Μέθη

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016





Όλα ξεκίνησαν με ένα απότομο και σπαστικό γέλιο που άρχισε να βγαίνει από μέσα μου. Στην αρχή νόμιζα ότι κάποιος άλλος γελούσε αντί για μένα,αλλά μετά θυμήθηκα ότι ήμουν μόνος στο σπίτι. Με συνεπήρε ολόκληρο και σπασμοί κυρίευσαν το κορμί μου. Σωριάστηκα στην πολυθρόνα αφήνοντας το Captain Morgan να πέσει από τα χέρια μου. Μια μικρή τελευταία γουλιά που είχε μείνει, βγήκε σιγά σιγά από το μπουκάλι λερώνοντας το χαλί.

Από το πολύ γέλιο με πόνεσε η κοιλιά μου και δάκρυα κάλυψαν τα μάτια μου. Το αστείο ήταν ότι δεν υπήρχε πουθενά αστείο στην υπόθεση. Αντιθέτως εκείνο το βράδυ ήθελα να μεθύσω, ήθελα να ξεχάσω. Και έτσι είχα πιάσει να αδειάζω όλα τα μπουκάλια που βρήκα μες στο σπίτι μου.

Σταμάτησα για λίγο το παράλογο γέλιο μου και κοίταξα χαμένος γύρω μου. Ένιωσα τις στιβάδες των βιβλίων να έρχονται καταπάνω μου και να με πλακώνουν. Πνιγόμουν. Έκανα να πιάσω τον καπετάνιο αλλά αυτός μου γλίστρησε πιο πέρα. Έκανα να σηκωθώ αλλά ξανάπεσα βαρύς στην πολυθρόνα μου. Πρέπει να είχα ξεράσει κάπου γιατί το δωμάτιο μύριζε απαίσια. Θυμάμαι ότι μέσα στην παράνοια της μέθης, η μυρωδιά από τα ξερατά μού θύμισε σφαγείο, όπως αυτά που επισκεπτόμουν μικρός με τον πατέρα μου.

Κοίταξα προς το ταβάνι και σκούπισα τον ιδρωμένο λαιμό μου με το χέρι μου. Άρχισα να βρίζω τον Θεό εκεί ψηλά και να σηκώνω τις γροθιές μου. Τα βιβλία με πλάκωναν πιο πολύ. 

Πνιγόμουν.

Η όλη φάση πρέπει να κράτησε κανένα μισάωρο. Μετά άρχισε να γελάω πάλι. Μα πριν τα μάτια μου κλείσουν και πέσω σε βαθύ ύπνο, θυμάμαι το γέλιο μου να αναμιγνύεται με κλάμα. Και στο τέλος έμεινα να κλαίω σαν μικρό παιδί.


 Ο μεθυσμένος



Απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορίες να σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι
Ένας τύπος μπαίνει σ’ ένα μπαρ, κάθεται στην μπάρα και ζητάει πέντε ποτήρια ουίσκι.
«Όλα μαζί;» ρωτάει ο σερβιτόρος.
«Ναι, και τα πέντε» απαντά ο πελάτης, «σκέτα, χωρίς πάγο.»
Τον σερβίρει, και ο πελάτης τα πίνει μονορούφι.
«Σερβιτόρε» λέει. «Τώρα, βάλε μου τέσσερα ποτήρια ουίσκι, χωρίς πάγο.»
Ενώ αυτός τα σερβίρει, αρχίζει να βλέπει ότι ο πελάτης έχει αποκτήσει ένα χαζό χαμόγελο. Αφού πιει συνεχόμενα και τα τέσσερα ποτήρια, προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος, και καθώς αρπάζεται από την μπάρα αναφωνεί: «Αγόρι! Φέρε μου άλλα τρία ποτήρια ουίσκι». Γελάει λίγο και προσθέτει: «Χωρίς πάγο».
Ο σερβιτόρος υπακούει και ο πελάτης τα ξαναπίνει γρήγορα.
Τώρα δεν είναι χαζό μόνο το χαμόγελο, αλλά και το βλέμμα.
«Φίλε!» λέει τώρα με δυνατή φωνή, «βάλε μου δύο ποτήρια από το ίδιο.»
Τα κατεβάζει, και φωνάζει γι’ άλλη μια φορά στον σερβιτόρο: «Αδελφέ! Είσαι σαν αδελφός για μένα…» Γελάει με λόξυγκα και προσθέτει: «Βάλε μου άλλο ένα ποτήρι ουίσκι, χωρίς πάγο. Αλλά μόνο ένα, έτσι; Μονάχα ένα…»
Ο μπάρμαν τον σερβίρει.
Ο τύπος κατεβάζει το ποτήρι με μία και μόνη γουλιά και, εξαιτίας μιας ακαταμάχητης ζαλάδας, πέφτει στο πάτωμα εντελώς και οριστικά μεθυσμένος.
Από εκεί κάτω, λέει στο σερβιτόρο: «Ο γιατρός μου δε θέλει να με πιστέψει, αλλά εσύ είσαι μάρτυρας: Όσο λιγότερο πίνω, τόσο χειρότερα γίνομαι!»