Το κοράκι που την πρόσεχε - Point of view

Εν τάχει

Το κοράκι που την πρόσεχε




Ερχόταν κάθε μέρα. Τον έβλεπε από το παράθυρο. Με καλό και με κακό καιρό. Στεκόταν ακριβώς έξω από το περβάζι της, πάνω σ’ εκείνο το δέντρο με τα έρημα κλαδιά. Έρημα κι άφυλλα μέχρι την άκρη τους, όπου ξαφνικά ξεφύτρωνε η πράσινη τούφα, με τα μεγάλα φύλλα και τις καφετιές συστάδες από ξερούς καρπούς.

Τις φορές που ψιχάλιζε έκρυβε το κεφάλι κάτω από τα φτερά του. Γινόταν μια στρόγγυλη μπάλα από πούπουλα. Μα δεν έφευγε. Στην ομίχλη το σώμα του εξαφανιζόταν. Μέσα από το γαλακτερό της σύννεφο ξεχώριζε το μαύρο κεφάλι του και το μακρύ, κατάμαυρο ράμφος.

Τις μέρες που σήκωνε αέρα, το σώμα του κουνιόταν στο ρυθμό των κλαδιών. Ένα μικρό μαύρο σημάδι, με τα νύχια γαντζωμένα στα κλωνάρια και με τις άκρες των φτερών να ξεσηκώνονται έτσι, που καμιά φορά το ροζ δέρμα ξεχώριζε γυμνό από κάτω.  

Την κοιτούσε. Ήταν σίγουρη πως την κοιτούσε. Υπομονετικά. Σχεδόν ακίνητος. Μονάχα με μια λεπτή κίνηση του κεφαλιού παρακολουθούσε την κάθε μετατόπισή της. Εκείνη τον καμάρωνε πίσω από το τζάμι.



Στην αρχή το θεώρησε τυχαίο. Δεν ήταν παρά μονάχα ένα πουλί που είχε καθίσει στα κλαδιά του δέντρου έξω από το παράθυρό της. Τι πιο φυσικό. Την πρώτη εβδομάδα το διασκέδαζε. Την δεύτερη άρχισε να αναρωτιέται. Την τρίτη εβδομάδα το μυαλό της άρχισε να πλάθει ιστορίες:

Αυτός εκεί έξω ήταν το κοράκι-φύλακας-άγγελος που την προστάτευε και τη συντρόφευε, ο πνευματικός οδηγός που της έστειλε το Σύμπαν, το δαιμόνιό της που ήρθε στη ζωή της για να την υπερασπίσει και να την καθοδηγήσει. Και να την αποτρέψει από τις γλιστερές σκέψεις της.

Την τέταρτη εβδομάδα, παρά το άλυτο μυστήριο της καθημερινής παρουσίας του, τον είχε συνηθίσει. Σχεδόν του μιλούσε με τη σκέψη. Θα ήθελε πολύ να του μιλάει με τη φωνή της μα η κώφωση που είχε εκ γενετής, της επέτρεπε μόνο να βγάζει πολύ μικρές άναρθρες κραυγές που ακόμα και η ίδια δεν θα κατόρθωνε ποτέ να τις ακούσει. Συχνά τον καλημέριζε με νοήματα. Εκείνος ήταν σοβαρός, ώσπου κάποια στιγμή τον είδε να της χαμογελάει. Το θυμόταν σαν τώρα.

Φυσούσε ένα σιγανό αεράκι κι έμπαινε άνοιξη. Τα φύλλα του έρημου δέντρου πετάριζαν. Ο ήλιος μπαινόβγαινε στα σύννεφα σαν παιδάκι. Εκείνη από το πρωί είχε εκνευρισμό. Σουλατσάριζε μες στο δωμάτιο συγχυσμένη. Δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι, όχι δεν θα το άφηνε! Ο άντρας της, ο δικός της άντρας, την είχε απατήσει! Του είχε θυμώσει πολύ! Δεν είχε σκεφτεί καν το νεογέννητο μωρό τους! Ούτε κι εκείνη που ήταν ακόμα στη λοχεία. Τα ράμματα της καισαρικής ακόμα την πονούσαν. Τα στήθη της ακόμα την πονούσαν. Η μικρή θήλαζε με πολλή δύναμη και πείνα, έτσι που οι θηλές της είχαν σχεδόν κοπεί από τα ούλα του μωρού. Ο γιατρός στην αρχή τής είπε να κόψει το θηλασμό, μα εκείνη ούτε που να το ακούσει. Έπειτα την είχε σχεδόν προστάξει να μη θηλάσει για μερικές μέρες. Αναγκαστικά της έβαζε αλοιφή και γάζες μέχρι να γίνει καλά. Και φυσικά ένα φαρδύ επίδεσμο που ήταν τυλιγμένος γύρω από τα στήθη και περίδενε ακόμα και τα πλευρά της.

Εκείνη, τις νύχτες που ζεσταινόταν, έλυνε τον επίδεσμο και τα πρωινά πριν έρθει ο γιατρός τον ξανατύλιγε στη θέση του με καταπληκτική μαεστρία. Δεν μπορούσε να καταλάβει από ποια λεπτομέρεια έπαιρνε είδηση ο γιατρός πως οι γάζες είχαν λυθεί και τη μάλωνε. Αυτά διηγούτανε στο κοράκι που την πρόσεχε, καθισμένο απέναντι στα κλαριά. Τότε ήταν που αυτός άνοιξε το ράμφος χαμογελώντας και της είπε πως όλα θα περάσουν και πρέπει να ηρεμήσει.

Το μωρό της το τάιζαν οι νοσοκόμες. Της είπαν ότι του έδιναν γάλα και τίλιο για να κοιμάται. Και της είπαν πως για μερικές μέρες θα το φρόντιζαν αυτές, μέχρι να γιάνει η καισαρική και οι θηλές της. Και πόσο το αγαπούσε και της έλειπε το μωρό της!

Όταν θα μεγαλώσει θα του τα διηγηθεί όλα! Με κάθε λεπτομέρεια! Τίποτα δεν θα του κρύψει! Πόσο το ήθελε από την αρχή, πώς από μικρή έψαχνε ευκαιρία για να το αποκτήσει, πως είχε αφήσει τον αδελφό της να της δείξει πως γίνονται τα μωρά κι έπειτα το θείο της κι έπειτα τον πατριό της. Και τώρα που μεγάλωσε, είχε εννιά μήνες το μωρό της στην κοιλιά κι ύστερα το γέννησε κι ύστερα άρχισε να το θηλάζει και τώρα πια ήταν η πιο ευτυχισμένη κωφάλαλη γυναίκα του κόσμου!

Δεν την ένοιαζε πια για κανέναν και για τίποτα άλλο. Δεν την στενοχωρούσε πια που η μάνα της την κλείδωνε τα πρωινά στο σπίτι για να μη χαθεί στο δρόμο, ούτε την έθλιβε που ο θείος την έδερνε για να μη μαρτυρήσει τίποτα από αυτά που της έκανε. Και είχε ξεχάσει τον πατριό που της ζητούσε όλη την ώρα να κατεβάζει την κυλόττα. Τώρα το είχε σκάσει από όλους. Στο νοσοκομείο που την έφερε η μάνα της για να γεννήσει, όλοι ήταν καλοί. Και είχε το μωρό της!

Κι απέναντι στο έρημο δέντρο είχε το φίλο της, το κοράκι. Που θα προστάτευε κι αυτήν και την κόρη της. Θα την περίμενε να βγει από το μαιευτήριο και θα τις οδηγούσε σε καλύτερα μέρη, με καλύτερους ανθρώπους, αυτήν και το ακριβό της μωρό. Ο άγγελός της ήταν, που είχε πάρει τη μορφή πουλιού για να μην τον καταλάβουν οι κακοί άνθρωποι.

Τα ράμματα στην κοιλιά της, της έδιναν σουβλιές, το ίδιο και οι πληγωμένες θηλές της. Εκείνη, το μωρό της, -την κόρη της-, θα την προφύλασσε. Δεν θα την άφηνε ποτέ μόνη, ούτε θα την κλείδωνε στο σπίτι. Κι αν την κλείδωνε, θα έπαιρνε μαζί της το κλειδί να μην μπορεί να μπει κανένας όσο εκείνη έλειπε για τη δουλειά της. Κι έτσι θα δούλευε ήσυχη.

Το πουλί απέναντι την κοιτούσε γλυκά. Ανοιγόκλεινε τα μάτια του αργά, την υπνώτιζε. Μα εκείνη άντεχε και παρηγοριόταν από το φιλικό, χαμογελαστό του, ήσυχο βλέμμα.

«Θα σε πάρω να μου φυλάς το μωρό», του υποσχέθηκε με τη σκέψη της μια μέρα κι είδε το πουλί να πεταρίζει χαρούμενα τα μαύρα φτερά του.

Στις 31 Φεβρουαρίου, η νοσοκόμα την ξύπνησε πολύ πρωί για να της αλλάξει τους επιδέσμους. Μετά την αλλαγή, ένοιωσε μια ανησυχία. Έτρεξε στο παράθυρο να τον καλημερίσει. Και ήταν άφαντος! Έψαξε όλα τα κλαδιά, ένα-ένα, όλες τις φουντωτές τούφες, πίσω από τα σπόρια, στην κορυφή του δέντρου και στα χαμηλά. Πουθενά! Ο προστάτης της κι ο σύντροφός της είχε φύγει. Ή τον είχαν σκοτώσει επειδή την πρόσεχε τόσο υπομονετικά. Σίγουρα τον είχαν σκοτώσει!

Άρχισε να ουρλιάζει. Ξέσκισε τις γάζες από τα πληγωμένα της στήθη. Χτυπούσε τα κάγκελα του παράθυρου με τις γροθιές της. Μάτωσαν τα νύχια της. Η γυναίκα νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο μαζί με δυο άντρες νοσοκόμους. Ο ένας ήταν καινούργιος, δεν τον είχε ξαναδεί. Προσπαθούσαν και οι τρεις να την κρατήσουν. Εκείνη χτυπιόταν. Τους έδειχνε το δέντρο έξω από το παράθυρο και χτυπιόταν. Κι έβγαζε αυτές τις μικρές άναρθρες κραυγές που δεν μπορούσε να τις ακούσει.

Έβλεπε τα στόματά τους να κουνιόνται. Δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, πάλευε να ξεφύγει από τα χέρια τους, σιχαινόταν τα αγγίγματά τους.

«Τι έχει;», ρώτησε ο καινούργιος προσπαθώντας να της ξεμπλέξει τα ματωμένα χέρια από τα κάγκελα του παράθυρου. Εκείνη τον κλωτσούσε στα πόδια και στ’ αχαμνά του.

«Αυτοτραυματισμός». Απάντησε η νοσοκόμα παλεύοντας. «Έσκισε την κοιλιά της κι έκοψε τις ρόγες της».

_

via

Pages