45 είδη... μαλάκα!

Είχα κρατημένο αυτό το... αξιοπρεπές "λογοτεχικό" κείμενο εδώ και πολύ καιρό.

Δεν είναι δικό μου αλλά δεν ξέρω και τίνος είναι! 

Δεν είχα λόγο να το δημοσιεύσω έτσι στα καλά καθούμενα και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να το κάνω.
Έχω την εντύπωση ότι αυτή η στιγμή ήρθε.


1. Ο ορατός: Κοίτα ένα μαλάκα.
2. Ο τεφάλ: Ξεκόλλα ρε μαλάκα.
3. Ο ακίνητος: Έμεινε μαλάκας.
4. Ο αδιόρθωτος: Πάλι ρε μαλάκα;
5. Ο επώνυμος: Ο γνωστός μαλάκας.
6. Ο νυχτωμένος: ... ξύπνα μαλάκα.
7. Ο χαμένος: Που είσαι ρε... μαλάκα;
8. Ο φευγάτος: Την έκανε ο μαλάκας.
9. Ο βαθμοφόρος: O αρχιμαλάκας.
10. Ο αμφίβολος: Καλά, είναι μαλάκας;
11. Ο ευρεσιτέχνης: Μαλάκας με πατέντα.
12. Ο εμετικός: Τα ξέρασε όλα ο μαλάκας.
13. Ο καλοδεχούμενος: Καλώς τον μαλάκα.
14. Ο εξακριβωμένος: Είναι τελικά μαλάκας.
15. Ο επιρρεπής: Μη γίνεσαι μαλάκας τώρα.
16. Ο εκνευριστικός: Άει γαμήσου ρε μαλάκα.
17. Ο ανεκδιήγητος: Δεν περιγράφεσαι ρε μαλάκα.
18. Ο αργοκίνητος: Κουνήσου ρε μαλάκα.
19. Ο φαφλατάς: Μιλάμε για πολύ χοντρομαλάκα.
20. Ο επαναλαμβανόμενος: Την είπε πάλι ο μαλάκας.
21. Ο απίστευτος: Τι λες ρε μαλάκα;
22. Ο κυριολεκτικός: Μαλακίζεσαι, ρε μαλάκα;
23. Ο προβλέψιμος: Ο αιώνιος μαλάκας.
24. Ο άξιος: Μπράβο μαλάκα.
25. Ο αγαπητός: Μαλάκα μου!
26. Ο υπέρβαρος: Xoντρομαλάκας.
27. Ο όμορφος: Ωραίος μαλάκας.
28. Ο άπαιχτος: Δεν παίζεσαι ρε μαλάκα.
29. Ο κοπρολάγνος: Mαλακοπίτουρας!!
30. Ο διαιρέσιμος: Κόψε έναν μαλάκα...
31. Ο εδώδιμος: Φάε έναν μαλάκα...
32. Ο μη εδώδιμος: Δεν τρώγεσαι με τίποτα ρε μαλάκα.
33. Ο αμφίχειρας: Και με τα δύο χέρια ρε μαλάκα;
34. Ο αυτόχειρας: Τον έφαγε η μαλακία!
35. Ο εκατόγχειρας: (βλ. νούμερο 33 ) Επί 50.
36. Ο τραυματίας: Τον χτύπησε η μαλακία στο κεφάλι.
37. Ο κλασματικός: Ένας μαλάκας και μισός !!
38. Ο αυτοπαθής: Γαμήθηκες πάλι ρε μαλάκα.
39. Ο καρυοθραύστης: Η μαλακία του σπάει καρύδια.
40. Ο εστεμμένος: Μαλάκας με περικεφαλαία.
41. Ο στάσιμος: Μια ζωή μαλάκας.
42. Ο ψαράς: Μαλάκας με τόνο.
43. Ο μετεωρολόγος: Η μαλακία πάει σύννεφο.
44. Ο γεωμετρικός: Μαλάκας εις το τετράγωνο
45. Το εργαλείο: Ρε μαλακιστήρι.
...και η μαλακία συνεχίζεται...



  Μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες. Όσο περισσότερες και όσο πιο στέρεες είναι οι βεβαιότητές σου, τόσο αυξάνεται η προδιάθεσή σου να γίνεις μαλάκας. Μαλάκα δεν σε κάνει η μαλακία, αυτή είναι κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Επίσης, παρά όσα θρυλούνται, δεν σε κάνουνε μαλάκα οι αρχές, οι πεποιθήσεις ή τα ιδεώδη σου: αυτά στη χειρότερη περίπτωση σε καταντούν αφελή, στην καλύτερη σε ζωοποιούν ώστε να είσαι Άνθρωπος.



Οι βεβαιότητες δημιουργούν την προδιάθεση να γίνεις μαλάκας όχι μόνον επειδή σε αναγκάζουν να σκέφτεσαι και να ζεις με έναν συγκεκριμένο και κλειστό τρόπο — έναν τρόπο που είναι η οδός η απάγουσα στη μαλακία — αλλά κι επειδή σε αναγκάζουν να τον επιβάλεις τον τρόπο αυτό στους άλλους στανικώς και χωρίς πολλά πολλά. Κι αυτή είναι η ουσία του μαλάκα: κάποιου που ζει με ανεξέταστες παραδοχές τις οποίες λόγω τεμπελιάς ή αλαζονείας έχει λαξέψει σε βεβαιότητες που προσκυνάει και που ψάχνεται να τις επιβάλει και στους άλλους.


«Καθώς γίνεσαι μαλάκας»



Εάν πράγματι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες, ποια είναι η διαφορά βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων; 


«Θα γεμίσω το κεφάλι μου με βεβαιότητες και θα ξορκίσω κάθε αμφιβολία για τον σπουδαίο μου εαυτό»

Μια μέρα θα ξυπνήσω δυνατός. Θα αποφασίσω να αλλάξω τη ζωή μου και θα γίνω ένας αυθεντικός μεταμοντέρνος άνθρωπος με όνειρα και ιδανικά. Θα γεμίσω το κεφάλι μου με βεβαιότητες και θα ξορκίσω κάθε αμφιβολία για τον σπουδαίο μου εαυτό. Ακράδαντα θα πιστεύω στην ευτυχία μου και στην προσωπική μου χαρά. Θα μιλώ πολύ για το κοινό καλό. Θα κατατάξω τους ανθρώπους σε φίλους και εχτρούς. Ύστερα θα φροντίσω να εξαλείψω τους εχτρούς κι όλους τους κακομούτσουνους του κόσμου για να ζω σε ένα πλανήτη με ωραίους ανθρώπους που θα σκέφτονται όπως εγώ, θα αγαπούν όσα εγώ, θα θέλουν όσα εγώ.


Αργότερα κι αν μετά κάτι δεν μου αρέσει θα ξαναμοιράσω τον κόσμο σε φίλους και εχτρούς, θα μιλώ για το κοινό καλό για να έχω την ώρα μου να περνώ και κυρίως την ωραιότητα του κόσμου να συντηρώ εξαλείφοντας άσχημους κακούς που δεν θέλουν όσα εγώ, δεν αγαπούν όσα εγώ, δεν ακολουθούν όσα εγώ.....


Η διαφορά είναι μάλλον απλή: οι βεβαιότητες δεν μεταβάλλονται, δεν αναθεωρούνται, δεν αναιρούνται και, βεβαίως, δεν καταρρίπτονται. Ήδη νιώθει κανείς να σχηματίζεται το προφίλ του ιδανικού μαλάκα: εκείνου που δεν θα σαλέψει ούτε ρούπι από τις βεβαιότητές του, που μερικά χρόνια πριν θα σου έλεγε κιόλας το παλιακό:

 «ου με πείσεις καν με πείσης».



Οι βεβαιότητές σου σε κάνουνε σιγά σιγά μαλάκα καθώς αμφισβητούνται ή καθώς ο κόσμος ή ο εαυτός σου σε εξαναγκάζουν να τις αναθεωρήσεις. Αυτό που σε καθιστά σιγά σιγά μαλάκα είναι η άρνηση: η αντίστασή σου στην πραγματικότητα· επιπλέον, η αντίστασή σου στον ίδιο σου τον εαυτό, στις ιδιαιτερότητες και στους περιορισμούς του, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο ή μαλάκα.

Εδώ κάνουμε μια πρώτη διάκριση σε δύο τύπους μαλάκα:

εκείνου που αντιστέκεται στην πραγματικότητα και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον κόσμο γύρω του (και συνεπώς και για τον εαυτό του) και

εκείνου που αντιστέκεται στον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον εαυτό του — αφού τον κόσμο γύρω του τον έχει εντελώς γραμμένο.

  Αυτή η δεύτερη κατηγορία μαλάκα είναι η πιο επιδραστική, αφού περιλαμβάνει ανθρώπους που ναι μεν είναι μαλάκες απροσχημάτιστα αλλά εντοπίζονται δύσκολα γιατί δεν σε προειδοποιεί κανενός είδους κενοδοξία, μεγαλαυχία, αμετροέπεια, επιδειξιομανία, στόμφος κ.ο.κ. 

  Πολλοί λοιπόν προτιμούν την ατραπό του μαλάκα τύπου 2 από εκείνη της δυστυχίας, αγκιστρωμένοι επώδυνα και οριακά στο τσιγκέλι των βεβαιοτήτων τους. Άλλωστε, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, όταν είσαι μαλάκας βλάπτεις μόνο τους γύρω σου, όχι τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν εύλογο να προτιμάει κανείς να είναι μαλάκας παρά δυστυχισμένος.

 Έχοντας ακλόνητες βεβαιότητες έχεις λοιπόν πάντοτε δίκιο. Πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να έχεις άδικο. Έτσι ξεκινάει η διαδικασία και έτσι εξελίσσεται. Καθώς λοιπόν γίνεσαι μαλάκας διαπιστώνεις επιπλέον ότι οι βεβαιότητές σου για τον κόσμο ή για τον εαυτό σου σε θωρακίζουν από τη δυστυχία και από την ενοχή. 


Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του μαλάκα: δεν φταίει ποτέ.

  Το πλεονέκτημα αυτό υφίσταται ακόμα και αν ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία μαλάκα του οποίου οι βεβαιότητες έχουν χαρακτήρα αυτομεμψίας ή και αυτοκαταστροφικό. Και σε αυτή την περίπτωση, που η δυστυχία καταφέρνει τελικά να σε διαποτίσει παρότι είσαι μαλάκας, βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα από τον απλώς δυστυχισμένο: με τη βεβαιότητά σου ότι είσαι άχρηστος, ένοχος, ανίκανος και λούζερ, συνελόντι ειπείν χάλιας, και πάλι απαλλάσσεις τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Χαμηλώνοντας τις προσδοκίες σου, γίνεσαι μια ωραία αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία ενώ, όπως κάθε μαλάκας, εσύ δεν φταις και δεν ευθύνεσαι για τίποτα.


Καθώς ανεβαίνει κανείς τούς αναβαθμούς του μαλάκα, συνήθως εγκαταλείπεται σταδιακά από τους ανθρώπους γύρω του εκτός και αν:

  α) εξασφαλίσει την ανοχή τους με ταλέντα κι ικανότητες ή 

  β) την εκβιάσει με ψυχαναγκασμό, δόλο, χειρισμό ή και βία ή 

  γ) την εξαγοράσει με εξουσία, σεξ ή χρήμα.

 Ωστόσο, όπως είδαμε, ο μαλάκας είναι βλαπτικός για τους γύρω του και συνήθως ανυπόφορα βλαπτικός — ακόμα και όταν δεν είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικός. Περιττό να πούμε ξανά ότι βεβαίως ο μαλάκας δεν έχει καμμία επίγνωση του ότι φταίει ο ίδιος που εγκαταλείπεται και αποξενώνεται από τους άλλους: εξυπακούεται ότι φταιν' εκείνοι.

Αν είναι μαλάκας τύπου 1: 

γνωρίζει ότι φταιν' οι άλλοι που φεύγουν τρέχοντας να σωθούν από την ευθυκρισία του και από το ότι έχει πάντα δίκιο.

 Αν είναι μαλάκας τύπου 2:

 διαισθάνεται πως οι δραπέτες από το μεγαλείο του είναι μάλλον είτε ανήθικοι, είτε λίγοι, είτε (απλούστατα) βλάκες.

 Σε αυτό ο μαλάκας τύπου 2 θυμίζει σταλινικά καθεστώτα και κάθε λογής θεοκρατίες:

 αν δεν αντέχεις φταις εσύ που είσαι είτε δόλιος, είτε βλαξ, είτε λίγος, είτε — απλούστατα — τρελός.

 Όσο ανεβαίνει την κλίμακα του μαλάκα ο μαλάκας μαθαίνει να δουλεύει με αυτούς που τον ανέχονται, με αυτούς που εκβιάζει και με αυτούς που εξαγοράζει. Ενδεχομένως δεν τους θεωρεί αντάξιούς του αλλά — ως έρμαιο των βεβαιοτήτων του — ο μαλάκας συμπεραίνει ότι η μοναδικότητά του ευθύνεται για τη σχετική μοναξιά του και όχι που είναι μαλάκας.




«Κατά μαλάκα»



  Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος «μαλάκας»), mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens. Παρόλ’ αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: 

«Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας».

Σχετικά με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο «δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει» τον μαλάκα αλλά επιπλέον


όπου και να κρυφτείς

όσο και να κρυφτείς

ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.




 Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού «θα σε βρει / και θα σε τυραννήσει».

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν.

 Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.

 Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

 Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (…) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

 Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα «ναι μεν αλλά» του και με τα απ’ όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια — και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. 

  Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται «γυναίκα», μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

  Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας — που είναι και το ουσιώδες.


«Είναι ο μαλάκας Θεός;» 

  Βεβαίως κάθε μαλάκας πιστεύει ότι είναι θεός ή και ο Θεός. Ενδεχομένως αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μαλάκα: πιστεύει ότι είναι θεός. Σίγουρα η πεποίθησή του ότι είναι αντίθεος (με την ομηρική έννοια) είναι ισχυρή: είπαμε ότι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες· όσο πιο ακράδαντες, τόσο πιο μαλάκας. Όμως ο μαλάκας δεν πιστεύει απλώς ότι είναι θεός, παρά μοιάζει με θεό και σε κάτι ακόμα: δεν ορίζεται εύκολα.

 Ο Θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών όντως ορίζεται κυρίως αποφατικά: μέσω του τι δεν είναι παρά με βάση κάποια χαρακτηριστικά του. Ο Θεός αυτών των θρησκειών είναι υπερβατικός, ενώ "κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο" κτλ. Ο ένας Θεός δεν έχει γνωρίσματα, λέμε ότι δεν έχει σώμα (ασώματος), ότι δεν βρίσκεται κάπου στον χώρο (πανταχού παρών), ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητός (απερινόητος). Γι' αυτό και συσσωρεύουν οι θρησκείες επίθετα του Θεού τους (99 το Ισλάμ, περισσότερα οι χριστιανοί), γνωρίσματά του, αφού τον ίδιο τον Θεό τους δεν μπορούν να τον ορίσουν επιτυχώς. Μέσα από τη συσσώρευση επιθέτων προσπαθούν οι πιστοί Του να περιγράψουν και να προσεγγίσουν τον υπερβατικό Θεό τους.

 Έτσι και στην περίπτωση του μαλάκα. Παρά τις βεβαιότητές του, απέχει ιλιγγιωδώς από το να είναι υπερβατικός. Ωστόσο δεν ορίζεται με βεβαιότητα. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να διατυπωθεί ένας ορισμός του μαλάκα. Τι είναι μαλάκας; Αμηχανία. Πώς ορίζεται; Θέμα. Συνήθως λοιπόν αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε κι εμείς χαρακτηρισμούς κι επίθετα και περιγραφές και περιστατικά με μαλάκες αφού ο μαλάκας δεν ορίζεται. Ο Χρήστος Ξανθάκης, που ζήλωσε τη δόξα του μεγάλου αυτού πονήματος για τον μαλάκα που διαβάζετε κι εσχάτως ασχολήθηκε και αυτός με το θέμα, το διατυπώνει με τον κατάλληλο τόνο:

 Ο μαλάκας είναι ασταμάτητος, ασύνορος και απροσμέτρητος 
και δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ο μαλάκας αποτελεί διαρκεί πηγή εκπλήξεων, ανεξαιρέτως δυσάρεστων. Ακόμα και όταν ξέρουμε ότι κάποιος είναι μαλάκας και είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ποτέ δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι: θα βρει εκείνος τον τρόπο να μας βλάψει ή να μας βγάλει από τα ρούχα μας ή έστω να μας ενοχλήσει. Θα βρει εκείνος τον τρόπο να γίνει ακόμα πιο μαλάκας ή να γίνει μαλάκας με κάποιον καινούργιο τρόπο. Γιατί είναι έμπειρος και ξέρει. Γιατί η βεβαιότητα σε συνδυασμό με τον σολιψισμό σε απαλλάσσουν από την υποψία ότι μπορεί να γίνεσαι γελοίος, ενώ σε εμψυχώνει να ανέβεις καμαρωτός και ξεσκούφωτος το Έβερεστ της μαλακίας μέχρι την κορυφή του, ή μέχρι να σε σκοτώσουν η ανοξία και το μαλακόκρυο.

Μια τέταρτη ιδιότητα του μαλάκα είναι η αδυναμία να οριστεί και το ότι πάντοτε θα βρίσκει τρόπους να μας βλάψει.



Τι άλλο να πει κανείς λοιπόν εκτός από το:

 ni Dieu ni Maître malakas.


via


 [left_sidebar]