Χρήσιμα

Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (12/50)





Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του εδαφίου 12 ( «Δια τούτο ώσπερ…ο θάνατος…εις πάντας ανθρώπους…»), καθώς επίσης και του εδαφίου 18 που το συμπληρώνει («Άρα ουν ως…εις πάντας ανθρώπους…εις δικαίωσιν ζωής»). Απ” αυτή την σύνδεση μεταξύ του εδαφίου 12 με το 18 έπεται ότι η ανάπτυξη του θέματος της υπεροχής στην ενέργεια που ανήκει στο έργο του Χριστού, εδάφια 15-17, πρέπει να είναι ένα λογικό μέσον του να αποδείξη ότι τα δύο έργα είναι τουλάχιστον ίσα όσον αφορά την έκταση και το αποτέλεσμα τους πάνω στο γένος μας. Αυτό είναι και το περιεχόμενο του συμπεράσματος που εκφράζεται στα εδάφια 18 και 19.


Εδάφιο 15
«Αλλ” ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα. Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε.»
«Αλλά το δώρον της χάριτος δεν είναι όπως το αμάρτημα. Διότι εάν λόγω του αμαρτήματος του ενός επέθαναν οι πολλοί, η χάρις του Θεού και η δωρεά που ήλθε δια της χάριτος του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού ήτο πλέον ή αρκετή δια τους πολλούς.»

Εκείνο που συγκρίνει εδώ ο Απόστολος δεν είναι η περίσσεια των αποτελεσμάτων, αλλά ο βαθμός έκτασης που ανήκει στα δύο έργα, το πόσο πλήθος ανθρώπων έχει την δύναμη να εμπηρεάσει το καθένα απ” αυτά, διότι η έμφαση είναι στον όρο «πολλοί» των δύο πλευρών του παραλληλισμού.
Για να βρει αυτόν τον βαθμό έκτασης, το πόσο, δηλαδή, έχει την δυνατότητα ν” απλωθεί το καθένα απ” αυτά τα δύο έργα μέσα στο γένος μας, πόσο πλήθος να εμπηρεάσει, συγκρίνει τούτους τους δύο συντελεστές: Το «παράπτωμα του ενός», με «την χάριν του Θεού και την δωρεά εν χάριτι την του ενός ανθρώπου». Απ” την σύγκριση μεταξύ αυτών των δύο συντελεστών είναι εύκολο να φθάσωμε σ” αυτό το συμπέρασμα: Εάν απ” τον πρώτο συντελεστή, τόσο ασήμαντον κατά κάποιον τρόπο – το παράπτωμα του ενός! – θα μπορούσε να προκύψη μια ενέργεια που είχε τη δύναμη να ξεχυθεί πάνω σ” όλο το πλήθος του ανθρωπίνου γένους, δεν θα ήταν επόμενο, απ” τους δύο συντελεστές που ενεργούν στην αντίθετη πλευρά, τόσο δυνατοί και πλούσιοι όπως είναι, ότι θα προκύψει μια ενέργεια, η έκταση της οποίας δεν θα είναι λιγώτερη από εκείνη του πρώτου συντελεστή, επομένως θα φθάσει και αυτή να καλύψη όλο εκείνο το πλήθος; Τέτοια είναι η γενική ιδέα αυτού του εδαφίου.
Την προηγουμένη σύγκριση μπορούμε να την απεικονίσωμε με την εξής εικόνα: Εάν μια πολύ αδύνατη πηγή θα μπορούσε να κατακλύση ένα ολόκληρο λειβάδι, δεν θα ήταν λογικό να συμπεράνωμε, ότι μια πολύ πιο μεγάλη πηγή, εάν αναβλύζη πάνω στον ίδιο χώρο, δεν θ” αποτύγχανε να το κατακλύση ολοκληρωτικά;
«Οι πολλοί». Τούτος ο όρος εκλέγεται (αντί του «όλοι») σαν αντίθεση στον «έναν» απ” τον οποίον εξεπήγασε η επίδραση. Το «οι πολλοί» εννοεί την ολότητα του ανθρωπίνου γένους.
Ένα παράπτωμα του ενός, λέγει ο Απόστολος, άρκεσε να φέρει τον θάνατο των πολλών. Τούτο βεβαιώνει την έννοια που έχομε δώσει στην τελευταία πρόταση του εδαφίου 12, «εφ ω πάντες ήμαρτον». Είναι καθαρόν ότι μέσω της αμαρτίας του Αδάμ, και όχι μέσω της δικής τους, είναι που οι άνθρωποι πεθαίνουν.
«Αλλ” ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα. Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε.»
«Αλλά το δώρον της χάριτος δεν είναι όπως το αμάρτημα. Διότι εάν λόγω του αμαρτήματος του ενός επέθαναν οι πολλοί, η χάρις του Θεού και η δωρεά που ήλθε δια της χάριτος του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού ήτο πλέον ή αρκετή δια τους πολλούς.»
«Ο όρος «χάρισμα», που χρησιμοποιείται στην αρχή του εδαφίου, συνδυάζει τις δύο ιδέες που ο Παύλος τώρα διαχωρίζει, την «χάρη» του Θεού, και την «δωρεάν» δια της οποίας αυτή αποκαλύπτεται, τον Ιησού Χριστό.
Η χάρη είναι η πηγή της σωτηρίας. Τα πλούτη αυτής της πηγής, που δεν είναι άλλη απ” την άπειρη αγάπη του Ιδίου του Θεού, τίθενται σε αντιπαράθεση με την αδυναμία του αντιθέτου συντελεστή, το παράπτωμα του ενός. Αλλά πόσο πιο κτυπητή γίνεται η αντίθεση, όταν στην αγάπη του Θεού προσθέσωμε και το δώρο δια του οποίου φανερώνεται αυτή η αγάπη (ο Ιησούς Χριστός)! Σύγκρινε και το Ιωάννη Γ16.
Η «δωρεά» δηλώνει όχι το πράγμα που δόθηκε («δώρημα», εδ. 16), αλλά την πράξη του δοσίματος.
«Εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού»: Η δωρεά που συνίσταται στην χάρη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού.
Η ιδέα της χάρης του Χριστού αναπτύσσεται σε όλο της τον πλούτο στο Β” Κορ. Η9: «Γινώσκετε δε την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δι” υμάς επτώχευσε πλούσιος ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσητε.» «Διότι ξέρετε την γεναιοδωρίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι, προς χάριν σας, αν και ήτο πλούσιος, έγινε πτωχός, δια να γίνετε εσείς πλούσιοι με την πτωχείαν εκείνου.»
Αυτή η σχέση ενότητας και αδελφότητας μεταξύ εμάς των ιδίων και του Χριστού, φαίνεται καθαρά στην φράση, «ενός ανθρώπου». Σύγκρινε τις όμοιες εκφράσεις, Α” Κορ. ΙΕ21: «Δια μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, δια μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάστασις των νεκρών», και Α” Τιμ. Β5: «Και ένας μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Χριστός Ιησούς». Η ενσάρκωση Του έχει σαν αποτέλεσμα της να υψώσει όλο το ανθρώπινο γένος σε μελος της οικογενείας Του.
Το «ενός» προτάσσεται για να θέση σε αντίθεση τον Χριστό, καθώς επίσης και τον Αδάμ, με τους «πολλούς».
«Επερίσσευσε». Ο Χριστός είναι το δοχείο το γεμάτο με χάρη, απ” όπου ξεχειλίζει η σωτηρία πάνω στους «πολλούς». Ο αόριστος δείχνει ένα γεγονός ήδη επιτελεσμένο. Άρα δεν πρόκειται για μια μελλοντική χάρη, αλλά για το έργο της δικαίωσης που αναφέρθηκε στο Γ21. Εάν το παράπτωμα του Αδάμ είχε τόση δύναμη να εμπηρεάση, στην μορφή του θανάτου, όλο το γένος, πολύ περισσότερο θα πρέπει μια χάρη σαν εκείνη του Θεού, και ένα δώρο σαν εκείνο του Ιησού, να είναι ικανά να ενεργήσουν και να εμπηρεάσουν τον ίδιο κύκλο προσώπων, όλο το γένος πάλι!
«Πολλώ μάλλον», σημαίνει, «πολύ περισσότερον σίγουρα», και όχι στην ποσοτική έννοια, «πολύ περισσότερον άφθονα». Ο Απόστολος δεν στοχεύει εδώ να δείξη ότι υπάρχει περισσότερη χάρη εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε θάνατος εν Αδάμ. Εκείνο που θέλει να καταδείξη είναι ότι, εάν μια μικρή αιτία θα μπορούσε να φέρη την καταδικαστική απόφαση του θανάτου επάνω σ” όλο το ανθρώπινο γένος, αυτό το ίδιο γένος θα δοκιμάση στην ολότητα του το ευεργετικό αποτέλεσμα μιας πολύ πιο δυνατής αιτίας.
Η επιχειρηματολογία είναι εξαιρετικά τολμηρή. Είναι σαν να το έθετε έτσι: «Το παράπτωμα του Αδάμ έχει φθάσει και έως εμένα, έχοντας την δύναμη να με υποβάλλει σε θάνατο. Πόσο πιο πολύ σίγουρα η χάρη του Θεού και η δωρεά του Χριστού, συνδυασμένες, έχουν την δύναμη του να φθάσουν και σε μένα και να με σώσουν!»
Μια δεύτερη διαφορά είναι τώρα που αναγγέλεται στην συνέχεια.

Εδάφιο 16
«Και ουχ ως δι” ενός αμαρτήσαντος το δώρημα. Το μεν γαρ κρίμα εξ ενός εις κατάκριμα, το δε χάρισμα εκ πολλών παραπτωμάτων εις δικαίωμα».
«Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ του αποτελέσματος της αμαρτίας του ενός ανθρώπου και της δωρεάς. Διότι η απόφασις μετά το αμάρτημα του ενός ανθρώπου ήτο απόφασις καταδικαστική, αλλ” η χαριστική πράξις κατόπιν πολλών αμαρτημάτων έφερε δικαίωσιν.»

Στην περίπτωση του Αδάμ, όλο το γένος είναι παθητικά και συλλογικά υποκείμενο στην απόφαση του θανάτου. Στην περίπτωση ομως του Χριστού έχομε να κάνωμε με όντα που αρπάζουν ατομικά και προσωπικά την απόφαση που τους δικαιώνει. Εκεί μια και μόνο καταδίκη που τους αγκαλιάζει όλους μέσω του έργου του ενός. Εδώ μια δικαίωση, συλλογική μεν και αυτή, αλλά οικειοποιουμένη απ” τον καθέναν ατομικά, ενεργητικά, με μια πραξη της ελεύθερης θέλησης του, το οποίον σημαίνει, τόσες προσωπικές δικαιώσεις, όσοι αμαρτωλοί που πιστεύουν. Αν το βασίλειο, λοιπόν, του θανάτου εγκαθιδρύθηκε από την αμαρτία του ενός, και με τους άλλους να παίζουν παθητικό ρόλο, πόσο πιο σίγουρα θα εγκαθιδρυθεί το βασίλειο της ζωής, που ξεκίνησε από δυό πιο δυνατές πηγές, την χάρη του Θεού και την δωρεά του Ιησού Χριστού, τις οποίες οι άλλοι τις δέχονται όχι συλλογικά και παθητικά πλέον, αλλά ατομικά, με μια προσωπική πράξη πίστης. Τούτο σίγουρα θα εγκαθιδρύσει το βασίλειο της ζωής πολύ πιο σταθερά, απ” ότι το βασίλειο του θανάτου εθεμελιώθηκε πάνω στην καταδίκη όλων εν Αδάμ. Τούτη η αντίθεση που αναφέρεται σαν γεγονός στο εδάφιο 16, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17, από μια επιχειρηματολογία ολοκληρωτικά όμοια μ” εκείνη του εδαφίου 15.
Στο «Και ουχ ως ενός αμαρτήσαντος το δώρημα» υπονοείται το ρήμα «γίνεται»: «Και αυτό το δώρο δεν γίνεται δι” ενός αμαρτωλού (όπως είχε γίνει η καταδίκη)».
Με το «παράπτωμα του ενός», εδάφιο 15, ο Παύλος έχει αντιπαραθέσει την «χάρη του Θεού και την δωρεά του Ιησού Χριστού». Τώρα, με τον «ένα αμαρτήσαντα» στην πρώτη περίπτωση, αντιπαραθέτει το «πλήθος» των αμαρτωλών που παίρνουν ατομικά τη δικαίωση, στην δεύτερη περίπτωση. Τι διαφορά μεταξύ της δύναμης του σπινθήρα που βάζει φωτιά στο δάσος ανάβοντας ένα ξερό κλαδί, και της δύναμης εκείνου του μέσου που σβύνει την πυρκαϊά, όταν όλα τα δένδρα είναι στις φλόγες, και τα κάνει πάλι να ζήσουν!
«Δώρημα», εδώ είναι το δώρο της δικαίωσης δια του Χριστού, καθώς περιγράφεται στο Γ21-Ε11.
«Κρίμα», είναι η καταδικαστική απόφαση, το αντίθετο του «χάρισμα», της πράξης της χάρης, (στην δεύτερη πρόταση).
«Ενός αμαρτήσαντος»: Ο ένας που διέπραξε την αμαρτία, και του οποίου η αμαρτία είχε γίνει το αντικείμενο κρίσης. Εδώ είναι πάνω στις λέξεις «εξ ενός» που βρίσκεται η έμφαση. Το αντίστοιχο στην δεύτερη πρόταση είναι «εκ πολλών παραπτωμάτων», που μπορεί να μεταφρασθεί είτε «πολλών αμαρτιών», είτε «των αμαρτιών των πολλών».
Αν το πάρουμε στην έννοια του «εκ πολλών αμαρτιών», η κάθε μία από εκείνες τις πολυάριθμες παραβάσεις πρέπει να θεωρηθεί σαν η συνοπτική ένδειξη της πτώσης ενός ατόμου, σε αντίθεση στο «ενός αμαρτήσαντος». Στην δεύτερη περίπτωση («των αμαρτιών των πολλών»), η αντίθεση είναι καθαρώτερη: Το πλήθος των ατόμων εκφράζεται ακριβώς με την αντωνυμία «πολλών».
«Εις κατάκριμα». Πρόκειται για την απόφαση του θανάτου που ανηγγέλθη πάνω στο ανθρώπινο γένος, λόγω του ενός που είχε αμαρτήσει. Διότι αυτός ο ένας περιείχε μέσα του όλο το γένος.
Η αντίθεση σ” αυτό το «κατάκριμα» (απόφαση καταδίκης) εμφανίζεται στο «δικαίωμα» (απόφαση δικαίωσης).
Ποιά άραγε δικαίωση να έχη εδώ κατά νουν ο Παύλος; Την δικαίωση που χορηγείται στον αμαρτωλό την ώρα ακριβώς που πιστεύει, ή την δικαίωση στην απόλυτη της έννοια, καθώς αυτή θ” αναγγελθεί στην ημέρα της κρίσης (Β13); Υπάρχουν λόγοι που μας οδηγούν να δεχθούμε ότι μιλά για την δεύτερη, την τελική δικαίωση (Το εδάφιο 17 π.χ., που συνδέεται με το «γαρ» με το εδάφιο 16, και του οποίου το δεύτερο μέρος αναφέρεται στο πλέον μακρυνό μέλλον («εν ζωή βασιλεύσουσι»), συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης). Είναι τότε που θ” αναγγελθή η τελική απόφαση αθώωσης δια της οποίας τελικά θα ξεφύγωμε απ” την οργή (εδ. 9,10).
Συχνά νομίζεται ότι η έμφαση σ” αυτό το εδάφιο είναι στην ιδέα της αντίθεσης μεταξύ της φύσης των δύο αποτελεσμάτων, της «καταδίκης» και της «δικαίωσης». Δεν είναι όμως έτσι. Η αληθινή αντίθεση είναι εκείνη μεταξύ του «δι” ενός αμαρτήσαντος» (ένας που αμάρτησε), και του «εκ πολλών παραπτωμάτων» (οι αμαρτίες των πολλών). Εκεί, με μια δικαστική απόφαση, ξεπηδά καταδίκη από «έναν που αμάρτησε». Εδώ, με την πράξη της χάρης, «απ” τα παραπτώματα των πολλών», εκεί έρχεται μια δικαίωση. Στην πρώτη περίπτωση, το βασίλειο του θανάτου εγκαθιδρύεται πάνω στην καταδίκη ενός μόνου, που πέρασε στους άλλους συλλογικά και παθητικά. Στην δεύτερη περίπτωση, το βασίλειο της ζωής εγκαθιδρύεται μέσω μια δικαίωσης, συλλογικής μεν, αλλά που την κάνουν δική τους οι πολλοί, όχι παθητικά, ασυνείδητα, αλλά προσωπικά, με μια ελεύθερη πράξη πίστης ο καθένας. Πόσο πιο σίγουρο είναι το δεύτερο βασίλειο μέσα στον καθέναν! Πόσο πιο σίγουρα θα ζήσουν εν Χριστώ, απ” ότι πεθαίνουν εν Αδάμ!
Ερχόμαστε τώρα στο πλέον δύσκολο σημείο του όλου χωρίου, στην σχέση του εδαφίου 17 με ό,τι προηγείται, και την εξήγηση του ιδίου του εδαφίου.

Εδάφιο 17.
«Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι ο θάνατος εβασίλευσε δια του ενός, πολλώ μάλλον οι την περισσείαν της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης λαμβάνοντες εν ζωή βασιλεύσουσι δια του ενός Ιησού Χριστού».
«Εάν λοιπόν δια του αμαρτήματος του ενός εβασίλευσε ο θάνατος δια του ενός, τότε πολύ περισσότερον εκείνοι που παίρνουν την υπεράφθονη χάριν και την δικαίωσιν ως δώρον θα βασιλεύσουσιν εις ζωήν δια του ενός Ιησού Χριστού.»

Ο παραλληλισμός μεταξύ Χριστού και Αδάμ ρίχνει τις ρίζες του μέσα σε όλο το προηγούμενο δόγμα που αναφέρεται στην δικαίωση δια πίστεως, Γ21-Ε11. Ο Παύλος είχε αποδείξει, Ε1-11, ότι άπαξ και δικαιωθήκαμε δια του θανάτου του Χριστού, πολύ περισσότερο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα σωθούμε και θα δοξασθούμε δια της ζωής Του. Είναι αυτή ακριβώς η ιδέα που σχηματίζει την βάση του δευτέρου μέρους του εδαφίου 17, το οποίον έτσι περιέχει την παράφραση του όρου «δικαίωμα» (απόφαση δικαίωσης), στο τέλος του εδαφίου 16. Η σχέση μεταξύ των εδαφίων 16 και 17 είναι λοιπόν η ακόλουθη:
Δύο γεγονότα εκτίθενται στο εδάφιο 16 παράλληλα το ένα στο άλλο: «Ένας αμαρτωλός», το αντικείμενο της πράξης της καταδίκης – «πολλοί αμαρτωλοί», τα αντικείμενα της πράξης της δικαίωσης.
Η πραγματικότητα του πρώτου απ” αυτά τα γεγονότα κατεδείχθη στα εδάφια 12-14 (ότι ο θάνατος εισήλθε στο γένος μας λόγω της καταδίκης του Αδάμ). Παραμένει να καταδειχθεί εκείνη του δευτέρου. Αυτό είναι το αντικείμενο στο οποίο είναι αφιερωμένο το εδάφιο 17.
Ο τρόπος αιτιολογίας έχει ως ακολούθως: Ο Απόστολος ξεκινά (17α) από το πρώτο γεγονός σαν βέβαιο («δια του αμαρτήματος του ενός εβασίλευσε ο θάνατος δια του ενός»), και μέσω αυτού συμπεραίνει (17β) την ακόμα περισσότερο βέβαιη πραγματικότητα του δευτέρου («τότε πολύ περισσότερον εκείνοι που παίρνουν την υπεράφθονη χάριν και την δικαίωσιν ως δώρον θα βασιλεύσουσιν εις ζωήν δια του ενός Ιησού Χριστού.»)
Το εδάφιο 17 έχει έτσι την λογική του θέση μεταξύ των δύο προτάσεων του εδαφίου 16, να αποδείξη δια της πρώτης την αλήθεια της δευτέρας.
Η έννοια εδώ έχει ως ακολούθως: Εάν μια αδύναμη περίπτωση, η μία αμαρτία (15α), ενός αμαρτωλού (16α), που οι άλλοι δέχονται την επιροή της παθητικά, μπορεί και επιφέρει τον θάνατο κάθε ανθρώπου (17α), πολύ πιο σίγουρα, η πιο δυνατή αιτία (16β), αφομοιωμένη απ” τον καθένα προσωπικά, θα παράγει σ” αυτόν ένα αποτέλεσμα όχι κατώτερο προς το αποτέλεσμα που παρήχθη απ” την πρώτη αιτία (17β). Εάν μια αδύνατη δηλητηριώδης αιτία, που εγώ δέχθηκα την επίδραση της παθητικά, μπόρεσε να παράγει τον θάνατο μου, μια ζωοδότρα αιτία πολύ πιο δυνατή, που εγώ την οικειοποιούμαι ενεργητικά, θα μου δώση πολύ πιο σίγουρα ζωή.
Ας μελετήσωμε τώρα το εδάφιο στις λεπτομέρειες του.
«Τω του ενός παραπτώματι». Βλέπομε ένα ολόκληρο γένος σκλαβωμένο, με τα κεφάλια τους παθητικά γερμένα κάτω απ” το ανελέητο σκήπτρο του θανάτου, μέσω της μεμονωμένης πράξης του ενός. Το «δια του ενός» προστίθεται σαν μια εκ των υστέρων σκέψη, για να δώση έμφαση στην ιδέα της παθητικότητας των ατόμων που υπόκεινται σ” αυτή την σειρά πραγμάτων. Τους βλέπει όλους σαν να περιέχονται μέσα στον έναν, αυτόν που ενήργησε για όλους.
«Ο θάνατος εβασίλευσε». Δηλώνει μια σταθερή σειρά πραγμάτων που θεσπίσθηκε, ενάντια στην οποία κανένα άτομο δεν έχει δυνατότητα αντίστασης. Τίποτα πιο απελπιστικό απ” αυτό το μεγάλο ιστορικό γεγονός της βασιλείας του θανάτου. Και όμως, είναι αυτό ακριβώς το γεγονός, που γίνεται στα μάτια του Αποστόλου μια βασική αρχή της πλέον δυναμικής ενθάρρυνσης και της πλέον δοξασμένης ελπίδας. Διότι αυτή η τρομερή βασιλεία του θανάτου, που εγκαθιδρύθηκε πάνω στο αδύναμο θεμέλιο μιας μόνον αμαρτίας ενός μόνον αμαρτωλού, μπορεί να υπηρετήση σαν ένα μέτρο για την κατά πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα της βασιλείας της ζωής, η οποία θα έλθει στο φως μεταξύ των δικαιωμένων, δια της ελευθέρας αποδοχής του δώρου του Θεού. Αυτή είναι η ιδέα του δευτέρου μέρους του εδαφίου.
Αντί γι” αυτό το απρόσωπο πλήθος που έχει εμπλακεί στην πράξη του ενός μόνον αμαρτωλού, και δι” αυτής στην καταδίκη του, ο Παύλος βλέπει ένα πλήθος μεμονωμένων ατόμων, που οικειοποιούνται, προσωπικά, συνειδητά και ελεύθερα, την πληρότητα του δώρου της δικαίωσης. Και αναρωτιέται, μ” έναν τόνο θριάμβου, εάν μια ένδοξη βασιλεία ζωής δεν θα ξεπηδήσει κάτω απ” αυτές τις συνθήκες, πολύ πιο σίγουρα απ” την απαίσια βασιλεία του θανάτου, που εγκατέστησε τον εαυτόν της πάνω στο αδύναμο θεμέλιο που μόλις αυτός ανέφερε.
«Οι λαμβάνοντες». Είναι η προεξέχουσα έκφραση σ” αυτό το δεύτερο μέρος του εδαφίου. Καθώς εδώ αυτή η λέξη δηλώνει προφανώς την πράξη της πίστης, εκφράζει την ιδέα μιας λήψης, που βασίζεται σε μια ελεύθερη αποδοχή (ιδέ πάνω στο Α17). Οιοσδήποτε τώρα ενώνεται με τον αριθμό εκείνων των αποδεκτών («οι λαμβάνοντες»), θα βασιλεύση εν ζωή.
Το οριστικό άρθρο «οι» παρουσιάζει όλους εκείνους τους αποδέκτες σαν ξεχωριστά πρόσωπα, ικανά, το κάθε ένα ατομικά, να αποδεχθούν ή ν” απορρίψουν ό,τι πρόκειται να αποφασίση την τύχη τους. Δεν είναι πλέον εκείνη η απρόσωπη μάζα που είχε ανυπακούσει και χαθεί μέσα στον έναν. Εδώ συναντάμε πάλιν εκείνους τους «πολλούς» αμαρτωλούς, που αναφέρονται στο εδάφιο 16, οι οποίοι, κάτω απ” το βάρος των προσωπικών τους αμαρτιών, έχουν αποδεχθή για τον εαυτόν τους την πράξη της χάρης, και θα γίνουν, ατομικά ο καθένας, τα αντικείμενα του «δικαιώματος», δηλαδή της απόφασης δικαίωσης.
Τούτοι οι αποδέκτες δεν ανήκουν πλέον στο σύνολο των καταδικασθέντων να πεθάνουν. Ο Παύλος ούτε ακόμα λέγει ότι αυτοί είναι πολυάριθμοι. Η σκέψη του εδώ είναι εστιασμένη σ” αυτό το «κάθε ένας» απ” αυτούς, οιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός τους. Σ” αυτό το γεγονός, λαμβανόμενο από μόνο του, της ατομικής αποδοχής, όσον αφορά την χάρη, υπάρχει μια πλήρης διαφορά θέσεων συγκρινόμενη με την παθητικότητα των ατόμων στην αντίθετη πλευρά. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο γεγονός, που συνδυαζόμενο μ” αυτό, κανει απείρως μεγαλύτερη την δύναμη της αιτίας, στην ιδία πλευρά. Ο Απόστολος το έχει ήδη σημειώσει στο εδάφιο 15. Είναι η «χάρη του Θεού και η δωρεά του Ιησού Χριστού».
Το συμπλήρωμα «της δικαιοσύνης» προστίθεται εδώ, διότι το υπό ερώτηση θέμα είναι η δωρεά που γίνεται αποδεκτή δια πίστεως, και η οποία στην συνέχεια μετασχηματίζεται σε ατομική δικαιοσύνη.
Η σκέψη του Αποστόλου είναι καθαρή: Καθώς το «οι λαμβάνοντες» σχηματίζει μια αντίθεση στο «δια του ενός», έτσι οι εκφράσεις, «η περίσσεια της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης» σχηματίζει μια αντίθεση στο «δια του παραπτώματος του ενός». Όχι μόνον υπάρχει σ” αυτή την πλευρά ατομική οικειοποίηση (εδ. 16), αλλά αυτή η οικειοποίηση βασίζεται και σε μια περισσότερο δυνατή αιτία (εδ. 15).
Έτσι, στο εδάφιο 17 βρίσκομε τις δύο αντιθέσεις που περιγραφήκανε προηγουμένως: «Εάν μια αδύναμη αντικειμενικά αιτία, χωρίς προσωπική οικειοποίηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων, έχει γίνει ικανή να εγκαταστήσει ένα βασίλειο θανάτου, για μεγαλύτερο λόγο, είναι σίγουρο, ότι μια περισσότερο δυνατή αντικειμενικά αιτία, και μια αιτία μάλιστα που τα αποτελέσματα της τα οικειοποιείσαι ατομικά, θα είναι ικανή να εγκαταστήση μια ένδοξη βασιλεία ζωής.»
«Περίσσεια της χάριτος»: Έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το εδάφιο 15, ταυτόχρονα, στην αγάπη του Θεού, και σε κείνη του Ιησού Χριστού.
Η «δωρεά της δικαιοσύνης» είναι εκείνη η δικαίωση που πραγματοποιήθηκε αντικειμενικά εν Χριστώ για τους «πολλούς» (για το ανθρώπινο γένος), και η οποία λαμβάνεται απ” την πίστη του κάθε λήπτη, του κάθε αποδέκτη. Άπαξ και το άδειο δοχείο της ανθρωπίνης καρδιάς γεμίσει, μέσω της πίστης, μ” αυτή την πληρότητα χάρης και δικαίωσης, ο αμαρτωλός υψώνεται στην θέση ενός «βασιλιά εν ζωή».
Αυτή η τελευταία έκφραση σχηματίζει επίσης μια αντίθεση με την ανάλογη έκφραση στην πρώτη πρόταση, «ο θάνατος εβασίλευσε». Ο Απόστολος έχει μια τόσο βαθειά αποκάλυψη των πνευματικών πραγματικοτήτων που δεν του επιτρέπει να πει εδώ «η ζωή θα βασιλεύση»! Ο θάνατος βασιλεύει. Είναι ένας τύρρανος. Αλλά η ζωή δεν βασιλεύει. Δεν έχει υπηκόους. Αυτή κάνει βασιλείς. Σε αντίθεση της ζοφερής κατάστασης που κυριαρχεί σ” ένα βασίλειο σαν αυτό του θανάτου, είναι εδώ τα άτομα τα ίδια τα οποία, μετά που έχουν προσωπικά οικειοποιηθεί την δικαίωση, βασιλεύουν προσωπικά στην φωτεινή περιοχή της ζωής. Γι” αυτό, αντί να πει, «η ζωή θα βασιλεύση», λέγει, «εν ζωή βασιλεύσουσι». Ιδέ πάνω σ” αυτή την βασιλεία τι λέγει ο Παύλος, Δ13, για την «κληρονομιά του κόσμου», και μετά το «καυχώμενοι», Ε11, και τέλος το Η17.
Το «εν ζωή» δεν δηλώνει μια χρονική περίοδο, όπως όταν λέμε, «σε αιώνια ζωή», γιατί τότε θα χρειαζόταν το άρθρο («εν τη ζωή»). Καθώς αυτή η έκφραση τίθεται σε αντίθεση στο «βασιλεία του θανάτου», δηλώνει τον τρόπο ή την φύση της βασιλείας των πιστών. Μια νέα, άγια, ανεξάντλητη και νικηφόρα ζωτικότητα θα διαποτίζη εκείνους τους λήπτες της δικαίωσης, και θα τους κάνει τόσο πολύ βασιλείς. Εάν η συλλογική καταδίκη μπορεί και κάνει τον κάθε έναν απ” αυτούς να υπόκειται στον θάνατο, το συμπέρασμα εδώ θα έπρεπε να είναι ότι, η ατομική τους δικαίωση θα κάνει τον καθέναν απ” αυτούς έναν βασιλιά εν ζωή.
Το «πολλώ μάλλον» σημαίνει «πολύ περισσότερον σίγουρα». Αναντίρρητα, υπάρχει μεγαλύτερη περίσσεια ζωής εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε δύναμη θανάτου εν Αδάμ. Αλλά δεν είναι αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος. Δεν στοχεύει να θέση μια αντίθεση ποιότητας μεταξύ «ζωής» και «θανάτου», ή μια αντίθεση ποσότητας (περισσότερον ζωή απ” ότι θάνατος). Είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας που αυτός διακηρύσσει και καταδεικνύει εδώ. Δικαιωμένοι, θα βασιλεύσωμε ακόμη περισσότερο σίγουρα εν Χριστώ, απ” ότι ως καταδικασθέντες είμαστε νεκροί εν Αδάμ. Η μελλοντική μας δόξα είναι περισσότερο σίγουρη απ” ότι ο θάνατος μας. Διότι μια πιο δυναμική αιτία, και μια αιτία που τα αποτελέσματα της αφομειώνονται ατομικά, θα μας κάνει να ζήσωμε «ακόμα περισσότερο σίγουρα» («πολλώ μάλλον»), απ” ότι η αδύναμη και μη οικειοποιουμένη ατομικά αιτία στην πρώτη περίπτωση, στην περίπτωση του Αδάμ, μας έκανε να πεθάνουμε.
«Δια του ενός Ιησού Χριστού». «Του ενός»: Του μόνου εκείνου ένα, καθώς αντιτίθεται στον άλλον «μόνον έναν», τον Αδάμ, δηλαδή. «Δια του ενός ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός». Αυτές οι τελευταίες λέξεις μας θυμίζουν ότι Αυτός είναι τον μόνο όργανο της Θείας αγάπης, και ότι εάν οι αποδέκτες έχουν μια δικαίωση να οικειοποιηθούν, είναι μόνον εκείνη την οποίαν Αυτός έχει αποκτήσει γι” αυτούς.
Πάλι, σ” αυτό το σημείο (εδ. 15,16), η αιτιολόγηση του Αποστόλου είναι θαυμαστά θαρραλέα. Είναι σαν κάποιος δικαιωμένος αμαρτωλός να τολμούσε να βρεί, στην δύναμη ακριβώς της σαρκικής επιθυμίας που τον έσυρε μέσα στο κακό, την αναμφισβήτητη απόδειξη της δύναμης, που θα ασκηθεί ακόμα πιο σίγουρα επάνω του, δια της χάρης του Θεού και του Ιησού Χριστού, να τον σώση.
Ας συνοψίσωμε αυτό το χωρίο, μοναδικό καθώς είναι στο είδος του:
Το εδάφιο 15 καταδεικνύει την παγκόσμια ισχύ της δικαίωσης εν Χριστώ. Η επιχειρηματολογία έχει την ακόλουθη σειρά: Εάν μια αιτία τόσο αδύνατη, σαν το μεμονωμένο παράπτωμα του Αδάμ, μπόρεσε και εμπηρέασε έναν κύκλο τόσο μεγάλο, όσον εκείνον του όλου πλήθους του ανθρωπίνου γένους, για μεγαλύτερο λόγο πρέπει μια κατά πολύ πλουσιώτερη αιτία (η διπλή χάρη, του Θεού και του Ιησού Χριστού) να επεκτείνη την ενέργεια της πάνω σ” αυτό το ίδιο πλήθος. Είναι η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου, το «εις πάντας» του εδαφίου Γ22, που αποδεικνύεται απ” αυτήν ακριβώς την παγκοσμιότητα του θανάτου.
Βεβαιωμένη, στο εδάφιο 16, η ατομική αποτελεσματικότητα της δικαίωσης του κάθε πιστού, που επετεύχθη δια του Χριστού, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17: Το παράπτωμα του ενός μπορεί και επιφέρει τον θάνατο τόσων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προσωπικά μέρος στην πράξη του. Επομένως, και «πολύ περισσότερον σίγουρα», το κάθε ένα από εκείνα τα ίδια άτομα, οικειοποιούμενο προσωπικά μια δύναμη πολύ ανώτερη σε ενέργεια από την προηγουμένη (την δικαίωση που προσφέρει η χάρη του Θεού και του Χριστού), θα γίνη δι” αυτής ένας κάτοχος ζωής.
Εδώ είναι η ατομικότητα του Ευαγγελίου, το «επί πάντας τους πιστεύοντας», του Γ22, πλήρως αποδεικνυόμενο απ” το γεγονός ακριβώς του ατομικού τους θανάτου εν Αδάμ.
Έχομε έτσι φθάσει στην πλήρη ανάπτυξη της έννοιας αυτών των δύο λέξεων, «παντί», και «τω πιστεύοντι», «σε όλους», και «στον καθέναν (πιστεύοντα)», οι οποίες αποκαλύπτουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του Ευαγγελίου, σύμφωνα με το Α16.
Καθώς η επιχειρηματολογία των εδαφίων 12-14 ήταν μια αναγκαία βάση συλλογισμού για εκείνη των εδαφίων 15-17, η τελευταία ήταν μια όχι λιγώτερο αναπόφευκτη βάση συλλογισμού για το συμπέρασμα που τελικά εξάγεται στα εδάφια 18,19. Πράγματι, για να έχη το δικαίωμα ο Απόστολος να βεβαιώση, καθώς κάνει σ” αυτά τα εδάφια, την παγκοσμιότητα του θανάτου εν Αδάμ, θα πρέπει ν” αποδείξη πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι πέθαναν εν Αδάμ, και όχι μέσω των δικών τους έργων – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 12-14. Μετά προχωρά να πει ότι, απ” αυτόν τον παγκόσμιο και ατομικό θάνατο εν Αδάμ, εκεί έπεται η βεβαιότητα του παγκόσμιου προορισμού, και της ατομικής εφαρμογής της δικαίωσης εν Χριστώ – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 15-17.
Παραμένει μόνο να εξάγει το συμπέρασμα, και αυτό είναι: “Ολοι (όσον αφορά την έκταση προορισμού της δικαίωσης), και ο κάθε ένας (δια πίστεως – όσον αφορά τον τρόπο ατομικής οικειοποίησης), δικαιώνονται εν Χριστώ (εδ. 18). Αυτό το συμπέρασμα είναι ταυτόχρονα το δεύτερο και επί μακρόν καθυστερούμενον μέρος της σύγκρισης που άρχισε στο εδάφιο 12, («Ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος…»). Ο Απόστολος δεν θα μπορούσε να το αναφέρει αυτό το συμπέρασμα, παρά μόνον αφού είχε αποκτήσει, (δια της λογικής οδού), το δικαίωμα να το κάνει.

Εδάφιο 18
«Άρα ουν ως δι” ενός παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμα, ούτω και δι” ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής».
«Ώστε λοιπόν, καθώς το αποτέλεσμα της παρακοής του ενός ήτο η καταδίκη όλων των ανθρώπων, έτσι και το αποτέλεσμα μιας δικαίας πράξεως ήτο δικαίωσις και ζωή δι” όλους τους ανθρώπους.»

Το εδάφιο 18, όπως είπαμε, είναι η συνέχεια του εδαφίου 12. Το αποτέλεσμα στην πλευρά της δικαίωσης είναι τουλάχιστον ίσο με εκείνο που η ιστορία μαρτυρά για την πλευρά της καταδίκης.
Η πρώτη πρόταση είναι η συνοπτική επανάληψη του εδαφίου 12. Το ρήμα που υπονοείται είναι «απέβη».
«Κατάκριμα» (απόφαση καταδίκης). Δηλώνει την καταδίκη σε θάνατο που έχει πέσει πάνω στο ανθρώπινο γένος, εκείνο το «χώμα είσαι και εις το χώμα θα επιστρέψεις». Εδώ δεν υπάρχει αναφορά στην αιώνια καταδίκη («απώλεια»).
«Δι” ενός δικαιώματος». Πολλοί ερμηνευτές εφαρμόζουν αυτή την έκφραση στην άγια ζωή του Ιησού, η οποία ήταν, απ” την αρχή έως το τέλος της, πράγματι, μια μεγαλειώδης πράξη δικαιοσύνης, ή στον εξιλεωτικό θάνατο Του, σαν το αποκορύφωμα εκείνης της τέλειας ζωής. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δεκτή, γιατί η έννοια της λέξης «δικαίωμα» δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που έχει στο εδάφιο 16, «απόφαση δικαίωσης», σαν αντίθεση στην «απόφαση καταδίκης» («κατάκριμα»). Δεν ισχύει επίσης και για τον λόγο ότι, στην ορολογία του Παύλου, είναι ο Θεός και όχι ο Ιησού Χριστός που δικαιώνει (Η33, «Θεός ο δικαιών»).
Με το «εν δικαίωμα» θα πρέπει ν” αντιληφθούμε μια Θεία πράξη. Και τούτη είναι η μία συλλογική πράξη δικαίωσης, η οποία, σαν συνέπεια του θανάτου του Χριστού, έχει αναγγελθεί προς χάριν όλων των αμαρτωλών, και της οποίας, καθώς έχομε δει, Δ25, η ανάσταση του Ιησού ήτο ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και η απόδειξη. Είναι πάντα αυτή η ιδία Θεία δήλωση δικαίωσης, που τίθεται σε ισχύ, στην περίπτωση του κάθε αμαρτωλού, καθώς αυτός πιστεύει. Άρα το «δι” ενός δικαιώματος» σημαίνει, «δια μιας πράξης δικαίωσης».
Το ρήμα που υπονοείται και εδώ είναι «απέβη» (παρελθόν, όχι «αποβαίνει», ούτε «θα αποβεί»), διότι το υπό ερώτηση θέμα είναι ένα τετελεσμένο γεγονός.
«Εις δικαίωσιν ζωής». Εκεί οδηγεί αυτή η απόφαση της δικαίωσης. Ο Απόστολος δεν λέγει ότι όλοι θα δικαιωθούν ατομικά, αλλά δηλώνει ότι, δυνάμει της μιας μεγάλης απόφασης που έχει αναγγελθεί, όλοι μπορούν να δικαιωθούν, με την προϋπόθεση της πίστης.
«Εις δικαίωσιν ζωής»: Δικαίωση που παράγει ζωή. Με αυτή την λέξη «ζωή» ο Απόστολος εδώ δηλώνει, πρώτα απ” όλα, πνευματική ζωή (ΣΤ 4,11,23), την επαναποκατάσταση της αγιότητας. Μετά, στο τέλος, την επανόρθωση και τον δοξασμό του ιδίου του σώματος (Η11). Η λέξη έτσι υπονοεί προκαταβολικά το όλο περιεχόμενο του τμήματος που ακολουθεί (κεφ. ΣΤ-Η

Εδάφιο 19
«Ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ούτω και δια της υπακοής του ενός δίκαιοι κατασταθήσονται οι πολλοί.»
«Διότι όπως δια της παρακοής του ενός ανθρώπου οι πολλοί έγιναν αμαρτωλοί, έτσι και δια της υπακοής του ενός θα λάβουν δικαίωσιν οι πολλοί».

Με την πρώτη ματιά, αυτό το εδάφιο φαίνεται να είναι μια περιττή επανάληψη του προηγουμένου. Κυττόντας το πιο προσεκτικά όμως, βλέπομε, καθώς δείχνει και το «γαρ», ότι έχει σαν σκοπό ν” αναφέρει την ηθική αιτία που προκαλεί τούτα τα δύο γεγονότα (καταδίκη και δικαίωση), που τίθενται παράλληλα το ένα με το άλλο στο εδάφιο 18. Πράγματι, το 19α υπηρετεί να εξηγήσει το 18α, και το 19β το 18β.
Δύο ιστορικά γεγονότα κατευθύνουν την ζωή του ανθρωπίνου γένους (εδ. 18). Η καταδίκη που το σκοτώνει, και η δικαίωση που του δίνει ζωή. Αυτά τα δύο μεγάλα γεγονότα βασίζονται σε δύο ατομικές ηθικές πράξεις: Μια πράξη υπακοής, και μια πράξη ανυπακοής. Η επέκταση τώρα πάνω σε όλους του παραχθέντος αποτελέσματος, και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να εξηγηθεί μόνο κάτω από μια προϋπόθεση, την δυνατότητα ενεργείας, εμπηρεασμού, του ενός πάνω στους πολλούς μέσα στο γένος.
Αυτή η λέξη «παρακοή» δηλώνει την ηθική πράξη η οποία προκάλεσε την απόφαση της καταδίκης (εδ. 18α). Στην περίπτωση του Αδάμ υπήρξε «ακοή». Μια κατηγορηματική απαγόρευση είχε ηχήσει στ” αυτιά του. Αλλ” αυτή η απαγόρευση απέβη γι” αυτόν μάταιη, και σαν να μην υπήρχε («παρακοή»).
«Αμαρτωλοί κατεστάθησαν»: Θεωρήθηκαν σαν αμαρτωλοί (δια της απόφασης του θανάτου που επεβλήθη και πάνω σ” αυτούς, εδ. 18), διότι πράγματι κατεστάθησαν αμαρτωλοί εν Αδάμ (εδ. 19). Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 12 περιέκλειαν ήδη την ίδια ιδέα. Αυτοί όλοι συμμετείχαν μυστηριωδώς στο παράπτωμα του ενός («εφ ω πάντες ήμαρτον»). Το πρώτο γεγονός, δια του οποίου προέκυψε η ροπή προς την αμαρτία για όλο το ανθρώπινο γένος, βεβαιώνεται στο εδάφιο μας 19.
Στην ανυπακοή του ενός, εκεί αντιτίθεται η υπακοή του ενός. Μερικοί ερμηνευτές αντιλαμβάνονται δι” αυτής της «υπακοής» την εξιλεωτική θυσία του Ιησού. Αλλά όπως στην Λευιτική λατρεία το θύμα χρειαζόταν να είναι χωρίς ελάττωμα, έτσι στην αληθινή εξιλεωτική θυσία, το θύμα χρειαζόταν να είναι χωρίς αμαρτία. Είναι αδύνατον λοιπόν να απομονώσωμε εδώ τον θάνατο του Χριστού απ” την αγία Του ζωή. Και ο όρος «υπακοή» τ” αγκαλιάζει και τα δύο, σύγκρινε Φιλιππ. Β8.
«Δίκαιοι». Πρόκειται για δικαιοσύνη, όχι που την έχεις, αλλά που στην καταλογίζουν, μια κατάσταση που επιτυγχάνεται βάσει μιας δήλωσης (εκ μέρους του Θεού, φυσικά).
«Κατασταθήσονται». Μέλλοντας χρόνος. Αναφέρεται στην τελική δήλωση την ημέρα της κρίσης. Τούτος ο χρόνος είναι εκείνος που περιγράφεται στο Ε9-11.
Το δεύτερο «οι πολλοί» δεν μπορεί να έχει την ιδία έκταση όπως το προηγούμενο «οι πολλοί», γιατί στην πράξη, ενώ η δικαίωση ισχύει για όλους, δεν την οικειοποιούνται όλοι. Την οικειοποιούνται μόνον αυτοί που στο εδάφιο 17 τους ονόμασε «οι λαμβάνοντες», και για τους οποίους είπε, «θα βασιλεύσουν εν ζωή». Αυτός ο μέλλοντας «βασιλεύσουσι», είναι σε στενή σύνδεση με τον μέλλοντα «κατασταθήσονται», διότι η αναγγελία της δικαίωσης (εδ. 19), είναι η προϋπόθεση της «βασιλείας εν ζωή» (εδ. 17).
Στο εδάφιο 20 τώρα στην συνέχεια, δείχνεται συνοπτικά ο ρόλος του νόμου στην θρησκευτική ανάπτυξη του ανθρωπίνου γένους. Το εδάφιο 21 είναι το γενικό συμπέρασμα.

Εδάφιο 20
«Νόμος δε παρεισήλθεν ίνα πλεονάση το παράπτωμα. Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».
«Ο νόμος παρεισέφρυσε δια να πολλαπλασιασθούν οι παραβάσεις, αλλ” όπου επολλαπλασιάσθηκε η αμαρτία, εκεί ξεχείλισε η χάρις».

«Νόμος»: Πρόκειται για τον Μωσαϊκό νόμο. Οι Ιουδαίοι απέδιδαν ειδικά σπουδαίο ρόλο στον νόμο για την ιστορία της ανθρωπότητας. Τον θεωρούσαν, και προσπαθούσαν να τον κάνουν το μέσον εκπαίδευσης και σωτηρίας όλου του κόσμου (Β17-20). Ο Παύλος τους δείχνει ότο ο νόμος δεν παίζει παρά έναν δευτερεύοντα ρόλο. Ο νόμος προσετέθη στην περίοδο της αμαρτίας και του θανάτου, για να προετοιμάση για την εποχή της δικαίωσης και της ζωής.
«Παρεισήλθε»: Το ρήμα εφαρμόζεται για έναν παράγοντα που δεν καταλαμβάνει το εμπρόσθιο μέρος της σκηνής, αλλά εμφανίζεται εκεί για να παίξει μόνον έναν βοηθητικό ρόλο.
Η Μωσαϊκή οικονομία ήταν, πράγματι, μια δευτερεύουσα οικονομία, μια θέσπιση παράλληλη στην οικονομία της αμαρτίας. Ήταν μια ειδική οικονομία, δίπλα στην μεγάλη γενική οικονομία. Μπορεί να συγκριθεί μ” ένα κανάλι, που ρέει δίπλα στο ποτάμι που το τροφοδοτεί.
Και γιατί αυτή η ειδική οικονομία; «Ίνα πλεονάση το παράπτωμα».
Εάν, αντί της λέξης «παράπτωμα» ο Απόστολος είχε πει «παράβασις», η σκέψη του θα ήταν εύκολα αντιληπτή. Διότι αυτός ο ίδιος είχε πει (Δ15): «Όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει παράβαση», δηλαδή, σε κείνη την περίπτωση, η αμαρτία δεν έχει τη μορφή της παραβίασης μιας συγκεκριμένης εντολής. Η έννοια θα ήταν επομένως αυτή: Ο νόμος εδόθηκε στον Ισραήλ ώστε, ειδικά για την πεσμένη ανθρωπότητα, η αμαρτία να πάρει έναν βαρύτερο και πιο σαφή χαρακτήρα, εκείνον της παράβασης, και έτσι ν” αποκαλύψη πλήρως τον βλαβερό της χαρακτήρα, κάτι που θα οδηγούσε και στην θεραπεία της. Αλλ” αυτή η έννοια θ” απαιτούσε την χρήση του όρου «παράβασις».
Ο όρος που έχει επιλεγεί, «παράπτωμα», έχει μια πλατύτερη έννοια (ιδέ πάνω στο εδάφιο 15). Η λέξη, πράγματι, δηλώνει κάθε ειδική πράξη αμαρτίας που διαπράχθηκε κάτω από τον νόμο, ή χωρίς τον νόμο. Αυτή η έννοια είναι, απ” το άλλο μέρος, πιο περιορισμένη από κείνη της λέξης «αμαρτία», που περιλαμβάνει, εκτός από τις εξωτερικές πράξεις, και την διεφθαρμένη εσωτερική διάθεση. Άρα ο Απόστολος δεν θέλει να πει, ότι ο νόμος εδόθηκε για ν” αυξήση την ίδια την αμαρτία. Όχι μόνον η λέξη «αμαρτία» θ” απαιτείτο σ” αυτή την περίπτωση, αλλά και αυτή η σκέψη θα ήταν ασυμβίβαστη με την Θεία αγιότητα.
Η έννοια μάλλον είναι ότι, ο νόμος, παρουσιάζοντας εντολές, δίνει πολύ περισσότερες ευκαιρίες παράβασης. Το κάθε ένα τώρα απ” αυτά τα ειδικά παραπτώματα, όντας ανάγκη να εξιλεωθεί είτε με μια θυσία, είτε με μια ποινή, αποκαλύπτει έτσι πιο καθαρά την ανθρώπινη ενοχή, και η καταδίκη (όπου δεν μεσολαβήση η χάρη), φαίνεται πιο καλά θεμελιωμένη. Ο άνθρωπος δεν γίνεται με τον νόμο αναγκαστικά χειρότερος απ” ότι ήταν πριν. Απλά αποκαλύπτεται το τι ήδη είναι.
Να πάμε όμως λίγο πιο πέρα, για να κατανοήσωμε την πλήρη σκέψη του Αποστόλου. Μέσα σ” όλο αυτό το χωρίο (Εδ. 15,17,18), ο όρος «παράπτωμα» έχει μια ειδική σημασία: «Το παράπτωμα του Αδάμ». Δεν είναι φυσικό εδώ να πάρωμε την λέξη σ” αυτή την συγκεκριμένη της σημασία; Η έννοια τότε θα ήταν ως ακολούθως: Δια του νόμου έχει συμβεί ώστε το παράπτωμα του πρώτου ανθρώπου να πολλαπλασιασθεί, ή κατά μία έννοια, να επαναπαραχθεί το ίδιο μεταξύ των απογόνων του, σ” ένα πλήθος ειδικών πράξεων αμαρτίας, σαν ένας σπόρος που επανεμφανίζεται σε μια συγκομιδή σιτηρών, ομοίων με αυτόν τον ίδιον. Αυτές οι πράξεις αμαρτίας είναι το «παράπτωμα των πολλών», για τις οποίες εμίλησε το εδάφιο 16, και οι οποίες είναι το αντικείμενο της ατομικής δικαίωσης. Και ο στόχος του νόμου, κάνοντας την εκδήλωση, την αποκάλυψη της αμαρτίας άφθονη στον Ισραήλ, σ” αυτή την συγκεκριμένη μορφή (της παράβασης εντολής), ήτο ν” αποδείξη την εσωτερική αρρώστεια (σαν το τεστ κοπώσεως την ασθένεια της καρδιάς), και να προετοιμάση τον δρόμο για την θεραπεία της. Πως όμως; Η συνέχεια θα το εξηγήση.
«Ου δε». Σύμφωνα με ό,τι προηγείται, δεν μπορεί να έχη την έννοια του «οπουδήποτε», σαν τα λόγια που ακολουθούν να είναι ένα αξίωμα γενικής εφαρμογής.
Η σύνδεση μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου μέρους του εδαφίου απαιτεί ώστε η λέξη «ου» να ληφθή σε μια αυστηρά τοπική και περιορισμένη έννοια: «Όπου», δηλαδή στην περιοχή όπου ο νόμος έχει κάνει το έργο του, κάνοντας το παράπτωμα να περισεύση, δηλαδή στον Ισραήλ. Εκείνο βέβαια που έγινε στον Ισραήλ είχε σαν σκοπό να ωφελήση όλον τον κόσμο.
Καθώς ο νόμος, τώρα, έδωσε πιο συχνά ευκαιρία στον Ισραήλ ν” αποδείξη την ατομική του ενοχή, μ” αυτό ακριβώς το μέσο δόθηκε ευκαιρία και στην χάρη, από το άλλο μέρος, να αποκαλύψη τον εαυτόν της κατά έναν τρόπο πιο άφθονο και εξαιρετικό (Β4).
Μεταξύ των αποκαλύψεων του ελέους που αναφέρονται απ” αυτές τις τρείς τελευταίες λέξεις του εδαφίου μας «υπερεπερίσσευσεν η χάρις», δεν μπορούμε παρά να υποθέσωμε ότι ο Απόστολος τοποθετεί πρώτη πρώτη την μεγάλη εξιλεωτική πράξη πάνω στην οποίαν συγκλίνουν όλες οι αμαρτίες του Ισραήλ (Εβρ. Θ15), καθώς στην έκφραση «επλεόνασεν η αμαρτία», φυσιολογικά σκέφτεται το μεγαλύτερο έγκλημα του Ιουδαϊκού λαού, εκείνο στο οποίο συγκεντρώθηκε όλο το επαναστατικό τους πνεύμα, τον φόνο του Μεσσία, την Θεοκτονία, που ήταν και η καταστροφή τους. Έτσι, στις ακόλουθες λέξεις, βλέπομε να παρουσιάζεται στα εκστατικά μάτια του Αποστόλου το πλεονέκτημα που το Θείο έλεος έχει συνάγει απ” αυτό το έγκλημα, κάνοντας το άμεσα το όργανο σωτηρίας για τους ιδίους τους Ισραηλίτες, και για όλο το ανθρώπινο γένος.
Η λέξη «ου» πρέπει έτσι να λάβει μια ακόμη πιο περιορισμένη εφαρμογή από εκείνη που της έχομε ήδη δώσει. Ο Γολγοθάς, το θέατρο όπου η ανθρώπινη αμαρτία επέδειξε τον εαυτόν της όσο πουθενά αλλού, έγινε ταυτόχρονα το μέρος της πλέον εκπληκτικής αποκάλυψης της Θείας χάρης.
«Υπερεπερίσσευσεν»: Η χάρη εξεχείλισε πέραν από κάθε μέτρο, στο άπειρον.

Εδάφιον 21
«Ίνα ώσπερ εβασίλευσεν η αμαρτία εν τω θανάτω, ούτω και η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.»
«Ώστε, καθώς εβασίλευσε η αμαρτία δια μέσου του θανάτου, έτσι να βασιλεύση και η χάρις δια της δωρεάν δικαιώσεως, με αποτέλεσμα την αιώνιον ζωήν δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας».

Αυτό το εδάφιο δηλώνει τον παγκόσμιο στόχο αυτής της Θείας χάρης, που φαινόταν κατά πρώτον ν” αφορά τον Ισραήλ. Ο Παύλος έχει εδώ επιστρέψει στην γενική ιδέα του όλου χωρίου.
Τούτη η υπεραφθονία χάρης, συγνώμης πάνω σ” αυτή την περίσσεια της αμαρτίας στο μέσον του Ιουδαϊκού κόσμου, είχε λοιπόν σαν στόχο της («ίνα») να επιδείξη την χάρη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να βεβαιώση τον θρίαμβο της πάνω στο βασίλειο της αμαρτίας σ” όλη την γη, και να αντικαταστήση μια οικονομία με μια άλλη.
«Ώσπερ»: Το έργο της χάρης δεν πρέπει να μείνει ούτε σε έκταση ούτε σε αποτελεσματικότητα πίσω από εκείνο της αμαρτίας.
Οι λέξεις «εν τω θανάτω» μας θυμίζουν ότι η βασιλεία της αμαρτίας είναι παρούσα, αποκαλύπτοντας τον εαυτόν της στο χειροπιαστό γεγονός του θανάτου.
Η έννοια, «δια του θανάτου», δεν θα έδινε καμμία καθαρή ιδέα. Δεν είναι η αμαρτία που βασιλεύει δια του θανάτου, είναι ο θάνατος, αντιθέτως, που βασιλεύει δια της αμαρτίας.
Την αντίθεση στο «εν τω θανάτω» την βρίσκομε μεταξύ των δύο όρων, «δια δικαιοσύνης», και «εις ζωήν». «Δικαιοσύνη» εδώ, όπως σ” όλο τούτο το τμήμα του οποίου το παρόν εδάφιο είναι η συνόψιση, είναι η δικαίωση που χορηγείται κατά χάριν απ” τον Θεό στην πίστη (δεν αναφέρεται σε ηθική δικαιοσύνη). Εξ αυτού ο Απόστολος λέγει ότι «η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης». Είναι πράγματι μέσα απ” την ελεύθερη δικαίωση που η χάρη εγκαθιστά την βασιλεία της.
Ο στόχος της δικαίωσης είναι «ζωή». Αλλά αυτό το «αιώνια ζωή» δεν αναφέρεται μόνον στην μελλοντική δόξα. Συμπεριλαμβάνει και την αγιότητα η οποία από εδώ και εμπρός θα εκπηγάσει απ” την κατάσταση της δικαίωσης (σύγκρινε ΣΤ4,11,23).
Εάν, τώρα, το «δια δικαιοσύνης» συνοψίζει το μέρος της επιστολής που τέλειωσε μέχρι εδώ, το «εις ζωήν αιώνιον» είναι το θέμα του μέρους που πρόκειται ν” αρχίσει (ΣΤ-Η).
Οι τελευταίες λέξεις, «δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών», είναι η τελική ηχώ της σύγκρισης που ήταν το θέμα αυτού του χωρίου. Να το ξαναπούμε: Δια του παγκοσμίου και ατομικού για τον καθένα γεγονότος του θανάτου, που οφείλεται εις έναν, ο Παύλος θέλησε να καταδείξη την πραγματικότητα της παγκόσμιας και ατομικής για τον καθέναν δικαίωσης που ξεκινά πάλιν από έναν – παγκόσμια όσον αφορά την έκταση του αποτελέσματος της, ατομική λόγω της εφαρμογής της σε κάθε πιστό χωριστά. Και τώρα – έτσι αυτές οι τελευταίες λέξεις φαίνεται να λέγουν – ο Αδάμ πάει πέρασε, ο Χριστός μόνος μένει.
Αδάμ και Χριστός
Μελετόντας το προηγούμενο κομμάτι βλέπομε ότι οι συνέπειες που ο Παύλος συνάγει απ” την ενότητα μας με τον Αδάμ, ανήκουν σε μια ολοκληρωτικά διαφορετική σφαίρα απ” αυτές που πηγάζουν, σύμφωνα μ” αυτόν, απ” την ενότητα μας με τον Χριστό. Με τον Αδάμ είμαστε συνδεδεμένοι μέσω του γεγονότος της γέννησης. Ο κάθε άνθρωπος εμφανίζεται εδώ κάτω, κατά κάποιον τρόπο, σαν ένα μικρό κομμάτι εκείνου του πρώτου ανθρώπου, στον οποίον προσωποποιήθηκε ολόκληρο το γένος. Ο Αδάμ, όπως είπε κάποιος, είναι η «ουσία της φυσικής ανθρωπότητας». Και καθώς η γέννηση, δια της οποίας εμείς προερχόμαστε απ” αυτόν, είναι ένα γεγονός έξω απ” την συνείδηση, και ανεξάρτητο απ” την προσωπική μας θέληση, όλα εκείνα που ανήκουν στην περιοχή αυτής της φυσικής ύπαρξης, δεν μπορεί να έχουν κανέναν άλλον, παρά έναν εκπαιδευτικό και προσωρινό χαρακτήρα. Και ο θάνατος, για τον οποίον ο Παύλος μιλά σ” όλο αυτό το χωρίο, δεν είναι, όπως είδαμε, αιώνια καταδίκη, αλλά ο θάνατος στην συνήθη έννοια της λέξης. Η αμαρτία και η τάση προς το κακό που επικολλήθηκαν επάνω μας σαν παιδιά του Αδάμ, καθώς επίσης και τα ατομικά σφάλματα που μπορούμε να διαπράξωμε σ” αυτή την κατάσταση, μας τοποθετούν αναμφίβολλα σε μια κρίσιμη θέση, αλλά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να αποφύγωμε την αιώνια καταδίκη. Τούτα όλα, μπορεί να πει κάποιος, πιο πολύ δουλεύουν στο να υψώσουν την αίσθηση της επιτακτικής ανάγκης της σωτηρίας, που είναι έμφυτη σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.
Φθάνοντας τώρα στο κατώφλι της άλλης, της ανωτέρας περιοχής, βρίσκομε τους εαυτούς μας πρόσωπο με πρόσωπο με μια νέα και ολοκληρωτικά διαφορετική ενότητα, που μας προσφέρεται εν Χριστώ. Τούτη η ενότητα δεν συνάπτεται δι ενός φυσικού και ασυνειδήτου δεσμού, αλλά δια της ελευθέρας και θεληματικής πράξης της πίστης. Και είναι εδώ μόνον, στο κατώφλι της περιοχής αυτής της νέας ζωής, που οι ερωτήσεις για την αιώνια τύχη του ατόμου υψώνονται και αποφασίζονται. Κάποιος είπε, «Ο Χριστός είναι η Θεία ιδέα της ανθρωπότητας». Και είναι πράγματι αυτή η ιδέα, τέλεια πραγματοποιημένη.
Η πρώτη ανθρωπότητα που δημιουργήθηκε εν Αδάμ, με το χαρακτηριστικό της ελευθερίας της εκλογής, ήταν μόνο οι «χονδρές γραμμές», το περίγραμμα της ανθρωπότητας, καθώς τελικά την προόριζε ο Θεός, και το χαρακτηριστικό της οποίας, καθώς και του Ιδίου του Θεού, είναι η αγιότητα. Ο άνθρωπος ο οποίος δια πίστεως σύρει την δικαίωση και την ζωή του απ” την νέα κεφαλή της ανθρωπότητας, προοδευτικά υψώνεται στο επίπεδο αυτής της κεφαλής, ή όπως λέγει ο Παύλος, «στο τέλειο ανάστημα του Χριστού».
Ο άνθρωπος όμως που αρνείται να συνάψη αυτόν τον δεσμό ενότητας με τον δεύτερο Αδάμ, παραμένει, γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, στην φθαρτή του φύση. Είναι πλέον ο ίδιος υπεύθυνος γι” αυτό, διότι ακριβώς έχει αρνηθεί ν” ανταλλάξη αυτήν για την νέα που του προσεφέρθη, ενώ είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τις εθελοντικές παραβάσεις που προσετέθηκαν απ” τον ίδιο σε κείνη του πρώτου του πατέρα. Φθείροντας τώρα τον εαυτόν του περισσότερο και περισσότερο με τις ένοχες επιθυμίες του, προχωρά, λόγω δικού του σφάλματος, σε αιώνια απώλεια, στον δεύτερο θάνατο. Τούτο δεν είναι κάτι που το κληρονομεί απ” τον Αδάμ.
Εδώ έχομε φθάσει στο τέλος του θεμελιώδους μέρους της μελέτης, που σχηματίζει το σώμα της επιστολής. Στο πρώτο τμήμα ο Παύλος έχει καταδείξει την παγκόσμια καταδίκη. Στο δεύτερο, έχει εκθέσει την παγκόσμια δικαίωση δια του Χριστού, που προσφέρεται στην πίστη. Στο τρίτο μέρος έδειξε το γεγονός της καταδίκης όλων εις τον έναν, πράγμα που το κάνει φανερό η βασιλεία του θανάτου πάνω σε όλους. Στην συνέχεια, με λογικά επιχειρήματα, συνάγει την δικαίωση όλων εις τον έναν.
Η ερώτηση που τώρα προκύπτει είναι, εάν ο τρόπος δικαίωσης, καθώς αναπτύχθηκε, μπορεί να εξασφαλίση την ηθική ανανέωση του ανθρωπίνου γένους, και να εξηγήση την θεία καθοδήγηση της ιστορίας μέχρι εδώ, της οποίας είναι και η ολοκλήρωση. Τούτο είναι το θέμα των δύο ακολούθων τμημάτων.

Share this: