Στοχασμοί επάνω στο κακό

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017




Στον κόσμο όπου ζούμε βρισκόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με κάτι κακό: με τη φτώχεια και τη δυστυχία, με την αρρώστια, την ατυχία, τον πόλεμο, το έγκλημα, το μίσος και τον φθόνο, με τον πόνο και με τον θάνατο.

 Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με το κακό που τυχόν μάς βρίσκει προσωπικά, ακόμα και αν εμείς ζούμε σε μια σχετική ευτυχία, απολαμβάνουμε μια σχετική ευμάρεια και τις ευλογίες μιας ίσως εφήμερης υγείας: μας περιβάλλει το κακό και η δυστυχία των άλλων.

 Η μέρα μας αρχίζει συνήθως με ειδήσεις για καταστροφές, πολέμους και θανάτους και τελειώνει με την παρουσίαση των άθλων διάφορων δημοσίων προσώπων, είτε ανήκουν στον χώρο της πολιτικής, είτε των τεχνών είτε ακόμα και του πνεύματος.

Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα του κακού, οι στιγμές της ευτυχίας, της υγείας, της ειρήνης, της ευμάρειάς μας μοιάζουν με ατόλλες διάσπαρτες στον φουρτουνιασμένο ωκεανό, μικρές, σαθρές, επίπεδες νησίδες που μόλις και εξέχουν από τα νερά και κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να γίνουν βορά των μανιασμένων κυμάτων ή —ακόμη και όταν επικρατεί νηνεμία— της αδυσώπητης ανύψωσης της στάθμης των υδάτων.

Και όμως δεν το βάζουμε κάτω: κάθε μέρα ξυπνάμε, σηκωνόμαστε, εκτελούμε με μεγαλύτερη ή μικρότερη ευλάβεια το καθημερινό εθιμοτυπικό της πρωινής μας τουαλέτας και βγαίνουμε να αντιμετωπίσουμε έναν κόσμο που, όπως φαίνεται, μας κάνει απλώς τη χάρη να ανέχεται την ύπαρξή μας — και αυτό μόνο στον βαθμό που δεν του γινόμαστε αντιληπτοί.

Τι μας κρατάει όρθιους και μας δίνει την δύναμη να συνεχίσουμε; Μήπως η ελπίδα σε κάτι καλύτερο;

Μερικοί θα πουν ότι η ελπίδα είναι πράγματι το μοναδικό κίνητρο.

 Όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πρέπει να παραδεχτούμε ότι συνειδητοποιούμε τη δύναμη της ελπίδας μόνο στις σπάνιες στιγμές της σχόλης μας, τις στιγμές εκείνες που έχουμε και τον χρόνο αλλά και τη δύναμη να αναστοχαστούμε τη ζωή μας συνολικά, επιτυγχάνοντας αυτή την ιδιόμορφη σύνθεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον μας.

 Τις περισσότερες φορές, αυτό που μας κρατά στην πρώτη γραμμή της ζωής και μας σώζει από την απύθμενη άβυσσο της κατάθλιψης είναι η σκέψη ότι όλα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα.

 Το συναίσθημα ότι μέχρι τώρα έχουμε αποφύγει τα χειρότερα, ότι την έχουμε σκαπουλάρει, έστω για σήμερα και για αύριο, ή για το μέλλον που μπορούμε κάπου να διακρίνουμε.

 Αυτό το συναίσθημα είναι, αν όχι ισχυρότερο, τουλάχιστον συχνότερο από το συναίσθημα της ελπίδας.

Το επαναλαμβάνω για να γίνω κατανοητός: Δεν ισχυρίζομαι ότι ζούμε σε έναν κόσμο που αποκλείει την ελπίδα — το αντίθετο ισχύει.

 Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι τον περισσότερο καιρό δεν έχουμε συνείδηση της ελπίδας, αλλά της τύχης μας να έχουμε αποφύγει το χειρότερο.

 Και, αν το καλοσκεφτούμε, η συνειδητοποίηση της τύχης μας να έχουμε αποφύγει το χειρότερο είναι το χώμα όπου μπορεί να ριζώσει και να ανθίσει η ελπίδα.


Μπορούμε επάνω στη βάση αυτής της πραγματικότητας να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι ο κόσμος τελικά δεν είναι ούτε αδιάφορος ούτε εκ βάθρων εχθρικός απέναντί μας, αλλά ότι μας δέχεται και μας υποστηρίζει με έναν παράξενο, φαινομενικά παράλογο και κυνικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν μας δείχνει τι έχουμε να κερδίσουμε αλλά τί δεν έχουμε χάσει.

 Με άλλα λόγια, ο κόσμος μας δεν μας δείχνει την τελειότητά του, αλλά μας λέει ότι είναι το καλύτερο που μπορεί να μας συμβεί.

 Ο κόσμος όπου ζούμε είναι, όπως λένε μερικοί, ο καλύτερος από όλους τους κόσμους που είναι δυνατοί.

Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων.

 Και ως πρόσωπα, και ως ομάδες.

 Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων κάθε στιγμή και της ατομικής και της ιστορικής μας ύπαρξης.

 Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μας ανάσα.

 Ο κόσμος ήταν ο καλύτερος των κόσμων και για τους Τρώες που είδαν την πατρίδα τους να γίνεται βορά της δίψας για εξουσία του Αγαμέμνονα και της εγκληματικής αλαζονείας των Αχαιών, και για τους νικητές της μάχης του Αούστερλιτς, και για τους εκπορθητές των χειμερινών ανακτόρων της Αγίας Πετρούπολης, και —όσο κυνικό και αν ακούγεται αυτό— για τους πρόσφυγες που χάνουν τη μάχη της ζωής στα παγωμένα νερά του Αιγαίου σήμερα.

 Επαναλαμβάνω: Ο κόσμος μας δεν είναι τέλειος — απολύτως τέλειος.

 Το αντίθετο: βρίθει από ατέλειες, φυσικές και ηθικές. Παρ’ όλα αυτά, είναι ο καλύτερος σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο κόσμο που μπορεί να φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να ζήσει.


Είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να αποδειχτεί εμπειρικά.

 Δεν μπορούμε ούτε να δημιουργήσουμε, ούτε να μεταβούμε σε έναν άλλο δυνατό κόσμο, σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, όπου η ιστορία γράφτηκε αλλιώς, όπου λιμοί, σεισμοί, πόλεμοι και εγκλήματα δεν συνέβησαν ποτέ, για να δούμε πώς ζουν οι κάτοικοί του και να συγκρίνουμε τη ζωή τους με τη ζωή μας.

 Από την άλλη, μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο όπου η ιστορία ξαναγράφεται έτσι όπως τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, παραλείποντας όμως ένα συγκεκριμένο κακό γεγονός — έναν πόλεμο, ένα έγκλημα, μία καταστροφή.

 Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι μερικοί κατορθώνουν να ξαναγράψουν την ιστορία εξαιρώντας τον εαυτό τους από ένα συγκεκριμένο κακό, αφήνοντάς όμως όλα τα άλλα έτσι όπως ήταν και είναι.

 Αυτός θα ήταν ένας κόσμος με τη μικρότερη δυνατή απόκλιση από τον δικό μας.

 Σ’ αυτόν τον κόσμο, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα είχαν γλιτώσει από την κακή τους μοίρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα την είχαν υποστεί όπως και στον δικό μας.

 Όμως, εάν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν, θα αποτελούσε μια κατάφωρη αδικία.

 Γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ιδιαίτερη μεταχείριση αυτής της ομάδας σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

 Ανεξάρτητα λοιπόν από το γεγονός ότι ο δικός μας κόσμος είναι άδικος, αυτός ο ελάχιστα αποκλίνων κόσμος θα ήταν πιο άδικος από τον δικό μας, ακόμα και αν θα περιείχε λιγότερο πόνο και θάνατο.

 Γιατί αυτές οι ζωές θα είχαν κερδηθεί εις βάρος όλων των άλλων («εις βάρος», γιατί έχουμε πει ότι η απόκλιση είναι η ελάχιστη δυνατή — όλα τα άλλα πρέπει να συμβούν όπως τα γνωρίζουμε).


Ας υποθέσουμε, τώρα, ότι για να αντιμετωπίσουμε αυτή την αδικία κατασκευάζουμε έναν κόσμο όπου κανένα γνωστό μας κακό δεν έχει συμβεί, αλλά έχουν συμβεί όλα τα υπόλοιπα καλά — όσο λίγα κι αν είναι αυτά.

 Όμως ένας τέτοιος κόσμος είναι αδύνατον να υπάρξει, γιατί καλό και κακό βρίσκονται σε μια συνέχεια.

 Το καλό έχει πάντα ως προϋπόθεση ένα κακό, υπό την έννοια ότι το καλό αναιρεί πάντα τις συνέπειες ενός κακού. 

Πάντα μαθαίνουμε από τα λάθη ή από τις αδυναμίες μας. 

Ένας κόσμος όπου δεν θα είχε συμβεί κανένα κακό θα ήταν ένας κόσμος όπου δεν έχει συμβεί τίποτε — και, αν θέλουμε να αποφύγουμε και στο μέλλον κάθε κακό, θα είναι και ένας κόσμος όπου δεν πρόκειται να συμβεί και τίποτε.

 Ένας κόσμος όμως όπου τίποτε δεν έχει συμβεί, τίποτε δεν συμβαίνει και τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί, είναι ένας κόσμος άδειος, ένας κόσμος χωρίς περιεχόμενο, ένας κόσμος ανύπαρκτος.


Το συμπέρασμα αυτών των σκέψεων είναι ότι ο κόσμος όπου ζούμε είναι, παρ’ όλη την ατέλεια και την αδικία που τον διέπει, ο τελειότερος, ο δικαιότερος, ο καλύτερος των κόσμων που είναι δυνατοί.

 Και, όπως παρουσίασα αυτόν τον συλλογισμό εδώ, το συμπέρασμα ισχύει άσχετα από το εάν κάποιος θεωρεί ότι ο κόσμος είναι το δημιούργημα ενός παντοδύναμου Θεού ή το αποτέλεσμα της δράσης τυφλών φυσικών νόμων.


Ο κόσμος όπου ζούμε είναι λοιπόν ένα αμάλγαμα καλού και κακού και εμείς είμαστε, όπως φαίνεται, σε θέση να αναγνωρίσουμε το κακό, να το χαρακτηρίσουμε, να το αντιμετωπίσουμε και να το νικήσουμε — τουλάχιστον στα σημεία. 

Ως συνειδητά όντα, έχουμε, όχι μόνο επίγνωση του κακού, αλλά και επίγνωση του καλού, καθώς και του γεγονότος ότι μπορούμε τουλάχιστον να πολεμήσουμε το κακό και πολλές φορές να το νικήσουμε.

 Επάνω σε αυτή τη γνώση βασίζεται και η ελπίδα ότι οι ατόλλες του καλού, όχι μόνον δεν θα βυθιστούν στον ωκεανό του κακού, αλλά θα αυξάνουν συνεχώς σε μέγεθος και σε δύναμη, και κάποτε θα ενωθούν σε μια κραταιά ήπειρο.


Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το φώς νικά το σκοτάδι.

 Γιατί το σκοτάδι είναι μόνο η απουσία του φωτός.

 Όμως στον κόσμο όπου ζούμε δεν υπάρχει μόνο το σκοτάδι, δεν υπάρχει μόνο το κακό που χαρακτηρίζεται από την απουσία του καλού, της γνώσης, της τάξης, του νόμου. Υπάρχει και σκοτάδι που εμφανίζεται στο φως, υπάρχει και ένα φως σκοτεινό, που τυφλώνει.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κακό υπάρχει με μια μορφή καλλιεργημένη, μορφωμένη, μια μορφή θετική, μια μορφή που δείχνει ένα δρόμο — ένα δρόμο που οδηγεί στην άβυσσο.


Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κακό δρα και συμμετέχει ενεργά.

 Ζούμε λοιπόν στον καλύτερο των κόσμων;





Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το φώς νικά το σκοτάδι.

 Γιατί το σκοτάδι είναι μόνο η απουσία του φωτός.

 Αυτή ήταν η κυρίαρχη άποψη της ηθικής φιλοσοφίας μετά τον Διαφωτισμό.

 Αυτή η άποψη δέχτηκε μια καταστροφική διάψευση από το Ολοκαύτωμα, τη Σοά, που ανάμεσα στο 1941 και το 1945 οδήγησε στον θάνατο τουλάχιστον έξι εκατομμύρια Εβραίους και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων, ανάμεσά τους και Γερμανούς, τους οποίους το ναζιστικό καθεστώς θεώρησε επίσης ανάξιους ζωής.


Η ιστορική εμπειρία του Ολοκαυτώματος ήταν η μέχρι τώρα πιο καθαρή απόδειξη ότι στον κόσμο όπου ζούμε δεν υπάρχει μόνο το σκοτάδι, δεν υπάρχει μόνο το κακό που χαρακτηρίζεται από την απουσία του καλού, της γνώσης, της τάξης και του νόμου, αλλά υπάρχει και ένα σκοτάδι που εμφανίζεται σαν φως, ένα φως σκοτεινό, ένα φως που τυφλώνει.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κακό υπάρχει με μία μορφή καλλιεργημένη, μορφωμένη, μία μορφή θετική, μία μορφή που δείχνει ένα δρόμο, που θεσπίζει νόμους και επιβάλλει μία τάξη — ένα δρόμο και μία τάξη όμως που οδηγούν στην άβυσσο.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κακό δρα και συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή του, αφήνοντας πίσω του μερικές φορές ανεξίτηλα σημάδια και μνημεία λαξευμένα στην πέτρα και χυμένα σε μπρούντζο.


Ζούμε παρ’ όλα αυτά στον καλύτερο των κόσμων;


Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στην ερώτηση σε αυτή τη μορφή, πρέπει να εξετάσουμε πρώτα τη φύση αυτού του κακού.

 Το κακό που μελετήσαμε στον προηγούμενο στοχασμό ήταν το κακό που πηγάζει από τη στέρηση του καλού, το κακό που οφείλεται στην άγνοια ή στην ακρασία, δηλαδή την αδυναμία να αντισταθούμε στα πάθη και τις επιθυμίες μας.

 Όμως το κακό που θα αντιμετωπίσουμε τώρα είναι ένα κακό που εμφανίζεται με θετική μορφή: το κακό που δρα, το κακό που σχεδιάζει και εκτελεί, το κακό που κρίνει, που βάζει σκοπούς, χρησιμοποιεί μεθόδους και επιτυγχάνει αποτελέσματα· το κακό που θέλει να επιτύχει κάτι, να δημιουργήσει και να αποτυπωθεί στα δημιουργήματά του· το κακό που έχει πάρει σάρκα και οστά — το ενσαρκωμένο κακό.


Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ενσαρκωμένου κακού είναι η αυτο-τελειότητα, κάτι εντελώς διαφορετικό από την αυτοτέλεια και που δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν.

 Ένας αυτοτελής άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που οργανώνει και ζει τη ζωή του χωρίς να εξαρτάται από άλλους ανθρώπους ή από ορισμένες συνθήκες.

 Σε αντίθεση με την αυτοτέλεια, που είναι μια σχετική τελειότητα, προσανατολισμένη πάντοτε προς την απόλυτη τελειότητα, την οποία επιζητεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να την επιτύχει εντελώς, η αυτο-τελειότητα χαρακτηρίζει μία κατάσταση ολοκληρωμένης τελειότητας ενός ανθρώπου, η οποία είναι γι’ αυτόν δεδομένη.

 Με άλλα λόγια, ο αυτο-τέλειος άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του απολύτως τελειότερο από τους άλλους —  όπου το «απολύτως» υποδηλώνει ότι η τελειότητα του αυτο-τέλειου είναι εντελώς ανεξάρτητη από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα.

 Ο αυτο-τέλειος θεωρεί τον εαυτό του φύσει τελειότερο.


Η καθημερινή μας γλώσσα δεν περιέχει έναν ιδιαίτερο όρο για να περιγράψει αυτήν την κατάσταση —εξ ου και η ανάγκη της εισαγωγής ενός νεολογισμού—, αλλά πολλούς περιγραφικούς όρους ψυχικών διαθέσεων και τύπων προσωπικού χαρακτήρα που απορρέουν από την αυτο-τελειότητα: έπαρση, οίηση, αλαζονεία, ναρκισσισμός, ύβρις. 

Ο λόγος για τον οποίο δεν χρησιμοποιώ μια από αυτές τις λέξεις είναι ότι ο αυτο-τέλειος στην πιο «εκλεπτυσμένη» μορφή του μπορεί να συγκαλύψει τις συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται με αυτούς τους όρους. 

Ο «σοφιστικέ» αυτο-τέλειος άνθρωπος εμφανίζεται σαν εγκρατής —καμιά φορά μέχρι τα όρια του ασκητικού—, μετριοπαθής, μετριόφρων και ορθολογικός.


Γιατί όμως ο αυτο-τέλειος είναι το ενσαρκωμένο κακό;

 Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να προκαλεί το κακό μόνο και μόνο επειδή είναι πεπεισμένος ότι είναι η πηγή του καλού, μία αντίληψη που απορρέει από την αυτο-τελειότητά του;


Εντέλει, πώς είναι δυνατόν να γίνεται το κακό στο όνομα του καλού;


Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι η τελειότητα όπως καθετί άλλο θετικό δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός, και δεν μπορεί ούτε να εξαφανιστεί.

 Το γεγονός ότι η αισθητή τελειότητα του κόσμου αυξάνει, αργά μεν αλλά σταθερά, έχει να κάνει με το ότι η τελειότητα διαθέτει δύο εκδοχές: μία δυνητική και μία πραγματική, δηλαδή μία αισθητή εκδοχή.

 Ο βαθμός της πραγματικής τελειότητας ενός όντος είναι πεπερασμένος και μπορεί να αυξηθεί μόνο είτε κάνοντας χρήση της δυνητικής τελειότητας ενός άλλου όντος, αναλίσκοντάς το, όπως συμβαίνει, π.χ., κατά την αφομοίωση της τροφής, είτε χρησιμοποιώντας ένα μέρος της δυνητικής τελειότητας που ενυπάρχει στο ίδιο το ον και μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική τελειότητα.

 Και οι δύο τρόποι αύξησης της πραγματικής τελειότητας έχουν όμως ως προϋπόθεση την εξάρτηση και αλληλεπίδραση του όντος με το περιβάλλον του και τα άλλα όντα, και ως συνέπεια το γεγονός ότι όντα του ιδίου είδους έχουν τον ίδιο βαθμό πραγματικής τελειότητας σε σχέση με την κοινή τους φύση. 

Με άλλα λόγια: ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αυξήσει την πραγματική τελειότητά του αναλίσκοντας την πραγματική τελειότητα ενός άλλου ανθρώπου, π.χ. μέσω ενός φόνου. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: διότι η ενεργός καταστροφή ενός ανθρώπου από έναν άλλο άνθρωπο μέσω του φόνου έχει ως συνέπεια τη διάχυση της πραγματικής τελειότητας του φονευθέντος στο ανθρώπινο είδος, δηλαδή τη μετατροπή της σε δυνητική τελειότητα.

 Επιπλέον, επειδή ο άνθρωπος έχει συνείδηση τόσο της φύσης του ως ανθρώπου όσο και της φύσης των πράξεών του, ο φονέας έχει συνείδηση του γεγονότος ότι ο φόνος δεν του αποφέρει όφελος ως προς την τελειότητά του, καταφέρνοντας έτσι να χάσει και μέρος της δικής του πραγματικής τελειότητας.

Ο αυτο-τέλειος άνθρωπος δεν υποπίπτει στο σφάλμα της απόπειρας να αυξήσει την πραγματική τελειότητά του αποσπώντας την ενεργά από έναν άλλο άνθρωπο.

 Ο αυτο-τέλειος άνθρωπος δεν είναι το αποτέλεσμα ενός φόνου.

 Η πλάνη του αυτο-τέλειου ανθρώπου είναι ότι διατηρεί τη βεβαιότητα ότι βρίσκεται εκ φύσεως σε ένα άλλο επίπεδο πραγματικής τελειότητας από έναν «κοινό» άνθρωπο, ότι είναι μέλος ενός διαφορετικού είδους ανθρώπου, φύσει τελειότερου από τον «κοινό» άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί πλέον φύσει υποδεέστερο —  τον θεωρεί «υπάνθρωπο».

 Ο φύσει υποδεέστερος άνθρωπος, ο υπάνθρωπος, είναι η αναγκαία συνέπεια του σφάλματος του αυτο-τέλειου ανθρώπου, γιατί η πλασματική ανωτερότητα του αυτο-τέλειου μπορεί να υπάρχει μόνο αφαιρώντας τελειότητα από έναν άλλο, έναν άνθρωπο που στα μάτια του αυτο-τέλειου υποβιβάζεται σε υπάνθρωπο.


Οι τρόποι και τα επιχειρήματα που συντηρούν αυτόν τον υποβιβασμό ποικίλλουν ανάλογα με τις εποχές και τις καταστάσεις, αλλά σε τελική ανάλυση βασίζονται σε βιώματα απώλειας του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού ή πολιτιστικού στάτους, τα οποία συνιστούν αυτό που η Simone Weil ονόμασε «ξεριζωμό».

 Ο αυτο-τέλειος άνθρωπος είναι ένας ξεριζωμένος, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επουλώσει το τραύμα του ξεριζωμού του με την ιδέα της αυτο-τελειότητάς του.

 Στην προσπάθειά του αυτή, ξεριζώνει κάποιον άλλον αφαιρώντας του μέρος από τη φυσική του τελειότητα.


Ο αυτο-τέλειος άνθρωπος υποπίπτει έτσι σε δύο σφάλματα: πρώτον, παραγνωρίζει τα πραγματικά αίτια του ξεριζωμού του και, δεύτερον, προσπαθεί να επουλώσει τις συνέπειές του αφαιρώντας τελειότητα από κάποιον άλλο άνθρωπο, καθιστώντας τον υπάνθρωπο.

 Η διαταραγμένη σχέση ανάμεσα στον αυτο-τέλειο άνθρωπο και τον αντίποδά του, τον υπάνθρωπο, δεν μπορεί να διορθωθεί με την τελειοποίηση και την εξίσωση του δεύτερου με τον πρώτο, γιατί είναι καθορισμένη ήδη από τη φύση του αυτο-τέλειου.

 Κατ’ αυτά, η μόνη λύση είναι η φυσική εξολόθρευση του υπανθρώπου.

Ο αυτο-τέλειος άνθρωπο αντιμετωπίζει τον αντίποδά του όπως ο γιατρός την ασθένεια.

 Το Ολοκαύτωμα, η Σοά, είναι η ιστορικά πιο μαζική και συστηματική προσπάθεια του αυτο-τέλειου ανθρώπου να εξοντώσει το δημιούργημά του, τον υπάνθρωπο.

 Η Σοά σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε ψυχρά και ορθολογικά, στο πλαίσιο του νόμου, με πειθαρχία και ακρίβεια, χωρίς πάθος και καταπολεμώντας το συναίσθημα του οίκτου, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες των δραστών είχε αναπτυχθεί σε πολλούς από αυτούς.


Όπως κάθε πράξη που βασίζεται σε μη πραγματικούς λόγους, έτσι και η προσπάθεια του αυτο-τέλειου να απαλλαγεί από την ύπαρξη του αντίποδά του στρέφεται τελικά εναντίον του. 

Και αυτό όχι μόνον γιατί η προσπάθεια εξόντωσης των αθώων, των αυθαίρετα υποβιβασμένων ανθρώπων, προκαλεί τη γενική ενεργή αντίδραση, αντίδραση που στην περίπτωση του ναζισμού έλαβε τη μορφή μιας παγκόσμιας πανστρατιάς εναντίον του (γι’ αυτό ίσως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πραγματικά παγκόσμιος ακόμα και σε σχέση με τον Α΄, ο οποίος ήταν βασικά ένας «εσωτερικός» πόλεμος μεταξύ των ετοιμοθάνατων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών του βορείου ημισφαιρίου), αλλά και επειδή τελικά και ο αυτο-τέλειος συνειδητοποιεί ότι η εξόντωση του υπανθρώπου όχι μόνον δεν τον ανακουφίζει αλλά και επιτείνει την αγωνία του, επειδή η επιπλέον τελειότητα του αυτο-τέλειου δεν πηγάζει από αυτόν αλλά πάντα από κάποιον άλλο.

 Απαλλαγμένος από τον αντίποδά του ο αυτο-τέλειος διαπιστώνει ότι και η δική του ύπαρξη δεν μπορεί να εκπληρώσει τις αυθαίρετες προδιαγραφές τελειότητας που έχει δημιουργήσει — και έτσι στρέφεται τελικά κατά του ίδιου του εαυτού του.

Ο αυτο-τέλειος άνθρωπος, το ενσαρκωμένο κακό, αυτοκαταστρέφεται.

 Πριν όμως φτάσει σε αυτό το σημείο, έχει φέρει την καταστροφή.

 Έχει δημιουργήσει τραύματα που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επουλωθούν, αλλά ταυτοχρόνως έχει σπείρει τα σπέρματα του επόμενου αυτο-τέλειου, που θα εμφανιστεί με άλλο πρόσωπο και άλλες αντιλήψεις της αυτο-τελειότητάς του: με αντιλήψεις που πάλι στην αρχή θα αναγνωριστούν δύσκολα και θα απαιτήσουν ίσως μια ακόμα πιο δυναμική και πιο επίπονη συστράτευση δυνάμεων για την καταπολέμησή τους…


Ζούμε σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζει μόνο το κακό ως στέρηση αλλά και ως θέση.

 Ζούμε σε έναν κόσμο που επιτρέπει στο κακό να ενσαρκωθεί και να δράσει.

 Όμως το κακό δεν μπορεί να ενσαρκωθεί ως αυτόνομη ουσία, αλλά πάντα με τη βοήθεια μιας ύπαρξης, ενός ανθρώπου, που του «δανείζει» την πραγματικότητά του.

 Το τίμημα αυτού του δανείου είναι η αυτοκαταστροφή.

 Υπό αυτή την έννοια, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι οπωσδήποτε καλύτερος από έναν κόσμο όπου το κακό θα είχε αυτόνομη και ανεξάρτητη υπόσταση.

 Ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κακό υπάρχει μόνο ως εκπεσών άγγελος, ως Εωσφόρος (ο οποίος υποπίπτει επίσης στο σφάλμα της αυτο-τελειότητας) και όχι ως Αριμάν, ως φύσει κακό πνεύμα, ως Νείκος ευρισκόμενο σε αιώνιο αγώνα με τη Φιλότητα, το Καλό.

Ζούμε λοιπόν στον καλύτερο των κόσμων.

Ζούμε όμως σε έναν κόσμο που, όπως φαίνεται, δεν μπορεί από μόνος του να εμποδίσει την ενσάρκωση του κακού.

Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων;






Από τις καταβολές της ιστορίας της, η ανθρωπότητα προσπάθησε και προσπαθεί να λυτρωθεί από το κακό, τόσο από αυτό που απορρέει από τη στέρηση και την άγνοια, όσο και από το ενσαρκωμένο κακό.

 Προσπάθησε και προσπαθεί να καταπολεμήσει την άγνοια και τη στέρηση με την επιστήμη, και να αποτρέψει την ενσάρκωση του κακού με την ηθική διαπαιδαγώγηση και τη δικαιοσύνη.

 Και από τις καταβολές της ιστορίας της η ανθρωπότητα διαπιστώνει ότι η προσπάθειά της αυτή δεν μπορεί να ευοδωθεί χωρίς μία βοήθεια «έξωθεν», χωρίς μία παρέμβαση του Θείου ή της τύχης ή και των δύο. 

Το ότι αυτή η επίγνωση δεν είναι μόνο μία άλλη μορφή δεισιδαιμονίας, αλλά πραγματικότητα το μαρτυρούν δύο προσεγγίσεις που ανήκουν στον πυρήνα της ύψιστης μορφής ανθρώπινης σκέψης, της φιλοσοφικής.


Στο «Περί Φύσεως», ο Παρμενίδης περιπλανάται με το άρμα του στους δρόμους της σφαλερής γνώσης μέχρις ότου νύμφες τον οδηγούν στο ανάκτορο της Θεάς και την πείθουν να τον αφήσει να εισέλθει.

 Τότε μόνο η Θεά αποκαλύπτει στον Παρμενίδη την απόλυτα αληθή γνώση και τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθήσει για την επιτύχει.

 Χωρίς τη βοήθεια, χωρίς την αποκάλυψη της Θεάς, ο δρόμος για την αληθή γνώση θα παρέμενε για τον Παρμενίδη και τους ανθρώπους όχι μόνο άβατος αλλά και άγνωστος.

 Όμως αυτός ο δρόμος δεν του αποκαλύφτηκε χαριστικά, αλλά μόνον αφού ο Παρμενίδης κατέβαλε επίπονες προσπάθειες για να βρει την αλήθεια.

 Η θέληση του Παρμενίδη και η αποφασιστικότητά του είχαν ως αναγκαίο αποτέλεσμα τόσο το να οδηγηθεί από τις νύμφες στο ανάκτορο της Θεάς όσο και το να πειστεί εκείνη να τον αφήσει να εισέλθει ώστε να του αποκαλυφθεί η αλήθεια.

 Η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι μια απλή ανταμοιβή, χωρίς όμως να είναι και το αντικείμενο μιας αυθαίρετης απόφασης εκ μέρους της Θεάς: είναι μια πράξη που, πέντε αιώνες αργότερα, στο πλαίσιο μιας πιο αφηρημένης αλλά και πιο επικεντρωμένης στον άνθρωπο αντίληψης του Θείου, θα χαρακτηριστεί «Θεία χάρη».


Περίπου τέσσερις γενεές μετά τον Παρμενίδη, ο Αριστοτέλης παραδέχεται στα «Ηθικά Νικομάχεια» ότι η ευδαιμονία δεν επιτυγχάνεται ευθέως αλλά είναι ένας «πλάγιος στόχος». Κατά τον Αριστοτέλη, η εμπειρία της ζωής μάς δείχνει ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τον χαρακτηρισμό ενός ανθρώπου ως ευδαίμονος.

 Μπορεί κάποιος να έχει ζήσει μια ενάρετη ζωή, να έχει πάρει μόνο ορθές αποφάσεις, να έχει επιτύχει, να έχει υψηλή υπόληψη στην κοινωνία, να έχει διαπρέψει στον δημόσιο βίο, να έχει τιμηθεί και εν ζωή και μετά θάνατον.

 Όμως ο φιλόσοφος μας προειδοποιεί ότι η κρίση που θέλει αυτό τον άνθρωπο ευδαίμονα δεν είναι αναγκαία ορθή. 

Γιατί τα παιδιά και τα εγγόνια του μπορεί να σπιλώσουν την τιμή του και να κατασπαταλήσουν την περιουσία του. 

Μπορεί να αποδειχτεί ότι μια απόφαση που όταν πάρθηκε θεωρήθηκε ορθή απέβη μακροπρόθεσμα ολέθρια.

 Το σημερινό καλό μπορεί να είναι η αιτία του αυριανού κακού.


Ο Αριστοτέλης επισημαίνει επίσης ότι η ευδαιμονία δεν είναι απλώς ο χαρακτηρισμός μιας συγκεκριμένης κατάστασης ή μιας συγκεκριμένης ζωής: προσδιορίζεται και από τη σχέση ενός ανθρώπου με το κοινωνικό του περιβάλλον και με την ανθρωπότητα εν γένει.

 Η ευδαιμονία είναι ένας σκοπός που δεν μπορεί να επιτευχθεί ευθέως, με την προσπάθεια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου ή μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, αλλά μόνο πλαγίως: με τη συνδρομή παραγόντων που ένας συγκεκριμένος άνθρωπος ή μία συγκεκριμένη κοινωνία δεν μπορούν να ελέγξουν κατ’ απόλυτο τρόπο.

Αυτή η ασάφεια όμως, κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι λόγος ούτε για να βυθιστεί κανείς στην απελπισία, ούτε για να θεωρήσει ότι ζει μόνον για τη στιγμιαία ηδονή.

 Γιατί κάθε πράξη επιτελείται με κριτήριο και γνώμονα αυτό που θέλει και μπορεί να επιτύχει, και όχι αυτό που μπορεί να προκύψει, είτε από συγκυρία, είτε από το γεγονός ότι ο πράττων δεν είναι παντογνώστης.

 Πράττουμε με γνώμονα και κριτήριο αυτό που μας φαίνεται καλό μια δεδομένη στιγμή, έχοντας όμως πάντα κατά νου ότι η απόφασή μας πρέπει να επιζήσει από μελλοντικές αμφισβητήσεις και κριτικές, και προσπαθούμε να διευρύνουμε συνεχώς τη γνώση μας, ώστε να μπορούμε να αποφύγουμε όσο περισσότερα κακά μπορούμε να διακρίνουμε, ελπίζοντας ότι μακροπρόθεσμα οι πράξεις μας θα έχουν λιγότερες αρνητικές και περισσότερες θετικές συνέπειες.

 Όπως ο Παρμενίδης αναγνωρίζει ότι δεν μπορούμε να βρούμε την αλήθεια χωρίς τη συνδρομή της θεϊκής βοήθειας, έτσι και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι δεν μπορούμε να επιτύχουμε την απόλυτη ηθική τελείωση μόνο με τις δικές μας δυνάμεις — χρειαζόμαστε και τη βοήθεια της συγκυρίας, μιας συγκυρίας όμως που δεν είναι εντελώς αυθαίρετη και τυχαία, αλλά βασίζεται στο γεγονός ότι ο κόσμος έχει μία τάξη, ότι προσδιορίζεται από έναν υπέρτατο θεϊκό Νου.


Το κεντρικό μήνυμα του μονοθεϊστικού χριστιανισμού που βασίζεται στην παρμενίδεια (διαμέσου του Πλάτωνα) και την αριστοτελική φιλοσοφική σκέψη είναι ότι η αυτολύτρωση του ανθρώπου από το κακό, όχι μόνο δεν είναι δυνατή, αλλά ότι η απόπειρά της και μόνο αποτελεί και το πρώτο βήμα που οδηγεί στην ενσάρκωση του κακού.

 Η λύτρωση από το κακό είναι το αποτέλεσμα της συνέργειας της ανθρώπινης προσπάθειας και της Θείας χάρης, η οποία επέρχεται όχι ως απλή ανταμοιβή για την υπακοή στις Θείες εντολές, αλλά ως (λογικά) αναγκαία συνέπεια της ίδιας τής ειλικρινούς προσπάθειας.

 Μιας προσπάθειας που στηρίζεται στην ελπίδα ότι το κακό που συναντάμε στον κόσμο ανήκει μόνο στη σφαίρα των φαινομένων και δεν είναι μέρος της φύσης του.

Στην ελπίδα δηλαδή ότι ζούμε πράγματι στον καλύτερο των κόσμων.

Σε τι έγκειται η δική μας συμβολή στη λύτρωση από το κακό; Προφανώς όχι στην τυφλή και άκριτη εφαρμογή θεϊκών εντολών και Θείων νόμων που επιτάσσουν κάτι και απαγορεύουν κάτι άλλο.

 Τέτοιοι νόμοι δεν υπάρχουν και, εάν υπάρχουν, δεν είναι Θείοι νόμοι — αυτό είναι ένα από τα βασικά μηνύματα του Χριστού.

 Ο Θείος νόμος είναι καταστατικός νόμος, καθορίζει δηλαδή τη μορφή ενός τρόπου ζωής.

 Όπως κάθε καταστατικός νόμος, έτσι και ο Θείος νόμος δεν απαγορεύει και δεν θεσπίζει ποινές, αλλά είναι ένα βοήθημα προσανατολισμού.

 Εξ ου και είναι απλός και θετικός, δεν είναι απαγορευτικός. 

Είναι απλός αλλά έχει πολλές εκφράσεις: «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν», ή, «Αγαπάτε αλλήλους». 

Με άλλα λόγια: «Μη βλάπτεις κανένα» (Νeminem laedere). 

Βοήθησε τον συνάνθρωπό σου να σταθεί στα πόδια του, δώσε του δύναμη στον αγώνα του.

 Και προ πάντων: Να είσαι επιεικής μαζί του. 

Να είσαι πάντα έτοιμος να τον συγχωρήσεις. 

Αναγνώρισε ότι και αυτός σφάλλει όπως και εσύ και γι’ αυτό μη θεωρείς τον εαυτό σου τελειότερο από αυτόν.


Αυτή η προτροπή, αυτός ο «νόμος», δεν μας απαγορεύει να αμυνθούμε απέναντι στο κακό και να το καταπολεμήσουμε με όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας.

 Μας υπενθυμίζει όμως ότι ο εχθρός μας είναι το κακό και όχι ο άνθρωπος που έχει πιαστεί στα δίχτυα του.

Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων;

Ζούμε σε έναν κόσμο που ναι μεν επιτρέπει στο κακό να εμφανιστεί και να ενσαρκωθεί, αλλά που μας δείχνει ταυτόχρονα και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να το καταπολεμήσουμε.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας βοηθά όταν οι δυνάμεις μας δεν επαρκούν για να διακρίνουμε τον σωστό δρόμο, ανάβοντάς μας ένα φάρο, αποκαλύπτοντάς μας την αλήθεια, δίνοντάς μας δύναμη και ελπίδα.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας ενθαρρύνει να πράξουμε το καλό, ακόμα και απέναντι στο κακό.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας αφήνει να συγχωρήσουμε και να μετανιώσουμε.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας αφήνει να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι.
 Και που απαντά στην προσπάθειά μας αυτή αποκαλύπτοντάς μας τα μυστικά του και αφήνοντάς μας να τον κάνουμε πιο φιλόξενο για τη ζωή.

Και, προ πάντων, ζούμε σε έναν κόσμο που μας δίνει μια ευκαιρία να τον δούμε και να τον βιώσουμε.

 Να αισθανθούμε χαρά και λύπη, να δημιουργήσουμε, να αποκτήσουμε γνώσεις, να γίνουμε σοφότεροι, να νιώσουμε και να δώσουμε την αγάπη.

Ζούμε στον καλύτερο των κόσμων.


Νίκος Ψαρρός 
καθηγητής φιλοσοφίας 
στο πανεπιστήμιο της Λειψίας

via