Ο ησυχαστής πρέπει να αγωνίζεται για όλα τα παραπάνω, και προπάντων για να είναι ήσυχος, πράος και να επικαλείται καθαρά και με σπουδή τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα στην καρδιά του.

  83. Γι' αυτό λοιπόν να αγωνίζεσαι για όλα τα παραπάνω, προπάντων όμως να επικαλείσαι ήσυχα, με πραότητα και καθαρή συνείδηση, τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα στο βάθος της καρδιάς, όπως είπαμε. Και έτσι προχωρώντας στο δρόμο σου, θα έχεις στην ψυχή σου τη θεία χάρη να αναπαύεται.
Λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Να μην τολμήσει ποτέ κανείς, που ενοχλείται από θυμό ή οίηση ή υποκρισία και μνησικακία, ν' αντικρίσει ούτε ίχνος της ησυχίας, μήπως βγει από τα λογικά του. Αν όμως είναι κανείς καθαρός από τα πάθη αυτά, αυτός θα γνωρίσει το συμφέρον της ησυχίας· αλλά νομίζω ούτε κι αυτός».

Και δε θα έχεις τη χάρη ν' αναπαύεται στην ψυχή σου μόνο, αλλά και να αναπαύει τελείως την ψυχή από την προηγούμενη ενόχληση των δαιμόνων και των παθών. Γιατί κι αν ακόμη την ενοχλούν, δεν μπορούν ωστόσο να τη βλάψουν, επειδή δεν πρόσκειται σ' αυτά, ούτε ποθεί την ηδονή που προσφέρουν.


Ο καλός και εκστατικός έρωτας και το θείο κάλλος.

84. Όλος ο πόθος ενός τέτοιου ησυχαστή και ο καρδιακός και εκστατικός έρωτας και ολόκληρη η ψυχική του διάθεση στρέφονται προς το υπέρκαλλο και μακαριότατο κάλλος, το οποίο οι Πατέρες ονομάζουν το ακρότατο από τα επιθυμητά.
 Γράφει σχετικά ο μέγας Βασίλειος: «Όταν κυριέψει την ψυχή ο έρωτας της ευσέβειας, κάθε είδος πολέμου είναι γελοίο γι' αυτήν και όλα τα βασανιστήρια που υπομένει για χάρη του Ποθουμένου, την ευχαριστούν μάλλον παρά την πληγώνουν». 


Και πάλι: «Τί είναι πιο θαυμάσιο από το θείο κάλλος; Ποιά έννοια είναι ωραιότερη από τη μεγαλοπρέπεια του Θεού; Ποιος πόθος ψυχής είναι τόσο οξύς και αφόρητος, όπως εκείνος που προκαλείται από το Θεό μέσα στην ψυχή που έχει καθαρθεί από κάθε κακία και λέει με αληθινή διάθεση, "εγώ είμαι πληγωμένη από αγάπη(Άσμα 2, 5);


Ο πόλεμος, η παιδαγωγική παραχώρηση και η εγκατάλειψη εξαιτίας αποστροφής.

85. Στο εξής, ο ησυχαστής αυτός πολεμείται από παραχώρηση παιδαγωγική και όχι από εγκατάλειψη λόγω αποστροφής. Γιατί; Για να μην υπερηφανευτεί ο νους του για ό,τι καλό βρήκε. Αλλά ενώ πολεμείται και παιδαγωγείται, κερδίζει ολοένα ταπείνωση, με την οποία και μόνο νικά εκείνους που τον πολεμούν υπερήφανα και γίνεται άξιος διαρκώς για μεγαλύτερες δωρεές και προοδεύει όσο είναι δυνατό στην ανθρώπινη φύση, ενώ είναι δεμένος και σφιγμένος με αναπόφευκτες αλυσίδες και με το βάρος της σάρκας, και προχωρεί προς την κατά Χριστόν τελειότητα και απάθεια. 

Λέει ο άγιος Διάδοχος: «Ο ίδιος ο Κύριος λέει ότι ο σατανάς έπεσε σαν αστραπή από τον ουρανό(Λουκ. 10, 18), για να μη βλέπει ο κακόμορφος τα κατοικητήρια των αγίων Αγγέλων. Πώς λοιπόν αυτός που δεν κρίνεται άξιος της επικοινωνίας με τους καλούς δούλους, μπορεί να έχει ως κοινό κατοικητήριο μαζί με το Θεό τον ανθρώπινο νου; Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι γίνεται αυτό κατά παραχώρηση, και δε θα πουν τίποτε άλλο. Γιατί η παιδαγωγική παραχώρηση δε στερεί διόλου την ψυχή από το θείο φως· η χάρη μόνο, όπως ήδη είπα, κρύβει συνήθως από το νου την παρουσία της, για να εκθέτει κατά κάποιο τρόπο την ψυχή στην κακία των δαιμόνων, ώστε αυτή να ζητά με κάθε φόβο και πολλή ταπείνωση τη βοήθεια του Θεού, καθώς θα γνωρίζει λίγο-λίγο την κακία του εχθρού. Έτσι και η μητέρα, όταν το βρέφος της δυστροπεί να θηλάσει, το απωθεί λίγο από την αγκαλιά της για να φοβηθεί από τη δήθεν παρουσία άσχημων ανθρώπων ή διαφόρων θηρίων, κι έτσι με μεγάλο φόβο και δάκρυα να επιστρέψει στις μητρικές αγκάλες. Η παραχώρηση όμως που γίνεται από αποστροφή του Θεού, παραδίνει την ψυχή, που δε θέλει το Θεό, στους δαίμονες σαν δέσμια. Εμείς όμως δεν είμαστε από αυτούς που υποχωρούν(Εβρ. 10, 39), μη γένοιτο· αλλά πιστεύομε ότι είμαστε γνήσια βρέφη της χάρης του Θεού, που μας γαλουχεί με μικρές παραχωρήσεις και πολλές ενθαρρύνσεις, ώστε με την αγαθότητα του Θεού να φτάσομε να γίνομε άνδρες τέλειοι, με πλήρη πνευματική ωριμότητα(Εφ. 4, 13)».
Και συνεχίζει: «Η παιδαγωγική παραχώρηση φέρνει μεγάλη λύπη και ταπείνωση και μέτρια απελπισία στην ψυχή, για να έρχεται το φιλόδοξο και απτόητο μέρος της σε ταπείνωση. Αμέσως όμως φέρνει φόβο Θεού και δάκρυα εξομολογήσεως στην καρδιά και μεγάλη επιθυμία για την άριστη σιωπή. Η παραχώρηση όμως από αποστροφή του Θεού αφήνει να γεμίσει η ψυχή από απελπισία, απιστία, οργή και υπερηφάνεια. Πρέπει λοιπόν να διακρίνομε με την πείρα μας το είδος της παραχωρήσεως και ανάλογα να προσερχόμαστε στο Θεό. Στην πρώτη περίπτωση, οφείλομε να του προσφέρομε ευχαριστία και απολογία, γιατί παιδαγωγεί την απαίδευτη γνώμη μας, αποσύροντας τη χάρη Του, για να μας διδάσκει ως αγαθός Πατέρας τη διαφορά αρετής και κακίας. Στη δεύτερη περίπτωση, πρέπει να προσφέρομε ακατάπαυστη εξομολόγηση των αμαρτημάτων μας, αδιάκοπα δάκρυα και μεγαλύτερη ασκητική αναχώρηση, για να μπορέσομε με την προσθήκη των κόπων μας να εξιλεώσομε κάποτε το Θεό, ώστε να επιβλέψει όπως και πριν στις καρδιές μας. Πρέπει όμως να γνωρίζομε ότι όταν η μάχη γίνεται με πραγματική συμπλοκή μεταξύ ψυχής και σατανά, εννοώ στην περίπτωση της παιδευτικής παραχωρήσεως, τότε η χάρη υποχωρεί, όπως προείπα, αλλά βοηθεί την ψυχή χωρίς αυτή να το γνωρίζει, για να επιδείξει στους εχθρούς της ψυχής ότι η νίκη είναι μόνο δική της».

Και ο άγιος Ισαάκ λέει: «Δίχως τους κατά παραχώρηση πειρασμούς, δεν είναι δυνατό να γίνει ο άνθρωπος σοφός στους πνευματικούς πολέμους, να γνωρίσει τον Προνοητή του, να αισθανθεί το Θεό του και να στερεωθεί μυστικά στην πίστη του, παρά με τη δύναμη της πείρας που δέχτηκε. Κι όταν δει η χάρη ότι κάνει μέσα στο λογισμό του μικρή αρχή η οίηση και σχηματίζει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ευθύς παραχωρεί τους πειρασμούς να ισχυροποιηθούν και να δυναμώσουν εναντίον του, ώσπου να γνωρίσει την ασθένειά του και να καταφύγει και να πλησιάσει στο Θεό με ταπείνωση. Με αυτά φτάνει ο άνθρωπος στα μέτρα της τέλειας πνευματικής ωριμότητας με την πίστη και την ελπίδα στον Υιό του Θεού και υψώνεται προς την αγάπη. Γιατί η αγάπη του Θεού γίνεται φανερή στον άνθρωπο με θαυμαστό τρόπο, όταν καμιά φορά ο άνθρωπος πέσει σε δεινά που του κόβουν την ελπίδα· τότε ο Θεός δείχνει τη δύναμή Του για τη σωτηρία και την απαλλαγή του. Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να μάθει τη θεία δύναμη όσο βρίσκεται σε ανάπαυση και άνεση. Και ο Θεός δεν έδειξε ποτέ αισθητή την ενέργειά Του, παρά στην ησυχία και στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν συνομιλίες και ταραχές από τη συγκατοίκηση των ανθρώπων».
Η απάθεια. Τι είναι η ανθρώπινη απάθεια.

86. Κοντά στα παραπάνω, πρέπει σύντομα να προσθέσομε εδώ και το λόγο για την απάθεια και την τελειότητα κι έτσι σε λίγο να δώσομε τέλος στην παρούσα πραγματεία. Λέει λοιπόν ο μέγας Βασίλειος: «Εκείνος που έγινε εραστής του Θεού και ποθεί να συλλάβει ένα έστω ελάχιστο της απάθειας Εκείνου κι επιθυμεί να γευθεί την πνευματική αγιότητα, τη γαλήνη, την αταραξία και την ημερότητά Του, όπως και την ευφροσύνη και τη χαρά που γεννιούνται από αυτές, αυτός φρόντισε με ζήλο να απομακρύνει τους λογισμούς κάθε υλικού πάθους που σκοτίζει την ψυχή, και με καθαρά μάτια που δεν τα σκιάζει τίποτε περισκοπεί τα θεία, γεμίζοντας άπληστα από το φως τους. Κι αφού εξασκήσει την ψυχή του σ' αυτή την έξη και κατάσταση, γίνεται οικείος του Θεού στο μέτρο της ομοιώσεως που επέτυχε, όπως επίσης και αξιαγάπητος και πολύ επιθυμητός σ' Αυτόν. Και τούτο γιατί κατόρθωσε τόσο μεγάλο και δυσκολοκατόρθωτο άθλο και μπόρεσε μέσα από την ύλη με την οποία είναι ενωμένος να πλησιάσει το Θεό με διάνοια καθαρή και χωρισμένη κατά κάποιο τρόπο από την ένωση με τα σωματικά πάθη». 

Και αυτά μεν για την απάθεια. για το τι είναι δε η ανθρώπινη απάθεια, γράφει τα εξής ο άγιος Ισαάκ: «Απάθεια είναι όχι να μην αισθάνεται κανείς τα πάθη, αλλά να μην τα δέχεται. Από τις πολλές και διάφορες αρετές, τόσο τις πρακτικές όσο και τις ψυχικές, τις οποίες αποκτούν οι αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη και δεν μπορούν να εξεγερθούν εύκολα κατά της ψυχής. Ούτε η διάνοια έχει ανάγκη να προσέχει πάντοτε σ' αυτά, επειδή κάθε ώρα είναι τα νοήματά της απασχολημένα στη μελέτη και τη συνομιλία των αρίστων πραγμάτων που κινούνται μέσα στο νου από τη σύνεση. 

Και όταν τα πάθη αρχίσουν να κινούνται και να ταράζονται, η διάνοια αρπάζεται ξαφνικά μακριά από αυτά με τη βοήθεια κάποιας συνετής έννοιας που πρόβαλε στο νου, κι έτσι μένουν τα πάθη άπρακτα· όπως είπε ο μακάριος Μάρκος: "Ο νους που με τη χάρη του Θεού ολοκληρώνει τις πράξεις των αρετών και πλησιάζει στη γνώση, ελάχιστα αισθάνεται το κακό και ανόητο μέρος της ψυχής· επειδή η γνώση του τον αρπάζει στο ύψος και τον αποξενώνει απ΄ όλα τα πράγματα του κόσμου".
Και για την αγνότητά τους, καθώς και την λεπτότητα και ελαφρότητα και ταχύτητα του νου τους και την άσκησή τους, καθαρίζεται ο νους των αγωνιστών και γίνεται διαυγής, γιατί στέγνωσε η σάρκα τους από την ασχολία της ησυχίας και την πολλή διαμονή τους σ' αυτή. Χάρη σε τούτο, η θεωρία που έχουν μέσα τους, εύκολα και γρήγορα κυριεύει τον καθένα από αυτούς και τον οδηγεί στην έκπληξη που τη συντροφεύει. Γι' αυτό έχουν όλο και περισσότερες θεωρίες και η διάνοιά τους δε στερείται ποτέ υλικό για τη σύνεση, ούτε ζούνε ποτέ χωρίς εκείνα τα οποία προξενεί σ' αυτούς ο καρπός του Αγίου Πνεύματος. Από τη μακροχρόνια συνήθεια εξαλείφονται από την καρδιά τους οι μνήμες που κινούν τα πάθη της ψυχής και η ισχύς της εξουσίας του διαβόλου. Γιατί όταν η ψυχή δε συμβιβαστεί με τα πάθη και δε συμφιλιωθεί μαζί τους με τη μελέτη τους, με το να κατέχεται ακατάπαυστα από άλλη φροντίδα, τότε δεν μπορούν τα ισχυρά νύχια των παθών να κρατήσουν τις πνευματικές της αισθήσεις».

Και ο θείος Διάδοχος λέει: «Απάθεια δεν είναι να μη μας πολεμούν οι δαίμονες, γιατί τότε θα έπρεπε να φύγομε από τον κόσμο, κατά τον Απόστολο(Α΄ Κορ. 5, 10)· αλλά ενώ μας πολεμούν, να μένομε απολέμητοι. Οι σιδερόφρακτοι πολεμιστές τοξεύονται από τους αντιπάλους τους, ακούνε και τον ήχο του βέλους, ακόμη βλέπουν και τα ίδια τα βέλη που ρίχνουν εναντίον τους οι εχθροί, αλλά δεν τραυματίζονται λόγω της στερεότητας της πανοπλίας τους. Αλλά εκείνοι μένουν απολέμητοι επειδή είναι κατάφρακτοι από το σίδερο. Εμείς όμως, φορώντας την πανοπλία του αγίου φωτός και την περικεφαλαία της σωτηρίας και οπλισμένοι με όλα τα καλά έργα, ας διασπάσομε τις σκοτεινές φάλαγγες των δαιμόνων. Την καθαρότητα δεν την προκαλεί μόνο το να μην πράττομε πια τα κακά, αλλά το να καταργήσομε ολότελα τα κακά με την επιμέλεια των καλών».

Και ο άγιος Μάξιμος διαιρεί την απάθεια σε τέσσερα είδη λέγοντας: «Πρώτη απάθεια ονομάζω την κίνηση του σώματος που μένει ανέπαφη από την ενεργητική αμαρτία. Δεύτερη, την τέλεια απόρριψη από την ψυχή των εμπαθών λογισμών, με την οποία μαραίνεται ολωσδιόλου η κίνηση των παθών της πρώτης απάθειας, καθώς δεν έχει να τη διεγείρουν σε ενέργεια οι εμπαθείς λογισμοί. Τρίτη, την τέλεια ακινησία της επιθυμίας προς τα πάθη, για την οποία γίνεται και η δεύτερη απάθεια που συνίσταται στην καθαρότητα των λογισμών. Τέταρτη απάθεια ονομάζω την τέλεια απόθεση από τη διάνοια όλων των αισθητών φαντασιών· από αυτή γεννιέται η τρίτη, που δεν έχει τις φαντασίες των αισθητών να μορφοποιούν σ' αυτή τις εικόνες των παθών». Λέει ακόμη: «Απάθεια είναι μία ειρηνική κατάσταση της ψυχής, κατά την οποία η ψυχή δύσκολα κινείται προς την κακία».
Συνέχεια για την απάθεια και την τελειότητα.

87. Και ο άγιος Εφραίμ ομιλεί για την απάθεια και την τελειότητα ως εξής: «Οι απαθείς, εκτεινόμενοι αχόρταγα προς το άκρο επιθυμητό, κάνουν την τελειότητα ατέλειωτη· γιατί των αιωνίων αγαθών δεν υπάρχει τέλος». 
Και προσθέτει: «Η τελειότητα είναι τέλεια όσον αφορά στην ανθρώπινη δύναμη. Είναι όμως ατέλειωτη γιατί ξεπερνάει τον εαυτό της με τις καθημερινές προσθήκες και υψώνεται συνεχώς με τις ανυψώσεις προς το Θεό».

Ομοίως και ο άγιος Νείλος λέει για την τελειότητα: «Δύο τελειότητες πρέπει να εννοήσομε· μία πρόσκαιρη και μία αιώνια, για την οποία γράφει ο Απόστολος: "Όταν έρθει το τέλειο, τότε το επιμέρους θα καταργηθεί"(Α΄ Κορ. 13, 10). Η φράση "όταν έρθει το τέλειο" σημαίνει ότι δεν μπορούμε εδώ να χωρέσομε τη θεία τελειότητα». 

Επίσης: «Ο θεσπέσιος Παύλος γνωρίζει δύο τελειότητες. Αναγνωρίζει τον ίδιο άνθρωπο ως τέλειο και όχι τέλειο. Τον λέει τέλειο άνθρωπο ως προς τον παρόντα βίο, και τον λέει όχι τέλειο ως προς τον αληθινά τέλειο. Λέει δηλαδή: "Όχι ότι έγινα τέλειος επειδή έλαβα", και λίγο παρακάτω: "Όσοι λοιπόν είμαστε τέλειοι, έτσι ας σκεφτόμαστε"(Φιλιπ. 3, 12 και 15)».


Η εμπάθεια, η ηδυπάθεια, η προσπάθεια και η απάθεια.

88. Λέει και ο άγιος Ηλίας ο 'Εκδικος: «Κακή ύλη του σώματος είναι η εμπάθεια· της ψυχής, η ηδυπάθεια· του νου η προσπάθεια (η εμπαθής κλίση). Της πρώτης όργανο είναι η αφή· της δεύτερης, οι λοιπές αισθήσεις· της τελευταίας, η διάθεση εναντιώσεως». 

Επίσης: «Ο ηδυπαθής είναι κοντά με τον εμπαθή· ο προσπαθής κοντά με τον ηδυπαθή· ο απαθής είναι μακριά από όλους».
Τι είναι εμπαθής, ηδυπαθής, προσπαθής και απαθής και ποιά η θεραπεία τους.
89. «Εμπαθής είναι εκείνος που η αμαρτητική του κλίση είναι ισχυρότερη από το λογιστικό του, ακόμη κι αν δεν αμαρτάνει εξωτερικά. Ηδυπαθής είναι εκείνος που έχει την ενέργεια της αμαρτίας ασθενέστερη από το λογιστικό του, κι ας κινούνται τα πάθη εσωτερικά. Προσπαθής είναι εκείνος που είναι πιό κοντά στην ελευθερία παρά στη δουλεία των μέσων. Απαθής είναι εκείνος που αγνοεί τη διαφορά όλων αυτών».
Για τη σχετική θεραπεία, λέει τα εξής: «Εξαλείφεται από την ψυχή, η εμπάθεια με νηστεία και προσευχή, η ηδυπάθεια με αγρυπνία και σιωπή, και η προσπάθεια με ησυχία και προσοχή. Η απάθεια συνίσταται από τη μνήμη του Θεού».
Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη.

90. Αλλά επειδή όλων των αγαθών αρχή και μεσότητα και τέλος, και αν θέλεις και χορηγός και αρχηγός, είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη, το τρίπλοκο αυτό και θεοΰφαντο σχοινί, και προπάντων η αγάπη —γιατί ο Θεός είναι και λέγεται αγάπη(Α΄ Ιω. 4, 8)—, δεν είναι δίκαιο να μη συμπληρώσομε και με αυτές το σύγγραμμά μας. Ή μάλλον, επειδή κατά τον άγιο Ισαάκ, τότε δέχεται κανείς την τελειότητα των πολλών καρπών του Πνεύματος, όταν αξιωθεί την τέλεια αγάπη, ας αναφέρομε κάτι και γι' αυτή.

Γράφει λοιπόν ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Τώρα λοιπόν, ύστερα από τα προλεχθέντα, μένουν τα τρία αυτά που σφίγγουν και συγκρατούν το σύνδεσμο όλων, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, μεγαλύτερο δε απ΄ όλα η αγάπη(Α΄ Κορ. 13, 13). Γιατί είναι το όνομα του Θεού. Εγώ όμως την πίστη τη βλέπω σαν ακτίνα, την ελπίδα σαν φως, την αγάπη σαν ηλιακό κύκλο, και όλα σαν μία αντανάκλαση και μία λαμπρότητα. Γιατί η πρώτη όλα μπορεί να τα κάνει και να τα δημιουργεί· τη δεύτερη την περικυκλώνει το έλεος του Θεού και δεν την αφήνει ν' απογοητευθεί(Ρωμ. 5, 5)· η τρίτη δεν πέφτει ούτε παύει να τρέχει ούτε αφήνει ποτέ εκείνον που πληγώθηκε από αυτή να ηρεμήσει από τη μακάρια μανία». 

Ακόμη λέει: «Ο λόγος για την αγάπη είναι γνώριμος στους Αγγέλους· και σ' εκείνους, ανάλογα με την ενέργεια της ελλάμψεως. Αγάπη είναι ο Θεός, κι εκείνος που θέλει να δώσει τον ορισμό Του μοιάζει με τυφλό που μετράει την άμμο της αβύσσου. Η αγάπη ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωση με το Θεό, όσο είναι δυνατό στους θνητούς· ως προς την ενέργεια είναι μέθη της ψυχής· κατά το ιδιαίτερο γνώρισμά της είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, πέλαγος ταπεινώσεως. Αγάπη κυρίως είναι η απόρριψη κάθε εναντίας σκέψεως, αφού η αγάπη δε λογίζεται το κακό(Α΄ Κορ. 13, 5). Αγάπη και απάθεια και υιοθεσία μόνο κατά το όνομα διαφέρουν· όπως το φως, η φωτιά και η φλόγα συμπίπτουν σε μία ενέργεια, έτσι εννόησε και γι' αυτά». 

Και ο άγιος Διάδοχος: «Σε κάθε πνευματική θεωρία, αδελφοί, να προηγείται η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη· περισσότερο η αγάπη. Η πίστη και η ελπίδα διδάσκουν την καταφρόνηση των ορωμένων καλών, ενώ η αγάπη ενώνει την ίδια την ψυχή με τις αρετές του Θεού ανιχνεύοντας με νοερή αίσθηση τον αόρατο Θεό».
Ακόμη: «Άλλη είναι η αγάπη της ψυχής η φυσική, κι άλλη εκείνη που προξενεί σ' αυτή το Άγιο πνεύμα. Η πρώτη κινείται όταν θέλομε, σύμφωνα με τη δική μας θέληση, γι' αυτό και εύκολα λεηλατείται από τα πονηρά πνεύματα όταν δεν κρατάμε με βία την αγαπητική μας προαίρεση. Η άλλη εξάπτει σε τόσο βαθμό την ψυχή προς την αγάπη του Θεού, ώστε όλα τα μέρη της ψυχής να προσκολλώνται στην ανέκφραστη αγαθότητα του θείου πόθου με μια απέραντη απλότητα διαθέσεως. Γιατί τότε ο νους, γεμάτος από την πνευματική ενέργεια, σαν να κυοφορεί, αναβλύζει κάποια πηγή αγάπης και χαράς».

Και ο άγιος Ισαάκ: «Η αγάπη που προέρχεται από κάποια πράγματα, μοιάζει σαν μικρό λυχνάρι που τρέφεται με το λάδι του και έτσι διατηρεί το φως του. Ή και σαν ένας χείμαρρος που σχηματίζεται από τη βροχή, και όταν λείψει το νερό που τον δημιούργησε σταματά και η ροή του. Η αγάπη όμως που έχει αιτία το Θεό είναι σαν πηγή που αναβρύζει και που τα ρεύματά της δε σταματούν ποτέ, γιατί μόνος ο Θεός είναι πηγή της αγάπης και το νερό της είναι ανεξάντλητο». Κι όταν πάλι ερωτήθηκε ποιά είναι η τελειότητα των πολλών καρπών του Πνεύματος, αποκρίθηκε: «Ν' αξιωθεί κανείς την τέλεια αγάπη του Θεού». Κι όταν τον ξαναρώτησαν, από που γνωρίζει κανείς ότι έφτασε στην τέλεια αγάπη, αποκρίθηκε: «Όταν κινηθεί μέσα στη διάνοιά του η μνήμη του Θεού, ευθύς η καρδιά του κινείται στην αγάπη Του και τα μάτια του τρέχουν άφθονα δάκρυα. Γιατί η αγάπη, στη θύμηση των αγαπητών της συνηθίζει να προκαλεί τα δάκρυα. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος ποτέ δεν έχει έλλειψη από δάκρυα, γιατί δεν του λείπει ποτέ η αιτία που τον φέρνει στη θύμηση του Θεού, ώστε και στον ύπνο του συνομιλεί με το Θεό. Είναι συνήθεια της αγάπης να τα κάνει αυτά. Και αυτή είναι η τελειότητα των ανθρώπων σ' αυτή τη ζωή τους».

Είπε πάλι: «Η αγάπη του Θεού είναι θερμή στη φύση της, κι όταν πέσει δίχως μέτρο πάνω σε κάποιον, κάνει την ψυχή του εκστατική. Γι' αυτό και η καρδιά εκείνου που την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη χωρέσει και να κάνει υπομονή, αλλά κατά το μέτρο της ποιότητας και του βαθμού της αγάπης που του ήρθε, παρατηρείται σ' αυτόν μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Τα αισθητά σημάδια είναι τα εξής. Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται πυρρόχρωμο, ολόχαρο· το σώμα του θερμαίνεται· απομακρύνεται από αυτόν ο φόβος και η συστολή και γίνεται σαν εκστατικός· φεύγει από αυτόν η δύναμη που συγκεντρώνει το νου και γίνεται σαν τρελλός· το φοβερό θάνατο τον θεωρεί χαρά· η θεωρία του νου του ουδέποτε διακόπτεται από τη μελέτη των ουρανίων· ενώ είναι απών μιλάει σαν να είναι παρών, χωρίς να τον βλέπει κανένας. Η φυσική γνώση και όρασή του φεύγουν από αυτόν και δε νιώθει με τις αισθήσεις την κίνησή του με την οποία κινείται στα πράγματα. Γιατί κι αν πράττει κάτι, δεν το αισθάνεται τελείως, επειδή ο νους του είναι υψωμένος στη θεωρία και η διάνοιά του είναι σαν να συνομιλεί πάντοτε με κάποιον άλλο. Με αυτή την πνευματική μέθη μέθυσαν κάποτε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες· και οι μεν γύρισαν όλο τον κόσμο υπομένοντας κόπους και ονειδισμούς, οι δε κατακομματιάζονταν και έχυναν το αίμα τους ποτάμι. Και ενώ βασανίζονταν φοβερά, δεν έχαναν το ζήλο τους αλλά υπέφεραν με γενναιότητα· και ενώ ήταν σοφοί, θεωρήθηκαν ανόητοι. Άλλοι περιπλανήθηκαν σε έρημους, σε βουνά, σε σπήλαια και σε τρύπες της γης(Εβρ. 11, 38), ζώντας σε φαινομενική αταξία, ενώ ήταν πνευματικά εύτακτοι. Αυτή την "ανοησία" είθε να μας αξιώσει ο Θεός να φτάσομε κι εμείς».
Η αγία Κοινωνία. Πόσα αγαθά μάς προξενεί η συνεχής μετάληψη με καθαρή συνείδηση.

91. Κανένα άλλο δε συνεργεί και δε βοηθεί τόσο πολύ στην κάθαρση της ψυχής, το φωτισμό του νου και τον αγιασμό του σώματος και τη μεταστοιχείωσή τους προς το θειότερο και την αθανασία, όπως βέβαια και στην αποτροπή των παθών και των δαιμόνων, ή μάλλον, να το πω πιό σωστά, στην ένωση και τη θεία και υπερφυσική συνάφεια και ανάκραση με το Θεό, όπως η συνεχής μετάληψη και κοινωνία των αγίων αχράντων, αθανάτων και ζωοποιών μυστηρίων του τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού, με ειλικρινή καρδιά και διάθεση, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο. Γι' αυτό είναι πάρα πολύ αναγκαίο να πούμε μερικά και γι' αυτό το θέμα και να τα εντάξομε στο πόνημά μας τούτο, κι έτσι να τελειώσομε το λόγο. Η αλήθεια όσων λέμε γίνεται φανερή όχι μόνο από όσα λένε οι Άγιοι, αλλά πολύ περισσότερο από τα ίδια τα λόγια της Αυτοζωής και Αυτοαλήθειας. 

Γιατί λέει: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής. Αυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, ώστε όποιος τρώγει από αυτόν να μην πεθάνει. Εγώ είμαι ο άρτος που δίνει ζωή, που κατέβηκε από τον ουρανό· αν φάγει κανείς από αυτόν, θα ζήσει αιώνια. και ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι το σώμα μου, το οποίο θα προσφέρω για να ζήσει ο κόσμος. Αν δεν φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Όποιος τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωή αιώνια. Η σάρκα μου είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου είναι αληθινό ποτό. Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου είναι ενωμένος μαζί μου κι εγώ με αυτόν. Ο Πατέρας, η πηγή της ζωής, με απέστειλε, κι εγώ ζω εξαιτίας Του· κι όποιος τρώγει εμένα, θα ζήσει εξαιτίας μου. Αυτός είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό· όποιος τρώγει τον άρτο αυτό, θα ζήσει αιώνια(Ιω. 6, 48·.50-51· 53-58)». 

Και ο χριστοφόρος Παύλος λέει τα εξής: «Εγώ παρέλαβα από τον Κύριο εκείνο που σας παρέδωσα· ότι δηλαδή ο Κύριος Ιησούς, τη νύχτα που ήταν να παραδοθεί, έλαβε άρτο και αφού έκανε ευχαριστήρια προσευχή τον έκοψε σε κομμάτια και είπε: "Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου που προσφέρεται για χάρη σας. Αυτό να το κάνετε συνεχώς για να με θυμάστε". Επίσης, όταν τελείωσε το δείπνο, πήρε και το ποτήρι και είπε: "Αυτό το ποτήρι είναι η νέα διαθήκη που σφραγίζεται με το αίμα μου· κάθε φορά που θα πίνετε από αυτό, να το κάνετε στην ανάμνησή μου". Γιατί κάθε φορά που θα τρώγετε αυτόν τον άρτο και θα πίνετε από αυτό το ποτήρι, διακηρύττετε το θάνατο του Κυρίου, κι αυτό θα γίνεται ωσότου Αυτός να έρθει. Ώστε όποιος τρώγει τον άρτο αυτό ή πίνει το ποτήρι του Κυρίου αναξίως, γίνεται ένοχος απέναντι στο σώμα και το αίμα του Κυρίου. Ας εξετάζει λοιπόν ο καθένας με προσοχή τον εαυτό του, και τότε να τρώγει από τον άρτο και να πίνει από το ποτήρι. Όποιος τρώγει και πίνει αναξίως, τρώγει και πίνει την καταδίκη του, γιατί δεν αναγνωρίζει σε αυτά το σώμα του Κυρίου. Γι' αυτό έχετε ανάμεσά σας πολλούς ελαφριά ή βαριά αρρώστους, καθώς και αρκετούς θανάτους. Γιατί αν εξετάζαμε προσεκτικά τον εαυτό μας δε θα επισύραμε την τιμωρία του Θεού. Αλλά όταν ο Κύριος μάς τιμωρεί, μας παιδαγωγεί, για να μην καταδικαστούμε τελικά μαζί με τον κόσμο»(Α΄ Κορ. 11, 23-32).

Είναι ανάγκη να μάθομε το θαύμα των αγίων Μυστηρίων τί είναι, γιατί δόθηκαν και ποιά είναι η ωφέλειά τους.
92. Γράφει ο Χρυσόστομος: «Είναι ανάγκη να μάθομε το θαύμα των Μυστηρίων· τι είναι, γιατί δόθηκαν και ποιά είναι η ωφέλεια του πράγματος. Είμαστε ένα σώμα(Ρωμ. 12, 5) και μέλη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού από τη σάρκα Του και τα οστά Του(Εφ. 5, 30). Όσοι είναι μυημένοι, ας παρακολουθήσουν τα λεγόμενα. Λοιπόν, για να μη γίνομε ένα σώμα μόνο κατά την αγάπη, αλλά και στην κυριολεξία να αναμιχθούμε με τη σάρκα Του, μας έδωσε να γίνει τούτο με την τροφή που μας χάρισε, για να δείξει τον πόθο που έχει για μας. Γι' αυτό ανέμειξε τον εαυτό Του μ' εμάς και ζύμωσε το σώμα Του με το δικό μας, για να γίνομε ένα, σαν σώμα ενωμένο με την κεφαλή. Γιατί αυτό είναι γνώρισμα εκείνων που ποθούν υπερβολικά. Αυτό υπαινισσόταν κι ο Ιώβ κι έλεγε για τους υπηρέτες του, στους οποίους ήταν υπερβολικά αγαπητός, ότι για να δείξουν τον πόθο τους έλεγαν "Ποιος θα μας δώσει να χορτάσομε από τις σάρκες του;"(Ιώβ 31, 31). 

Γι' αυτό το λόγο λοιπόν το έκανε αυτό και ο Χριστός, για να μας οδηγήσει σε μεγαλύτερη αγάπη και να δείξει τον πόθο Του προς εμάς, δίνοντας τον εαυτό Του όχι μόνο να τον δουν εκείνοι που τον επιθυμούν, αλλά και να τον αγγίσουν και να τον φάγουν και να τον βάλουν βαθιά μέσα στη σάρκα τους και να περιπλεχθούν μαζί Του και να ικανοποιήσουν όλο τον πόθο τους». 

Επίσης: «Εκείνοι που μετέχουν στο πανάγιο Σώμα και το τίμιο Αίμα, στέκονται μαζί με τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους και τις επουράνιες δυνάμεις, φορώντας την ίδια τη βασιλική στολή του Χριστού και κρατώντας τα πνευματικά όπλα. Και δεν είπα ακόμη τίποτα, γιατί φορούν ένδυμά τους τον ίδιο το Βασιλιά. Αλλά επειδή είναι μέγα και φρικτό και θαυμαστό, έτσι αν προσέλθεις με καθαρότητα, προσήλθες στη σωτηρία σου, ενώ αν προσέλθεις με πονηρή συνείδηση, προσήλθες σε κόλαση και τιμωρία. Γιατί όποιος τρώγει και πίνει αναξίως το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, τρώγει και πίνει την καταδίκη του(Α΄ Κορ. 11, 29).
Αν δηλαδή εκείνοι που λερώνουν τη στολή του βασιλιά τιμωρούνται όπως εκείνοι που τη σχίζουν, δεν είναι καθόλου παράλογο, και αυτοί που με ακάθαρτη διάνοια δέχονται το Σώμα του Κυρίου να τιμωρηθούν το ίδιο μ' εκείνους που το ξέσχισαν με τα καρφιά. και πρόσεξε πόσο φοβερή έδειξε ο Παύλος την τιμωρία με το να πει· "Όταν παραβεί κανείς το Μωσαϊκό νόμο και βεβαιώσουν την παράβαση δύο ή τρεις μάρτυρες, θανατώνεται χωρίς επιείκεια. Σκεφτείτε πόσο βαρύτερη τιμωρία θα υποστεί εκείνος που ποδοπάτησε τον Υιό του Θεού και θεώρησε χωρίς αξία το αίμα της Νέας Διαθήκης, με το οποίο και αυτός αγιάστηκε"(Εβρ. 11, 28-29).

Όσοι λοιπόν μετέχομε σ' αυτό το Σώμα, όσοι γευόμαστε αυτό το Αίμα, εννοείται ότι γευόμαστε Εκείνον που κάθεται στον ουρανό, που τον προσκυνούν οι Άγγελοι, που είναι δίπλα στην άφθαρτη Δύναμη. Αλοίμονο! Πόσοι δρόμοι για τη σωτηρία μας υπάρχουν! Μας έκανε σώμα δικό Του, μας μετέδωσε το σώμα Του· και κανένα από αυτά δε μας αποτρέπει από τα κακά. Τι ασυγκινησία, τι αναισθησία!».

Και πάλι: «Κάποιος γέροντας θαυμαστός μού διηγήθηκε ότι αξιώθηκε να δει και να ακούσει κάτι τέτοιο· εκείνοι που μέλλουν να αναχωρήσουν από τη ζωή, αν τύχει να έχουν κοινωνήσει με καθαρή συνείδηση τα θεία μυστήρια όταν είναι να πεθάνουν, τους συνοδεύουν Άγγελοι και τους παίρνουν από εδώ, για χάρη της θείας μεταλήψεως».

Και ο θείος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Επειδή είμαστε διπλοί και σύνθετοι, πρέπει και η γέννηση να είναι διπλή. Επίσης και η τροφή μας να είναι σύνθετη. Η γέννηση λοιπόν μας δίνεται με το νερό και με το Πνεύμα. Η τροφή είναι αυτός ο ίδιος ο άρτος της ζωής, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που κατέβηκε από τον ουρανό. Και όπως στο βάπτισμα, επειδή είναι συνήθεια να λούζονται οι άνθρωποι και να αλείφονται με λάδι, ένωσε με το λάδι και το νερό τη χάρη του Πνεύματος και το έκανε λουτρό αναγεννήσεως, έτσι κι επειδή συνηθίζομε να τρώμε ψωμί και να πίνομε νερό και κρασί, ένωσε με αυτά τη θεότητά Του και τα έκανε Σώμα και Αίμα Του, ώστε με τα συνηθισμένα και τα φυσικά να φτάσομε στα υπερφυσικά. Είναι σώμα αληθινά ενωμένο με τη θεότητα, το σώμα που πήρε από την Αγία Παρθένο.

Όχι ότι κατεβαίνει από τους ουρανούς αυτό το σώμα που αναλήφθηκε, αλλά ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Θεού. Αν ερωτάς για τον τρόπο πώς γίνεται αυτό, σου αρκεί να ακούσεις ότι, διά Πνεύματος Αγίου. Όπως από την Αγία Θεοτόκο διά Πνεύματος Αγίου δημιούργησε ο ίδιος για τον εαυτό Του σάρκα ο Κύριος, και τίποτε άλλο δε γνωρίζομε, εκτός ότι ο Λόγος του Θεού είναι αληθινός και ενεργής και παντοδύναμος, ενώ ο τρόπος ανεξερεύνητος.

Σ' εκείνους λοιπόν που μεταλαμβάνουν αξίως και με πίστη, χαρίζει άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια και γίνεται φύλαξη της ψυχής και του σώματος. Για εκείνους όμως που μεταλαμβάνουν ανάξια και χωρίς πίστη, γίνεται για κόλαση και τιμωρία τους, όπως και ο θάνατος του Κυρίου. Και δεν είναι ο άρτος και ο οίνος τύπος του σώματος και του αίματος του Χριστού, μη γένοιτο, αλλά το ίδιο το σώμα του Χριστού θεωμένο, και το ίδιο το αίμα. "Η σάρκα μου, λέει ο Κύριος, είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου είναι αληθινό ποτό"(Ιω. 6, 55).

Είναι σώμα και αίμα Χριστού, που συναρμόζει την ψυχή και το σώμα μας, δεν αφανίζεται, δε φθείρεται, δεν αποβάλλεται τελικά όπως οι τροφές, αλλά συνιστά την ύπαρξη και τη συντήρησή μας. Καθαρίζει κάθε ρύπο. Μας παίρνει χρυσάφι νοθευμένο, και μας καθαρίζει με την πύρωση που ξεχωρίζει το γνήσιο από τις προσμίξεις, για να μην κατακριθούμε στη μέλλουσα ζωή μαζί με τον κόσμο(Α΄ Κορ. 11, 32). Με αυτό καθαριζόμαστε και ενωνόμαστε με το σώμα του Χριστού και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε σώμα Χριστού. Αυτός ο άρτος είναι η απαρχή του μέλλοντος άρτου, ο οποίος είναι ο "επιούσιος"(Ματθ. 6, 11).

Γιατί το "επιούσιος" σημαίνει ή τον μέλλοντα, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, ή τον άρτο που λαμβάνομε για τη συντήρηση της υπάρξεώς μας. Η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα ζωοποιό, γιατί συνελήφθη με τη δύναμη του ζωοποιού Πνεύματος, και ό,τι γεννήθηκε με τη δύναμη του Πνεύματος είναι πνεΰμα(Ιω. 3, 60. Αυτό βέβαια το λέω όχι γιατί αναιρώ την υλική φύση του σώματος, αλλά για να φανερώσω τη ζωοποιό και θεϊκή ιδιότητά του.

Αυτά λοιπόν λέγονται "αντίτυπα των μελλόντων", όχι γιατί δεν είναι πράγματι σώμα και αίμα Χριστού, αλλά γιατί τώρα με αυτά μετέχομε στη θεότητα του Χριστού, ενώ τότε νοητά, με μόνη τη θέα». Και ο θειότατος Μακάριος λέει: «Όπως το κρασί απλώνεται μέσα σε όλα τα μέρη εκείνου που το πίνει, και γίνεται το κρασί μέσα του κι αυτός μέσα στο κρασί, έτσι κι εκείνος που πίνει το Αίμα του Χριστού ποτίζεται το πνεύμα της Θεότητας, το οποίο ενώνεται με την τέλεια ψυχή και η ψυχή με αυτό. Και αφού έτσι αγιαστεί, γίνεται αντάξια του Κυρίου.

Όπως λέει ο Απόστολος, όλοι ποτιστήκαμε από το ίδιο Πνεύμα(α΄ Κορ. 12, 13). Και με τη θεία Ευχαριστία, εκείνοι που μεταλαμβάνουν αληθινά, αξιώνονται να γίνουν μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι μπορούν οι άξιες ψυχές να ζήσουν στους αιώνες. και όπως η ζωή του σώματος δε συντηρείται από αυτό, αλλά από έξω από αυτό, με πράγματα δηλαδή από τη γη, έτσι ευδόκησε ο Θεός και η ψυχή όχι από τη δική της φύση, αλλά από τη θεότητά Του, από το ίδιο Του το πνεύμα και το φως να έχει και τροφή και ποτό και ένδυση, τα οποία είναι η πραγματική ζωή της ψυχής. Γιατί η θεία φύση έχει και άρτο που δίνει ζωή, Αυτόν που είπε: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής»(Ιω. 6, 48). Έχει και νερό ζωντανό(Ιω. 4, 10)· και οίνο που ευφραίνει(Ψαλμ. 103, 15)· και έλαιον αγαλλιάσεως(Ψαλμ. 44, 8)».

Ο άγιος Ισίδωρος λέει: «Η μετάληψη των θείων Μυστηρίων ονομάζεται κοινωνία, γιατί μας χαρίζει την ένωση με το Χριστό και μας κάνει κοινωνούς της βασιλείας Του».

Και ο όσιος Νείλος: «Αδύνατο με άλλο τρόπο να σωθεί ο πιστός και να λάβει άφεση των αμαρτιών του και να επιτύχει τη βασιλεία των ουρανών, αν δε μεταλαμβάνει με φόβο και πίστη και πόθο τα μυστικά και άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού».

Επίσης και ο μέγας Βασίλειος στην επιστολή του προς την πατρικία Καισαρία γράφει: «Το να κοινωνούμε κάθε μέρα και να μεταλαμβάνομε το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού είναι καλό και ωφέλιμο, αφού ο ίδιος λέει· "Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει σ' εμένα και εγώ σε αυτόν, κι έχει ζωή αιώνια"(Ιω. 6, 54 και 56). Και ποιος αμφιβάλλει ότι το να μετέχει κανείς συνεχώς στη ζωή, δεν είναι άλλο, παρά να ζει με πολλούς τρόπους; Όσο για μας, κοινωνούμε τέσσερις φορές την εβδομάδα, την Κυριακή, την Τετάρτη, την Παρασκευή και το Σάββατο και σε άλλες ημέρες αν τύχει μνήμη κάποιου Αγίου» —από αυτό υποθέτω ότι τις ημέρες αυτές λειτουργούσε ο Άγιος, γιατί δεν μπορούσε να λειτουργεί κάθε μέρα, αφού είχε τόσες φροντίδες.

Είπε και ο άγιος Απολλώς ότι «πρέπει ο μοναχός, αν είναι δυνατό, να κοινωνεί τα μυστήρια του Χριστού κάθε μέρα. Γιατί εκείνος που απομακρύνεται από αυτά, απομακρύνεται από το Θεό. Ενώ εκείνος που συνεχώς κοινωνεί, δέχεται συνεχώς το σώμα του Χριστού.

Γιατί είπε η σωτήρια φωνή: "Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει σ' εμένα και εγώ σε αυτόν"(Ιω. 6, 56). Αυτό λοιπόν συμφέρει στους μοναχούς, να κάνουν συνεχώς ανάμνηση του σωτηρίου πάθους. Ο μοναχός πρέπει κάθε μέρα να είναι έτοιμος και να τακτοποιεί τον εαυτό του ώστε να είναι πάντοτε άξιος να δεχτεί τα άγια Μυστήρια· επειδή με αυτά αξιωνόμαστε να λάβομε και την άφεση των αμαρτιών μας».

Λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Αν ένα σώμα, όταν αγγίζει ένα άλλο, αλλοιώνεται κατά την ενέργειά του, πώς δε θα αλλοιωθεί εκείνος που αγγίζει το σώμα του Θεού με αθώα χέρια;»

Γράφει και στο Γεροντικό: «Ο Ιωάννης ο Βοστρηνός, άνθρωπος άγιος και με εξουσία κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ρώτησε δαίμονες που κατοικούσαν μέσα σε κόρες και που εξαιτίας τους ήταν κυριευμένες από μανία και υπέφεραν φοβερά, και τους είπε: "Ποιά πράγματα φοβάστε από τους Χριστιανούς"; Και αυτοί απάντησαν: "Έχετε πράγματι τρία μεγάλα πράγματα· εκείνο που φοράτε στο λαιμό σας, εκείνο που λούζεστε στην Εκκλησία κι εκείνο που τρώτε στη Λειτουργία". Αυτος ρώτησε πάλι: "Ποιο από τα τρία αυτά φοβάστε περισσότερο;" και αποκρίθηκαν: "Αν φυλάγατε καλά εκείνο που μεταλαμβάνετε, κανένας από μάς δε θα μπορούσε να βλάψει Χριστιανό"». Αυτά λοιπόν που φοβούνται περισσότερο οι δαίμονες είναι ο Σταυρός, το Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία.

------------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 106-119).