Οκτωβρίου 2019



Μερικές φορές με εκπλήσσει, πόσο όμορφη 
δείχνει η φύση που περιβάλλει τον πλανήτη. 



Τίποτα απ’ όσα είναι δοσμένα από τη φύση δεν είναι χωρίς τάξη.




Ακολούθησε το ρυθμό της Φύσης. Το μυστικό της είναι η υπομονή.






Αν η φύση δεν ήταν όμορφη, δεν θα άξιζε τον κόπο να τη γνωρίσουμε. Κι αν δεν άξιζε τον κόπο να γνωρίσουμε τη φύση, τότε δεν θα άξιζε να ζούμε.



















[full_width]






  Αν η ψευδαίσθηση μεταμορφωνόταν σε πλάσμα της μυθολογίας, τότε θα επρόκειτο σίγουρα για μια αισθαντική σειρήνα. Θα ανέσυρε από το χρονοντούλαπο του παρελθόντος την πλέον απoπροσανατολιστική μελωδία, την ίδια που σκοτείνιασε τον δρόμο προς την Ιθάκη. Και παρόλο που η Ιθάκη συμβολίζει την ατόφια ευτυχία, πόσες φορές, άραγε, επιλέξαμε να συνθηκολογήσουμε με τη βολή ενός καλοστημένου ψέματος;


Πλαγιάσαμε, λοιπόν, με τις αυταπάτες μας καθώς ο κόσμος φαντάζει απείρως πιο ασφαλής εντός των φοβικών μας ορίων. Πνιγόμαστε στα ρηχά κι αναζητάμε κυρίως ευκαιριακά σωσίβια, όσα θα μας επιτρέψουν να πλατσουρίζουμε για λίγο ακόμη, να επιβιώνουμε με το κεφάλι σκυφτό και τα όνειρα νεκρά.

Ο ωκεανός μοιάζει επικίνδυνος κι εμείς αρνούμαστε πεισματικά να μάθουμε κολύμπι. Αν το κάνουμε, θ’ αναγκαστούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με τις δυσλειτουργίες μας, ν’ αφαιρέσουμε τη χρυσόσκονη που επιμελώς σκορπίσαμε πάνω τους και να μείνουμε μονάχα με την τρομακτική σκόνη τους. Κι η σκόνη ταυτίζεται με τα φαντάσματα του παρελθόντος που επίμονα μας κυνηγούν. Είναι τα στερεότυπα που ασυναίσθητα αναπαράγουμε, είναι όσα «δεν μπορείς» νίκησαν τα θέλω μας.

Αν εξερευνήσουμε τον μαγικό ωκεανό, τότε αναμφισβήτητα θα πληρώσουμε το τίμημα. Όσο θα ξεμακραίνουμε από την ακτή, τόσο θα αποχαιρετάμε συνήθειες ετών. Θα διαπιστώνουμε πως είμαστε πιο δυνατοί από τους εθισμούς μας, πιο ευφυείς από τη φυλακή μας. Θα λέμε τη γνώμη μας δυνατά και περήφανα, χωρίς την αγωνία να την επιβάλουμε στους γύρω μας. Μα αν αυτή δεν συναντά το μέσο όρο, θα θεωρούμαστε αποδιοπομπαίοι τράγοι.

Θα απειλούμε το σύστημα κι αυτό – όπως κάθε ανασφαλής οργανισμός που σέβεται τον μίζερο εαυτό του – θα μας επιτίθεται με οργή. Θα προσπαθεί να μας πείσει πως θεωρείται απλώς εντάξει να συμβιώνουμε με χειριστικούς συντρόφους, να κόβουμε και να ράβουμε τις συναναστροφές μας σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους.

Έπειτα θα μας σιγοψιθυρίζει να μην μας καίγεται καρφί για όσα σεξιστικά σχόλια κατά καιρούς ξεστομίζονται από προοδευτικούς τύπους με ανοιχτά πουκάμισα και κλειστά μυαλά. Να χαμογελάμε γιατί ποσώς αρμόζει στο κομψό μας στυλ ν’ ασπαζόμαστε τις γραφικές υπερβολές του φεμινιστικού κινήματος. Στην καλύτερη να σφυρίζουμε αδιάφορα και να συνεχίζουμε τη ζωούλα μας.

Να περιμένουμε την κοινωνία ν’ αλλάξει. Με τα χέρια σταυρωμένα, τα μάτια κλειστά και τ’ αυτιά βουλωμένα να ελπίζουμε πως θα γίνουμε κάποτε λίγο περισσότερο άνθρωποι, πως θα συνειδητοποιήσουμε πως το χρήμα, το χρώμα, το φύλο κι η καταγωγή καθόλου δε συγκαταλέγονται στους δείκτες υπεροχής.

Κι όσο θα βουτάμε στον ωκεανό, τόσο θ’ αφήνουμε πίσω μας πρόσωπα. Εκείνους που φοβήθηκαν τη στιγμή της ελευθερίας μας, καθώς τους υπενθύμισε τα δεσμά της σκλαβιάς τους. Ο μέσος όρος, άλλωστε, λατρεύει να μας φορά αλυσίδες. Με αυτόν τον τρόπο οι δικές του γίνονται κομματάκι πιο υποφερτές.

Και προσδιορίζεται αυστηρά με βάση τις ετικέτες. Αριστερά ας κάτσουν οι ζευγαρωμένοι, δεξιά οι εργένηδες. Ένα βήμα μπροστά οι άντρες εργένηδες, δύο βήματα πίσω οι γυναίκες. Το νου μας, μην μπερδέψουμε τα βήματα! Πρόκειται, άλλωστε, για μια πανάρχαια χορογραφία, που κληροδοτείται μυστικά από γενιά σε γενιά και μας δένει σφιχτά στον δωρικό ρυθμό της.

Κι αν απλώς εφεύρουμε το δικό μας ρυθμό; Τότε ποτέ ξανά δεν θα χρειαστεί να ξεστομίσουμε τη μοιρολατρική φράση «έτσι είναι η ζωή». Γιατί η ζωή μεταμορφώνεται αιωνίως σε ό,τι εμείς είμαστε. Σουρεαλιστική, αστεία, απρόβλεπτη, αποκαλυπτική και συναρπαστική για όσους εμπνεύστηκαν από τα κύματα και τόλμησαν να σερφάρουν πάνω τους. Πληκτική, μέτρια, προβλέψιμη και δειλή για εκείνους που κρύφτηκαν στην ακτή, που βύθισαν την εσωτερική τους φωνή στη λάσπη της ατολμίας.

Κι αν ο Οδυσσέας έφτασε κάποτε στην Ιθάκη, ελάχιστα το χρωστάει στη συνδρομή της Θεάς Αθηνάς. Η κόρη του Δία ποτέ δεν θα τον βοηθούσε, αν μέσα του δεν διέκρινε την επιθυμία της σωτηρίας, εάν ο ήρωας δε φλεγόταν από τον πόθο ενός ιδανικού μεγαλύτερου από τη σκιά του.



Ακολουθώντας το φως μας, θα πάψουμε να εξωραΐζουμε τους δαίμονες. Θ’ αποδεσμευτούμε από τη σκοτεινή τους αγκαλιά, διακυβεύοντας τις σταθερές μας για ένα ταξίδι που αναποδογυρίζει οριστικά το σύμπαν μας. Στην πορεία μας, θα συναντήσουμε πελώριες φουρτούνες μα και λεπτά εκστατικής γαλήνης. Και μέσα στη σιωπή, ίσως κάποτε βαθιά νιώσουμε πως σπουδαιότεροι εξερευνητές δε γεννήθηκαν από όσους αναζήτησαν την αλήθεια τους κι αποτέλεσαν για τον εαυτό τους μια κάποια Ιθάκη.






Ο καλόγερος του Μάθιου Λιούις




  Ένα μυθιστόρημα που πρωτοεμφανίστηκε το 1796, γραμμένο από έναν ευφυέστατο συγγραφέα, τολμά και καταπιάνεται με ένα θέμα ηθικής που έμελλε να υποστεί έντονη λογοκρισία στην εποχή του και να εγείρει διχογνωμία και διάσταση απόψεων.



Ο πάτερ Αμβρόσιος, ένας χαρισματικός καλόγερος, μοιάζει να ξεπήδησε από την κούνια του Θεού και να ρίχτηκε στη γη για να κηρύξει τη μετάνοια και να καταδικάσει κάθε είδος αμαρτίας, μαγεύοντας σαν άλλος ένας εκλεκτός ενός ανώτερου όντος, το γοητευμένο από την αύρα του ποίμνιο.



Έχοντας υπερβολική αυτοπεποίθηση και μάλλον δικαιολογημένα, δεν διστάζει να τιμωρήσει τη μοναχή Αγνή όταν μαθαίνει πως όχι μόνο παρέβη τους μοναχικούς της όρκους αλλά πως επίσης κουβαλά στα σπλάχνα της τον καρπό του έρωτά της με τον ευγενή Ραϋμόνδο.


Η νέα, απογοητευμένη από την ανηλεή αντιμετώπισή του, παραδίδεται στη μνησίκακη ηγουμένη του τάγματος της Αγίας Κλάρας όπου ανήκε, αναθεματίζοντας τον Αμβρόσιο με ειλικρινή πόνο ψυχής.

Εκείνος, απρόσβλητος, αγέρωχος και αλαζονικός, μη δίνοντας σημασία σε σύμβολα και οιωνούς, συνεχίζει να κάνει το κήρυγμά του, συνεχίζει να προσεύχεται ευλαβικά και να λατρεύει με μαγεμένη αφοσίωση την εικόνα της θεϊκής Μαντόνας, ενισχύοντας έτσι την πίστη του και την αρετή της ψυχής του.

Όμως το πνεύμα του σατανά δεν είχε αποφασίσει να αφήσει ατιμώρητη μια τέτοια αλαζονική στάση ζωής υποκινημένη από αισθήματα σαθρής κενοδοξίας.

Σαν ερπετό που σέρνεται κοντά του η Ματθίλδη, η νέα που η μορφή της ανήκει σ’ εκείνην της Μαντόνας κεντρίζει με το ρόδο της τον Αμβρόσιο και από τότε εκείνος παύει να εξουσιάζει τα πάθη του. Αφήνεται σ’ αυτά δίχως ντροπή και ενδοιασμό, δίχως φόβο και τύψεις συνειδήσεως, ρουφά με όλη του τη δύναμη τις ηδονές που του προσφέρει η ζωή, λησμονώντας με μεγάλη ευκολία το λόγο για τον οποίο ένα ανώτερο ον τον είχε στείλει στη ζωή.

Εφόσον το αρρωστημένο πάθος του για τη Ματθίλδη περάσει, η μορφή της όμορφης, αθώας και πανάρετης Αντωνίας, της νεαρής που είχε ερωτευτεί ο Λορέντζο, o αδερφός της μοναχής Αγνής, του γίνεται έμμονη ιδέα και βάζει σκοπό της ζωής του να την κατακτήσει. Προσπαθώντας να υπερβεί εμπόδια που η φύση του έβαζε, όπως η συνεχής παρουσία στο πλευρό της Αντωνίας της άρρωστης μητέρας της Ελβίρας, προβαίνει σε πράξεις εγκληματικές που δύσκολα θα συγχωρούσε ακόμα κι ένας Θεός της κατανόησης, της συγχώρεσης και της αγάπης.

Τα σκοτεινά σύμβολα, οι λιτανείες από σκιερές αινιγματικές μορφές, οι νεκρικές ερωτικές κλίνες, οι κατακόμβες του μαρτυρίου και του θανάτου, η μαύρη μαγεία, η συμφωνία με τον διάβολο μπροστά στα αδιέξοδα του ήρωα, όλα βοηθούν στην εξυπηρέτηση της ροής αυτού του γοτθικού μυθιστορήματος, αυτού του τόσο αριστοτεχνικά δομημένου αναλόγως βέβαια της ψυχοπαθολογίας του κεντρικού ήρωα.

Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό έργο γεμάτο ρεαλιστικές περιγραφές, ζοφερό και συμβολικό περιεχόμενο, άκρως τολμηρό και ευφυέστατο. Ιδανικό για τους λάτρεις του φανταστικού.

Όμως τι είναι πραγματικά ο Καλόγερος;

Ένας ακόλαστος και βλάσφημος ιερωμένος; Ένας αχρείος και λάγνος αμαρτωλός; Ένας αναίσχυντος δολοφόνος της ανθρώπινης ύπαρξης; Ένας τραγελαφικά υποκριτής;

Ο Αμβρόσιος θα μπορούσε να είναι ο καθένας από μας, εφόσον ενσαρκώνει δυο πτυχές τις ανθρώπινης φύσης, την αγγελική και την δαιμονική.

Ποιος από μας δεν θα στεκόταν αλαζονικός μπροστά στην ουσία της ύπαρξης αν του δινόταν μια τέτοια μεθυστική εξουσία εξ ουρανού;

Πώς θα ένιωθε καθένας από μας αν του έδινε το ποίμνιο να καταλάβει πως εκείνος είναι ο εκλεκτός; Πώς θα ένιωθε ο καθένας από μας αν είχε την εξουσία να δαμάσει τα πάντα;

Και ποιος δεν θα δελεαζόταν από το αντικείμενο του πόθου του, αν τον κατέκλυζαν σφοδρές εμμονικές επιθυμίες σε τέτοιο βαθμό που θα τον έκαναν να φτάσει στα όρια της τρέλας και της αρρώστιας; Ποιος δεν θα υπέκυπτε μπροστά σε ένα τόσο μανιασμένο παραλήρημα; Ποιος δεν θα γέμιζε με τρόμο και θα αφηνόταν να ηττηθεί μπροστά στην απειλή της επερχόμενης τιμωρίας που οι ένοχες πράξεις του θα επέφεραν;

Αυτό όμως που πραγματικά νίκησε τον Αμβρόσιο ήταν ο ίδιος του ο εαυτός. Έπεσε στην παγίδα που του έστησε η ιδιότητά του, τυφλωμένος από ένα όνειρο μιας θρονιασμένης ματαιοδοξίας. Ήταν το δικό του αμάρτημα, η δική του αλαζονεία.

Να πώς επιλέγει κάθε τελώνιο πνεύμα το θύμα του.

Μια ενάρετη από επιλογή ψυχή ίσως και να μην αποτελούσε τόσο μεγάλη πρόκληση.

Η ενθρόνιση της αρετής στην ψυχή όμως από κενοδοξία, δελεάζει…

Και σ’ όποιον τολμά κάτι τέτοιο, μια νέα πρόκληση γεννιέται για κάθε διάβολο που καιροφυλακτεί.

Και είναι μάλλον πολλές εκεί έξω…







Ο «Καλόγερος» του Μάθιου Λιούις, ένα από τα πιο εμβληματικά γοτθικά μυθιστορήματα και ένα έργο που επηρέασε όσο λίγα τους σύγχρονους δημιουργούς. 


Ο βρετανικός ρομαντισμός, βαθιά συνδεδεμένος με τις αρχές του γοτθικού κινήματος, εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλη ανταπόκριση στις βραχύβιες μόδες αλλά και στα σίριαλ και τη μουσική (ακόμη και στις πένθιμες νεορομαντικές μπαλάντες).


 Ίσως, πάλι, να ξεχωρίζει γι' αυτό ακριβώς: επειδή δεν αποτύπωσε εθνικιστικά σύμβολα –όπως, φερ' ειπείν, συνέβη με τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης– και μάλλον έμεινε στενά αρματωμένος στο βασικό του όχημα, που ήταν ανέκαθεν ο έρωτας. 

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της γοτθικής παράδοσης που ανέδειξαν οι αγγλοσαξωνικοί τίτλοι εμπίπτει ως αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμά της ο Καλόγερος του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις.

 Δεν πρόκειται μόνο για ένα από τα πιο εμβληματικά δείγματα του γοτθικού μυθιστορήματος, γραμμένο λίγο πριν από τη λήξη του 18ου αιώνα, το 1796, αλλά για ένα αειθαλές κλασικό έργο που επηρέασε πολλαπλά τους σύγχρονους δημιουργούς: άλλοτε με τη βαθιά επαναστατική του διάθεση –κυρίως κατά του φαρισαϊσμού των ηθών και του κλήρου–, άλλοτε με την περιγραφική του ενάργεια κι άλλοτε με το συμβολικό του βάθος.

 Πολλοί, μάλιστα, έσπευσαν να δουν σε αυτό και περίτεχνα διαφυλικά παιχνίδια, κυρίως με καλόγερους, που είναι κατ' ουσίαν γυναίκες, ή με γυναίκες που μεταμορφώνονται σε καλόγερους.

 Το πάθος εδώ δεν είναι μόνο η υπόθεση ενός αγοριού που αγάπησε μια φτωχή ηρωίδα αλλά μια ερωτική έλξη που υπερβαίνει τα φύλα και διαπερνά τις ψυχές, και κυρίως ανατρέπει οποιαδήποτε εικόνα για την κυρίαρχη ηθική. 

Η λαγνεία δεν επιδέχεται εξωραϊσμούς, με τον ίδιο τρόπο που η συγγραφή –κι αυτό είναι κάτι που τονίζει επανειλημμένως ο Λιούις– δεν συγχωρεί ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις. 

Το πιο καλό μυθιστόρημα μπορεί να χρησιμοποιεί τα πιο πιασάρικα τερτίπια, όπως και οι πιο «καταχωνιασμένοι» θρύλοι.

 Εν προκειμένω, ένα λαϊκό παραμύθι για τη Ματωμένη Καλόγρια που υπάρχει εγκιβωτισμένο στο βιβλίο μπορεί να εμπνέει σπουδαίες μυθοπλαστικές αφηγήσεις.

 Δύσκολο, αλήθεια, να ξεχωρίσει κανείς ποιο ακριβώς είναι το βασικό γνώρισμα του εμβληματικού Καλόγερου (που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοσματόπουλου και του Κυριάκου Αθανασιάδη στα ποιήματα), αυτού το αριστουργήματος του 18ου αιώνα:

 άλλοι εμμένουν στην περιγραφική του δεινότητα και άλλοι στο σαρωτικό του μένος ενάντια σε ό,τι θεωρούμε δεδομένο.





 Τίποτε, άλλωστε, δεν είναι εδώ όπως φαίνεται: ο πιο αγαθός καλόγερος, εν προκειμένω ο Αμβρόσιος, μεταμορφώνεται στον πιο πιστό υπηρέτη του διαβόλου και οι αρχές του Αγαθού κυοφορούν εκφαυλισμένες πράξεις. 


«Μην εμπιστεύεστε την κανονιστικότητα των Αρχών και της Εκκλησίας» φαίνεται πως είναι το κεντρικό σύνθημα που διαπερνά τη γραφίδα του σχεδόν πιτσιρικά Μάθιου Λιούις, ο οποίος, αν και ήταν μόλις 19 ετών όταν έγραφε το βιβλίο, έβλεπε με πόνο ψυχής το έθνος του να βγαίνει διχασμένο και ματωμένο από τον θρησκευτικό φανατισμό.



Ο Καλόγερος, Μτφρ: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Εκδόσεις Gutenberg, Σελίδες: 567, Τιμή: € 25 (Public Τιμή: € 15)



 Η ρομαντική ενότητα στην οποία αποβλέπει ο διπλωμάτης και άκρως πολιτικοποιημένος Λιούις –κάτι που διαπέρασε τους εθνικούς αγώνες του 19ου αιώνα στην Ευρώπη– αντηχεί έντονα σε κάθε του λέξη.


 Ενδεχομένως να μη γράφει το βιβλίο χωρίς πολιτικό στόχο: το αδιέξοδο των αιματηρών πολέμων ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες είναι αντίστοιχο με το δίλημμα του καλού και του κακού που χαρακτηρίζει τις κινήσεις του καλόγερου.


 Πρόκειται, ουσιαστικά, για τις όψεις του ίδιου νομίσματος, στο οποίο ποντάρει κάθε πράξη που αντίκειται στην ελευθερία του όντος.

 Η Εκκλησία είναι στην πραγματικότητα τόσο φαύλη όσο καλή φαίνεται στις αγαθοεργίες και στην υποτιθέμενη συνοχή που εξασφαλίζει για το σύνολο.

Είναι σίγουρο ότι ο διπλωμάτης Λιούις, γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα από την ελεύθερη Ολλανδία, οραματιζόταν μια σπινοζική κοσμική ενέργεια, πέρα από τα δίπολα και τα διλήμματα που έθετε ο κλήρος.

 Και πόνταρε δυναμικά στον έρωτα και το συναίσθημα, ακολουθώντας και εδώ τον Μπαρούχ Σπινόζα, του οποίου οι ιδέες ήταν πλέον δημοφιλείς τότε στη φημισμένη για τις ελεύθερες ιδέες της Χάγη.

«Η πραγματική γνώση των αιτιών του παθητικού συναισθήματος», επέμενε ο Σπινόζα, «μπορεί να το μεταμορφώσει σε ενεργητικό», μια θέση που άνοιξε τις πόρτες στις ασυνείδητες αποχρώσεις των οριακών αντιδράσεων που χαρακτηρίζουν τους πρωταγωνιστές του βιβλίου.

 Εξού και τα παράλογα, παράνομα και ασυνείδητα πάθη τα οποία κατακλύζουν τους ήρωες του Καλόγερου, την εύλογη μεταλλαγή του κακού σε καλό και του καλού σε κακό, τις διαρκείς μεταμορφώσεις και τις πλούσιες συμβολικές ενατενίσεις.

 Όχι τυχαία ο Κόλεριτζ υπερτόνιζε διαρκώς την «πλούσια, δυνατή και διαπρύσια φαντασία του συγγραφέα του Καλόγερου», ενώ ο Μπουνιουέλ είχε επηρεαστεί με πολλαπλούς τρόπους από το αριστούργημα του Μάθιου Λιούις.


 Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ο Αμβρόσιος, επιφανής ηγούμενος σε μοναστήρι των Καπουτσίνων της Μαδρίτης, και ο νεοφερμένος καλόγερος Ροζάριο.

 Η δαιμόνια Ματθίλδη που τον παρασέρνει, μεταμορφωμένη σε καλόγερο, τον αναγκάζει να υποταχθεί αποκλειστικά στα θέλγητρα της σάρκας: χτυπημένος από το πάθος, ο μέχρι πρότινος άμωμος Αμβρόσιος ξεπερνά εύκολα τη Ματθίλδη και επιζητά οποιαδήποτε βρίσκεται στο διάβα του.

Τυφλωμένος από το πάθος, προσπαθεί να διακορεύσει την αθώα Αντωνία, η οποία προστατεύεται από τη μητέρα της, την Ελβίρα.

Μέσα στη μανία του αποφασίζει να βγάλει από τη μέση την Ελβίρα δολοφονώντας τη, ενώ το ίδιο τελικά θα κάνει και με την αθώα Αντωνία, αφού τη βιάσει – μόνο που δεν γνωρίζει ότι ένα θανάσιμο μυστικό εμπλέκει ως θύμα και θύτη τον ίδιο.


 Ατμοσφαιρική πλοκή, ίντριγκες, μάγισσες και όλα τα αιματηρά «κεκτημένα» του γοτθικού μυθιστορήματος διαπνέουν τις σκοτεινές αλλά και άκρως γοητευτικές διαδρομές του μυθιστορήματος του Λιούις, το οποίο υμνήθηκε για τις παραστατικές εικόνες και τη συμβολική του δύναμη.

 Ο Ντε Σαντ ανέφερε πολλές φορές το όνομα του Λιούις ως πρωταρχική του επιρροή, το ίδιο και αρκετοί υπέρμαχοι της σκοτεινής ελευθεριότητας, όπως ο Μπάιρον.



Πολλοί έσπευσαν να δουν στις αλληγορικές του ταυτίσεις τις θεωρίες περί ασυνειδήτου, με προεξάρχοντα τον Μπρετόν, ο οποίος εξέλαβε τον Καλόγερο ως το σπουδαιότερο σουρεαλιστικό αφήγημα και βασική πηγή έμπνευσης για τους εκφραστές του σουρεαλισμού.

Όχι τυχαία ο Αρτό έσπευσε... να το ξαναγράψει με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, μετατρέποντάς το σε σουρεαλιστική αντι-βίβλο.


Ακόμη και ο δικός μας Άδωνις Κύρου, ο σπουδαίος κινηματογραφιστής και φίλος του Μπουνιουέλ, το γύρισε σε ταινία με τον τίτλο Le Moine και με βασικούς πρωταγωνιστές τον Φράνκο Νέρο, τη Ναταλί Ντελόν, τη Νάντια Τίλερ και τον Νίκολ Γουίλιαμσον.


 Άπειρες ήταν επίσης και οι θεατρικές διασκευές του έργου, ενώ πρόσφατη ήταν η πετυχημένη κινηματογραφική εκδοχή –μόλις το 2011–, με τον Βενσάν Κασέλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Ντομινίκ Μολ να υπογράφει τη σκηνοθεσία.

 Απελευθερωτικός, βέβηλος, υποδειγματικός στις ακρότητές του ή μη, ο Καλόγερος του Λιούις εξακολουθεί να γοητεύει και να αποπλανεί, όσοι αιώνες κι αν έχουν παρέλθει από την πρώτη του ανατρεπτική ριπή στο γοτθικό σύμπαν.








The Monk (Le Moine) / Ο Καλόγερος (2011) online Greek subtitles







   Έχεις μάθει στη ζωή σου να λες «δεν πειράζει», το ‘χεις συνηθίσει. Έχεις μάθει απ’ το σπίτι σου να είσαι ένας καλόκαρδος άνθρωπος με αρχές, ηθική κι αξίες. Ξέρεις τι πάει να πει «καταλαβαίνω» και τι πάει να πει «συγχωρώ». Βιώνεις καθημερινά το ρήμα «νιώθω» και το ρήμα «νοιάζομαι». Κάθε φορά που κάτι σ’ ενοχλεί, δίνεις λίγο τόπο στην οργή προσπαθώντας ν’ αποφύγεις τις συγκρούσεις, τις φωνές και τις διαφωνίες.




Για σένα οι άνθρωποι είναι υπολογίσιμα όντα και τους μετράς έναν προς ένα απ’ τον χειρότερο μέχρι τον καλύτερο. Αυτό σου δίδαξαν, αυτό είναι το σωστό κι ηθικό, να είσαι αισιόδοξος με τους ανθρώπους, ν’ ανοίγεις τα χέρια σου κάθε φορά που κάποιος σου ζητάει βοήθεια και σε χρειάζεται. Ναι, έτσι πρέπει, να λες «δεν πειράζει», να δίνεις δεύτερες ευκαιρίες, γιατί οι άνθρωποι έχουν δυνατά ένστικτα και συναισθήματα. Ναι, κάνουν λάθη οι άνθρωποι κι έχεις μάθει να μπαίνεις στη θέση τους, να προσπαθείς να δεις τα πράγματα απ’ τη δική τους σκοπιά κι απ’ τη δική τους οπτική γωνία.

Μόνο που δε σκέφτονται όλοι οι άνθρωποι το ίδιο, μόνο που δε γίνεται να δικαιολογείς συνεχώς τους ανθρώπους. Δε γίνεται να νοιάζεσαι μόνο εσύ, γιατί κάποια στιγμή εκείνο το «δεν πειράζει», θα σε πειράξει. Την πρώτη φορά που θα χρειαστεί να το πεις, δε θα το πολυσκεφτείς, θα δώσεις δεύτερη ευκαιρία και δε θα το σπουδαιολογήσεις. Η μία φορά ποτέ δε σ’ ενοχλεί, ποτέ δε σου κάθεται στην ψυχή σαν κατακάθι.

Τη δεύτερη φορά, όμως, που θα σου χρειαστεί η ίδια φράση για τον ίδιο άνθρωπο, θα λυπηθείς. Θα πάρεις μια βαθιά ανάσα και θα το πεις πάλι. «Δεν πειράζει» κι ας έχεις απογοητευτεί κι ας αισθάνεσαι πως δεν παίρνεις αυτό που θέλεις κι ας μην είσαι σίγουρος αν σε σέβονται, εσύ θα το πεις.

Την τρίτη φορά μουδιάζεις σωματικά κι εγκεφαλικά. Παγώνεις και δεν ξέρεις πλέον ποιο είναι το σωστό, δε γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις. Αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που σ’ επηρεάζουν συναισθηματικά και ψυχολογικά, ενώ κανονικά δε θα ‘πρεπε. Έχεις χάσει τη μιλιά σου κι απλώς αφήνεις τους άλλους να παίρνουν αυτό που θέλουν από σένα και να σε πιάνουν κορόιδο.

Μέχρι που έρχεται κι η τέταρτη φορά, εκείνη η φορά τέλος πάντων -όποια κι αν είναι- που εσύ τρως ένα ωραίο, περιποιημένο, ξεγυρισμένο χαστούκι και ξυπνάς. Τότε αρχίζεις και νιώθεις την αγανάκτηση, την απελπισία και την οργή. Σε πιάνει το παράπονο, αναρωτιέσαι πού το βρίσκουν τόσο θράσος ορισμένοι και κλοτσάς σαν το γάιδαρο. Τη στήνεις, λοιπόν, στη γωνία και περιμένεις υπομονετικά για το επόμενο λάθος, το επόμενο καλογυαλισμένο «δεν πειράζει», ώσπου συμβαίνει.

Έγινε ξανά κι είναι μια απ’ τα ίδια. Τώρα εξατμίστηκε κάθε ελπίδα σου για λίγο σεβασμό, όρια και κατανόηση. Ξενερωμένος πια κι απογοητευμένος βάζεις τη λογική σου, που ήταν από καιρό αποσυνδεδεμένη, ξανά στην πρίζα. Βλέπεις επιτέλους καθαρά, πως άφησες την καρδιά σου να γίνει σμπαράλια, πως έκανες τον εαυτό σου πατάκι του μπάνιου γι’ ανθρώπους που δεν το άξιζαν.

Είναι πλέον καιρός να βάλεις ένα στοπ. Τελειώνει εδώ η εποχή που άφηνες να σε περνούν για μαλάκα, αυτή είναι η στιγμή που το «δεν πειράζει» πείραξε τελικά. Μπορεί να άργησε, αλλά έγινε. Όλα έχουν γυρίσει ανάποδα, οι καταστάσεις, το μάτι σου και το κεφάλι σου. Όταν η βόμβα μέσα σου τελικά εκραγεί, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Τους παίρνεις όλους παραμάζωμα, γίνεσαι απόλυτος με την ανθρωπότητα ολόκληρη και ξεχνάς ό,τι ήξερες.

Δεν τις ζητάνε τις δεύτερες και τις τρίτες ευκαιρίες οι άνθρωποι που τις αξίζουν πραγματικά. Δε θα σε φτάσουν ποτέ σ’ αυτό το σημείο. Είναι πιο απλά, καθαρά και ξάστερα τα πράγματα απ’ όσο νομίζεις. Είναι και το «δεν πειράζει» μια φράση που πρέπει ν’ αρχίσεις να τη βλέπεις πιο σοβαρά, ισάξια με τη «συγγνώμη» και το «σ’ αγαπώ». Παρ’ το ως δεδομένο, γιατί αυτή είναι η αλήθεια.

Το «δεν πειράζει» αργά ή γρήγορα θα σε πειράξει κι ελπίζω τουλάχιστον να προλάβεις τα χειρότερα. Ελπίζω μονάχα να καταφέρεις να μαζέψεις τ’ ασυμμάζευτα πριν είναι πολύ αργά.






There's a look on your face I would like to knock out
See the sin in your grin and the shape of your mouth
All I want is to see you in terrible pain
Though we won't ever meet I remember your name
Can't believe you were once just like anyone else
Then you grew and became like the Devil himself
Pray to God I think of a nice thing to say
But I don't think I can, so fuck you anyway
You a scum, you a scum and I hope that you know
That the cracks in your smile are beginnin' to show
Now the world needs to see that it's time you should go
There's no light in your eyes and your brain is too slow
Can't believe you were once just like anyone else
Then you grew and became like the Devil himself
Pray to God I can think of a nice thing to say
But I don't think I can, so fuck you anyway
Bet you sleep like a child with your thumb in your mouth
I could creep up beside put a gun in your mouth
Makes me sick when I hear all the shit that you say
So much crap comin' out it must take you all day
There's a space kept in hell with your name on the seat
With a spike in the chair just to make it complete
When you look at yourself do you see what I see?
If you do why the fuck are you lookin' at me?
Why the fuck are you lookin' at me, me?
Why the fuck are you lookin' at me?
Why the fuck, why the fuck are you lookin' at me?
Why the fuck, why the fuck are you lookin' at me?
There's a time for us all and I think yours has been
Can you please hurry up 'cause I find you obscene?
We can't wait for the day that you're never around
When that face isn't here and you rot underground
Can't believe you were once just like anyone else
Then you grew and became like the Devil himself
Pray to God I can think of a nice thing to say
But I don't think I can, so fuck you anyway
So fuck you anyway
So fuck you anyway
So fuck you anyway
So fuck you anyway...





  Εκείνο το «θα δούμε» που όλοι το έχουμε πει κι όλοι το έχουμε ακούσει, είναι κάτι ανάμεσα σε αναμονή κι αναβολή, που κρύβει μέσα του λίγη βαρεμάρα και λίγο εφησυχασμό. «Θα δούμε», σου έλεγε η μάνα σου όταν τη ρωτούσες πότε θα πάτε σε εκείνο το τεράστιο κατάστημα παιχνιδιών κι εσύ επαναπαυόσουν ώσπου το ξέχναγες και τελικά δεν πηγαίνατε ποτέ. Θυμήσου και λίγο αργότερα εκείνο το συμμαθητή σου που σου ζήτησε ο γλυκούλης να πάτε για καφέ κι εσύ του είπες αυτό το πολύ βολικό «θα δούμε» και τελικά καφέ ακόμα να πιείτε. Κι από τότε την έχουμε υιοθετήσει αυτή τη φράση, την έχουμε πάντα σε καμία τσάντα ή σε καμία τσέπη πρόχειρη να υπάρχει κι όποτε τη χρειαστούμε τη βγάζουμε έξω και την πετάμε στα μούτρα του συνομιλητή μας.

Η αλήθεια είναι πως με το «θα δούμε» δεν είδε ποτέ κανείς και τι να δει, δηλαδή; Άνετα θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις τη φράση «δεν ξέρω» ή ακόμα καλύτερα τη φράση «δεν ξέρω αν θέλω, αλλά θα το σκεφτώ» αλλά κανείς μας δεν το κάνει οπότε γιατί να το κάνεις κι εσύ. Γιατί αν το κάναμε κατά πάσα πιθανότητα θα παίρναμε απαντήσεις σε τύπο ερωτήσεων «γιατί δεν ξέρεις;» ή «και ποιος ξέρει;». Αμέσως μετά θα έπρεπε και να εξηγήσουμε γιατί δεν ξέρουμε, οπότε δε σφάξανε, θα πούμε εμείς το σιγουράκι μας και θ’ αφήσουμε τον άλλο να περιμένει μήπως και δει κάτι.





Τεμπελιάζουμε ξεκάθαρα, βαριόμαστε να σκεφτούμε, να πράξουμε ή να προγραμματίσουμε αυτό που μας λένε, επομένως πατάμε μια αναβολή, το αφήνουμε και δεν τρέχει κάστανο. Το κακό, όμως, δεν είναι όταν το λέμε εμείς, φυσικά με ύφος υφυπουργού που έχει πολλές υποχρεώσεις και πολλά στο κεφάλι του. Το κακό είναι όταν το ξεστομίζουν οι άλλοι, γιατί εμπεριέχει έναν κάποιο κίνδυνο αυτό το «θα δούμε» και θα εξηγηθώ ευθύς αμέσως γι’ αυτό.

Υπάρχει κι η περίπτωση που αυτή η πολύ συγκεκριμένη φράση καθόλου δε σημαίνει «δεν ξέρω» και δυστυχώς σημαίνει «όχι, αλλά δεν μπορώ να στο πω, γιατί είμαι ευγενικός άνθρωπος». Είναι προσβολή ν’ απορρίπτεις τον άλλο στην πρόταση που σου κάνει με όλη την καλή διάθεσή του, οπότε το «θα δούμε» καλύπτει στην προκειμένη φάση τέλεια τα νώτα σου. Γλυτώνεις τη δημιουργία παρεξήγησης ή κι έναν πιθανό καβγά, αποτρέπεις τον άλλο από το να σε θεωρήσει ανάξιο της προσοχής και της συμπάθειάς του κι επιβεβαιώνεις στον εαυτό σου πως την επόμενη φορά που θα σε συναντήσει θα σου μιλήσει με την ίδια χαρά κι όρεξη.

Για να μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας, το γνωρίζουμε όλοι πως εκείνο το «θα δούμε» είναι η μεγαλύτερη κοροϊδία που θα μπορούσε να υπάρξει σε φράση. Είναι όλη η αναποφασιστικότητα μαζεμένη σε δύο μικρές λεξούλες μελλοντικού χρόνου, είναι όλη η δειλία κρυμμένη πίσω τους που δε μας αφήνει να εκφράσουμε ξεκάθαρα τις σκέψεις μας. Άλλες φορές το λέμε εντελώς ασυνείδητα κι άλλες πάλι απολύτως συνειδητά, σίγουρα πάντως το λέμε συχνά.

Αυτό που είναι γεγονός, είναι πως όταν το ακούμε, πρέπει αυτομάτως να προϊδεαζόμαστε πως πρόκειται για μπαρούφα. Όταν τ’ ακούμε καλό θα είναι να μην περιμένουμε και πολλά κι ακόμα καλύτερο θα ήταν να μην περιμένουμε και τίποτα. Τίποτα δε θα δούμε, οπότε ας το προσπεράσουμε κι ας πάμε παρακάτω, σ’ ένα «ναι» ή έστω σ’ ένα «θα δούμε, πάρε με στις 8 να σου πω σίγουρα». Εκεί ίσως και να δούμε κάτι.







  Κάθε άνθρωπος είναι δεδομένο ότι συναντάει διάφορες καταστάσεις στη ζωή του. Προφανώς και ποτέ δεν είναι όλα ρόδινα -δε γίνεται άλλωστε να είναι- κι αλίμονο αν όλα ήταν στραβά. Ίσως βέβαια, αν ερωτηθούν μερικοί, θα υποστηρίξουν πως στη ζωή τους έχουν περισσότερες κακές παρά καλές στιγμές. Άλλοι θα έχουν δίκιο να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο και μάλιστα γίνεται κι από τρίτους αντιληπτό αυτό. Είναι όλοι εκείνοι που αναρωτιέσαι ποιος τους έχει μουτζώσει, ποιος τους έχει καταραστεί και φυσικά δεν αναφερόμαστε σε ζητήματα ερωτικού χαρακτήρα μονάχα. Υπάρχουν κι άλλα πολύ σοβαρότερα προβλήματα απ’ αυτά.



Σε όποια κατηγορία κι αν κατατάξουμε τον εαυτό μας, όμως, όλοι ανεξαιρέτως κάπου ελπίζουμε. Το θέμα είναι αν πρέπει να ελπίζουμε στο κάρμα ή σ’ ένα θαύμα. Αν κάθε πράξη μας είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας του παρελθόντος και συγχρόνως αιτία άλλων πράξεων που θ’ ακολουθήσουν στο μέλλον, τότε μάλλον πρέπει να προσέχουμε την κάθε μας κίνηση. Αν μας συμβαίνει κάτι εντελώς ανάποδο, τότε σίγουρα κάτι ανάποδο πράξαμε κι εμείς στο παρελθόν.

Αν, όμως, τίποτα κακό και ανήθικο δεν κάναμε, κανέναn δε θίξαμε, μύγα δεν πειράξαμε, τότε γιατί περνάμε δύσκολα; Φτάνουμε σε τέτοιες φάσεις στο αμήν, ν’ αναρωτιόμαστε τι αμαρτίες πληρώνουμε κι ελπίζουμε πως το κάρμα θα μας βοηθήσει και θα κάνει τη δουλειά του. Απεγνωσμένα ψάχνουμε έναν ηθικό νόμο που θα επιφέρει δικαιοσύνη κι ισορροπία. Όλοι μας τη θέλουμε τη δικαιοσύνη κι όλοι μας αποζητάμε να συμβούν χαρμόσυνα γεγονότα στη ζωή μας. Μπορεί, λοιπόν, το κάρμα να το κάνει αυτό, είναι ικανό για κάτι τέτοιο;

Σε κεράτωσε ο Γιάννης, σε παράτησε η Μαρία, μα δεν πειράζει, όλα εδώ πληρώνονται; Και το σημαντικότερο, πότε θα πληρωθούν; Αυτό είναι το κακό με το κάρμα, ότι δεν ξέρεις το πότε θα δράσει και θα εξισορροπήσει την κατάσταση. Δε σου δίνεται ένα χρονοδιάγραμμα, το οποίο να σ’ ενημερώνει ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2022 θα υποφέρεις, αλλά μετά όλα θα στρώσουν. Απλά περιμένεις κι υπομένεις κι ελπίζεις επ’ αόριστον.

Όταν το σκεφτείς, όμως, λίγο παραπάνω, όταν σου γυρίσει το μυαλό απ’ το πολύ ζόρι που έχεις τραβήξει, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να θεωρήσεις ότι αυτό το ρημάδι το κάρμα δεν ξηγιέται καλά. Δε σε καλύπτει, βρε παιδί μου και διαφωνείς καθέτως με τη στάση του. Αν εσύ ήσουν το κάρμα θα τα είχες κάνει ήδη όλα γυαλιά-καρφιά. Μετά απ’ αυτό το φιάσκο, μετά απ’ την απογοήτευση που σε κέρασε το κάρμα, λογικό κι επόμενο είναι να ψάχνεις να βρεις κάτι πιο δραστικό.

Κάπου πρέπει να εναποθέσεις τις ελπίδες σου κι εσύ γι’ αυτό και αποφάσισες πως μόνο ένα θαύμα μπορεί να σε σώσει. Ναι, ένα θαύμα θα ήταν ό,τι πρέπει, το αποφάσισες πάει και τελείωσε. Σε ποιον Άγιο πρέπει να προσευχηθείς, σε ποιον θεό πρέπει ν’ απευθυνθείς για να σου συμβεί το επιθυμητό;

Όσο να πεις, ένα θαύμα είναι κάτι πιο αέρινο, διότι σ’ αυτό δε χωράνε εξηγήσεις. Στο κάρμα υποτίθεται πως πίσω απ’ το καθετί υπάρχει μια αιτία κι όταν εσύ αυτές τις αιτίες τις ψάχνεις και δεν τις βρίσκεις, αναγκαστικά στρέφεσαι στα θαύματα και πιστεύεις σ’ αυτά. Δε σηκώνουν εξήγηση κάποιες συμπεριφορές που δέχτηκες, δεν μπόρεσες να κατανοήσεις το λόγο που ορισμένα πράγματα στη ζωή σου εξελίχτηκαν έτσι κι όχι κάπως αλλιώς. Από αυτό και μόνο συμπέρανες ότι όπως ακριβώς όλα τ’ άλλα καμία εξήγηση δεν είχαν, έτσι και σε σένα δε χρειάζεται εξήγηση για να σου συμβεί κάτι καλό. Έτσι απλά θα συμβεί χωρίς να συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος, γιατί αυτό είναι το θαύμα.

Τελειώνοντας και βάζοντας στην άκρη τις ελπίδες, ήρθε η ώρα να πιστέψουμε σε κάτι περισσότερο υπαρκτό και γήινο. Στον εαυτό μας. Δε γίνεται να τα περιμένουμε όλα από ένα κάρμα ή από ένα θαύμα. Καλό θα ήταν να κινηθούμε κάπως κι εμείς αντί να σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Χωρίς να υπερεκτιμήσουμε τις δυνάμεις μας, ας προσπαθήσουμε να ελέγξουμε κάποιες καταστάσεις. Ας δούμε, στην τελική, ποια απ’ αυτά που μας συμβαίνουν μπορούμε να τ’ αλλάξουμε και ποια όχι.


Όλα με προσπάθεια γίνονται και συνήθως τίποτα δεν έρχεται έτοιμο από το σύμπαν. Πρώτοι εμείς να είμαστε κυρίαρχοι στη δική μας τη ζωή με αισιοδοξία στα κόκκινα κι ας συμβαίνουν τα ξαφνικά και τ’ απροσδόκητα συνεχώς. Ας το πιστέψουμε, κακό δεν κάνει, πως όλα λύνονται κι όλα αντιμετωπίζονται.







Μια στιγμή, θέλω μόνο μια στιγμή
και θ' ανοίξει το παράθυρο η ζωή. 
Λίγο φως, θέλω μόνο λίγο φως
και θα γίνει το σκοτάδι μου ουρανός.


Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ, δε γίνεται αλλιώς.
Αυτά που μας βαραίνουν να καούν, μα πες μου πώς;
Τα πάνω να 'ρθουν κάτω και τα πίσω να 'ρθουν μπρος.
Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ μα πες μου πώς; 


Μια στιγμή, θέλω μόνο μια στιγμή
να βγω για λίγο για μια ανάσα καθαρή.
Λίγο φως, θέλω μόνο λίγο φως
και θα γίνει το σκοτάδι μου ουρανός.


Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ, δε γίνεται αλλιώς.
Αυτά που μας βαραίνουν να καούν, μα πες μου πώς;
Τα πάνω να 'ρθουν κάτω και τα πίσω να 'ρθουν μπρος.
Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ μα πες μου πώς;



Ντέμη Κάργατζη








  Η σημασία του ψοΐτη μυ για την υγεία, τη ζωτικότητα και τη συναισθηματική ευεξία μας.








Ο ψοΐτης είναι ο βαθύτερος μυς και αυτός που ευθύνεται για τη σταθερότητα του σώματος, αφού επηρεάζει  την ισορροπία, το εύρος κινήσεων, την κινητικότητα των αρθρώσεων και τη λειτουργία των κοιλιακών οργάνων.





Είναι ο μόνος μυς που συνδέει τη σπονδυλική στήλη με τα πόδια, είναι υπεύθυνος για την όρθια στάση του σώματος, αλλά και για την ικανότητά μας να περπατάμε. Ένας υγιής ψοΐτης σταθεροποιεί τη σπονδυλική στήλη και παρέχει στήριξη μέσω του κορμού, παρέχοντας ταυτόχρονα μια καλή στήριξη στα κοιλιακά όργανα.






Κάποιες πρόσφατες μελέτες, θεωρούν τον ψοΐτη ένα όργανο αντίληψης που αποτελείται από βιο-ευφυείς ιστούς, οι οποίοι ενσαρκώνουν, κυριολεκτικά, τη βαθύτερη επιθυμία μας για επιβίωση και ανάπτυξη. Είναι δηλαδή, ο αγγελιοφόρος του κεντρικού νευρικού συστήματος και κατά συνέπεια, των συναισθημάτων («πεταλούδες στο στομάχι»). Αυτό συμβαίνει γιατί ο ψοΐτης συνδέεται με το διάφραγμα μέσω του συνδετικού ιστού (φάσια).





Ο γρήγορος τρόπος ζωής και το άγχος παράγουν αδρεναλίνη που σε βάθος χρόνου προκαλούν ένταση στον ψοΐτη. Όταν ο μυς βρίσκεται σε διαρκή ένταση λόγω του άγχους, με την πάροδο του χρόνου αρχίζει να κονταίνει και να σκληραίνει. Έτσι δυσκολεύεται η στάση του σώματος και οι λειτουργίες των οργάνων που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται πόνοι στην πλάτη, οσφυαλγίες, προβλήματα στους δίσκους, εκφυλισμός του ισχίου, επώδυνες περίοδοι και πεπτικά προβλήματα.



Επιπλέον, όταν ο ψοΐτης βρίσκεται σε ένταση, στέλνει σήματα στο νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα να παρεμβαίνει στην κίνηση των υγρών του σώματος και να επηρεάζει τη διαφραγματική αναπνοή. Στην πραγματικότητα, ο ψοΐτης συμμετέχει τόσο πολύ άμεσα στις βασικές φυσικές και συναισθηματικές αντιδράσεις, που όταν βρίσκεται σε χρόνια ένταση, στέλνει συνεχή μηνύματα κινδύνου στο σώμα, με αποτέλεσμα να ευθύνεται για την εξάντληση των επινεφριδίων αδένων και του ανοσοποιητικού συστήματος.  Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από τη στάση του σώματος όταν καθόμαστε ή από τις καθημερινές μας συνήθειες, που μειώνουν τις φυσικές μας κινήσεις και συστέλλουν ακόμα περισσότερο το μυ.


Πολλές από τις στάσεις της yoga, για παράδειγμα, βοηθούν στην απελευθέρωση της περιττής έντασης του ψοΐτη, καθώς ένας χαλαρός μυς επιτρέπει τη ροή, το παιχνίδι με τη ζωή, την ανάπτυξη της ζωτικότητας και τη δημιουργική έκφραση.

Ένας ψοΐτης χωρίς ένταση επιτρέπει την επιμήκυνση του μπροστινού μέρους των μηρών , επιτρέποντας στα πόδια και στη λεκάνη να κινούνται πιο ομαλά και ανεξάρτητα. Βελτιώνει τη θέση της σπονδυλικής στήλης και του κορμού, με συνέπεια τη βελτίωση των λειτουργιών των κοιλιακών οργάνων, την αναπνοή και την καρδιά.

Καλλιεργώντας την υγεία του ψοΐτη αναζωπυρώνεται η ζωτική μας ενέργεια και συνδεόμαστε εκ νέου με το δημιουργικό δυναμικό μας.  

Σε ορισμένες ανατολικές φιλοσοφίες, ο ψοΐτης είναι γνωστός ως «ο μυς της ψυχής», ένα κύριο ενεργειακό κέντρο του σώματος. Όσο πιο ευέλικτος και δυνατός, τόσο πιο άνετη η ροή της ζωτικής ενέργειας στο σώμα.



Ο ψοΐτης είναι ένα όργανο παροχής ενέργειας, ένας πυρήνας που μας συνδέει με τη γη, επιτρέποντάς μας να δημιουργήσουμε μια ισχυρή και ισόρροπη στήριξη από το κέντρο της λεκάνης μας. Έτσι, η σπονδυλική στήλη μακραίνει και μέσω αυτής ρέει η ζωτικότητά μας. 

Πηγές:





  Είναι πολλά και ανησυχητικά αυτά που κάνουμε όλοι μας για να αποφύγουμε μιαν απώλεια. Δεν θέλουμε να περάσουμε ποτέ από τη διαδικασία του πένθους, και πολύ λιγότερο όταν δεν είμαστε εμείς που επιλέξαμε να βρεθούμε σ’ αυτήν την κατάσταση. Αν και αρκεί μόνο μία ερώτηση: Είμαστε πράγματι στο περιθώριο της απόφασης του χωρισμού που μας ανακοινώνει ο σύντροφός μας;


Στο κάτω κάτω, ποιος θέλει να είναι δίπλα σε κάποιον όταν αυτός δεν τον θέλει πια;

Εγώ πάντως όχι, ούτε κι εσύ, και σίγουρα κανένας απ’ όσους διαβάζουν το άρθρο αυτό, ετούτη τη στιγμή.

Όταν τα συνειδητοποιώ όλα αυτά, δεν προσπαθώ πια να σε κρατάω σφιχτά, παύω να θέλω να σ’ έχω αγκιστρωμένο, ανοίγω την αγκαλιά μου και σου επιτρέπω να φύγεις. Και ξέρω πως μόλις τελειώσει η επεξεργασία της απώλειας, το τραύμα μου δεν θα πονάει πια.


Μόλις αφήσω πίσω αυτό που δεν υπάρχει πια, θα απελευθερωθώ από το παρελθόν για να διαλέξω με ποιον θα συνεχίσω τον δρόμο της ζωής μου, αν φιλοδοξώ να συνεχίσω αυτόν τον δρόμο με συντροφιά. Παρόλα αυτά…. εμείς κοιτάμε πώς θα χειριστούμε τη συμπεριφορά του άλλου ώστε να κάνει αυτό που θέλουμε εμείς, αντί να περάσουμε τον δρόμο των δακρύων και, αφού κλάψουμε αρκετά, ν’ αφήσουμε χώρο για κάποιον που θα είναι πιο κοντά στα γούστα και τις αρχές μας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, φαίνεται ότι θα μου ήταν πιο ευχάριστο να επιβεβαιώσω τη δύναμή μου, παρά να βρω κάποιον άλλον που θα ήθελε αυτά που θέλω κι εγώ, παρόλο που τις περισσότερες φορές είναι η φωνή του πιο νευρωτικού εαυτού μου αυτή που με προειδοποιεί: Μπορεί να μη συναντήσω ποτέ ξανά κάποιον που να με θέλει (γιατί ποιος θα με θέλει τώρα;).

Αυτή η φωνή μου λέει να μείνω, να επιμείνω, να κρατήσω σφιχτά τον/την σύντροφό μου (γιατί είναι καλύτερο το γνωστό κακό…) κ.λ.π. κ.λ.π.

Το κίνητρο, όμως, δεν είναι η αγάπη: είναι ο φόβος γι’ αυτό που ακολουθεί, η ψεύτικη σιγουριά που μου δίνει το γνωστό. Είναι η ψευδαίσθηση ηρεμίας δίπλα σ’ αυτόν που υποτίθεται πως έχω (παρόλο που στην πραγματικότητα δεν τον έχω πια στ’ αλήθεια).

Με τον καλύτερό μου φίλο, τον αδελφό μου, το παιδί μου, όταν οι επιθυμίες μας δεν συμπίπτουν, είναι ξεκάθαρο ότι το καλύτερο είναι να κάνει ο καθένας αυτό που στην πραγματικότητα έχει τη διάθεση να κάνει, και μετά, μπορεί να βρεθούμε για να μοιραστούμε ό,τι μας άρεσε περισσότερο σ’ αυτά που κάναμε.

Με τον σύντροφό μας θα έπρεπε να γίνεται ακριβώς το ίδιο, αλλά για να φτάσει κανείς σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να μάθει να αφήνει τον άλλο να φύγει χωρίς να φοβάται την απώλεια.

Aπό το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι 
«Ο Δρόμος των Δακρύων»




  Αν δεν ρωτούσαμε στη ζωή αυτή, δεν θα παίρναμε απαντήσεις, αλλά ούτε θα μαθαίναμε καινούργια πράγματα. «Η ζωή είναι γεμάτη αλλαγές, ανατροπές, εκπλήξεις», λέει η διακεκριμένη βρετανίδα ψυχολόγος Emma Kenny. Και προσθέτει: «Όσο είμαστε νέοι μας αρέσει να δοκιμάζουμε καινούργια πράγματα, να βιώνουμε νέα συναισθήματα, να πειραματιζόμαστε με το διαφορετικό, να αλλάζουμε όνειρα και φιλοδοξίες. Μεγαλώνοντας όμως κουραζόμαστε και σταματάμε να παίρνουμε τη «συναισθηματική μας θερμοκρασία». Η ρουτίνα, η επανάληψη, η κούραση και οι ευθύνες δεν μας βοηθούν να νιώσουμε τον παλιό μας αυθορμητισμό, να αφεθούμε στο καινούργιο, στην έκπληξη. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε πως για ισορροπημένες σχέσεις και για μια ισορροπημένη γενικά ζωή, ανεξάρτητα από την ηλικία, είναι απαραίτητη η συνεχής ανατροφοδότηση του εαυτού μας.
Η ανατροφοδότηση αυτή μπορεί να προέρχεται από ανθρώπους αλλά και δραστηριότητες που μας κάνουν να αισθανόμαστε χαρούμενοι. Επίσης, είναι χρήσιμο να μπορούμε να νοηματοδοτούμε τη ζωή μας ανάλογα με τη φάση στην οποία βρισκόμαστε κάθε φορά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, για να βρούμε πάλι την όρεξή μας για ζωή, δεν έχουμε παρά να θέσουμε κάποιες απλές ερωτήσεις στον εαυτό μας. Κάποιες ερωτήσεις που αν τις απαντούσαμε θα άλλαζε όλη μας η ζωή».


  Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις θα αλλάξουν τη ζωή σας, θα σας βοηθήσουν να προσδιορίσετε αν η ζωή σας πορεύεται προς τη σωστή κατεύθυνση, θα δώσει νέα σημασία στη ζωή σας, θα σας βοηθήσει να αξιοποιήσετε τις κρυφές σας δυνατότητες και θα σας ανοίξει δρόμο για νέες εμπειρίες.



1. Ζω για να δουλεύω ή δουλεύω για να ζω;

Η ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και την προσωπική ζωή είναι το «κλειδί» για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη ζωή. Αν, δηλαδή, θέλουμε περισσότερη ζωή και λιγότερη δουλειά ή τουλάχιστον αυτά τα δύο κινούνται στα ίδια επίπεδα, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Από την άλλη, υπάρχουν και περίοδοι στη ζωή όπου η δουλειά λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, οπότε εξαρτάται από το πώς νιώθουμε την εκάστοτε περίοδο. Οι ειδικοί πάντως μας επισημαίνουν πως η σωστή ισορροπία είναι 8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ξεκούραση (ύπνος και σιέστα) και 8 ώρες ελεύθερος χρόνος. Όσοι κυμαίνονται σε αυτές τις αναλογίες, μάλλον βρίσκονται σε καλό δρόμο. Ωστόσο, ακόμα και στην περίπτωση που αυτή η ιδανική ισορροπία δεν είναι εφικτή για ορισμένους, καλό θα είναι τουλάχιστον να φροντίζουμε να περνάμε ποιοτικό χρόνο με τους σημαντικούς άλλους που υπάρχουν στη ζωή μας. Αυτοί μπορεί να είναι οι φίλοι μας, ο σύντροφός μας, τα παιδιά μας ή και όλοι αυτοί μαζί. Άλλωστε, τις προτεραιότητες θα πρέπει να τις θέτουμε μόνοι μας.

2. Μου αρέσει ο εαυτός μου;

Η ερώτηση αυτή είναι κάπως δύσκολη, γιατί το αν αγαπάμε τον εαυτό μας εξαρτάται από πολλές και διαφορετικές παραμέτρους. Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι αρέσουμε στον εαυτό μας όταν αρέσουμε στους άλλους. Αυτό, αν και δεν είναι αξίωμα, έχει μια δόση αλήθειας, μια που οι άλλοι έτσι κι αλλιώς αποτελούν έναν καθρέφτη του εαυτού μας. Ιδανικά θα θέλαμε να είμαστε αυτό που θα θέλαμε να είναι και οι άλλοι (δηλαδή αυτοί που αγαπάμε) και -ιδανικά και πάλι- θα θέλαμε να φροντίζουμε τους άλλους έτσι όπως θα θέλαμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Βέβαια, για να το συνειδητοποιήσουμε αυτό, χρειάζεται εξάσκηση. Ας πούμε ότι φτιάχνουμε ένα κέικ, ότι πετυχαίνουμε άψογα μια άσκηση γιόγκα ή μαθαίνουμε ένα πρόγραμμα στο κομπιούτερ. Και τα τρία αυτά πράγματα χρειάζονται εξάσκηση. Αυτό συμβαίνει και με την ενδοσκόπηση. Πρέπει συνεχώς να κοιτάζουμε μέσα μας, αλλά και έξω από εμάς, για να κατανοήσουμε διάφορα πράγματα. Ας υποθέσουμε ότι συναντάμε έναν καρδιακό μας φίλο ή μια κολλητή μας στον δρόμο και εκείνη αρχίζει να αναλύει τι σκέφτεται για εμάς. Πώς θα νιώθαμε και τι θα απαντούσαμε στις αδιάκριτες ερωτήσεις της; Θα νιώθαμε άβολα επειδή μας λέει άκομψες αλήθειες, θα την ακούγαμε με προσοχή και χωρίς θυμό ή θα θυμώναμε πολύ μαζί της; Αυτό το τεστ μπορούμε να το κάνουμε κάθε φορά που αναρωτιόμαστε αν μας αρέσει ο εαυτός μας. Θα μας βοηθήσει να κάνουμε συχνά ενδοσκόπηση, να κατανοούμε τις αντιδράσεις μας και τέλος να προβάλλουμε την εκδοχή του εαυτού μας που μας αρέσει. Και ναι, αυτή η εκδοχή είναι η καλύτερη.

3. Για ποιο πράγμα (ή πρόσωπο) θα έδινα μάχη;

Το να είμαστε ξεκάθαροι για τους ανθρώπους, το περιβάλλον και τις αιτίες που αγωνιζόμαστε είναι ενδεικτικό του ότι έχουμε αξίες. Και όπως μας διαβεβαιώνουν οι ειδικοί, το να αναγνωρίζουμε τις αξίες μας είναι ένα από τα «κλειδιά» της ευτυχίας. Ας αναρωτηθούμε πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς κάποια πράγματα. Χωρίς φίλους, χωρίς μια πολιτική πεποίθηση, χωρίς ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια (που κουραστήκαμε πολύ να αποκτήσουμε). Και μετά ας προσπαθήσουμε να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι δεν τα χρειαζόμαστε. Είναι μια πολύ καλή άσκηση που μπορούμε να κάνουμε πολύ συχνά. Παραλείποντας τα πράγματα ή τα πρόσωπα που δεν θα αγωνιζόμασταν γι” αυτά, θα έχουμε πολύ περισσότερο χρόνο για να αφοσιωθούμε σε αυτά που τελικά μας κάνουν ευτυχισμένους. Δηλαδή την οικογένεια και τους φίλους.

4. Η ζωή μου με εμπνέει για να γίνω καλύτερος;

Όταν σκεφτόμαστε το όμορφο σπίτι μας, δεν μας προκαλείται η διάθεση να είναι πάντα καθαρό; Όταν κοιτάζουμε τον αγαπημένο μας σύντροφο, δεν σκεφτόμαστε πόσο καλοί θέλουμε να είμαστε μαζί του; Κάποιες φορές, όταν επικεντρωνόμαστε στα θετικά που συμβαίνουν στη ζωή μας, νιώθουμε τη διάθεση να τη βελτιώσουμε κι άλλο. Να κάνουμε θετικές αλλαγές, να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο. Ας φανταστούμε ότι ξυπνήσαμε το πρωί και υποσχεθήκαμε στους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας ότι θα κάνουμε κάτι για να τους ευχαριστήσουμε. Στα παιδιά θα φτιάξουμε ένα υπέροχο πρωινό, θα φορέσουμε εκείνο το φόρεμα που αρέσει πολύ στον σύντροφό μας και στη δουλειά θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, αφού πρώτα πούμε σε όλους μια γλυκιά καλημέρα. Πώς θα ήταν αυτή η ημέρα για εμάς; Κάπως έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε και τη ζωή μας. Αν βλέπουμε τη ζωή μας σαν μια όμορφη μέρα με ωραία πράγματα και πρόσωπα, τότε έτσι θα γίνει.

4. Μήπως έχω την τάση να γενικεύω;

Όταν βλέπουμε κάποιους ανθρώπους να τα πηγαίνουν καλά στη ζωή τους, ενώ εμάς μας πηγαίνουν κάποια πράγματα στραβά, τότε νιώθουμε πως κάτι δεν κάνουμε καλά. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει αυτό. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους είναι πάντα ρόδινη, ούτε βέβαια άνθρωποι που πέφτουν πάντα από καταστροφή σε καταστροφή. Το πρόβλημα είναι ότι γενικεύουμε ένα γεγονός. Δεν μπορεί μια μέρα να είναι ζεστή κι εμείς να γενικεύουμε ότι βαρεθήκαμε τον καύσωνα. Στην πραγματικότητα, η γενίκευση είναι μια κακή συνήθεια που το μόνο που μας αποφέρει είναι να χαλάει τη διάθεσή μας. Δεν πήραμε την προαγωγή που περιμέναμε; Ε, δεν πειράζει! Αυτή η μέρα δεν είναι η πιο δυστυχισμένη της ζωής μας. Είναι μια στιγμή από ολόκληρη τη ζωή μας. Σε ένα χρόνο ή σε 2 μήνες δεν θα σημαίνει τίποτε για εμάς. Αν αντιμετωπίζουμε τη ζωή περισσότερο στωικά παρά μελοδραματικά, θα μπορέσουμε πιο εύκολα να εστιάσουμε στο επόμενο δημιουργικό μας βήμα. Ας επιτρέψουμε, λοιπόν, στον εαυτό σας ακόμα και να αποτύχει κάποιες φορές, έχουμε αυτό το δικαίωμα. Αν το αποδεχτούμε, τότε θα είναι πιο εύκολο να προχωρήσουμε παρακάτω.

5. Ακούω πραγματικά τους άλλους;

Όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας πολύ καλούς ακροατές, στην πραγματικότητα όμως αφήνουμε τους άλλους να μιλήσουν προκειμένου να βρούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για τον εαυτό μας. Οι αληθινά καλοί ακροατές δεν συγκεντρώνονται απλώς σε αυτό που τους λέει ο συνομιλητής τους, αλλά σκέφτονται και πάνω σε αυτό που τους λέει. Και μόνο όταν ακούσουμε και μπούμε στο πρόβλημα του άλλου θα μπορέσουμε να είμαστε αντικειμενικοί μαζί του. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που κάποιος μας αναλύει ένα θέμα του, καλό είναι να μη σχεδιάζουμε την απάντησή μας την ώρα που μιλάει, αλλά να εστιάσουμε απλώς την προσοχή μας σε αυτό που μας λέει. Η ψιλοκουβέντα είναι πάντα χαλαρωτική, αλλά αν από μια συζήτηση κάποιος βγάλει ένα χρήσιμο συμπέρασμα για εκείνον, αυτό θα είναι αληθινά βοηθητικό. Ούτως ή άλλως, πολλοί άνθρωποι αυτό που πραγματικά έχουν ανάγκη δεν είναι να λάβουν κάποια οδηγία για το τι να κάνουν, αλλά κάποιον να τους ακούσει αληθινά και να τους συναισθανθεί. Αυτό από μόνο του μπορεί να καταστεί βοηθητικό και ανακουφιστικό. Όπως είπε άλλωστε και ο διάσημος δημοσιογράφος και «γκουρού» της συνέντευξης Λάρι Κινγκ: «Κανείς δεν έμαθε μιλώντας. Όλοι έμαθαν ακούγοντας».

6. Μήπως πληγώνω τους άλλους;

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι με υψηλά στάνταρ έχουν την τάση να είναι επικριτικοί με τους άλλους όταν εκείνοι δεν πληρούν τις προσδοκίες τους. Όταν κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι περιμένουμε από τους άλλους πολλά και εκείνοι δεν τα καταφέρνουν, ας σκεφτούμε πως κάποιοι άνθρωποι κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, απλώς το δικό τους «καλύτερο» δεν είναι αυτό που θεωρούμε εμείς καλύτερο. Αυτό θα μας βοηθήσει να μη γινόμαστε επικριτικοί και σκληροί και να αποδεχτούμε τους άλλους. Επιπλέον, σε αυτή την περίπτωση θα ήταν χρήσιμο να μην ξεχνάμε και τα δικά μας αδύναμα σημεία, αφού είμαστε άνθρωποι και όλοι αναπόφευκτα έχουμε κάποια. Τότε ίσως καταφέρουμε να είμαστε λιγότερο απαιτητικοί με τους γύρω μας. Βέβαια, το «κλειδί» πίσω από όλα αυτά βρίσκεται στο να είμαστε σε πραγματική επαφή με τα συναισθήματά μας, ούτως ώστε να είμαστε σε θέση να ξεχωρίζουμε τι πραγματικά μας ενοχλεί και σε ποιο βαθμό.

7. Ποιος είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος που γνωρίζω;

Όλοι μας ανεξαιρέτως γνωρίζουμε έναν τουλάχιστον άνθρωπο που (πιστεύουμε ότι) έχει τα πάντα. Έχει υπέροχο σπίτι, τέλεια δουλειά, ευτυχισμένη οικογένεια. Τυχερός, ε; Στην πραγματικότητα όχι! Τα καλά πράγματα που μας συμβαίνουν στη ζωή συνήθως είναι αποτέλεσμα σωστής στρατηγικής. Για παράδειγμα, ο σωστός σχεδιασμός και το πλάνο είναι που μας βοηθούν να αποφύγουμε τα λάθη. Αλλά πέρα από τον σχεδιασμό, η επιτυχία, μας βεβαιώνουν οι ειδικοί, οφείλεται και στη θετική διάθεση. Στην ψυχολογία είναι αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Δηλαδή, η αρνητική διάθεση που μπορεί να έχουμε εξαρχής απέναντι σε κάτι, τελικά μας οδηγεί υποσυνείδητα να πράξουμε με τρόπο που θα επιβεβαιώσει την αρχική μας αρνητική πρόβλεψη. Για παράδειγμα, αν πιστεύουμε ότι ο σύντροφός μας έχει κουραστεί από τη σχέση μας και θέλει να χωρίσουμε, μπορεί να του συμπεριφερόμαστε άσχημα, νευρικά ή με ζήλεια και τελικά να θελήσει όντως να χωρίσουμε. Άλλωστε, έρευνες μας λένε ότι οι άνθρωποι με αρνητική διάθεση σπάνια πετυχαίνουν τους στόχους τους. Αντίθετα, οι αισιόδοξοι σχεδόν πάντα. Γι” αυτό, όταν μας τυχαίνουν άσχημα συμβάντα, ας μην προσκολληθούμε σε αυτά. Ας τα μετατρέψουμε σε κίνητρο για το επόμενο βήμα μας.

8. Πόσο δυνατός είμαι για να κάνω την αυτοκριτική μου;

Συχνά, όταν κάτι πάει λάθος, από ένστικτο περισσότερο, αρχίζουμε να κατηγορούμε τους άλλους. Είναι μια συνήθεια που την έχουμε από την παιδική ηλικία. Και βέβαια όταν είμαστε παιδιά δικαιολογείται. Αλλά ως ενήλικοι θα πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις. Όταν δεν αντιμετωπίζουμε τα λάθη μας, δεν μαθαίνουμε ποτέ από αυτά. Είναι πολύ τίμιο και γενναίο να μπορούμε να πούμε: «Ήταν δική μου ευθύνη και έκανα λάθος». Όταν μαθαίνουμε από τα λάθη μας, ουσιαστικά πηγαίνουμε ένα βήμα μπροστά, γιατί την επόμενη φορά που θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση θα μπορέσουμε να πάρουμε τη σωστή απόφαση. Το σημαντικό, λοιπόν, είναι να αναλαμβάνουμε την προσωπική μας ευθύνη, αλλά πάντα στον βαθμό που μας αναλογεί. Για να το πετύχουμε αυτό, είναι απαραίτητη η συνεχής ενδοσκόπηση, ώστε να είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας. Αν το καταφέρουμε αυτό, τότε θα μπορούμε να είμαστε οι αντικειμενικοί κριτές του εαυτού μας, θα αναγνωρίζουμε τόσο τα δυνατά όσα και τα λιγότερο δυνατά μας σημεία και θα υπάρχει η δυνατότητα βελτίωσης.