Ένας «αναξιοπρεπής» Θεός - Point of view

Breaking

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Ένας «αναξιοπρεπής» Θεός





  «Ξέρετε, υπάρχει μόνο μία ερώτηση που μπορούμε να κάνουμε στον Θεό στην οποία δεν μπορεί να μας απαντήσει. Είναι η ερώτηση του γιατί μας αγαπά. Ο Θεός αγαπά ελεύθερα από κάθε ανθρωπίνως πιθανή αιτία αγάπης. Ο Θεός δεν μας ταυτίζει με την πτώση μας. Δεν μας ταυτίζει με την αμαρτία μας. Δεν μας ταυτίζει με την δραπέτευση μας απ’ τον Οίκο του Πατρός».

  Αυτά σημειώνει στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Αγάπης του Θεού», ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, αναφερόμενος στο γεγονός της θείας ενανθρώπισης και της αγάπης του Θεού. Και, πράγματι, είναι αλήθεια πως το μέτρο της αγάπης του Θεού δεν έχει όρια. Αυτή η αγάπη του Θεού είναι ακατανόητη. Όπως ακατανόητο είναι το μέτρο του ελέους Του που διαχέει προς όλους τους ανθρώπους όλων των ετών, κοινωνιών, θρησκειών. Ο Θεός, όπως τονίζουν οι Πατέρες γνωρίζεται μέσα από τις ενέργειες Του προς τον άνθρωπο, την κτίση, την ιστορία.


  Ο Τριαδικός Θεός βγαίνει σε συνάντηση. Συναντά τον άνθρωπο, γίνεται άνθρωπος, σώζει τον άνθρωπο. Ολόκληρο το σχέδιο της θείας Οικονομίας δείχνει πως δεν φοβήθηκε να έρθει σε συνάντηση με τον άνθρωπο. Πόσο μάλλον να ντυθεί τον άνθρωπο! Αυτός ο φόβος κυριαρχούσε στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Γι’ αυτό και ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο λέει πως «θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται»,θέση την οποία υιοθέτησε ο νεοπλατωνισμός, αργότερα, αφού ο Πλωτίνος στις Εννεάδες του θα γράψει πως στο Εν «κἀκεῖνο μέν ἡμῶν οῦκ ἐφίεται». Και θα ‘ρθει ο Συμεών Ν. Θεολόγος και στους Ύμνους Θείων Ερώτων, θα γράψει για την ενανθρώπιση του Θεού: «Καί γάμος ὅντως γίνεται, ὁ ἄρρητος καί θεῖος∙ ἑνί ἑκάστῳ μίγνυται». Αυτή η θεία ενανθρώπιση, αυτό το δέσιμο Θεού και ανθρώπου σηματοδοτεί την απογείωση της ανθρωπολογίας. Όπως, εξάλλου, σημειώνει ο N. Berdyaev, «ο υψηλότερος ανθρωπισμός είναι το θείο στον άνθρωπο και το ανθρώπινο στον Θεό, τούτο είναι το μυστήριο της θειανθρωπινότητας».



Ε, λοιπόν, δεν είναι και λίγο ένας Θεός να χάνει την «αξιοπρέπεια» Του και να μικραίνει για να ψηλώσει ο άνθρωπος. Δεν είναι λίγο αυτό. Τη στιγμή που ο Πλωτίνος δεν δέχεται αυτή την κοινωνία μεταξύ του Εν και του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος ανήκει στο επίπεδο όπου κυριαρχεί το κακό, η φθορά και δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον τέλειο Θεό, τη στιγμή που ο Heidegger μιλάει για παράλληλη πορεία Θεού και ανθρώπου, έρχονται οι Πατέρες της Εκκλησίας και όχι απλά κάνουν λόγο για συνάντηση Θεού και ανθρώπου, αλλά εξωθούν τη συνάντηση αυτή στα «άκρα», ας μου επιτραπεί η έκφραση. Και τί λένε; Ότι ο Θεός γίνεται σύμμορφος με τον άνθρωπο. Αποκτά την ίδια μορφή. Ένας Θεός, άπειρος, ακατανόητος, ακατάληπτος, με απρόσιτη ουσία, πλέον, με την ενανθρώπιση αδειάζει για να γεμίσει ο άνθρωπος. Και γνωρίζεται! Υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία για τον άνθρωπο;

Βέβαια, το γεγονός της θείας ενανθρώπισης, που σήμανε την ένδυση του σώματος, εν γένει, της ύλης, προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Θεός γίνεται ύλη! Φαντάζεστε να άκουγε αυτά τα πράγματα ο Πλωτίνος, οι μανιχαϊστές, τη στιγμή που εξόρκιζαν την ύλη ως κάτι κακό; Που να δεχτούν τέτοιες μεταφυσικές αλήθειες. Στο σημείο αυτό, στέκομαι για λίγο στην ύλη. Η ορθόδοξη σκέψη δεν στάθηκε εχθρικά απέναντι στην ύλη, στην κτιστότητα των όντων. Και, φυσικά, δεν την απέρριψε. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, στο περίφημο του έργο «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας», σημειώνει χαρακτηριστικά: «…προσκυνώ όμως τον δημιουργό της ύλης, αυτόν που για μένα έγινε ύλη και καταδέχτηκε να κατοικήσει στην ύλη και να εργαστεί τη σωτηρία μου διαμέσου της ύλης, και δεν θα σταματήσω να σέβομαι την ύλη, με αυτήν που συντελέστηκε η σωτηρία μου». Πώς να κατανοηθεί, ερμηνευτεί η έξοδος αυτή του Τριαδικού Θεού προς τον άνθρωπο και, μάλιστα, σε ένα ον που η ύπαρξη του έπασχε;

Απίστευτα ασσύληπτη αυτή η έξοδος του Θεού. Η πρωτοβουλία, ας μην ξεχνάμε πως ανήκει, βέβαια, στον Θεό. Δεν φοβήθηκε μήπως χάσει κάτι από την ουσία Του, μήπως διασαλευθεί η ενότητα και σχέση των τριών Του υποστάσεων, μήπως αλλοιωθούν με την ενανθρώπιση τα υποστατικά ιδιώματα του κάθε προσώπου. Για το παραπάνω, μας διαβεβαιώνει ο Γρηγόριος Νύσσης, αναφέροντας πως «ὁ γάρ λόγος καί πρό τῆς σαρκός καί μετά τήν ἔνσαρκον οἰκονομίαν λόγος καί ἦν καί ἔστιν· καί ὁ θεός καί πρό τῆς τοῦ δούλου μορφῆς καί μετά ταύτην θεός ἐστιν».

Μήπως ο Θεός δεν είχε άλλους τρόπους να σώσει τον άνθρωπο; Έπρεπε αναγκαστικά να ντυθεί την ανθρώπινη σάρκα; Υπήρξε «λογική αναγκαιότητα» της σωτηρίας διά του Θεανθρώπου, όπως υπεραμύνεται ο Άνσελμος στο Cur Deus Homo; Θεός είναι. Όλα τα μπορεί. Παρόλα αυτά, προτίμησε να γεννηθεί από την Θεοτόκο και να εμφανιστεί ορατός πλέον στους ανθρώπους. Εδώ, επικαλούμαι έναν άγιο που με τη θεολογική του σκέψη συνέβαλε πολλά στη διαμόρφωση του Όρου της Χαλκηδόνας (Όρο που χαρακτηρίζει τον Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο), τον Βασίλειο Σελευκείας, που θα πει πως «τῷ συγγενεῖ το συγγενές θεραπεύων».

Κάτι δείχνει, όμως, αυτή η ταπείνωση, αυτό το «αναξιοπρεπές» του Θεού. Τί να δείχνει, άραγε; Την ερωτικότητα Του! Ορισμένοι, επιμένουν να πιστεύουν πως ο Θεός δεν έχει έρωτα προς τον άνθρωπο, αφού ο έρωτας είναι έκφραση ενός ατελούς όντος (του ανθρώπου) προς τον Θεό. Μάλιστα λένε πως ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο. Τα παραπάνω έλεγε, φοβίζοντας τους ανθρώπους, ο νεοπλατωνισμός. Έρχονται, παρόλα αυτά, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης και Μάξιμος Ομολογητής και ταυτίζουν τους όρους έρωτα και αγάπη. Η ερωτικότητα κινεί τον Θεό να λάβει τη μορφή του ανθρώπου. Ας είμαστε, επιτέλους, ειλικρινείς. Το λέει ξεκάθαρα ο Μάξιμος Ομολογητής, «ὁ γάρ ἀγαθοεργός ἔρως ἐκίνησε τό θεῖον εἰς πρόνοιαν, εἰς σύστασιν ἡμῶν». Ο άγιος Φώτιος, συνεχίζοντας στο ίδιο μήκος κύματος, τονίζει πως ο θείος έρωτας δεν είναι μόνο ο έρωτας του ανθρώπου για τον Θεό, αλλά και του Θεού για τον άνθρωπο. Αυτός ο έρωτας σημαίνει ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά του Θεού, καταπώς σημειώνει ο Χ. Γιανναράς.

Αυτή είναι η ερωτικότητα του Θεού προς τον άνθρωπο. Μέχρι κι αυτή την φύση μας αγάπησε. Τόσο πεσμένη, εξαθλιωμένη, λερωμένη, τσαλακωμένη. Και κατέβηκε στη γη για να ανεβάσει τον άνθρωπο ψηλά. Βγήκε από την ασφάλεια που Του παρείχε η τριαδική βεβαιότητα και βάδισε προς το ανασφαλές του ανθρώπου. Το ντύθηκε, το καλλώπισε, το ανέστησε. Υπέροχος Θεός. Δεν είναι παίξε γέλασε.

Ηρακλής Αθ. Φίλιος
 (Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)
via

Σελίδες