Μαρτίου 2011




«Η σχέση της Αγίας Τριάδος προς ολόκληρη τη δημιουργία παρέχει, κατά την πατερική θεολογία, τα σωστά πλαίσια και κριτήρια για τη θεώρηση των ορίων της Εκκλησίας. Τα όρια αυτά ποτέ δεν μπορούν νοηθούν σχηματοποιημένα και κλειστά. Πολλές φορές η σύγχρονη αντιαιρετική θεολογία παρασύρεται στη διατύπωση μιας Εκκλησιολογίας που αποδυναμώνει την παρουσία του Θεού στη δημιουργία. Η αυστηρή περιχαράκωση ορίων στη στρατευόμενη Εκκλησία, που γίνεται σωστά για λόγους παιδαγωγικούς και πολεμικούς, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να απολιθώνει και να στατικοποιεί το θεολογικό πνεύμα. Εν προκειμένω η πατερική θεολογία, με τις διαστάσεις που παρέχει και με τη σωστή ερμηνεία, που πρέπει να γίνει, αποτελεί το μόνο κριτήριο για μια ορθόδοξη Εκκλησιολογία».
 

01. Περιεχόμενα: Έκδοσης Ακριβής Ορθοδόξου Πίστεως (Ιωάννου Δαμασκηνού)
02. Η Εκκλησιολογία του Ιωάννου Δαμασκηνού στο δογματικό του έργο «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» 
03. Ότι το θείο είναι ακατάληπτο και ότι δεν πρέπει να ερευνά κανείς και να περιεργάζεται αυτά που δεν μας έχουν παραδοθεί από τους αγίους προφήτες και αποστόλους και ευαγγελιστές. 
04. Γι’ αυτά που είναι δυνατόν να λεχθούν και γι’ αυτά που είναι άρρητα, και για όσα μπορεί να είναι γνωστά και όσα άγνωστα.
05. Απόδειξη ότι υπάρχει Θεός. 
06. Για το τί είναι ο Θεός; Ότι δηλαδή είναι ακατάληπτος 
07. Απόδειξη, ότι ένας είναι ο Θεός και όχι πολλοί. 
08. Για το Λόγο του Θεού.
09. Λογική απόδειξη για το Άγιο Πνεύμα. 
10. Για την Αγία Τριάδα 
11. Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό. 
12. Για τη θεία ένωση και διάκριση. 
13. Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό ανθρωποπαθώς. 
14. Για τα ίδια θέματα.
15. Για τον τόπο του Θεού και ότι το θείο είναι απεριόριστο 
16. Τα ιδιώματα της θείας φύσεως. 
17. Για τον αιώνα. 
18. Για τη Δημιουργία 
19. Για τους αγγέλους. 
20. Για το Διάβολο και τους δαίμονες.
21. Για τα ορατά δημιουργήματα 
22. Για τον ουρανό 
23. Για το φως, τη φωτιά, τους φωστήρες, δηλαδή τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα. 
24. Για τον αέρα και τους ανέμους. 
25. Για τα νερά. 
26. Για τα πελάγη 
27. Για τη γη και για όσα προέρχονται απ’ αυτήν. 
28. Επαρχίες της γης
29. Για τον Παράδεισο. 
30. Για τον άνθρωπο. 
31. Για τις ηδονές. 
32. Για την λύπη. 
33. Για το φόβο. 
34. Για το θυμό. 
35. Για τη φαντασία. 
36. Για την αίσθηση. 
37. Για το διανοητικό. 
38. Για το μνημονικό.
39. Για τον ενδιάθετο και προφορικό λόγο
40. Για το πάθος και την ενέργεια. 
41. Για την ενέργεια.
42. Για το εκούσιο και το ακούσιο.
43. Για την εξουσία της βουλήσεώς μας, δηλαδή για το αυτεξούσιο
44. Γι’ αυτά που συμβαίνουν.
45. Για ποιό λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι.
46. Γι’ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας.
47. Για την Πρόνοια
48. Για την πρόγνωση και τον προορισμό.
49. Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας
50. Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση
51. Για τις δύο φύσεις.
52. Για τον τρόπο της αντιδόσεως.
53. Για τον αριθμό των φύσεων.
54. Ότι όλη η θεία φύση με μία από τις υποστάσεις της
ενώθηκε με όλη την ανθρώπινη φύση και όχι με ένα μέρος της

55. Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου.
56. Γι’ αυτούς που ρωτούν· οι φύσεις του Κυρίου υπάγονται στο αδιάσπαστο
ποσό ή στο διαχωρισμένο; 

57.Απάντηση στο ερώτημα, αν υπάρχει φύση ανυπόστατη.
58. Για τον Τρισάγιο Ύμνο.
59. Για τη φύση και διαφορά, την ένωση και σάρκωση που θεωρείται
στο γένος και στο άτομο, και πώς πρέπει να εννοούμε

60. Ότι η αγία παρθένος είναι Θεοτόκος.
61. Για τα γνωρίσματα των δύο φύσεων.
62. Για τα θελήματα και τα αυτεξούσια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
63. Για τις ενέργειες που έχει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός
64. Απάντηση σ’ αυτούς που λένε: εάν ο άνθρωπος έχει δύο φύσεις και δύο
ενέργειες, πρέπει για το Χριστό να παραδεχθούμε τρεις φύσεις και άλλες
τόσες ενέργειες.

65. Για το ότι έχει θεωθεί η φύση της σάρκας του Κυρίου και το θέλημά της
66. Και άλλα για τα θελήματα, για το αυτεξούσιο, για τις σκέψεις,
τις γνώσεις και τις σοφίες.

67. Για τη θεανδρική ενέργεια.
68. Για τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη.
69. Για την άγνοια και τη δουλεία.
70. Για την προκοπή.
71. Για τη δειλία.
72. Για την προσευχή του Κυρίου.
73. Για την οικείωση.
74. Για το πάθος του σώματος του Κυρίου και για την απάθεια
της θείας φύσεώς του. 

75. Για το ότι η θεότητα του Λόγου παρέμεινε αχώριστη από την ψυχή
και το σώμα και στο θάνατο του Κυρίου, και ότι η υπόσταση παρέμεινε μία. 

76. Για τη φθορά και τη διαφθορά.
77. Για την κάθοδο στον Άδη.
78. Για τα μετά την ανάσταση.
79. Για το ότι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του.
80. Σ’ αυτούς που μας λένε ότι, εάν ο Χριστός έχει δύο φύσεις, τότε συμβαίνει
ένα από τα δύο: ή λατρεύετε και την κτίση, προσυνώντας την κτιστή φύση,
ή θεωρείτε ότι μία φύση πρέπει να προσκυνείται και μία δεν πρέπει. 

81. Γιατί έγινε άνθρωπος ο Υιός και όχι ο Πατέρας ή το Άγιο Πνεύμα
και τί πέτυχε με την ενανθρώπησή του.

82. Απάντηση σε όσους ρωτούν τί είναι η υπόσταση του Χριστού,
κτιστή ή άκτιστη.

83. Για το πότε ονομάσθηκε Χριστός.
84. Απάντηση σ’ αυτούς που ρωτούν, εάν η αγία Θεοτόκος γέννησε δύο
φύσεις, και εάν δύο φύσεις κρεμάσθηκαν πάνω στο σταυρό.

85. Πώς λέγεται ο μονογενής Υιός του Θεού πρωτότοκος.
86. Για την πίστη και το βάπτισμα.
87. Για την πίστη.
88. Για το σταυρό, και ακόμη για την πίστη.
89. Για την προσκύνηση προς την ανατολή.
90. Για τα άγια και άχραντα μυστήρια του Κυρίου.
91. Για τη γενεαλογία του Κυρίου
και για την αγία Θεοτόκο. 

92. Για την τιμή των Αγίων και των λειψάνων τους.
93. Για τις εικόνες.
94. Για την Αγία Γραφή.
95. Γι’ αυτά που λέγονται για το Χριστό.
96. Ότι ο Θεός δεν είναι αίτιος των κακών.
97. Ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές.
98. Για ποιό λόγο, αν και ο Θεός γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτοί επρόκειτο
να αμαρτήσουν και να μη μετανοήσουν, τους δημιούργησε.

 99. Σχετικά με το νόμο του Θεού και το νόμο της αμαρτίας. 
100. Εναντίον των Ιουδαίων, σχετικά με το Σάββατο.
101. Για την Παρθενία.
102. Για την Περιτομή.
103. Για τον Αντίχριστο.
104. Για την Ανάσταση. 





    Πιστεύουμε επίσης και στην ανάσταση των νεκρών. Θα γίνει πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε ανάσταση, εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ανάσταση είναι το δεύτερο ζωντάνεμα αυτού που έχει πεθάνει· διότι οι ψυχές, που είναι αθάνατες, πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν ως θάνατο το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τότε οπωσδήποτε ανάσταση είναι η ένωση της ψυχής πάλι με το σώμα και δεύτερη ανόρθωση της υπάρξεως που πέθανε και διαλύθηκε. Το ίδιο, λοιπόν, σώμα που φθάρθηκε και διαλύθηκε, θα αναστηθεί άφθαρτο. Διότι αυτός που το έπλασε στην αρχή από το χώμα της γης μπορεί και πάλιν να το αναστήσει, παρόλο που λύθηκε στα στοιχεία του και επέστρεψε στη γη, από την οποία πλάσθηκε με απόφαση του Δημιουργού.
    Διότι, αν δεν υπάρχει ανάσταση, «ας φάμε και πιούμε», ας επιδιώξουμε τη ζωή των ηδονών και των απολαύσεων. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, σε τί διαφέρουμε από τα άλογα ζώα; Εάν δεν υπάρχει ανάσταση, ας μακαρίσουμε τα θηρία του δάσους που η ζωή τους κυλά χωρίς λύπη.
    Αν δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε Θεός υπάρχει, ούτε η πρόνοιά του,
    και όλα γίνονται στην τύχη. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πάρα πολλούς δίκαιους να είναι φτωχοί, ν’ αδικούνται και να μην έχουν στον παρόντα βίο καμιά βοήθεια· αντίθετα, αμαρτωλοί και άδικοι
    να ευημερούν μέσα στον πλούτο και κάθε απόλαυση.
    Και ποιός λογικός άνθρωπος θα το θεωρούσε αυτό δίκαιη και σοφή πράξη;
    Θα γίνει, λοιπόν, θα γίνει η ανάσταση. Διότι ο Θεός είναι δίκαιος και βραβεύει με μισθό αυτούς που τον υπακούν. Αν βέβαια η ψυχή αγωνίσθηκε μόνη στον αγώνα των αρετών, και μόνη αυτή θα βραβευθεί. Κι αν μόνη της έπεσε στο βούρκο των ηδονών, θά ήταν δίκαιο μόνη αυτή να τιμωρούνταν. Αλλά, επειδή ούτε η (ανθρώπινη) ύπαρξη έχει δύο χωριστά μέρη, ούτε η ψυχή εργάσθηκε την αρετή ή την κακία ξεχωριστά από το σώμα, είναι δίκαιο και τα δύο (ψυχή και σώμα) να λάβουν τις αμοιβές.
    Μάλιστα, η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι θα γίνει ανάσταση των σωμάτων.
    Λέει, λοιπόν, ο Θεός στο Νώε μετά τον κατακλυσμό: «Σας τα επιτρέπω όλα έως τα λάχανα και τα χόρτα. Ωμό όμως κρέας, με τη ζωή και το αίμα του, δεν θα φάτε· και οπωσδήποτε το αίμα και τη ζωή σας θα τα ζητήσω πίσω από τα θηρία που τα κατασπάραξαν, όπως τη ζωή κάθε ανθρώπου θα τη ζητήσω πίσω από το χέρι του αδελφού του (που τον σκότωσε).
    Όποιος χύσει αίμα ανθρώπου, από άνθρωπο θα χυθεί το αίμα του, διότι έπλασα τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού». Πώς θα ζητήσει πίσω το αίμα του ανθρώπου από τα θηρία που τον κατασπάραξαν, παρά μόνον με το ότι θα αναστήσει τα σώματα των ανθρώπων που πέθαναν;
    Διότι δεν είναι δυνατόν να πεθάνουν θηρία σε αντάλλαγμα των ανθρώπων.
    Και πάλι λέει στο Μωϋσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός των νεκρών», δηλαδή αυτών που πέθαναν και δεν θα υπάρχουν πια, αλλά των ζωντανών, των οποίων οι ψυχές βρίσκονται στα χέρια του, ενώ τα σώματά τους θα ζήσουν πάλι με την ανάστασή τους. Και ο θεοπάτορας Δαβίδ λέει στο Θεό:
    «Θ’ αφαιρέσεις το πνεύμα τους και θα χαθούν, και θα επιστρέψουν
    στη γη τους». Να, εδώ γίνεται λόγος για τα σώματα. Έπειτα προσθέτει:
    «Θ’ αποστείλεις το πνεύμα σου και θα πλασθούν και θα ανανεώσεις τους κατοίκους της γης».
    Και ο Ησαΐας πάλι λέει: «Οι νεκροί θ’ αναστηθούν και θα βγουν έξω από τους τάφους». Είναι γνωστό ότι στους τάφους εναποτίθενται τα σώματα και όχι οι ψυχές. Και ο μακάριος Ιεζεκιήλ λέει:
    «Και μόλις προφήτευσα, να, έγινε σεισμός και συναρμολογήθηκαν τα οστά, ένα προς ένα, το καθένα στη θέση του. Και παρατήρησα, αμέσως προστέθηκαν νεύρα σ’ αυτά, φύτρωσαν σάρκες και σχηματίσθηκε και τα περιέβαλε από παντού δέρμα». Στη συνέχεια, αναφέρει, πώς με την προσταγή επανήλθε η ζωή (σ’ αυτά).
    Και ο θείος Δανιήλ λέει: «Τον καιρό εκείνο θα σηκωθεί ο Μιχαήλ, ο μεγάλος άρχοντας, ο οποίος στέκεται για τους γιους του λαού σου· και θα είναι καιρός θλίψεως, τέτοια θλίψη που ποτέ δεν έγινε έως τότε, αφότου εμφανίσθηκαν οι λαοί της γης. Και τον καιρό εκείνο (της θλίψεως) θα σωθεί ο λαός σου, καθένας που θα βρεθεί γραμμένος στο βιβλίο.
    Και πολλοί απ’ αυτούς που κοιμούνται μέσα στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν, άλλοι για αιώνια ζωή και άλλοι για καταδίκη και αιώνια ντροπή. Και οι συνετοί θα λάμψουν όπως η λαμπρότητα του έναστρου ουρανού, και αυτοί που είναι πολύ δίκαιοι θα λάμψουν στην αιωνιότητα ακόμη περισσότερο από τα άστρα». Με τη φράση «πολλοί που κοιμούνται στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν», είναι φανερό ότι εννοεί την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ποτέ δεν θα έλεγε κάποιος ότι οι ψυχές κοιμούνται στο χώμα της γης.
    Αλλά και ο Κύριος στα ιερά Ευαγγέλια ολοφάνερα κήρυξε την ανάσταση των σωμάτων. Λέει, για παράδειγμα: «Όσοι κείτονται πεθαμένοι στους τάφους θ’ ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού και θ’ αναστηθούν· όσοι έκαναν τα καλά έργα θ’ αναστηθούν για τη ζωή, ενώ όσοι έκαναν τα κακά θ’ αναστηθούν για την καταδίκη». Κανένας, λοιπόν, λογικός άνθρωπος δεν λέει ποτέ ότι στους τάφους κείτονται οι ψυχές.
    Και ο Κύριος πιστοποίησε την ανάσταση των σωμάτων όχι μόνον με λόγια αλλά και με έργα. Πρώτα, βέβαια, με την τετραήμερη έγερση του Λαζάρου, που ήδη είχε διαλυθεί και μύριζε· μάλιστα, δεν ανάστησε ψυχή χωρίς σώμα, αλλά και το σώμα μαζί με την ψυχή· και όχι άλλο σώμα, αλλά το ίδιο που είχε διαλυθεί. Διότι, πώς θα γινόταν γνωστή και πιστευτή η ανάσταση του πεθαμένου, αν δεν διατηρούσε τα χαρακτηριστικά ιδιώματα που συνιστούν την υπόστασή της; Και το Λάζαρο βέβαια τον ανάστησε, για ν’ αποδείξει τη θεότητά του και να βεβαιώσει τη δική του και δική μας ανάσταση, αν και (ο Λάζαρος) επρόκειτο πάλι να επιστρέψει στο θάνατο.
    Ο ίδιος όμως ο Κύριος έγινε η πρώτη αρχή της τελείας αναστάσεως, η οποία δεν υποπίπτει στο θάνατο. Γι’ αυτό και ο θείος απόστολος Παύλος έλεγε:
    «Εάν οι νεκροί δεν θ’ αναστηθούν, ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί.
    Επομένως, η πίστη μας είναι μάταιη και βρισκόμαστε ακόμη μέσα
    στις αμαρτίες μας». Και λέει ακόμη: «Αναστήθηκε ο Χριστός, η αρχή για την έγερση των νεκρών». Επίσης λέει: «Πρώτος βγήκε από τους νεκρούς».
    Και ακόμη: «Αν πιστεύουμε ό τι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, με τον ίδιο τρόπο ο Θεός με τον Ιησού θα εγείρει και τους νεκρούς μαζί του».
    Είπε τη φράση «με τον ίδιο τρόπο», όπως δηλαδή ο Κύριος αναστήθηκε.
    Και είναι φανερό ότι η ανάσταση του Κυρίου ήταν ένωση του σώματος, που έγινε άφθαρτο, και της ψυχής (διότι αυτά τα δύο είχαν χωρισθεί μεταξύ τους)· είπε μάλιστα (ο Κύριος): «Γκρεμίστε το ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα τον ξανακτίσω».
    Και το ιερό Ευαγγέλιο αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα ότι εννοούσε (με την παραπάνω φράση) το σώμα του». Λέει, επίσης, ο Κύριος στους μαθητές του, που νόμιζαν πως βλέπουν φάντασμα: «Αγγίξτε με και γνωρίστε ότι εγώ ο ίδιος είμαι και δεν έχω αλλάξει· διότι (το φάντασμα) δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ».
    «Και αφού είπε τα λόγια αυτά, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του», και καλεί το Θωμά να τον αγγίξει. Επομένως, αυτά δεν είναι αρκετά για να βεβαιώσουν την ανάσταση των σωμάτων;
    Λέει, επίσης, ο θείος απόστολος: «Πρέπει αυτό το φθαρτό (σώμα)
    να γίνει άφθαρτο και το ίδιο το θνητό (σώμα) να γίνει αθάνατο».
    Και πάλι λέει: «Πεθαίνει (σώμα) φθαρτό και ανασταίνεται άφθαρτο· πεθαίνει ασθενικό και ανασταίνεται δυνατό· πεθαίνει άσημο και ανασταίνεται ένδοξο· πεθαίνει σώμα ψυχικό (δηλαδή υλικό και θνητό) και ανασταίνεται σώμα πνευματικό», δηλαδή άτρεπτο, απαθές, άϋλο.
    Το «πνευματικό» (σώμα) έχει αυτή την έννοια, όπως είναι το σώμα
    του Κυρίου, το οποίο μετά την ανάστασή του διαπερνά κλειστές πόρτες, δεν κουράζεται, δεν έχει ανάγκη από τροφή, ύπνο και πιοτό. Βεβαιώνει ο Κύριος: «θα είναι (μετά την ανάσταση) σαν άγγελοι του Θεού»· ούτε γάμος ούτε παιδιά. Και λέει ο θείος απόστολος: «Η αληθινή ζωή μας είναι στον ουρανό, απ’ όπου περιμένουμε τον Σωτήρα μας Κύριο Ιησού, ο οποίος και θ’ αλλάξει τη μορφή του ταπεινού σώματός μας, για να ομοιάσει στην όψη του δικού του ενδόξου σώματος». Δεν εννοεί, βέβαια, –αλίμονο κάτι τέτοιο–, την αλλαγή μας σε άλλη μορφή, αλλά εννοεί την αλλαγή μας από την κατάσταση της φθοράς σ’ αυτήν της αφθαρσίας.
    Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί; Πω, πω, απιστία!
    Πω, πω, ανοησία! Αυτός που μετέβαλε το χώμα σε σώμα μόνο με τη βούλησή του, Αυτός που έδωσε εντολή σε μια μικρή σταγόνα του σπέρματος ν’ αυξηθεί μέσα στη μήτρα και να σχηματίσει αυτό το πολυσχιδές και πολύμορφο όργανο του σώματος, δεν θα μπορέσει και πάλι με τη βούλησή του ν’ αναστήσει αυτό που δημιουργήθηκε και στη συνέχεια διαλύθηκε;
    «Με ποιό σώμα θ’ αναστηθούν; (ρωτάει). Ανόητε!». Εάν η πώρωσή σου δεν σου επιτρέπει να πιστεύεις στα λόγια του Θεού, τουλάχιστον πίστευε στα έργα του. «Εσύ αυτό που σπείρεις δεν φυτρώνει, εάν δεν θαφτεί· και δεν σπείρεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά γυμνό σπόρο, είτε τύχει σταριού είτε κάτι άλλο. Ο Θεός όμως είναι που δίνει, σύμφωνα με τη θέλησή του, τον κορμό σ’ αυτό (το σπόρο)· παρόμοια δίνει στο κάθε σπόρο το δικό του κορμό». Δες, λοιπόν, πως οι σπόροι παραχώνονται μέσα στα αυλάκια σαν σε τάφους. Ποιός είναι αυτός που τους δίνει ρίζες, κορμό και φύλλα, στάχια και πολύ λεπτά καλάμια. Δεν είναι ο Δημιουργός των πάντων;
    Δεν είναι η εντολή αυτού που τα κατασκεύασε όλα;
    Παρόμοια, λοιπόν, πίστευε ότι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών, με τη θεία βούληση και το θείο πρόσταγμα· διότι η δύναμή του συνεργεί αμέσως με τη βούλησή του.
    Θ’ αναστηθούμε, λοιπόν, με την ένωση πάλι των ψυχών με τα σώματα, τα οποία θα γίνουν άφθαρτα και θ’ αποβάλλουν τη φθορά·
    και θα παρουσιασθούμε στο φοβερό κριτήριο του Χριστού.
    Τότε ο Διάβολος, οι δαίμονές του, ο άνθρωπός του, –ο Αντίχριστός εννοώ–, και όλοι οι ασεβείς και οι αμαρτωλοί θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ, όχι το υλικό, όπως η φωτιά που εμείς έχουμε, αλλά σ’ αυτό που ο Θεός γνωρίζει. Τότε, όσοι έκαναν τα καλά έργα θα λάμψουν σαν τον ήλιο στην αιώνια ζωή μαζί με τους αγγέλους και με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον οποίο θα βλέπουν συνεχώς· με τη θέα του θα απολαμβάνουν την ατελείωτη χαρά που προσφέρει, και θα τον δοξολογούν μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στην άπειρη αιωνιότητα. Αμήν.


    Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι ο αντίχριστος πρέπει να έλθει. Καθένας βέβαια που δεν παραδέχεται ότι ο Υιός του Θεού, και Θεός ο ίδιος, δεν έχει σαρκωθεί, ότι δεν είναι τέλειος Θεός και δεν έγινε τέλειος άνθρωπος παραμένοντας Θεός, αυτός είναι αντίχριστος. Όμως ιδιαίτερα και ξεχωριστά Αντίχριστος ονομάζεται αυτός που θα έλθει στα τέλη των αιώνων.
    Πρώτα, δηλαδή, πρέπει το ευαγγέλιο να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη, όπως είπε ο Κύριος, και τότε (ο Αντίχριστος) θα έλθει για να ελέγξει την ασέβεια των Ιουδαίων. Διότι ο Κύριος τους είπε: «Εγώ ήλθα απεσταλμένος από τον Πατέρα μου, και δεν με δέχεσθε· θα έλθει όμως άλλος από δική του πρωτοβουλία, και εκείνον θα τον δεχθείτε».
    Και ο απόστολος (λέει): «Επειδή δεν δέχθηκαν την αγάπη και την αλήθεια (δηλαδή το Χριστό), για να σωθούν, γι’ αυτό και ο Θεός θα τους στείλει μια πλάνη, για να πιστέψουν στο ψέμα, και έτσι να καταδικασθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά τους άρεσε η αδικία».
    Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, αν και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, δεν τον δέχθηκαν, ενώ θα δεχθούν τον απατεώνα που θα διαδίδει ότι δήθεν είναι Θεός. Και πως θα τολμήσει να καλέσει τον εαυτό του Θεό, το πληροφορεί ο άγγελος στο Δανιήλ με τα εξής λόγια: «Δεν θα φροντίζει τους θεούς των πατέρων του». Το λέει και ο απόστολος: «Κανείς με κανένα τρόπο να μην σας εξαπατήσει· διότι (δε θα έρθει η ημέρα εκείνη της κρίσεως), εάν δεν έλθει πρώτα η αποστασία και δεν φανερωθεί ο άνθρωπος της αδικίας, ο γιός της απώλειας, αυτός που αντιτάσσεται και υψώνει τον ενάντια σε καθέναν που λέγεται θεός ή σέβασμα, ώστε αυτός να καθίσει σαν θεός στο ναό του Θεού, για να δείχνει τον εαυτό του ότι είναι θεός». Εννοεί, βέβαια, όχι το δικό μας ναό του Θεού, αλλά τον παλαιό, τον Ιουδαϊκό. Διότι δεν θα έλθει σε μας, αλλά στους Ιουδαίους· δεν θα έλθει για το Χριστό, αλλά εναντίον του Χριστού και των χριστιανών, γι’ αυτό και ονομάζεται Αντίχριστος.
    Πρέπει, λοιπόν, πρώτα να κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη.
    «Και τότε θα φανερωθεί ο άνομος, του οποίου η παρουσία θα είναι σύμφωνα με την ενέργεια του σατανά με πολλή δύναμη, με σημεία και τέρατα ψεύδους, με κάθε απάτη αδικίας σ’ αυτούς που χάνονται· αυτόν ο Κύριος Ιησούς θα εξολοθρεύσει με την πνοή του στόματός του και θα τον καταργήσει με την επιφάνεια της παρουσίας του». Ο Διάβολος βέβαια δεν γίνεται άνθρωπος, όπως ο Κύριος έγινε άνθρωπος –αλίμονό μας–, αλλά γεννιέται πρώτα ένας άνθρωπος με τρόπο πορνικό και δέχεται μετά όλη την ενέργεια του Σατανά. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός προγνωρίζει τη διαστροφή της μελλοντικής προαιρέσεως (αυτού του ανθρώπου), επιτρέπει ( ο Θεός) να μπει μέσα του ο Διάβολος.
    Γεννιέται, λοιπόν, (ο Αντίχριστος) όπως είπαμε, με πορνεία, και ανατρέφεται κρυφά· και ξαφνικά επαναστατεί, ανταρτεύει και κυριαρχεί ως βασιλιάς.
    Και στην αρχή της βασιλείας του –ή καλύτερα της τυραννίας του–,
    προσποιείται αγιότητα· όταν όμως στερωθεί καλά στην εξουσία, τότε καταδιώκει την Εκκλησία του Θεού και εκδηλώνει όλη την πονηριά του.
    Και θα έλθει «με σημεία και τέρατα ψεύτικα», πλαστά και όχι αληθινά·
    θα εξαπατήσει και θα απομακρύνει από το ζωντανό Θεό όλους αυτούς
    που έχουν ετοιμόρροπη και χωρίς θεμέλιο τη βάση της διάνοιάς τους,
    με αποτέλεσμα να σκανδαλισθούν «και οι εκλεκτοί, αν είναι δυνατόν».
    Τότε θα αποσταλεί ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης και θα επιστρέψουν οι καρδιές των πατέρων κοντά στα παιδιά τους· θα επιστρέψει, δηλαδή, η συναγωγή κοντά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο κήρυγμα των αποστόλων, και τότε (ο Αντίχριστος) θα τους φονεύσει. Και αμέσως ο Κύριος θα έλθει από τον ουρανό, όπως ακριβώς οι άγιοι απόστολοι τον είδαν ν’ ανεβαίνει στον ουρανό, με δόξα και δύναμη, δηλαδή ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και θα εκμηδενίσει με την πνοή του στόματός του τον άνθρωπο της αδικίας και γιό της απωλείας (τον Αντίχριστο).
    Κανείς, λοιπόν, ας μην περιμένει ο Κύριος να έλθει από τη γη, αλλά από τον ουρανό, όπως ο ίδιος μας το βεβαίωσε.


    Η περιτομή δόθηκε στον Αβραάμ πριν από το νόμο, μετά από ευλογία και υπόσχεση του Θεού· ήταν σημάδι για να ξεχωρίζει αυτός και οι συγγενείς από τους ειδωλολάτρες, με τους οποίους ζούσαν μαζί. Και είναι ξεκάθαρο: όταν ο Ισραηλιτικός λαός περιπλανιόταν στην έρημο σαράντα χρόνια, έζησε μόνος του χωρίς ν’ αναμιχθεί με άλλο έθνος· και όσοι γεννήθηκαν εκεί,δεν περιτμήθηκαν. Περιτμήθηκαν, όταν ο Ιησούς (του Ναυή) τους πέρασε από τον Ιορδάνη και έγινε ο δεύτερος νόμος της περιτομής.
    Την εποχή, δηλαδή, του Αβραάμ δόθηκε ο νόμος της περιτομής και έπειτα σταμάτησε στην έρημο για σαράντα χρόνια. Και πάλι, για δεύτερη φορά, ο Θεός έδωσε στον Ιησού το νόμο της περιτομής, μετά τη διάβαση του Ιορδάνη, όπως περιγράφεται στο βιβλίο Ιησού του Ναυή: «Εκείνη την εποχή ο Κύριος είπε στον Ιησού: Κάνε για τον εαυτό σου πέτρινα κοφτερά μαχαίρια και να κάνεις για δεύτερη φορά περιτομή στους γιους του Ισραήλ»· και λίγο παρακάτω (λέει): «Για σαράντα δύο χρόνια ο Ισραηλιτικός λαός περιφέρονταν στην έρημο της Βαττάρας και γι’ αυτό οι περισσότεροι μάχιμοι άνδρες, που είχαν φύγει από την Αίγυπτο, ήταν απερίτμητοι· επειδή δεν υπάκουσαν στις εντολές του Θεού, (ο Κύριος) όρισε ότι δεν θα τους αφήσει να δουν τη γη της επαγγελίας, την οποία ο Κύριος ορκίστηκε ότι θα δώσει στους πατέρες μας, γη που ρέει μέλι και γάλα. Και στη θέση τους έβαλε τους γιους τους, στους οποίους ο Ιησούς έκανε περιτομή, επειδή ήταν απερίτμητοι λόγω της οδοιπορίας».
    Επομένως, η περιτομή ήταν σημάδι που ξεχώριζε τον Ισραηλιτικό λαό άπό τα ειδωλολατρικά έθνη, με τα οποία ζούσε μαζί.
    Ήταν μάλιστα τύπος του βαπτίσματος. Διότι, όπως η περιτομή αποκόπτει ένα αχρείαστο μέλος του σώματος, άχρηστο πλεόνασμα,
    έτσι και με το άγιο βάπτισμα αποκόπτουμε την αμαρτία.
    Και είναι φανερό ότι η αμαρτία αποτελεί άχρηστο περίττωμα της επιθυμίας, αχρείαστη ηδονή· διότι είναι αδύνατο να μην έχει κανείς καμία επιθυμία ή να είναι τελείως άπειρος της ηδονής, αλλά εδώ είναι η άχρηστη ηδονή και άχρηστη επιθυμία, δηλαδή αμαρτία. Το άγιο βάπτισμα αυτήν αποκόπτει προσφέροντας σε μας ως σημάδι τον τίμιο σταυρό στο μέτωπο, χωρίς να μας ξεχωρίζει από τα έθνη –διότι όλα τα έθνη βαπτίσθηκαν και σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού–, αλλά σε κάθε έθνος διακρίνει τον πιστό από τον άπιστο.
    Αφού, λοιπόν, η αλήθεια φανερώθηκε, ο τύπος και η σκιά δεν έχουν νόημα. Επομένως, τώρα η περιτομή είναι περιττή και αντίθετη στο άγιο βάπτισμα. «Διότι αυτός που περιτέμνεται, υποχρεώνεται να τηρήσει όλο το νόμο». Κι ο Κύριος, για να τηρήσει το νόμο, δέχθηκε την περιτομή. Και τήρησε όλο το νόμο και την αργία του Σαββάτου, για να συμπληρώσει και ανορθώσει το νόμο. Αφότου όμως βαπτίσθηκε και το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε μπροστά στους ανθρώπους να κατεβαίνει πάνω του με μορφή περιστεριού, από τότε έχει κηρυχθεί η πνευματική λατρεία και ζωή, και η βασιλεία των ουρανών.


    Οι σαρκικοί άνθρωποι συκοφαντούν την παρθενία και, όντας φιλήδονοι, επικαλούνται ως απόδειξη το (χωρίο) «καταραμένος να είναι όποιος δεν αφήνει απογόνους στον Ισραήλ». Εμείς όμως, παίρνοντας θάρρος από το Θεό Λόγο που γεννήθηκε από Παρθένο, ισχυριζόμαστε ότι η παρθενία εξαρχής δόθηκε από το Θεό στη φύση των ανθρώπων. Πράγματι, ο άνθρωπος πλάσθηκε από την παρθένο γη, η Εύα δημιουργήθηκε από τον Αδάμ μόνο και η παρθενία βασίλευε στον παράδεισο. Λέει μάλιστα η Αγία Γραφή, ότι «ο Αδάμ και η Εύα, παρόλο που ήταν γυμνοί, δεν ντρέπονταν». Όταν όμως έκαναν την παρακοή, τότε «ένιωσαν ότι ήταν γυμνοί» και από ντροπή έρραψαν ρούχα για τον εαυτό τους. Και μετά την παράβαση, όταν ο Αδάμ άκουσε «ότι από τη γη προήλθες και στη γη θα καταλήξεις» και εξαιτίας της παραβάσεως εισήλθε ο θάνατος στη ζωή μας, τότε «ήλθε σε επαφή με τη γυναίκα του Εύα, και αυτή συνέλαβε και γέννησε». Επομένως, ο γάμος επινοήθηκε για να μη χαθεί και εξαφανισθεί από το θάνατο το ανθρώπινο γένος, για να μπορέσει να διασωθεί με τη γέννηση των παιδιών.
    Αλλά ίσως μας αντείπουν: Τότε, τί χρειάζεται (η διάκριση) σε «αρσενικό και θηλυκό (φύλο)» και το (χωρίο που λέει) «αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε»;
    Θ’ απαντήσουμε σ’ αυτά ότι το μεν «αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε» δεν σημαίνει οπωσδήποτε τον πολλαπλασιασμό με την ένωση του γάμου.
    Διότι μπορούσε ο Θεός και με άλλο τρόπο να πολλαπλασιάσει το ανθρώπινο γένος, εάν αυτό τηρούσε απαράβατη την εντολή ώς το τέλος. Αλλά, επειδή ο προγνώστης ο Θεός, που «γνωρίζει τα πάντα, πριν ακόμη δημιουργηθούν», γνώριζε ότι πρόκειται να κάνουν την παράβαση και να τιμωρηθούν με θάνατο, πρόλαβε και έκανε αρσενικό και θηλυκό και έδωσε την εντολή της αυξήσεως και του πολλαπλασιασμού. Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα για να εξετάσουμε τα κατορθώματα της παρθενίας· είναι το ίδιο να μιλήσουμε και για την αγνότητα.
    Όταν ο Νώε πήρε την εντολή να εισέλθει στην κιβωτό και ανέλαβε να σώσει τη φύτρα των ανθρώπων, προστάχθηκε τα εξής: «Μπες μέσα (στην κιβωτό) εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου».
    (Ο Θεός) τους ξεχώρισε από τις γυναίκες, για να γλυτώσουν με την αγνότητα τη φουρτούνα και το παγκόσμιο εκείνο ναυάγιο. Μετά όμως από την παύση του κατακλυσμού του είπε (ο Θεός): «Βγες έξω (από την κιβωτό) εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου».
    Και να, πάλι επιτρέπει το γάμο για τον πολλαπλασιασμό.
    Έπειτα ο Ηλίας, ο πυρφόρος και ουρανοδρόμος αρματηλάτης, δεν προτίμησε την αγαμία και δεν απόκτησε την καλή μαρτυρία με την
    υπεράνθρωπη αρετή του; Ποιός έκλεισε τους ουρανούς; Ποιός ανέστησε νεκρούς; Ποιός διαίρεσε τον Ιορδάνη; Δεν ήταν ο παρθένος Ηλίας; Αλλά και ο μαθητής του Ελισσαίος δεν επέδειξε την ίδια αρετή και, όταν το ζήτησε, δεν πήρε ως κληρονομιά διπλάσια (από τον Ηλία) τη χάρη του Πνεύματος;
    Και τί έγινε με τους τρεις παίδες; Με την άσκηση της παρθενίας δεν φάνηκαν πιο ανθεκτικοί από τη φωτιά, επειδή τα παρθενικά τους σώματα έγιναν άκαυστα; Δεν ήταν πάλι ο Δανιήλ, που η παρθενία του σώματος εμπόδισε τα δόντια των θηρίων να να μπηχθούν σ’ αυτό; Δεν ήταν ο Θεός, που για να εμφανισθεί στους Ισραηλίτες απαιτούσε να αγνίσουν το σώμα τους;
    Δεν ήταν οι ιερείς που καθάριζαν τον εαυτό τους, για να εισέλθουν στα άδυτα (του Ναού) και να προσφέρουν τις θυσίες; Δεν ήταν ο νόμος που διακήρυξε την αγνότητα ως μεγάλη ευλογία;
    Πρέπει, λοιπόν, την εντολή του νόμου να τη θεωρούμε με πνευματικό νόημα. 
    Υπάρχει, δηλαδή, πνευματικό σπέρμα που με αγάπη και φόβο Θεού συλλαμβάνεται μέσα στην κοιλιά της ψυχής, και η οποία κοιλοπονεί και γεννά πνεύμα σωτηρίας. Έτσι πρέπει να εννοήσουμε και το (χωρίο) «ευτυχισμένος όποιος έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ». Τί εννοεί, δηλαδή; Ακόμη κι αν είναι πόρνος ή μέθυσος ή ειδωλολάτρης, είναι ευτυχής, εφόσον έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ; Κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί κάτι τέτοιο.
    Η παρθενία είναι το πολίτευμα των αγγέλων, το γνώρισμα όλης της ασωμάτου φύσεως. Και τα λέμε αυτά χωρίς να κατηγορούμε το γάμο –αλίμονό μας–, διότι γνωρίζουμε ότι ο Κύριος με την παρουσία του ευλόγησε το γάμο και είπε: «Να είναι τίμιος ο γάμος και το νυφικό κρεβάτι αμόλυντο»· αναγνωρίζουμε όμως την παραθενία ως καλύτερη από το καλό. Διότι και ανάμεσα στις αρετές υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες, όπως και στις κακίες. Γνωρίζουμε ότι, μετά τους αρχηγούς του ανθρωπίνου γένους, όλοι
    οι θνητοί είναι καρπός του γάμου. Διότι εκείνους (αρχηγούς) δημιούργησε η παρθενία και όχι ο γάμος· ενώ η αγαμία, όπως είπαμε, είναι μίμηση της αγγελικής ζωής.
    Και όσο ο άγγελος είναι ανώτερος από τον άνθρωπο, τόσο η παρθενία είναι πιο πολύτιμη από το γάμο. Και γιατί αναφέρω τον άγγελο; Ο ίδιος ο Χριστός η δόξα της παρθενίας, όχι μόνο γεννήθηκε από τον Πατέρα αιώνια, αλλά και χωρίς ρεύση και επαφή· και πάλι έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, για χάρη μας, χωρίς να γεννηθεί με σαρκική σχέση αλλά από Παρθένο· και ο ίδιος πραγματοποίησε στον εαυτό του την αληθινή και τέλεια παρθενία.
    Γι’ αυτό και δεν την έδωσε ως νόμο σε μας· «διότι, όπως είπε ο ίδιος, δεν την αντέχουν όλοι». Μας τη δίδαξε όμως στην πράξη και μας ενίσχυσε προς αυτήν. Διότι, ποιος δε γνωρίζει ξεκάθαρα ότι τώρα η παρθενία είναι τρόπος ζωής μεταξύ των ανθρώπων;
    Η τεκνογονία, η οποία προκύπτει από το γάμο, είναι βέβαια καλή· και ο γάμος είναι καλός για την αποφυγή της πορνείας, διότι την περιορίζει· η λυσσασμένη επιθυμία, με τη νόμιμη σχέση, δεν εκτρέπεται σε διαστροφικές πράξεις.
    Είναι καλός ο γάμος για όσους δεν έχουν εγκράτεια. Ανώτερη όμως είναι η παρθενία, επειδή αυξάνει την καρποφορία της ψυχής και προσφέρει στο Θεό σαν ώριμο καρπό την προσευχή. «Ο γάμος να είναι τίμιος και το νυφικό κρεβάτι αμόλυντο, διότι ο Θεός θα τιμωρήσει τους πόρνους και τους μοιχούς».


    Η έβδομη ημέρα έχει ονομασθεί Σάββατο και φανερώνει την ξεκούραση· διότι αυτή την ημέρα «ο Θεός αναπαύθηκε από τα έργα του», όπως λέει η Αγία Γραφή. Γι’ αυτό ο αριθμός (των ημερών) προχωρεί μέχρι το επτά, επανέρχεται και αρχίζει πάλι από την πρώτη ημέρα.
    Ο αριθμός αυτός είναι σεβαστός στους Ιουδαίους, επειδή ο Θεός πρόσταξε να τον σέβονται –όχι με χαλαρότητα–, αλλά και με πολύ αυστηρές τιμωρίες σε περίπτωση παραβάσεως. Και δεν το διέταξε αυτό χωρίς λόγο, αλλά για κάποιους λόγους που γίνονται αντιληπτοί με μυστικό τρόπο από τους προχωρημένους πνευματικά και τους διορατικούς.
    Όπως, λοιπόν, εγώ ο αμαθής γνωρίζω –για να αρχίσω από τα κατώτερα και χονδροειδή–, επειδή ο Θεός γνώριζε την αναισθησία, τη φιλοσαρκία και τη ροπή του Ισραηλιτικού λαού προς την ύλη, και συγχρόνως την αδιακρισία του, γι’ αυτό πρώτα (καθιερώνει την ανάπαυση της εβδόμης ημέρας) «για ν’ αναπαύονται οι δούλοι και τα μεταφορικά ζώα», όπως λέει η Γραφή, επειδή «ο δίκαιος άνθρωπος λυπάται τα ζώα του»· και παράλληλα, για να διακόπτουν την απασχόλησή τους με τα υλικά και να συγκεντρώνονται να υμνήσουν το Θεό «με ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά άσματα»· με τη μελέτη των θείων Γραφών να περνούν όλη την έβδομη ημέρα και ν’ αναπαύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
    Όταν, δηλαδή, δεν υπήρχε νόμος, δεν υπήρχε ούτε θεόπνευστη Γραφή ούτε το Σάββατο ήταν αφιερωμένο στο Θεό. Όταν όμως η θεόπνευστη Γραφή δόθηκε με το Μωϋσή, τότε και το Σάββατο αφιερώθηκε στο Θεό, για να εντρυφούν στη μελέτη της κατά τη διάρκειά του (του Σαββάτου) όσοι δεν αφιερώνουν όλη τους τη ζωή στο Θεό και όσοι δεν υπηρετούν με πόθο το Θεό ως Πατέρα· αλλά, σαν αχάριστοι δούλοι, κι όταν ακόμη αφιερώνουν ένα μικρό και ελάχιστο μέρος της ζωής τους στο Θεό, το αφιερώνουν από φόβο για τις ευθύνες της παραβάσεως και τις τιμωρίες.
    Βέβαια, «δεν υφίσταται νόμος για τον δίκαιο», αλλά για τους αδίκους.
    Όταν πρώτος ο Μωϋσής έμεινε κοντά στο Θεό σαράντα ημέρες και πάλι άλλες σαράντα ημέρες έμεινε νηστεύοντας, οπωσδήποτε νήστευε και τα Σάββατα και ταλαιπωρούσε τον εαυτό του, παρόλο που ο νόμος πρόσταζε να μην ταλαιπωρούν τον εαυτό τους την ημέρα του Σαββάτου.
    Αν όμως ισχυρισθούν ότι αυτό γινόταν πριν από το νόμο, τι θα πουν για το Θεσβίτη Ηλία, ο οποίος διήνυσε δρόμο σαράντα ημερών μ’ ένα γεύμα;
    Αυτός, δηλαδή, ταλαιπώρησε τον εαυτό του και κατάργησε την αργία του Σαββάτου όχι μόνον με τη νηστεία, αλλά και με σαρανταήμερη πορεία και τις ημέρες του Σαββάτου· και ο Θεός, που έδωσε το νόμο, δεν θύμωσε μαζί του, αλλά για να επιβραβεύσει την αρετή του, του εμφανίσθηκε στο (όρος) Χωρήβ.
    Και τί θα πουν για τον Δανιήλ; Δεν πέρασε τρεις εβδομάδες χωρίς φαγητό;
    Και τί κάνει ο Ισραηλιτικός λαός; Αν συμβεί ένα αγόρι να ογδοήσει το Σάββατο, δεν του κάνει περιτομή; Και πάλι, δεν τηρούν τη μεγάλη νηστεία, που την θέσπισε ο νόμος, και την ημέρα του Σαββάτου, αν τυχόν συμπέσει;
    Αλλά και οι ιερείς και οι Λευΐτες δεν καταργούν το Σάββατο με την υπηρεσία στη Σκηνή, και κανένας δεν τους κατηγορεί; Ακόμη και το ζώο, αν την ημέρα του Σαββάτου πέσει στο βόθρο, αυτός που το ανασύρει είναι αθώος, ενώ αυτός που το παραμελεί είναι ένοχος; Τί έκανε όλος ο λαός του Ισραήλ;
    Δεν περιέφερε την Κιβωτό του Θεού γύρω από τα τείχη της Ιεριχούς επτά ημέρες, μέσα στις οποίες ήταν οπωσδήποτε και το Σάββατο;
    Όπως είπα, λοιπόν, η τήρηση του Σαββάτου καθιερώθηκε γι’ αυτούς οι οποίοι είναι νήπιοι πνευματικά και δεν μπορούν να καταλάβουν περισσότερο από τα σωματικά και το γράμμα (του νόμου)· έγινε για ν’ αναπαύονται και να λατρεύουν το Θεό, να του αφεριώνουν λίγο καιρό, και να ξεκουράζονται και ο δούλος και το μεταφορικό ζώο.
    «Όταν όμως ήλθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός έστειλε στον κόσμο τον μονογενή του Υιό, που έγινε άνθρωπος από γυναίκα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για να λυτρώσει τους υποκείμενους στο νόμο, και έτσι όλοι να γίνουμε παιδιά του».
    Και όσοι τον δεχθήκαμε, μας έδωσε το δικαίωμα, εφόσον πιστεύουμε σ’ αυτόν, να γίνουμε παιδιά του Θεού. Επομένως, δεν είμαστε πλέον δούλοι αλλά υιοί· δεν είμαστε στην εξουσία του νόμου, αλλά της χάριτος.
    Δεν υπηρετούμε τον Κύριο, κατά ένα μέρος της ζωής μας, από φόβο, αλλά οφείλουμε να του εμπιστευόμαστε όλη μας τη ζωή και πάντοτε σταματάμε το δούλο, εννοώ το θυμό και την επιθυμία, να διαπράττει την αμαρτία και τον κάνουμε να υπηρετεί το Θεό. Υψώνουμε συνεχώς όλη μας την επιθυμία προς το Θεό και οπλίζουμε το θυμό μας εναντίον των εχθρών του Θεού.
    Παρόμοια και το υποζύγιό μας, το σώμα δηλαδή, το ελευθερώνουμε από το δουλικό φορτίο της αμαρτίας και το παρακινούμε να εκτελεί με προθυμία τις θείες εντολές.
    Αυτά μας παραγγέλλει ο πνευματικός νόμος του Κυρίου και όσοι τον τηρούν έχουν γίνει ανώτεροι από το νόμο του Μωϋσή· διότι, όταν έλθει το τέλειο, το μερικό καταργείται, και όταν με τη Σταύρωση του Σωτήρα σχίσθηκε το κάλυμμα του νόμου, το καταπέτασμα δηλαδή, και το Άγιο Πνεύμα έλαμψε με πύρινες γλώσσες, τότε καταργήθηκε το γράμμα του νόμου, τα σωματικά έργα σταμάτησαν, ο νόμος της δουλείας εκπλήρωσε την αποστολή του και μας δόθηκε ο νόμος της ελευθερίας. Εορτάζουμε πλέον την τέλεια ανάπαυση της ανθρωπίνης φύσεως, εννοώ την εορτή της αναστάσεως, κατά την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο αρχηγός της ζωής και Σωτήρας, μας έδωσε την κληρονομία που είχε υποσχεθεί σ’ αυτούς που λατρεύουν πνευματικά το Θεό· σ’ αυτήν Αυτός πρώτος εισήλθε για λογαριασμό μας, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και άνοιξε Αυτός τις πύλες του ουρανού και κάθησε με το σώμα του στα δεξιά του Πατέρα του· εκεί θα εισέλθουν και όσοι τηρούν τον πνευματικό νόμο.
    Όλη, λοιπόν, η απόθεση των σαρκικών έργων, η πνευματική λατρεία και η ένωση με το Θεό είναι για μας που βαδίζουμε σύμφωνα με το Πνεύμα και όχι με το γραπτό νόμο. Διότι περιτομή είναι η αποβολή της σωματικής ηδονής, των περιττών και των αχρήστων· ενώ ακρυβυστία δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέρμα, περίττωμα του γεννητικού μορίου της ηδονής. Μάλιστα, κάθε ηδονή που δεν προέρχεται από το Θεό και δεν γίνεται σύμφωνα με το Θεό, είναι περίττωμα της ηδονής· η ακροβυστία αποτελεί τον τύπο της· ενώ το Σάββατο (συμβολίζει) την κατάπαυση από την αμαρτία. Επομένως, και τα δύο είναι ένα, και έτσι, όταν πνευματικοί άνθρωποι εκτελούν και τα δύο, δεν κάνουν την παραμικρή παράβαση.
    Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι ο αριθμός επτά φανερώνει όλο το χρόνο της παρούσης ζωής, όπως λέει ο σοφότατος Σολομών: «Να δώσεις μερίδα στους επτά και τους οκτώ». Και ο θεηγόρος Δαβίδ, ψάλλοντας την όγδοη ημέρα, έψαλλε για τη μελλοντική κατάσταση μετά την ανάσταση των νεκρών.
    Ο νόμος, λοιπόν, δίνοντας εντολή την έβδομη ημέρα ν’ αναπαύονται από τα σωματικά έργα και ν’ ασχολούνται με τα πνευματικά, φανέρωσε με μυστικό τρόπο ότι πρέπει καθ’ όλο το χρόνο ο αληθινός Ισραηλίτης, που έχει νου και βλέπει το Θεό, να οδηγεί τον εαυτό του στο Θεό και να ξεπερνά τα σωματικά έργα.


    Το θείο είναι αγαθό και υπεράγαθο, και το θέλημά του επίσης· διότι αγαθό είναι όποιο θέλει ο Θεός. Και η εντολή που το διδάσκει αποτελεί νόμο, ώστε, τηρώντας το θέλημά του, μένουμε μέσα στο φως.
    Και η παράβαση αυτής της εντολής είναι αμαρτία. Αυτή (η αμαρτία) συνίσταται από την επίθεση του Διαβόλου και από τη δική μας αβίαστη και θεληματική αποδοχή· και αυτή μάλιστα ονομάζεται νόμος.
    Ο νόμος του Θεού, λοιπόν, κυριαρχώντας πάνω στο νου μας, τον ελκύει προς τον εαυτό του και παροτρύνει τη συνείδησή μας. Και η συνείδησή μας μάλιστα λέγεται νόμος του νου μας. Και η επίθεση του πονηρού πάλι, δηλαδή ο νόμος της αμαρτίας, κυριαρχεί πάνω στα μέλη της σάρκας μας και μέσω αυτής μας επιτίθεται.
    Διότι, αν παραβούμε μια φορά το νόμο του Θεού και συγκατατεθούμε στην επίθεση του πονηρού, ανοίξαμε το δρόμο στην αμαρτία και της πουλήσαμε δούλο τον εαυτό μας. Γι’ αυτό, το σώμα μας με προθυμία οδηγείται προς αυτήν. Ακόμη η μυρουδιά και η αίσθηση της αμαρτίας που υπάρχει στο σώμα μας, δηλαδή η επιθυμία και η ηδονή του σώματος, ονομάζεται νόμος που υπάρχει στα μέλη της σάρκας μας.
    Ο νόμος, λοιπόν, του νου, δηλαδή η συνείδηση, ευχαριστείται με το νόμο του Θεού, δηλαδή με την εντολή, και αυτήν θέλει. Ο νόμος όμως της αμαρτίας, δηλαδή η επίθεση (του διαβόλου), με το νόμο που κυριαρχεί στα μέλη (του σώματος), δηλαδή με την επιθυμία, τη ροπή και τη κίνηση του του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής, πολεμά το νόμο του νου μου –εννοώ τη συνείδηση– και με αιχμαλωτίζει· και ενώ θέλω και αγαπώ το νόμο του Θεού και δεν θέλω την αμαρτία, σύμφωνα με την εξέταση, με τη γλυκύτητα της ηδονής και την επιθυμία του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής, όπως είπα, με αποπλανά και με πείθει να διαπράξω την αμαρτία. «Ο Θεός, όμως, την αδυναμία του νόμου, επειδή ο νόμος εξαιτίας της σάρκας ήταν ασθενής, αποστέλλοντας τον Υιό του σε ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας –πήρε δηλαδή τη σάρκα, όχι όμως την αμαρτία– καταδίκασε την αμαρτία στη σάρκα, για να εκπληρωθεί η δίκαιη απαίτηση του νόμου σ’ αυτούς που δεν βαδίζουν σύμφωνα με τη σάρκα αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα.
    Διότι το Πνεύμα μας βοηθάει στην αδυναμία μας» και δίνει τη δύναμη στο νόμο του νου μας να στραφεί εναντίον του νόμου των μελών της σάρκας μας. Διότι το χωρίο «δεν ξέρουμε τί να προσευχηθούμε, όπως πρέπει, αλλά αυτό το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας με στεναγμούς αλάλητους», μας διδάσκει, τί θα προσευχηθούμε.
    Επομένως είναι αδύνατο να εκτελέσουμε τις εντολές του Κυρίου, παρά μόνον με υπομονή και προσευχή.


    Ο Θεός από καλωσύνη δημιουργεί τα όντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και προγνωρίζει αυτά που θα συμβούν. Αν, βέβαια, δεν επρόκειτο να υπάρχουν, ούτε κακοί επρόκειτο να γίνουν και ούτε θα είχε γίνει η πρόβλεψη της δημιουργίας τους. Διότι οι γνώσεις αφορούν σε ό,τι υπάρχει και οι προγνώσεις σε ό,τι θα υπάρξει· προηγείται, δηλαδή, η ύπαρξη, και ακολουθεί η καλή ή κακή ύπαρξη. Εάν όμως (τα όντα) επρόκειτο να δημιουργηθούν από την αγαθότητα του Θεού αλλά κατόπιν θα γίνονταν κακοί εξαιτίας της δικής τους θελήσεως, και γι’ αυτό το λόγο ο Θεός αρνούνταν να τα δημιουργήσει, τότε το κακό θα νικούσε την αγαθότητα του Θεού. Ο Θεός, όμως, πλάθει αγαθά όλα τα όντα που δημιουργεί· και καθένας με τη δική του θέληση γίνεται καλός ή κακός.
    Μολονότι είπε ο Κύριος, «συνέφερε σ’ εκείνον τον άνθρωπο να μη γεννιόταν», το έλεγε όχι επικρίνοντας το δημιούργημά του, αλλά επέκρινε την κακία που προστέθηκε στο πλάσμα του, εξαιτίας της θελήσεως και ραθυμίας του. Διότι η ραθυμία της γνώμης του πλάσματος αχρήστευσε την ευεργεσία του Δημιουργού, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάποιον που, ενώ ο βασιλιάς του έδωσε πλούτο και εξουσία, αυτός φέρεται αχάριστα στον ευεργέτη· (ο βασιλιάς) αυτόν θα τον δέσει και θα τον τιμωρήσει, αν τον δει μέχρι τέλος να παραμένει στην εξουσία του τυράννου.


    Θα μάθουμε από το εξής, ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές, μία αγαθή και μία πονηρή: διότι το αγαθό και το πονηρό είναι αντίθετα μεταξύ τους, και το ένα καταστρέφει το άλλο, και δεν υπάρχουν το ένα μέσα στο άλλο ούτε συνυπάρχουν. Γι’ αυτό το καθένα απ’ αυτά θα υπάρχει σ’ ενα μόνο μέρος από το όλο. Και πρώτα βέβαια το καθένα απ’ αυτά θα οριστεί όχι μόνον από το όλο, αλλά από το ένα μέρος του όλου.
    Έπειτα, ποιός είναι αυτός που καθορίζει την περιοχή του καθενός; Διότι δεν θα πουν ότι συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και συμφιλιώθηκαν, επειδή το κακό παύει να είναι κακό, όταν ειρηνεύει και συμφιλιώνεται με το αγαθό· και το αγαθό παύει να είναι αγαθό, αν συμφιλιώνεται με το κακό. Αν όμως αυτός που καθόρισε για τον καθένα απ’ αυτά την περιοχή του είναι άλλος, εκείνος μάλλον είναι ο Θεός.
    Είναι υποχρεωτικό να συμβαίνει το ένα από τα δύο: ή να σχετίζονται και να καταστρέφει το ένα το άλλο ή να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο στο οποίο δεν θα υπάρχει ούτε αγαθό ούτε το κακό, όπως ακριβώς κάποιο διάφραγμα που διαχωρίζει και τα δύο μεταξύ τους. Και έτσι δεν θα υπάρχουν δύο αλλά τρεις αρχές.
    Είναι ακόμη ανάγκη και το ένα απ’ αυτά ή να ειρηνεύει, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να το κάνει το κακό –διότι αυτό που ειρηνεύει δεν είναι κακό– ή να πολεμά, πράγμα που το αγαθό δεν μπορεί να το κάνει –διότι αυτό που πολεμά δεν είναι τελείως αγαθό–· ή το μεν κακό να πολεμά και το αγαθό να μην ανταποδίδει τον πόλεμο, αλλά να καταστρέφεται από το κακό ή διαρκώς να λυπάται και να κακοπαθεί, πράγμα που δεν είναι γνώρισμα του αγαθού. Διότι μία αρχή του αγαθού υπάρχει, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε κακία.
    Αλλά, ρωτούν, αν συμβαίνει αυτό, από που προέρχεται το κακό; Διότι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί το κακό από το αγαθό. Λέμε, λοιπόν, ότι το κακό δεν τίποτε άλλο παρά στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή από τη φυσική κατάσταση στην παρά φύση· διότι κανένα κακό δεν αποτελεί φυσική κατάσταση. Όλα, δηλαδή, όσα ο Θεός δημιούργησε είναι πολύ καλά, σύμφωνα με το δημιουργικό τους σκοπό. Αν, λοιπόν, παραμένουν έτσι, όπως δημιουργήθηκαν, «είναι πολύ καλά»· αν όμως απομακρυνθούν με τη θέλησή τους από τη φυσική κατάσταση και έλθουν στο παρά φύση, καταλήγουν στο κακό.
    Στην κατά φύση βέβαια κατάσταση όλα είναι υπόδουλα και υπάκουα στο Δημιουργό. Όταν, λοιπόν, με τη θέλησή του κάποιο δημιούργημα επαναστατήσει και παρακούσει στο δημιουργό του, σχηματίζει μέσα του την κακία· η κακία, δηλαδή, δεν είναι κάποια ουσία, ούτε χαρακτηριστικό κάποιας υπάρξεως, αλλά είναι κάποιο συμβάν, δηλαδή θεληματική εκτροπή από τη φυσική στην παρά φύση κατάσταση, πράγμα που είναι η αμαρτία.
    Από πού, λοιπόν, προήλθε η αμαρτία; Είναι εφεύρημα της αυτεξούσιας γνώμης του Διαβόλου. Είναι, δηλαδή, ο Διάβολος κακός; Σύμφωνα με τη δημιουργία του δεν είναι κακός αλλά καλός· διότι ο Δημιουργός τον έπλασε λαμπρό και φωτεινό άγγελο, αυτεξούσιο ως λογικό ον· με τη θέλησή του όμως εγκατάλειψε τη φυσική αρετή και έπεσε στο σκοτάδι της κακίας, με την απομάκρυνσή του από το μόνο αγαθό και φωτοποιό Θεό.
    Διότι απ’ Αυτόν προέρχεται κάθε αγαθό, και ανάλογα όποιος με την απόφασή του (και όχι τοπικά) απομακρύνεται απ’ Αυτόν, πέφτει στο κακό.


    Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει να ονομάζει την παραχώρηση του Θεού ενέργεια, όπως όταν λέει ο απόστολος στην προς Ρωμαίους επιστολή του: «Μήπως δεν έχει τη δυνατότητα ο αγγειοπλάστης από το ίδιο υλικό να φτιάξει σκεύος χρήσιμο και σκεύος άχρηστο;». Ο ίδιος, δηλαδή, φτιάχνει και το ένα και το άλλο.
    Διότι μόνον αυτός είναι ο Δημιουργός όλων, αλλά τα σκεύη τα χρήσιμα ή άχρηστα δεν τα φτιάχνει ο ίδιος, αλλά η προσωπική διάθεση του καθένα.
    Και αυτό είναι φανερό απ’ όσα ο ίδιος απόστολος λέει στη δεύτερη επιστολή του στο Τιμόθεο: «Στο πλούσιο σπίτι δεν υπάρχουν μόνον χρυσά και ασημένια σκεύη, αλλά και ξύλινα και οστράκινα, και από αυτά άλλα είναι για καλή χρήση και άλλα όχι. Εάν, λοιπόν, κάποιος καθαρίσει τον εαυτό του από αυτά (τα άχρηστα), θα είναι χρήσιμο σκεύος, αγιασμένο και αρεστό στο Δεσπότη, έτοιμο για κάθε καλό έργο».
    Και είναι φανερό ότι η κάθαρση γίνεται με τη θέλησή μας. Διότι λέει, «εάν κάποιος καθαρίσει τον εαυτό του», εννοείται ότι η αντίθετη φράση αποτελεί τον αντίλογο· εάν, δηλαδή, κάποιος δεν καθαρίσει τον εαυτό του, θα είναι άχρηστο σκεύος, αχρείαστο στο Δεσπότη, άξιο να πεταχθεί. Το συζητούμενο, λοιπόν χωρίο και το «ο Θεός οδήγησε όλους σε ανυπακοή», όπως και το (χωρίο) «ο Θεός τους χάρισε πνεύμα κατανύξεως, μάτια να μη βλέπουν και αυτιά να μην ακουν», όλα αυτά δεν πρέπει να τα εννοήσουμε ως ενέργειες του Θεού, αλλά ως παραχώρηση του, επειδή το καλό είναι αυτεξούσιο και αβίαστο.
    Η Αγία Γραφή, λοιπόν, συνηθίζει να χαρακτηρίζει την παραχώρηση του Θεού ως ενέργεια και έργο του. Και μάλιστα όταν λέει, «ο Θεός φτιάχνει τα κακά και δεν υπάρχει κακία στην πόλη, την οποία να μην την έφτιαξε ο Θεός», δε σημαίνει αυτό το πράγμα ότι ο Θεός είναι αίτιος των κακών, επειδή το όνομα της κακίας εκφράζει δύο πράγματα και έχει δύο σημασίες· άλλοτε, δηλαδή, σημαίνει το φυσικό κακό, το οποίο είναι αντίθετο στην αρετή και τη θέληση του Θεού, και άλλοτε σημαίνει την κακία και ταλαιπωρία σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, δηλαδή τις θλίψεις και κακουχίες. Αυτές, λοιπόν, φαινομενικά αποτελούν κακίες, επειδή είναι οδυνηρές, ενώ στην πραγματικότητα βγαίνουν σε καλό· διότι γίνονται αιτία επιστροφής και σωτηρίας σ’ αυτούς που τις δοκιμάζουν. Η Γραφή λέει ότι αυτές οι θλίψεις γίνονται με παραχώρηση Θεού.
    Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι εμείς είμαστε αίτιοι και αυτών· διότι
    τα αθέλητα κακά προκαλούν και αυτά (κακά) που έρχονται με τη θέλησή μας.
    Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε και το εξής, ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει ορισμένα που επιβάλλεται να λέγονται ως αποτέλεσμα, να τα λέει ως αιτία, όπως το (χωρίο) «μπροστά σου μόνο αμαρτάνω και κάνω το πονηρό, για να εκπληρωθούν τα λόγια σου και να δικαιωθούν οι κρίσεις σου»· δεν αμάρτησε ο αμαρτωλός, για να δικαιωθεί με τη νίκη του ο Θεός, ούτε πάλι ο Θεός εξαρτόταν από τη δική μας αμαρτία, για να βγει απ’ αυτήν νικητής. Διότι χωρίς σύγκριση η δόξα της νίκης του ανήκει περισσότερο απ’ όλους, ακόμη κι απ’ αυτούς που δεν αμάρτησαν, επειδή είναι ο Δημιουργός, ακατάληπτος, άκτιστος και έχει τη δόξα από τη φύση του και όχι ως απόκτημα. Διότι αποδεικνύεται νικητής της κακίας μας· και όταν εμείς αμαρτάνουμε, δεν είναι άδικος που οργίζεται εναντίον μας· και όταν μετανοούμε, μας συγχωρεί. Και εμείς βέβαια δεν αμαρτάνουμε σκόπιμα, αλλά διότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα· όπως ακριβώς, αν αναπαύεται κανείς από την εργασία του, και έλθει κάποιος φίλος του, λέει ότι ήλθε φίλος και δεν θα εργασθώ σήμερα.
    Ο φίλος βέβαια δεν ήλθε, για να μην εργασθεί, αλλά έτσι συνέπεσε· και επειδή ασχολείται με τη φιλοξενία του φίλου, δεν εργάζεται.
    Και αυτά λέγονται σύμφωνα με το αποτέλεσμα, διότι έτσι τα πράγματα καταλήγουν. Ο Θεός όμως δεν επιθυμεί να είναι ο μόνος δίκαιος, αλλά όλοι, κατά δύναμη, να του ομοιάσουν.


    Υπάρχουν τέσσερις γενικοί τρόποι αυτών που λέγονται για το Χριστό:
    Α΄ όσα αφορούν στα γεγονότα πριν την ενανθρώπησή του,
    Β΄ όσα αφορούν στην ενανθρώπηση, 
    Γ΄ στα μετά την ενανθρώπηση και
    Δ΄ στα μετά την ανάσταση.
    Α΄ Και υπάρχουν έξι τρόποι γι’ αυτά (που λέγονται) πριν από την ενανθρώπηση: α΄ Άλλα απ’ αυτά δηλώνουν τη συνάφεια και το ομοούσιο της φύσεώς του προς τον Πατέρα, όπως τα χωρία «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», το «όποιος είδε εμένα είδε και τον Πατέρα» και το «Αυτός έχει τη μορφή του Θεού» και τα παρόμοια.
    β΄ Άλλα δηλώνουν την τελειότητα της υποστάσεώς του, όπως το «Υιός του Θεού», το «χαρακτήρας της υποστάσεώς του» και το «αγγελιαφόρος της σπουδαίας βουλής του, θαυμαστός σύμβουλος» και τα παρόμοια.
    γ΄ Άλλα χωρία φανερώνουν την αλληλοπεριχώρηση των υποστάσεων, όπως το «εγώ είμαι με τον Πατέρα και ο Πατέρας με μένα»· ακόμη άλλα δηλώνουν την αδιάκοπη διαμονή όπως «λόγος», «σοφία και δύναμη» και «απαύγασμα». Διότι ο λόγος είναι πάντοτε με το νου –εννοώ το λόγο που έχει ύπαρξη– και η σοφία το ίδιο, και η δύναμη είναι πάντα σ’ αυτό που έχει δύναμη, και η ακτινοβολία είναι πάντοτε στο φως, επειδή πηγάζουν απ’ αυτά.
    δ΄ Άλλα χωρία δηλώνουν ότι προήλθε από τον Πατέρα ως αίτιο, όπως «ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου»· διότι απ’ αυτόν έχει και την ύπαρξη και όλα όσα έχει· την ύπαρξη την έχει με γέννηση και όχι με δημιουργία, όπως (τα χωρία) «Εγώ προήλθα από τον Πατέρα» και «εγώ ζω για τον Πατέρα». Και όλα όσα έχει, δεν τα έχει από μετάδοση ή διδασκαλία, αλλά από τον (Πατέρα) ως αίτιο, όπως το (χωρίο) «ο Υιός δεν μπορεί μόνος του να κάνει κάτι, αν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει». Εάν, δηλαδή, δεν υπάρχει ο Πατέρας, δεν υπάρχει και ο Υιός· ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα και είναι με τον Πατέρα και όχι μετά τον Πατέρα. Το ίδιο, και όσα κάνει, με αίτιο και συνεργό αυτόν (τον Πατέρα) τα κάνει. Διότι η θέληση, η ενέργεια και η δύναμη του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι μία και ίδια, και όχι παρόμοια.
    ε΄ Άλλα πάλι (χωρία) φανερώνουν ότι η ευδοκία του Πατέρα εκπληρώνεται με τη δική του (του Υιού) ενέργεια, όχι βέβαια ενεργώντας σαν όργανο ή δούλος, αλλά σαν πραγματικός και ενυπόστατος Λόγος και σοφία και δύναμή του (του Πατέρα), επειδή μία κίνηση νοείται στον Πατέρα και τον Υιό, όπως τα (χωρία) «Όλα έγιναν απ’ αυτόν», το «απέστειλε το Λόγο του και τους θεράπευσε» και το «για να γνωρίσουν ότι συ με απέστειλες».
    Άλλα (χωρία) λέγονται προφητικά· κι απ’ αυτά άλλα ως μέλλοντα να συμβούν, όπως το «θα έλθει ολοφάνερα», ή αυτό του Ζαχαρίου «να, έρχεται ο βασιλιάς σου» και αυτό που είπε ο Μιχαίας, «να, ο Κύριος φεύγει από τον τόπο του και θα κατέβει και θα ανέβει στα υψηλά μέρη της γης»· άλλα πάλι δείχνουν τα μέλλοντα σαν παρελθόντα, όπως: «Έπειτα, αυτός ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη
    και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», ή το (χωρίο) «ο Κύριος μ’ έφτιαξε αρχή των σχεδίων του για τα έργα του» και το «γι’ αυτό ο Κύριος ο Θεός σου σε έχρισε με λάδι αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου» και τα παρόμοια.
    Εκείνα που λέγονται γι’ αυτόν πριν τη σάρκωσή του, θα του ειπωθούν και μετά απ’ αυτήν· ενώ εκείνα που του αποδίδονται μετά την ένωση, καθόλου δεν λέγονται πριν απ’ αυτήν, παρά μόνον προφητικά, όπως είπαμε.
    Β΄ Οι τρόποι των λόγων που αναφέρονται στην ένωση είναι τρεις:
    α΄ Όταν, πρώτα, κάνουμε αρχή από το ανώτερο· τότε ομιλούμε για θέωση της σάρκας, για «λόγωση», υπερύψωση και τα παρόμοια, φανερώνοντας τον πλούτο που προστέθηκε στη σάρκα από την ένωση και σύνδεσή της με τον ύψιστο Θεό Λόγο.
    Έπειτα, όταν κάνουμε αρχή από το κατώτερο, τότε λέμε για σάρκωση του Λόγου, για ενανθρώπηση, κένωση, πτωχεία και ταπείνωση· αυτά δηλαδή και τα παρόμοια αποδίδονται στο Θεό Λόγο εξαιτίας της ενώσεώς του με την ανθρώπινη φύση.
    Όταν πάλι ομιλούμε ξεκινώντας και από τα δύο ταυτόχρονα, κάνουμε λόγο για ένωση, κοινωνία, χρίση, φυσική σύνδεση, συμμόρφωση και τα παρόμοια.
    Οι δύο προηγούμενοι τρόποι λέγονται γι’ αυτόν τον τρίτο τρόπο.
    Διότι με την ένωση φανερώνεται τί απόκτησε το καθένα από τη σύναψη και περιχώρηση αυτού με το οποίο συνδέθηκε.
    Εξαιτίας της υποστατικής ενώσεως λέγεται ότι η σάρκα έχει θεωθεί
    και έγινε Θεός και ομόθεος με το Λόγο· και ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και θεωρείται κτίσμα και ονομάζεται «έσχατος», όχι διότι τάχα οι δύο φύσεις μεταβλήθηκαν σε μία σύνθετη φύση –διότι είναι αδύνατο τα αντίθετα φυσικά γνωρίσματα να ενωθούν ταυτόχρονα σε μία φύση–, αλλά διότι οι δύο φύσεις ενώθηκαν υποστατικά και διατηρούν μεταξύ τους ασύγχυτη και αμετάβλητη την περιχώρηση. Και η περιχώρηση δεν έγινε εξαιτίας της σάρκας, αλλά χάρη στη θεότητα. Διότι είναι αδύνατο η σάρκα να περιχωρήσει μέσω της θεότητος, αλλά η θεία φύση με το να περιχωρήσει μία φορά μέσω της σάρκας έδωσε και στη σάρκα την ανέκφραστη περιχώρηση προς αυτήν, την οποία ονομάζουμε ένωση.
    Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι στον πρώτο και δεύτερο τρόπο αυτών που λέγονται για την ένωση νοείται το αντίστροφο. Όταν, δηλαδή, μιλούμε για τη σάρκα, κάνουμε λόγο για θέωση, λόγωση, υπερύψωση και χρίση· διότι αυτά προέρχονται βέβαια από τη θεότητα, αλλά νοούνται σχετικά με τη σάρκα. Όταν πάλι ομιλούμε για το Λόγο, κάνουμε λόγο για κένωση, σάρκωση, ενανθρώπηση, ταπείνωση και τα παρόμοια, τα οποία, όπως είπαμε, αποδίδονται στο Λόγο και Θεό από τη σάρκα· διότι αυτός υπέμεινε αυτά με τη θέλησή του.
    Είναι πάλι τρεις οι τρόποι γι’ αυτά που αποδίδονται μετά την ένωση. Πρώτος είναι αυτός που δείχνει τη θεία φύση, όπως «εγώ είμαι με τον Πατέρα και ο Πατέρας με μένα» ή «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»· και όλα όσα του αποδίδονται πριν την ενανθρώπηση,
    εκτός του ότι δεν προσέλαβε σάρκα και τα φυσικά της ιδιώματα, αυτά θα του αποδοθούν και μετά την ενανθρώπηση.
    Δεύτερος τρόπος είναι αυτός που δείχνει την ανθρώπινη φύση, όπως «γιατί ζητάτε να με σκοτώσετε, έναν άνθρωπο που σας είπα την αλήθεια;» ή το «έτσι ο υιός του ανθρώπου πρέπει ν’ ανυψωθεί», και τα παρόμοια.
    Απ’ αυτά πάλι που έχουν λεχθεί και γραφεί για το Σωτήρα Χριστό, με ανθρωπομορφικό τρόπο, είτε στα λόγια είτε στα γεγονότα, οι τρόποι έξι είναι.
    Άλλα, δηλαδή, απ’ αυτά έχουν γίνει και λεχθεί σύμφωνα με το φυσικό σχέδιο της θείας οικονομίας, όπως η γέννηση από την Παρθένο, η σωματική ανάπτυξη και πρόοδος, η πείνα, η δίψα, ο κόπος, τα δάκρυα, ο ύπνος, το τρύπημα των καρφιών, ο θάνατος και τα παρόμοια, όσα αποτελούν τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη. Διότι σ’ όλα αυτά ενώνεται η θεία με την ανθρώπινη φύση· θεωρείται όμως ότι ανήκουν πραγματικά μόνο στο σώμα, χωρίς το θείο να παθαίνει τίποτε απ’ αυτά, αλλά οικονομεί με αυτά τη σωτηρία μας.
    Άλλα λέγονται προσποιητά, όπως το ερώτημα «πού θάψατε το Λάζαρο;», ή όπως η πορεία με τη συκιά, η φυγή κρυφά, δηλαδή η αποχώρηση, η προσευχή, «η προσποίηση ότι θα πορευθεί μακρύτερα». Διότι απ’ αυτά και τα παρόμοια δεν είχε ανάγκη ούτε ως Θεός ούτε ως άνθρωπος, όμως προσποιούνταν με τρόπο που ταιριάζει στους ανθρώπους, ανάλογα με την ανάγκη· και απαιτούσε το ωφέλιμο, όπως την προσευχή, για να δείξει ότι δεν είναι ασεβής και ότι τιμούσε τον Πατέρα του ως αίτιό του. Ρωτούσε όχι από άγνοια, αλλά για να δείξει ότι, εκτός του ότι είναι Θεός, είναι και αληθινά άνθρωπος.
    Και αποχώρησε κρυφά, για να διδάξει να μην είμαστε απερίσκεπτοι στους κινδύνους και να μην παραδίνουμε τον εαυτό μας στους εχθρούς.
    Άλλα πάλι λέγονται οικεία και αναφορικά με την ανθρώπινη φύση, όπως το (χωρίο) «Θεέ μου, γιατί μ’ εγκατάλειψες;», το «αυτός που δε γνώριζε την αμαρτία, έκανε την αμαρτία για μας», το «έγινε καταραμένος εξαιτίας μας» και το «ο ίδιος ο Υιός θα υποταγεί σ’ αυτόν που υπόταξε τα πάντα».
    Διότι ποτέ, ούτε σαν Θεό ούτε σαν άνθρωπο, ο Πατέρας του τον εγκατάλειψε, ούτε έκανε αμαρτία, ούτε έγινε καταραμένος, ούτε χρειάζεται να υποταγεί στον Πατέρα. Επειδή είναι Θεός, είναι ίσος
    με τον Πατέρα και δεν είναι αντίθετος ή δούλος· και επειδή είναι άνθρωπος ποτέ δεν έγινε ανυπάκουος στο γεννήτορά του, για να χρειασθεί την υποταγή.
    Αυτά τα έλεγε, επειδή έκανε δικό του το δικό μας πρόσωπο και επειδή έβαζε τον εαυτό του με μας· διότι εμείς ήμασταν οι ένοχοι της αμαρτίας και της κατάρας, εφόσον ήμασταν απειθείς, ανυπάκουοι και γι’ αυτό εγκαταλειμμένοι.
    Άλλα λέγονται για την υποθετική διαίρεση. Αν, δηλαδή, διαιρέσεις θεωρητικά αυτά που αληθινά είναι αχώριστα, δηλαδή τη σάρκα από το Λόγο, τότε ονομάζεται και δούλος και άνθρωπος με άγνοια· η σάρκα μάλιστα ήταν στοιχείο της δούλης και αγνοούσης φύσεως και, αν δεν είχε ενωθεί με το Θεό Λόγο, θα ήταν πάντα δούλη και μέσα στην άγνοια· εξαιτίας όμως της υποστατικής ένωσης με το Θεό Λόγο ούτε δούλη ήταν ούτε στην άγνοια.
    Και έτσι ονόμασε τον Πατέρα Θεό του.
    Άλλα λέγονται σύμφωνα με τη φανέρωση και την πιστοποίησή του σε μας, όπως το χωρίο «Πατέρα μου, δόξασέ με με τη δόξα που είχα, πριν ο κόσμος δημιουργηθεί –διότι ο ίδιος ήταν και είναι δοξασμένος, αλλά η δόξα του δεν είχε φανερωθεί και βεβαιωθεί σε μας–, και το (χωρίο) που ο απόστολος έχει πει, ότι «ο Υιός του Θεού ορίσθηκε με δύναμη και πνεύμα αγιωσύνης, αναστημένος από τους νεκρούς», –διότι με τα θαύματα, την ανάσταση και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος φανερώθηκε και επιβεβαιώθηκε στον κόσμο ότι είναι Υιός του Θεού–, και το (χωρίο) «προόδευε στη σοφία και τη χάρη».
    Άλλα λέγονται για να παρουσιασθεί οικείος στους Ιουδαίους, τάσσοντας τον εαυτό του με τους Ιουδαίους, όπως λέει στη Σαμαρείτιδα:
    «Εσείς προσκυνείτε αυτό που δεν γνωρίζετε, ενώ εμείς προσκυνούμε αυτό που γνωρίζουμε, διότι η σωτηρία προέρχεται από τους Ιουδαίους».
    Τρίτος τρόπος είναι αυτός που δηλώνει τη μία υπόσταση και παριστάνει τη συνένωση των δύο φύσεων, όπως (το χωρίο) «εγώ ζω για τον Πατέρα, και αυτός που με τρώει και εκείνος θα ζει για μένα», το (χωρίο) «πηγαίνω προς τον Πατέρα μου και πλέον δεν θα με βλέπετε», το (χωρίο) «δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξης», το (χωρίο) «κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός του ανθρώπου, που είναι στον ουρανό», και τα παρόμοια.
    Και απ’ αυτά που λέγονται μετά την ανάσταση, άλλα είναι που αρμόζουν στο Θεό, όπως (το χωρίο) «να βαπτίζετε αυτούς στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», επειδή δηλαδή είναι Θεός, και το «να, εγώ θα είμαι μαζί σας πάντοτε έως το τέλος του κόσμου» και τα παρόμοια –διότι ως Θεός είναι μαζί μας–· άλλα πάλι (χωρία) αρμόζουν στον άνθρωπο, όπως το «κράτησαν τα πόδια του» και το «εκεί θα με δουν» και τα παρόμοια.
    Για όσα πάλι, μετά την ανάσταση, αρμόζουν στον άνθρωπο υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Άλλα, δηλαδή, λέγονται αληθινά, όχι όμως σύμφωνα με τη φύση, αλλά σύμφωνα με την οικονομία, για να βεβαιωθούμε ότι το ίδιο το σώμα που έπαθε, αναστήθηκε, όπως οι μωλωπισμοί, η βρώση και η πόση μετά την ανάσταση· άλλα λέγονται αληθινά σύμφωνα με τη φύση, όπως η μετάβαση χωρίς κόπο από τόπο σε τόπο και η είσοδος μέσα από κλειστές πόρτες· άλλα πάλι προσποιητά, όπως το «προσποιήθηκε ότι θα πάει πιο μακριά»· και άλλα ανήκουν και στις δύο φύσεις, όπως το «ανεβαίνω προς τον Πατέρα και Πατέρα σας και Θεό μου και Θεό σας», και το «θα εισέλθει ο βασιλιάς της δόξης», και το «κάθισε στα δεξιά της μεγαλωσύνης του στα υψηλά»· και άλλα λέγονται, επειδή έβαλε το εαυτό του μεταξύ μας, με τον τρόπο της απλής θεωρητικής διαιρέσεως, όπως το (χωρίο) «ο Θεός μου και Θεός σας».
    Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποδίδουμε τα υψηλά στη θεία φύση που είναι ανώτερη από τα πάθη και το σώμα, ενώ τα ταπεινά στην ανθρώπινη· και τα κοινά ν’ αποδίδουμε στη σύνθετη (υπόσταση), δηλαδή στον ένα Χριστό, ο οποίος είναι Θεός και άνθρωπος, και να γνωρίζουμε ότι και τα δύο είναι φύσεις του ενός και αυτού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Διότι, αν γνωρίζουμε το ιδιαίτερο γνώρισμα του καθένα και βλέπουμε ότι ένας ενεργεί και τα δύο, τότε πιστεύουμε ορθά και δεν θα πλανηθούμε.
    Απ’ όλα αυτά διακρίνεται η διαφορά των φύσεων που ενώθηκαν και «δεν είναι το ίδιο η φυσική ποιότητα της θείας και ανθρωπίνης φύσεως», όπως λέει ο θειότατος Κύριλλος. Ένας είναι, λοιπόν, ο Υιός και Χριστός και Κύριος, και επειδή είναι ένας, ένα είναι και το πρόσωπό του, χωρίς, με κανένα τρόπο, να διαιρείται η υποστατική ένωση, για να φανεί η διαφορά των φύσεων.


    Ένας είναι ο Θεός που υμνείται και δοξάζεται ως Τριάδα και τον οποίο κηρύσσει η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, σύμφωνα με τα λόγια τού Κυρίου: «Δεν ήλθα να καταργήσω το νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω». Διότι Αυτός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας, για την οποία ομιλεί όλη η Γραφή και όλα τα μυστήρια. Και πάλι λέει: «Ερευνάτε τις Γραφές, επειδή αυτές μιλούν για μένα». Και ο Απόστολος είπε: «Σε πολλές περιπτώσεις και με πολλούς τρόπους ο Θεός μίλησε τον παλιό καιρό στους πατέρες μας μέσω των προφητών, και τις τελευταίες αυτές ημέρες μας μίλησε μέσω του Υιού». Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, λοιπόν, ο νόμος, οι προφήτες, οι ευαγγελιστές, οι απόστολοι, οι ποιμένες και οι δάσκαλοι μίλησαν».
    «Κάθε Γραφή, λοιπόν, είναι θεόπνευστη και πολύ ωφέλιμη». Επομένως, είναι πολύ ωραίο και πολύ ωφέλιμο στην ψυχή να ερευνάμε τις θείες Γραφές.
    Όπως ακριβώς ένα δένδρο που είναι φυτεμένο στο μέρος που υπάρχουν πολλά νερά, έτσι και η ψυχή που αρδεύεται με την Αγία Γραφή, ευδοκιμεί και αποδίδει ώριμους καρπούς, δηλαδή ορθόδοξη πίστη, και είναι στολισμένη με αειθαλή φύλλα, με δηλαδή θεάρεστες πράξεις. Διότι οι άγιες Γραφές μας οδηγούν στις ενάρετες πράξεις και την καθαρή θεωρητική γνώση, επειδή μέσα σ’ αυτές βρίσκουμε την προτροπή για κάθε αρετή και την αποτροπή για κάθε κακία. Αν είμαστε, λοιπόν, φιλομαθείς, θα είμαστε και πολυμαθείς· διότι όλα τα πετυχαίνει η επιμέλεια, ο κόπος και η χάρη που δίνει ο Θεός. «Καθόσον, αυτός που ζητά παίρνει, αυτός που ψάχνει βρίσκει και αυτός που χτυπά την πόρτα του ανοίγουν».
    Ας χτυπήσουμε, λοιπόν την πόρτα του πολύ ωραίο παραδείσου των Γραφών, που είναι μυρωδάτος, πολύ γλυκύς και ωραίος και γεμίζει τ’ αυτιά μας με κάθε είδους κελαδήματα των νοερών θεοφόρων πτηνών· αυτός (ο παράδεισος των Γραφών) αγγίζει την καρδιά μας και, όταν αυτή είναι λυπημένη την παρηγορεί, όταν είναι ταραγμένη την ηρεμεί και τη γεμίζει με ανέκφραστη χαρά· ανεβάζει το νου μας στα χρυσαυγή και υπέρλαμπρα ενδότερα του νου του «θείου περιστεριού», το οποίο με τα φωτεινά φτερά του μας οδηγεί στο μονογενή Υιό και κληρονόμο του γεωργού του νοητού αμπελώνα, και μέσω αυτού μας παρουσιάζει στον Πατέρα των φώτων.
    Όμως, ας μη χτυπήσουμε τη θύρα με αδιαφορία, αλλά με περισσότερη προθυμία και επιμονή· ας μην αποθαρρυνθούμε κρούοντας· διότι έτσι θα μας ανοίξει τη θύρα. Αν, δηλαδή, διαβάσουμε μία και δύο φορές και δεν καταλάβουμε αυτά που διαβάσαμε, ας μην αποθαρρυνθούμε, αλλά να επιμείνουμε, να εντρυφήσουμε, να ρωτήσουμε. Διότι λέει (η Γραφή), «ρώτησε τον πατέρα σου και θα σε πληροφορήσει, ρώτησε τους πρεσβυτέρους και θα σου πουν». Διότι η γνώση δεν είναι κτήμα όλων.
    Ας αντλήσουμε από την πηγή του παραδείσου τα πάντοτε αναβλύζοντα και ολοκάθαρα νερά που μας προσφέρουν την αιώνια ζωή· ας τ’ απολαύσουμε, ας τα χαρούμε με απληστία· διότι έχουν ανεξάντλητη τη χάρη. Αν πάλι μπορέσουμε ν’ αποκομίσουμε κάτι ωφέλιμο από τους εκτός Εκκλησίας, δεν είναι απαγορευμένο.
    Ας γίνουμε επιτυχημένοι τραπεζίτες συσσωρεύοντας το ατόφιο και καθαρό χρυσάφι και αποφεύγοντας το νοθευμένο. Ας δεχθούμε τους ωραιότατους λόγους και ας πετάξουμε τους γελοίες και ξένες μυθολογίες στα σκυλιά· διότι θα μπορέσουμε ν’ αποκτήσουμε απ’ αυτούς μεγάλη δύναμη εναντίον τους.
    Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι είκοσι δύο, σύμφωνα με τα γράμματα της Εβραϊκής γλώσσας. Διότι αυτή έχει είκοσι δύο γράμματα, από τα οποία τα πέντε διπλασιάζονται, για να γίνουν αυτά είκοσι εφτά· διπλό δηλαδή είναι το Χάφ, το Μεμ, το Νουν, το Φι και το Σαδί. Γι’ αυτό και τα βιβλία, σύμφωνα μ’ αυτό τον τρόπο, αριθμούνται είκοσι δύο, αλλά είναι είκοσι επτά, επειδή πέντε απ’ αυτά διπλασιάζονται.
    Ενώνεται, δηλαδή, το βιβλίο της Ρουθ με των Κριτών και οι Εβραίοι τα υπολογίζουν ως ένα βιβλίο· ένα βιβλίο αριθμούνται η πρώτη και δεύτερη των Βασιλειών· ένα, επίσης, η τρίτη και τέταρτη Βασιλειών· ένα βιβλίο ακόμη η πρώτη και δεύτερη των Παραλειπομένων και ένα η πρώτη και δεύτερη του Έσδρα.
    Έτσι, λοιπόν, τα βιβλία συναποτελούν τέσσερις πεντατεύχους και υπολείπονται άλλα δύο, ώστε τα βιβλία που περιλαμβάνονται στον Κανόνα να είναι τα εξής: τα νομικά πέντε· η Γένεση, η Έξοδος, το Λευϊτικό, οι Αριθμοί και το Δευτερονόμιο· αυτή είναι η πρώτη πεντάτευχος, η οποία λέγεται και νομοθεσία. Έπειτα είναι η άλλη πεντάτευχος, που λέγεται Γραφεία, και από ορισμένους Αγιόγραφα, τα είναι είναι τα εξής: Ιησούς του Ναυή, Κριτές με τη Ρουθ, πρώτη και δεύτερη Βασιλειών (ένα βιβλίο), τρίτη και τέταρτη Βασιλειών (ένα βιβλίο) και τα δύο Παραλειπόμενα (πάλι ένα βιβλίο)· αυτή είναι η δεύτερη πεντάτευχος. Τρίτη πεντάτευχος είναι τα στιχηρά βιβλία· δηλαδή, ο Ιώβ, το Ψαλτήρι, οι Παροιμίες του Σολομώντα, ο Εκκλησιαστής του ίδιου, το Άσμα Ασμάτων, πάλι του ίδιου συγγραφέα (Σολομώντα).
    Τέταρτη πνετάτευχος είναι η προφητική· οι δώδεκα (μικροί) προφήτες, ένα βιβλίο, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ιεζεκιήλ, ο Δανιήλ. Έπειτα τα δύο βιβλία του Έσδρα που αποτελούν ένα και η Εσθήρ. Και η Πανάρετος, δηλαδή η Σοφία του Σολομώντα και η Σοφία του Ιησού, την οποία ο πατέρας του Σιράχ έγραψε στα εβραϊκά, και στα ελληνικά την ερμήνευσε ο εγγονός του Ιησούς, ο γιος του Σιράχ. Είναι ηθικά και καλά βιβλία, αλλά δεν υπολογίζονται στον αριθμό (των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης) και ούτε ήταν τοποθετημένα μέσα στην κιβωτό.
    Και (ο Κανόνας) της Καινής Διαθήκης είναι τα τέσσερα Ευαγγέλια· του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη· επίσης, οι Πράξεις των αγίων Αποστόλων που έγραψε ο ευαγγελιστής Λουκάς· ακόμη, οι επτά Καθολικές Επιστολές: μία του Ιακώβου, δύο του Πέτρου, τρεις του Ιωάννου, μία του Ιούδα· οι δεκατέσσερις επιστολές του αποστόλου Παύλου, η Αποκάλυψη του ευαγγελιστή Ιωάννη και οι Κανόνες των Αγίων Αποστόλων, που έγραψε ο Κλήμης.


    Επειδή ορισμένοι μας κατηγορούν ότι προσκυνούμε και τιμούμε την εικόνα του Σωτήρα και της Δέσποινάς μας, και ακόμη τις εικόνες των υπολοίπων αγίων και διακόνων του Χριστού, ας μάθουν ότι εξαρχής ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα.
    Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, προσκυνούμε ο ένας τον άλλο, παρά μόνο διότι έχουμε πλασθεί κατ’ εικόνα Θεού; Διότι, όπως λέει ο θεοφόρος και βαθύς γνώστης των θείων Βασίλειος, «η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο· και πρωτότυπο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, του οποίου γίνεται αντίγραφο. Για ποιό λόγο, ακόμη, ο λαός του Μωϋσή προσκυνούσε γύρω από τη σκηνή, που εικόνιζε και προτύπωνε τα επουράνια ή καλύτερα όλη τη δημιουργία; Λέει μάλιστα ο Θεός στο Μωϋσή: «Πρόσεξε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το πρότυπο που είδες στο Όρος». Και τα Χερουβείμ, επίσης, που έριχναν τη σκιά τους στο θυσιαστήριο, δεν ήταν ανθρώπινα κατασκευάσματα; Τί ήταν πάλι ο περίφημος ναός των Ιεροσολύμων;
    Δεν ήταν χειροποίητος και κτισμένος με την ανθρώπινη τέχνη;
    Η Αγία Γραφή όμως κατηγορεί αυτούς που προσκυνούν τα γλυπτά, αλλά και όσους θυσιάζουν στα δαιμόνια. Θυσίαζαν βέβαια οι ειδωλολάτρες, θυσίαζαν όμως και οι Ιουδαίοι· οι ειδωλολάτρες θυσίαζαν στους δαίμονες, ενώ οι Ιουδαίοι στο Θεό. Και η θυσία των ειδωλολατρών ήταν απορριπτέα και κατακριτέα, ενώ των δικαίων ευπρόσδεκτη από το Θεό.
    «Θυσίασε, δηλαδή, ο Νώε και μύρισε ο Θεός οσμή ευωδίας», καθώς με την ευωδία αποδέχτηκε την καλή προαίρεση και την ευχαριστία (του Νώε) προς αυτόν. Έτσι, τα γλυπτά των ειδωλολατρών, επειδή απεικόνιζαν δαίμονες είναι απορρίψιμα και απαγορευμένα.
    Επιπλέον, ποιός μπορεί να φτιάξει ομοίωμα του αόρατου, ασώματου, απερίγραπτου και ασχημάτιστου Θεού;
    Η απεικόνιση του θείου αποτελεί ακραία παραφροσύνη και ασέβεια.
    Γι’ αυτό η χρήση εικόνων δεν ήταν συνηθισμένη στην Παλαιά Διαθήκη.
    Αφότου όμως ο Θεός, από την πολλή του αγάπη, έγινε αληθινός άνθρωπος για τη σωτηρία μας, όχι όπως εμφανίσθηκε στον Αβραάμ με μορφή ανθρώπου, ούτε όπως στους προφήτες, αλλά έγινε στην ουσία αληθινά άνθρωπος· έζησε πάνω στη γη «και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», έκανε θαύματα, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και όλα αυτά ήταν αληθινά γεγονότα· οι άνθρωποι τον είδαν και τα έγραψαν αυτά για να τα γνωρίσουμε κι εμείς, και να τα διδαχθούν όσοι δεν έζησαν εκείνη την εποχή, για ν’ αξιωθούμε το μακαρισμό του Κυρίου (που λέει) ότι, αν και δεν είδαμε, ακούσαμε μόνο και πιστέψαμε.
    Επειδή όμως δεν γνωρίζουν όλοι γράμματα και ούτε ασχολούνται με τη μελέτη, οι Πατέρες αποφάσισαν ν’ απεικονισθούν αυτά σε εικόνες, όπως απεικονίζονται κάποια ανδραγαθήματα, για σύντομη υπενθύμηση.
    Διότι, χωρίς αμφιβολία, πολλές φορές, ενώ δεν έχουμε στο νου το πάθος του Κυρίου, βλέποντας την εικόνα της σταυρώσεως του Χριστού, θυμόμαστε το σωτήριο πάθος του και κάνοντας μετάνοια προσκυνούμε όχι την ύλη, αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο· όπως ακριβώς, δεν προσκυνούμε την ύλη του Ευαγγελίου ή του σταυρού αλλά το σχήμα. Διότι, σε τί διαφέρει ο σταυρός που δεν έχει τη μορφή του Κυρίου από εκείνον που την έχει;
    Το ίδιο και με τη Θεοτόκο· η τιμή, δηλαδή, προς το πρόσωπό της απευθύνεται στο γιό της, που έλαβε σάρκα απ’ αυτήν. Παρόμοια, και τα κατορθώματα των αγίων μας παρακινούν στην ανδρεία, το ζήλο, τη μίμηση της αρετής τους και για τη δόξα του Θεού.
    Διότι, όπως είπαμε, η τιμή προς τους συνδούλους μας, που αποδείχτηκαν ευγνώμονες, φανερώνει την καλή διάθεση προς τον κοινό δεσπότη· και η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο (πρόσωπο). Υπάρχει ακόμη άγραφη παράδοση, όπως προσκυνούμε στραμένοι στην ανατολή, να προσκυνούμε και το σταυρό· και άλλες πολλές παρόμοιες παραδόσεις.
    Διηγούνται κι ένα σχετικό περιστατικό. Όταν ο Αύγαρος βασίλευε στην πόλη της Έδεσσας, έστειλε ένα ζωγράφο για να κάνει πανομοιότυπη εικόνα με τη μορφή του Κυρίου. Ο ζωγράφος όμως δεν τα κατάφερε, διότι το πρόσωπο του Κυρίου έλαμπε εκθαμβωτικά. Τότε ο ίδιος Κύριος άγγιξε ένα κομάτι ύφασμα στο θείο και ζωοποιό πρόσωπό του και αποτύπωσε σ’ αυτό τη μορφή του. Έτσι, έστειλε το ύφασμα στον Αύγαρο με την απεικόνιση που τόσο ποθούσε.
    Επίσης, οι Απόστολοι μας έχουν μεταφέρει πολλές άγραφες παραδόσεις, όπως γράφει ο απόστολος των εθνών Παύλος: «Επομένως, αδελφοί, προσέχετε να διατηρείτε τις παραδόσεις μας, που σας διδάξαμε είτε προφορικά είτε γραπτά. Και τους Κορινθίους (γράφει): «Σας επαινώ, αδέλφια μου, διότι θυμάσθε όλα τα δικά μου, και διατηρείτε τις παραδόσεις που σας μετάδωσα».


    Πρέπει να τιμάμε τους αγίους σαν φίλους του Χριστού, σαν τέκνα και κληρονόμους του Θεού, όπως λέει ο θεολόγος Ιωάννης ο ευαγγελιστής: «όσοι τον αποδέχθηκαν, τους έδωσε τη χάρη να γίνουν παιδιά του Θεού».
    «Επομένως, καθόλου δεν είναι δούλοι, αλλά παιδιά· και εφόσον είναι παιδιά, είναι και κληρονόμοι· είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού. Και ο Κύριος, επίσης, στα ιερά ευαγγέλια λέει στους αποστόλους: «Εσείς είστε φίλοι μου.
    Δεν σας καλώ πλέον δούλους· διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τί κάνει ο Κύριός του». Και αν ο Δημιουργός του σύμπαντος και Κύριος ονομάζεται «Βασιλιάς των βασιλέων, Κύριος των αρχόντων και Θεός των θεών», τότε οπωσδήποτε οι Άγιοι ονομάζονται θεοί, κύριοι και βασιλείς.
    Ο Θεός και Κύριος και βασιλιάς είναι και ονομάζεται Θεός αυτών (των αγίων). Λέει στο Μωϋσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Επίσης, ο Θεός ανέδειξε το Μωϋσή Θεό του Φαραώ. Λέγοντας θεούς, βασιλείς και κυρίους δεν εννοώ ότι είναι από τη φύση τους. Επειδή όμως εξουσίασαν και κυριάρχησαν στα πάθη και διαφύλαξαν απείραχτη τη θεία εικόνα, σύμφωνα με την οποία πλάσθηκαν –διότι και η εικόνα του βασιλιά βασιλιάς καλείται– και επειδή ενώθηκαν με το Θεό με τη θέλησή τους και τον δέχθηκαν ένοικό τους και έγιναν κατά χάρη, με την κοινωνία τους μ’ αυτόν, ό,τι είναι ο ίδιος στη φύση του, (γι’ αυτό τους ονομάζω έτσι). Πώς, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμάμε αυτούς που έγιναν υπηρέτες, φίλοι και παιδιά του Θεού; Διότι η τιμή προς τους άξιους συνδούλους μας αποδείχνει την καλή διάθεσή μας προς τον κοινό Δεσπότη.
    Αυτοί έχουν αναδειχθεί καθαρά κατοικητήρια και καταλύματα του Θεού.
    Διότι ο Θεός λέει, «θα εγκατασταθώ μέσα τους, θα περπατήσω και θα είμαι Θεός τους». Και ακόμη η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι «οι ψυχές των δικαίων είναι στα χέρια του Θεού και ο θάνατος δεν τις αγγίζει· διότι ο θάνατος των αγίων είναι περισσότερο ύπνος παρά θάνατος. «Κόπιασαν δηλαδή στη ζωή τους και στο τέλος θ’ απολαύσουν τη ζωή»· και ακόμη (λέει η Αγία Γραφή): «ο θάνατος των αγίων του Κυρίου είναι πολύτιμος».
    Διότι τι πολυτιμότερο υπάρχει από το να βρίσκεται κανείς στα χέρια του Θεού; Ο Θεός, λοιπόν, είναι ζωή και φως και όσοι βρίσκονται στα χέρια του Θεού, ζουν μέσα στη ζωή και το φως.
    Επίσης, ο απόστολος βεβαιώνει ότι ο Θεός κατοίκησε στα σώματά τους μέσω του νου: «Δεν γνωρίζετε, λέει, ότι τα σώματά σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που ενοικεί μέσα σας;». Επίσης (λέει): «Ο Κύριος είναι πνεύμα» και «αν κάποιος καταστρέφει το ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει με τη σειρά του ο Θεός». Πώς, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμάμε τους έμψυχους ναούς του Θεού, τα έμψυχα κατοικητήριά του; Αυτοί, όντας στη ζωή, στέκονται με παρρησία μπροστά στο Θεό.
    Ο Δεσπότης Χριστός μάς χάρισε τα λείψανα των αγίων σαν πηγές σωτηρίας, επειδή παρέχουν τις ευεργεσίες με πολλούς τρόπους και αναβλύζουν ευωδιαστό μύρο. Και κανείς να μην αμφιβάλλει. Διότι, αν ο απόκρημνος και σκληρός βράχος, με τη θέληση του Θεού, ανάβλυσε νερό στην έρημο, και το ίδιο η σιαγόνα του γαϊδουριού, όταν ο Σαμψών δίψασε, πώς είναι απίστευτο τα λείψανα των μαρτύρων να μην αναβλύζουν ευωδιαστό μύρο;
    Καθόλου δεν είναι, γι’ αυτούς που γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού και την τιμή που Αυτός αποδίδει στους αγίους.
    Σύμφωνα με το Μωσαϊκό Νόμο, όποιος άγγιζε νεκρό γινόταν ακάθαρτος· αλλά αυτοί (οι άγιοι) δεν είναι νεκροί. Αφότου, δηλαδή, η αυτοζωή και πηγή της ζωής συγκαταριθμήθηκε στους νεκρούς, δεν ονομάζουμε νεκρούς αυτούς που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως και την πίστη σ’ Αυτόν.
    Διότι, πώς νεκρό σώμα μπορεί να θαυματουργεί; Πώς με αυτά (τα λείψανα των αγίων) τα δαιμόνια φυγαδεύονται, οι ασθενείς θεραπεύονται, οι τυφλοί βλέπουν, οι λεπροί καθαρίζονται, οι πειρασμοί και οι θλίψεις εξαφανίζονται, και μέσω αυτών κάθε καλή δωρεά κατέρχεται από τον Πατέρα των φώτων σ’ αυτούς που με ακλόνητη πίστη την ζητούν;
    Πόσα θα έδινες, για να βρεις μεσάζοντα να σε παρουσιάσει σε θνητό βασιλιά και να πει σ’ αυτόν καλό λόγο για σένα;
    Αναλογικά, δεν πρέπει να τιμάμε τους προστάτες όλου του ανθρωπίνου γένους που προσεύχονται στο Θεό για μας; Ασφαλώς πρέπει να τους τιμάμε, και ναούς ν’ ανεγείρουμε στο Θεό με τ’ όνομά τους, και καρπούς να τους προσφέρουμε, και να τιμάμε τις μνήμες τους και να πανηγυρίζουμε πνευματικά σ’ αυτές, ώστε η χαρά να τους είναι αρεστή, που μας συνάζουν, για να μην συμβαίνει το αντίθετο, στην προσπάθειά μας να τους τιμήσουμε, να τους εξοργίζουμε. Διότι μ’ αυτά που ο Θεός λατρεύεται, μ’ αυτά και οι εκλεκτοί υπηρέτες του θα χαρούν· και με όσα ο Θεός δυσαρεστείται, μ’ αυτά και οι ακόλουθοί του θα δυσαρεστηθούν. Ας τιμήσουμε, λοιπόν, (αγαπητοί μου) πιστοί, τους αγίους «με ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά άσματα», με κατάνυξη και ελεημοσύνη των φτωχών, με τα οποία κατεξοχήν ο Θεός λατρεύεται. Ν’ ανεγείρουμε προς τιμή τους προσκυνητάρια και ορατές εικόνες, και οι ίδιοι ν’ αναδειχθούμε έμψυχα προσκυνητάρια και εικόνες τους με τη μίμηση των αρετών τους.
    Ας τιμήσουμε τη Θεοτόκο κατεξοχήν και αληθινά σαν μητέρα του Θεού· τον προφήτη Ιωάννη σαν πρόδρομο, βαπτιστή, απόστολο και μάρτυρα· διότι, όπως είπε ο Κύριος, «καμιά γυναίκα δεν γέννησε μεγαλύτερη προσωπικότητα από τον Ιωάννη»· αυτός αναδείχθηκε ο πρώτος κήρυκας της βασιλείας του. (Ας τιμήσουμε) τους αποστόλους σαν αδελφούς του Κυρίου, μάρτυρας και διακόνους των παθών του, «τους οποίους ο Θεός και Πατέρας, κατά την πρόγνωσή του, τους προόρισε να είναι σύμμορφοι με την εικόνα του Υιού του· πρώτα αποστόλους, έπειτα προφήτες και τρίτο ποιμένες και δασκάλους». (Ας τιμήσουμε) τους μάρτυρες του Κυρίου, που έχουν διαλεχτεί από κάθε τάξη, σαν στρατιώτες Χριστού και σαν ανθρώπους που έχουν πιεί το ποτήρι του και βαπτίσθηκαν το βάπτισμα του ζωοποιού θανάτου του και σαν μετόχους στα παθήματα και τη δόξα, των οποίων ηγέτης είναι ο πρωτοδιάκονος, απόστολος και πρωτομάρτυρας του Χριστού Στέφανος. (Ας τιμήσουμε) τους οσίους πατέρες μας και θεοφόρους πατέρες, που αγωνίσθηκαν το πιο μακροχρόνιο και επίπονο μαρτύριο της συνειδήσεως· «αυτοί τριγύρισαν με μηλωτές, με δέρματα προβάτων, με στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες, περιπλανώμενοι στις ερήμους, τα όρη, τα σπήλαια, τις τρύπες της γης· ο κόσμος δεν είναι αντάξιός τους».
    (Ας τιμήσουμε) τους προ Χριστού προφήτες, τους πατριάρχες, τους δικαίους οι οποίοι προκατήγγειλαν την έλευση του Κυρίου.
    Εξετάζοντας όλων αυτών την βιωτή, ας ποθήσουμε την πίστη, την αγάπη, την ελπίδα, το ζήλο, το βίο, την αντοχή στα παθήματα, την υπομονή μέχρι να χύσουν το αίμα τους, για να γίνουμε συμμέτοχοι και στα στεφάνια της δόξης τους.


    Για την αγία και υπερύμνητη αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία στα προηγούμενα (κεφάλαια) εκθέσαμε με λεπτομέρειες και παρουσιάσαμε το σπουδαιότερο, ότι είναι και ονομάζεται κατεξοχήν και αληθινά Θεοτόκος· τώρα όμως θα συμπληρώσουμε τα υπόλοιπα.
    Αυτή δηλαδή ήταν προορισμένη από την προαιώνια και προγνωστική βούληση του Θεού και με διάφορες προεικονίσεις και λόγια των προφητών προεικονίστηκε και προαναγγέλθηκε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· και όταν ήλθε ο καθορισμένος καιρός, γεννήθηκε από τη γενιά του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί σ’ αυτόν. Διότι λέει, «ο Κύριος υποσχέθηκε στ’ αλήθεια στο Δαβίδ και δε θα αθετήσει την υπόσχεση· (είπε) από τον καρπό των απογόνων σου θα βάλω στο θρόνο σου». Και αλλού λέει: «μία φορά υποσχέθηκα στον εκλεκτό μου, δεν θα πω ψέματα στο Δαβίδ.
    Οι απόγονοί του θα διατηρηθούν στους αιώνες· ο θρόνος του θα λάμπει σαν τον ήλιο μπροστά μου, σαν τη σελήνη θα είναι στέρεος στους αιώνες και στον ουρανό θα υπάρχει αξιόπιστος μάρτυρας». Και ο Ησαΐας λέει: «Θα προέλθει ραβδί από τον Ιεσσαί και θα βγει ανθός από τη ρίζα του».
    Ο Ματθαίος και ο Λουκάς, οι αξιόπιστοι ευαγγελιστές είπαν κατηγορηματικά ότι ο Ιωσήφ κατάγεται σίγουρα από τη φυλή του Δαβίδ. Αλλά, ενώ ο Ματθαίος αναφέρει ότι κατάγεται από το Δαβίδ μέσω του Σολομώντος, ο Λουκάς λέει από το Νάθαν. Τή γέννηση όμως της αγίας Παρθένου και οι δύο την αποσιώπησαν.
    Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι δεν συνήθιζαν οι Εβραίοι ούτε η Αγία Γραφή να γενεαλογούν γυναίκες. Υπήρχε νόμος να μη μνηστεύεται η μία φυλή από την άλλη. Ο Ιωσήφ πάλι, εφόσον καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ, όντας δίκαιος (διότι αυτό βεβαιώνει γι’ αυτόν το ιερό Ευαγγέλιο), δεν θα μνηστευόταν παράνομα την αγία Παρθένο, παρά μόνον αν καταγόταν από την ίδια βασιλική γενιά. Γι’ αυτό του ήταν αρκετό να δείξει την καταγωγή του Δαβίδ.
    Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε και το εξής, ότι υπήρχε νόμος, όταν πέθαινε ένας άτεκνος άνδρας, ο αδελφός του να νυμφεύεται τη γυναίκα του πεθαμένου και να τεκνοποιεί για τον αδελφό του. Το παιδί που γεννιόταν ανήκε, σύμφωνα με τη φύση, στο δεύτερο (άνδρα), δηλαδή σ’ αυτόν που το γέννησε, ενώ, σύμφωνα με το νόμο, ανήκε σ’ αυτόν που είχε πεθάνει.
    Από τη γενιά, λοιπόν, του Νάθαν, του υιού του Δαβίδ, ο Λευΐ γέννησε το Μελχί και τον Πάνθηρα· ο Πάνθηρας γέννησε αυτόν που ονομάσθηκε Βαρπάνθηρας. Αυτός ο Βαρπάνθηρας γέννησε τον Ιωακείμ· και ο Ιωακείμ γέννησε την αγία Θεοτόκο. Από τη γενιά πάλι του Σολομώντα, του γιου του Δαβίδ, ο Ματθάν πήρε γυναίκα, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Όταν πέθανε ο Ματθάν, ο Μελχί από τη φυλή του Νάθαν, γιός του Λευΐ, αδελφός του Πάνθηρα, νυμφεύθηκε τη γυναίκα του Ματθάν, τη μητέρα του Ιακώβ, και απ’ αυτήν απόκτησε τον Ηλεί.
    Ήταν, λοιπόν δύο αδελφοί από την ίδια μητέρα, ο Ιακώβ και ο Ηλεί· ο Ιακώβ ήταν από τη φυλή του Σολομώντα, ενώ ο Ηλεί από τη φυλή του Νάθαν.
    Πέθανε και ο Ηλεί, από τη φυλή του Νάθαν, άτεκνος· και πήρε ο Ιακώβ, ο αδελφός του από τη φυλή του Σολομώντα, τη γυναίκα του (του Ηλεί) και τεκνοποίησε για λογαριασμό του αδελφού του και γέννησε τον Ιωσήφ.
    Ο Ιωσήφ, δηλαδή, σύμφωνα με τη φύση είναι γιος του Ιακώβ από τη γενιά του Σολομώντα, ενώ σύμφωνα με το νόμο είναι γιος του Ηλεί από τη γενιά του Νάθαν.
    Ο Ιωακείμ λοιπόν πήρε για γυναίκα του τη σεμνή και αξιέπαινη Άννα. Και όπως ακριβώς η παλαιά Άννα, όντας στείρα, γέννησε το Σαμουήλ με προσευχή και υπόσχεση, έτσι και αυτή με προσευχή και υπόσχεση αποκτά τη Θεοτόκο με τη χάρη του Θεού, για να μη υπολείπεται και σ’ αυτό από καμιά ένδοξη προσωπικότητα. Γεννά, λοιπόν, η χάρη (διότι αυτό σημαίνει το όνομα Άννα) την Κυρία (και αυτό σημαίνει το όνομα της Μαρίας· διότι πράγματι έγινε αληθινή Κυρία, καθώς έγινε μητέρα του Δημιουργού όλων των δημιουργημάτων).
    Γεννιέται μάλιστα στο σπίτι του Ιωακείμ δίπλα στην Προβατική (κολυμβήθρα) και οδηγείται στο Ιερό (του Ναού του Σολομώντα). Έπειτα, με το να φυτευθεί στον οίκο του Θεού και να ευδοκιμήσει με το Πνεύμα, σαν πολυφορτωμένη ελιά, έγινε το σκεύος κάθε αρετής· απομάκρυνε το νου της από κάθε βιωτική και σαρκική επιθυμία, και έτσι διατήρησε την ψυχή της μαζί με το σώμα παρθένο, όπως έπρεπε, καθώς επρόκειτο στο μέλλον να εγκολπωθεί το Θεό· διότι, αυτός που είναι άγιος επαναπαύεται στους αγίους. Έτσι, λοιπόν, αποκτά αγιοσύνη και αναδεικνύεται ναός άγιος και θαυμαστός του ύψιστου Θεού.
    Ο εχθρός όμως της σωτηρίας μας παραμόνευε τις παρθένες κοπέλες εξαιτίας της προφητείας του Ησαΐα, που είπε «να, η παρθένος κόρη θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ και που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας»· αλλά (ο Θεός) «που παγιδεύει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους», για να τον ξεγελάσει που καμάρωνε για τη σοφία του, (επιτρέπει) οι ιερείς να δώσουν την κοπέλα στον Ιωσήφ ως μνηστή του· το άγραφο βιβλίο δίνεται σ’ αυτόν που γνώριζε γράμματα. Η μνηστεία, λοιπόν, ήταν η ασφάλεια της Παρθένου και το ξεγέλασμα αυτού που παραμόνευε τις παρθένες.
    «Και όταν ήλθε ο προορισμένος χρόνος», ο άγγελος Κυρίου στάλθηκε προς αυτήν και της έφερε το ευχάριστο μήνυμα της συλλήψεως του Κυρίου.
    Και έτσι συνέλαβε τον Υιό του Θεού, την υποστατική δύναμη του Πατέρα, «χωρίς να ικανοποιήσει τη σαρκική επιθυμία ή τη θέληση ενός άνδρα», χωρίς δηλαδή σαρκική μίξη και ανδρικό σπέρμα, αλλά με τη θέληση του Πατέρα και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. (Η Θεοτόκος) πρόσφερε στον κτίστη την κτίση του, στον πλάστη τη δημιουργία του, και στον Υιό του Θεού και Θεό την ενσάρκωση και την ενανθρώπηση από τις καθαρές και αμόλυντες σάρκες και από το αίμα της, ξεπληρώνοντας το χρέος της προμήτορος (Εύας). Διότι, όπως εκείνη πλάστηκε από τον Αδάμ χωρίς σαρκική ένωση, έτσι και αυτή γέννησε το νέο Αδάμ, ο οποίος γεννήθηκε και σύμφωνα με το νόμο της φύσεως και με τρόπο υπερφυσικό.
    Διότι αυτός, που γεννήθηκε από Πατέρα χωρίς μητέρα, γεννιέται από μητέρα χωρίς πατέρα. Η γέννησή του από μητέρα είναι φυσικό γεγονός, ενώ η γέννησή του χωρίς πατέρα είναι υπερφυσικό· η γέννησή του στον καθορισμένο χρόνο (γεννιέται αφού συμπλήρωσε εννέα μήνες κυοφορίας και εισήλθε στο δέκατο) είναι σύμφωνα με το νόμο της κυήσεως· η γέννησή του όμως χωρίς πόνους ξεπερνά τους νόμους της γεννήσεως· όπου δηλαδή δεν προηγήθηκε ηδονή, εκεί ούτε πόνος ακολούθησε, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη: «Γέννησε, πριν πονέσει»· και αλλού που λέει: «προτού να φθάσει η ώρα των πόνων, ξέφυγε και γέννησε αγόρι».
    Ο Υιός του Θεού, λοιπόν, και σαρκωμένος Θεός γεννήθηκε απ’ αυτήν· δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του το Θεό (θεοφόρος), αλλά σαν Θεός που έλαβε σάρκα· δεν ήταν σαν προφήτης που χρίεται με ενέργεια, αλλ’ ήταν παρών όλος αυτός που χρίει, ώστε αυτός που έκανε τη χρίση να γίνει άνθρωπος και αυτός που χρίσθηκε να γίνει Θεός· χωρίς η φύση να μεταβληθεί αλλά να ενωθεί υποστατικά. Ο ίδιος ήταν και αυτός που έχριε και αυτός που χρίονταν· ως Θεός έχριε τον εαυτό του ως άνθρωπο.
    Πώς, λοιπόν, αυτή που γέννησε από τα σπλάγχνα της το σαρκωμένο Θεό δεν είναι Θεοτόκος; Ναι, πραγματικά και αληθινά είναι Θεοτόκος και Κυρία και Δέσποινα όλων των δημιουργημάτων, διότι έγινε δούλη και μητέρα του Δημιουργού. Και όπως Αυτός με τη σύλληψη διατήρησε παρθένο αυτήν που τον συνέλαβε, έτσι και με τη γέννηση του διατήρησε την παρθενία της απείραχτη, διότι μόνος πέρασε απ’ αυτήν και τη φύλαξε αλώβητη.
    Η σύλληψη έγινε με το άκουσμα (των λόγων του αγγέλου) και η γέννηση με τη συνηθισμένη έξοδο των εμβρύων (από την κοιλιά), αν και ορισμένοι πλάθουν μύθους ότι αυτός γεννήθηκε από την πλευρά της Θεοτόκου.
    Δεν ήταν, δηλαδή, αδύνατο για το Θεό και να περάσει από μέσα της και να μην πειράξει τη σφραγίδα της παρθενίας της.
    Η Αειπάρθενος παραμένει, λοιπόν, και μετά τον τόκο παρθένος, χωρίς, ώς το θάνατό της, να συνευρεθεί καθόλου με άνδρα. Διότι, αν και έχει γραφεί, «και (ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ) δεν είχε σχέση μ’ αυτήν, ακόμη κι όταν γέννησε τον πρωτότοκο γιο της», πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πρωτότοκος είναι αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ακόμη κι άν ήταν μοναχογιός. Η λέξη «πρωτότοκος», δηλαδή, σημαίνει αυτόν που γεννήθηκε πρώτος, και δεν δηλώνει υποχρεωτικά και τη γέννηση άλλων (παιδιών). Η λέξη πάλι «έως» δείχνει βέβαια την προθεσμία του περιορισμένου χρόνου, αλλά δεν αποκλείει τα επακόλουθα. Λέει, για παράδειγμα, ο Κύριος: «Και να, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες έως το τέλος των αιώνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τους αποχωρισθεί μετά το τέλος των αιώνων. Διότι λέει ο θείος απόστολος: «Και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί με τον Κύριο», εννοώντας μετά την ανάσταση των πάντων.
    Πώς, δηλαδή, θα καταδεχόταν τη συνένωση με άνδρα, αφότου γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα από την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει; Μη βλασφημείς. Αυτές οι σκέψεις δεν χαρακτηρίζουν συνετό νου, και μήτε βέβαια κάποιον που να τα πράττει.
    Αυτή όμως η τρισευτυχισμένη, που αξιώθηκε τις υπερφυσικές δωρεές, δοκίμασε την ώρα του πάθους (του γιου της) τους πόνους που γλύτωσε κατά τον τοκετό της· από μητρική αγάπη υπέμεινε το σπαραγμό των σπλάγχνων της· Αυτόν που γνώρισε ως Θεό με τη γέννηση, τον βλέπει σαν κακούργο να σταυρώνεται· αυτές οι σκέψεις την ξεσκίζουν σαν κοφτερό μαχαίρι. Κι αυτή είναι η έννοια της φράσεως, «και τη δική σου ψυχή θα διατρυπήσει κοφτερό μαχαίρι». Αλλά, η χαρά της αναστάσεως διαλύει τη λύπη, διότι διακηρύσσει ότι αυτός που πέθανε με σάρκα είναι Θεός.