντανή καταδίκη της αμαρτίας. Η σάρκα σ” Αυτόν ήταν μια πόρτα συνεχώς ανοικτή στους πειρασμούς της ευχαρίστησης και του πόνου. Αλλ” Αυτός αρνήθηκε συνεχώς και σταθερά στην αμαρτία κάθε είσοδο στην θέληση Του και την ενέργεια Του. Δι” αυτού του επιμόνου και απολύτου αποκλεισμού της αμαρτίας, την διεκήρυξε σαν κάτι κακό, σαν κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει στην ανθρωπότητα. Αυτό είναι που ο νόμος δεν μπορούσε να πραγματοποιήση σε κανέναν άνθρωπο, λόγω της σάρκας η οποία εξουσιάζει κάθε ανθρωπίνη θέληση. Πολύ σωστά κάποιος είπε, «Ο Χριστός αγίασε την σάρκα, και την στεφάνωσε, καταδικάζοντας την αμαρτία ακριβώς στην σάρκα την οποία αυτή (η αμαρτία) είχε οικειοποιηθεί, δείχνοντας έτσι ότι η σάρκα δεν είναι δημιουργημένη με την αμαρτία μέσα της, δεν είναι, δηλαδή, αμαρτωλή εκ φύσεως «.
«Κατέκρινε την αμαρτία εν τη σαρκί». Ο νόμος θα μπορούσε, χωρίς αμφιβολλία, να συντρίψη την αμαρτία με τις αποφάσεις του, αλλά…στο χαρτί. Ο Χριστός όμως επετέλεσε ότι ο νόμος δεν μπορούσε να κάνη, κατεδίκασε την αμαρτία στην σάρκα, σε μια πραγματική, ζωντανή, ανθρώπινη φύση, σε μια φύση υποκειμένη σε κείνες τις ίδιες συνθήκες σωματικής ύπαρξης, κάτω απ” τις οποίες είμαστε όλοι. Αυτός ήταν ο λόγος που έπρεπε να εμφανισθή εδώ κάτω μέσα σε ανθρώπινη σάρκα. Έπρεπε μέσα ακριβώς στο φρούριο, όπου είχε εγκατασταθεί, να κτυπηθή η αμαρτία και να κατανικηθή. Το σωστό λοιπόν είναι, «κατέκρινε την αμαρτία στην σάρκα», και όχι «την αμαρτία η οποία είναι στην σάρκα». Σαν τον ήρωα του παραμυθιού, αν μας επιτρέπετε να το εκφράσωμε έτσι, Αυτός κατέβηκε ο Ίδιος μέσα στο ακάθαρτο μέρος, το οποίο είχε αναλάβει να καθαρίση.
Έτσι, απ” την τέλεια άγια ζωή του Ιησού, εκεί προκύπτει μια καταφανής καταδίκη της αμαρτίας. Και είναι αυτό το ηθικό γεγονός το οποίο το Άγιο Πνεύμα προχωρά στο να το επαναπαράγη στην ζωή του κάθε πιστού. Αυτή είναι η νίκη που κερδήθηκε πάνω στον νόμο της αμαρτίας (εδάφιο 2). Έτσι κατανοούμε και την σύνδεση μεταξύ του «κατέκρινε» του εδαφίου 3, και του «ουδέν κατάκριμμα» του εδαφίου 1. Στην ζωή Του κατεδίκασε εκείνη την αμαρτία, η οποία, αν παρέμενε κύριος της δικής μας, θα είχε φέρει καταδίκη σ” αυτήν.
Η σχέση μεταξύ των εδαφίων 3 και 4 γίνεται και αυτή επίσης πολύ απλή: Η καταδίκη της αμαρτίας στην ζωή του Χριστού, είναι το μέσον που ορίσθηκε απ” τον Θεό να φέρη την καταστροφή της και στην δική μας ζωή.
Μερικοί συμπεραίνουν από δω ότι η αμαρτία, λόγω του ότι είναι ένα θέμα φύσης, πρέπει ν” ανήκε κατά κάποιο τρόπο και στην σάρκα του Ιησού, ούτως ώστε να μπορή να κατανικηθή υπό του Κυρίου μας. Αλλά για να εξασφαλίση την νίκη ήτο αρκετό σ” Αυτόν ν” αντέξη τον πειρασμό. Την αμαρτία μπορείς να την νικήσης, όχι μόνον αναγκάζοντας την να βγεί έξω, αλλά και επίσης εμποδίζοντας την να εισέλθει.

Εδάφιο 4
«Ίνα το δικαίωμα του νόμου πληρωθή εν ημίν τοις μη κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά το πνεύμα.»
«Δια να εκπληρωθή η απαίτησις του νόμου σ” εμάς, εις τους οποίους η ζωή δεν είναι υπό την εξουσίαν της σαρκός αλλά υπό την οδηγίαν του Πνεύματος».

«Το δικαίωμα του νόμου»: Το υπό ερώτηση θέμα εδώ είναι, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τους όρους που χρησιμοποιούνται, τι ο νόμος απαιτεί από τον άνθρωπο. Όλες οι βασικές αρχές που περιέχονται στην δικαιοσύνη που απαιτείται από τον νόμο (σύγκρινε την Επί του Όρους Ομιλία για παράδειγμα) είναι εκπληρωμένες μέσα μας, ευθύς ως περιπατούμε, όχι πλέον κατά την σάρκα, αλλά κατά το Πνεύμα. Και τούτο διότι, καθώς και έχομε προαναφέρει, ο νόμος, όντας πνευματικός, συμπίπτει σ” όλα του τα θεσπίσματα με τις παρορμήσεις του Πνεύματος.
«Κατά το πνεύμα»: «Πνεύμα» εδώ είναι το Άγιο Πνεύμα στην ένωση Του με το ανθρώπινο πνεύμα, το πρώτο καθώς κατοικεί στο δεύτερο, ή το δεύτερο καθώς κατευθύνεται από το πρώτο.
Η λέξη-κλειδί σε τούτο το εδάφιο είναι το «ίνα». Σ” αυτή την λέξη περιέχεται η αληθινή σκέψη του Παύλου για τον αγιασμό.
Κάποιος μπορεί εδώ να ρωτήσει: Πως η εκπλήρωση του νόμου στους πιστούς έπεται απ” το γεγονός που εκτίθεται στο εδάφιο 3, την καταδίκη, δηλαδή, της αμαρτίας στο πρόσωπο του Χριστού; Πως ο Παύλος περνά κατ” ευθείαν απ” την καταδίκη της αμαρτίας εν Χριστώ (εδάφιο 3), στην εκπλήρωση του νόμου στους πιστούς (εδάφιο 4);
Η απάντηση είναι ότι η αγιότητα του πιστού δεν είναι τίποτα άλλο από εκείνη την οποία ο Ιησούς ο Ίδιος επραγματοποίησε κατά την διάρκεια της γηίνης Του ύπαρξης. «Για χάρη τους αγιάζω τον εαυτόν μου», λέγει ο Ίδιος στο Ιωάννη ΙΖ19, «ώστε και αυτοί να είναι αγιασμένοι δια της αληθείας». Εδώ το Πνεύμα παίρνει ό,τι είναι του Χριστού να το μεταδώση σε μας (Ιωάννης ΙΣΤ14). Η άγια ζωή του Κυρίου μας στην γη είναι ο τύπος τον οποίον το Άγιο Πνεύμα είναι εντεταλμένο ν” αναπαράγει σε μας, ο θησαυρός απ” τον οποίον Αυτός παίρνει για την ανανέωση της ζωής μας (Κολ. Γ10, Β” Κορ. Γ17,18). Η αγιότητα όλων μας δεν είναι παρά αυτή η μοναδική αγιότητα που το Πνεύμα την κάνει δική μας. Αυτός (ο Ιησούς) είναι ο αγιασμός μας καθώς επίσης και η δικαιοσύνη μας. Και είναι ο Ιησούς η δικαιοσύνη μας δια του θανάτου Του (τον οποίον η πίστη κάνει δικό μας θάνατο). Είναι και ο αγιασμός μας δια της αγίας Του ζωής (την οποία το Πνεύμα κάνει δική μας ζωή).
Έτσι αναπτύχθηκε η πρώτη ιδέα αυτού του χωρίου: Απελευθέρωση απ” τον νόμο της αμαρτίας. Ό,τι ο νόμος καταδικάζει έχει καταδικασθεί εν Χριστώ, ώστε από τούδε, μέσω του Πνεύματος Του, ο νόμος να μπορεί να εφαρμοσθεί πλήρως μέσα μας. Η δύναμη της αμαρτίας αναμφίβολλα δεν εξαλείφεται μέσα μας, αλλά δεν μπορεί να μας κυβερνήση και να μας ορίση το πως να «περιπατούμε».
Παραμένει τώρα ν” αναπτυχθεί η δεύτερη ιδέα: Απελευθέρωση απ” την τελευταία καταδίκη, εκείνη του θανάτου, του πνευματικού, εδάφια 5-10, και τέλος του σωματικού, εδάφιο 11.

Share this: