Το πνευματικό χάδι της προσευχής - Point of view

Εν τάχει

Το πνευματικό χάδι της προσευχής



Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Γέροντας μιλοῦσε γιὰ τὴν προσευχή, ἀντιλαμβανόμουν ὅτι δὲν ἐννοοῦσε μιὰ προσπάθεια ἐπιδερμικὴ καὶ ἀποσπασματική, ἀλλὰ βαθιὰ καὶ διαρκή. 

Κάποτε ἀντιμετωπίζοντας τὸ πρόβλημα τοῦ παιδιοῦ μιᾶς γνωστῆς στὸν Γέροντα καὶ σὲ μένα μητέρας, ἡ ὁποία μοῦ ζήτησε νὰ τὸν ρωτήσω σχετικά, μοῦ εἶπε:

 – Τὸ παιδὶ ἔχει ἕνα ἐσωτερικὸ πρόβλημα καὶ γι᾿ αὐτὸ συμπεριφέρεται ἔτσι. 

Τὸ παιδὶ εἶναι καλό, δὲν τὸ θέλει αὐτὸ ποὺ κάνει, ἀλλὰ ἀναγκάζεται, εἶναι δεμένο ἀπὸ κάτι. 

Δὲν διορθώνεται μὲ τὴ λογική, δὲν μπορεῖς νὰ τὸ πείσεις μὲ συμβουλές, οὔτε νὰ τὸ ἀναγκάσεις μὲ ἀπειλές.

 Αὐτὸ θὰ κάνει τὰ ἀντίθετα.

 Μπορεῖ νὰ γίνει χειρότερα, μπορεῖ νὰ μείνει ἔτσι, μπορεῖ καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ αὐτό.

 Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ πρέπει νὰ ἐξαγιασθεῖ ἡ μητέρα του.

 Γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ, θέλει κοντά του ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, μὲ πολλὴ ἀγάπη, ποὺ δὲν θὰ τοῦ κάνει διδασκαλία, οὔτε θὰ τὸ φοβερίζει, ἀλλὰ θὰ ζεῖ μὲ ἁγιότητα καὶ τὸ παιδί, ποὺ θὰ τὸν βλέπει, θὰ ζηλέψει καὶ θὰ τὸν μιμηθεῖ.

 Πρὸ πάντων τὸ παιδὶ θέλει κοντά του ἕναν ἄνθρωπο πολλῆς καὶ θερμῆς προσευχῆς.

 Ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα.

 Δὲν πρέπει ἡ μητέρα νὰ ἀρκεῖται στὸ αἰσθητὸ χάδι στὸ παιδί της, ἀλλὰ νὰ ἀσκεῖται στὸ πνευματικὸ χάδι τῆς προσευχῆς.

 Ὅταν πάει νὰ τὸ χαϊδέψει χωρὶς προσευχή, τὸ παιδὶ κάνει ἔτσι (ἁπλώνει βίαια τὰ χέρια καὶ ἀπωθεῖ τὴ μητέρα).

 Ὅταν ὅμως, χωρὶς νὰ τὸ χαϊδέψει, κάνει μυστικὰ γιὰ τὸ παιδί της θερμὴ προσευχή, τότε αὐτὸ αἰσθάνεται στὴν ψυχή του ἕνα ἀνεξήγητο, γιὰ κεῖνο, πνευματικὸ χάδι, ποὺ τὸ ἑλκύει πρὸς τὴ μητέρα του.

 Ἡ μητέρα στὴν προσευχή της γιὰ τὸ παιδὶ πρέπει νὰ λειώνει σὰν τὴ λαμπάδα.

 Νὰ προσεύχεται σιωπηλὰ καὶ μὲ τὰ χέρια ψηλὰ πρὸς τὸν Χριστό, ν᾿ ἀγκαλιάζει μυστικὰ τὸ παιδί της.

 Τότε θὰ συμβεῖ, ὅ,τι μὲ τὴ Μαρία, τὸν Δημήτρη καὶ τὸν Γιῶργο».

 – Τί συνέβη μὲ τὴ Μαρία, Γέροντα; ρώτησα. Κι᾿ ὁ Γέροντας:

 – Δὲν σοῦ τὴν ἔχω πεῖ τὴν ἱστορία αὐτή; Τότε νὰ σοῦ τὴν πῶ:

Βλέπε τὸν σύνδεσμο: “Ἡ ἱστορία τῆς Μαρίας, τοῦ Δημήτρη καὶ τοῦ Γιώργου“

Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Κοντὰ στὸν Γέροντα Πορφύριο. Ἕνα πνευματικοπαίδι του θυμᾶται”, τοῦ Κων/νου Γιαννιτσιώτη





Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής

                Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν’ αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής. Το παιδί αισθάνεται στο βάθος της ψυχής του το πνευματικό χάδι, που μυστικά στέλνει η μητέρα του, και έλκεται προς αυτήν. Νιώθει ασφάλεια, σιγουριά, όταν η μητέρα με τη συνεχή, την επίμονη και θερμή προσευχή της αγκαλιάζει το παιδί της μυστικά και το ελευθερώνει απ’ ό,τι το σφίγγει.
                Οι μητέρες ξέρουν να αγχώνονται, να συμβουλεύουν, να λένε πολλά, αλλά δεν έμαθαν να προσεύχονται. Οι πολλές συμβουλές και υποδείξεις κάνουν πολύ κακό. Όχι πολλά λόγια στα παιδιά. Τα λόγια χτυπάνε στ’ αυτιά, ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά. Προσευχή χρειάζεται, με πίστη δίχως άγχος, αλλά και καλό παράδειγμα.
                Κάποια μέρα ήλθε εδώ στο μοναστήρι μια μητέρα απελπισμένη για τον γιο της, τον Γιώργο. Ήταν πολύ μπερδεμένος. Γύριζε αργά τη νύκτα με παρέες όχι καλές. Η κατάστασή του κάθε μέρα χειροτέρευε. Αγωνία, κλάματα η μητέρα.
                Της λέω:
                - Τίποτα, μιλιά εσύ, μόνο προσευχή.
                Βάλαμε στις δέκα με δέκα και τέταρτο το βράδυ κοινή ώρα προσευχής. Της είπα να μη μιλάει και ν’ αφήσει τον γιο της να βγαίνει ό,τι ώρα θέλει, να μη ρωτάει, «τι ώρα ήταν που ήλθες» κ.λπ., αλλά να τους λέει έτσι, με πολλή αγάπη: «Φάε, Γιώργο μου, στο ψυγείο σου έχομε αφήσει φαγητό». Και να μην του λέει τίποτ’ άλλο. Γενικώς να του φέρεται με αγάπη και να μην αφήνει την προσευχή.
                Η μητέρα άρχισε να τα εφαρμόζει, οπότε περάσανε καμιά εικοσαριά ημέρες και της λέει:
                - Μάνα, γιατί δεν μου μιλάεις;
                - Γιώργο μου, εγώ δεν σου μιλάω;
                - Μάνα, κάτι έχεις μαζί μου. Δεν μου μιλάεις.
                - Περίεργο πράγμα είναι αυτό που μου λες, Γιώργο μου. Πως δεν σου μιλάω; Να, τώρα δεν σου μιλάω; Τι θέλεις να σου πω;
                Κι ο Γιώργος δεν της απάντησε. Μετά ήλθε στο μοναστήρι η μητέρα και μου λέει:
                - Γέροντα, τι ήταν αυτό που μου είπε το παιδί;
                - Επέτυχε η μέθοδός μας!
                - Ποια μέθοδος;
                - Που σας είπα να μην του μιλάτε, να κάνετε μόνο προσευχή μυστικά και το παιδί θα συνέλθει.
                - Λέεις να είναι αυτό;
                - Αυτό είναι, της λέω. Θέλει να του κάνεις την παρατήρηση, «που ήσουνα, τι έκανες;». Και αυτός να φωνάζει, ν’ αντιδρά και να έρχεται ακόμη πιο αργά.
                - Πω, πω! λέει. Τι μυστήρια κρύβονται!
                - Το κατάλαβες; Εφόσον σου μιλάει η κατάστασις. Αυτός σε βασάνιζε, γιατί ήθελε να τον μαλώνεις, για να κάνει τα σκέρτσα του. Δεν τον μαλώνεις, στενοχωριέται. Αντί να στενοχωριέσαι εσύ, όταν κάνει αυτός τα δικά του, τώρα, που δεν στενοχωριέσαι εσύ και δείχνεις απάθεια, στενοχωριέται αυτός.
                Μια μέρα ο Γιώργος τους ανακοίνωσε στο σπίτι ότι φεύγει, αφήνει τη δουλειά του και πάει για τον Καναδά. Είχε πει και στ’ αφεντικό του: «Φεύγω, βρες άλλον να μ’ αντικαταστήσει στη δουλειά». Εγώ, εν τω μεταξύ, είπα στους γονείς:
                - Εμείς θα κάνομε προσευχή.
                - Μα είναι έτοιμος.... Θα τον βουτήξω! λέει ο πατέρας του.
                - Όχι, μην τόνε πειράξεις, του λέω.
                - Μα φεύγει το παιδί, Γέροντα!
                Λέω:
                - Ας φεύγει. Εσείς να επιδοθείτε στην προσευχή κι εγώ μαζί σας.
                Μετά δυο-τρεις μέρες ήταν Κυριακή. Πρωί πρωί ο Γιώργος τους λέει:
                - Εγώ φεύγω, θα πάω με τους φίλους μου.
                - Καλά, όπως θέλεις, του λένε.
                Έφυγε. Πήρε τους φίλους του, δυο κοπέλες και δυο αγόρια, νοικιάσανε ένα αυτοκίνητο και ξεκινήσανε για τη Χαλκίδα. Πήγανε από δω, από κει... Μετά πήγανε στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο κι από κει τραβήξανε Μαντούδι, Αγία Άννα, πέρα στα Βασιλικά. Πήγανε, κάνανε μπάνιο στο Αιγαίον Πέλαγος, φάγανε, ήπιανε, γλεντήσανε. Μετά επήρανε το δρόμο της επιστροφής. Είχε σουρουπώσει. Ο Γιώργος οδηγούσε. Εκεί, στην Αγία Άννα, χτυπάει τ’ αυτοκίνητο στο αγκωνάρι ενός σπιτιού. Το στραπατσάρισαν. Τι να κάνουνε τώρα; Το πήρανε σιγά σιγά και το φέρανε στην Αθήνα.
                Έφθασε πρωί πρωί, νύκτα, στο σπίτι. Δεν του είπαν τίποτα οι γονείς. Αυτός έπεσε και κοιμήθηκε. Μετά τον ύπνο  εσηκώθηκε και λέει:
                - Πατέρα, αυτό κι αυτό... Τώρα πρέπει να φτιάξομε τ’ αυτοκίνητο κι έχει πολλά λεφτά.
                Του λέει:
                - Παιδί μου, εσύ ξέρεις. Εγώ έχω χρέη, έχω τις αδελφές σου... Τι θα γίνομε;
                - Τι να κάνω, πατέρα;
                - Ό,τι θέλεις, κάνε. Μεγάλος είσαι, μυαλό έχεις. Σύρε στον Καναδά να κάνεις λεφτά, να...
                - Δεν μπορώ, του λέει. Πρέπει να το φτιάξομε τώρα.
                - Δεν ξέρω, του λέει. Κανόνισε.
                Λοιπόν, βλέποντας έτσι τον πατέρα, έφυγε. Πάει, βρίσκει τ’ αφεντικό του. Λέει:
                - Αφεντικό, αυτό κι αυτό έπαθα. Δεν θα φύγω. Μην παίρνεις άλλονε.
                Του λέει εκείνος:
                - Καλά, καλά, παιδί μου.
                - Ναι, αλλά θέλω λεφτά.
                - Ναι, αλλά εσύ θέλεις να φύγεις. Πρέπει να μου υπογράψει ο πατέρας σου.
                - Εγώ θα σου υπογράψω. Ο πατέρας μου δεν ανακατεύεται. Μου το είπε. Εγώ θα δουλέψω και θα στα δώσω.
                Δεν είναι θαύμα του Θεού αυτό; Όταν ξαναήλθε η μητέρα, της είπα:
                - Επέτυχε ο τρόπος που μεταχειρισθήκαμε και η προσευχή μας εισακούσθηκε στον Θεό. Και το δυστύχημα ήταν απ’ τον Θεό και τώρα το παιδί θα μείνει στο σπίτι και θα σωφρονισθεί.
                Έτσι έγινε με την προσευχή μας. Έγινε θαύμα. Εκάνανε νηστεία και προσευχή και σιωπή οι γονείς κι επέτυχαν. Έπειτα από καιρό ήλθε το παιδί και με ηύρε χωρίς να του πει για μένα κανείς απ’ τους δικούς του. Ο Γιώργος έγινε πολύ καλός και είναι τώρα στην Αεροπορία. Και έκανε και ωραία οικογένεια.
 Το πνευματικό χάδι της προσευχής
Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής

Pages