Η ψυχή λοιπόν, αν θέλει να οικονομεί και να διευκρινίζει ορθά τα του εαυτού της, πρέπει να αγωνίζεται ν' αναπτερώνει και ν' ανυψώνει ολικά προς το Θεό εκείνες τις δυνάμεις της που την ενώνουν περισσότερο με το Θεό, και στον παρόντα αιώνα και στον μέλλοντα· για τις άλλες απλώς να φροντίζει και να τις μεταχειρίζεται και να πράττει όπως χρειάζεται. Ας έξετάσομε λοιπόν τι λένε οι Πατέρες και τι είναι εύλογο γι' αυτά.
Λέει ο άγιος Μάξιμος: «Επειδή η ψυχή είναι λογική και νοερή για τον εαυτό της, δηλαδή για την ουσία της, είναι οπωσδήποτε και αυθυπόστατη. Και αν έχει δική της υπόσταση, θα ενεργήσει κατά τη φύση της και όταν είναι μόνη και μαζί με το σώμα, θα νοεί δηλαδή κατά τη φύση της και θα λογίζεται και δε θα παύει ποτέ να μεταχειρίζεται τις νοερές δυνάμεις που έχει ως φυσικά προσόντα. Γιατί τα φυσικά προσόντα που έχει με οποιοδήποτε τρόπο κάποιο ον, όσο αυτό είναι και υπάρχει, είναι αναφαίρετα.
Η ψυχή λοιπόν, επειδή υπάρχει και υφίσταται πάντοτε αφότου έγινε —γιατί τέτοια τη δημιούργησε ο Θεός—, πάντοτε νοεί και λογίζεται και γνωρίζει· και καθ' εαυτήν και όταν είναι μαζί με σώμα, για τον εαυτό της και από τη φύση της. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος που να μπορεί ν' αποξενώσει την ψυχή από τα προσόντα που έχει από τη φύση της και όχι για χάρη του σώματος, όταν θα χωριστεί από αυτό».
Γνωρίζομε καλά και διδασκόμαστε από τους Αγίους ότι ο νους και η διάνοια και κατά τον παρόντα αιώνα και κατά τον μέλλοντα κινούνται γύρω από το Θεό και συνεργάζονται, ενώ οι άλλες δυνάμεις μόνο κατά τον παρόντα αιώνα, επειδή προσιδιάζουν σ' αυτόν. Η ψυχή λοιπόν, σαν έμπειρος κυβερνήτης που έχει από τη φύση της την εξουσία των δυνάμεών της, πρέπει να επιλέξει να ενεργεί όχι μόνο για το παρόν, αλλά για το μέλλον κυρίως, και να σπεύδει με κάθε τρόπο ν' ανυψώνει και να κινεί και να συνάπτει το νου και τη διάνοια προς το Θεό στον καιρό της καθαρής προσευχής και της νοερής και ενιαίας και απλής πνευματικής εργασίας· ενώ από τη φαντασία και τις άλλες δυνάμεις να χωρίζει τελείως το νου.
Γιατί, κατά τον άγιο Νείλο, «κατάσταση προσευχής είναι μία απαθής έξη, η οποία μ' έναν ακρότατο έρωτα αρπάζει σε νοητό ύψος τον φιλόσοφο και πνευματικό νου». Γιατί όταν κάνει έτσι η ψυχή, θα φυλάξει το πολύτιμο αξίωμα που της αρμόζει.
Λέει και ο μέγας Διονύσιος: «Μία κίνηση της ψυχής είναι η κυκλική, δηλαδή η είσοδός της στον εαυτό της από τα έξω και η ενιαία συσπείρωση των νοερών δυνάμεών της όπως σε κύκλο. Αυτό της χαρίζει το να μην περιπλανιέται, και από τα πολλά εξωτερικά την ξαναγυρίζει και τη συγκεντρώνει στον εαυτό της· κατόπιν, αφού γίνει ενιαία, την ενώνει με τις δυνάμεις της που είναι ενιαία ενωμένες, κι έτσι τη χειραγωγεί στο Καλό και Αγαθό, που είναι πάνω απ΄ όλα τα όντα και ένα και το ίδιο και άναρχο και ατελεύτητο.
Άλλη κίνηση της ψυχής είναι η ελικοειδής· κατ' αυτήν η ψυχή ελλάμπεται τις θείες γνώσεις κατά τρόπο οικείο προς αυτήν, όχι νοερά και ενιαία, αλλά λογικά και αποδεικτικά, και με σύνθετες και μεταβατικές ενέργειες. Η τρίτη κίνηση της ψυχής είναι η "κατ' ευθείαν", όταν αυτή δεν εισέρχεται στον εαυτό της και δεν κινείται με ενική νοερότητα, όπως κάνει στην κυκλική κίνηση, αλλά προχωρεί προς τα γύρω της εξωτερικά· κι από αυτά, σαν από κάποια σύμβολα ποικίλα και πολλά, ανυψώνεται στις απλές και ενωμένες θεωρίες».
Και ο άγιος Μάξιμος: «Όταν ο νους λάβει την άμεση ένωση με το Θεό, τότε η φυσική δύναμη του νου να νοεί και να νοείται μένει αργή τελείως. Όταν λοιπόν λύσει τη δύναμη αυτή και νοήσει κάποιο από τα δημιουργήματα, χωρίζει τον εαυτό του από το Θεό, γιατί διακόπτει την ένωση αυτή που υπερβαίνει κάθε νόηση. Όσο είναι με αυτή ενωμένος με το Θεό, μεταθέτει από τον εαυτό του το νόμο της φύσεως σαν αμετακίνητο βουνό, επειδή ξεπέρασε τη φύση κι έγινε κατά μετοχή θεός».
Και πάλι λέει: «Ο καθαρός νους με την ένωσή του με την Αιτία των όντων έρχεται σε μιά σχέση που υπερβαίνει κάθε νόηση, παύοντας την πολυποίκιλη φυσική κίνηση και σχέση του προς όλα όσα δεν είναι Θεός και φτάνοντας στην άρρητη κατάληξη όπου, με τρόπο που ξεπερνά τη γνώση, κρατά μόνο την υπέρ νόηση παμμακάριστη σιγή, την οποία δεν μπορεί διόλου να φανερώσει λόγος ή νόηση, αλλά μόνο η πείρα της μετοχής εκείνων που αξιώθηκαν να την απολαύσουν πέρα από τη νόηση. Σημάδι της ευδιάγνωστο και σε όλους καταφάνερο είναι η συνειδητή και τέλεια αναισθησία και διάσταση της ψυχής προς τον παρόντα αιώνα.
Όταν λοιπόν ο νους δε βοηθείται από την ψυχή στο να κινείται πάντοτε προς το Θεό, ούτε ο ίδιος πραγματώνει και ενεργεί το δικό του έργο, δηλαδή να επιστρέφει στον εαυτό του κι έτσι ν' ανεβαίνει ελεύθερα στην έννοια του Θεού, ή μάλλον όταν δεν καρπώνεται τούτο και από τα δύο, αλλά ενώνεται με τη φαντασία, τότε πλέον και ποικίλλεται και βρίσκεται μακριά από το Θεό».
Λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Εκείνοι των οποίων ο νους έχει μάθει να προσεύχεται αληθινά, είναι που κυρίως μιλούν στον Κύριο κατά πρόσωπο(Εξ. 33, 11), όπως μιλάνε οι φίλοι του βασιλιά στο αυτί του». Από αυτά και άλλα παρόμοια μπορείς να εννοήσεις με ακρίβεια τη διαφορά και το αδύνατο της συγκρίσεως των δύο πνευματικών εργασιών, της «κατά παραδοχήν» και της «κατ' επιβολήν». Γιατί αυτής έργο είναι οι μελέτες και οι πολλές και ποικίλες θεωρίες, ενώ εργασία της πρώτης, η αληθινή προσευχή. Ακόμη, θα εννοήσεις ότι άλλο είναι η απάθεια του νου και άλλο η αληθινή προσευχή, και ότι εκείνος που έχει την αληθινή προσευχή, κατά τους Αγίους, έχει οπωσδήποτε και το νου απαθή. Όχι όμως ότι και εκείνος που έχει μόνο το νου απαθή, μπόρεσε να αποκτήσει και την αληθινή προσευχή. Αυτά λοιπόν έτσι είναι.
Ας επιστρέψει τώρα ο λόγος στο θέμα μας. Επειδή λοιπόν όχι μόνο αυτά που είπαμε παραπάνω, αλλά και η ίδια η μνήμη των αγαθών και των αντιθέτων συνηθίζει κατά κάποιο τρόπο να αφήνει αμέσως τα αποτυπώματά τους στο νου και να τον οδηγεί στη φαντασία, πρέπει να μιλήσομε λίγο και γι' αυτό.
Δεύτερη προσευχή, κατώτερη από την πρώτη, είναι όταν λέει κανείς τα λόγια της προσευχής και ο νους παρακολουθεί με κατάνυξη και με συναίσθηση σε Ποιόν απευθύνει τη δέησή του. Προσευχή όμως που διασπάται και συμφύρεται με σωματικές φροντίδες, βρίσκεται μακριά από το να είναι πραγματική προσευχή».
Εσύ λοιπόν να τηρείς αυτά και να μην παραδέχεσαι τα άλλα, ώσπου να ειρηνεύσουν τα πάθη και να συμβουλευτείς, όπως προείπαμε, εκείνους που έχουν πείρα. Αυτά που είπαμε παραπάνω και τα παρόμοια με αυτά είναι με λίγα λόγια τα σημάδια της πλάνης. Πρόσεξε τώρα και τα σημάδια της αλήθειας.
Τα σημάδια της αλήθειας και του αγαθού και ζωοποιού Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθότητα, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια, τα οποία απαριθμεί ο θείος Παύλος αποκαλώντας τα καρπούς του Αγίου Πνεύματος(Γαλ. 5, 22).
Και πάλι ο ίδιος λέει: «Να πορεύεστε ως τέκνα του φωτός· γιατί ο καρπός του Πνεύματος διακρίνεται από πλήρη αγαθότητα και δικαιοσύνη και αλήθεια»(Εφ. 5, 8-9), ενώ η πλάνη έχει όλα τα αντίθετα. Και κάποιος σοφός στα θεία που ερωτήθηκε, λέει τα εξής: «Για τον απλανή δρόμο της σωτηρίας που με ρώτησες, αγαπητέ, να ξέρεις ότι είναι πολλοί δρόμοι που οδηγούν στη ζωή και πολλοί που οδηγούν στο θάνατο.
Ένας δρόμος που οδηγεί στη ζωή είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Μέσα σ' αυτές τις εντολές θα βρεις κάθε μορφή αρετής, ιδιαίτερα αυτές τις τρεις· ταπείνωση, αγάπη και έλεος. Χωρίς αυτές κανείς δε θα δει τον Κύριο. Αυτά τα τρία ακαταμάχητα όπλα κατά του διαβόλου, εννοώ την ταπείνωση, την αγάπη και το έλεος, μας τα χάρισε η Αγία Τριάδα, τα οποία μήτε να τα αντικρίσει δεν μπορεί όλος ο εσμός των δαιμόνων.
Γιατί οι δαίμονες δεν έχουν ούτε ίχνος ταπεινώσεως, αφού εξαιτίας της υπερηφάνειάς τους έγιναν ζοφεροί και ετοιμάστηκε γι' αυτούς το αιώνιο πυρ(Ματθ. 25, 41). Πού βρίσκεται σ' αυτούς σκιά έστω αγάπης ή ελέους, που έχουν άσπονδη έχθρα εναντίον του ανθρωπίνου γένους και δεν παύουν να το πολεμούν ακατάπαυστα; Με αυτά λοιπόν τα όπλα ας θωρακιστούμε, που όποιος τα έχει είναι ανίκητος από τους εχθρούς».
Και παρακάτω λέει: «Αυτό το τρίπλοκο σχοινί, το οποίο ύφανε και έπλεξε η Αγία Τριάδα, το βλέπομε να είναι και τρία και ένα. Τρία μεν στα ονόματα, κι αν θέλεις και στις υποστάσεις, ένα δε κατά τη δύναμη και την ενέργεια και την εγγύτητα και κλίση και οικειότητα προς το Θεό. Γι' αυτές τις τρεις αρετές είπε ο Κύριος ότι "ο ζυγός μου είναι αγαθός και το φορτίο μου ελαφρό"(Ματθ. 11, 30), και ο αγαπημένος Μαθητής ότι "οι εντολές Του δεν είναι βαριές"(Α΄ Ιω. 5, 3)».
Και πιό κάτω: «Γι' αυτό η ψυχή που έγινε ένα με το Θεό για την καθαρότητα του βίου και την τήρηση των εντολών και τα τρία αυτά όπλα, τα οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ντύθηκε τον ίδιο το Θεό. Κι έγινε θέσει θεός με την ταπείνωση, το έλεος και την αγάπη· και αφού ξεπέρασε την υλική δυάδα και ανέβηκε πάνω από τη συγκεφαλαίωση του νόμου, εννοώ την αγάπη(Ρωμ. 13, 10), ενώθηκε με την υπερούσια και ζωαρχική Τριάδα, συναντώντας Την με τρόπο άμεσο και παίρνοντας φως από το φως Της και νιώθοντας χαρά αδιάκοπη και αιώνια». Αλλά φτάνουν αυτά.
Όπως λοιπόν αναφέραμε μερικά από τα γνωρίσματα και τους καρπούς της πλάνης και της αλήθειας, από τους οποίους καρπούς, κατά τον θείο Παύλο, θα μπορέσομε κάπως να καταλάβομε τι πνεύμα έχουν εκείνοι που ενεργούνται από αυτούς, έτσι είναι εύλογο και πρέπει να πούμε λίγα, με γνώμες των Πατέρων, και για την παρηγοριά που δίνει η καθεμιά τους, δηλαδή για τη θεία και αληθινή χάρη και για την επίπλαστη και δαιμονική. Λέει λοιπόν σχετικά ο θείος Διάδοχος τα εξής.
Αν λοιπόν, όπως είπα, βρεθεί ο νους σε κατάσταση της συνεχούς μνήμης του Κυρίου Ιησού Χριστού, διασκορπίζει την φαινομενικά γλυκιά εκείνη αύρα του εχθρού και με χαρά προχωρεί στον εναντίον του πόλεμο, έχοντας ως δεύτερο και κατάλληλο όπλο, μετά τη χάρη, και την πείρα που απέκτησε».
Και συνεχίζει ο άγιος Διάδοχος: «Αν η ψυχή, χωρίς καμία αμφιβολία ή φαντασία, ανάβει στην αγάπη του Θεού, παρασύροντας με κάποιο τρόπο και το σώμα στο βάθος της ανέκφραστης εκείνης θείας αγάπης, είτε αυτό είναι ξύπνιο είτε όταν, με τον τρόπο που προείπα, έρχεται σε ύπνο όπου ενεργεί η θεία χάρη, και δε σκέφτεται τίποτε άλλο παρά μόνο το αντικείμενο της αγάπης, δηλαδή το Θεό, ας γνωρίζει ότι η τέτοια αγάπη είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Καθώς ευφραίνεται ολόκληρη η ψυχή από την ανείπωτη εκείνη γλυκύτητα, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να σκεφτεί, γιατί χαίρεται με αμείωτη χαρά. Αν όμως, μέσα σ' αυτή τη θεία ενέργεια, ο νους αισθανθεί και την παραμικρή αμφιβολία ή ακάθαρτη σκέψη, αν και κάνει χρήση του αγίου ονόματος για άμυνα του κακού και όχι μάλλον από αγάπη μόνο του Θεού, τότε πρέπει να εννοήσει ότι η παρηγορία εκείνη προέρχεται από τον απατεώνα διάβολο και είναι χαρά επιφανειακή.
Αυτή η χαρά είναι άτακτη και άγευστη και προξενείται από τον εχθρό που θέλει να νοθεύσει την ψυχή. Γιατί όταν δει το νου να καυχιέται για την πείρα της αισθήσεώς του, τότε, όπως προείπα, προσκαλεί με αγαθοφανείς παρηγορίες την ψυχή. Έτσι αυτή παρασύρεται από τη χαύνη και κάθυγρη αυτή γλυκύτητα και δεν καταλαβαίνει την ένωση του πονηρού πνεύματος μαζί της. Από αυτό γνωρίζομε το πνεύμα της αλήθειας από το πνεύμα της πλάνης.
Είναι όμως αδύνατο να γευθεί κανείς με αίσθηση ψυχής τη θεία αγαθότητα ή να λάβει αισθητή πείρα της κακίας των δαιμόνων, αν δεν γνωρίσει με βεβαιότητα ότι η χάρη έχει κατοικήσει στο βάθος του νου του, ενώ τα πονηρά πνεύματα βρίσκονται γύρω από τα μέλη της καρδιάς. Αυτό δε θέλουν ποτέ οι δαίμονες να το πιστέψουν οι άνθρωποι, για να μην οπλίζεται έτσι ο νους τους εναντίον τους με τη μνήμη του Θεού».
Έχεις λοιπόν αρκετά και γι' αυτό το ζήτημα και αρκέσου σ' αυτά. Γιατί, όπως λέει η παροιμία, πέρα από τα Γάδειρα δεν μπορεί κανείς να περάσει· και όταν βρεις μέλι, φάγε λίγο, μήπως παρατρώγοντας κάνεις εμετό(Παροιμ. 25, 16).
------------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 94-100).